Latest Posts

Συνέντευξη Πάολα: Από τη Μελίνα στη Ρούλα

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στον Πόθο, τ.16, Νοέμβριος 1997

Πάολα, εσύ που είσαι τόσα χρόνια gay activist και μέσα στα πράγματα, πες μας, επιτέλους, ποιος είναι ο μεγαλύτερος γκέι ακτιβιστής στην Ελλάδα.

Δεν ξέρω ποιος είναι ο μεγαλύτερος γκέι ακτιβιστής στην Ελλάδα – υπήρξαν πράγματι γκέι ακτιβιστές; Εγώ ξέρω μερικά περιοδικάκια… Γκέι ακτιβιστές στην Ελλάδα ξέρεις ποιοι ήταν; Ήταν οι διάφορες αδερφές που μεγαλώσανε χιλιάδες άντρες, που μεγαλώσανε χιλιάδες τεκνάκια – η Σουσού από τον Πειραιά, η Φωφώ από την Κατερίνη, η Σουζάνα η Θεσσαλονικιά. Αυτές ήταν ακτιβίστριες κι όχι μερικά νούμερα, μερικές αποτυχημένες οι οποίες θέλουν να εκμεταλλευτούν έναν γκέι χώρο, μόνο και μόνο για να πηγαίνουν στα μπαράκια και να λένε «είμαστε εμείς».

Τώρα μιλάς για το παρόν ή για το παρελθόν;

Και για το παρελθόν… Ναι, αν θέλεις να μιλήσουμε για το περίφημο ΑΚΟΕ. Μετά την μεταπολίτευση που ήταν όλα τα εναλλακτικά κινήματα στη φάση τους – ήτανε λίγο τα πράγματα ανεβασμένα – υπήρχε και το ΑΚΟΕ. Το ΑΚΟΕ ιδρύθηκε από μερικούς φωτισμένους και συνειδητοποιημένους ομοφυλόφιλους οι οποίοι βγάλανε ένα σπουδαίο περιοδικό. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ κίνημα ομοφυλόφιλων, ούτε γκέι ακτιβιστές στην Ελλάδα. Το ΑΚΟΕ τι ήταν; Ήταν μια ομάδα τεσσάρων-πέντε ανθρώπων που έβγαζαν ένα περιοδικό, το «Αμφί», που έπαιξε σημαντικό ρόλο εκείνη την εποχή. Μετέπειτα υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι θέλανε να εκμεταλλευτούν αυτό το γκέι κόσμο και τη δίψα του για διασκέδαση, επικοινωνία κι όλα αυτά, και βάλανε μια ταμπέλα του γκέι ακτιβιστή και καταστάσεις.

Ξέρεις εγώ γιατί θλίβομαι; Θλίβομαι μ’ αυτό το σκουπίδι το οποίο κυκλοφόρησε με εξώφυλλο π.χ. τη Ρούλα Κορομηλά και λέω «πού φτάσαμε;». Από τη Μελίνα Μερκούρη στην κάθε Ρούλα! Ξέρεις, το «Αμφί», το «Κράξιμο», ακόμη και το περιοδικό το δικό σας, είναι περιοδικά που δεν πρέπει να μας απασχολεί τόσο πολύ η κυκλοφορία τους και το πόσο θα πουλήσει και το πού θα πουλήσει. Εκείνο που μας απασχολεί σ’ αυτά τα περιοδικά είναι εκείνοι που τα διαβάζουνε να μάθουν κάτι. Να τα βρούνε με τον εαυτό τους. Ούτε μπορεί να λέει ο κύριος Τάδε «εμείς δεν είμαστε περιοδικό της χούφτας»! Δηλαδή το «Αμφί», που έβαζε πούτσες, τι ήταν; Περιοδικό της χούφτας ήταν; Δηλαδή εγώ που βάζω πούτσες από τεκνά που είχα γαμηθεί τόσα χρόνια, τι είμαι; Της χούφτας; Και δεύτερον, είναι αγάμητες οι αδερφές αυτές. Μία μία τις ξέρω. Είναι άνθρωποι που είναι ανίκανοι να παρακολουθήσουν μια καλή ταινία, είναι ανίκανοι ν’ ακούσουν ένα καλό τραγούδι, είναι ανίκανοι να αισθανθούν πολλά πράγματα γύρω τους και θέλουν να κάνουν τους απελευθερωτές. Πώς είναι δυνατόν; Προσπαθούν με λίγα λόγια να γκρεμίσουν όσα έχουνε καταφέρει – αυτοί που τα καταφέρανε – επί χρόνια.

Εσύ δηλαδή πώς τους βλέπεις όλους αυτούς που βγάζουν αυτά τα περιοδικά;

Κοίταξε να δεις, εγώ είμαι πολύ αισιόδοξη. Δεν νομίζω ότι θα επιβιώσουνε διότι, κακά τα ψέματα, ο κόσμο έχει αισθητήριο και μυρίζεται το καλό και το κακό. Γιατί, τόσα δεν άκουσα, τόσα χρόνια στη ζωή μου; Τόσα βρισίδια! Επιβίωσα γιατί ήμουν καλό στοιχείο, όσο κι αν αυτό δεν στέκει να το λέω εγώ. Αλλά βλέποντας τη σαβούρα που κυκλοφορεί γύρω μου, τολμώ να πω ότι είμαι ένας καλός άνθρωπος.

Ας πάμε ξανά στο παρελθόν για λίγο. Με τις κλειδωμένες πόρτες και τα κλειδωμένα υπόγεια τι σχέση έχεις;

Να σας πω κάτι, που κι εσείς από την εμπειρία σας το έχετε καταλάβει: ένα σοφό στίχο σε μια συνέντευξη που είχε πει ο συντοπίτης σας ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ότι δηλαδή δεν ενώνει ο κώλος τους ανθρώπους. Όπως και να το κάνουμε το ότι ο άλλος είναι ομοφυλόφιλος δεν σημαίνει τίποτα για μένα. Ξέρω χιλιάδες ομοφυλόφιλους που είναι πολύ φασίστες στην προσωπική τους ζωή. Πάολα, θα μου πεις, τι είσαι, ηθικός; Δεν το λέω καθόλου από ηθικοπλαστική άποψη αυτό το πράγμα. Δεν μπορούν, όμως, να βγαίνουν μετά αυτοί και να λένε «εμείς» κι «εμείς»…

Εγώ αντιμετώπισα πολλά προβλήματα – κι όταν ήμουν πιο μικρή και σαν τραβεστί είσαι πάντα πιο ευάλωτη όταν είσαι στο δρόμο – αλλά κι ένας ομοφυλόφιλος, ο οποίος το λέει, αντιμετωπίζει πάντα κινδύνους γιατί ο κόσμος είναι κακός. Αλλά τα περισσότερα που αντιμετώπισα τα έχω πάθει από τις αδερφές!

Δεν θα ξεχάσω, σε μια περίοδο χάλια, που όλοι έχουμε περάσει στη ζωή μας, μια περίοδο που με κυνηγούσε η αστυνομία, που δεν ήξερα πού να πάω να κοιμηθώ – με τους γονείς μου τότε δεν τα είχα καλά, δεν μπορούσα να κατέβω στην πιάτσα να μαζέψω χρήματα γιατί θα με συλλαμβάνανε – που κοιμόμουνα στο υπόγειο του ΑΚΟΕ για μερικές νύχτες. Το είχαμε ανοίξει με τον Αλέξη Μπίστικα. Μερικοί το ξέρανε και, θυμάμαι, γύρισαν και κάνανε συνέλευση και με διώξανε από το ΑΚΟΕ μόνο και μόνο για να μην βρουν το μπελά τους. Κι η ειρωνεία της υπόθεσης, έγινε κι αυτό, ήταν πως πήγα να πεθάνω – την εποχή που έγραψα κάποια ποιήματα – και ήρθε το περιπολικό για να με σώσει και μου ’βαλε το χέρι του ο μπάτσος μέσα στο λαιμό μου για να κάνω εμετό. Μ’ έσωσε ποιος; Ο μπάτσος! Που εκείνη την εποχή τους θεωρούσαμε εχθρούς μας.

Και να σου πω γιατί εκείνη την εποχή με διώξανε από το ΑΚΟΕ. Ήταν γιατί ήμουνα μικρούλα ομορφούλα, φαινόμουνα όπου κι αν πήγαινα. Τι να κάνω, δεν το επεδίωκα – η συμπεριφορά μου, το ταμπεραμέντο μου, ο χαρακτήρας μου… Πουτανιάρα! Βλέπανε την Πάολα με τόσα τεκνά και το ότι δεν φοβόμουνα… Γιατί, μη νομίζεις ότι όλοι αυτοί μόνο όταν πηγαίνανε εκεί κάτω λέγανε τα επαναστατικά τους! Την άλλη μέρα πηγαίνανε στη δουλίτσα τους, στην οικογένειά τους και δεν τους ήξερε κανένας. Εγώ έτρωγα το κράξιμο, εγώ είχα το πρόβλημα. Από την άλλη όμως δεν μπορούσαν να με δεχτούν εμένα ποτέ σαν άνθρωπο, δεν μπορούσαν να δεχτούν την προσωπικότητά μου.

Θυμάμαι ότι είχανε μαζευτεί δέκα αγάμητες στην κυριολεξία – η Τζαβούλα, η Σουσού, κάτι εντελώς λούμπεν, που αν δεν ήταν αδελφές μπορεί να ήταν κλεφτοκοτάδες στη συμπεριφορά τους σαν άνθρωποι – κι είπανε να φύγει η Πάολα από εδώ μέσα. Την κατάσταση απ’ αυτή την ιστορία την εκμεταλλεύτηκε ο Βαλλιανάτος ώστε να μην υπάρχει άλλος, να είναι μόνο αυτός. Καταστράφηκε το περιοδικό «Αμφί»: το πήρε στα χέρια του ο Βαλλιανάτος κι άρχισε να κάνει ένα γκλάμορους περιοδικό. Δεν μπορείς να πάρεις το «Ριζοσπάστη» και να τον κάνεις γκλάμορους! Το «Αμφί» ήταν από μόνο του αυτό που ήτανε. Θυμάμαι, λοιπόν, που μας είχανε κλειδώσει μέσα στο ΑΚΟΕ εμένα και τον Κυριάκο (δεν θυμάμαι αν ήταν κι ο Θοδωρής) κι ήρθε και μας άνοιξε ο συχωρεμένος ο Κώστας Ταχτσής με τη βοήθεια ενός κλειδαρά. Και του ’λεγε του Ταχτσή ο κλειδαράς: «Ε, φίλε, δεν ξέρεις ελληνικά;» και τότε του απάντησε ο Ταχτσής: «Δόξα σοι ο Θεός, στην Ελλάδα με ξέρουν για τα καλά ελληνικά μου.» Από όλη αυτή την περιπέτεια θυμάμαι αυτή την ατάκα του Ταχτσή. Πόσο αισχρά μου φέρθηκε μια ομάδα ομοφυλόφιλων στην Ελλάδα…

Αλλά από την άλλη, να μην είμαι και αχάριστη, υπάρχουν οι συνεργάτες και οι αναγνώστες του περιοδικού μου («Κράξιμο»), όπως υπάρχουν και χιλιάδες παιδιά που είναι πιο απελευθερωμένα. Όπως υπάρχουν και πολλοί που ζούνε την ομοφυλοφιλία τους με σεμνότητα, ζούνε τον έρωτά τους με τον τρόπο τους και δεν θέλουν να μπερδεύονται μ’ αυτές τις ιστορίες. Τρομάζουνε. Το ξέρεις ότι πήγα σε γκέι μαγαζί με ένα παιδί και φοβήθηκε; Τρομοκρατήθηκε – μπήκε μέσα και πέσανε να το φάνε… Όχι πως έχω τίποτα με τα μπαρ, αλλά εγώ είμαι της γενιάς των πάρκων. Πηγαίναμε στα πάρκα, κάναμε άλλες κοινωνικές σχέσεις. Οι γκέι είχαμε τη λάλα μας, τα καλιαρντά μας, ερχόντουσαν τα τσόλια… Αυτή η αγριότητα που υπάρχει σ’ αυτά τα κλαμπ που πηγαίνεις κάτω, καυλωμένες αδερφές έτοιμες να σε κατασπαράξουν, δεν ξέρω, δεν μου πάει εμένα.

Στην πρώτη gay pride που έγινε μετά τις pride του «Κράξιμο» ήταν «περισσότεροι στρέιτ παρά γκέι». Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;

Πάντα ερχόντουσαν γκέι παιδιά στο gay pride που έκανα. Να μου πεις δεν ερχόντουσαν οι κομμώτριες που είχανε πρότυπο τον Τρύφωνα Σαμαρά και τον Βασίλειο Κωστέτσο. Τι να τις κάνω, τι με νοιάζουν αυτές; Εγώ θέλω σοβαρούς ανθρώπους. Αν κάνεις ένα gay pride και σου μαζευτεί ο Κωστέτσος κι οι άλλοι, εντάξει. Είναι το τι κόσμο θέλεις δίπλα σου. Τι κοινό σημείο έχω εγώ με τον κύριο που διαφημίζει τη Στιρέλλα; Στο gay pride πάντοτε ερχόντουσαν και γκέι και νεολαία και στρέιτ κόσμος. Ο στρέιτ κόσμος που ερχότανε, δεν ερχόταν για να γελάσει, αλλά για να διασκεδάσει. Ε, τώρα να μαζευτούν 100 αδερφές και να κλειστούν σ’ ένα μπαρ και να το λένε «gay pride»… το κάνουν κάθε μέρα στ’ άλλα τα μαγαζιά, τι διαφορά έχει; Εμείς το κάναμε έξω. Ερχόταν τόσος κόσμος κι όμως δεν το εκμεταλλευόμασταν. Δίναμε ένα πεντακοσάρικο το ποτό και διακόσιες δραχμές τη μπύρα. Βγάζαμε τουλάχιστον τα έξοδά μας. Τώρα, αν βγάζαμε και κάποιο κέρδος καλό θα ήτανε – δεν βγάζαμε όμως, ψίχουλα.

Αλλά μη νομίζεις ότι θα αφήσω το gay pride εγώ, γιατί το gay pride είναι δημιούργημά μου. Έφαγα ξύλο εγώ! Θυμάμαι, πριν πολλά χρόνια, που είχα ξαπλώσει στο Ζάππειο – ήτανε κωμικοτραγική η σκηνή αυτή – και με είχανε κυκλώσει 20 ΜΑΤατζήδες γύρω γύρω και καθόμουν εγώ κάτω μ’ ένα πανό και δεν έφευγα γιατί ήταν δημοσιογράφοι γύρω γύρω. «Σήκω, σήκω» μου λέγανε και με σηκώνανε. Κι έρχεται τώρα αυτή η πουστάρα στην «Ελευθεροτυπία» [Σ.σ. εννοεί τον Μιχάλη Πεκρίδη] να μου λέει ότι τώρα γίνεται για πρώτη φορά η gay pride στην Ελλάδα, που την κάνω τόσα χρόνια!

Το θέμα είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι και το gay pride και τον γκέι τύπο θέλουν να εκμεταλλευτούν για καθαρά προσωπικό όφελος. Θέλουν να μαζικοποιήσουν τους ομοφυλόφιλους, να τους κλείσουν στα μπαράκια και να τους εκμεταλλεύονται. Επιτέλους οι γκέι πρέπει να αποφασίσουν να βγαίνουν λίγο έξω, να κάνουν τη λάλα τους, να ξανασπουδάσουν τα καλιαρντά, να αρχίσουν την πλάκα τους… κι όχι βολευτήκαμε, πήγαμε στο τάδε μαγαζί, στα σκοτάδια κάναμε καμιά πιπούλα ή ανταλλάξαμε κανένα τηλέφωνο κι ησυχάσαμε. Δεν νομίζω να είναι μόνο αυτό η ζωή τους.

Κι αυτά χρειάζονται όμως. Έτσι δεν είναι;

Φυσικά κι αυτά χρειάζονται. Γιατί, κακό κάνουν τα τσιμπούκια; (γέλια)

Μιλάω για τα μπαρ…

Φυσικά και χρειάζονται. Δεν έχω τίποτα με τα μπαρ, πρόσεξε, αλλά βλέπουμε αυτή την τάση να τους μαντρώσουμε. Ε, τι να κάνουμε; Εγώ είμαι άλλης γενιάς, είμαι του Ζαππείου! (γέλια)

Μιας και μιλάμε τώρα για μπάρες, έπειτα από όλο αυτόν τον φεμινισμό και την πολιτική ορθότητα, μήπως δεν πρέπει να μιλάμε τόσο πολύ για πούτσους;

Να μιλάμε για πούτσες κι οι φεμινίστριες ήτανε κορόιδα που δεν εκμεταλλευθήκανε την πούτσα – να την πιάσουνε, να τη χαρούνε. Τώρα το καταλάβανε κι αυτές και ξεσαλώνουν! Κατάλαβες, έληξε η υπόθεση, γιατί από τη φύση της η γυναίκα είναι πολύ πιο δυναμική από τους άντρες. Εδώ γινόμαστε εμείς γυναίκες και κάνουμε τους άντρες ό,τι θέλουμε. Φαντάσου να είσαι γυναίκα όμορφη και έξυπνη από τη φύση σου, τι επιτυχίες θα είχες. Οι φεμουνίστριες! Ε, μα πια!

Τώρα πια εσύ ασχολείσαι με τον gay τύπο;

Όχι, μόνο με τον Gay Οδηγό – που κι αυτόν πήγαν να μου τον φάνε! Ασχολήθηκα με τον εαυτό μου τα τρία τελευταία χρόνια. Πάντοτε ασχολιόμουν με τον εαυτό μου, αλλά τώρα ήταν σε εντελώς άλλο επίπεδο, γιατί μέχρι πριν ήμουν εντελώς αβάσταχτη ελαφρότητα κι επιφανειακή. Τώρα συνειδητοποίησα ποιοι είναι οι εχθροί μου οι πραγματικοί. Είχα φανταστικούς εχθρούς. Όταν ξέρεις ότι είσαι μπερδεμένος, δημιουργείς φανταστικούς εχθρούς! Εγώ, τα περισσότερα που έχω πάθει, τα έχω πάθει από τις αδερφές. Από την άλλη, από την Ελλάδα πήρα τα ωραιότερα της παιδιά κι εξακολουθώ. Είναι αχαριστία να μιλάω γι’ αυτά τα πράγματα. Κι είναι αχαριστία, όπως λένε πολλοί ομοφυλόφιλοι, να λένε ότι σήμερα καταπιεζόμαστε. Ναι, υπάρχει καταπίεση, αλλά από ένα σημείο και μετά ευθυνόμαστε οι ίδιοι για την κατάστασή μας.

Με τον γκέι οδηγό δεν φοβάσαι μήπως σε κατηγορήσουν ότι βγάζεις χρήματα από το γκέι κίνημα;

Δηλαδή τι; Η δουλειά μου είναι αυτή – τι «βγάζω χρήματα από αυτό το πράγμα»; Η δουλειά μου είναι. Η Πάολα από αυτά τα πράγματα ζει. Πεζοδρόμιο κάνει, από το γκέι οδηγό θα ζει και μερικές εκδόσεις θα κάνει. Και μακάρι κι από το «Κράξιμο» να έβγαζα λεφτά να το χαιρόμουνα, να είχα τη δυνατότητα να βγάζω περισσότερα «Κράξιμο» και να ζούσα και καλύτερα. Τι θέλουνε δηλαδή; Φυσικά και θα βγάλω λεφτά, δεν τον κάνω για την ψυχή της μάνας μου! Τους βγάζω έναν καλό τουριστικό οδηγό, να μπορούν να περάσουνε καλά και να βγάζω κι εγώ κανένα φράγκο. Δεν είναι κακό.

Μετά το «Κράξιμο» και τον «Gay Οδηγό» τι γίνεται; Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Ετοιμάζω κάποιες εκδόσεις. Βλέποντας όλους αυτούς του φελλούς που πραγματικά θέλουνε ξύλο – δεν θέλουν μόνο να τους αγνοείς ή να τους περιφρονήσεις. Διότι ίσως επηρεάσουν αρνητικά ένα ποσοστό νέων παιδιών. Εμείς βγάζαμε τα περιοδικά, διαβάζαμε κάποιον Μπάροουζ, μαθαίναμε για μερικούς ανθρώπους, ανοίγαμε και κανένα βιβλίο. Τώρα δεν μπορείς να έχεις ένα εξώφυλλο τη Ρούλα Κορομηλά και να την έχεις να σου λέει «εγώ δεν δέχομαι τους γκέι». Σαν να λέω «εγώ τα σκυλάκια τα αγαπάω και τα συμπαθώ». Δεν με ενδιαφέρει εμένα να με δεχτεί, με ενδιαφέρει εγώ να τη δεχτώ. Και δεν τη δέχομαι εγώ την κυρία! Τι είναι αυτά, ντροπή τους! Και ευθύνονται και οι μαγαζάτορες. Εγώ θα τα βάλω και με ορισμένους μαγαζάτορες – χέστηκα, μου δώσουν δεν μου δώσουν διαφημίσεις. Ευθύνονται και οι μαγαζάτορες που χρηματοδοτούνε ένα τόσο αισχρό περιοδικό. Ας πάρουνε το Ciao – περισσότερες αδερφές έχει το Ciao και είναι και έγχρωμο, με την τάδε αδερφή, τη δείνα κομμώτρια, γεμάτα αδερφές είναι τα λαϊκά περιοδικά. Θα ξανακυκλοφορήσω και το «Κράξιμο», σε πρώτη φάση όμως ένα τεύχος με τις καλύτερες συνεντεύξεις, με τα καλύτερα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό.

Και με τα καλύτερα τεκνά;

Κάτσε! Αυτό θα είναι άλλη έκδοση! Να βγάλουμε κι εμείς κανένα φράγκο από τα τεκνά. Τι να κάνουμε, να ζήσουμε όλοι πρέπει. Έτσι δεν είναι;

Κάποιοι θα έλεγαν πως μιλάς τη γλώσσα της προηγούμενης δεκαετίας. Μερικοί έχουν προχωρήσει μπροστά.

Σε τι μπροστά προχωρήσανε; Ποιο ήταν της περασμένης δεκαετίας;

Αυτά που λες, ιδεολογίες, ο Μπάροουζ, τα τεκνά στα πάρκα…

Δεν με δεσμεύει πια καμία ιδεολογία. Είμαι ο πιο καλογαμημένος άνθρωπος στην Αθήνα. Από το σπίτι μου περνάνε τα πιο ωραία τεκνά – κούκλοι – δεν είχα ποτέ προβλήματα, κουκλίτσα ήμουνα, κουκλίτσα είμαι, τσαχπίνα είμαι, θηλυκιά είμαι, σουξέ στο Μεγάλο Πεύκο έχω, τα πιο ωραία τεκνά διαλέγω, κανένα πρόβλημα δεν έχω. Αλλά δεν θέλω να φτύνω ποτέ στο πηγάδι όπου έπινα νερό κι εγώ ήπια νερό και στάθηκα σαν άνθρωπος μέσα απ’ αυτά τα πράγματα που τα θεωρείτε εσείς ντεμοντέ. Αυτό είναι. Προσπαθώ να έχω μια αξιοπρέπεια στη ζωή μου κι αυτό είναι το σημαντικότερο νομίζω.

Πες μας μερικά πράγματα για τους τραβεστί;

Θα πω, γιατί όλοι τους οι ομοφυλόφιλοι έχουν για πρότυπο έναν άντρα, άσχετα αν στην πορεία τα φτιάχνουν με έναν άλλο γκέι. Λοιπόν, οι τραβεστί είναι αυτό που πολλοί θα θέλανε, αλλά τους τρομάζει. Πρώτον, έχουμε μια τρομερή ελευθερία, δεν υπολογίζουμε τίποτα. Δεύτερον, έχουμε ένα φοβερό ερωτισμό και γι’ αυτό μας θέλουν και δεν μας θέλουν, επειδή είναι καταπιεσμένες αδερφές. Αυτό είναι ένας μύθος, που το λένε οι ίδιοι οι ομοφυλόφιλοι, που μισούν τις τραβεστί. Και μη ξεχνάμε ότι οι τραβεστί έχουν μεγαλώσει γενιές αγοριών σ’ αυτή τη χώρα – όπως και μερικοί ημιτραβεστί. Και αυτά τα ξέρετε, τα έχετε ζήσει και τα βλέπετε.

Πάντοτε όμως μια τραβεστί ξεκινάει από μια αδερφή πρώτα;

Ε, ναι! Πώς θα ξεκινήσει; Από μόνος του δεν γίνεται! (γέλια)

Για το επόμενο καλοκαίρι πού μας προτείνεις να πάμε διακοπές;

Το επόμενο καλοκαίρι… Στη Λήμνο, είναι γεμάτο φαντάρια. Βγαίνουνε 50-50, αλλά έτσι δεν κάνεις χαΐρι. Πρέπει να τους πετύχεις μόνους για να κάνεις κάτι.

Τώρα πια οι πιάτσες τραβεστί έχουν αλλάξει. Δουλεύετε με κινητό τηλέφωνο, δεν βγαίνετε τόσο πολύ;

Όχι, όχι, δεν αλλάζει το παραδοσιακό ψωνιστήρι κι ούτε πρόκειται να αλλάξει. Δεν είμαστε τόσο πολύ του τηλεφώνου, θέλουμε να το ψάξουμε, να γυρνάμε, να αλητεύουμε. Τι είναι η Συγγρού; Παζάρι είναι – κατεβαίνεις, τζερτζελές γίνεται κάτω. Απλώς, βγήκανε τα κινητά, εξελίσσεται ο κόσμος… Βάζουμε και αγγελίες, δουλεύουμε και μέσα από αγγελίες.

Έχω την εντύπωση ότι όλοι αυτοί που παίρνουν τηλέφωνο στους τραβεστί θέλουν περισσότερο να γαμηθούν παρά να γαμήσουν…

Γιατί στερείς το δικαίωμα στον άλλο να γαμηθεί; Το να γαμήσεις είναι πολύ εύκολο σήμερα – το να γαμηθείς είναι το δύσκολο! Και το αντικείμενο του πόθου είναι η πούτσα. Κι εκεί είναι η διαφορά ενός γκέι μ’ έναν στρέιτ που πηδιέται: είναι ότι ο γκέι πηδιέται και στο μυαλό ενώ ο στρέιτ με τον κώλο του κάνει μια φορά στις τόσες την καύλα του. Δεν σημαίνει ότι είναι και αδερφή ο άνθρωπος ή ότι είναι γκέι. Θα το κάνει γιατί είναι δικαίωμά του να καυλώνει με το κώλο του!

Βαρδάρι και Θεσσαλονίκη: Για πες μας τις εντυπώσεις σου από επάνω.

Της έτρεφα της Θεσσαλονίκης μεγάλης εκτίμησης, τώρα καθόλου. Τώρα στο Βαρδάρι συχνάζουν όλο κακοί άνθρωποι, μια μαφία. Κατά δεύτερον, και λίγο οι Θεσσαλονικείς είναι σαβουρογάμηδες. Λένε ότι είναι ερωτικοί, γιατί πηγαίνανε μερικές αδερφές τις οποίες δεν τις γαμούσανε στην Αθήνα, τις γαμάγανε στη Θεσσαλονίκη και λέγανε «τι ερωτική που είναι η Θεσσαλονίκη!» Εγώ όταν φτιάχνομαι, κάθομαι μια ώρα στον καθρέφτη, για να βγω κουκλίτσα. Και κατεβαίνω στο Βαρδάρι και βλέπω πως τα ίδια τεκνά που με κάνουνε θεά, να πηγαίνουνε με τον Τάδε ή με την Δείνα… που είναι ό,τι πιο απαράδεκτο από θέμα αισθητικής. Τι να πω εγώ; Όπου βρείτε το βάζετε εσείς οι θεσσαλονικείς. Όχι ότι έχω πρόβλημα να πηγαίνουνε με τον οποιοδήποτε… – να πηγαίνουν, και η καύλα είναι προσωπική υπόθεση – αλλά να κάνουν διακρίσεις. Αυτοί είτε γαϊδούρα είναι είτε Σάρον Στόουν τη γαμάνε. (γέλια). Το να είσαι Σάρον Στόουν και να βλέπεις το άλλον να γαμάει τη γαϊδούρα, ε, σου κακοφαίνεται λιγάκι. Να είσαι δηλαδή σε σχέση με τη γαϊδούρα Σάρον Στόουν. Γι’ αυτοί να μου λείπει η Θεσσαλονίκη. Η αλήθεια δεν είναι;

Δεν ξέρω…

Έλα, καλέ, που δεν ξέρεις!

Ωραία όλα αυτά, αλλά δεν νιώθω γυναίκα όταν πάω με έναν άνδρα – και αντίστροφα.

Είναι απαραίτητο; Όχι, απλώς υπάρχει ένα μπέρδεμα. Είναι ότι δεν είναι θέμα να είσαι ομοφυλόφιλος για να γίνεις τραβεστί, είναι τι είδους σεξουαλικότητα έχεις σαν άνθρωπος. Όταν είσαι 18 και σ’ αρέσουν οι πενηντάρηδες τα πας μια χαρά – θα βρεις δυο τρεις κυρίους πενηντάρηδες και θα ’σαι μια χαρά. Ξέρω γκέι παιδιά που τα έχουν με πολύ μεγαλύτερους. Επίσης άλλα παιδιά που δεν έχουν τη σεξομανία που έχω εγώ. Εμένα μ’ αρέσουν τα στρέιτ αγοράκια, μ’ αρέσουν οι φαντάροι, μ’ αρέσει η πούτσα, μ’ αρέσουν τα τεκνά. Πώς θα τα πάρω τα τεκνά; Με το να είμαι δημόσιος υπάλληλος; Με το να είμαι τραβεστί. Είναι θέμα καύλας, είναι πώς καυλώνεις εσύ. Δεν σου λέω να γίνουν όλοι τραβεστί για να γαμιούνται – αν είναι δυνατόν! Είναι τι σεξουαλικότητα και τι απαιτήσεις έχεις εσύ από τη ζωή σου. Εμένα μ’ αρέσουν να μ’ έχουν θεά τα τεκνάκια, τι να κάνω; Θέλω να πηγαίνω στα στρατόπεδα, να με βλέπουν στις πιάτσες. Νιώθω μεγάλη ηδονή να βλέπω καυλωμένα τα αγοράκια γύρω μου – αυτά μ’ αρέσουν. Και δεύτερον, δεν νομίζω να είμαι και πολύ θηλυκό. Δεν ξέρουν ότι έχουμε πούτσα τα αγοράκια; Τι ξέρουν ότι είμαστε, γυναίκες; Τόσα τεκνά που παίρνω δεν έχουν τις μουνάρες δίπλα τους; Έρχονται όμως μαζί σου για να έχουν μια συγκεκριμένη σεξουαλικότητα, μια διαφορετική καύλα μαζί σου. Αν ήθελα να γίνω παπάς δεν θα γινόμουν τραβεστί.

Καλύτερο κι απ’ την καύλα

Δημοσιεύθηκε στο Πόθο, τ.22, Καλοκαίρι 1999

Οι πολιτικές ταυτότητας και η “γκέι κουλτούρα”, βαθμιαία μετέτρεψαν τις σεξουαλικές προτιμήσεις σε μήτρα ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, συμπεριφορών και τρόπων σκέψης που βοήθησαν στη δημιουργία ενός αναγνωρίσιμου “γκέι έθνους” ή “γκέι κοινότητας”. Ήταν ζήτημα χρόνου λοιπόν η εμφάνιση και σχετικών, ομιλητικότατων, εθναρχών και κοινοταρχών. Τι ακριβώς όμως κηρύσσουν από τον άμβωνά τους;

Φαίνεται πως η νέα σοδειά των γκέι ιεραπόστολων λατρεύει να ασχολείται με ένα θέμα που απασχολεί όλους τους ομοφυλόφιλους: το σεξ.

“Καλύτερο από την κάβλα”, “Ανεβαίνοντας τη σκάλα”, “Δημιουργώντας έναν νέο πολιτισμό”, “Φιληδονία = θάνατος”, “Έρωτας μέσα στα συντρίμμια”, “Ηθική μειοψηφία”… είναι τίτλοι άρθρων που δεν δημοσιεύτηκαν στις φυλλάδες κάποιας ενορίας αλλά σε mainstream γκέι έντυπα [του εξωτερικού]. Ενώ στην Ελλάδα οι φανατικοί υπέρμαχοι του ομοφυλοφιλικού γάμου κρύβονται πίσω από το φουστάνι της ισονομίας και ανθρώπινων δικαιωμάτων, μια σειρά συντηρητικών γκέι ακτιβιστών του εξωτερικού συναντά την “εξτρεμιστική” άποψη πάνω στην πραγματική σημασία του θεσμού. Η μόνη διαφορά τους, το ολόψυχο “ναι” των πρώτων εμπρός στη δυσπιστία των τελευταίων.

Ένα από τα σημαντικά κείμενα που έχουν γραφτεί πάνω στην ομοφυλοφιλία τα τελευταία χρόνια – αποσπάσματα του οποίου είχε φιλοξενήσει πέρυσι ο “Πόθος” – αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα ολόκληρο στην Ελλάδα (στο περιοδικό “NPQ”). Επιχειρηματολογώντας στο “ο δε ανήρ να φοβάται τον άνδρα” ο Τζόναθαν Ρόου εξηγεί με έξυπνο και πειστικό τρόπο γιατί η κοινωνία πρέπει να δεχτεί και να υποστηρίξει τον ομοφυλοφιλικό γάμο – και τίποτα λιγότερο από αυτόν. Για να στηρίξει την άποψή του, ξεπερνά την κυρίαρχη φορμαλιστική άποψη που θέλει τον γάμο ως πάνω κάτω, ένα ακόμη είδος νομικού συμβολαίου και εξετάζει την ουσία του. “Η δύναμή του δεν είναι μόνο νομική”, γράφει, “αλλά και κοινωνική”.

Ένα μικρό δείγμα της κοινωνικής δύναμης του ομοφυλοφιλικού γάμου αναπτύσσεται σε προηγούμενη παράγραφο:

“Έστω κι αν δεν είναι παντρεμένοι, οι ομοφυλόφιλοι που ζουν με το σύντροφό τους έχουν σταθερή ερωτική ζωή και σχέσεις που εκτιμούν και υπολογίζουν· συνεπώς είναι λιγότερο έκφυλοι. Αν μπορούσαν να είναι και επίσημα παντρεμένοι, τότε θα υπήρχαν ακόμα περισσότερες επιρροές σταθερότητας. Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα του γάμου είναι ότι ‘δένει’ τα ζευγάρια όχι μόνο στα δικά τους μάτια, αλλά και στα μάτια της κοινωνίας. Γύρω από δύο συντρόφους πλέκεται ένας ιστός από προσδοκίες: ότι θα περνούν μαζί τις νύχτες, ότι θα πηγαίνουν μαζί σε πάρτι, ότι θα παίρνουν μαζί στεγαστικά δάνεια, ότι θα αγοράζουν μαζί έπιπλα, και πολλά άλλα – που όλα θα τους βοηθήσουν να είναι ενωμένοι και να παραμένουν στο σπίτι τους μακριά από τους δρόμους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό είναι πάρα πολύ καλό, ειδικά αν το συγκρίνει κανείς με την περιθωριακή νοοτροπία των ομοφυλόφιλων για σεξ στα κλεφτά, με αναρίθμητους παρτενέρ στα δημόσια λουτρά και στα πάρκα”.

Στην εικόνα του σύγχρονου γκέι ζευγαριού, που τόσο γλαφυρά ζωγράφισε ο Ρόου, έρχεται να αντιπαρατεθεί η εικόνα της ηθικής παρακμής και φιληδονίας των πάρκων και άλλων τόπων ψωνίσματος. Η συζήτηση έχει μεταφερθεί πλέον από το νομικό πεδίο και τα ανθρώπινα δικαιώματα στο χώρο της ηθικής.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα της έξωθεν επιβαλλόμενης “υγιεινής” ηθικής δεν είναι καθόλου πρόσφατη. Με την ιδέα του “είμαι γκέι, αλλά δες και πόσο σοβαρός είμαι” έχουν φλερτάρει πάρα πολλοί – και για κάποιους το φλερτ εξελίχθηκε σε μόνιμη σχέση.

Θυμάμαι ακόμα ένα παμπάλαιο φυλλάδιο της Ελληνικής Ομοφυλοφιλικής Κοινότητας όπου εκφράζεται ο ενθουσιασμός για την προσέλευση του κόσμου σε μια εκδήλωση που αποδείκνυε ότι οι γκέι μπορούν να διασκεδάζουν εναλλακτικά και υγιεινά. Δυσκολευόμουν να κατανοήσω τι περιλάμβανε επιτέλους η εναλλακτική ψυχαγωγία μιας και το μόνο στοιχείο που δινόταν ήταν, αν δεν απατώμαι, ότι επρόκειτο για ένα σόου του, σχεδόν άγνωστου τότε, Τάκη Ζαχαράτου. Ίσως να εννούσαν αυτό τελικά, και, πραγματικά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

aliferiΜια κολοκυθόπιτα όμως που κάποιοι δεν εννοούν να τη φάνε μόνοι τους. Πιο πρόσφατα, το πρώτο τεύχος του περιοδικού “Δέον” με συνεργάτες από την ΕΟΚ, ανακοίνωνε ότι θα είναι σοβαρό και επομένως δεν πρόκειται να βλέπουμε πούτσες και γυμνά. Αν και δεν το παρακολουθήσαμε τεύχος προς τεύχος, είμαστε βέβαιοι ότι κρατά την υπόσχεσή του. Στο επόμενο τεύχος οι αναγνώστες αντί για το “αντικείμενο του πόθου”, θα αντικρύσουν τη Μαρία Αλιφέρη και μάλιστα ντυμένη.

Μέσα στο χώρο που ορίζεται από τους φανατικούς οπαδούς των “Τετραγώνων των Αστέρων” και τους υπόλοιπους ζηλωτές μιας νέας, ανοιχτής, αφομοιωμενης στο κοινωνικό σύνολο αλλά και συνάμα διακριτής “γκέι” κουλτούρας μπορεί να βρει κανείς πολλά φυντάνια: Ακτιβίστριες από τη Δανία που χαίρονται μιας και οι νέες λεσβίες επιθυμούν πλέον να παντρεύονται σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες, φεμινιστικών καταβολών, αδελφές τους. Γκέι ομάδες στην Αμερική η οποίες καρφώνουν στην Αστυνομία χώρους ψωνίσματος για να καθαρίσει ο τόπος. Οργανώσεις που ζητούν να ποινικοποιηθεί η ελευθερία λόγου, για όσους χρησιμοποιούν εκφράσεις μίσους για τους ομοφυλόφιλους. Και φυσικά έναν απύθμενο εγωισμό που συνοψίζεται στο γνωστό σύνθημα “gay is good”. Επόμενο ήταν λοιπόν να μη μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς “‘δικοί μας’ άνθρωποι” έχουν ενδοιασμούς απέναντι στη μία ή στην άλλη άποψη του ιερατείου. Ίσως αυτή να είναι η πραγματικότητα της “μετα-γκέι” εποχής που ονειρευόταν το “Κράξιμο”: περιφερόμενα κόμπλεξ ενδεδυμένα στον μανδύοα της πολιτικής ορθότητας.

PUSTRIX-7

Ιστορίες στο χακί

Δημοσιεύτηκε στον Πόθο, τ.10, Μάρτιος 1997

Θα σας περιγράψω πώς μου έδωσαν πολύ πρόωρα απολυτήριο από την Ελληνικό Στρατό.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητεία μου έπρεπε, τουλάχιστον επισήμως, να αποκρύπτω την ομοφυλοφιλία μου όμως οι περισσότεροι συνάδελφοί μου γνώριζαν ότι είμαι ομοφυλόφιλος και το 90% αυτών σέβονταν το τι είμαι, μόνο το 10% αντιδρούσε, αλλά εντελώς αχνά, διότι, ούτως ή άλλως, δεν υπήρχε καν η δύναμη ώστε να διαμαρτυρηθούν πιο έντονα. Το ζήτημα ήταν ότι με αγαπούσαν πολύ οι υπόλοιποι συνάδελφοί μου και στελέχη. Είχα κερδίσει το σεβασμό των αξιωματικών διάφορων άλλων μονάδων του στρατοπέδου, οπότε για να με ενοχλήσει κάποιος έπρεπε προηγουμένως να το έχει σκεφτεί καλά.

Μια μέρα, με κάλεσε ο υποδιοικητής για να μου ανακοινώσει κάποιες καταγγελίες εις βάρος μου που έφτασαν στ’ αυτιά του, και άρχισε να μου τις αραδιάζει τη μία μετά την άλλη, δηλαδή ότι πήγαινα σε θαλάμους άλλων μονάδων και είχα επαφές με οπλίτες κι ότι διοργάνωνα τρελά πάρτι με όργια σε θαλάμους άλλων μονάδων. Μου απαγόρεψαν να κυκλοφορώ σε άλλους χώρους του στρατοπέδου πλην: των εστιατορίων, του ΚΨΜ και τέλος των θαλάμων του κτιρίου της μονάδας, όπου θα κινούμουν σεμνά χωρίς να προκαλώ τον υπόλοιπο πληθυσμό. Από πλευράς μου αρνήθηκα πεισματικά όλες τις εις βάρος μου κατηγορίες. Το ήμισυ αυτών κατηγοριών ήταν πραγματικότητα, άλλα όχι κατά πώς ειπώθηκαν από τον υποδιοικητή, που την ανεμότρατα την μετέτρεπε σε υπερωκεάνιο.

Μετά από έξι μέρες, στάλθηκε ένας ψυχολόγος οπλίτης, δήθεν για να λύσει τα προβλήματα που απασχολούσαν τους οπλίτες των μονάδων του στρατοπέδου, μα στην πραγματικότητα για ένα και μόνο λόγο: να μάθει και να ακούσει από το δικό μου στόμα ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Πράγματι, του ομολόγησα αυτά που κάποιοι άλλοι ήθελαν, και εκείνος το μαρτύρησε αυτόματα στο διοικητή και τον στρατοπεδάρχη, οπότε και μου ζήτησαν ευγενικά να επαναλάβω τη δήλωση που έκανα. Πράγματι επανέλαβα ότι γεννήθηκα ομοφυλόφιλος και ο διοικητής μού είπε, εντελώς φιλικά, ότι σήμερα στον Ελληνικό Στρατό οι ομοφυλόφιλοι είναι μια ομάδα πλέον αποδεκτή από το Γενικό Επιτελείο και ότι ο ίδιος δεν έχει κανένα, μα απολύτως κανένα, πρόβλημα μαζί μου. Πράγματι, η συμπεριφορά του διοικητή ήταν πολύ καλή και ευγενική, αυτό το αναγνωρίζω και το εκτιμώ.

Μια εβδομάδα αργότερα με κάλεσε άλλη μία φορά ο διοικητής μου, με αγκάλιασε και μου είπε ότι πρέπει να κάνω εξετάσεις για HIV και ηπατίτιδα Β. Ήξερα πολύ καλά ότι αυτή διαταγή προερχόταν από κάπου πιο ψηλά κι όχι από τον διοικητή μου. Ήταν Παρασκευή. Πέρασα ένα γεμάτο αγωνία και σκέψη σαββατοκύριακο. Παρά τις αντίθετες συμβουλές συναδέλφων μου, πείσμωσα από εγωισμό και έτσι το πρωί της Δευτέρα πήγα στο Νοσοκομείο της πόλης και έκανα τις εξετάσεις.

Την άλλη μέρα πήγα με έναν φίλο συνάδελφο για τα αποτελέσματα. Με υποδέχτηκε ο υπίατρος που μου είπε να μην ανησυχώ, αλλά έπρεπε να πάω στο ΓΝΣ Θεσσαλονίκης 424 το άλλο πρωί. Με τη συνοδεία του υπίατρου, ο οποίος με στήριξε και με βοήθησε τρομερά, οι εξετάσεις έγιναν με πολλή εχεμύθεια και η διάρκειά τους ήταν πέντε μέρες. Στο διάστημα αυτών των πέντε ημερών μέσα στο Νοσοκομείο συνάντησα τρεις συναδέλφους μου απ’ το ίδιο στρατόπεδο, οι οποίοι με γνωρίζανε και με συμπαθούσαν πάρα πολύ. Και οι τρεις τους είχαν κάνει εγχειρήσεις, οι οποίες τους είχαν καταστήσει ανήμπορους για πολλά, οπότε ζητούσαν τη βοήθειά μου για κάποιες ανάγκες τους, που ήταν οι εξής: να φάνε, να πλυθούν, να κάνουν μπάνιο. Μάλιστα έκανα μπάνιο σε κάποιον από αυτούς που πιστεύω ακράδαντα ότι αν γνώριζαν αυτό που έμαθα αργότερα κι εγώ, ούτε καν θα με πλησίαζαν, ούτε θα μου μιλούσαν. Αυτές οι μέρες για μένα ήταν ένα μαρτύριο.

Ώσπου έφτασε εκείνη η τραγική μέρα (τα Χριστούγεννα απείχαν μόνο τρεις μέρες) που ήρθαν όλοι μαζί οι γιατροί και με ρώτησαν αν γνωρίζω πού βρίσκεται το ΑΧΕΠΑ. Τους είπα, ναι. Βγήκαν οι γιατροί απ’ το δωμάτιο και μόνο ένας που με συμπαθούσε ιδιαίτερα και έχω μέχρι τώρα τη συμπαράστασή του. Πριν ακόμα μου ανακοινώσει το αποτέλεσμα, είπα στον εαυτό μου “ούτε ένα δάκρυ απ’ τα μάτια ας μην κυλήσει”, όπως και έγινε. Μου έπιασε τα χέρια και μου είπε “δυστυχώς θετικό”. Ουδεμία αντίδραση, ούτε έκλαιγα ούτε μιλούσα, ενώ ο γιατρό συνέχισε να μου λέει διάφορα πράγματα για τον ιό του HIV, αλλά, βλέποντας με μ’ αυτό το μυστήριο και απλανές βλέμμα με τράβηξε και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του. Για σχεδόν ένα τέταρτο με χάιδευε και με παρηγορούσε. Ενώ ήμασταν αγκαλιασμένοι, εκείνος δάκρυσε, εγώ όμως όχι, ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε γύρω μου και πολύ περισσότερο αυτό που είχα ακούσει λίγο πριν. Μου είπε, “μη στεναχωριέσαι, μωρό μου, γίνονται κι αυτά, από εσένα θέλω να μη φερθείς εκδικητικά, να μην πεις αυτό που δυστυχώς λένε πολλά άτομα που έχουν προσβληθεί, δηλαδή, να, αφού το κόλλησα εγώ, ας το κολλήσει κι άλλος”. Η απάντησή μου ήταν “γιατρέ, δεν είμαι δολοφόνος” όπως δυστυχώς κάποιοι άλλοι, με φίλησε, μου είπε να έρχομαι να τον βλέπω όποτε θέλω και με αποχαιρέτησε.

Στο στρατόπεδο πήγα να πάρω το απολυτήριό μου και τα πράγματά μου. Ήταν σούρουπο και έκανε πολύ κρύο. Περάσαμε την πύλη, όπου συγκινημένος έδωσα το χέρι μου στο στρατονόμο που ήταν φίλος μου και προχωρήσαμε πιο βαθιά στο στρατόπεδο. Βρεθήκαμε έξω από το κτίριο της μονάδας που τόσο είχα αγαπήσει, στάθηκα για λίγο μπροστά στην είσοδο και ευχήθηκα να μην το αποχωριζόμουν ποτέ. Όταν μπήκαμε, ο θαλαμοφύλακας δεν μου έδωσε το χέρι, ούτε με πλησίασε, σε αντίθεση με κάποιον από τους αγαπημένους μου συναδέλφους που δεν θα ξεχάσω ποτέ, που με πήρε στην αγκαλιά του και σαν μάνα που χάνει το παιδί της άρχισε να με φιλάει παντού και να μη μ’ αφήνει. Η ενέργεια αυτή έδιωξε με μιας την παγωνιά που μου είχε δημιουργήσει η συμπεριφορά του θαλαμοφύλακα. Το πιο τραγικό ήταν ότι καθώς μάζευα τα πράγματά μου, ο αποθηκάριος μου είπε ότι πρέπει να αφήσω τις στολές μου εκεί. Του απάντησα “αδύνατον” δεν έχω να τους αφήσω καμία στολή, ούτε το τελευταίο πηλήκιο, εγώ προσπαθώ να συνέλθω από αυτό που με βρήκε, και αυτοί, σαν να είναι γύπες, κοιτάνε να ξεκοκαλίσουν ότι απέμεινε από το πτώμα μου. Από πείσμα λοιπόν τα πήρα όλα, άφησα μόνο κάτι κούπες, πιάτα, μπρίκια και ποτήρια από τα οποία έπιναν οι συνάδελφοί μου κι όταν βρισκόμουν εκεί. Μία εβδομάδα αργότερα, βγήκα για καφέ με έναν συνάδελφο με τον οποίο στο στρατόπεδο περνούσαμε όλες σχεδόν τις ώρες μαζί. Μου είπε “Θα σου πω κάτι, αλλά μη στεναχωρηθείς, δες απλά την υποκρισία κάποιων”. Όταν γύρισα από την άδεια, είδα στο προαύλιο κάτι να καίγεται, ρώτησα τους συναδέλφους μου τι είναι αυτά και κάποιος μου απάντησε ‘οι κουβέρτες του ‘” Ο συνάδελφός μου έγινε έξω φρενών με την ενέργεια αυτή, κι άρχισε να τους φωνάζει “κάποτε τον αγκαλιάζατε, δανειζόσασταν αυτές τις κουβέρτες που τώρα καίτε, σας έδινε τα πάντα, την ψυχή του και τώρα εσείς την καίτε, δεν ντρέπεστε καθόλου. Η φωτιά από τις κουβέρτες να πέσει πάνω σας!” Τον ρώτησα για τα ποτήρια “Τα πέταξαν”. Τον φοριαμό μου; “Τον έδωσαν στον Σαμπρί, τον Πομάκο”.

Εδώ θέλω να σας γράψω ότι δυστυχώς κάποιος με κόλλησε σκόπιμα τον ιό του HIV και αυτό είναι σίγουρο διότι στις τελευταίες μου εξετάσεις μου είπαν ότι είμαι φορέας 2-3 χρόνια, δηλαδή από 17 χρονών. Εκείνη την περίοδο βρισκόμουν στην όμορφή Θεσσαλονίκη, ο καθένας λαχταρούσε να πάει μ’ ένα δεκαεφτάχρονο που ήταν δροσερό τριαντάφυλλο της αυγής, οπότε κι εμένα μου δινόταν η ευκαιρία να επιλέγω ό,τι καλύτερο υπάρχει. Με την τακτική όμως αυτή αδικούσα ίσως κάποιον που ήταν, απ’ όσο θυμάμαι, πολύ ωραίο παιδί, μα εγώ λόγω της αδιαφορίας που με διέκρινε δεν έδινα καμία σημασία στο νεαρό που ήταν γύρω στα 23-25. Μετά από σχεδόν πέντε μήνες απ’ τη στιγμή που τον γνώρισα και με πολιορκούσε, αλλά δεν τον υπολόγιζα, πήρα την απόφαση να πάνω μαζί του – μια απόφαση που δυστυχώς πληρώνω βαριά σήμερα. Πήγαμε μαζί σε κάποιο δωμάτιο στα Κάστρα, μου έκανε έρωτα, μα κατά τη διάρκεια της επαφής μας, μου είπε ότι αφαίρεσε το προφυλακτικό, αλλά αυτό μου το είπε όταν είχαμε ήδη τελειώσει. Και μετά μου είπε ότι μου είχε αφήσει κάτι που αργότερα θα με κάνει να τον θυμηθώ, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκα κάτι κακό. Η πρώτη σκέψη θυμάμαι ήταν ότι θα θυμάμαι τον έρωτα που μου έκανε. Μα σήμερα όλα αυτά έρχονται πάλι στο μυαλό μου με περισσότερες λεπτομέρειες, και με σκοτώνει η πικρή αυτή αλήθεια.

Γιατί σε έναν 17χρονο η οργή της αρρώστιας ενός 25χρονου;

Είσελθε στων Εσπερίδων τον Κήπον

Παραθέτουμε εδώ ένα ραδιοφωνικό απόσπασμα (1993) από την εκπομπή της ΟΠΟΘ – Ομάδα Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης στο Ράδιο Κιβωτός.

Ο Θ. διαβάζει ένα απόσπασμα από τον Αρισταίο τον Μεγαρείτη, νεοπλατωνικό φιλόσοφο του 5ου αιώνα. Μετάφραση: Δημήτρης Ντακρέτας. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οδός Πανός”.

Η φωτογραφία είναι του Βίλχελμ φον Γλούντεν (1856-1931)

Cinema ’98

Η μακριά σιωπή επιτέλους τελειώνει. Νέες φωνές έχουν εμφανιστεί, ανοιχτές και χωρίς διάθεση για απολογίες. Αφηγούνται ιστορίες που δεν έχουν ποτέ ειπωθεί – για ανθρώπους που πάντοτε υπήρχαν.

— The Celluloid Closet

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη γκέι εφημερίδα “ο πόθος”, το 1998

Μια νέα μανία διακατέχει τον κινηματογράφο σήμερα. Το σινεμά γνέφει στους ομοφυλόφιλους να βγουν στο πανί και το κοινό – ποπ κορν και κοκακόλες στο χέρι – περιμένει, αδημονεί!, να αρχίσει η ταινία. Ευτυχώς για μας , οι ουρές στους κινηματογράφους δεν είναι για το “Cruising”, αλλά για το “In & Out”. Θα έπρεπε, όμως, να είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι με την τροπή που πήραν τα πράγματα; Γνωρίζω – όχι προσωπικά! — τουλάχιστον ένα άτομο που είναι τρομερά ευχαριστημένο με την εξέλιξη των πραγμάτων: το σεναριογράφο Ron Nyswaner.

Ο Ron Nyswaner είναι χαρούμενος όχι γιατί πουλά σενάρια, αλλά γιατί ταινίες σαν το “Cruising” έχουν πάψει να πουλάνε στο κοινό, και συνεπώς να γυρίζονται. Η δική του εμπειρία από την ταινία ήταν αρκετά “στενή” θα έλεγε κανείς: Καθώς βρισκόταν σε ένα πάρκο και προσπαθούσε να ξεφύγει από μια ομαδική επίθεση, ένας από τους διώκτες του, που εργαζόταν σε κινηματογράφο, του φώναξε: “Αν είδες το ‘Cruising’, θα ξέρεις τι σου αξίζει!”. Προφανώς, αναφερόταν στην αρχική στιγμή της ταινίας όπου ένα ακρωτηριασμένο πτώμα εμφανίζεται να επιπλέει στον ποταμό Hudson. Η ταινία είχε αρχίσει να προβάλλεται μόλις λίγες μέρες πριν.

Η ιστορία του Nyswaner εικονογραφεί πολύ καλά τη σημερινή κατάσταση του γκέι κινηματογράφου. Αν οι “κακές” συμπεριφορές προκαλούνται από “κακές” ταινίες, τότε δεν έχουμε παρά να πλημμυρήσουμε τη μεγάλη οθόνη με “θετικές” εικόνες και να περιμένουμε τα ευχάριστα αποτελέσματα.

Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της σχολής είναι η ταινία “In & Out”. Φαινομενικά, έχει όλα τα προσόντα υπέρ της, με κυριότερα τον γκέι σεναριογράφο, γκέι ηθοποιούς και μια αληθινή και συγκινητική ιστορία να τη συνδέει με μια άλλη σπουδαία ταινία, τη “Φιλαδέλφεια”. Καθώς ο Ματ Ντίλον, a la Τομ Χανκς, ευχαριστεί δημόσια τον καθηγητή του που είναι γκέι και μεγάλη καρδιά, το κουβάρι του “In & Out” αρχίζει να ξετυλίγεται. Ο σεναριογράφος, με προϋπηρεσία σε επιτυχημένα θεατρικά έργα, έχει γράψει ένα πραγματικά διασκεδαστικό σενάριο, με ορισμένες αληθινά καταπληκτικές στιγμές, και δίνει την ευκαιρία στους ηθοποιούς να υποδυθούν ορισμένους απολαυστικούς ρόλους. Κάτι δεν πάει καλά, όμως, και δεν μιλώ για το ελαφρά χοντροκομμένο και, ώρες ώρες, κομπλεξαρισμένο (λέγε με αμερικάνικο) χιούμορ.

in and out

Από ένα σημείο και μετά, γίνεται ένα άλμα από τον πραγματικό κόσμο, σε ένα φανταστικό περιβάλλον, γέννημα-θρέμμα της φαντασίας του σεναριογράφου. Πρόκειται για έναν κόσμο όπου, ξαφνικά, όλοι βρίσκονται στο πλευρό του μέχρι πρότινος καταδιωκόμενου ομοφυλόφιλου. Όσο ωραία κι αν είναι σαν επιθυμία μια τέτοια εικόνα, έχει έναν υπερβολικά διδακτικό τόνο που κάποιοι θα έβρισκαν ενοχλητικό. Ποντάροντας στα αντιρατσιστικά συναισθήματα, που έχει κάθε θεατής που σέβεται τον εαυτό του, ο σεναριογράφος, μεταξύ γέλιου και δράματος, βρίσκει την ευκαιρία να αρχίσει το κήρυγμα.

Το άσχημο είναι ότι όταν προσπαθείς να πείσεις τόσους πολλούς ανθρώπους μέσα σε πέντε λεπτά, αρχίζεις να κάνεις σοβαρές παραχωρήσεις. Οι χαρακτήρες του “In & Out”, όσο αστείοι και συμπαθητικοί κι αν είναι, δείχνουν να μην έχουν σεξουαλική ζωή. Ασφαλώς, δίνουν το διαβόητο φιλί στην οθόνη, πέρα αυτού, όμως, μηδέν. Για να πετύχει κανείς στην επικοινωνία του με το κοινό είναι καλύτερο να μιλά για το πόσο καλοί είναι οι ομοφυλόφιλοι, παρά για τους ομοφυλόφιλους τους ίδιους.

Βλέποντας τα συμπαθητικά “χάιδεψέ με!” ζωάκια που μας παρουσιάζουν να είμαστε οι διάφορες επιτυχίες, όπως το “In & Out” ή η “Πρισίλα”, σκέφτεται κανείς παλιότερες ταινίες όπως η “Ερωτική τριλογία”, “Ο νόμος του πόθου”, “Ωραίο μου πλυντήριο”, “Άγριες νύχτες” αλλά και λιγότερο γνωστές, όπως η “Νεύρωση: 50 χρόνια διαστροφής” του Rosa Von Paunheim (είχαμε την ευκαιρία να την παρακολουθήσουμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πριν λίγα χρόνια).

skin and boneΕίναι πολύ ενδιαφέρον”, δηλώνει ο Praunheim, ο διεθνώς γνωστός γκέι σκηνοθέτης της Γερμανίας. “Νομίζω ότι ο κίνδυνος βρίσκεται στο ότι η αποκαλούμενη ‘πολιτική ορθότητα’ κάνει τη ζωή πολύ βαρετή, ιδιαίτερα αν το μήνυμα που επιτρέπεται σε όλους μας να προβάλλουμε είναι αυτό που εγώ αποκαλώ ‘οι ηλιόλουστοι γκέι’. Ξέρεις, πιστεύω ότι αν είσαι ένα καλλιτέχνης, οι κακοί άνθρωποι είναι πάντα πιο ενδιαφέροντες από τους καλούς, και έχοντας ανάγκη από δραματικούς χαρακτήρες, τείνεις να τους μεγαλοποιείς. Αυτό που νομίζω είναι πως οι γκέι άνθρωποι έχουν γελοιοποιηθεί από το στρέιτ κινηματογράφο, έχουν παρουσιαστεί σαν μια αρνητική παρουσία για πάρα πολύ καιρό”. Συμπληρώνει, όμως, ότι “τα πράγματα είναι διαφορετικά, αν ένας γκέι σκηνοθέτης επιλέξει να κάνει [το ίδιο]”.

Πραγματικά, φαίνεται ότι όσο ενοχλητική είναι για μερικούς όλη αυτή η εικόνα, άλλο τόσο ενδυναμωτική είναι για κάποιους άλλους. Αρκετοί άνθρωποι φαίνονται να αντλούν δύναμη από όλη αυτή την αρνητική ενέργεια. Στο στόμα τους οι λέξεις “ανώμαλος”, “αδερφή”, “πουστάρα” αποκτούν μια κολακευτική χροιά, εκφέρονται ως εύσημα, επιδεικνύονται περήφανα σαν σημάδια από τραύματα βετεράνων. Η επικεφαλίδα “Η επανάσταση των πούστηδων” ενός άρθρου μια γερμανικής δεξιάς εφημερίδας έγινε τίτλος της επόμενης ταινίας του Praunheim. Το ντοκιμαντέρ-θρύλος “Δεν είναι ο ομοφυλόφιλος που είναι ανώμαλος, αλλά η κατάσταση στην οποία ζει” (ο τουλάχιστον εντυπωσιακός τίτλος τα λέει όλα!) απαγορεύτηκε το 1970 από τη Γερμανική τηλεόραση. Κι όμως, όταν μετά από μερικά χρόνια επιτράπηκε η προβολή του – όταν ο σκηνοθέτης είχε στα ράφια του κάμποσα βραβεία – ήταν η γκέι κοινότητα που εξαγριώθηκε από την ανελέητη επίθεση της ταινίας στη γκέι μονογαμία και αξιοπρέπεια.

Απ’ ό,τι φαίνεται το σχοινί δεν είναι ποτέ αρκετά τραβηγμένο. Ο πάπας του “new queer cinema” Bruce LaBruce συμμετέχει σε μια ανθολογία κειμένων που πρόσφατα εκδόθηκε ως βιβλίο στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Κατά διαβολική σύμπτωση, τόσο ο LaBruce όσο και η λεσβία “μεταφεμινίστρια” Camille Paglia, υποστηρίζουν το ανήκουστο (ή το αυτονόητο κατ’ άλλους): ότι το ομοφυλοφιλικό σεξ είναι παρά φύσιν. Σε πείσμα πολλών ομοφυλόφιλων που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να έχουν την αίσθηση ότι “λίγο ακόμα και θα τα καταφέρουμε” εμφανίζεται και ο ποιητής της πόλης μας Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίο δεν παύει να αποκαλεί την ομοφυλοφιλία “διαστροφή”.

Πρόκειται, άραγε, για μια προσπάθεια να θυμίσουν ότι η ομοφυλοφιλική επιλογή θα βρίσκεται πάντα σε γωνία με τις κυρίαρχες αντιλήψεις; Θέλουν απλά να πικάρουν το στρατόπεδο των “δες-τι-ευπρεπης-που-είμαι”; Το μόνο σίγουρα είναι ότι κάθε πλευρά, στον κινηματογράφο και στην υπόλοιπη ζωή, έχει τα δικά της γερά επιχειρήματα. Όπως πολύ καλά το έθεσε μια μεγάλη γκέι εφημερίδα που κυκλοφορεί στο Λονδίνο – σε μια λεζάντα δίπλα από τον Curt Cobain των Nirvana να τραγουδά φτιαγμένος, αξύριστος και ντυμένος με μια δαντελένια νυχτικιά — “αυτά είναι τα πρότυπα που δείξουμε στα παιδιά μας;”

“Η ελευθερία είναι σημαντικότερη από την υγεία”: Ο Thomas Szasz και το πρόβλημα του πατερναλισμού

Της Joanna Moncrief, International Psychiatry Vol.11, No 2, Μάιος 2014

Όταν ο Thomas Szasz συνόψισε τις φιλοσοφικές αρχές του στην ετήσια συνάντηση του Βασιλικού Κολλέγιου Ψυχιάτρων στο Εδιμβούργο το 2010, δήλωσε ότι “η ελευθερία είναι πιο σημαντική από την υγεία”. Αυτή η άποψη διαμορφώθηκε από την εμπειρία του της διαφυγής από τους Ναζί στη δεκαετία του ’30 και την άφιξή του τελικά στις ΗΠΑ, στη χώρα της ελευθερίας. Στο σύνολο της καριέρας του ο Szasz είχε τη σταθερή θέση ότι η καλλιέργεια της ικανότητας των μεμονωμένων ανθρώπων να κάνουν τις δικές τους επιλογές ήταν η πλέον σημαντική αρχή μιας σύγχρονης κοινωνίας, “μιας κοινωνίας στην οποία ο άνθρωπος έχει μια ευκαιρία, οσοδήποτε μικρή, να αναπτύξει τις δικές του δυνάμεις και γίνει άτομο” (Szasz, 1988, σ. 128). Ήταν αντίθετος σε απαγορεύσεις στη χρήση οποιασδήποτε κατηγορίας ουσιών, στους περιορισμούς που σχεδιάστηκαν για προλαμβάνουν την αυτοκτονία και σε οτιδήποτε εκλάμβανε ως παρεμβολή του κράτους στις ιδιωτικές ζωές και πράξεις των ατόμων.

Η σημασία που απέδιδε ο Szasz στην ελευθερία συσχετιζόταν με μια έγνοια για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και μια πίστη ότι η αξιοπρέπεια πηγάζει από την ικανότητα να ζήσεις μια ανεξάρτητη, αυτο-καθορισμένη ζωή, ελεύθερη από έλεγχο και δυνητικό εξευτελισμό στα χέρια των άλλων. Εφόσον η ελευθερία (και η υπευθυνότητα) είναι το “καίριο ηθικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης” (Szasz, 1988, σ. xv) οποιαδήποτε περίσταση καθιστά τους ανθρώπους εξαρτημένους, με άλλους για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό τους, αυτόματα κάνει τα άτομα λιγότερο πλήρως ανθρώπινα και συνεπώς απομειώνει την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής.

Η ασθένεια και η αναπηρία περιλαμβάνουν εξάρτηση και επομένως μια κάποια απώλεια αξιοπρέπειας, αλλά και η ιατρική θεραπεία επίσης καθιστά τον “ανάπηρο” εξαρτώμενο από τον γιατρό ή τον θεραπευτή, και υπό αυτή την έννοια η θεραπεία είναι επίσης ενδογενώς αναξιοπρεπής. Με αυτή τη θέση, ο Szasz είναι κοντά στον Ivan Illich και τη θέση που αναπτύσσεται στο κλασικό βιβλίο του τελευταίου, Medical Nemesis, ότι οι επιδράσεις της σύγχρονης ιατρικής που προκαλούν εξάρτηση έχουν απομειώσει τους φυσικούς πόρους των ανθρώπινων όντων για να υπομένουν και να καταπολεμούν τον πόνο. Αντί να βελτιώνει τη ζωή, η ιατρική, από αυτή την άποψη, έχει υποβαθμίσει την ανθρωπότητα συνολικά (Illich, 1976).

Όταν κάποιος άνθρωπος είναι πολύ άρρωστος, μπορεί να καταστεί ανίκανος να παίρνει τεκμηριωμένες και προσεκτικές αποφάσεις σχετικά με το τι θέλει να γίνει. Σε αυτή την περίπτωση, συγγενείς, φίλοι, φροντιστές και γιατροί πρέπει να κρίνουν για λογαριασμό του ασθενούς. Η αντίληψη ότι τρίτοι άνθρωποι μπορούν να πάρουν αποφάσεις βασισμένοι αποκλειστικά στα βέλτιστα συμφέροντα ενός άλλου ατόμου είναι αυτό που αποκαλούμε “πατερναλισμός”. Ο Szasz, μεταξύ άλλων, ήταν μονίμως καχύποπτος απέναντι στον πατερναλισμό, θεωρώντας τον ως το κακό που έπρεπε να αποφευχθεί αν ήταν δυνατόν, παραθέτοντας τον Kant που είχε πει “κανένας δεν μπορεί να με αναγκάσει να είμαι ευτυχισμένος με τον δικό του τρόπο. Ο πατερναλισμός είναι ο βαρύτερος δεσποτισμός που μπορεί να φανταστεί κανείς” (παρατίθεται στο Szasz, 1990, σ. 39)

Εκτός του ότι παραβιάζει την αυτονομία του ατόμου, ο πατερναλισμός είναι επικίνδυνος, σύμφωνα με τον Szasz, γιατί αποκρύπτει το γεγονός ότι πάντα διακυβεύονται και άλλα κίνητρα. Καμία απόφαση σχετικά με τη μεταχείριση άλλου ανθρώπινου πλάσματος δεν είναι ποτέ πραγματικά ουδέτερη ή αντικειμενική. Σε ιατρικές καταστάσεις, υπάρχουν πάντα συμφέροντα που υπεισέρχονται, πέρα από αυτά του ασθενή, είτε είναι τα συμφέροντα της οικογένειας, του γιατρού, της κοινότητας ή του οργανισμού που εκπροσωπεί ο γιατρός. Η ιδέα του πατερναλισμού απλώς συσκοτίζει αυτές τις άλλες επιρροές (Szasz, 1988).

Έχει υποστηριχθεί, όμως, ότι η ελευθερία είναι μια ενασχόληση εκείνων που είναι ήδη υγιείς, πλούσιοι και ασφαλείς. Εκεί που η καθημερινή ύπαρξη παραμένει αγώνας, ο αυτοκαθορισμός του κάθε ατόμου μπορεί να φαντάζει σχετικά ασήμαντος. Ο Γάλλος φιλόσοφος Georges Canguilhem παρέθεσε τον χειρούργο Rene΄ Leriche όταν περιέγραφε την υγεία ως τη “σιωπή των οργάνων” και κατέδειξε το γεγονός ότι οι επιπτώσεις της ασθένειας και της αδυναμίας συχνά δεν εκτιμούνται ότι η καλή υγεία θεωρείται δεδομένη (Canguilhem, 2012). Σε ορισμένες χώρες χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος, καθώς και στα γκέτο των Δυτικών πόλεων, όπου ελευθερία σημαίνει να βγάζεις τα προς το ζην από το περιθώριο της εύπορης κοινωνίας, η απώλειά της μπορεί να μη θρηνείται και τόσο πολύ. Επιπλέον, τα προβλήματα υγείας που συνεχίζουν να πολιορκούν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής για παράδειγμα – υποσιτισμός και μολυσματικές ασθένειες – μπορούν να περιοριστούν σημαντικά με απλές διαδικασίες όπως η βελτιωμένη υγιεινή, ο επισιτισμός, η ανοσοποίηση και η παροχή αντιβιοτικών που συνεπάγονται μικρή απώλεια αξιοπρέπειας. Το οφέλη στην υγεία που προκύπτουν βοηθούν στη αύξηση της ικανότητας να ζήσουν μια αυτόνομη και ανεξάρτητη ζωή.

Ακόμα και στις χώρες με υψηλό εισόδημα, η ελευθερία μερικές φορές υποτάσσεται ενώπιον της γενικής υγείας του ευρύτερου πληθυσμού. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ο εμβολιασμός των παιδιών είναι υποχρεωτικός γιατί η ανοσία της κοινότητας, γενικά, τίθεται σε προτεραιότητα σε σχέση με την επιλογή των μεμονωμένων οικογενειών. Παρόμοια, πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ΗΒ, έχουν νόμους για τη δημόσια υγεία που προβλέπουν μέτρα για την επιβολή θεραπείας για τη φυματίωση, συμπεριλαμβανομένου του εξαναγκαστικού περιορισμού ενός μολυσμένου ατόμου εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.

Παρόλο που ο Szasz μπορεί να είχε αναγνωρίσει ότι ένας αυτεπίγνωτος πατερναλισμός ήταν απαραίτητος στην περίπτωση της φροντίδας ανθρώπων που ήταν σοβαρά σωματικά ασθενείς, ήταν επικριτικός στην επέκταση της πατερναλιστικής αρχής σε άλλους τομείς της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ψυχιατρικής. Μάλιστα, ο Szasz υποστήριξε ότι ο λόγος για την κατασκευή συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς ως ασθένειας είναι ακριβώς για να δικαιολογηθεί η διαχείρισή τους με έναν πατερναλιστικό τρόπο. Είναι περιβόητα γνωστό ότι για τον Szasz η “ψυχική ασθένεια” δεν οντότητα της ίδιας μορφής με τη σωματική ασθένεια ή νόσο, και μπορεί να γίνει ορθά αντιληπτή μόνο κατά μία μεταφορική έννοια. Η μεταφορά εκλαμβάνεται λανθασμένα ως πραγματικότητα εξαιτίας των κοινωνικών λειτουργιών που υπηρετεί, μια εκ των οποίων είναι να παρέχει έναν βολικό μηχανισμό για τη διαχείριση της κοινωνικά αποδιοργανωτικής και απρόβλεπτης συμπεριφοράς.

Ο σκοπός της έννοιας της ψυχικής ασθένειας σε αυτή την αφήγηση είναι, επομένως, “να αποκρύπτει και να καθιστά πιο εύγευστο το πικρό χάπι της ηθικής σύγκρουσης στις ανθρώπινες σχέσεις” (Szasz, 1070, σ. 24). Ορίζοντας τέτοιες καταστάσεις ως ασθένεια ενός συγκεκριμένου ατόμου επιτρέπει να αναπαρασταθούν ως “θεραπεία” ο περιορισμός της ελευθερίας αυτού του ατόμου και οι παρεμβάσεις για προσαρμογή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να υποταχθεί στη βούληση των άλλων, συμπεριλαμβανομένης της απομάκρυνσης από την κοινωνία, του περιορισμου σε ίδρυμα και του εξαναγκασμού λήψης ψυχοτρόπων ουσιών, αλλά αυτές οι πράξεις μπορούν να ερμηνευτούν ως “προς το καλύτερο δυνατό όφελος” του ατόμου. Επομένως η ψυχιατρική είναι το πεδίο μάχης στο οποίο η σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και υγείας έρχεται με τον πιο καταφανή τρόπο στο φως, αλλά είναι επίσης μια τεχνητή σύγκρουση, σύμφωνα με τον Szasz. Η γλώσσα της υγείας και της ασθένειας είναι μόνο ένα επίχρισμα που εφαρμόζεται στις καθημερινές συγκρούσεις που προκύπτουν μεταξύ ανθρώπων που θέλουν να συμπεριφερθούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και εκείνων που θέλουν τους προηγούμενους να συμπεριφερθούν διαφορετικά.

Όμως, τα προβλήματα ψυχικής υγείας δεν χρειάζεται να γίνονται αντιληπτά ως ασθένειες ούτως ώστε να δικαιολογούν πατερναλιστικές παρεμβάσεις. Παρόλο που εν τέλει απορρίφθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση, η αντίληψη της έδρασης της νομοθεσίας περί ψυχικής υγείας στην έννοια της “ικανότητας” έχει προταθεί σε διάφορες διαβουλεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της κυβερνητικά διορισμένης επιτροπής Richardson το 1999 (Υπουργείο Υγείας, 1999). Σύμφωνα με αυτές τις προτάσεις, μια παρέμβαση που θα κρινόταν ότι θα ήταν “για τον καλύτερο δυνατόν όφελος” ενός ατόμου, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν αυτό το άτομο κρινόταν ότι είχε απωλέσει την ικανότητα να παίρνει λογικές αποφάσεις, είτε αυτή η απώλεια ικανότητας προήλθε απά μια bona fide ασθένεια του εγκεφάλου είτε από ένα επισόδειο ψυχικής ανατάραξης το οποίο θα μπορούσε να διαγνωστεί ως ψυχική διαταραχή κάποιας μορφής.

Οι επιφυλάξεις όσον αφορά τον πατερναλισμό ισχύουν ανεξάρτητα του πώς εννοιολογείται η ψυχική διαταραχή, και οι κρίσεις σχετικά με τη φύση της “ανικανότητας” και με το τι πραγματικά αποτελεί “το καλύτερο δυνατόν όφελος” του ατόμου θα είναι πάντοτε υποκειμενικές. Εντούτοις, απομακρύνοντας τη σύνδεση με την ασθένεια θα μπορούσε να κανει τη φύση και τον σκοπό των εξαναγκαστικών παρεμβάσεων στη ψυχιατρική περισσότερο προφανείς.

Ο Szasz ένοιωθε ότι τα άτομα δεν θα έπρεπε να εξαναγκάζονται να λαμβάνουν κάποια παρέμβαση που δεν θέλουν, ακόμα κι αν η ζωή τους δίχως με μια τέτοια παρέμβαση φαντάζει αθλια, περιορισμένη, δίχως επιβράβευση και άβολη. Σε αντίθεση με τη σωματική ιατρική, όπου ο πατερναλισμός θα μπορούσε ορισμένες φορές να είναι ένα αναγκαίο κακό, στην ψυχιατρική αυτό είναι απαράδεκτο, διότι αρνείται στα ανθρώπινα όντα την αξιοπρέπεια της λήψης των δικών τους επιλογών, όσο ασύνετες ή αυτοκαταστροφικές οι επιλογές αυτές μπορούν να φαίνονται κάποιες φορές. Η περίσκεψη πάνω στις απόψεις του Canguilhem, όμως, προτείνει ότι παρόλο που τη μεριά της λογικής μπορεί να είναι δυνατό να εκτιμηθεί η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ελευθερίας ως ανώτερης της ικανότητας να λειτουργήσει κανείς μέσα στον πραγματικό κόσμο, κάποιος πρέπει να έχει ένα βασικό επίπεδο λογικής ικανότητας ώστε να προβεί σε αυτή την κρίση. Όταν αυτό παρεμποδίζεται, τότε μια πατερναλιστική προσέγγιση που στοχεύει στην αποκατάσταση αυτή της ικανότητας θα μπορούσε να ειδωθεί ως υποστηρικτική της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτονομίας, αντί να τις εξαντλεί.

Οι ψυχίατροι που εργάζονται με ανθρώπους που είναι βαριά ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζουν αυτά τα διλήμματα καθημερινά. Να αφήνουν ασθενείς που είναι βαθιά ψυχωσικοί στον εαυτό τους, επιτρέποντάς τους να βυθιστούν σε μια κατάσταση ακραίας απάθειας και εσωτερικής ενασχόλησης ή να τους αναγκάζουν να λάβουν αντιψυχωσική αγωγή η οποία θα μπορούσε να αποκαταστήσει κάποιο βαθμό επαφής με τον εξωτερικό κόσμο; Παρομοίως, να προσπαθήσουν να εμπλέξουν άτομα σαν κι αυτά σε κάποιο είδος κοινωνικής αλληλεπίδρασης στην οποία, αρχικά τουλάχιστον, μπορεί να αντισταθούν, ούτως ώστε να προσπαθήσουν και να εδραιώσουν μια πιο ικανοποιητική και κοινωνική ζωή; Αν όλοι οι ασθενείς ξυπνούσαν από την ψύχωσή τους και ευχαριστούσαν τους ψυχιάτρους που τους επανέφεραν στη λογική, το δίλημμα δεν θα υπήρχε. Αλλά οι περισσότεροι δεν ξυπνούν. Πολλοί άνθρωποι που εξαναγκάζονται να λάβουν ψυχιατρική θεραπεία, όπως αντιψυχωσικά φάρμακα, ενάντια στις επιθυμίες τους είτε νιώθουν ότι δεν έχουν ωφεληθεί είτε νιώθουν ότι τα οφέλη δεν αντισταθμίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις της θεραπείας. Παρόλο που τα συμπτώματα μπορεί να μειωθούν, κάποιοι άνθρωποι νιώθουν ότι μια σημαντική πλευρά της προσωπικότητάς τους έχει επίσης χαθεί, και ότι η ψυχική ζωή τους έχει καταστεί πιο περιορισμένη. Ένας ασθενής συνόψισε το δίλημμα ως εξής: “Για να χάσω τις περιόδους μου με την τρέλα, έπρεπε να πληρώσω με την ψυχή μου” (Wescott, 1979, σ. 989).

Η χρήση εξαναγκασμένης θεραπείας ώστε να αυξηθεί η αυτονομία στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι επομένως γεμάτη δυσκολίες. Είναι αδύνατο να προβλεφθεί αξιόπιστα ποιος είναι πιθανό να εκτιμήσει τα αποτελέσματα της θεραπείας και ποιος θα μπορούσε να αισθανθεί μειωμένος από αυτά. Και πάλι, ένας παραλληλισμός με την ιατρική στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος θα μπορούσε να παρέχει ενδείξεις για μια λύση.

Παρόλο που τα οφέλη απλών μέτρων υγείας όπως η βελτιωμένη υγιεινή φαίνονται προφανή, μπορούν εντούτοις να αντιμετωπίζονται εχθρικά και με αντίσταση εάν επιβάλλονται απ’ έξω. Μόνο όταν η φροντίδα υγείας σχεδιαστεί και υλοποιηθεί από την ίδια την κοινότητα θα μπορέσει να προωθήσει την ανάπτυξη ικανών και αυτόνομων ατόμων. Με παρόμοιο τρόπο, η κοινωνία ως σύνολο χρειάζεται να αναλάβει την ευθύνη για τα πράγματα που κάνουμε στους ανθρώπους που είναι χαρακτηρισμένοι ότι έχουν ψυχικές διαταραχές. Χρειάζεται να υπάρχει μια διαφανής συζήτηση για το πότε είναι δικαιολογημένο να υποβάλλεις κάποιον σε βίαιο περιορισμό και σε παρεμβάσεις που αλλάζουν το μυαλό. Είναι κρίσιμο να ακουστούν οι ετυμηγορίες ανθρώπων που είχαν την εμπειρία τέτοιων μέτρων. Όπως αναγνώρισε ο Szasz, όμως, αυτό είναι απίθανο να συμβεί εφ όσον αυτές οι συνθήκες ορίζονται ως ιατρικές ασθένειες και η παρέμβαση ως “ιατρική θεραπεία”. Ένα σύστημα είναι δυνατόν, όμως, το οποίο να μειώνει το χάσμα που κάποιες φορές υπάρχει μεταξύ ελευθερίας και λογικής.

Κωνσταντίνος / Παναγιώτης, 1994

Από το βιβλίο “Κωνσταντίνος”, του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, 1996

Όταν έρχεται ο Κωστής στο σπίτι, όποιος κι αν είναι πλάι στον Παναγιώτη – γιατί τώρα πάντα κάποιος είναι κοντά του στο δωμάτιο του αρρώστου –, σηκώνεται και πάει στην κουζίνα να τους αφήσει μόνους. Ο Παναγιώτης τους είναι σε καλά χέρια. Αισθάνονται την αγάπη, τη συγκίνηση πιο πολύ του Κωστή για τον πόνο του Παναγιώτη, την αφοσίωσή του σε κάθε πόνο. Ο θάνατος, λέει μέσα του τώρα ο Κωστής, αντικρύζοντας τον φίλο του στο κρεβάτι, που σε κάθε καινούρια επίσκεψη έχει κατρακυλήσει ακόμα λίγο στη σκάλα της απίσχνασης, ο θάνατος, αν θα έρθει, θα είναι από ασιτία. Του πάει πιο πολύ, είναι περισσότερο αυτοκτονία παρά νίκη μιας άρρωστης φθοράς. Η ηθελημένη ασιτία είναι άρνηση της ψυχής, ένας πόλεμος με περιφρόνηση. Ο Παναγιώτης κατρακυλάει χωρίς να πιάνεται από πουθενά. Ίσως δεν μπορεί να διανοηθεί το θάνατο. “Αν πίστευα”, λέει τώρα στον Κωστή, “θα προσευχόμουν, θα έκανα μάγια και τελετές”. Η Ευγενία επιμένει ήπια να τα κάνει κι ας μην τα πιστεύει. Αυτά τα πράγματα έχουν τη δική τους δύναμη. Ο Κωστής του λέει πως καταλαβαίνει, κι αυτή τους η συμφωνία είναι μια μικρή πίστη σε κάτι, κάτι που κάνει σήμερα τον Παναγιώτη να δεχτεί να πιεί ένα χυμό καρότο και να φάει λίγες βραστές πατάτες με φρέσκο μαϊντανό, λάδι και λεμόνι. Εκείνο που τρέμει είναι η εικόνα του να παλεύει με νύχια και με δόντια, η γελοιότητα της προσπάθειας να ζήσει. Ντρέπεται για την επιθυμία για ζωή και μέχρι πού μπορεί να τον σπρώξει. Θέλει να πρυτανεύει η λογική και αυτή λέει πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ενάντια σε μια τέτοια ανίατη αρρώστια. Αυτό του φέρνει τρόμο, αλλά κατά βάθος τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη και τον ξεκουράζει. Έτσι καταδικάζει τον εαυτό του σε θάνατο. Πεθαίνει με πείσμα. Η ασιτία είναι η επιβίωση του πεισματάρικου χαρακτήρα του, η αυτοκαταστροφική του λύσσα – η μόνη δυνατότητα που έχει να κάνει, έτσι καθηλωμένος στο κρεβάτι, το δικό του: δεν τρώω, άρα ακόμα υπάρχω. Ταυτόχρονα θέλει να ζήσει, κάτι μέσα του θέλει να ζήσει, χωρίς να πρέπει γι’ αυτό να πάρει καμία ευθύνη.

Με τον Κωστή θυμάται αυτό που ήτανε, θυμάται τα γέλια, την υπερβολή των αισθήσεων. Τη μανία για ακρότητες, μανία που φουντώνει για να δημιουργήσει υλικό για κατοπινές διηγήσεις. Περνάει πάντα ακόμα τον Κωστή από αυστηρή ανάκριση για να του πει αν γνώρισε κανέναν, πού, πώς, τι έκαναν, ποιος είναι. Κι αυτός, εδώ και λίγο καιρό, του διηγείται ελαφρά παραλλαγμένη την ιστορία με τον Κωνσταντίνο. Μη λέγοντάς του ποιος είναι, ανακατεύοντας στιγμιότυπα από μια άλλη παλιά περιπέτεια που ο Παναγιώτης δεν ήξερε. Το κάνει για τον Παναγιώτη, γιατί αυτό του δίνει ζωή, το κάνει και για τον ίδιο, γιατί θέλει απελπισμένα να μιλήσει γι’ αυτό. Ντρέπεται όμως να ομολογήσει πως έχει παθιαστεί μ’ αυτό τον άνθρωπο του πάρκου που οι άλλοι χρησιμοποίησαν μόνο ως σκεύος διαστροφών και τυχαίου ξεφαντώματος. Η αφήγηση φτιάχνει τη διάθεση του αρρώστου – είναι απογευματάκι και έχει ακόμα κάποιες δυνάμεις – κι απ’ την κουζίνα ακούνε με αγαλλίαση το παλιό γέλιο του παιδιού τους, τη γνωστή εκκωφαντική φωνή. Στο τέλος ανεβάζει πυρετό, αλλά ο Παναγιώτης είναι ικανοποιημένος σαν να έχει πάρει τη δόση του. Ο Κωστής τον βάζει κι αυτός να του πει κάτι απ’ την ιστορία με τον Κωνσταντίνο, την τελευταία του ιστορία, που δεν μπορεί να αξιωθεί το όνομα έρωτας, αλλά είναι η τελευταία και γι’ αυτό με κάποιο τρόπο σημαντική. Θα σου πω σήμερα την ιστορία με τις μπότες, λέει ο Παναγιώτης, λιγάκι σαν γέρος που δεν θυμάται πια τι έχει πει και πόσες φορές. Είναι όχι μια ιστορία μα ένα τους συναπάντημα με τον Κωνσταντίνο που χρησιμοποιείται σαν προσάναμμα σε άλλα περιστατικά και αφηγήσεις, περισσότερο σαν συμπλήρωμα παρά σαν αυτοτελής ιστορία η ίδια. Ο Κωστής μαζεύει τα κομμάτια και είναι σαν να είναι κι αυτός παρών στη σκηνή, συμπληρώνει.

Η ιστορία είναι η εξής: Κάνει κρύο και ακόμα κι όταν φτάνουν σπίτι, το δωμάτιο είναι πάγος, τα χνώτα τους, πλησιάζοντας, χτυπιούνται σαν σπαθιά. Αγγίζονται πάνω απ’ τα ρούχα κι η δυσκαμψία τους γίνεται χάδια σκληρά, ηχηρά, απ’ αυτά που θέλουν να δείξουν πως τους αρέσει να πληγώνουν. Να πληγώνουν γιατί κρυώνουν και πιστεύουν πως δεν αγαπιούνται, γιατί δεν έχουν συγχωρέσει ο ένας τον άλλο για κάτι που δεν έχει να κάνει με τους ίδιους και που ούτε θέλουν να ξέρουν τι είναι. Θέλουν να πονέσουν ο ένας τον άλλο για κάτι που δεν έχει να κάνει με τους ίδιους και που ούτε θέλουν να ξέρουν τι είναι. Θέλουν να πονέσουν ο ένας τον άλλο, ο Παναγιώτης θέλει να πονέσει τον Κωνσταντίνο, γιατί έτσι ξέρει να αγαπάει, πονώντας τον εαυτό του και τιμωρώντας γι’ αυτό τον άλλο. Τον βάζει λοιπόν να γδυθεί μέσα στο κρύο δωμάτιο – ο πόθος, το να δηλώσουν περίτρανα και αδιάψευστα πως ο πόθος τους, ναι, αυτός υπάρχει, ερήμην της παγωνιάς, ένα ποθώ που αποδεικνύει την ίδια τους την ύπαρξη, ο πόθος τους δεν έχει αφήσει τον Παναγιώτη να ασχοληθεί με την περίπλοκη διαδικασία του ανάμματος της σόμπας πετρελαίου. Γιατί φοβάται το νεκρό χρόνο ανάμεσά τους όσο δεν θα αγγίζονται, φοβάται πως αυτό θα γεννήσει μικρόβια που θα γκρεμίσουν τον ετοιμόρροπο ζήλο τους και επίσης θέλει να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα, να κάνουν ό,τι είναι να κάνουν, να φύγει ο άλλος να πάει σπίτι του, να μπορέσει να κοιμηθεί κι αυτός. Ένα απ’ τα καλά αυτού του Κωνσταντίνου είναι πως δεν περνάει ποτέ τα βράδια εκεί, πως δεν βλέπει κι αυτός την ώρα να του δίνει. Αν ασχοληθεί τώρα ν’ ανάψει τη σόμπα, ο κενός χρόνος ίσως υψώσει αναμεσά τους μια αναγκαστική οικειότητα, μια τριβή καθημερινότητας, που φοβάται μην τους κάνει ξαφνικά από μαχητές σκληρούς κάτι άλλο, μήπως κάμψει τη σκληρότητα – φιλική, είναι αλήθεια, μέσα στη σύμβασή της και την ακρίβεια των ρόλων – και τους κάνει κάτι σαν ομοίους, όντα που ανήκουν σε μια αμήχανη και ανόητη αδελφότητα. Δε χρειάζονται τη φωτιά. Η δική τους φλόγα τρέφεται μονάχα από τα ρούχα, τα μέλη, τον τρόπο και το τελετουργικό της συνάντησης, απ’ τις χειρονομίες, αντρικής συνωμοτικής σιγουριάς. Θα νικήσω κι εσύ θ’ αφεθείς να νικηθείς, το μόνο που θέλω να ξέρω είναι πως θα σου αρέσει κι εσένα και σ’ αυτό δεν θέλω να με διαψεύσεις. Τον κάνει να γδυθεί τελείως και να γονατίσει μπροστά του, ενώ ο ίδιος δεν βγάζει τίποτα. Ανοίγει μόνο κουμπιά, κατεβάζει φερμουάρ, μετακινεί μέλη. Πιάνει το κεφάλι του Κωνσταντίνου απ’ τους κροτάφους και το βάζει σε γωνίες με δικό του όρθιο σώμα. Ο Κωνσταντίνος ξετρυπώνει τα μέλη του Παναγιώτη, λύνει τις ζώνες. Τα χέρια στους κροτάφους, στ’ αυτιά που είναι πάντα σαν βρώμικα. Όταν κάποτε ο Παναγιώτης είναι κι αυτός γυμνός, φοράει ακόμα τις μπότες του, μυτερές, με πέταλα, με στολίδια μεταλλικά, αιχμηρά. Παρακινημένος απ’ τον Παναγιώτη, ο Κωνσταντίνος θα σκύψει το πρόσωπό του μέχρι ν’ αγγίξει τις μύτες, τις ασημένιες μύτες με τα χείλη, θα τις βάλει για μια στιγμή στο στόμα του κι ύστερα θα περάσει τη γλώσσα του βιαστικά, όχι προσπαθώντας να αποφύγει, αλλά σαν η συντομία να ήταν σ’ αυτή την περίπτωση μητέρα της ευχαρίστησης, και θα γλείψει όλη την επιφάνεια της μπότας. Ο Κωνσταντίνος μου γλύφει τις μπότες, ο Κωνσταντίνος είναι γονατιστός στα πόδια μου και μου γλύφει τις μπότες – αναπαριστά τη σκηνή σε λέξεις μες στο μυαλό του ο Παναγιώτης, σκυμμένος κι αυτός πάνω από τον Κωνσταντίνο, φράσεις του κατεβαίνουν και του στέλνουν το αίμα μ’ ένα τίναγμα ανάμεσα στα πόδια. Και όσο αίμα δε χωράει στο εντούτοις τεράστιο μέγεθός του, ανεβαίνει μεμιάς στο κεφάλι, του σφίγγει τον λαιμό, χτυπάει το σάλιο του σαν κύμα στα τοιχώματα του ουρανίσκου. Ξαπλώνουν, πισωπλατώντας ο Παναγιώτης προς το τεράστιο κρεβάτι, ακολουθώντας στα γόνατα ο Κωνσταντίνος, προσπαθώντας να μη χάσει την επαφή του με το μέταλλο και το μαύρο σκασμένο δέρμα, σαν ένα τάμα που πρέπει να τηρηθεί με απόλυτη ακρίβεια, ξαπλώνουν και επιδίδονται σε μια σειρά ακροβατικής δεινότητας πράξεις που τους δίνουν την ικανοποίηση της πίστης ότι εκπληρώνουν τη φαντασίωση του άλλου και τη δική τους. Προσπαθώντας, αν μη τι άλλο, να μοιραστούν την ιδέα αυτού του μετ’ εμποδίων αισθησιασμού.

Φτάνουν στο τέλος ίσως λίγο πιο μακριά: στην αναγνώριση του ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Συμφωνία που τους φέρνει ανακούφιση, κάτι σαν φιλικότητα, που όμως κανένας τους δεν ενδιαφέρεται να κάνει φιλία. Οι μπότες δεν βγήκαν ποτέ απ’ τα πόδια του Παναγιώτη εκείνο το βράδυ – τουλάχιστον όσο ήταν εκεί εκείνος τον οποίο ο Παναγιώτης θα περιέγραφε έκτοτε, απαντώντας στην ερώτηση για το πώς έμοιαζε αυτός ο εραστής, σαν έναν φαλακρούλη και παχουλό αλλά καλοδιατηρημένο σαραντάρη – και το πρωί χρειάστηκε να τις γυαλίσει, αφού πρώτα τις σκούπισε προσεκτικά. Οι μπότες ήταν αυτοί οι ίδιοι. Κοίλα αντικείμενα που κάθε θρησκευτικό τελετουργικό θα ζήλευε την ικανότητά τους να χωράνε τόση αίσθηση και πνεύμα.

Three Imaginary Boys

“Μήπως είσαι πολύ καλά;” με ρώτησε ευθύς αμέσως όταν της είπα χαμογελώντας ότι “είμαι καλά”. Φοβόμουν πολύ το “δεν είμαι καλά”, το υγρό δράξιμο της κατάθλιψης, τη νεκρική όψη στο πρόσωπο. Τώρα έμαθα ότι πρέπει να φοβάμαι κι αν είμαι “πολύ καλά”. Το χέρι της όρισε με μια κίνηση στον αέρα μια νοητή, ισχνή γραμμούλα. Να! Εκεί πάνω πρέπει να στέκομαι, να προσέχω να μην πέσω, να έχω το νου μου να μην απογειωθώ. Μια λεπτή, κάτισχνη γραμμούλα όπως αυτή στο βιβλίο του Σαμαράκη: “Περπατάτε πάνω στη γραμμή που χάραξε για εσάς το κράτος. Μόνο τότε βρίσκεστε εν ασφαλεία”. Ντουζίνες από κλωστές με κρατάνε καρφωμένο πάνω στη λεπτή γραμμή. Τα ονόματά τους τα ξέρει μόνο αυτή, εγώ ξέρω ότι σέρνομαι σαν σκουλήκι πάνω στη γραμμή, καμπουριάζω, μαζεύομαι, τεντώνομαι, πάω παραπάνω, πάω παρακάτω. Που και παρακάτω που πάω το ίδιο είναι σε αυτόν τον μονοδιάστατο κόσμο – αλλά τουλάχιστον δείχνω ότι κινούμαι, ότι είμαι ζωντανός. Πίνω, τρώω, κατουράω, χέζω, αναπνέω, μετακινούμαι – Ω! Σίγουρα είμαι ζωντανός.
Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα νιώθω να γλιστρούν μέσα μου σαν χέλια, να με ηλεκτρίζουν και να μου προκαλούν τινάγματα σαν στον βάτραχο του Γκαλβάνι. “I want to take it easy” τους τραγουδώ πονεμένα Sex Gang Children, “ήρεμα θα ’ναι όλα” μου ανταπαντούν αυτά. Τυλίγομαι σε γάζες, ούτε πόνος, ούτε χαρά, “είσθε ευσυγκίνητος πολύ” μου είχε πει τότε αυτή, μα έλα που το ταχτοποιήσαμε κι αυτό. Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα πίνω με τη δέουσα ευλάβεια. Και τώρα έμαθα ότι μου το ανταποδίδουν: είμαι σωματικά εξαρτημένος στα Tavor 2,5 mg. Κοιτάζω το χλωμό φως που βγάζει η οθόνη του PC, εδώ πάνω, στον 6ο όροφο, εδώ ψηλά, εδώ που κάποιες φορές αρνείται να ανέβη το ασανσέρ, εδώ-τώρα σε μια λίμνη από ηλεκτρονικό φως και γύρω μου απέραντο σκοτάδι πληκτρολογώ: θα μπορούσα να είμαι και νεκρός. Θυμάμαι ακόμα να συσπάω τους μύες του προσώπου για να δείχνω ότι υπάρχει ένα ίχνος χαμόγελου, ένα πτώμα molto bello, ένα πτώμα tres jollie, ένα πτώμα magnifique, ένα πτώμα που καπνίζει. Και περιμένει. Να δει τι θα γίνει παρακάτω. Δεν έχει τέλος ο Γολγοθάς μου.

10511580_10207197573560677_5919828819192572373_o

Να τι πρέπει να γίνει πριν γράψεις ένα βιβλίο για αυτό. Πρέπει να πάρεις έναν σουγιά και να πελεκάς το σώμα σου. Κομμάτια, φλούδες από ματωμένο κρέας πέφτουν χάμω και με το αίμα τους γράφεις τις επόμενες σελίδες. Έγραψα αυτό το βιβλίο γιατί αλλιώς θα μου έβγαινε από τα ρουθούνια. Πάντα εκκινώντας από τη τεντωμένη χορδή της νορμοθυμίας, παίζοντας μαζί της, τραντάζοντάς την άτεχνα πάνω κάτω, μαθαίνοντας να παίζεις απλές και οργισμένες πάνκ συγχορδίες, σέρνοντας την παλάμη σου πάνω της για να βγαίνει από τον ενισχυτή και τα ηχεία η ηλεκτρική κραυγή σου. Και κάθε μέρα να νιώθεις ότι λιώνεις, ότι πεθαίνεις όμορφα και αμίλητα.
Μεγάλη επιτυχία θα ήταν αν ήμουν ήδη νεκρός. Όμως είμαι εδώ και εδώ είναι και το βιβλίο που αγάπησα πολύ. Το βιβλίο που με αγάπησε πολύ και μου έκανε ένα απόκοσμο δώρο… Σας ακούω… Ακούω τι σκέπτεστε, το μονολογείτε, τι μουρμουρίζετε… Σας ακούω… Σας ακούω στο δρόμο, στο πάρκο, στο ασανσέρ, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Σας ακούω ακόμα κι όταν δεν είστε εδώ, όταν είμαι μόνος μου. Και είναι φοβερό πώς η η κακία απλώνεται και κυματίζει σαν μαύρο μεταξωτό σεντόνι, μαζεύεται και ορμά πάνω μου. Θα ήθελα να μην ακούω τα λόγια που μου έμαθε αυτό το βιβλίο, τα λόγια που επαναλαμβάνουν όλοι: “Είσαι ένα κτήνος”. Μα τώρα, πάει, έφυγε, είναι μακριά από μένα. Το κακό κόπηκε σε εκατοντάδες κομματάκια, μπήκε σε φακέλους, μοιράστηκε, διαβάστηκε.

ΤΟ ΜΕΝΟΥ
Ανθρακικό λίθιο 1200 mg
Amisulpride 800 mg
Escitalopram 20 mg
Duloxetine 30 mg
Lamotrigine 150 mg
Lorazepam 2,5 mg (για τα βράδια…)

Walk across the garden
In the footsteps of my shadow
See the lights out
No one’s home
In amongst the statues
Stare at nothing in
The garden moves
Can you help me?
Close my eyes
And hold so tightly
Scared of what the morning brings
Waiting for tomorrow
Never comes
Deep inside
The empty feeling
All the night time leaves me
Three imaginary boys
Slipping through the door
Hear my heart beats in the hallway
Echoes
Round and round
Inside my head
Drifting up the stairs
I see the steps behind me
Disappearing
Can you help me?
Close my eyes
And hold so tightly
Scared of what the morning brings
Waiting for tomorrow
Never comes
Deep inside
The empty feeling
All the night time leaves me
Three imaginary boys sing in my
Sleep sweet child
The moon will change your mind
See the cracked reflection
Standing still
Before the bedroom mirror
Over my shoulder
But no one’s there
Whispers in the silence
Pressing close behind me
Pressing close behind
Can you help me?
Can you help me?
Can you help me?

Αλόμα: η τραβεστί-θρύλος

Από το 1965 στο πεζοδρόµιο, 60 ετών σήµερα, η Αλόµα παραµένει η τραβεστί-θρύλος και ανελλιπώς, κάθε βράδυ, συνεχίζει να βγαίνει στη λεωφόρο Καβάλας για το νυχτοκάµατο.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Screw #10, Οκτ. 2009. Συνέντευξη στον Γιάννη Χατζηγεωργίου

«Μεγάλωσα σε ένα μικρό χωριό, κοντά στο Κιλκίς. Αγροτική οικογένεια, με επτά ετεροθαλή αδέλφια. Εγώ είχα μεγάλη αδυναμία στη μητέρα μου, συνήθως αυτό συμβαίνει με τους ομοφυλόφιλους. Αυτήν είχα ως πρότυπό μου, όλο στην αγκαλιά της ήθελα να είμαι, δεν ήθελα να πηγαίνω στα καφενεία, επιθυμούσα τη γυναικεία παρέα. Στα 9 μου χρόνια, καθώς κάναμε μπάνιο σε ένα ποτάμι, κάποιος ηλικι ωμένος γείτονάς μας ξεχώρισε εμένα από όλα τα παιδιά που παίζαμε μαζί, με πήγε παράμερα, έβαλε το κεφάλι μου μέσα στο νερό για να μην ακούγομαι και με βίασε. Το αίμα από το σώμα μου κοκκίνισε το νερό. Έκλαιγα, σπάραξα, αλλά δεν το είπα στους γο νείς μου. Αυτός ο βιασμός, έχω την εντύπωση ότι επίσπευσε την κατάσταση της ομοφυλοφιλίας. Όσα παιχνίδια παίζαμε μετά με τα άλλα παιδιά είχαν μέσα πάντα κάτι σεξουαλικό – κι εγώ ήμουν ανέκαθεν ο παθητικός. Έκανα τη δασκάλα ή όταν παίζαμε κρυφτό όλοι ήθελαν να είναι στην ομάδα μου, επειδή εκεί που κρυβόμασταν εμείς παίζαμε σεξουαλικά παιχνίδια. Τώρα σκέφτομαι ότι μάλλον αυτά τα παιδιά θα έχουν οικογένειες και εγγόνια».

«Ως παιδί, δεν έκανα όνειρα. Δεν είχα περιθώρια για όνειρα. Δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός μαθητής, δε με άφηνε το κακό οικογενειακό περιβάλλον να συγκεντρωθώ στα μαθήματά μου, παρόλο που ήμουν έξυπνο παιδί. Στα 15 μου χρόνια πήγα στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκα για τρία χρόνια ως βοηθός σερβιτόρου. Έμενα σε ένα μικρό δωματιάκι στην πόλη. Μόνος μου. Ήμουν πολύ θηλυπρεπής και οι άλλοι με πείραζαν. Φαινόμουν και μου είχαν κολλήσει τη ρετσινιά. Τότε με έκραζαν και με έδερναν. Όλα τα αφεντικά με έδιωχναν και βρισκόμουνα πάντοτε στους δρόμους να ψάχνω για δουλειά. Ζούσα ένα μαρτύριο. Ακόμη και το σεξουαλικό, δεν το ζούσα. Το έκανα ασυνείδητα, εκσπερμάτωνε ο επιβήτορας αλλά εγώ δεν μπορούσα, ήθελα να αυνανιστώ».

«Το 1966, βγήκα για πρώτη φορά στο πεζοδρόμιο, σε ηλικία 17 ετών. Ήμουν στη δεύτερη φουρνιά τραβεστί που βγήκαν στην Ελλάδα – σχεδόν από τους πρώτους. Τυχαία έγινε. Είχα πάει σε ένα κομμωτήριο, εκεί πήγαιναν και κάποιες τραβεστί και κουβέντα στην κουβέντα μου άρεσε αυτή η κατάσταση. Μία από αυτές, η Τερέζα, με βάφτισε από τότε “Αλόμα”. Ξεκίνησα στα Λαδάδικα. Τότε οι ιερόδουλες έπαιρναν 15 δραχμές, επειδή όμως εμείς ήμασταν το καινούργιο φρούτο και κάναμε παρά φύσιν πράγματα που δε δέχονταν να κάνουν οι ιερόδουλες, ζητούσαμε 20 δραχμές. Εκείνη την εποχή υπήρχε πολύ μεγάλη αστυνομική βία. Στα 21 μου

ήρθα στην Αθήνα όπου και έμεινα. Κι εδώ όμως, ήμασταν “η ρετσινιά της κοινωνίας”. Αυτοί που μας κατηγορούν τη μέρα, έρχονται το βράδυ σε εμάς, κρυφά από όλους, και κάνουν το κέφι τους».

«Αυτός που πάει με τραβεστί, αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι νορμάλ, είναι και αυτός, κατά κάποιον τρόπο, ανώμαλος. Γιατί δεν πάει με γυναίκα; Όταν είχα πρωτοβγεί, ήμασταν “οι παθητικοί”. Τώρα όμως έχουν αλλάξει οι συνθήκες και πολλές φορές είμαστε εμείς οι ενεργητικοί. Εμείς είμαστε τώρα “οι απόπάνω”. Όποιος τραβεστί μπορεί και είναι σήμερα ενεργητικός, θεωρείται προτέρημα για το επάγγελμα. Έχει πιο πολλή κονόμα. Σταματάνε οι πελάτες και ρωτάνε “Καυλώνεις;”. Άλλαξαν οι εποχές. Πολλοί, μάλιστα, αισθάνονται και ενοχές γι’ αυτό. Κάποιος γεροδεμένος, αφού υπήρξε παθητικός μαζί μου, μετά ήθελε να με σκοτώσει με ένα μαχαίρι επειδή έγινε ό,τι έγινε. Με κοίταξε με αγριάδα και μου είπε “Και τώρα τι συνέβη, ρε πούστη; Αντί να σε πηδήξω εγώ, με πήδηξες εσύ;”. Κατάλαβα γρήγορα τι θα γινόταν, έφυγα τρέχοντας και τη γλίτωσα. Μπορεί να με σκότωνε. Έχω άγιο. Τι να πω; Τέτοια συμβαίνουν πολλά. Σήμερα, η τιμή για κάθε πελάτη, κυμαίνεται από 30 έως 100 ευρώ. Ανάλογα με τα γούστα».

«Όλοι κρύβουν ένα μικρό ομοφυλόφιλο μέσα τους. Τώρα, και λίγο να γυναικοφέρνεις, περνάς για άντρας. Έχω δει πολλά. Δε με πειράζει όμως αν κάποιος ομοφυλόφιλος έχει παιδιά, αγαπάει τη γυναίκα του, έχει την οικογένειά του που τη λατρεύει και το βράδυ έρχεται σε εμένα για να ξεσπάσει. Με μέτρο και με προφύλαξη. Η οικογένεια και τα παιδιά δε φταίνε σε τίποτα, ας φεύγουν τα απωθημένα και οι κακίες με αυτόν τον τρόπο. Όλοι είμαστε όλα, αλλά όλα μέσα σε λογικά πλαίσια».

«Δεν μπόρεσα ποτέ να ερωτευτώ γυναίκα! Δεν μπόρεσα να το αισθανθώ. Άντρα ερωτεύτηκα τρεις φορές. Ο μεγαλύτερός μου δεσμός κράτησε δυόμισι χρόνια. Τότε έκανα παράλληλα και πεζοδρόμιο. Αυτός, αργότερα παντρεύτηκε. Θυμάμαι ότι όταν τελείωνα το βράδυ από το πεζοδρόμιο, αυτός έπαιρνε απολυμαντικό, έκανα γαργάρες και μετά κοιμόμασταν μαζί. Ήταν σαν κάτι βρόμικο που ήθελε να το καθαρίσει. Εγώ σκεφτόμουν “Πόσο βρόμικη μπο ρεί να είναι η δουλειά που κάνω, αφού κατά βάθος είμαι κοινωνικός λειτουργός;”. Κάνω κοινωνικό λειτούργημα. Εκσπερματώνουν οι διεστραμμένοι στις δικές μας πλάτες και ξεθυμαίνουν. Θα ήθελα να είχα ένα παιδί, αλλά ξέρω ότι δε θα μπορούσα να αντεπεξέλθω ως σύζυγος. Ένα παιδί θέλει και τη μάνα του και τον πατέρα του. Δεν μπορώ να έχω τη σωστή οικογένεια, όσο και να το θέλω».

«Με ρωτάς για τον Ταχτσή. Λοιπόν, ο Κώστας Ταχτσής ήταν ένα άτομο καλλιεργημένο, αλλά είχε αυτή την ιδιαιτερότητα: Πήγαινε στις πιάτσες τις δικές μας και ικανοποιούσε το κέφι του. Το ’77 αποφασίσαμε με τον Θεοδωρακόπουλο και τον Βελισσαρόπουλο να κάνουμε ένα άτυπο κίνημα με πορείες και διαμαρτυρίες. Μια μέρα, διαβάσαμε στα Νέα ένα γράμμα του Ταχτσή εναντίον μας, στο οποίο μας αποκαλούσε “κατακάθια”. Εγώ το είδα ως μια άδικη επίθεση κι ένα βράδυ, όταν συναντηθήκαμε, μου έβρισε τη μάνα. Αυτό ήταν το πιο ιερό μου. Πήρα ένα τελάρο και τον χτύπησα στο κεφάλι. Ήρθε η Αστυνομία και πήγαμε στα δικαστήρια. Δικηγόρος μου τότε ήταν ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, μετέπειτα πρόεδρος του Συνασπισμού. Μετά τα βρήκαμε με τον Κώστα, αλλά πάντοτε ο ίδιος αισθανόταν ανωτέρου επιπέδου άνθρωπος και μας απέφευγε».

«Ο Ταχτσής το διακινδύνευε. Άρχισε αυτό το πράγμα στα γεράματά του, έβαλε στήθος, μαλλιά φυτευτά. Η αλλαγή του από άντρας σε γυναίκα γινόταν με λεπτομέρεια και με διαφορετικό τρόπο από εμάς τους υπόλοιπους. Τον έλεγαν “Λίνα” και είχε μεγάλη επιτυχία διότι, σε αντίθεση με εμάς, περιποιούνταν πολλή ώρα τον πελάτη, το ζούσε. Όσοι νεαροί πήγαιναν μαζί του δεν ήξεραν ότι έχουν να κάνουν με τον γερο-Ταχτσή! Όπου πήγαινε, πήγαινε μόνος του, ενώ εμείς λειτουργούσαμε σαν ομάδα, με αδελφοσύνη. Μετά, άρχισε να ξεφεύγει, να μην ελέγχει την κατάσταση, να παίρνει δυο-δυο και τρεις-τρεις. Όλοι μαζί. Ύστερα από ένα χρόνο, έμαθα για τη δολοφονία του».

«Εγώ, ποτέ μου δεν έκανα ναρκωτικά. Να φανταστείς, δεν καπνίζω καν. Εγώ πάντοτε πρόσεχα, προτιμούσα να χάσω το μεροκάματο παρά τη ζωή μου. Είχα επιτυχίες, όχι γιατί ήμουν εμφανίσιμος, αλλά διότι ήμουν τίμιος στη δουλειά μου». «Αν ξεκινούσα τώρα τη ζωή μου, δε θα έκανα αυτή τη δουλειά. Όχι. Τότε είχα ξεκινήσει από ανάγκη. Θα ήμουν ομοφυλόφιλος, αλλά θα επέλεγα να εργαστώ αλλού, σε μια οποιαδήποτε άλλη δουλειά, στην οποία όμως να φοράω γυναικεία. Μου έγινε βίωμα αυτό: Και λεφτά να μου δώσουν, τα γυναικεία δεν τα κόβω».

«Εγώ διαφωνώ με την αλλαγή φύλου. Η εγχείρηση είναι σακατεμός, η ψυχούλα τους το ξέρει όσοι το κάνουν. Ο τραβεστί δεν είναι γυναίκα, είναι άντρας. Γεννήθηκε άντρας. Εγώ ποτέ δεν αισθανόμουν γυναίκα. Όταν μάλιστα μου ζητούσε ο πελάτης να είμαι ενεργητικός, πώς να πάω και να κόψω το όργανό μου; Ήταν και εργαλείο της δουλειάς μου».

«Μερικές φορές βάζω τα γυναικεία και ανεβαίνω στα τρόλεϊ. Φτιάχνω ένα ελαφρύ μακιγιάζ και κάνω το δρομολόγιό μου. Παίρνω μια σοβαρή εφημερίδα, κάνω ότι διαβάζω και παρακολουθώ τους γύρω πώς με κοιτάνε. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον».

«Έχω ζήσει διάφορα παράξενα στη δουλειά. Συνήθως αυτό συμβαίνει με ζευγάρια: Ο άντρας να είναι με μία γυναίκα κι εγώ να είμαι ντυμένος στα γυναικεία, ενεργητικός με τη γυναίκα. Δεν μπορώ να αντεπεξέλθω σε αυτό. Έτσι είναι η φύση μου».

«Δεν έχω φίλους. Τι συζήτηση να κάνω με ένα συνάδελφό μου, με τον οποίο διαφωνούμε σε ουσιώδη πράγματα, που θεωρεί τον εαυτό του γυναίκα; Στερούμαι τη φιλία. Έχω το σκυλί μου, τον Ιβάν, την αγάπη μου. Προσπάθησαν χθες να τον δηλητηριάσουν και πήγα να τρελαθώ. Δε θέλω να σκέφτομαι τα γεράματα. Τα φοβάμαι. Τα αφήνω φλου».

«Περνάω ένα μικρό Γολγοθά τα τελευταία χρόνια. Αισθάνομαι παραγκωνισμένος, αλλά δεν θέλω να είμαι δυστυχισμένος. Τώρα πια δεν μπορώ να αλλάξω. Έτσι με γέννησε η μάνα μου. Δεν εισέπραξα όση αγάπη θα ήθελα στη ζωή μου, αλλά, από την άλλη, δεν έδινα κι εγώ αγάπη για να πάρω πίσω. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά επειδή δεν ήξερα πώς είναι να δίνεις αγάπη. Δε γνώριζα τον τρόπο».

Τα πάθη της γκέι ταυτότητας

Πολύ γκέι * λίγο dark

Μια εκτεταμένη γκέι δράση έλαβε χώρα μετά τα Χριστούγεννα και λίγο πριν την Πρωτοχρονιά του 2023. Περίπου 200 ασπρόμαυρες αφισέτες κολλήθηκαν πάνω από την Εγνατία και κάτω από Αγ. Δημητρίου, στις παράλληλες και κάθετες οδούς. Όλες έφεραν ένα γκέι ανδρικό σώμα σε δράση με ένα άλλο, ή ημίγυμνο μόνο του ή σε περιπτύξεις και φιλιά. Από κάτω το μόττο MUCHO GAY * POCO DARK.

Processed with VSCO with preset

Τα αγόρια στη φωτογραφία δεν συνοδεύονται από κάποια διεκδικητική ή επιθετική συνθηματολογία. Τουναντίον, στέκονται παθητικά στο παρατηρητικό βλέμμα, ιδιαίτερα στο στρέητ ανδρικό βλέμμα, ασχολούμενα με το σεξ μεταξύ τους ή ποζάροντας λάγνα και ηδονικά. Ήταν επιλογή μας, αυτές τις γιορτινές μέρες, να προσφέρουμε ένα όμορφο δώρο στους γκέι περιπατητές της περιοχής και μια αφορμή αναστοχασμού στους στρέητ συναδέρφους τους.

Οι πρώτες μορφές αντικειμενοποίησης του ανδρικού σώματος στον κινηματογράφο λέγεται ότι έγιναν για χάρη του γυναικείου κοινού. Η Susan Sontag στο The Double Standard of Aging το 1972, έγραφε ότι ο Rock Hudson και του Paul Newman εμφανίζονταν διαρκώς σε αφίσες δωματιών που απευθύνονταν αποκλειστικά σε γυναικεία υποκείμενα, σε αντίθεση με αντίστοιχες αφίσες γυναικείων ηθοποιών που απευθύνονταν τόσο προς θηλυκά, όσο και προς αρσενικά υποκείμενα. Οι κούκλοι ηθοποιοί του τότε έπρεπε φυσικά να ενσωματώνουν τις κυρίαρχες αναπαράστασεις περί αρρενωπότητας, δηλαδή να γίνεται εμφανής η δύναμη τους και η εξουσία τους.

Παρόλα αυτά είναι εμφανές ότι τις τελευταίες δεκαετίες αλλάζει όλο και περισσότερο. Οι άλλοτε πολλά βαρύς και ασήκωτοι στρέητ που απλά γαμούσαν αλλά δεν ήταν αδερφές έχουν λυγίσει πολλάκις τα γόνατα και έχουν σκύψει το κεφάλι. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα δεν ντρέπονται να το αρθρώνουν κιόλας (πάντα φυσικά με ένα «αλλά» να περισσεύει).

Οι άνδρες αντικειμενοποιούνται και σεξουαλικοποιούνται περισσότερο και επιπλέον μπαίνουν στη διαδικασία να αυτο-φετιχοποιούνται και να πειθαρχούν στα πρότυπα ομορφιάς. Η αντικειμενοποίηση τους πλέον δεν απευθύνεται μόνο σε γυναικεία υποκείμενα, αν και ίσως κανείς θα μπορούσε να πει ότι ποτέ δεν συνέβαινε αυτό σε ολοκληρωτικό βαθμό. Άλλωστε και ο Hudson και ο Newman όλο και κάποιο κρυφό γκομενάκι είχαν που θα τους σκεφτόταν αλλιώς.

Γενικά οι άνδρες που θεωρούνται ότι έχουν θηλυκά σωματικά χαρακτηριστικά ή επιτελέσεις συχνά στιγματίζονται και υφίστανται διακρίσεις αλλά και αντικειμενοποιούνται και να φετιχοποιούνται με τρόπο που ενισχύει τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων και ενισχύει την ανισότητα των φύλων.

Αλλά από την άλλη η επανοικειοποίηση και η αντιστροφή του στιγματισμού μέσω της πουστιάς, του camp ή και του drag έδωσε μία χείρα βοηθείας σε συγκεκριμένα αγόρια για να αντισταθούν, να αντεπιτεθούν ή ακόμα και να σταματήσουν να είναι ακριβώς άνδρες. Πλέον μπορούν να κοιτάζουν το κοινό, αληθινό ή φανταστικό, στα μάτια και να το προσκαλέσουν σε μία περιπέτεια δίχως τέλος. Σε μία περιπέτεια για την επιθυμία που δεν έχει φύλο.

\Η περιοχή της αφισοκόλλησης έχει πολλά φοιτητικά, ή όχι, μπαρ και καφέ. Είναι επίσης πέρασμα για αφισοκολλήσεις. Είχαμε λοιπόν μια μικρή αγωνία πώς θα συμπεριφερθούν στα διάπυρα αγόρια μας. Αυτό που βασικά διαπιστώσαμε ήταν μια διακριτική ευγένεια από τους επόμενους αφισοκολλητές – όπου είχαμε πάνω από δύο αφίσες, πατούσαν μόνο τη μία. Κάποια σχισίματα εδώ κι εκεί, κι αυτό ήταν όλο.

Μια μικρή ανασκόπηση παρόμοιων δράσεων

Το σχετικά οριοθετημένο κέντρο της Θεσσαλονίκης προσφέρεται για δράσεις που εύκολα θα μαθευτούν. Θα θυμηθούμε ορισμένες μόνο από αυτές.

Φιλιά στην Παραλία

Η δράση ήταν μια ιδέα του περιοδικού Screw και απαιτούσε από δύο μουσάτα νεαρά αγόρια να κάνουν περίπατο εμπρός από τις καφετέριες της παραλίας, με τα χέρια πιασμένα και ανταλλάσσοντας φιλιά. Σε ασφαλή απόσταση, δύο συνεργάτες του περιοδικού κατέγραφαν τις αντιδράσεις. Όπως, συνήθως, συμβαίνει οι περισσότερες αντιδράσεις ήταν οι τεττριμένες. Με εξαίρεση στο τέλος, όταν όλοι μαζί καθήσανε σε ένα γκέι καφέ να ξεκουραστούν, συνεχίζοντας φυσικά τα φιλιά. Ήταν εκεί που δέχτηκαν την παρατήρηση από την ιδιοκτήτρια να σταματήσουν.

Αγαπάτε Αλλήλους

Η αφορμή για αυτή τη δράση ήταν το διακριτικό φλερτ της αφίσας του 5ου Pride Θεσσαλονίκης με το υπερπέραν. Μια ταπεινή υπενθύμιση, έτσι όπως μας μάθανε στα θρησκευτικά, ότι πρέπει να αγαπάμε αλλήλους – και κυρίως να μας αγαπάνε αυτοί που τώρα μας μισούν. Πολύ σύντομα, σχεδόν ακαριαία, κυκλοφόρησε αρχικά σαν τρολιά μια παραλλαγή αυτής της αφίσας, που όμως δεν φείδονταν στην ένταση και την απαίτηση των θρησκευτικών αιτημάτων. Ένας Εσταυρωμένος κι ένας ισχυρισμός ότι “σταυρώθηκε και για μας”. Το αποτέλεσμα ήταν μήνυση κατ’ αγνώστων από τον Αμβρόσιο, με συνημμένα τα 6 σημεία βλασφημίας πάνω στην αφίσα.

 

Πολύ γκέι * Λίγο dark

Αποφασίσαμε αυτή τη δράση διαβάζοντας τη μετάφραση ενός αποσπάσματος του βιβλίου How to be gay του ακαδημαϊκού David Halperin. Μας κίνησε το ενδιαφέρον ο σχολιασμός του για τα όρια και τους περιορισμούς της γκέι ταυτότητας (ένα βασικό εργαλείο, ακόμα και σήμερα, για αρκετές πολιτικές ομάδες και ακτιβιστές). Με τη δράση μας θελήσαμε να υπογραμμίσουμε την αποσεξουαλικοποίηση του να είσαι γκέι, προς όφελος του γενικότερου Σκοπού και Δημόσιων Σχέσεων.

Πλέον ακόμα και στην ελληνική πραγματικότητα, λανσάρεται το άτυπο μοντέλο ή αλλιώς η ρητορική του «καλού γκέι». Ακολουθώντας την ρητορική του «καλού μετανάστη» αυτό το μοντέλο συνήθως εκφράζεται με ευπρέπεια, ταπεινότητα και αξιοπρέπεια, επιθυμώντας την ισότιμη ένταξη και αντιπροσώπευση στην κοινωνία, στην πολιτική, στο εγχώριο σταρ σύστεμ κ.α. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το πλασάρισμα του εαυτού ως εργατικού, νομοταγούς και αφομοιωμένου στην κυρίαρχη-εθνική κουλτούρα. Η ρητορική του «καλού μετανάστη» ή του «επιτυχημένου μετανάστη» χρησιμοποιείται συχνά για να αντιπαρατεθεί με τον «κακό μετανάστη», ο οποίος λογίζεται ως τεμπέλης, εγκληματίας και απρόθυμος να αφομοιωθεί. Αντίστοιχα δηλαδή βλέπουμε, όλο και πιο έντονα, να αναδεικνύεται η κατηγορία του «καλού και επιφανούς γκέι», που εκφράζεται μέσα από πολλαπλές και συχνά αντιφατικές κατηγορίες.

Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα στο σήμερα, βλέπουμε ότι απέναντι στο πολλαπλό μοντέλο «του καλού γκέι» αναδύονται συνεχώς γνώριμοι μας εχθροί. Φασίστες, ρατσιστές, ελληνορθόδοξοι βλαμμένοι αλλά και καθημερινοί έλληνες πατριώτες της διπλανής πόρτας φωνάσκουν και επιτίθενται στα μέσα κοινωνική δικτύωσης αλλά και στις γειτονιές και στους δρόμους. Γενικότερα οι πατριώτες τη σημέρον ημέραν αυτοθυματοποιούνται, φτιάχνουν τα δικά τους (Macedonian και Straight pride), μιλάνε για τον κίνδυνο της απώλειας των ελληνικών αξιών της ελληνικής οικογένειας και ξερνάν το μίσος απέναντι σε τρανς, γκέι και μεταναστευτικά υποκείμενα διεκδικώντας την αυτοδιάθεση του έθνους και των παραδοσιακών ρόλων. Οπότε μέσα σε αυτή τη συνθήκη δεν θα μπορούσαμε να πούμε – ελαφρά τη καρδία – ότι βρισκόμαστε κάθετα απέναντι σε όλους όσους ενστερνίζονται και αναπαράγουν το συγκεκριμένο μοντέλο. Δεν βρισκόμαστε απέναντι σε όσους διεκδικούν την κοινωνική ένταξη με συμβολικούς όρους, αλλά δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μπροστά στις παγίδες που παράγει ο εγκλωβισμός στους θεαματικούς ορίζοντες και στις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες. Συχνά δηλαδή η ανάγκη για ενσωμάτωση που εκφράζεται, ίσως κινδυνεύει να είναι άλλη μία περίπτωση ενσωμάτωσης δια μέσω του αποκλεισμού. Δηλαδή μέσω του αποκλεισμού όσων διαδρομών, συμπεριφορών, επιθυμιών και πρακτικών διαφεύγουν από τα συγκεκριμένα μοντέλα.

Πραγματικά τελευταία δείχνει να υπάρχει ένα διαγωνισμός γκέι μπαμπάδων, μεταξύ άλλων, που δεν προτάσσουν απλά κάποια ευπρέπεια αλλά επιθυμούν να είναι παράδειγμα επιτυχίας αλλά και δημόσιου λόγου. Φαίνεται ότι η ταυτοτική άποψη δεν διαφέρουμε από σας, παρά μόνο σε μια μικρή λεπτομέρεια κερδίζει ολοταχώς έδαφος εις βάρος αυτής της μικρής λεπτομέρειας. Αντί να αναφερθούμε στο χαρούμενο (και όχι kid-friendly;) καρναβάλι ξέκωλων, γυμνών ανδρών και BDSMers στα πράηντ και τα βαρετά σχόλια που πάντα ακολουθούν – ότι έτσι χάνετε το δίκιο σας κλπ – προτιμήσαμε να μπούμε στον κόπο να μεταφράσουμε όλο το απόσπασμα όπου ο David Halperin μιλά για την ταυτότητα.

Δεν κρύβουμε ότι συντασσόμαστε έντονα μαζί του, αλλά ελπίζουμε σε αναγνώσεις άλλων που θα συνεισφέρουν σε μια συζήτηση που κρίνουμε επίκαιρη και ίσως και επείγουσα.

SUBBOY25
E. JONES

Διαβάστε το απόσπασμα του David Halperin για την γκέι ταυτότητα εδώ.