Latest Posts

Σόνια: Μια ζωή στην κόλαση

Γράφει η Πάολα στο Κράξιμο

Ας ελπίσω μέχρι να βγει το επόμενο τεύχος, να μην ξαναγράψω τέτοια κείμενα: Φαίνεται θα το ’χει το ριζικό μου να γράφω για φίλους μου που είτε αυτοκτονούν είτε δολοφονούνται, σκατά, γαμώτο, δε μπορώ άλλο ρε Κατερίνα, αυτά σου έλεγα και την άλλη φορά. Θέλω να γράψω ένα χαρούμενο κείμενο σ’ αυτή τη φυλλάδα, δεν αντέχω άλλο, όταν έπιασα το στυλό δεν πήγαινε το χέρι μου, ένα σφίξιμο στο λαιμό και μετά κρακ, η σκέψη σταματούσε και βούρκωνα… Το ξύλινο παλτό λοιπόν, Κατερίνα, που μας φόρεσαν και μας σφίγγει καθημερινά- «αν σκοτώνουν τα πτώματα, περίμενε να πεθάνεις» κάτι τέτοιο περίπου λέει ο Ρεμπώ, νεκρο-ζώντανη η γενιά μας, Κατερίνα.

sonia

Αμοιρη Σόνια! Σε θυμάμαι σε μερικές συνελεύσεις, κάποτε στο χημείο, που «ταλαιπωρούσες» τον κόσμο με τις ακαταλαβίστικες αγορεύσεις σου, που στ’ αυτιά μου ηχούσε η φωνή σου σαν ουρλιαχτό επιβεβαίωσης, ήθελες μ’ αυτό τον τρόπο να υποδηλώσεις την ύπαρξη σου, πόσο μόνη ήσουνα, ρε Σόνια! Τόσο, που εγώ όταν σ’ έβλεπα ένοιωθα να ανασταίνομαι! Η Σόνια κουβαλούσε στην πλάτη της βαρύ φορτίο έρωτα, που της το φόρτωσαν αυτοί που έκαναν τη ζωή της τραγική. Η ψυχή της ήταν ανοιχτή στην εξαθλίωση και στη φρίκη… Όχι, η Σόνια δεν στραγγαλίστηκε εκείνο το βράδυ στη Συγγρού. Γεννήθηκε στραγγαλισμένη από την οικογένεια της, από το σχολείο, από τους μπάτσους, τους εισαγγελείς, τους παπάδες και τους ψυχίατρους, όταν την είχανε στο Δαφνί για να την αποτελειώσουν με τα ψυχοφάρμακα. Ο Μανιώτης στο έργο του «Λάκκος της αμαρτίας» κάπου είχε πει με το στόμα της τραβεστί ηρωίδας του: «Με λένε Κίρκη, γιατί την ώρα που γαμιέμαι φωνάζω: γουρούνια, γουρούνια»…ίσως να είχε γνωρίσει τη Σόνια. Ψυχιατρείο – Συγγρού – Ασφάλεια «η ζωή της!»

Μα κατόρθωνε να γελάει και να κάνει πλάκα, σε όλους, κι ας της έλειπαν όλα τα δόντια, κι ας ήταν η «τελευταία» στην πιάτσα… Αυτή, σε πείσμα όλων, προσπαθούσε να ζει έτσι, εξαθλιωμένη, σαλεμένη, στο δικό της κόσμο!

Έναν κόσμο στηριγμένο στην ελπίδα και στον έρωτα. Δημιούργησε στη φαντασία της εραστές, έκανε έρωτα μαζί τους, είχε φτάσει στο σημείο να κλαίει για κάποιο τεκνό που της έφυγε, κι ας μην υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Πόσο δυνατός είναι ο άνθρωπος, πόσο μπορεί να αντέξει στη φρίκη! Η τρέλα για τη Σόνια ήταν ένα σωσίβιο για να μην πεθάνει, μια αυτοάμυνα ενάντια στην πραγματικότητα. Οι εφημερίδες την ξαναδολοφόνησαν, με το να γράφουν σκανδαλοθηρικά γι’ αυτήν. Την ξανα-στραγγάλισαν όταν έγραφαν «σκότωσαν και τρίτο ανώμαλο»… Μα η Σόνια, αγαπητοί προστάτες της ηθικής σας και των αφεντικών σας, σας ξεφτίλιζε, εσάς και τους αναγνώστες σας, καθώς και την αστυνομία και τα κόμματα. Σας ξεφτίλιζε γιατί ΟΛΟΙ πηγαίνατε μαζί της είτε εκεί στη Συγγρού είτε μέσα στις φαντασιώσεις σας… Η Σόνια μπορεί να ήταν η Τάνια ή η Μαρίνα ή η Γωγώ, που από προλετάριους και αστούς, από φασίστες και κνίτες, από δεξιούς μέχρι «επαναστάτες», από φορτηγατζήδες μέχρι αριστοκράτες, από νέους μέχρι γέρους φιλοξενεί κάθε βράδυ, όταν ανάβουν τα μελαγχολικά λαμπάκια αυτού του δρόμου. Υποκριτές! Σεβαστοί και έντιμοι πολίτες, της μπουρδελοκοινωνίας μας! Οι δολοφόνοι του Σταύρου και της Σόνιας καθώς και του Αντριώτη, έστω κι αν βρεθούν και καταδικαστούν δεν αλλάζει τίποτε, γιατί μαζί τους πρέπει να κάτσουν στο ειδώλιο του κατηγορούμενου κι αυτοί που όπλισαν το χέρι τους: Η τηλεόραση που αποβλακώνει τον κόσμο και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, ο τύπος που ακολουθεί το δρόμο που χάραξαν οι Ναζί, όταν μας έκαιγαν ζωντανούς στα κρεματόρια, κολλώντας μας ένα ροζ τρίγωνο, και αποκαλώντας μας «ανώμαλους» και «διεστραμμένους», τα κόμματα που ποτέ τους δε μίλησαν ειλικρινά για την σεξουαλικότητα – με εξαίρεση την νεολαία του «Ρήγα Φεραίου», καθώς και η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση που συνεχίζει με τρομοκρατικές μεθόδους να καταστέλλει την επιθυμία, συλλαμβάνοντας και διαπομπεύοντας καθημερινά τους ομοφυλόφιλους. Ποιοι λοιπόν δημιουργούν τους δολοφόνους, είναι γνωστό, δεν χρειάζεται να προχωρήσω σε θεωρητική ανάλυση. Έχω να τελειώσω μ’ αυτά τα λόγια:

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΔΕΝ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙΤΑΙ: κι αυτή η κοινωνία που μας σκοτώνει, μας ευνουχίζει και μας διαλύει, κάποτε θα πληρώσει για τα εγκλήματα της! Θα πληρώσει, όσο υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν στις φάμπρικες. Θα πληρώσει γιατί έχει δημιουργήσει πόρνες και απελπισμένους, εργάτες κι αφεντικά, μπάτσους και φυλακισμένους, δικαστές και κατηγορούμενους. Η επιθυμία θα ξεχυθεί στους δρόμους και θα σκεπάσει τη μπόχα από το πτώμα της κοινωνίας μας, και τα κάγκελα από τον ήλιο θα διαλυθούν, και οι αχτίνες του θα σκεπάσουν όλους εμάς που υποφέρουμε μέσα στην απελπισία μας, όλους εμάς τους νεκροζώντανους, όλους εμάς που η φρίκη μας έμαθε να αγαπάμε τη ζωή και τον έρωτα. Η ελπίδα θα γίνει πραγματικότητα, η φαντασία θα γίνει γιορτή και αγάπη, ας μην απελπιζόμαστε! ΘΕΛΟΥΜΕ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ.

Συνέντευξη με τον Γιάννη Παλαμιώτη

Δημοσιεύτηκε στον Πόθο, τ.12, Μάιος 1997

Το βιβλίο σας «Μητροκτονία» απομακρύνεται από τα καθιερωμένα μοτίβα του ομοφυλόφιλου στη λογοτεχνία. Πρόκειται για μια δική σας αλλαγή, για μια γενικότερη ωρίμανση ή κάτι άλλο;

Δεν ξέρω ακριβώς για τη λογοτεχνία, πάντως στη ζωή πολλοί ομοφυλόφιλοι έχουν ιδιαίτερη σχέση με τη μάνα τους, συνήθως σχέση παθολογικής αγάπης, εξάρτησης, αλλά και βαθύτατου μίσους. Δεν μ’ ενδιέφερε να το ερμηνεύσω, όσο να καταδείξω τι περίπου συμβαίνει ανάμεσα σ’ αυτό το αρχετυπικό ζεύγος, όταν μάλιστα ο γιος καταλαβαίνει από νωρίς τη σεξουαλική ιδιαιτερότητα του και είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίσει, εκτός από τις δικές του αγωνίες, μια μάνα που κατακρίνει και που ουσιαστικά λειτουργεί ως εκπρόσωπος της κοινωνίας. Πιθανόν να ακούγεται κοινότοπο όπως το είπα, πάντως η «Μητροκτονία» δεν περιορίζεται, ελπίζω, στο να αντιπαραθέτει απλώς δυο κόσμους παράλληλους και μη εφαπτόμενους, δεν είναι μανιφέστο υπέρ ή κατά, κι απ’ ό,τι λένε μέχρι τώρα αναγνώστες, το ζοφερό κλίμα του βιβλίου σπάει συχνά από ικανές δόσεις ιδιότυπου χιούμορ. Αν μ’ αυτά απαντάω στα περί ωρίμανσης ή κάτι άλλου, δεν ξέρω. Ας κρίνουν όσοι το διαβάσουν.

Νομίζω ότι αυτή η σχέση με τη μάνα που έχουν οι περισσότεροι ομοφυλόφιλοι είναι απόρροια της ομοφυλοφιλίας, παρά η ομοφυλοφιλία απόρροια της σχέσης με τη μάνα τους.

Δεν υποστηρίζω ότι μια μάνα, όσο καταπιεστική, υστερική, ανίδεη κι αν είναι μπορεί να οδηγήσει το παιδί της στην ομοφυλοφιλία. Απεναντίας, πιστεύω ότι είναι βιολογικό φαινόμενο, δηλαδή γεννιέσαι ομοφυλόφιλος και σπάνια γίνεσαι «καθ’ οδόν». Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις των αγοριών που γλυκαίνονται όταν έχουν πια μεγαλώσει και στρέφονται προς την ομοφυλοφιλία. Και πάλι, τις περισσότερες φορές, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όχι κατ’ αποκλειστικότητα.

Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση να έχουν γλυκαθεί από μικροί;

Φαντάζομαι πως όλοι λίγο πολύ γλυκαίνονται, όταν παίζουν, λόγου χάρη τους γιατρούς. Εγώ, ας πούμε, έκανα το γιατρό και πήδαγα τον ξάδερφό μου, φοβόταν μήπως μείνει έγκυος, αλλά δεν έγινε ομοφυλόφιλος το παιδί.

Κάποιοι δεν θέλουν να θεωρούν την ομοφυλοφιλία σαν κάτι φυσιολογικό, γιατί αλλιώς θα άρχιζαν να ψάχνονται. Γι’ αυτό μήπως τοποθετούν την ομοφυλοφιλία σε ουτοπικά πλαίσια;

Δεν συμφωνώ με τις προσπάθειες ορισμένων να αναγάγουν την ομοφυλοφιλία σε καλύτερο τρόπο ζωής, ντε και καλά. Όμως κι αυτοί που την εξιδανικεύουν και πλάθουν με τη φαντασία τους αρχαιοελληνικού τύπου σχέσεις, το κάνουν από δειλία να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα – και συχνά δυστυχούν. Δεν μιλάω για τους αρνητές. Μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο όσοι, ενώ έχουν τις προδιαγραφές, δεν τολμούν να δρασκελίσουν εκείνη τη λεπτή αλλά ουσιαστική διαχωριστική γραμμή, και από παρατηρητές να γίνουν συμμέτοχοι… Ξέρεις πόσο τσαντίζομαι όταν σκέφτομαι τα χιλιάδες χαρά θεού αντράκια που έχουν μήνες ή και χρόνια να πηδήξουν γκόμενα και δεν καταδέχονται να δώσουν έστω και μια πίπα στους εκατοντάδες πούστηδες που περνάνε από δίπλα τους και δηλώνουν την επιθυμία τους; Κατά βάθος, μάλλον φοβούνται ότι θα τους αρέσει, γιατί είναι εύκολο, ανώδυνο, καυλωτικό και θα του μείνει χούι. Το πρόβλημα όμως είναι με τους ομοφυλόφιλους που αντιπαραθέτουν έναν άλλο κόσμο στον κόσμο των μη μυημένων. Ε, δε χρειάζεται να είσαι μυημένος για να πέσεις στο κρεβάτι με τον ομόφυλό σου! Απ’ την άλλη, όσο αντιφατικό και να ακούγεται, πιστεύω ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να είναι και λίγο πολυτέλεια, πρέπει δηλαδή να τη διεκδικείς, πρέπει να την κατακτάς, πρέπει να βρίσκεσαι και λίγο διχασμένος, αν θες και ριγμένος, ως ομοφυλόφιλος. Στο κάτω κάτω, αυτή τη δύναμη έχει η ομοφυλοφιλία, να δοκιμάζει την ετοιμότητά σου, να σε κρατάει διαρκώς σε εγρήγορση, αλλιώς καταλήγει σε μια εύκολη περιπέτεια αναζήτησης και εναλλαγής συντρόφων.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη «στρατευμένη», «συνειδητοποιημένη» ή «καθαρή» ομοφυλοφιλική τέχνη; Πώς θα αξιολογούσατε τις απόπειρες τέτοιου είδους που έγιναν στο παρελθόν στην Ελλάδα; Είσαστε κι εσείς μέρος του κινήματος;

Κίνημα σε σχέση με την τέχνη δεν νομίζω να υπήρξε στην Ελλάδα. Υπήρξαν κάποιες σποραδικές, σε ατομικό κυρίως επίπεδο, περιπτώσεις ανθρώπων που γράψανε, που ίσως έκαναν σινεμά, που ζωγραφίσανε, ανθρώπων που έκαναν θέατρο, ανέβασαν δηλαδή ομοφυλόφιλα έργα. Μέλος και μέρος αυτού του κινήματος συνειδητά δεν υπήρξα ποτέ. Άλλωστε αυτό το κίνημα «ξέφτισε» πολύ γρήγορα στην Ελλάδα. Δεν είχε τη συνέχεια εκείνη για να το διαφοροποιήσει και να το εντάξει μέσα στις επιθυμίες των ανθρώπων, να γίνει μια κατάσταση τέτοια, μετεξελιγμένη βέβαια, για να πιάσει πλατύτερο κόσμο, να καταπιαστεί με γενικότερα θέματα και με το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας μέσα, αλλά όχι έτσι «μονόχνωτα», μονοδιάστατα ομοφυλοφιλικό. Όσο για μένα, αισθανόμουν πάντα άβολα με οτιδήποτε στρατευμένο, είτε από «αιρετική» διάθεση, είτε από άγνοια των διαδικασιών που απαιτεί μια συλλογική προσπάθεια.

Ο Ανδρέας Αγγελάκης ανήκε στη στρατευμένη ομοφυλοφιλική τέχνη, όπως είπαν άλλοι. Ο Χριστιανόπουλος, για παράδειγμα, είπε ότι ο Αγγελάκης ήταν ο γκέι συγγραφέας της Ελλάδας που προσπάθησε να φέρει κάτι άλλο το οποίο δεν ρίζωσε εδώ πέρα.

Μόνο που ο Αγγελάκης, αμερικανοποίησε κάπως το ομοφυλοφιλικό του αίσθημα, πράγμα που δεν συνέβη με το Χριστιανόπουλο, γι’ αυτό κι ο δεύτερος έχει διάρκεια και οι αναφορές του μας αγγίζουν περισσότερο. Εξάλλου ο Αγγελάκης είχα πάντοτε την εντύπωση πως στην ερωτική του ζωή τουλάχιστον, αντέγραφε τρόπους ξένους προς την ψυχοσύνθεσή του. Ήταν μάλιστα παντρεμένος και με παιδί, κάτι που αντίκειται στα αμερικάνικα γκέι πρότυπα.

Αυτό που είπες για το βιολογικό και το επιλογής τέλος πάντων σε σχέση με τη λογοτεχνία… Ας πούμε, στο εξωτερικό υπάρχει μια λογοτεχνία, η οποία ανθίζει τώρα, και είναι, λίγο πολύ, από γκέι για τους γκέι, δηλαδή κάποιες ανάγκες δικές τους, παράλληλα με το βιολογικό. Δηλαδή εμείς είμαστε διαφορετικοί, άρα κάποιοι πρέπει να γράψουν τα κατάλληλα για μας να διαβάσουμε.

Στο εξωτερικό και ιδίως στην Αμερική, υπάρχουν έτσι κι αλλιώς τόσο «αυτονομημένοι» τομείς από λεσβίες, γκέι, μαζοχιστές, αμφιφυλόφιλους, κινέζους, μαύρους… Για να έχεις μια οντότητα εκεί πρέπει να κολλήσεις ταμπελίτσα, κάπου να ανήκεις. Αλλιώς ούτε αναγνώρισης δικαιούσαι, ούτε ένα κομμάτι στην πίτα της δημοσιότητας. Δεν φτουρίσανε αυτά εδώ. Στην Ελλάδα έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι εν δυνάμει γκέι.

Αυτό που είπες, ότι όλοι το δοκιμάζουνε και λίγο πολύ το κάνουνε, έρχεται σε κάποια αντίθεση μ’ εκείνο που είπες σε σχέση με το βιολογικό.

Διαφέρει πολύ το ένα από το άλλο, δεν νομίζεις κι εσύ; Άλλο το να είσαι, να το δηλώνεις θέλοντας και μη επειδή σου φαίνεται, κι άλλο να το ορέγεσαι και να το δοκιμάζεις πού και πού. Γιατί για αρκετούς είναι ορντέβρ η ομοφυλοφιλία. Πάνε δηλαδή και δίνουν μια πίπα ή παίρνουν μια πίπα, που είναι και το συνηθέστερο φαινόμενο, κι ύστερα τρέχουν στη γυναίκα τους να την πηδήξουν με μεγαλύτερη καύλα.

Ο Έλληνας δεν είναι πιο αληθινός σ’ αυτό που κάνει σε σχέση με έναν ακτιβιστή γκέι της Ευρώπης ή της Αμερικής;

Είναι πιο αληθινός ως προς την πρακτική, ενεργοποιεί δηλαδή ευκολότερα το ομοφυλοφιλικό μέρος του εαυτού του, αλλά είναι πολύ ψεύτης, πολύ υποκριτής για να υποστηρίξει κάποια στιγμή αυτό που κάνει στα μουλωχτά, και βρίζει κι από πάνω τους «παλιόπουστες».

Ποια είναι η εικόνα του απελευθερωμένου ομοφυλόφιλου για σας;

Αυτό που δεν φέρει σφραγίδα, ο μη πατενταρισμένος ομοφυλόφιλος, ο λάθρα βιώσας. Και έτσι, ύπουλα, να προσπαθεί να ανηθικοποιήσει την κοινωνία, όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Να την ομοφυλοφιλοποιήσει, θα το παράλλαζα εγώ.

Αυτή η «υπουλοσύνη» έρχεται σε αντίθεση με την έννοια του οργανωμένου γκέι κινήματος, έτσι δεν είναι;

Ασφαλώς, γι’ αυτό και μιλάω για ατομικές περιπτώσεις, για ελεύθερους σκοπευτές. Το οργανωμένο γκέι απωθεί τον περισσότερο κόσμο, αν και χρησιμεύει για την ενδεχόμενη στήριξη κάποιων νέων ανθρώπων που αναζητούν παρηγοριά και επιβεβαίωση γι’ αυτό που είναι.

Τα ομοφυλοφιλικά ιδεώδη που ενοχλούνται από τη δική σας στάση και τον τρόπο που εκφράζεστε γενικώς ποια είναι;

Υποθέτω ότι δεν γίνομαι αρεστός γιατί κατά βάθος δεν είμαι γκέι. Ή τουλάχιστον δεν ανέχομαι να τσουβαλιάζομαι με ό,τι χαρακτηρίζει τους γκέι – από εμφάνιση έως νοοτροπία και συμπεριφορά. Νιώθω πολύ διαφορετικός μέσα στη διαφορετικότητά μου.

Θα έλεγα ότι αυτό που ενδεχομένως ενοχλεί κάποιον ομοφυλόφιλο αναγνώστη των βιβλίων σας είναι που μέσα του λέει, ας κάτσω λίγο πιο φρόνιμα, να μην είμαστε τόσο έξαλλοι, τόσο πρόστυχοι, γιατί οι άλλοι δεν θα μας αποδεχτούν. Να μη φωνάζουμε τόσο πολύ.

Δεν είναι η εξαλλοσύνη ή η προστυχιά μόνο. Γίνομαι κι εγώ έξαλλος και πρόστυχος αρκετές φορές, προκειμένου να σοκάρω ή να ωφεληθώ. Με απογοητεύει ο μονόδρομος που επιλέγουν πολλοί γκέι για να σηκώσουν το λάβαρο της ομοφυλοφιλίας, χωρίς να υπάρχουν βαθύτερα μέσα τους, κι αυτό τους στερεί από τη γνώση που θα μπορούσαν να έχουν για τους άλλους. Γι’ αυτό λοιπόν και άσκησα κριτική στην τρέχουσα ομοφυλοφιλική νοοτροπία και στα τέσσερα βιβλία μου, όμως τα βέλη ήταν στραμμένα μονίμως απέναντι σε εμένα πρώτα.

Προηγουμένως ανέφερες τον Όσκαρ Ουάιλντ. Ο αισθητισμός υπήρξε το σήμα κατατεθέν μια γκέι μορφωμένης ελίτ. Ισχύει ακόμα η άποψη ότι οι ομοφυλόφιλοι μοιράζονται σε κάποιο βαθμό μια κοινή αισθητική ή ακόμα ότι τους χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερο χιούμορ, μια αίσθηση του γελοίου;

Ίσχυε κάποτε ο αισθητισμός και δεν νομίζω ότι συμβαίνει το ίδιο σήμερα. Άλλωστε χρεοκόπησε γιατί παραήταν γραφικά όλα αυτά. Ο Προυστ να κυκλοφορεί με τις γούνες, ο Ουάιλντ σαν κυρία με τα καμέλιας, κι ο δικός μας ο Λαπαθιώτης σαν ξωτικό του Μενιδίου… Εξεζητημένα πράγματα, αλλά οι καημένοι δεν ήξερα τι άλλο να κάνουν για να φανούν διαφορετικοί. Βέβαια κατάφερναν να φέρουν σε αμηχανία την κοινωνία κι αυτό ήταν κάτι. Πολλών τα έργα όμως δεν άντεξαν στο χρόνο, κι αν επανέρχονται, είναι για «μουσειακούς» λόγους. Θα συμφωνούσα ότι οι γκέι διακρίνονται για το ιδιαίτερο χιούμορ τους, το μπλακ ή και το διεστραμμένο χιούμορ τους, που μερικές φορές βγαίνει από μια βαθιά πίκρα, από ταλαιπωρία και βάσανο. Όταν μάλιστα αυτοσαρκάζονται, γίνονται καλύτεροι.

Το πρώτο σας βιβλίο είχε τίτλο «Το Πάρκο» κι από τότε που εκδόθηκε πέρασαν δεκαέξι χρόνια. Τι έχει αλλάξει στο μεταξύ σ’ αυτούς τους χώρους;

Οι ίδιοι οι χώροι. Στη Θεσσαλονίκη ειδικά, μόνο κατ’ ευφημισμόν μπορούμε να μιλάμε για πάρκα. Τα έκαναν διάφανα οι δήμαρχοι για να προστατέψουν από προσβολές τη δημόσια αιδώ. σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις προνοούν να υπάρχουν τόποι για κάθε χρήση: το πρωί να πηγαίνουν οι μαμάδες τα παιδάκια τους, νωρίς το βράδυ να βρίσκονται εκεί τα ζευγαράκια και αργά το βράδυ ως τα ξημερώματα να ψωνίζονται οι ομοφυλόφιλοι. Εδώ κοντεύω να συμπονέσω τα ετεροφυλόφιλα ζευγαράκια που δεν έχουν τόπο να χαμουρευτούν και λέω μέσα μου, κομμάτια να γίνει ο παλιός ζωολογικός κήπος που τον κατάντησαν έτσι, αφού βρίσκουν μια όαση εκεί τα σχολιαρόπαιδα και οι άστεγοι ρομαντικοί.

Και οι γκέι δεν σε απασχολούν;

Από τους γκέι που συχνάζουν στα πάρκα και τα πάρκινγκ θα περίμενα κάτι πιο εξτρεμιστικό, μια διαμαρτυρία οργανωμένη, να περιφέρονται, λόγου χάρη, κατά ομάδες, μια φορά την εβδομάδα έστω, και μόλις βλέπουν αστυνομία να ζητάει στοιχεία, να μαζεύονται όλοι γύρω απ’ τα περιπολικά, να δημιουργούν τότε επεισόδια, και όχι να το βάζουν στα πόδια, αφήνοντας πίσω κάποιους φουκαράδες που παρακαλάν ν’ ανοίξει η γη και να τους καταπιεί. Αλλά οι γκέι – όπως κι όλοι – είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο δικός μας κώλος. Άλλοτε πάλι μου θυμίζουν τις συμμορίες των παλιών τσολιών, μόνο που δεν επιτίθενται, αλλά κράζουν και εμποδίζουν τη μοναχικότητα. Και η μοναχικότητα είναι ένας τρόπος για να οσμίζεσαι καλύτερα τον άλλον στην ερωτική προσέγγιση. Αυτές οι αδελφές κάνουν ό,τι μπορούν για να χαλάσουν την ψευδαίσθηση του περιστασιακού και του τυχαίου.

Αυτή η μανία πάντως με τα πάρκα να ανοίγονται τόσο πολύ, οι θάμνοι να καταστρέφονται εδώ στη Θεσσαλονίκη, ενώ αντίθετα στην Αθήνα πηγαίνεις στο Ζάππειο, στο Πεδίον του Άρεως και χαίρεσαι αυτά τα πάρκα, που όντας θαμνώδη, προσφέρονται για όλους τους ανθρώπους. Δε νομίζω ότι το πάρκο, εκεί που ήταν παλιότερα ο ζωολογικός κήπος, να έγινε καλύτερο. Το να ξηλώνουμε τη φύση δεν βελτιώνει την ποιότητα ζωής.

Αυτό δείχνει ότι εδώ στη Θεσσαλονίκη (αλλά και στην Αθήνα, τελευταία, τά ’καναν μαντάρα), είμαστε στο έλεος απολίτιστων ανθρώπων που μόνο καλλωπιστικά και… κραμπολάχανα ξέρουν να σπέρνουν παντού. Τα δέντρα και οι θάμνοι, από τότε που ψυλλιάστηκαν οι υπηρεσίες του δήμου τι μπορεί να κρύβουν, τέθηκαν υπό παρακολούθηση ή ξεριζώθηκαν. Αλλά, οι χοντροκέφαλοι, λίγο πιο πονηροί να ήταν θα τους έκοφτε ότι, όταν οι πάσης φύσεως αρχές γνωρίζουν ακριβώς τα στέκια των γκέι, είναι πιο διευκολυντικό να τους συλλάβουν για έλεγχο σε ενδεχόμενες δολοφονίες, κακοποιήσεις, κλοπές, κλπ. Τώρα, το «κακό» διασπείρεται σ’ ολόκληρη την πόλη.

Οι μπάτσοι δηλαδή μαζεύουν τους ομοφυλόφιλους από τα πάρκα κάθε φορά για φόνους;

Όχι, βέβαια. Θέλω όμως να πω πως στην ακραία περίπτωση που συμβεί ένας φόνος, το πάρκο – όταν είναι κανονικό πάρκο και όχι σι θρου – αποτελεί τον ενδεδειγμένο χώρο για να επέμβει η αστυνομία και να μαζέψει υπόπτους. Κι εδώ θυμάμαι μια εποχή που είχα στείλει γράμμα στον Ανδρέα Παπανδρέου καταγγέλλοντας τα υπαίθρια πογκρόμ της αστυνομίας εναντίον μας και μου απάντησε, ο Λιβάνης νομίζω, ότι στάλθηκε στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης έγγραφο να ερευνήσουν την καταγγελία. ένα πρωί λοιπόν μου τηλεφωνούν από τη Βαλαωρίτου να περάσω για υπόθεσή μου. Με δέχτηκε στο γραφείο του ο διοικητής κι ευγενικά μου λέει: «Κύριε Παλαμιώτη, αντί να στέλνετε γράμματα στον πρωθυπουργό γιατί δεν έρχεστε εδώ να κουβεντιάσουμε το θέμα;» Κι ανοίγει συγχρόνως ένα φάκελο, όπου ήταν καταγραμμένες λεπτομερώς οι ημερομηνίες και τα σημεία που κατά καιρούς μου είχαν ζητήσει οι μπάτσοι τα στοιχεία μου. Συνέχισε να λέει κάτι για το Aids κι ότι τα όργανα μάς προστατεύουν, αλλά τον έβαλα στη θέση του. Αργότερα με αφορμή το κάψιμο των φακέλων των αριστερών, ο Βότσης δημοσίευσε στην «Ελευθεροτυπία» επιστολή μου, με την οποία ζητούσα να καούν και οι φάκελοι των ομοφυλόφιλων. Στην Αθήνα εξάλλου, μήνυσα αστυνομικό γιατί με χαστούκισε, έστειλα πάλι επιστολές, απάντησε ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα να με παρακαλέσει ο διοικητής του Τμήματος Ομονοίας να αποσύρω τη μήνυση, ενώ όση ώρα μου μιλούσε ήταν καρφωμένος στο «πακέτο» μου.

Θεωρείς λοιπόν ότι δουλειά των γκέι ομάδων είναι να ασχολούνται με τέτοια θέματα;

Θεωρώ ότι ένας οργανωμένος βομβαρδισμός από επώνυμες καταγγελίες, επισημάνσεις και προτάσεις στα μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα αποτελεί μια πρώτη καλή τακτική γκέι ομάδας. Είναι σαν να λέτε, είμαστε εδώ, διεκδικούμε και για πολλά θεωρούμε διεστραμμένους όσους μας θεωρούν διεστραμμένους. Θα μπορούσατε ακόμα σαν «Πόθος» να επιμένετε να αποκτήσει η πόλη της 24ωρης βόλτα δημόσια ουρητήρια – το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αρχίζοντας από τα μικρότερης σημασίας θέματα, θα φτάνατε έτσι ως τη διαμαρτυρία για την καθαίρεση ενός αστυνομικού ή τη δυσμενή μετάθεση ενός δικαστή, μόνο και μόνο επειδή είναι γκέι.

Από τη Νομαρχιακή και Τοπική Αυτοδιοίκηση τι περιμένετε;

Απολύτως τίποτα. Από τους πολίτες περίμενα πολλά, όμως στη Θεσσαλονίκη οι άνθρωποι μόλις άρχισαν να ξυπνάνε, ίσως γιατί τα ΜΜΕ βρίσκονται συγκεντρωμένα στην Αθήνα κι ο έλεγχος ασκείται από εκεί.

Νιώθεις καμιά φορά αυτή τη νοσταλγία, τη λύπη ή τον εκνευρισμό που νιώθουν μερικοί για όσα έζησαν κάποτε;

Για τις πιάτσες που χάθηκαν, για τα τεκνά που έκαναν σαν τρελά να γαμήσουν αδελφές… Γοητευτικές ιστορίες και εποχές, όπως τότε στην παλιά «Στάσα» – όχι την αρχική στη Σταυρούπολη, την ενδιάμεση με το γεφυράκι – που φλέρταρα ένα φανταράκι στο απέναντι τραπέζι και κάποια στιγμή με φώναξε στην παρέα του κι εγώ πήγα, όμως δεν κάθισα στην καρέκλα αλλά δίπλα του σχεδόν γονατιστός, και σκύβει ξαφνικά αυτός και μου δίνει ένα φιλί ατέλειωτο μπροστά στ’ άλλα φαντάρια. Μου κόπηκε η ανάσα, ντράπηκα, να φανταστείς, πιο πολύ εγώ – συναρπαστική αίσθηση. Μετράει πού για μένα να γίνονται έτσι τα πράγματα. Πάντως, αλήθεια, δε νιώθω σπουδαία νοσταλγία για κείνες τις εποχές. Προσαρμόστηκα εύκολα, μ’ αρέσει το σώμα του ομοφυλόφιλου γιατί είναι πολυπρισματικό, κι επιπλέον δεν απαιτεί ταπεινωτικές διαδικασίες μέχρι να το τουμπάρεις. Αρκετοί γκέι, ιδίως κάποιας ηλικίας, ακόμα δεν συμβιβάστηκαν με την ιδέα να κάνουν έρωτα με γκέι, ψάχνουν το καθαρόαιμο αρσενικό, και δεν είναι πάντα πολύ κακό αυτό, αρκεί να καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για αυταπάτη όταν δήθεν το ανακαλύπτουν.

Πριν μερικά χρόνια είχατε έντονη παρουσία μέσα από την εκδοτική προσπάθεια της ομάδας «Κράξιμο».

Η Πάολα ήταν το «Κράξιμο», ήμουν και παραμένω φίλος της, έγραφα συχνά στο περιοδικό της κι έδινα επίσης καμιά γνώμη. Δεν είχα την ίδια σχέση με το περιοδικό GAY του Βαλλιανάτου κι ας φερόμουν ως μέλος της συντακτικής ομάδας. Πρωτοξεκίνησα όμως τη δημοσίευση κειμένων μου στο «Αμφί», τότε που το διηύθυνε ο αναντικατάστατος Λουκάς Θεοδωρακόπουλος.

Εμείς πάντως, για να επανέλθουμε εν συντομία σε προηγούμενη κουβέντα μας, έχουμε αποφασίσει σαν ομάδα, με τις δυνάμεις που διαθέτουμε, να ασχοληθούμε περισσότερο με την εκδοτική προσπάθεια που λέγεται «Πόθος». Αυτές πιστεύουμε ότι είναι οι δυνατότητές μας. Το να καθίσουμε να παίξουμε ρόλο βουλευτή, νομίζω δεν μας ταιριάζει. Για να παίξεις έναν τέτοιο ρόλο άλλωστε, θα πρέπει να έχεις από πίσω σου ένα κίνημα πολύ μεγάλο. Οπότε ακολουθούμε αυτό το δρόμο, και νομίζω ότι είναι κι ο καλύτερος. Το να στέλνουμε επιστολές μόνο, το κάνουμε κι αυτό, αλλά σε μικρότερο βαθμό.

Δικαίωμά σας είναι να κάνετε ό,τι θέλετε, αν και όσα είπες υποθέτω ότι συμπυκνώνουν τους στόχους της ομάδας μη τυχόν και παρεξηγηθείτε. Αυτή τακτική των ισορροπιών λοιπόν με έκανε να μη θέλω να έχω σχέση με τα κινήματα. Προτιμάω, αν θες να ξέρεις, έναν προικισμένο δικτάτορα, παρά συλλογικά όργανα. Κάποτε εξέδιδα κι εγώ ένα περιοδικάκι από τη Χ.Α.Ν. Καλαμαριάς – από τα πρώτα δωρεάν έντυπα της πόλης. Το σταμάτησα λίγο πριν μου το σταματήσουν για ευνόητους λόγους.

Διάβασα κάπου ότι το κίνημα των γκέι είναι στην ουσία κίνημα διαμαρτυρίας. Δεν πρόκειται δηλαδή να φτάσει παραπέρα, να προτείνει κάτι νέο. Όταν τα πράγματα είναι χαλαρά, όλα είναι εντάξει, όταν όμως σφίγγουν τα πράγματα, αυξάνουν οι διαμαρτυρίες και τα κινήματα.

ΜΑ κίνημα διαμαρτυρίας πρέπει να παραμείνει το κίνημα των γκέι. Για να διατηρείται πάντα ακμαίο και σε εξέλιξη. Τι δηλαδή; Να ζητάμε γάμους, υιοθεσίες και τέτοιες γελοιότητες; Όποιο θέλουν να συζήσουν, ας το κάνουν… αστεφάνωτοι. Θα βρουν τρόπο να υιοθετήσουν και παιδί να το θέλουν πολύ. Μόδα είναι η ομοφυλοφιλία να προτείνει κάτι νέο. Μη σώσει και γίνει αποδεκτή! Ξέρεις πόσο αναζωογονητικό είναι να παλεύεις συνεχώς; Γιατί νομίζεις παρατάθηκε η νεότητά μου;

Δεν χρειαζόμαστε κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις;

Μόνο σε επίπεδο ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ανεξάρτητα από φύλο και ερωτικές προτιμήσεις. Αλλά στην Ελλάδα δεν πρέπει να ’χουμε μεγάλα παράπονα…

Πιστεύεις ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν κάτι ιδεολογικά κοινό μεταξύ τους;

Τα τελευταία χρόνια, μόνο το Aids. Και εξαιτίας της αρρώστιας έγινε, άλλωστε αποδεκτή κοινωνικά η ύπαρξη των ομοφυλόφιλων. Τα παράδοξα των καιρών: πεθαίνεις και αναγνωρίζουμε ότι υπάρχεις. Τρομοκρατήθηκαν, βέβαια, όλοι γιατί σου λένε κάτι σοβαρό τρέχει. Για να διαδίδεται τόσο πολύ το Aids, για να αρρωσταίνει τόσος κόσμος, ή πολλοί είναι οι ομοφυλόφιλοι, ή μεγάλος αριθμός ετεροφυλόφιλων έχει σεξουαλικές επαφές μαζί τους.

Πιστεύεις ενδόμυχα ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι ομάδα υψηλού κινδύνου.

Στην αρχή, αναμφίβολα ήταν η υπ’ αριθμόν ένα ομάδα υψηλού κινδύνου. Γιατί στους γκέι εκδηλώθηκε πρώτα, και λόγω της ακολουθούμενης πρακτικής στις επαφές τους και εξαιτίας των πολλών συντρόφων. Αργότερα, ομάδες υψηλού κινδύνου έγιναν σαφώς όσοι δεν έπαιρναν προφυλάξεις. Τώρα πια η πλάστιγγα γέρνει αλλού… Μ’ ενοχλεί πάντως που πολλοί γκέι από το φόβο τους για το Aids δεν κάνουν καθόλου έρωτα, κατάντησαν φυτά ή προσέχουν σε βαθμό υστερίας. Όπως και να ’χει όμως, οι καινούριες γενιές των ομοφυλόφιλων θα προκύψουν υγιέστερες και ανθεκτικότερες των ετεροφυλόφιλων. Κι αυτό γιατί εξαντλούν όλα τα περιθώρια περί υγιεινής ζωής. Να μου το θυμηθείτε, βλέπω στον κοντινό ορίζοντα μια νέα άρια φυλή αμιγώς ομοφυλόφιλη.

Από το πάρκο στο κενό
…μετά ομοφυλοφιλικών επιδόσεων: στα ουρητήρια

 

Συνέντευξη Πάολα: Από τη Μελίνα στη Ρούλα

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στον Πόθο, τ.16, Νοέμβριος 1997

Πάολα, εσύ που είσαι τόσα χρόνια gay activist και μέσα στα πράγματα, πες μας, επιτέλους, ποιος είναι ο μεγαλύτερος γκέι ακτιβιστής στην Ελλάδα.

Δεν ξέρω ποιος είναι ο μεγαλύτερος γκέι ακτιβιστής στην Ελλάδα – υπήρξαν πράγματι γκέι ακτιβιστές; Εγώ ξέρω μερικά περιοδικάκια… Γκέι ακτιβιστές στην Ελλάδα ξέρεις ποιοι ήταν; Ήταν οι διάφορες αδερφές που μεγαλώσανε χιλιάδες άντρες, που μεγαλώσανε χιλιάδες τεκνάκια – η Σουσού από τον Πειραιά, η Φωφώ από την Κατερίνη, η Σουζάνα η Θεσσαλονικιά. Αυτές ήταν ακτιβίστριες κι όχι μερικά νούμερα, μερικές αποτυχημένες οι οποίες θέλουν να εκμεταλλευτούν έναν γκέι χώρο, μόνο και μόνο για να πηγαίνουν στα μπαράκια και να λένε «είμαστε εμείς».

Τώρα μιλάς για το παρόν ή για το παρελθόν;

Και για το παρελθόν… Ναι, αν θέλεις να μιλήσουμε για το περίφημο ΑΚΟΕ. Μετά την μεταπολίτευση που ήταν όλα τα εναλλακτικά κινήματα στη φάση τους – ήτανε λίγο τα πράγματα ανεβασμένα – υπήρχε και το ΑΚΟΕ. Το ΑΚΟΕ ιδρύθηκε από μερικούς φωτισμένους και συνειδητοποιημένους ομοφυλόφιλους οι οποίοι βγάλανε ένα σπουδαίο περιοδικό. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ κίνημα ομοφυλόφιλων, ούτε γκέι ακτιβιστές στην Ελλάδα. Το ΑΚΟΕ τι ήταν; Ήταν μια ομάδα τεσσάρων-πέντε ανθρώπων που έβγαζαν ένα περιοδικό, το «Αμφί», που έπαιξε σημαντικό ρόλο εκείνη την εποχή. Μετέπειτα υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι θέλανε να εκμεταλλευτούν αυτό το γκέι κόσμο και τη δίψα του για διασκέδαση, επικοινωνία κι όλα αυτά, και βάλανε μια ταμπέλα του γκέι ακτιβιστή και καταστάσεις.

Ξέρεις εγώ γιατί θλίβομαι; Θλίβομαι μ’ αυτό το σκουπίδι το οποίο κυκλοφόρησε με εξώφυλλο π.χ. τη Ρούλα Κορομηλά και λέω «πού φτάσαμε;». Από τη Μελίνα Μερκούρη στην κάθε Ρούλα! Ξέρεις, το «Αμφί», το «Κράξιμο», ακόμη και το περιοδικό το δικό σας, είναι περιοδικά που δεν πρέπει να μας απασχολεί τόσο πολύ η κυκλοφορία τους και το πόσο θα πουλήσει και το πού θα πουλήσει. Εκείνο που μας απασχολεί σ’ αυτά τα περιοδικά είναι εκείνοι που τα διαβάζουνε να μάθουν κάτι. Να τα βρούνε με τον εαυτό τους. Ούτε μπορεί να λέει ο κύριος Τάδε «εμείς δεν είμαστε περιοδικό της χούφτας»! Δηλαδή το «Αμφί», που έβαζε πούτσες, τι ήταν; Περιοδικό της χούφτας ήταν; Δηλαδή εγώ που βάζω πούτσες από τεκνά που είχα γαμηθεί τόσα χρόνια, τι είμαι; Της χούφτας; Και δεύτερον, είναι αγάμητες οι αδερφές αυτές. Μία μία τις ξέρω. Είναι άνθρωποι που είναι ανίκανοι να παρακολουθήσουν μια καλή ταινία, είναι ανίκανοι ν’ ακούσουν ένα καλό τραγούδι, είναι ανίκανοι να αισθανθούν πολλά πράγματα γύρω τους και θέλουν να κάνουν τους απελευθερωτές. Πώς είναι δυνατόν; Προσπαθούν με λίγα λόγια να γκρεμίσουν όσα έχουνε καταφέρει – αυτοί που τα καταφέρανε – επί χρόνια.

Εσύ δηλαδή πώς τους βλέπεις όλους αυτούς που βγάζουν αυτά τα περιοδικά;

Κοίταξε να δεις, εγώ είμαι πολύ αισιόδοξη. Δεν νομίζω ότι θα επιβιώσουνε διότι, κακά τα ψέματα, ο κόσμο έχει αισθητήριο και μυρίζεται το καλό και το κακό. Γιατί, τόσα δεν άκουσα, τόσα χρόνια στη ζωή μου; Τόσα βρισίδια! Επιβίωσα γιατί ήμουν καλό στοιχείο, όσο κι αν αυτό δεν στέκει να το λέω εγώ. Αλλά βλέποντας τη σαβούρα που κυκλοφορεί γύρω μου, τολμώ να πω ότι είμαι ένας καλός άνθρωπος.

Ας πάμε ξανά στο παρελθόν για λίγο. Με τις κλειδωμένες πόρτες και τα κλειδωμένα υπόγεια τι σχέση έχεις;

Να σας πω κάτι, που κι εσείς από την εμπειρία σας το έχετε καταλάβει: ένα σοφό στίχο σε μια συνέντευξη που είχε πει ο συντοπίτης σας ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ότι δηλαδή δεν ενώνει ο κώλος τους ανθρώπους. Όπως και να το κάνουμε το ότι ο άλλος είναι ομοφυλόφιλος δεν σημαίνει τίποτα για μένα. Ξέρω χιλιάδες ομοφυλόφιλους που είναι πολύ φασίστες στην προσωπική τους ζωή. Πάολα, θα μου πεις, τι είσαι, ηθικός; Δεν το λέω καθόλου από ηθικοπλαστική άποψη αυτό το πράγμα. Δεν μπορούν, όμως, να βγαίνουν μετά αυτοί και να λένε «εμείς» κι «εμείς»…

Εγώ αντιμετώπισα πολλά προβλήματα – κι όταν ήμουν πιο μικρή και σαν τραβεστί είσαι πάντα πιο ευάλωτη όταν είσαι στο δρόμο – αλλά κι ένας ομοφυλόφιλος, ο οποίος το λέει, αντιμετωπίζει πάντα κινδύνους γιατί ο κόσμος είναι κακός. Αλλά τα περισσότερα που αντιμετώπισα τα έχω πάθει από τις αδερφές!

Δεν θα ξεχάσω, σε μια περίοδο χάλια, που όλοι έχουμε περάσει στη ζωή μας, μια περίοδο που με κυνηγούσε η αστυνομία, που δεν ήξερα πού να πάω να κοιμηθώ – με τους γονείς μου τότε δεν τα είχα καλά, δεν μπορούσα να κατέβω στην πιάτσα να μαζέψω χρήματα γιατί θα με συλλαμβάνανε – που κοιμόμουνα στο υπόγειο του ΑΚΟΕ για μερικές νύχτες. Το είχαμε ανοίξει με τον Αλέξη Μπίστικα. Μερικοί το ξέρανε και, θυμάμαι, γύρισαν και κάνανε συνέλευση και με διώξανε από το ΑΚΟΕ μόνο και μόνο για να μην βρουν το μπελά τους. Κι η ειρωνεία της υπόθεσης, έγινε κι αυτό, ήταν πως πήγα να πεθάνω – την εποχή που έγραψα κάποια ποιήματα – και ήρθε το περιπολικό για να με σώσει και μου ’βαλε το χέρι του ο μπάτσος μέσα στο λαιμό μου για να κάνω εμετό. Μ’ έσωσε ποιος; Ο μπάτσος! Που εκείνη την εποχή τους θεωρούσαμε εχθρούς μας.

Και να σου πω γιατί εκείνη την εποχή με διώξανε από το ΑΚΟΕ. Ήταν γιατί ήμουνα μικρούλα ομορφούλα, φαινόμουνα όπου κι αν πήγαινα. Τι να κάνω, δεν το επεδίωκα – η συμπεριφορά μου, το ταμπεραμέντο μου, ο χαρακτήρας μου… Πουτανιάρα! Βλέπανε την Πάολα με τόσα τεκνά και το ότι δεν φοβόμουνα… Γιατί, μη νομίζεις ότι όλοι αυτοί μόνο όταν πηγαίνανε εκεί κάτω λέγανε τα επαναστατικά τους! Την άλλη μέρα πηγαίνανε στη δουλίτσα τους, στην οικογένειά τους και δεν τους ήξερε κανένας. Εγώ έτρωγα το κράξιμο, εγώ είχα το πρόβλημα. Από την άλλη όμως δεν μπορούσαν να με δεχτούν εμένα ποτέ σαν άνθρωπο, δεν μπορούσαν να δεχτούν την προσωπικότητά μου.

Θυμάμαι ότι είχανε μαζευτεί δέκα αγάμητες στην κυριολεξία – η Τζαβούλα, η Σουσού, κάτι εντελώς λούμπεν, που αν δεν ήταν αδελφές μπορεί να ήταν κλεφτοκοτάδες στη συμπεριφορά τους σαν άνθρωποι – κι είπανε να φύγει η Πάολα από εδώ μέσα. Την κατάσταση απ’ αυτή την ιστορία την εκμεταλλεύτηκε ο Βαλλιανάτος ώστε να μην υπάρχει άλλος, να είναι μόνο αυτός. Καταστράφηκε το περιοδικό «Αμφί»: το πήρε στα χέρια του ο Βαλλιανάτος κι άρχισε να κάνει ένα γκλάμορους περιοδικό. Δεν μπορείς να πάρεις το «Ριζοσπάστη» και να τον κάνεις γκλάμορους! Το «Αμφί» ήταν από μόνο του αυτό που ήτανε. Θυμάμαι, λοιπόν, που μας είχανε κλειδώσει μέσα στο ΑΚΟΕ εμένα και τον Κυριάκο (δεν θυμάμαι αν ήταν κι ο Θοδωρής) κι ήρθε και μας άνοιξε ο συχωρεμένος ο Κώστας Ταχτσής με τη βοήθεια ενός κλειδαρά. Και του ’λεγε του Ταχτσή ο κλειδαράς: «Ε, φίλε, δεν ξέρεις ελληνικά;» και τότε του απάντησε ο Ταχτσής: «Δόξα σοι ο Θεός, στην Ελλάδα με ξέρουν για τα καλά ελληνικά μου.» Από όλη αυτή την περιπέτεια θυμάμαι αυτή την ατάκα του Ταχτσή. Πόσο αισχρά μου φέρθηκε μια ομάδα ομοφυλόφιλων στην Ελλάδα…

Αλλά από την άλλη, να μην είμαι και αχάριστη, υπάρχουν οι συνεργάτες και οι αναγνώστες του περιοδικού μου («Κράξιμο»), όπως υπάρχουν και χιλιάδες παιδιά που είναι πιο απελευθερωμένα. Όπως υπάρχουν και πολλοί που ζούνε την ομοφυλοφιλία τους με σεμνότητα, ζούνε τον έρωτά τους με τον τρόπο τους και δεν θέλουν να μπερδεύονται μ’ αυτές τις ιστορίες. Τρομάζουνε. Το ξέρεις ότι πήγα σε γκέι μαγαζί με ένα παιδί και φοβήθηκε; Τρομοκρατήθηκε – μπήκε μέσα και πέσανε να το φάνε… Όχι πως έχω τίποτα με τα μπαρ, αλλά εγώ είμαι της γενιάς των πάρκων. Πηγαίναμε στα πάρκα, κάναμε άλλες κοινωνικές σχέσεις. Οι γκέι είχαμε τη λάλα μας, τα καλιαρντά μας, ερχόντουσαν τα τσόλια… Αυτή η αγριότητα που υπάρχει σ’ αυτά τα κλαμπ που πηγαίνεις κάτω, καυλωμένες αδερφές έτοιμες να σε κατασπαράξουν, δεν ξέρω, δεν μου πάει εμένα.

Στην πρώτη gay pride που έγινε μετά τις pride του «Κράξιμο» ήταν «περισσότεροι στρέιτ παρά γκέι». Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;

Πάντα ερχόντουσαν γκέι παιδιά στο gay pride που έκανα. Να μου πεις δεν ερχόντουσαν οι κομμώτριες που είχανε πρότυπο τον Τρύφωνα Σαμαρά και τον Βασίλειο Κωστέτσο. Τι να τις κάνω, τι με νοιάζουν αυτές; Εγώ θέλω σοβαρούς ανθρώπους. Αν κάνεις ένα gay pride και σου μαζευτεί ο Κωστέτσος κι οι άλλοι, εντάξει. Είναι το τι κόσμο θέλεις δίπλα σου. Τι κοινό σημείο έχω εγώ με τον κύριο που διαφημίζει τη Στιρέλλα; Στο gay pride πάντοτε ερχόντουσαν και γκέι και νεολαία και στρέιτ κόσμος. Ο στρέιτ κόσμος που ερχότανε, δεν ερχόταν για να γελάσει, αλλά για να διασκεδάσει. Ε, τώρα να μαζευτούν 100 αδερφές και να κλειστούν σ’ ένα μπαρ και να το λένε «gay pride»… το κάνουν κάθε μέρα στ’ άλλα τα μαγαζιά, τι διαφορά έχει; Εμείς το κάναμε έξω. Ερχόταν τόσος κόσμος κι όμως δεν το εκμεταλλευόμασταν. Δίναμε ένα πεντακοσάρικο το ποτό και διακόσιες δραχμές τη μπύρα. Βγάζαμε τουλάχιστον τα έξοδά μας. Τώρα, αν βγάζαμε και κάποιο κέρδος καλό θα ήτανε – δεν βγάζαμε όμως, ψίχουλα.

Αλλά μη νομίζεις ότι θα αφήσω το gay pride εγώ, γιατί το gay pride είναι δημιούργημά μου. Έφαγα ξύλο εγώ! Θυμάμαι, πριν πολλά χρόνια, που είχα ξαπλώσει στο Ζάππειο – ήτανε κωμικοτραγική η σκηνή αυτή – και με είχανε κυκλώσει 20 ΜΑΤατζήδες γύρω γύρω και καθόμουν εγώ κάτω μ’ ένα πανό και δεν έφευγα γιατί ήταν δημοσιογράφοι γύρω γύρω. «Σήκω, σήκω» μου λέγανε και με σηκώνανε. Κι έρχεται τώρα αυτή η πουστάρα στην «Ελευθεροτυπία» [Σ.σ. εννοεί τον Μιχάλη Πεκρίδη] να μου λέει ότι τώρα γίνεται για πρώτη φορά η gay pride στην Ελλάδα, που την κάνω τόσα χρόνια!

Το θέμα είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι και το gay pride και τον γκέι τύπο θέλουν να εκμεταλλευτούν για καθαρά προσωπικό όφελος. Θέλουν να μαζικοποιήσουν τους ομοφυλόφιλους, να τους κλείσουν στα μπαράκια και να τους εκμεταλλεύονται. Επιτέλους οι γκέι πρέπει να αποφασίσουν να βγαίνουν λίγο έξω, να κάνουν τη λάλα τους, να ξανασπουδάσουν τα καλιαρντά, να αρχίσουν την πλάκα τους… κι όχι βολευτήκαμε, πήγαμε στο τάδε μαγαζί, στα σκοτάδια κάναμε καμιά πιπούλα ή ανταλλάξαμε κανένα τηλέφωνο κι ησυχάσαμε. Δεν νομίζω να είναι μόνο αυτό η ζωή τους.

Κι αυτά χρειάζονται όμως. Έτσι δεν είναι;

Φυσικά κι αυτά χρειάζονται. Γιατί, κακό κάνουν τα τσιμπούκια; (γέλια)

Μιλάω για τα μπαρ…

Φυσικά και χρειάζονται. Δεν έχω τίποτα με τα μπαρ, πρόσεξε, αλλά βλέπουμε αυτή την τάση να τους μαντρώσουμε. Ε, τι να κάνουμε; Εγώ είμαι άλλης γενιάς, είμαι του Ζαππείου! (γέλια)

Μιας και μιλάμε τώρα για μπάρες, έπειτα από όλο αυτόν τον φεμινισμό και την πολιτική ορθότητα, μήπως δεν πρέπει να μιλάμε τόσο πολύ για πούτσους;

Να μιλάμε για πούτσες κι οι φεμινίστριες ήτανε κορόιδα που δεν εκμεταλλευθήκανε την πούτσα – να την πιάσουνε, να τη χαρούνε. Τώρα το καταλάβανε κι αυτές και ξεσαλώνουν! Κατάλαβες, έληξε η υπόθεση, γιατί από τη φύση της η γυναίκα είναι πολύ πιο δυναμική από τους άντρες. Εδώ γινόμαστε εμείς γυναίκες και κάνουμε τους άντρες ό,τι θέλουμε. Φαντάσου να είσαι γυναίκα όμορφη και έξυπνη από τη φύση σου, τι επιτυχίες θα είχες. Οι φεμουνίστριες! Ε, μα πια!

Τώρα πια εσύ ασχολείσαι με τον gay τύπο;

Όχι, μόνο με τον Gay Οδηγό – που κι αυτόν πήγαν να μου τον φάνε! Ασχολήθηκα με τον εαυτό μου τα τρία τελευταία χρόνια. Πάντοτε ασχολιόμουν με τον εαυτό μου, αλλά τώρα ήταν σε εντελώς άλλο επίπεδο, γιατί μέχρι πριν ήμουν εντελώς αβάσταχτη ελαφρότητα κι επιφανειακή. Τώρα συνειδητοποίησα ποιοι είναι οι εχθροί μου οι πραγματικοί. Είχα φανταστικούς εχθρούς. Όταν ξέρεις ότι είσαι μπερδεμένος, δημιουργείς φανταστικούς εχθρούς! Εγώ, τα περισσότερα που έχω πάθει, τα έχω πάθει από τις αδερφές. Από την άλλη, από την Ελλάδα πήρα τα ωραιότερα της παιδιά κι εξακολουθώ. Είναι αχαριστία να μιλάω γι’ αυτά τα πράγματα. Κι είναι αχαριστία, όπως λένε πολλοί ομοφυλόφιλοι, να λένε ότι σήμερα καταπιεζόμαστε. Ναι, υπάρχει καταπίεση, αλλά από ένα σημείο και μετά ευθυνόμαστε οι ίδιοι για την κατάστασή μας.

Με τον γκέι οδηγό δεν φοβάσαι μήπως σε κατηγορήσουν ότι βγάζεις χρήματα από το γκέι κίνημα;

Δηλαδή τι; Η δουλειά μου είναι αυτή – τι «βγάζω χρήματα από αυτό το πράγμα»; Η δουλειά μου είναι. Η Πάολα από αυτά τα πράγματα ζει. Πεζοδρόμιο κάνει, από το γκέι οδηγό θα ζει και μερικές εκδόσεις θα κάνει. Και μακάρι κι από το «Κράξιμο» να έβγαζα λεφτά να το χαιρόμουνα, να είχα τη δυνατότητα να βγάζω περισσότερα «Κράξιμο» και να ζούσα και καλύτερα. Τι θέλουνε δηλαδή; Φυσικά και θα βγάλω λεφτά, δεν τον κάνω για την ψυχή της μάνας μου! Τους βγάζω έναν καλό τουριστικό οδηγό, να μπορούν να περάσουνε καλά και να βγάζω κι εγώ κανένα φράγκο. Δεν είναι κακό.

Μετά το «Κράξιμο» και τον «Gay Οδηγό» τι γίνεται; Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Ετοιμάζω κάποιες εκδόσεις. Βλέποντας όλους αυτούς του φελλούς που πραγματικά θέλουνε ξύλο – δεν θέλουν μόνο να τους αγνοείς ή να τους περιφρονήσεις. Διότι ίσως επηρεάσουν αρνητικά ένα ποσοστό νέων παιδιών. Εμείς βγάζαμε τα περιοδικά, διαβάζαμε κάποιον Μπάροουζ, μαθαίναμε για μερικούς ανθρώπους, ανοίγαμε και κανένα βιβλίο. Τώρα δεν μπορείς να έχεις ένα εξώφυλλο τη Ρούλα Κορομηλά και να την έχεις να σου λέει «εγώ δεν δέχομαι τους γκέι». Σαν να λέω «εγώ τα σκυλάκια τα αγαπάω και τα συμπαθώ». Δεν με ενδιαφέρει εμένα να με δεχτεί, με ενδιαφέρει εγώ να τη δεχτώ. Και δεν τη δέχομαι εγώ την κυρία! Τι είναι αυτά, ντροπή τους! Και ευθύνονται και οι μαγαζάτορες. Εγώ θα τα βάλω και με ορισμένους μαγαζάτορες – χέστηκα, μου δώσουν δεν μου δώσουν διαφημίσεις. Ευθύνονται και οι μαγαζάτορες που χρηματοδοτούνε ένα τόσο αισχρό περιοδικό. Ας πάρουνε το Ciao – περισσότερες αδερφές έχει το Ciao και είναι και έγχρωμο, με την τάδε αδερφή, τη δείνα κομμώτρια, γεμάτα αδερφές είναι τα λαϊκά περιοδικά. Θα ξανακυκλοφορήσω και το «Κράξιμο», σε πρώτη φάση όμως ένα τεύχος με τις καλύτερες συνεντεύξεις, με τα καλύτερα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό.

Και με τα καλύτερα τεκνά;

Κάτσε! Αυτό θα είναι άλλη έκδοση! Να βγάλουμε κι εμείς κανένα φράγκο από τα τεκνά. Τι να κάνουμε, να ζήσουμε όλοι πρέπει. Έτσι δεν είναι;

Κάποιοι θα έλεγαν πως μιλάς τη γλώσσα της προηγούμενης δεκαετίας. Μερικοί έχουν προχωρήσει μπροστά.

Σε τι μπροστά προχωρήσανε; Ποιο ήταν της περασμένης δεκαετίας;

Αυτά που λες, ιδεολογίες, ο Μπάροουζ, τα τεκνά στα πάρκα…

Δεν με δεσμεύει πια καμία ιδεολογία. Είμαι ο πιο καλογαμημένος άνθρωπος στην Αθήνα. Από το σπίτι μου περνάνε τα πιο ωραία τεκνά – κούκλοι – δεν είχα ποτέ προβλήματα, κουκλίτσα ήμουνα, κουκλίτσα είμαι, τσαχπίνα είμαι, θηλυκιά είμαι, σουξέ στο Μεγάλο Πεύκο έχω, τα πιο ωραία τεκνά διαλέγω, κανένα πρόβλημα δεν έχω. Αλλά δεν θέλω να φτύνω ποτέ στο πηγάδι όπου έπινα νερό κι εγώ ήπια νερό και στάθηκα σαν άνθρωπος μέσα απ’ αυτά τα πράγματα που τα θεωρείτε εσείς ντεμοντέ. Αυτό είναι. Προσπαθώ να έχω μια αξιοπρέπεια στη ζωή μου κι αυτό είναι το σημαντικότερο νομίζω.

Πες μας μερικά πράγματα για τους τραβεστί;

Θα πω, γιατί όλοι τους οι ομοφυλόφιλοι έχουν για πρότυπο έναν άντρα, άσχετα αν στην πορεία τα φτιάχνουν με έναν άλλο γκέι. Λοιπόν, οι τραβεστί είναι αυτό που πολλοί θα θέλανε, αλλά τους τρομάζει. Πρώτον, έχουμε μια τρομερή ελευθερία, δεν υπολογίζουμε τίποτα. Δεύτερον, έχουμε ένα φοβερό ερωτισμό και γι’ αυτό μας θέλουν και δεν μας θέλουν, επειδή είναι καταπιεσμένες αδερφές. Αυτό είναι ένας μύθος, που το λένε οι ίδιοι οι ομοφυλόφιλοι, που μισούν τις τραβεστί. Και μη ξεχνάμε ότι οι τραβεστί έχουν μεγαλώσει γενιές αγοριών σ’ αυτή τη χώρα – όπως και μερικοί ημιτραβεστί. Και αυτά τα ξέρετε, τα έχετε ζήσει και τα βλέπετε.

Πάντοτε όμως μια τραβεστί ξεκινάει από μια αδερφή πρώτα;

Ε, ναι! Πώς θα ξεκινήσει; Από μόνος του δεν γίνεται! (γέλια)

Για το επόμενο καλοκαίρι πού μας προτείνεις να πάμε διακοπές;

Το επόμενο καλοκαίρι… Στη Λήμνο, είναι γεμάτο φαντάρια. Βγαίνουνε 50-50, αλλά έτσι δεν κάνεις χαΐρι. Πρέπει να τους πετύχεις μόνους για να κάνεις κάτι.

Τώρα πια οι πιάτσες τραβεστί έχουν αλλάξει. Δουλεύετε με κινητό τηλέφωνο, δεν βγαίνετε τόσο πολύ;

Όχι, όχι, δεν αλλάζει το παραδοσιακό ψωνιστήρι κι ούτε πρόκειται να αλλάξει. Δεν είμαστε τόσο πολύ του τηλεφώνου, θέλουμε να το ψάξουμε, να γυρνάμε, να αλητεύουμε. Τι είναι η Συγγρού; Παζάρι είναι – κατεβαίνεις, τζερτζελές γίνεται κάτω. Απλώς, βγήκανε τα κινητά, εξελίσσεται ο κόσμος… Βάζουμε και αγγελίες, δουλεύουμε και μέσα από αγγελίες.

Έχω την εντύπωση ότι όλοι αυτοί που παίρνουν τηλέφωνο στους τραβεστί θέλουν περισσότερο να γαμηθούν παρά να γαμήσουν…

Γιατί στερείς το δικαίωμα στον άλλο να γαμηθεί; Το να γαμήσεις είναι πολύ εύκολο σήμερα – το να γαμηθείς είναι το δύσκολο! Και το αντικείμενο του πόθου είναι η πούτσα. Κι εκεί είναι η διαφορά ενός γκέι μ’ έναν στρέιτ που πηδιέται: είναι ότι ο γκέι πηδιέται και στο μυαλό ενώ ο στρέιτ με τον κώλο του κάνει μια φορά στις τόσες την καύλα του. Δεν σημαίνει ότι είναι και αδερφή ο άνθρωπος ή ότι είναι γκέι. Θα το κάνει γιατί είναι δικαίωμά του να καυλώνει με το κώλο του!

Βαρδάρι και Θεσσαλονίκη: Για πες μας τις εντυπώσεις σου από επάνω.

Της έτρεφα της Θεσσαλονίκης μεγάλης εκτίμησης, τώρα καθόλου. Τώρα στο Βαρδάρι συχνάζουν όλο κακοί άνθρωποι, μια μαφία. Κατά δεύτερον, και λίγο οι Θεσσαλονικείς είναι σαβουρογάμηδες. Λένε ότι είναι ερωτικοί, γιατί πηγαίνανε μερικές αδερφές τις οποίες δεν τις γαμούσανε στην Αθήνα, τις γαμάγανε στη Θεσσαλονίκη και λέγανε «τι ερωτική που είναι η Θεσσαλονίκη!» Εγώ όταν φτιάχνομαι, κάθομαι μια ώρα στον καθρέφτη, για να βγω κουκλίτσα. Και κατεβαίνω στο Βαρδάρι και βλέπω πως τα ίδια τεκνά που με κάνουνε θεά, να πηγαίνουνε με τον Τάδε ή με την Δείνα… που είναι ό,τι πιο απαράδεκτο από θέμα αισθητικής. Τι να πω εγώ; Όπου βρείτε το βάζετε εσείς οι θεσσαλονικείς. Όχι ότι έχω πρόβλημα να πηγαίνουνε με τον οποιοδήποτε… – να πηγαίνουν, και η καύλα είναι προσωπική υπόθεση – αλλά να κάνουν διακρίσεις. Αυτοί είτε γαϊδούρα είναι είτε Σάρον Στόουν τη γαμάνε. (γέλια). Το να είσαι Σάρον Στόουν και να βλέπεις το άλλον να γαμάει τη γαϊδούρα, ε, σου κακοφαίνεται λιγάκι. Να είσαι δηλαδή σε σχέση με τη γαϊδούρα Σάρον Στόουν. Γι’ αυτοί να μου λείπει η Θεσσαλονίκη. Η αλήθεια δεν είναι;

Δεν ξέρω…

Έλα, καλέ, που δεν ξέρεις!

Ωραία όλα αυτά, αλλά δεν νιώθω γυναίκα όταν πάω με έναν άνδρα – και αντίστροφα.

Είναι απαραίτητο; Όχι, απλώς υπάρχει ένα μπέρδεμα. Είναι ότι δεν είναι θέμα να είσαι ομοφυλόφιλος για να γίνεις τραβεστί, είναι τι είδους σεξουαλικότητα έχεις σαν άνθρωπος. Όταν είσαι 18 και σ’ αρέσουν οι πενηντάρηδες τα πας μια χαρά – θα βρεις δυο τρεις κυρίους πενηντάρηδες και θα ’σαι μια χαρά. Ξέρω γκέι παιδιά που τα έχουν με πολύ μεγαλύτερους. Επίσης άλλα παιδιά που δεν έχουν τη σεξομανία που έχω εγώ. Εμένα μ’ αρέσουν τα στρέιτ αγοράκια, μ’ αρέσουν οι φαντάροι, μ’ αρέσει η πούτσα, μ’ αρέσουν τα τεκνά. Πώς θα τα πάρω τα τεκνά; Με το να είμαι δημόσιος υπάλληλος; Με το να είμαι τραβεστί. Είναι θέμα καύλας, είναι πώς καυλώνεις εσύ. Δεν σου λέω να γίνουν όλοι τραβεστί για να γαμιούνται – αν είναι δυνατόν! Είναι τι σεξουαλικότητα και τι απαιτήσεις έχεις εσύ από τη ζωή σου. Εμένα μ’ αρέσουν να μ’ έχουν θεά τα τεκνάκια, τι να κάνω; Θέλω να πηγαίνω στα στρατόπεδα, να με βλέπουν στις πιάτσες. Νιώθω μεγάλη ηδονή να βλέπω καυλωμένα τα αγοράκια γύρω μου – αυτά μ’ αρέσουν. Και δεύτερον, δεν νομίζω να είμαι και πολύ θηλυκό. Δεν ξέρουν ότι έχουμε πούτσα τα αγοράκια; Τι ξέρουν ότι είμαστε, γυναίκες; Τόσα τεκνά που παίρνω δεν έχουν τις μουνάρες δίπλα τους; Έρχονται όμως μαζί σου για να έχουν μια συγκεκριμένη σεξουαλικότητα, μια διαφορετική καύλα μαζί σου. Αν ήθελα να γίνω παπάς δεν θα γινόμουν τραβεστί.

Καλύτερο κι απ’ την καύλα

Δημοσιεύθηκε στο Πόθο, τ.22, Καλοκαίρι 1999

Οι πολιτικές ταυτότητας και η “γκέι κουλτούρα”, βαθμιαία μετέτρεψαν τις σεξουαλικές προτιμήσεις σε μήτρα ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, συμπεριφορών και τρόπων σκέψης που βοήθησαν στη δημιουργία ενός αναγνωρίσιμου “γκέι έθνους” ή “γκέι κοινότητας”. Ήταν ζήτημα χρόνου λοιπόν η εμφάνιση και σχετικών, ομιλητικότατων, εθναρχών και κοινοταρχών. Τι ακριβώς όμως κηρύσσουν από τον άμβωνά τους;

Φαίνεται πως η νέα σοδειά των γκέι ιεραπόστολων λατρεύει να ασχολείται με ένα θέμα που απασχολεί όλους τους ομοφυλόφιλους: το σεξ.

“Καλύτερο από την κάβλα”, “Ανεβαίνοντας τη σκάλα”, “Δημιουργώντας έναν νέο πολιτισμό”, “Φιληδονία = θάνατος”, “Έρωτας μέσα στα συντρίμμια”, “Ηθική μειοψηφία”… είναι τίτλοι άρθρων που δεν δημοσιεύτηκαν στις φυλλάδες κάποιας ενορίας αλλά σε mainstream γκέι έντυπα [του εξωτερικού]. Ενώ στην Ελλάδα οι φανατικοί υπέρμαχοι του ομοφυλοφιλικού γάμου κρύβονται πίσω από το φουστάνι της ισονομίας και ανθρώπινων δικαιωμάτων, μια σειρά συντηρητικών γκέι ακτιβιστών του εξωτερικού συναντά την “εξτρεμιστική” άποψη πάνω στην πραγματική σημασία του θεσμού. Η μόνη διαφορά τους, το ολόψυχο “ναι” των πρώτων εμπρός στη δυσπιστία των τελευταίων.

Ένα από τα σημαντικά κείμενα που έχουν γραφτεί πάνω στην ομοφυλοφιλία τα τελευταία χρόνια – αποσπάσματα του οποίου είχε φιλοξενήσει πέρυσι ο “Πόθος” – αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα ολόκληρο στην Ελλάδα (στο περιοδικό “NPQ”). Επιχειρηματολογώντας στο “ο δε ανήρ να φοβάται τον άνδρα” ο Τζόναθαν Ρόου εξηγεί με έξυπνο και πειστικό τρόπο γιατί η κοινωνία πρέπει να δεχτεί και να υποστηρίξει τον ομοφυλοφιλικό γάμο – και τίποτα λιγότερο από αυτόν. Για να στηρίξει την άποψή του, ξεπερνά την κυρίαρχη φορμαλιστική άποψη που θέλει τον γάμο ως πάνω κάτω, ένα ακόμη είδος νομικού συμβολαίου και εξετάζει την ουσία του. “Η δύναμή του δεν είναι μόνο νομική”, γράφει, “αλλά και κοινωνική”.

Ένα μικρό δείγμα της κοινωνικής δύναμης του ομοφυλοφιλικού γάμου αναπτύσσεται σε προηγούμενη παράγραφο:

“Έστω κι αν δεν είναι παντρεμένοι, οι ομοφυλόφιλοι που ζουν με το σύντροφό τους έχουν σταθερή ερωτική ζωή και σχέσεις που εκτιμούν και υπολογίζουν· συνεπώς είναι λιγότερο έκφυλοι. Αν μπορούσαν να είναι και επίσημα παντρεμένοι, τότε θα υπήρχαν ακόμα περισσότερες επιρροές σταθερότητας. Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα του γάμου είναι ότι ‘δένει’ τα ζευγάρια όχι μόνο στα δικά τους μάτια, αλλά και στα μάτια της κοινωνίας. Γύρω από δύο συντρόφους πλέκεται ένας ιστός από προσδοκίες: ότι θα περνούν μαζί τις νύχτες, ότι θα πηγαίνουν μαζί σε πάρτι, ότι θα παίρνουν μαζί στεγαστικά δάνεια, ότι θα αγοράζουν μαζί έπιπλα, και πολλά άλλα – που όλα θα τους βοηθήσουν να είναι ενωμένοι και να παραμένουν στο σπίτι τους μακριά από τους δρόμους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό είναι πάρα πολύ καλό, ειδικά αν το συγκρίνει κανείς με την περιθωριακή νοοτροπία των ομοφυλόφιλων για σεξ στα κλεφτά, με αναρίθμητους παρτενέρ στα δημόσια λουτρά και στα πάρκα”.

Στην εικόνα του σύγχρονου γκέι ζευγαριού, που τόσο γλαφυρά ζωγράφισε ο Ρόου, έρχεται να αντιπαρατεθεί η εικόνα της ηθικής παρακμής και φιληδονίας των πάρκων και άλλων τόπων ψωνίσματος. Η συζήτηση έχει μεταφερθεί πλέον από το νομικό πεδίο και τα ανθρώπινα δικαιώματα στο χώρο της ηθικής.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα της έξωθεν επιβαλλόμενης “υγιεινής” ηθικής δεν είναι καθόλου πρόσφατη. Με την ιδέα του “είμαι γκέι, αλλά δες και πόσο σοβαρός είμαι” έχουν φλερτάρει πάρα πολλοί – και για κάποιους το φλερτ εξελίχθηκε σε μόνιμη σχέση.

Θυμάμαι ακόμα ένα παμπάλαιο φυλλάδιο της Ελληνικής Ομοφυλοφιλικής Κοινότητας όπου εκφράζεται ο ενθουσιασμός για την προσέλευση του κόσμου σε μια εκδήλωση που αποδείκνυε ότι οι γκέι μπορούν να διασκεδάζουν εναλλακτικά και υγιεινά. Δυσκολευόμουν να κατανοήσω τι περιλάμβανε επιτέλους η εναλλακτική ψυχαγωγία μιας και το μόνο στοιχείο που δινόταν ήταν, αν δεν απατώμαι, ότι επρόκειτο για ένα σόου του, σχεδόν άγνωστου τότε, Τάκη Ζαχαράτου. Ίσως να εννούσαν αυτό τελικά, και, πραγματικά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

aliferiΜια κολοκυθόπιτα όμως που κάποιοι δεν εννοούν να τη φάνε μόνοι τους. Πιο πρόσφατα, το πρώτο τεύχος του περιοδικού “Δέον” με συνεργάτες από την ΕΟΚ, ανακοίνωνε ότι θα είναι σοβαρό και επομένως δεν πρόκειται να βλέπουμε πούτσες και γυμνά. Αν και δεν το παρακολουθήσαμε τεύχος προς τεύχος, είμαστε βέβαιοι ότι κρατά την υπόσχεσή του. Στο επόμενο τεύχος οι αναγνώστες αντί για το “αντικείμενο του πόθου”, θα αντικρύσουν τη Μαρία Αλιφέρη και μάλιστα ντυμένη.

Μέσα στο χώρο που ορίζεται από τους φανατικούς οπαδούς των “Τετραγώνων των Αστέρων” και τους υπόλοιπους ζηλωτές μιας νέας, ανοιχτής, αφομοιωμενης στο κοινωνικό σύνολο αλλά και συνάμα διακριτής “γκέι” κουλτούρας μπορεί να βρει κανείς πολλά φυντάνια: Ακτιβίστριες από τη Δανία που χαίρονται μιας και οι νέες λεσβίες επιθυμούν πλέον να παντρεύονται σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες, φεμινιστικών καταβολών, αδελφές τους. Γκέι ομάδες στην Αμερική η οποίες καρφώνουν στην Αστυνομία χώρους ψωνίσματος για να καθαρίσει ο τόπος. Οργανώσεις που ζητούν να ποινικοποιηθεί η ελευθερία λόγου, για όσους χρησιμοποιούν εκφράσεις μίσους για τους ομοφυλόφιλους. Και φυσικά έναν απύθμενο εγωισμό που συνοψίζεται στο γνωστό σύνθημα “gay is good”. Επόμενο ήταν λοιπόν να μη μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς “‘δικοί μας’ άνθρωποι” έχουν ενδοιασμούς απέναντι στη μία ή στην άλλη άποψη του ιερατείου. Ίσως αυτή να είναι η πραγματικότητα της “μετα-γκέι” εποχής που ονειρευόταν το “Κράξιμο”: περιφερόμενα κόμπλεξ ενδεδυμένα στον μανδύοα της πολιτικής ορθότητας.

PUSTRIX-7

Ιστορίες στο χακί

Δημοσιεύτηκε στον Πόθο, τ.10, Μάρτιος 1997

Θα σας περιγράψω πώς μου έδωσαν πολύ πρόωρα απολυτήριο από την Ελληνικό Στρατό.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητεία μου έπρεπε, τουλάχιστον επισήμως, να αποκρύπτω την ομοφυλοφιλία μου όμως οι περισσότεροι συνάδελφοί μου γνώριζαν ότι είμαι ομοφυλόφιλος και το 90% αυτών σέβονταν το τι είμαι, μόνο το 10% αντιδρούσε, αλλά εντελώς αχνά, διότι, ούτως ή άλλως, δεν υπήρχε καν η δύναμη ώστε να διαμαρτυρηθούν πιο έντονα. Το ζήτημα ήταν ότι με αγαπούσαν πολύ οι υπόλοιποι συνάδελφοί μου και στελέχη. Είχα κερδίσει το σεβασμό των αξιωματικών διάφορων άλλων μονάδων του στρατοπέδου, οπότε για να με ενοχλήσει κάποιος έπρεπε προηγουμένως να το έχει σκεφτεί καλά.

Μια μέρα, με κάλεσε ο υποδιοικητής για να μου ανακοινώσει κάποιες καταγγελίες εις βάρος μου που έφτασαν στ’ αυτιά του, και άρχισε να μου τις αραδιάζει τη μία μετά την άλλη, δηλαδή ότι πήγαινα σε θαλάμους άλλων μονάδων και είχα επαφές με οπλίτες κι ότι διοργάνωνα τρελά πάρτι με όργια σε θαλάμους άλλων μονάδων. Μου απαγόρεψαν να κυκλοφορώ σε άλλους χώρους του στρατοπέδου πλην: των εστιατορίων, του ΚΨΜ και τέλος των θαλάμων του κτιρίου της μονάδας, όπου θα κινούμουν σεμνά χωρίς να προκαλώ τον υπόλοιπο πληθυσμό. Από πλευράς μου αρνήθηκα πεισματικά όλες τις εις βάρος μου κατηγορίες. Το ήμισυ αυτών κατηγοριών ήταν πραγματικότητα, άλλα όχι κατά πώς ειπώθηκαν από τον υποδιοικητή, που την ανεμότρατα την μετέτρεπε σε υπερωκεάνιο.

Μετά από έξι μέρες, στάλθηκε ένας ψυχολόγος οπλίτης, δήθεν για να λύσει τα προβλήματα που απασχολούσαν τους οπλίτες των μονάδων του στρατοπέδου, μα στην πραγματικότητα για ένα και μόνο λόγο: να μάθει και να ακούσει από το δικό μου στόμα ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Πράγματι, του ομολόγησα αυτά που κάποιοι άλλοι ήθελαν, και εκείνος το μαρτύρησε αυτόματα στο διοικητή και τον στρατοπεδάρχη, οπότε και μου ζήτησαν ευγενικά να επαναλάβω τη δήλωση που έκανα. Πράγματι επανέλαβα ότι γεννήθηκα ομοφυλόφιλος και ο διοικητής μού είπε, εντελώς φιλικά, ότι σήμερα στον Ελληνικό Στρατό οι ομοφυλόφιλοι είναι μια ομάδα πλέον αποδεκτή από το Γενικό Επιτελείο και ότι ο ίδιος δεν έχει κανένα, μα απολύτως κανένα, πρόβλημα μαζί μου. Πράγματι, η συμπεριφορά του διοικητή ήταν πολύ καλή και ευγενική, αυτό το αναγνωρίζω και το εκτιμώ.

Μια εβδομάδα αργότερα με κάλεσε άλλη μία φορά ο διοικητής μου, με αγκάλιασε και μου είπε ότι πρέπει να κάνω εξετάσεις για HIV και ηπατίτιδα Β. Ήξερα πολύ καλά ότι αυτή διαταγή προερχόταν από κάπου πιο ψηλά κι όχι από τον διοικητή μου. Ήταν Παρασκευή. Πέρασα ένα γεμάτο αγωνία και σκέψη σαββατοκύριακο. Παρά τις αντίθετες συμβουλές συναδέλφων μου, πείσμωσα από εγωισμό και έτσι το πρωί της Δευτέρα πήγα στο Νοσοκομείο της πόλης και έκανα τις εξετάσεις.

Την άλλη μέρα πήγα με έναν φίλο συνάδελφο για τα αποτελέσματα. Με υποδέχτηκε ο υπίατρος που μου είπε να μην ανησυχώ, αλλά έπρεπε να πάω στο ΓΝΣ Θεσσαλονίκης 424 το άλλο πρωί. Με τη συνοδεία του υπίατρου, ο οποίος με στήριξε και με βοήθησε τρομερά, οι εξετάσεις έγιναν με πολλή εχεμύθεια και η διάρκειά τους ήταν πέντε μέρες. Στο διάστημα αυτών των πέντε ημερών μέσα στο Νοσοκομείο συνάντησα τρεις συναδέλφους μου απ’ το ίδιο στρατόπεδο, οι οποίοι με γνωρίζανε και με συμπαθούσαν πάρα πολύ. Και οι τρεις τους είχαν κάνει εγχειρήσεις, οι οποίες τους είχαν καταστήσει ανήμπορους για πολλά, οπότε ζητούσαν τη βοήθειά μου για κάποιες ανάγκες τους, που ήταν οι εξής: να φάνε, να πλυθούν, να κάνουν μπάνιο. Μάλιστα έκανα μπάνιο σε κάποιον από αυτούς που πιστεύω ακράδαντα ότι αν γνώριζαν αυτό που έμαθα αργότερα κι εγώ, ούτε καν θα με πλησίαζαν, ούτε θα μου μιλούσαν. Αυτές οι μέρες για μένα ήταν ένα μαρτύριο.

Ώσπου έφτασε εκείνη η τραγική μέρα (τα Χριστούγεννα απείχαν μόνο τρεις μέρες) που ήρθαν όλοι μαζί οι γιατροί και με ρώτησαν αν γνωρίζω πού βρίσκεται το ΑΧΕΠΑ. Τους είπα, ναι. Βγήκαν οι γιατροί απ’ το δωμάτιο και μόνο ένας που με συμπαθούσε ιδιαίτερα και έχω μέχρι τώρα τη συμπαράστασή του. Πριν ακόμα μου ανακοινώσει το αποτέλεσμα, είπα στον εαυτό μου “ούτε ένα δάκρυ απ’ τα μάτια ας μην κυλήσει”, όπως και έγινε. Μου έπιασε τα χέρια και μου είπε “δυστυχώς θετικό”. Ουδεμία αντίδραση, ούτε έκλαιγα ούτε μιλούσα, ενώ ο γιατρό συνέχισε να μου λέει διάφορα πράγματα για τον ιό του HIV, αλλά, βλέποντας με μ’ αυτό το μυστήριο και απλανές βλέμμα με τράβηξε και μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του. Για σχεδόν ένα τέταρτο με χάιδευε και με παρηγορούσε. Ενώ ήμασταν αγκαλιασμένοι, εκείνος δάκρυσε, εγώ όμως όχι, ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε γύρω μου και πολύ περισσότερο αυτό που είχα ακούσει λίγο πριν. Μου είπε, “μη στεναχωριέσαι, μωρό μου, γίνονται κι αυτά, από εσένα θέλω να μη φερθείς εκδικητικά, να μην πεις αυτό που δυστυχώς λένε πολλά άτομα που έχουν προσβληθεί, δηλαδή, να, αφού το κόλλησα εγώ, ας το κολλήσει κι άλλος”. Η απάντησή μου ήταν “γιατρέ, δεν είμαι δολοφόνος” όπως δυστυχώς κάποιοι άλλοι, με φίλησε, μου είπε να έρχομαι να τον βλέπω όποτε θέλω και με αποχαιρέτησε.

Στο στρατόπεδο πήγα να πάρω το απολυτήριό μου και τα πράγματά μου. Ήταν σούρουπο και έκανε πολύ κρύο. Περάσαμε την πύλη, όπου συγκινημένος έδωσα το χέρι μου στο στρατονόμο που ήταν φίλος μου και προχωρήσαμε πιο βαθιά στο στρατόπεδο. Βρεθήκαμε έξω από το κτίριο της μονάδας που τόσο είχα αγαπήσει, στάθηκα για λίγο μπροστά στην είσοδο και ευχήθηκα να μην το αποχωριζόμουν ποτέ. Όταν μπήκαμε, ο θαλαμοφύλακας δεν μου έδωσε το χέρι, ούτε με πλησίασε, σε αντίθεση με κάποιον από τους αγαπημένους μου συναδέλφους που δεν θα ξεχάσω ποτέ, που με πήρε στην αγκαλιά του και σαν μάνα που χάνει το παιδί της άρχισε να με φιλάει παντού και να μη μ’ αφήνει. Η ενέργεια αυτή έδιωξε με μιας την παγωνιά που μου είχε δημιουργήσει η συμπεριφορά του θαλαμοφύλακα. Το πιο τραγικό ήταν ότι καθώς μάζευα τα πράγματά μου, ο αποθηκάριος μου είπε ότι πρέπει να αφήσω τις στολές μου εκεί. Του απάντησα “αδύνατον” δεν έχω να τους αφήσω καμία στολή, ούτε το τελευταίο πηλήκιο, εγώ προσπαθώ να συνέλθω από αυτό που με βρήκε, και αυτοί, σαν να είναι γύπες, κοιτάνε να ξεκοκαλίσουν ότι απέμεινε από το πτώμα μου. Από πείσμα λοιπόν τα πήρα όλα, άφησα μόνο κάτι κούπες, πιάτα, μπρίκια και ποτήρια από τα οποία έπιναν οι συνάδελφοί μου κι όταν βρισκόμουν εκεί. Μία εβδομάδα αργότερα, βγήκα για καφέ με έναν συνάδελφο με τον οποίο στο στρατόπεδο περνούσαμε όλες σχεδόν τις ώρες μαζί. Μου είπε “Θα σου πω κάτι, αλλά μη στεναχωρηθείς, δες απλά την υποκρισία κάποιων”. Όταν γύρισα από την άδεια, είδα στο προαύλιο κάτι να καίγεται, ρώτησα τους συναδέλφους μου τι είναι αυτά και κάποιος μου απάντησε ‘οι κουβέρτες του ‘” Ο συνάδελφός μου έγινε έξω φρενών με την ενέργεια αυτή, κι άρχισε να τους φωνάζει “κάποτε τον αγκαλιάζατε, δανειζόσασταν αυτές τις κουβέρτες που τώρα καίτε, σας έδινε τα πάντα, την ψυχή του και τώρα εσείς την καίτε, δεν ντρέπεστε καθόλου. Η φωτιά από τις κουβέρτες να πέσει πάνω σας!” Τον ρώτησα για τα ποτήρια “Τα πέταξαν”. Τον φοριαμό μου; “Τον έδωσαν στον Σαμπρί, τον Πομάκο”.

Εδώ θέλω να σας γράψω ότι δυστυχώς κάποιος με κόλλησε σκόπιμα τον ιό του HIV και αυτό είναι σίγουρο διότι στις τελευταίες μου εξετάσεις μου είπαν ότι είμαι φορέας 2-3 χρόνια, δηλαδή από 17 χρονών. Εκείνη την περίοδο βρισκόμουν στην όμορφή Θεσσαλονίκη, ο καθένας λαχταρούσε να πάει μ’ ένα δεκαεφτάχρονο που ήταν δροσερό τριαντάφυλλο της αυγής, οπότε κι εμένα μου δινόταν η ευκαιρία να επιλέγω ό,τι καλύτερο υπάρχει. Με την τακτική όμως αυτή αδικούσα ίσως κάποιον που ήταν, απ’ όσο θυμάμαι, πολύ ωραίο παιδί, μα εγώ λόγω της αδιαφορίας που με διέκρινε δεν έδινα καμία σημασία στο νεαρό που ήταν γύρω στα 23-25. Μετά από σχεδόν πέντε μήνες απ’ τη στιγμή που τον γνώρισα και με πολιορκούσε, αλλά δεν τον υπολόγιζα, πήρα την απόφαση να πάνω μαζί του – μια απόφαση που δυστυχώς πληρώνω βαριά σήμερα. Πήγαμε μαζί σε κάποιο δωμάτιο στα Κάστρα, μου έκανε έρωτα, μα κατά τη διάρκεια της επαφής μας, μου είπε ότι αφαίρεσε το προφυλακτικό, αλλά αυτό μου το είπε όταν είχαμε ήδη τελειώσει. Και μετά μου είπε ότι μου είχε αφήσει κάτι που αργότερα θα με κάνει να τον θυμηθώ, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκα κάτι κακό. Η πρώτη σκέψη θυμάμαι ήταν ότι θα θυμάμαι τον έρωτα που μου έκανε. Μα σήμερα όλα αυτά έρχονται πάλι στο μυαλό μου με περισσότερες λεπτομέρειες, και με σκοτώνει η πικρή αυτή αλήθεια.

Γιατί σε έναν 17χρονο η οργή της αρρώστιας ενός 25χρονου;

Είσελθε στων Εσπερίδων τον Κήπον

Παραθέτουμε εδώ ένα ραδιοφωνικό απόσπασμα (1993) από την εκπομπή της ΟΠΟΘ – Ομάδα Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης στο Ράδιο Κιβωτός.

Ο Θ. διαβάζει ένα απόσπασμα από τον Αρισταίο τον Μεγαρείτη, νεοπλατωνικό φιλόσοφο του 5ου αιώνα. Μετάφραση: Δημήτρης Ντακρέτας. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οδός Πανός”.

Η φωτογραφία είναι του Βίλχελμ φον Γλούντεν (1856-1931)

Cinema ’98

Η μακριά σιωπή επιτέλους τελειώνει. Νέες φωνές έχουν εμφανιστεί, ανοιχτές και χωρίς διάθεση για απολογίες. Αφηγούνται ιστορίες που δεν έχουν ποτέ ειπωθεί – για ανθρώπους που πάντοτε υπήρχαν.

— The Celluloid Closet

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη γκέι εφημερίδα “ο πόθος”, το 1998

Μια νέα μανία διακατέχει τον κινηματογράφο σήμερα. Το σινεμά γνέφει στους ομοφυλόφιλους να βγουν στο πανί και το κοινό – ποπ κορν και κοκακόλες στο χέρι – περιμένει, αδημονεί!, να αρχίσει η ταινία. Ευτυχώς για μας , οι ουρές στους κινηματογράφους δεν είναι για το “Cruising”, αλλά για το “In & Out”. Θα έπρεπε, όμως, να είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι με την τροπή που πήραν τα πράγματα; Γνωρίζω – όχι προσωπικά! — τουλάχιστον ένα άτομο που είναι τρομερά ευχαριστημένο με την εξέλιξη των πραγμάτων: το σεναριογράφο Ron Nyswaner.

Ο Ron Nyswaner είναι χαρούμενος όχι γιατί πουλά σενάρια, αλλά γιατί ταινίες σαν το “Cruising” έχουν πάψει να πουλάνε στο κοινό, και συνεπώς να γυρίζονται. Η δική του εμπειρία από την ταινία ήταν αρκετά “στενή” θα έλεγε κανείς: Καθώς βρισκόταν σε ένα πάρκο και προσπαθούσε να ξεφύγει από μια ομαδική επίθεση, ένας από τους διώκτες του, που εργαζόταν σε κινηματογράφο, του φώναξε: “Αν είδες το ‘Cruising’, θα ξέρεις τι σου αξίζει!”. Προφανώς, αναφερόταν στην αρχική στιγμή της ταινίας όπου ένα ακρωτηριασμένο πτώμα εμφανίζεται να επιπλέει στον ποταμό Hudson. Η ταινία είχε αρχίσει να προβάλλεται μόλις λίγες μέρες πριν.

Η ιστορία του Nyswaner εικονογραφεί πολύ καλά τη σημερινή κατάσταση του γκέι κινηματογράφου. Αν οι “κακές” συμπεριφορές προκαλούνται από “κακές” ταινίες, τότε δεν έχουμε παρά να πλημμυρήσουμε τη μεγάλη οθόνη με “θετικές” εικόνες και να περιμένουμε τα ευχάριστα αποτελέσματα.

Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της σχολής είναι η ταινία “In & Out”. Φαινομενικά, έχει όλα τα προσόντα υπέρ της, με κυριότερα τον γκέι σεναριογράφο, γκέι ηθοποιούς και μια αληθινή και συγκινητική ιστορία να τη συνδέει με μια άλλη σπουδαία ταινία, τη “Φιλαδέλφεια”. Καθώς ο Ματ Ντίλον, a la Τομ Χανκς, ευχαριστεί δημόσια τον καθηγητή του που είναι γκέι και μεγάλη καρδιά, το κουβάρι του “In & Out” αρχίζει να ξετυλίγεται. Ο σεναριογράφος, με προϋπηρεσία σε επιτυχημένα θεατρικά έργα, έχει γράψει ένα πραγματικά διασκεδαστικό σενάριο, με ορισμένες αληθινά καταπληκτικές στιγμές, και δίνει την ευκαιρία στους ηθοποιούς να υποδυθούν ορισμένους απολαυστικούς ρόλους. Κάτι δεν πάει καλά, όμως, και δεν μιλώ για το ελαφρά χοντροκομμένο και, ώρες ώρες, κομπλεξαρισμένο (λέγε με αμερικάνικο) χιούμορ.

in and out

Από ένα σημείο και μετά, γίνεται ένα άλμα από τον πραγματικό κόσμο, σε ένα φανταστικό περιβάλλον, γέννημα-θρέμμα της φαντασίας του σεναριογράφου. Πρόκειται για έναν κόσμο όπου, ξαφνικά, όλοι βρίσκονται στο πλευρό του μέχρι πρότινος καταδιωκόμενου ομοφυλόφιλου. Όσο ωραία κι αν είναι σαν επιθυμία μια τέτοια εικόνα, έχει έναν υπερβολικά διδακτικό τόνο που κάποιοι θα έβρισκαν ενοχλητικό. Ποντάροντας στα αντιρατσιστικά συναισθήματα, που έχει κάθε θεατής που σέβεται τον εαυτό του, ο σεναριογράφος, μεταξύ γέλιου και δράματος, βρίσκει την ευκαιρία να αρχίσει το κήρυγμα.

Το άσχημο είναι ότι όταν προσπαθείς να πείσεις τόσους πολλούς ανθρώπους μέσα σε πέντε λεπτά, αρχίζεις να κάνεις σοβαρές παραχωρήσεις. Οι χαρακτήρες του “In & Out”, όσο αστείοι και συμπαθητικοί κι αν είναι, δείχνουν να μην έχουν σεξουαλική ζωή. Ασφαλώς, δίνουν το διαβόητο φιλί στην οθόνη, πέρα αυτού, όμως, μηδέν. Για να πετύχει κανείς στην επικοινωνία του με το κοινό είναι καλύτερο να μιλά για το πόσο καλοί είναι οι ομοφυλόφιλοι, παρά για τους ομοφυλόφιλους τους ίδιους.

Βλέποντας τα συμπαθητικά “χάιδεψέ με!” ζωάκια που μας παρουσιάζουν να είμαστε οι διάφορες επιτυχίες, όπως το “In & Out” ή η “Πρισίλα”, σκέφτεται κανείς παλιότερες ταινίες όπως η “Ερωτική τριλογία”, “Ο νόμος του πόθου”, “Ωραίο μου πλυντήριο”, “Άγριες νύχτες” αλλά και λιγότερο γνωστές, όπως η “Νεύρωση: 50 χρόνια διαστροφής” του Rosa Von Paunheim (είχαμε την ευκαιρία να την παρακολουθήσουμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πριν λίγα χρόνια).

skin and bone“Είναι πολύ ενδιαφέρον”, δηλώνει ο Praunheim, ο διεθνώς γνωστός γκέι σκηνοθέτης της Γερμανίας. “Νομίζω ότι ο κίνδυνος βρίσκεται στο ότι η αποκαλούμενη ‘πολιτική ορθότητα’ κάνει τη ζωή πολύ βαρετή, ιδιαίτερα αν το μήνυμα που επιτρέπεται σε όλους μας να προβάλλουμε είναι αυτό που εγώ αποκαλώ ‘οι ηλιόλουστοι γκέι’. Ξέρεις, πιστεύω ότι αν είσαι ένα καλλιτέχνης, οι κακοί άνθρωποι είναι πάντα πιο ενδιαφέροντες από τους καλούς, και έχοντας ανάγκη από δραματικούς χαρακτήρες, τείνεις να τους μεγαλοποιείς. Αυτό που νομίζω είναι πως οι γκέι άνθρωποι έχουν γελοιοποιηθεί από το στρέιτ κινηματογράφο, έχουν παρουσιαστεί σαν μια αρνητική παρουσία για πάρα πολύ καιρό”. Συμπληρώνει, όμως, ότι “τα πράγματα είναι διαφορετικά, αν ένας γκέι σκηνοθέτης επιλέξει να κάνει [το ίδιο]”.

Πραγματικά, φαίνεται ότι όσο ενοχλητική είναι για μερικούς όλη αυτή η εικόνα, άλλο τόσο ενδυναμωτική είναι για κάποιους άλλους. Αρκετοί άνθρωποι φαίνονται να αντλούν δύναμη από όλη αυτή την αρνητική ενέργεια. Στο στόμα τους οι λέξεις “ανώμαλος”, “αδερφή”, “πουστάρα” αποκτούν μια κολακευτική χροιά, εκφέρονται ως εύσημα, επιδεικνύονται περήφανα σαν σημάδια από τραύματα βετεράνων. Η επικεφαλίδα “Η επανάσταση των πούστηδων” ενός άρθρου μια γερμανικής δεξιάς εφημερίδας έγινε τίτλος της επόμενης ταινίας του Praunheim. Το ντοκιμαντέρ-θρύλος “Δεν είναι ο ομοφυλόφιλος που είναι ανώμαλος, αλλά η κατάσταση στην οποία ζει” (ο τουλάχιστον εντυπωσιακός τίτλος τα λέει όλα!) απαγορεύτηκε το 1970 από τη Γερμανική τηλεόραση. Κι όμως, όταν μετά από μερικά χρόνια επιτράπηκε η προβολή του – όταν ο σκηνοθέτης είχε στα ράφια του κάμποσα βραβεία – ήταν η γκέι κοινότητα που εξαγριώθηκε από την ανελέητη επίθεση της ταινίας στη γκέι μονογαμία και αξιοπρέπεια.

Απ’ ό,τι φαίνεται το σχοινί δεν είναι ποτέ αρκετά τραβηγμένο. Ο πάπας του “new queer cinema” Bruce LaBruce συμμετέχει σε μια ανθολογία κειμένων που πρόσφατα εκδόθηκε ως βιβλίο στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Κατά διαβολική σύμπτωση, τόσο ο LaBruce όσο και η λεσβία “μεταφεμινίστρια” Camille Paglia, υποστηρίζουν το ανήκουστο (ή το αυτονόητο κατ’ άλλους): ότι το ομοφυλοφιλικό σεξ είναι παρά φύσιν. Σε πείσμα πολλών ομοφυλόφιλων που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να έχουν την αίσθηση ότι “λίγο ακόμα και θα τα καταφέρουμε” εμφανίζεται και ο ποιητής της πόλης μας Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίο δεν παύει να αποκαλεί την ομοφυλοφιλία “διαστροφή”.

Πρόκειται, άραγε, για μια προσπάθεια να θυμίσουν ότι η ομοφυλοφιλική επιλογή θα βρίσκεται πάντα σε γωνία με τις κυρίαρχες αντιλήψεις; Θέλουν απλά να πικάρουν το στρατόπεδο των “δες-τι-ευπρεπης-που-είμαι”; Το μόνο σίγουρα είναι ότι κάθε πλευρά, στον κινηματογράφο και στην υπόλοιπη ζωή, έχει τα δικά της γερά επιχειρήματα. Όπως πολύ καλά το έθεσε μια μεγάλη γκέι εφημερίδα που κυκλοφορεί στο Λονδίνο – σε μια λεζάντα δίπλα από τον Curt Cobain των Nirvana να τραγουδά φτιαγμένος, αξύριστος και ντυμένος με μια δαντελένια νυχτικιά — “αυτά είναι τα πρότυπα που δείξουμε στα παιδιά μας;”

“Η ελευθερία είναι σημαντικότερη από την υγεία”: Ο Thomas Szasz και το πρόβλημα του πατερναλισμού

Της Joanna Moncrief, International Psychiatry Vol.11, No 2, Μάιος 2014

Όταν ο Thomas Szasz συνόψισε τις φιλοσοφικές αρχές του στην ετήσια συνάντηση του Βασιλικού Κολλέγιου Ψυχιάτρων στο Εδιμβούργο το 2010, δήλωσε ότι “η ελευθερία είναι πιο σημαντική από την υγεία”. Αυτή η άποψη διαμορφώθηκε από την εμπειρία του της διαφυγής από τους Ναζί στη δεκαετία του ’30 και την άφιξή του τελικά στις ΗΠΑ, στη χώρα της ελευθερίας. Στο σύνολο της καριέρας του ο Szasz είχε τη σταθερή θέση ότι η καλλιέργεια της ικανότητας των μεμονωμένων ανθρώπων να κάνουν τις δικές τους επιλογές ήταν η πλέον σημαντική αρχή μιας σύγχρονης κοινωνίας, “μιας κοινωνίας στην οποία ο άνθρωπος έχει μια ευκαιρία, οσοδήποτε μικρή, να αναπτύξει τις δικές του δυνάμεις και γίνει άτομο” (Szasz, 1988, σ. 128). Ήταν αντίθετος σε απαγορεύσεις στη χρήση οποιασδήποτε κατηγορίας ουσιών, στους περιορισμούς που σχεδιάστηκαν για προλαμβάνουν την αυτοκτονία και σε οτιδήποτε εκλάμβανε ως παρεμβολή του κράτους στις ιδιωτικές ζωές και πράξεις των ατόμων.

Η σημασία που απέδιδε ο Szasz στην ελευθερία συσχετιζόταν με μια έγνοια για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, και μια πίστη ότι η αξιοπρέπεια πηγάζει από την ικανότητα να ζήσεις μια ανεξάρτητη, αυτο-καθορισμένη ζωή, ελεύθερη από έλεγχο και δυνητικό εξευτελισμό στα χέρια των άλλων. Εφόσον η ελευθερία (και η υπευθυνότητα) είναι το “καίριο ηθικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης” (Szasz, 1988, σ. xv) οποιαδήποτε περίσταση καθιστά τους ανθρώπους εξαρτημένους, με άλλους για να παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό τους, αυτόματα κάνει τα άτομα λιγότερο πλήρως ανθρώπινα και συνεπώς απομειώνει την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής.

Η ασθένεια και η αναπηρία περιλαμβάνουν εξάρτηση και επομένως μια κάποια απώλεια αξιοπρέπειας, αλλά και η ιατρική θεραπεία επίσης καθιστά τον “ανάπηρο” εξαρτώμενο από τον γιατρό ή τον θεραπευτή, και υπό αυτή την έννοια η θεραπεία είναι επίσης ενδογενώς αναξιοπρεπής. Με αυτή τη θέση, ο Szasz είναι κοντά στον Ivan Illich και τη θέση που αναπτύσσεται στο κλασικό βιβλίο του τελευταίου, Medical Nemesis, ότι οι επιδράσεις της σύγχρονης ιατρικής που προκαλούν εξάρτηση έχουν απομειώσει τους φυσικούς πόρους των ανθρώπινων όντων για να υπομένουν και να καταπολεμούν τον πόνο. Αντί να βελτιώνει τη ζωή, η ιατρική, από αυτή την άποψη, έχει υποβαθμίσει την ανθρωπότητα συνολικά (Illich, 1976).

Όταν κάποιος άνθρωπος είναι πολύ άρρωστος, μπορεί να καταστεί ανίκανος να παίρνει τεκμηριωμένες και προσεκτικές αποφάσεις σχετικά με το τι θέλει να γίνει. Σε αυτή την περίπτωση, συγγενείς, φίλοι, φροντιστές και γιατροί πρέπει να κρίνουν για λογαριασμό του ασθενούς. Η αντίληψη ότι τρίτοι άνθρωποι μπορούν να πάρουν αποφάσεις βασισμένοι αποκλειστικά στα βέλτιστα συμφέροντα ενός άλλου ατόμου είναι αυτό που αποκαλούμε “πατερναλισμός”. Ο Szasz, μεταξύ άλλων, ήταν μονίμως καχύποπτος απέναντι στον πατερναλισμό, θεωρώντας τον ως το κακό που έπρεπε να αποφευχθεί αν ήταν δυνατόν, παραθέτοντας τον Kant που είχε πει “κανένας δεν μπορεί να με αναγκάσει να είμαι ευτυχισμένος με τον δικό του τρόπο. Ο πατερναλισμός είναι ο βαρύτερος δεσποτισμός που μπορεί να φανταστεί κανείς” (παρατίθεται στο Szasz, 1990, σ. 39)

Εκτός του ότι παραβιάζει την αυτονομία του ατόμου, ο πατερναλισμός είναι επικίνδυνος, σύμφωνα με τον Szasz, γιατί αποκρύπτει το γεγονός ότι πάντα διακυβεύονται και άλλα κίνητρα. Καμία απόφαση σχετικά με τη μεταχείριση άλλου ανθρώπινου πλάσματος δεν είναι ποτέ πραγματικά ουδέτερη ή αντικειμενική. Σε ιατρικές καταστάσεις, υπάρχουν πάντα συμφέροντα που υπεισέρχονται, πέρα από αυτά του ασθενή, είτε είναι τα συμφέροντα της οικογένειας, του γιατρού, της κοινότητας ή του οργανισμού που εκπροσωπεί ο γιατρός. Η ιδέα του πατερναλισμού απλώς συσκοτίζει αυτές τις άλλες επιρροές (Szasz, 1988).

Έχει υποστηριχθεί, όμως, ότι η ελευθερία είναι μια ενασχόληση εκείνων που είναι ήδη υγιείς, πλούσιοι και ασφαλείς. Εκεί που η καθημερινή ύπαρξη παραμένει αγώνας, ο αυτοκαθορισμός του κάθε ατόμου μπορεί να φαντάζει σχετικά ασήμαντος. Ο Γάλλος φιλόσοφος Georges Canguilhem παρέθεσε τον χειρούργο Rene΄ Leriche όταν περιέγραφε την υγεία ως τη “σιωπή των οργάνων” και κατέδειξε το γεγονός ότι οι επιπτώσεις της ασθένειας και της αδυναμίας συχνά δεν εκτιμούνται ότι η καλή υγεία θεωρείται δεδομένη (Canguilhem, 2012). Σε ορισμένες χώρες χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος, καθώς και στα γκέτο των Δυτικών πόλεων, όπου ελευθερία σημαίνει να βγάζεις τα προς το ζην από το περιθώριο της εύπορης κοινωνίας, η απώλειά της μπορεί να μη θρηνείται και τόσο πολύ. Επιπλέον, τα προβλήματα υγείας που συνεχίζουν να πολιορκούν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής για παράδειγμα – υποσιτισμός και μολυσματικές ασθένειες – μπορούν να περιοριστούν σημαντικά με απλές διαδικασίες όπως η βελτιωμένη υγιεινή, ο επισιτισμός, η ανοσοποίηση και η παροχή αντιβιοτικών που συνεπάγονται μικρή απώλεια αξιοπρέπειας. Το οφέλη στην υγεία που προκύπτουν βοηθούν στη αύξηση της ικανότητας να ζήσουν μια αυτόνομη και ανεξάρτητη ζωή.

Ακόμα και στις χώρες με υψηλό εισόδημα, η ελευθερία μερικές φορές υποτάσσεται ενώπιον της γενικής υγείας του ευρύτερου πληθυσμού. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ο εμβολιασμός των παιδιών είναι υποχρεωτικός γιατί η ανοσία της κοινότητας, γενικά, τίθεται σε προτεραιότητα σε σχέση με την επιλογή των μεμονωμένων οικογενειών. Παρόμοια, πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ΗΒ, έχουν νόμους για τη δημόσια υγεία που προβλέπουν μέτρα για την επιβολή θεραπείας για τη φυματίωση, συμπεριλαμβανομένου του εξαναγκαστικού περιορισμού ενός μολυσμένου ατόμου εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.

Παρόλο που ο Szasz μπορεί να είχε αναγνωρίσει ότι ένας αυτεπίγνωτος πατερναλισμός ήταν απαραίτητος στην περίπτωση της φροντίδας ανθρώπων που ήταν σοβαρά σωματικά ασθενείς, ήταν επικριτικός στην επέκταση της πατερναλιστικής αρχής σε άλλους τομείς της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ψυχιατρικής. Μάλιστα, ο Szasz υποστήριξε ότι ο λόγος για την κατασκευή συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς ως ασθένειας είναι ακριβώς για να δικαιολογηθεί η διαχείρισή τους με έναν πατερναλιστικό τρόπο. Είναι περιβόητα γνωστό ότι για τον Szasz η “ψυχική ασθένεια” δεν οντότητα της ίδιας μορφής με τη σωματική ασθένεια ή νόσο, και μπορεί να γίνει ορθά αντιληπτή μόνο κατά μία μεταφορική έννοια. Η μεταφορά εκλαμβάνεται λανθασμένα ως πραγματικότητα εξαιτίας των κοινωνικών λειτουργιών που υπηρετεί, μια εκ των οποίων είναι να παρέχει έναν βολικό μηχανισμό για τη διαχείριση της κοινωνικά αποδιοργανωτικής και απρόβλεπτης συμπεριφοράς.

Ο σκοπός της έννοιας της ψυχικής ασθένειας σε αυτή την αφήγηση είναι, επομένως, “να αποκρύπτει και να καθιστά πιο εύγευστο το πικρό χάπι της ηθικής σύγκρουσης στις ανθρώπινες σχέσεις” (Szasz, 1070, σ. 24). Ορίζοντας τέτοιες καταστάσεις ως ασθένεια ενός συγκεκριμένου ατόμου επιτρέπει να αναπαρασταθούν ως “θεραπεία” ο περιορισμός της ελευθερίας αυτού του ατόμου και οι παρεμβάσεις για προσαρμογή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να υποταχθεί στη βούληση των άλλων, συμπεριλαμβανομένης της απομάκρυνσης από την κοινωνία, του περιορισμου σε ίδρυμα και του εξαναγκασμού λήψης ψυχοτρόπων ουσιών, αλλά αυτές οι πράξεις μπορούν να ερμηνευτούν ως “προς το καλύτερο δυνατό όφελος” του ατόμου. Επομένως η ψυχιατρική είναι το πεδίο μάχης στο οποίο η σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και υγείας έρχεται με τον πιο καταφανή τρόπο στο φως, αλλά είναι επίσης μια τεχνητή σύγκρουση, σύμφωνα με τον Szasz. Η γλώσσα της υγείας και της ασθένειας είναι μόνο ένα επίχρισμα που εφαρμόζεται στις καθημερινές συγκρούσεις που προκύπτουν μεταξύ ανθρώπων που θέλουν να συμπεριφερθούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, και εκείνων που θέλουν τους προηγούμενους να συμπεριφερθούν διαφορετικά.

Όμως, τα προβλήματα ψυχικής υγείας δεν χρειάζεται να γίνονται αντιληπτά ως ασθένειες ούτως ώστε να δικαιολογούν πατερναλιστικές παρεμβάσεις. Παρόλο που εν τέλει απορρίφθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση, η αντίληψη της έδρασης της νομοθεσίας περί ψυχικής υγείας στην έννοια της “ικανότητας” έχει προταθεί σε διάφορες διαβουλεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της κυβερνητικά διορισμένης επιτροπής Richardson το 1999 (Υπουργείο Υγείας, 1999). Σύμφωνα με αυτές τις προτάσεις, μια παρέμβαση που θα κρινόταν ότι θα ήταν “για τον καλύτερο δυνατόν όφελος” ενός ατόμου, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν αυτό το άτομο κρινόταν ότι είχε απωλέσει την ικανότητα να παίρνει λογικές αποφάσεις, είτε αυτή η απώλεια ικανότητας προήλθε απά μια bona fide ασθένεια του εγκεφάλου είτε από ένα επισόδειο ψυχικής ανατάραξης το οποίο θα μπορούσε να διαγνωστεί ως ψυχική διαταραχή κάποιας μορφής.

Οι επιφυλάξεις όσον αφορά τον πατερναλισμό ισχύουν ανεξάρτητα του πώς εννοιολογείται η ψυχική διαταραχή, και οι κρίσεις σχετικά με τη φύση της “ανικανότητας” και με το τι πραγματικά αποτελεί “το καλύτερο δυνατόν όφελος” του ατόμου θα είναι πάντοτε υποκειμενικές. Εντούτοις, απομακρύνοντας τη σύνδεση με την ασθένεια θα μπορούσε να κανει τη φύση και τον σκοπό των εξαναγκαστικών παρεμβάσεων στη ψυχιατρική περισσότερο προφανείς.

Ο Szasz ένοιωθε ότι τα άτομα δεν θα έπρεπε να εξαναγκάζονται να λαμβάνουν κάποια παρέμβαση που δεν θέλουν, ακόμα κι αν η ζωή τους δίχως με μια τέτοια παρέμβαση φαντάζει αθλια, περιορισμένη, δίχως επιβράβευση και άβολη. Σε αντίθεση με τη σωματική ιατρική, όπου ο πατερναλισμός θα μπορούσε ορισμένες φορές να είναι ένα αναγκαίο κακό, στην ψυχιατρική αυτό είναι απαράδεκτο, διότι αρνείται στα ανθρώπινα όντα την αξιοπρέπεια της λήψης των δικών τους επιλογών, όσο ασύνετες ή αυτοκαταστροφικές οι επιλογές αυτές μπορούν να φαίνονται κάποιες φορές. Η περίσκεψη πάνω στις απόψεις του Canguilhem, όμως, προτείνει ότι παρόλο που τη μεριά της λογικής μπορεί να είναι δυνατό να εκτιμηθεί η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ελευθερίας ως ανώτερης της ικανότητας να λειτουργήσει κανείς μέσα στον πραγματικό κόσμο, κάποιος πρέπει να έχει ένα βασικό επίπεδο λογικής ικανότητας ώστε να προβεί σε αυτή την κρίση. Όταν αυτό παρεμποδίζεται, τότε μια πατερναλιστική προσέγγιση που στοχεύει στην αποκατάσταση αυτή της ικανότητας θα μπορούσε να ειδωθεί ως υποστηρικτική της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτονομίας, αντί να τις εξαντλεί.

Οι ψυχίατροι που εργάζονται με ανθρώπους που είναι βαριά ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζουν αυτά τα διλήμματα καθημερινά. Να αφήνουν ασθενείς που είναι βαθιά ψυχωσικοί στον εαυτό τους, επιτρέποντάς τους να βυθιστούν σε μια κατάσταση ακραίας απάθειας και εσωτερικής ενασχόλησης ή να τους αναγκάζουν να λάβουν αντιψυχωσική αγωγή η οποία θα μπορούσε να αποκαταστήσει κάποιο βαθμό επαφής με τον εξωτερικό κόσμο; Παρομοίως, να προσπαθήσουν να εμπλέξουν άτομα σαν κι αυτά σε κάποιο είδος κοινωνικής αλληλεπίδρασης στην οποία, αρχικά τουλάχιστον, μπορεί να αντισταθούν, ούτως ώστε να προσπαθήσουν και να εδραιώσουν μια πιο ικανοποιητική και κοινωνική ζωή; Αν όλοι οι ασθενείς ξυπνούσαν από την ψύχωσή τους και ευχαριστούσαν τους ψυχιάτρους που τους επανέφεραν στη λογική, το δίλημμα δεν θα υπήρχε. Αλλά οι περισσότεροι δεν ξυπνούν. Πολλοί άνθρωποι που εξαναγκάζονται να λάβουν ψυχιατρική θεραπεία, όπως αντιψυχωσικά φάρμακα, ενάντια στις επιθυμίες τους είτε νιώθουν ότι δεν έχουν ωφεληθεί είτε νιώθουν ότι τα οφέλη δεν αντισταθμίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις της θεραπείας. Παρόλο που τα συμπτώματα μπορεί να μειωθούν, κάποιοι άνθρωποι νιώθουν ότι μια σημαντική πλευρά της προσωπικότητάς τους έχει επίσης χαθεί, και ότι η ψυχική ζωή τους έχει καταστεί πιο περιορισμένη. Ένας ασθενής συνόψισε το δίλημμα ως εξής: “Για να χάσω τις περιόδους μου με την τρέλα, έπρεπε να πληρώσω με την ψυχή μου” (Wescott, 1979, σ. 989).

Η χρήση εξαναγκασμένης θεραπείας ώστε να αυξηθεί η αυτονομία στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι επομένως γεμάτη δυσκολίες. Είναι αδύνατο να προβλεφθεί αξιόπιστα ποιος είναι πιθανό να εκτιμήσει τα αποτελέσματα της θεραπείας και ποιος θα μπορούσε να αισθανθεί μειωμένος από αυτά. Και πάλι, ένας παραλληλισμός με την ιατρική στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος θα μπορούσε να παρέχει ενδείξεις για μια λύση.

Παρόλο που τα οφέλη απλών μέτρων υγείας όπως η βελτιωμένη υγιεινή φαίνονται προφανή, μπορούν εντούτοις να αντιμετωπίζονται εχθρικά και με αντίσταση εάν επιβάλλονται απ’ έξω. Μόνο όταν η φροντίδα υγείας σχεδιαστεί και υλοποιηθεί από την ίδια την κοινότητα θα μπορέσει να προωθήσει την ανάπτυξη ικανών και αυτόνομων ατόμων. Με παρόμοιο τρόπο, η κοινωνία ως σύνολο χρειάζεται να αναλάβει την ευθύνη για τα πράγματα που κάνουμε στους ανθρώπους που είναι χαρακτηρισμένοι ότι έχουν ψυχικές διαταραχές. Χρειάζεται να υπάρχει μια διαφανής συζήτηση για το πότε είναι δικαιολογημένο να υποβάλλεις κάποιον σε βίαιο περιορισμό και σε παρεμβάσεις που αλλάζουν το μυαλό. Είναι κρίσιμο να ακουστούν οι ετυμηγορίες ανθρώπων που είχαν την εμπειρία τέτοιων μέτρων. Όπως αναγνώρισε ο Szasz, όμως, αυτό είναι απίθανο να συμβεί εφ όσον αυτές οι συνθήκες ορίζονται ως ιατρικές ασθένειες και η παρέμβαση ως “ιατρική θεραπεία”. Ένα σύστημα είναι δυνατόν, όμως, το οποίο να μειώνει το χάσμα που κάποιες φορές υπάρχει μεταξύ ελευθερίας και λογικής.

Κωνσταντίνος / Παναγιώτης, 1994

Από το βιβλίο “Κωνσταντίνος”, του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, 1996

Όταν έρχεται ο Κωστής στο σπίτι, όποιος κι αν είναι πλάι στον Παναγιώτη – γιατί τώρα πάντα κάποιος είναι κοντά του στο δωμάτιο του αρρώστου –, σηκώνεται και πάει στην κουζίνα να τους αφήσει μόνους. Ο Παναγιώτης τους είναι σε καλά χέρια. Αισθάνονται την αγάπη, τη συγκίνηση πιο πολύ του Κωστή για τον πόνο του Παναγιώτη, την αφοσίωσή του σε κάθε πόνο. Ο θάνατος, λέει μέσα του τώρα ο Κωστής, αντικρύζοντας τον φίλο του στο κρεβάτι, που σε κάθε καινούρια επίσκεψη έχει κατρακυλήσει ακόμα λίγο στη σκάλα της απίσχνασης, ο θάνατος, αν θα έρθει, θα είναι από ασιτία. Του πάει πιο πολύ, είναι περισσότερο αυτοκτονία παρά νίκη μιας άρρωστης φθοράς. Η ηθελημένη ασιτία είναι άρνηση της ψυχής, ένας πόλεμος με περιφρόνηση. Ο Παναγιώτης κατρακυλάει χωρίς να πιάνεται από πουθενά. Ίσως δεν μπορεί να διανοηθεί το θάνατο. “Αν πίστευα”, λέει τώρα στον Κωστή, “θα προσευχόμουν, θα έκανα μάγια και τελετές”. Η Ευγενία επιμένει ήπια να τα κάνει κι ας μην τα πιστεύει. Αυτά τα πράγματα έχουν τη δική τους δύναμη. Ο Κωστής του λέει πως καταλαβαίνει, κι αυτή τους η συμφωνία είναι μια μικρή πίστη σε κάτι, κάτι που κάνει σήμερα τον Παναγιώτη να δεχτεί να πιεί ένα χυμό καρότο και να φάει λίγες βραστές πατάτες με φρέσκο μαϊντανό, λάδι και λεμόνι. Εκείνο που τρέμει είναι η εικόνα του να παλεύει με νύχια και με δόντια, η γελοιότητα της προσπάθειας να ζήσει. Ντρέπεται για την επιθυμία για ζωή και μέχρι πού μπορεί να τον σπρώξει. Θέλει να πρυτανεύει η λογική και αυτή λέει πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ενάντια σε μια τέτοια ανίατη αρρώστια. Αυτό του φέρνει τρόμο, αλλά κατά βάθος τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη και τον ξεκουράζει. Έτσι καταδικάζει τον εαυτό του σε θάνατο. Πεθαίνει με πείσμα. Η ασιτία είναι η επιβίωση του πεισματάρικου χαρακτήρα του, η αυτοκαταστροφική του λύσσα – η μόνη δυνατότητα που έχει να κάνει, έτσι καθηλωμένος στο κρεβάτι, το δικό του: δεν τρώω, άρα ακόμα υπάρχω. Ταυτόχρονα θέλει να ζήσει, κάτι μέσα του θέλει να ζήσει, χωρίς να πρέπει γι’ αυτό να πάρει καμία ευθύνη.

Με τον Κωστή θυμάται αυτό που ήτανε, θυμάται τα γέλια, την υπερβολή των αισθήσεων. Τη μανία για ακρότητες, μανία που φουντώνει για να δημιουργήσει υλικό για κατοπινές διηγήσεις. Περνάει πάντα ακόμα τον Κωστή από αυστηρή ανάκριση για να του πει αν γνώρισε κανέναν, πού, πώς, τι έκαναν, ποιος είναι. Κι αυτός, εδώ και λίγο καιρό, του διηγείται ελαφρά παραλλαγμένη την ιστορία με τον Κωνσταντίνο. Μη λέγοντάς του ποιος είναι, ανακατεύοντας στιγμιότυπα από μια άλλη παλιά περιπέτεια που ο Παναγιώτης δεν ήξερε. Το κάνει για τον Παναγιώτη, γιατί αυτό του δίνει ζωή, το κάνει και για τον ίδιο, γιατί θέλει απελπισμένα να μιλήσει γι’ αυτό. Ντρέπεται όμως να ομολογήσει πως έχει παθιαστεί μ’ αυτό τον άνθρωπο του πάρκου που οι άλλοι χρησιμοποίησαν μόνο ως σκεύος διαστροφών και τυχαίου ξεφαντώματος. Η αφήγηση φτιάχνει τη διάθεση του αρρώστου – είναι απογευματάκι και έχει ακόμα κάποιες δυνάμεις – κι απ’ την κουζίνα ακούνε με αγαλλίαση το παλιό γέλιο του παιδιού τους, τη γνωστή εκκωφαντική φωνή. Στο τέλος ανεβάζει πυρετό, αλλά ο Παναγιώτης είναι ικανοποιημένος σαν να έχει πάρει τη δόση του. Ο Κωστής τον βάζει κι αυτός να του πει κάτι απ’ την ιστορία με τον Κωνσταντίνο, την τελευταία του ιστορία, που δεν μπορεί να αξιωθεί το όνομα έρωτας, αλλά είναι η τελευταία και γι’ αυτό με κάποιο τρόπο σημαντική. Θα σου πω σήμερα την ιστορία με τις μπότες, λέει ο Παναγιώτης, λιγάκι σαν γέρος που δεν θυμάται πια τι έχει πει και πόσες φορές. Είναι όχι μια ιστορία μα ένα τους συναπάντημα με τον Κωνσταντίνο που χρησιμοποιείται σαν προσάναμμα σε άλλα περιστατικά και αφηγήσεις, περισσότερο σαν συμπλήρωμα παρά σαν αυτοτελής ιστορία η ίδια. Ο Κωστής μαζεύει τα κομμάτια και είναι σαν να είναι κι αυτός παρών στη σκηνή, συμπληρώνει.

Η ιστορία είναι η εξής: Κάνει κρύο και ακόμα κι όταν φτάνουν σπίτι, το δωμάτιο είναι πάγος, τα χνώτα τους, πλησιάζοντας, χτυπιούνται σαν σπαθιά. Αγγίζονται πάνω απ’ τα ρούχα κι η δυσκαμψία τους γίνεται χάδια σκληρά, ηχηρά, απ’ αυτά που θέλουν να δείξουν πως τους αρέσει να πληγώνουν. Να πληγώνουν γιατί κρυώνουν και πιστεύουν πως δεν αγαπιούνται, γιατί δεν έχουν συγχωρέσει ο ένας τον άλλο για κάτι που δεν έχει να κάνει με τους ίδιους και που ούτε θέλουν να ξέρουν τι είναι. Θέλουν να πονέσουν ο ένας τον άλλο για κάτι που δεν έχει να κάνει με τους ίδιους και που ούτε θέλουν να ξέρουν τι είναι. Θέλουν να πονέσουν ο ένας τον άλλο, ο Παναγιώτης θέλει να πονέσει τον Κωνσταντίνο, γιατί έτσι ξέρει να αγαπάει, πονώντας τον εαυτό του και τιμωρώντας γι’ αυτό τον άλλο. Τον βάζει λοιπόν να γδυθεί μέσα στο κρύο δωμάτιο – ο πόθος, το να δηλώσουν περίτρανα και αδιάψευστα πως ο πόθος τους, ναι, αυτός υπάρχει, ερήμην της παγωνιάς, ένα ποθώ που αποδεικνύει την ίδια τους την ύπαρξη, ο πόθος τους δεν έχει αφήσει τον Παναγιώτη να ασχοληθεί με την περίπλοκη διαδικασία του ανάμματος της σόμπας πετρελαίου. Γιατί φοβάται το νεκρό χρόνο ανάμεσά τους όσο δεν θα αγγίζονται, φοβάται πως αυτό θα γεννήσει μικρόβια που θα γκρεμίσουν τον ετοιμόρροπο ζήλο τους και επίσης θέλει να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα, να κάνουν ό,τι είναι να κάνουν, να φύγει ο άλλος να πάει σπίτι του, να μπορέσει να κοιμηθεί κι αυτός. Ένα απ’ τα καλά αυτού του Κωνσταντίνου είναι πως δεν περνάει ποτέ τα βράδια εκεί, πως δεν βλέπει κι αυτός την ώρα να του δίνει. Αν ασχοληθεί τώρα ν’ ανάψει τη σόμπα, ο κενός χρόνος ίσως υψώσει αναμεσά τους μια αναγκαστική οικειότητα, μια τριβή καθημερινότητας, που φοβάται μην τους κάνει ξαφνικά από μαχητές σκληρούς κάτι άλλο, μήπως κάμψει τη σκληρότητα – φιλική, είναι αλήθεια, μέσα στη σύμβασή της και την ακρίβεια των ρόλων – και τους κάνει κάτι σαν ομοίους, όντα που ανήκουν σε μια αμήχανη και ανόητη αδελφότητα. Δε χρειάζονται τη φωτιά. Η δική τους φλόγα τρέφεται μονάχα από τα ρούχα, τα μέλη, τον τρόπο και το τελετουργικό της συνάντησης, απ’ τις χειρονομίες, αντρικής συνωμοτικής σιγουριάς. Θα νικήσω κι εσύ θ’ αφεθείς να νικηθείς, το μόνο που θέλω να ξέρω είναι πως θα σου αρέσει κι εσένα και σ’ αυτό δεν θέλω να με διαψεύσεις. Τον κάνει να γδυθεί τελείως και να γονατίσει μπροστά του, ενώ ο ίδιος δεν βγάζει τίποτα. Ανοίγει μόνο κουμπιά, κατεβάζει φερμουάρ, μετακινεί μέλη. Πιάνει το κεφάλι του Κωνσταντίνου απ’ τους κροτάφους και το βάζει σε γωνίες με δικό του όρθιο σώμα. Ο Κωνσταντίνος ξετρυπώνει τα μέλη του Παναγιώτη, λύνει τις ζώνες. Τα χέρια στους κροτάφους, στ’ αυτιά που είναι πάντα σαν βρώμικα. Όταν κάποτε ο Παναγιώτης είναι κι αυτός γυμνός, φοράει ακόμα τις μπότες του, μυτερές, με πέταλα, με στολίδια μεταλλικά, αιχμηρά. Παρακινημένος απ’ τον Παναγιώτη, ο Κωνσταντίνος θα σκύψει το πρόσωπό του μέχρι ν’ αγγίξει τις μύτες, τις ασημένιες μύτες με τα χείλη, θα τις βάλει για μια στιγμή στο στόμα του κι ύστερα θα περάσει τη γλώσσα του βιαστικά, όχι προσπαθώντας να αποφύγει, αλλά σαν η συντομία να ήταν σ’ αυτή την περίπτωση μητέρα της ευχαρίστησης, και θα γλείψει όλη την επιφάνεια της μπότας. Ο Κωνσταντίνος μου γλύφει τις μπότες, ο Κωνσταντίνος είναι γονατιστός στα πόδια μου και μου γλύφει τις μπότες – αναπαριστά τη σκηνή σε λέξεις μες στο μυαλό του ο Παναγιώτης, σκυμμένος κι αυτός πάνω από τον Κωνσταντίνο, φράσεις του κατεβαίνουν και του στέλνουν το αίμα μ’ ένα τίναγμα ανάμεσα στα πόδια. Και όσο αίμα δε χωράει στο εντούτοις τεράστιο μέγεθός του, ανεβαίνει μεμιάς στο κεφάλι, του σφίγγει τον λαιμό, χτυπάει το σάλιο του σαν κύμα στα τοιχώματα του ουρανίσκου. Ξαπλώνουν, πισωπλατώντας ο Παναγιώτης προς το τεράστιο κρεβάτι, ακολουθώντας στα γόνατα ο Κωνσταντίνος, προσπαθώντας να μη χάσει την επαφή του με το μέταλλο και το μαύρο σκασμένο δέρμα, σαν ένα τάμα που πρέπει να τηρηθεί με απόλυτη ακρίβεια, ξαπλώνουν και επιδίδονται σε μια σειρά ακροβατικής δεινότητας πράξεις που τους δίνουν την ικανοποίηση της πίστης ότι εκπληρώνουν τη φαντασίωση του άλλου και τη δική τους. Προσπαθώντας, αν μη τι άλλο, να μοιραστούν την ιδέα αυτού του μετ’ εμποδίων αισθησιασμού.

Φτάνουν στο τέλος ίσως λίγο πιο μακριά: στην αναγνώριση του ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Συμφωνία που τους φέρνει ανακούφιση, κάτι σαν φιλικότητα, που όμως κανένας τους δεν ενδιαφέρεται να κάνει φιλία. Οι μπότες δεν βγήκαν ποτέ απ’ τα πόδια του Παναγιώτη εκείνο το βράδυ – τουλάχιστον όσο ήταν εκεί εκείνος τον οποίο ο Παναγιώτης θα περιέγραφε έκτοτε, απαντώντας στην ερώτηση για το πώς έμοιαζε αυτός ο εραστής, σαν έναν φαλακρούλη και παχουλό αλλά καλοδιατηρημένο σαραντάρη – και το πρωί χρειάστηκε να τις γυαλίσει, αφού πρώτα τις σκούπισε προσεκτικά. Οι μπότες ήταν αυτοί οι ίδιοι. Κοίλα αντικείμενα που κάθε θρησκευτικό τελετουργικό θα ζήλευε την ικανότητά τους να χωράνε τόση αίσθηση και πνεύμα.

Three Imaginary Boys

“Μήπως είσαι πολύ καλά;” με ρώτησε ευθύς αμέσως όταν της είπα χαμογελώντας ότι “είμαι καλά”. Φοβόμουν πολύ το “δεν είμαι καλά”, το υγρό δράξιμο της κατάθλιψης, τη νεκρική όψη στο πρόσωπο. Τώρα έμαθα ότι πρέπει να φοβάμαι κι αν είμαι “πολύ καλά”. Το χέρι της όρισε με μια κίνηση στον αέρα μια νοητή, ισχνή γραμμούλα. Να! Εκεί πάνω πρέπει να στέκομαι, να προσέχω να μην πέσω, να έχω το νου μου να μην απογειωθώ. Μια λεπτή, κάτισχνη γραμμούλα όπως αυτή στο βιβλίο του Σαμαράκη: “Περπατάτε πάνω στη γραμμή που χάραξε για εσάς το κράτος. Μόνο τότε βρίσκεστε εν ασφαλεία”. Ντουζίνες από κλωστές με κρατάνε καρφωμένο πάνω στη λεπτή γραμμή. Τα ονόματά τους τα ξέρει μόνο αυτή, εγώ ξέρω ότι σέρνομαι σαν σκουλήκι πάνω στη γραμμή, καμπουριάζω, μαζεύομαι, τεντώνομαι, πάω παραπάνω, πάω παρακάτω. Που και παρακάτω που πάω το ίδιο είναι σε αυτόν τον μονοδιάστατο κόσμο – αλλά τουλάχιστον δείχνω ότι κινούμαι, ότι είμαι ζωντανός. Πίνω, τρώω, κατουράω, χέζω, αναπνέω, μετακινούμαι – Ω! Σίγουρα είμαι ζωντανός.
Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα νιώθω να γλιστρούν μέσα μου σαν χέλια, να με ηλεκτρίζουν και να μου προκαλούν τινάγματα σαν στον βάτραχο του Γκαλβάνι. “I want to take it easy” τους τραγουδώ πονεμένα Sex Gang Children, “ήρεμα θα ’ναι όλα” μου ανταπαντούν αυτά. Τυλίγομαι σε γάζες, ούτε πόνος, ούτε χαρά, “είσθε ευσυγκίνητος πολύ” μου είχε πει τότε αυτή, μα έλα που το ταχτοποιήσαμε κι αυτό. Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα πίνω με τη δέουσα ευλάβεια. Και τώρα έμαθα ότι μου το ανταποδίδουν: είμαι σωματικά εξαρτημένος στα Tavor 2,5 mg. Κοιτάζω το χλωμό φως που βγάζει η οθόνη του PC, εδώ πάνω, στον 6ο όροφο, εδώ ψηλά, εδώ που κάποιες φορές αρνείται να ανέβη το ασανσέρ, εδώ-τώρα σε μια λίμνη από ηλεκτρονικό φως και γύρω μου απέραντο σκοτάδι πληκτρολογώ: θα μπορούσα να είμαι και νεκρός. Θυμάμαι ακόμα να συσπάω τους μύες του προσώπου για να δείχνω ότι υπάρχει ένα ίχνος χαμόγελου, ένα πτώμα molto bello, ένα πτώμα tres jollie, ένα πτώμα magnifique, ένα πτώμα που καπνίζει. Και περιμένει. Να δει τι θα γίνει παρακάτω. Δεν έχει τέλος ο Γολγοθάς μου.

10511580_10207197573560677_5919828819192572373_o

Να τι πρέπει να γίνει πριν γράψεις ένα βιβλίο για αυτό. Πρέπει να πάρεις έναν σουγιά και να πελεκάς το σώμα σου. Κομμάτια, φλούδες από ματωμένο κρέας πέφτουν χάμω και με το αίμα τους γράφεις τις επόμενες σελίδες. Έγραψα αυτό το βιβλίο γιατί αλλιώς θα μου έβγαινε από τα ρουθούνια. Πάντα εκκινώντας από τη τεντωμένη χορδή της νορμοθυμίας, παίζοντας μαζί της, τραντάζοντάς την άτεχνα πάνω κάτω, μαθαίνοντας να παίζεις απλές και οργισμένες πάνκ συγχορδίες, σέρνοντας την παλάμη σου πάνω της για να βγαίνει από τον ενισχυτή και τα ηχεία η ηλεκτρική κραυγή σου. Και κάθε μέρα να νιώθεις ότι λιώνεις, ότι πεθαίνεις όμορφα και αμίλητα.
Μεγάλη επιτυχία θα ήταν αν ήμουν ήδη νεκρός. Όμως είμαι εδώ και εδώ είναι και το βιβλίο που αγάπησα πολύ. Το βιβλίο που με αγάπησε πολύ και μου έκανε ένα απόκοσμο δώρο… Σας ακούω… Ακούω τι σκέπτεστε, το μονολογείτε, τι μουρμουρίζετε… Σας ακούω… Σας ακούω στο δρόμο, στο πάρκο, στο ασανσέρ, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Σας ακούω ακόμα κι όταν δεν είστε εδώ, όταν είμαι μόνος μου. Και είναι φοβερό πώς η η κακία απλώνεται και κυματίζει σαν μαύρο μεταξωτό σεντόνι, μαζεύεται και ορμά πάνω μου. Θα ήθελα να μην ακούω τα λόγια που μου έμαθε αυτό το βιβλίο, τα λόγια που επαναλαμβάνουν όλοι: “Είσαι ένα κτήνος”. Μα τώρα, πάει, έφυγε, είναι μακριά από μένα. Το κακό κόπηκε σε εκατοντάδες κομματάκια, μπήκε σε φακέλους, μοιράστηκε, διαβάστηκε.

ΤΟ ΜΕΝΟΥ
Ανθρακικό λίθιο 1200 mg
Amisulpride 800 mg
Escitalopram 20 mg
Duloxetine 30 mg
Lamotrigine 150 mg
Lorazepam 2,5 mg (για τα βράδια…)

Walk across the garden
In the footsteps of my shadow
See the lights out
No one’s home
In amongst the statues
Stare at nothing in
The garden moves
Can you help me?
Close my eyes
And hold so tightly
Scared of what the morning brings
Waiting for tomorrow
Never comes
Deep inside
The empty feeling
All the night time leaves me
Three imaginary boys
Slipping through the door
Hear my heart beats in the hallway
Echoes
Round and round
Inside my head
Drifting up the stairs
I see the steps behind me
Disappearing
Can you help me?
Close my eyes
And hold so tightly
Scared of what the morning brings
Waiting for tomorrow
Never comes
Deep inside
The empty feeling
All the night time leaves me
Three imaginary boys sing in my
Sleep sweet child
The moon will change your mind
See the cracked reflection
Standing still
Before the bedroom mirror
Over my shoulder
But no one’s there
Whispers in the silence
Pressing close behind me
Pressing close behind
Can you help me?
Can you help me?
Can you help me?