psycho

Αυστηρά διπολική 1

Αν η μεταπολεμική περίοδος αποκαλούταν η «εποχή του άγχους» και οι δεκαετίες ’80 και ’90 η «εποχή των αντικαταθλιπτικών», τώρα ζούμε σε διπολικούς καιρούς. Μια διάγνωση που κάποτε δινόταν σε λιγότερο από το 1% του πληθυσμού έχει αυξηθεί δραματικά, με περίπου το 25% των Αμερικάνων να εκτιμάται ότι υποφέρουν από κάποιο είδος διπολικότητας. Φαρμακευτικές αγωγές για την σταθεροποίηση της διάθεσης συνταγογραφούνται συστηματικά τόσο σε ενήλικους όσο και σε παιδιά, με τις συνταγές για παιδιά να έχουν αυξηθεί κατά 400% και τη συνολική διάγνωση κατά 4.000% σε σχέση με τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το ερώτημα σήμερα δεν είναι «Είσαι διπολικός;» αλλά «Πόσο διπολικός είσαι;»

Διασημότητες όπως η Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, ο Στίβεν Φράι, ο Ζαν-Κλοντ Βαν Νταμ, η Ντέμι Λοβάτο, ο Ανταμ Αντ, ο Τομ Φλέτσερ και η Λίντα Χάμιλτον μιλούν για τις συνθήκες της διπολικότητάς τους, και απομνημονεύματα αλλά και βιβλία αυτοβοήθειας πλημμυρίζουν την αγορά. Η πράκτορας της CIA Κάρι Μάθεσον στο Homeland και ο πρώην δάσκαλος Πατ Σολιτάνο στο Silver Linings Playbook απεικονίζονται ως διπολικοί, και υπάρχει αναφορά στη διάγνωση αυτή ακόμα και στο παιδικό καρτούν Σκούμπι Ντου.

Στο μεταξύ τα εγχειρίδια επιχειρηματικών δραστηριοτήτων προωθούν την καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου βαθμού μανίας ώστε να αποδώσουν στις αγορές. Μια εικόνα των μμε αναπαριστά τον μεγιστάνα Τεντ Τέρνερ ως έναν ξέφρενα αποφασισμένο καπετάνιο, με την προειδοποίηση ότι έχει κόψει το λίθιό του, ώστε να φοβούνται οι ανταγωνιστές! Στο Χόλυγουντ, οι σταρ επισκέπτονται συνοδεία τους ψυχιάτρους τους, με τους τελευταίους να φροντίζουν μετά βεβαιότητας ότι η φαρμακευτική αγωγή χρησιμεύει να κρατά κάτω τη μανία αλλά όχι υπερβολικά κάτω: περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, εδώ γινόμαστε μάρτυρες μιας εκλεπτυσμένης εξατομίκευσης ενός προγράμματος φαρμακευτικής αγωγής που να ταιριάζει με τις απαιτήσεις της καριέρας και του τρόπου ζωής.

Η βεβαιότητα, η ευχαρίστηση και η ενέργεια που χαρακτηρίζουν τα πρώτα στάδια της μανίας δείχνουν πολύ ταιριαστά με τις προτροπές για επιτεύγματα, παραγωγικότητα και έντονη αφοσίωση που απαιτούν οι σημερινές επιχειρήσεις. Σε έναν άκρατα ανταγωνιστικό κόσμου όπου η εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια διαρκώς διαβρώνονται, οι εργαζόμενοι πρέπει να αποδείξουν την αξία τους δουλεύοντας όλο και περισσότερες ώρες και δηλώνοντας ακόμα πιο εκστατική πίστη στα πρότζεκτ και τα προϊόντα τους. Οι αναπόφευκτες μέρες αδείας λόγω υπερβολικής κούρασης και εξάντλησης αντιμετωπίζονται λιγότερο ως απόδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά και περισσότερο ως σχεδόν τμήμα της περιγραφής της δουλειάς σου.

Την ίδια στιγμή, ακριβώς εκείνα τα γνωρίσματα που αποδίδει η κλασική ψυχιατρική στην επίθεση της μανίας εμφανίζονται ως οι στόχοι της προσωπικής ανάπτυξης. Βιβλία αυτοβοήθειας και θεραπείες προωθούν τις αντιλήψεις της αυτοεκτίμησης, της ανεβασμένης εμπιστοσύνης στον εαυτό σου και της καλής ψυχοσωματικής κατάστασης. Τίποτα δεν είναι αδύνατον, μας λένε, πρέπει να μας οδηγήσουν τα όνειρά μας. Κι αν το πρωτεύον σύμπτωμα της μανίας οριζόταν κάποτε ως η καταναγκαστική αναζήτηση της σύνδεσης με άλλες ανθρώπινες υπάρξεις, σήμερα αυτό είναι σχεδόν υποχρέωση: αν δεν είσαι στο Facebook ή στο Twitter, κάτι δεν πρέπει να πηγαίνει καλά με σένα. Αυτά που κάποτε ήταν τα κλινικά σημάδια της μανιοκαταθλιπτικής ψύχωσης τώρα έχουν καταστεί στόχοι θεραπειών και καθοδήγησης του τρόπου ζωής.

Κι όμως, πέρα από τις νέες προκλήσεις για «μανιακή» συμπεριφορά, εκείνοι που έχουν μανιοκατάθλιψη περιγράφουν  τον τρόμο της έντονα πεσμένης διάθεσης και τις εφιαλτικού τύπου καταστάσεις διέγερσης που συνοδεύουν τα επεισόδιά τους. Η αίσθηση της εξουσίας, της βεβαιότητας και της σύνδεσης που χαρακτηρίζουν τη μανία κάνουν το άτομο να νιώθει ζωντανό στον υπέρτατο βαθμό ενώ την ίδια στιγμή τους φέρνουν εγγύτερα από ποτέ στο θάνατο. Το παράδοξο της διπολικότητας έχει παρατηρηθεί ξανά και ξανά: ρωτήστε ένα μανιοκαταθλιπτικό υποκείμενο αν είχε τη δυνατότητα να πατήσει ένα κουμπί θα ήθελε να κάνει τη διπολικότητα να εξαφανιστεί και πολλά θα πούνε Όχι. Κι όμως αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι μπορεί να καταλήγουν τακτικά σε νοσοκομεία, έχοντας λιανίσει τις αποταμιεύσεις τους σε καταναλωτική μανία, έχοντας πληγώσει την οικογένειά τους μέσα από την εγκατάλειψη ή την αμέλεια, ή έχοντας ρισκάρει τη ζωή τους σε κάποια λοξή πράξη ηρωισμού ή ηδονισμού.

Πώς μπορούμε να βγάλουμε νόημα από τη νέα πανταχού παρουσία των διπολικών εαυτών; Είναι τα ύψη και τα βάθη της διπολικότητας μια συνέπεια των μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών, με διαρκείς εκρήξεις ενέργειας που αντικαθιστούν την πιο παραδοσιακή εικόνα της σταθερής εξάσκησης ενός επαγγέλματός; Και πέρα από την συχνά ρηχή κουβέντα για τη «μανία» στο εργασιακό περιβάλλον, υπάρχει πραγματική διπολικότητα πέρα από αυτή, η ίδια που οι ψυχίατροι κάποτε αποκαλούσαν μανιοκατάθλιψη; Η διπολικότητα μπορεί να δείχνει ότι ταιριάζει στους παράξενους και παροξυσμικούς ρυθμούς της ζωής του εικοστού πρώτου αιώνα, όμως, όπως οποιοσδήποτε έχει την εμπειρία της μανιοκατάθλιψης θα σας πει, πρόκειται για μια σοβαρή κατάσταση.

Εκατό χρόνια πριν, ο όρος «διπολικός» ήταν πολύ σπάνιος. Χρησιμοποιήθηκε στην ψυχιατρική στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, όμως ήρθε στο φως της διασημότητας από τη δεκαετία του ’80 και εδώ μέχρι που έγινε κοινός τόπος στη δεκαετία του ’90. Πώς προέκυψε αυτή η εμβριθής δημοφιλία; Οι ιστορικοί της ψυχιατρικής έχουν κάνει όλοι την ίδια παρατήρηση σε αυτήν την περίπτωση. Ήταν ακριβώς όταν οι ασθενείς άρχισαν να εξαντλούν τα επικρατώντα αντικαταθλιπτικά με τις τεράστιες πωλήσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν η διπολική κατέστη ξαφνικά ο υποδοχέας των γιγαντιαίων προϋπολογισμών διαφημιστικής προώθησης της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Ιστότοποι βοηθούσαν τους ανθρώπους να διαγνώσουν τους εαυτούς τους, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και παραρτήματα εμφανίζονταν όλα να αναφέρονται στη διπολική σαν να ήταν δεδομένη: και σχεδόν όλα από αυτά χρηματοδοτούνταν, εν όλω ή εν μέρει, από τη φαρμακευτική βιομηχανία. Ερωτηματολόγια στο ίντερνετ επέτρεπαν την αυτό-διάγνωση σε μερικά λεπτά, και, για πολλούς ανθρώπους, φαινόταν ότι οι δυσκολίες τους είχαν επιτέλους ένα όνομα. Ακριβώς όπως το ’80 τόσοι πολλοί άνθρωποι επιτέλους καταλάβαιναν ότι έπασχαν από «κατάθλιψη», τώρα η «διπολική» έγινε η ετικέτα για να οριστούν τα βασανιστήρια που ένιωθε μια νέα γενιά.

Η ειρωνεία εδώ ήταν ότι σε εκείνες τις περιπτώσεις που τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα ξεκάθαρα δεν λειτουργούσαν, πλέον υπήρχε ο ισχυρισμός ότι η αποτυχία τους οφειλόταν στο ότι είχαν συνταγογραφηθεί εσφαλμένα. Οι ασθενείς ήταν στην πραγματικότητα διπολικοί, όμως η λεπτές μεταβολές στη διάθεση δεν είχαν γίνει αντιληπτές από τον γιατρό που τα συνταγογραφούσε. 20% με 35% από αυτούς που διαγνώστηκαν με κατάθλιψη στην πρωτοβάθμια περίθαλψη έχουν τώρα κριθεί ότι υποφέρουν από διπολική διαταραχή. Όπως καταδείχνει ο ψυχίατρος Ντέιβιντ Χίλι, η βιομηχανία αντί να προσπαθήσει να κατασκευάσει πιο αποτελεσματικά αντικαταθλιπτικά, επέλεξε να προωθήσει στην αγορά μια νέα φίρμα: ένα νέο σύνολο διαταραχών που ονομαζόταν «διπολική» αντί για νέες φαρμακευτικές θεραπείες.

Αυτή η αποικιοποίηση απαιτούσε μια πληθώρα διπολικών κατηγοριών. Η Διπολική 1 εξισώνονταν συχνά με την κλασική μανιοκατάθλιψη, αλλά η Διπολική 2 μείωνε δραματικά το διαγνωστικό όριο, απαιτώντας απλά ένα μόνο καταθλιπτικό επεισόδιο και μια περίοδο αυξημένης παραγωγικότητας, υπερφίαλης αυτοεκτίμησης και μειωμένης ανάγκης για ύπνο. Σύντομα ακολούθησαν οι Διπολικές 2.5, 3, 3.5, 4, 5 και 6. Μια αυξανόμενη έμφαση στις διακυμάνσεις της διάθεσης και όχι στις υποκείμενες διαδικασίες σήμαινε ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα έπεφταν στα δίχτυα της διπολικής. Σήμερα, υπάρχει ακόμα και η «μαλακή διπολική», που σημαίνει ότι ο ασθενής «αντιδρά έντονα στην απώλεια». Αυτή η χαλάρωση των διαγνωστικών ορίων παρήγαγε μια κολοσσιαία επέκταση της φαρμακευτικής αγοράς και πρότεινε μια ανοιχτή πρόσκληση στους χρήστες να θεωρήσουν τους εαυτούς τους ως διπολικούς.

Μια κατηγορία – η Διπολική 3 – εφευρέθηκε ακόμα για να ορίσει εκείνους που η διπολικότητά τους είχε αποκαλυφθεί από τα αντικαταθλιπτικά. Η λήψη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων όπως το Prozac ενίσχυε τις μανιακές καταστάσεις, δείχνοντας έτσι την πραγματική διάγνωση και δείχνονταν ότι μια νέα αγωγή έπρεπε να ληφθεί για τη σταθεροποίηση της διάθεσης. Είναι γεγονός ότι χιλιάδες ανθρώπων είχαν την εμπειρία των καταστάσεων της αγωνιώδους διέγερσης και της ιδεόρροιας, αθέλητες σκέψεις έπειτα από την έναρξη κάποιων από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, όμως υπάρχει ξεκάθαρα μεγάλη διαφορά μεταξύ της αντιμετώπισης αυτών των καταστάσεων ως μεμονωμένων επιδράσεων των φαρμάκων ή ως μια βασική κατάσταση που απλά αποκάλυψαν τα φάρμακα.

Ο άσος στο μανίκι ήταν ότι στο αντιεπιληπτικό βαλπροϊκό νάτριο (Depakote) απονεμήθηκε μια πατέντα για χρήση στην αντιμετώπιση της μανίας ακριβώς τη στιγμή που έληγαν οι πατέντες των προηγούμενων αντικαταθλιπτικών. Ακριβώς όπως είχε προωθηθεί προηγουμένως στην αγορά η κατάθλιψη για εκείνους που αναζητούσαν μια χημική θεραπεία της, έτσι και η διπολική συσκευάστηκε και πωλήθηκε μαζί με τη γιατρειά της. Το λίθιο σε κάποιους έπιανε, σε άλλους όχι, όμως, ως ένα διαθέσιμο φυσικό στοιχείο δεν μπορούσε να πατενταριστεί. Το βαλπροϊκό αρχικά ανακηρύχθηκε ως το εξυπνότερο και πιο αξιόπιστο φάρμακο, αυτό που επιτέλους θα σταθεροποιούσε να ύψη και τα βάθη του διπολικού υποκειμένου. Σύντομα βρήκε παρέα στα με νεότερη γενιά αντιψυχωτικών φαρμάκων όπως η ολανζαπίνη, που τώρα είχε πάρει άδεια για χρήση στη διπολική.

Πολλοί άνθρωποι έχουν βρει το βαλπροϊκό χρήσιμο, ακριβώς όπως πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι χρωστούν τη ζωή τους στη σωστή δόση λιθίου, αλλά το πρόβλημα εδώ είναι ότι η νέα χαρτογράφηση της ψυχικής υγεία είχε ένα τίμημα. Όσο περισσότερο αυξάνονταν οι διαγνώσεις της διπολικότητας, τόσο περισσότερο χάνονταν η παλιά κατηγορία της μανιοκατάθλιψης, ή, στην καλύτερη περίπτωση, συγχεόταν. Μια κάποτε συγκεκριμένη διάγνωση είχε μετασχηματιστεί σε ένα φάσμα από διαταραχές αυξανόμενης ασάφειας, και υπήρχε ένα θεμελιώδες σφάλμα εδώ, το οποίο η παλιά, πριν τον εικοστό αιώνα, ψυχιατρική είχε εντοπίσει με ακρίβεια στον ίδιο τον ευπρεπισμό των όρων που αργότερα θα εξισώνονταν με τον όρο «διπολική».

Τη δεκαετία του 1840, οι γάλλοι ψυχίατροι Ζαν-Πέρ Φολρέ και Ζιλ Μπαγιαρζέ είχαν εισαγάγει τους όρους «κυκλική τρέλα» και «τρέλα διπλής μορφής». Η κατεστημένη ιστορία λέει ότι αυτές οι ιδέες εξελίχθηκαν στην «μανιοκαταθλιπτική φρενοβλάβεια» που συνέλαβε ο Εμίλ Κρέπελιν και κατόπιν οικειοποιήθηκε η δυτική ψυχιατρική ως «διπολική διαταραχή». Όμως στην πραγματικότητα τα καίρια επιχειρήματα των Φολρέ και Μπαγιαρζέ ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτά του Κρέπελιν και, πράγματι, από αυτά των ψυχιάτρων που ακολούθησαν. Η προσεκτική εργασία τους στόχευε στο διαχωρισμό ενός συγκεκριμένου τύπου «τρέλας» από αυτό που εμφανιζόταν να είναι μανία και κατάθλιψη σε άλλες διαταραχές.

Αυτό αντικατοπτρίζει με μεγάλη ακρίβεια όσα συναντούμε στο κλινικό περιβάλλον. Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει στεντόρειος, διεγερμένος, ανήσυχος, υπερδραστήριος, ακόμα και επικίνδυνος, δεδομένων των σωστών – ή των λάθος – συνθηκών. Αν ένα παρανοϊκό άτομο, για παράδειγμα, νιώθει ότι έχει ένα σημαντικό μήνυμα να παραδώσει στην ανθρωπότητα και παρεμποδίζεται στις προσπάθειές του να το μεταδώσει, μπορεί να γνωρίσει την απόγνωση. Αναστέλλοντας ή ακυρώνοντας την προσπάθεια να μεταφέρει κάποια αλήθεια παγκόσμιας ή εντόπιας βαρύτητας μπορεί να προκαλέσει μια αναταραχή που συχνά μπερδεύεται για μανία. Σκεφτείτε, πραγματικά, τα αποτελέσματα του να σε βάζουν συνέχεια στην αναμονή σε κάποιο τηλεφωνικό κέντρο και κατόπιν να σας παρεξηγεί συστηματικά το προσωπικό του. Το μίγμα οργής και προφανούς ασυναρτησίας που προκαλείται είναι ακριβώς μια από τις κλασικές αισθήσεις του όρου «μανία».

Παρομοίως, ένα σχιζοφρενικό άτομο μπορεί να εκλεπτυσμένα περιχαρές και κατόπιν να βιώσει μια τραγική κατάσταση αποκαρδίωσης και απόγνωσης. Μπορεί να γίνει θορυβώδες και ομιλητικό, μετακινούμενο από το ένα θέμα στο άλλο με προφανή έλλειψη μέτρου. Ο ύπνος και η διατροφή μπορεί σταδιακά να παραμεληθούν, και μπορεί να έχουν την αντίληψη ότι μπορούν να επηρεάσουν άλλους με τη σκέψη τους, για παράδειγμα. Τέτοια φαινόμενα μπορούν πλέον να βρεθούν ως ζήτημα ρουτίνας στις περιγραφές της διπολικής, με τις διακρίσεις και τις διαφοροποιήσει που έγιναν από τους πρώτους ψυχιάτρους να αμελούνται ή απλά να έχουν ξεχαστεί.

Ο πρόγονος των Φολρέ και Μπαγιαρζέ, ο Ζαν-Ετιέν Εσκιρόλ είναι κάνει ό,τι μπορούσε για να αφαιρέσει από τον όρο «μανία» αυτά που έβλεπε ως χαλαρή και πρόχειρη σημασία, και καθώς προχωρούσε ο δέκατος ένατος αιώνας διακρίθηκε από καταστάσεις χαράς, έξαψης και διεγερμένης ψυχικής σύγχυσης. Έχει παρατηρηθεί, μάλιστα, ότι η σταδιακή εγκατάλειψη της μηχανικής καθήλωσης στα άσυλα συνέπεσε με μια μείωση στη χρήση αυτής της λέξης. Όσο πιο λιγότερο αποτρέπονταν να κινηθεί ο ασθενής, τόσο πιο λίγο θα τον περιέγραφαν ως «μανιακό», υπονοώντας ότι ο τόσο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος περιείχε μια αντιδραστική έννοια: κανείς γίνεται μανιακός ακριβώς επειδή περιορίζεται ή καθηλώνεται με κάποιον τρόπο.

Το ίδιο ίσχυε και για την κατάθλιψη. Όπως γνώριζαν οι Φολρέ και Μπαγιαρζέ, οποιοσδήποτε μπορούσε να καταστεί απεγνωσμένος ή με χαμηλά κέφια. Δεν ήταν, όμως αυτό στην πραγματικότητα η ίδια η συνέπεια του να έχεις τη «μανιακή» σου δραστηριότητα υπό παρακολούθηση για αρκετά μεγάλο καιρό; Αλλά τα βάθη της νέας κλινικής οντότητας που περιέγραφαν ήταν διαφορετικά. Υπήρχε λιγότερη επιμονή σε ένα συγκεκριμένο θέμα ή παράπονο, λιγότερη η αγκύλωση σε ένα μοναδικό αντικείμενο, όπως ο χαμός ενός αγαπημένου, που συναντώταν στη μελαγχολία. Ο τελευταίος όρος αναφέρεται όχι στη διάθεση της εγωπαθούς θλίψης αλλά σε μια συγκεκριμένη μορφή ψύχωσης στην οποία το άτομο παραμένει αιχμάλωτο μιας αμείλικτης κατά μέτωπο επίθεσης αυτό-αποδοκιμασίας και τιμωρίας, τις οποίες θα μεταδώσουν συχνά στο ανθρώπινο περιβάλλον τους.

Αυτό που έδειξαν οι Ευρωπαίοι ψυχίατροι ήταν το πώς τα ύψη και τα βάθη στη διάθεση δεν ήταν καθαυτά συστατικά της δομής της μανιοκατάθλιψης την οποία προσπαθούσαν να οριοθετήσουν. Επρόκειτο λιγότερο για ένα ζήτημα ευφορίας και δυστυχίας και περισσότερο ποιότητας τέτοιων καταστάσεων, της σχέσης μεταξύ τους και, το πιο σημαντικό, των διαδικασιών της σκέψης που υπέβοσκαν. Υπήρχε μια προσπάθεια να προχωρήσουν πέρα από τις ιδιοτροπίες των διακυμάνσεων της διάθεσης και επιδερμικής συμπεριφοράς ώστε να βρουν τα λανθάνοντα μοτίβα της μανιοκατάθλιψης, και να εξερευνήσουν τη διαφορά που μπορεί να είχαν αυτά από τη μελαγχολία και άλλες διαγνωστικές κατηγορίες.

Δυστυχώς, αυτές οι προσπάθειες κατηγοριοποίησης υποσκάφθηκαν από τον Κρέπελιν, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η μανία και η μελαγχολία, είτε τις αντιμετώπιζε κανείς μαζί είτε ξεχωριστά, ήταν όλες μέρος της ίδιας «ασθένειας». Τα ύψη και τα βάθη που είχαν τόσο προσεκτικά ξεμπλεχθεί από τους γάλλους ψυχιάτρους τώρα συσσωματώνονταν σε μια υπερ-περιληπτική νέα κατηγορία που πρότεινε αρχικά ο Κρέπελιν, και η οποία ακόμη διακηρύσσεται ευρέως από τα επίσημα κείμενα της συμβατικής δυτικής ψυχιατρικής ως «διπολική διαταραχή». Όμως, αν ελπίζουμε να διαφοροποιήσουμε την πραγματική μανιοκατάθλιψη από τις πολλές μορφές της διπολικής που πλημμυρίζουν τη διαγνωστική αγορά, χρειάζεται να πάμε πίσω στο αρχικό σχέδιο της διάκρισης της ευφορίας και της κατάθλιψης από εκείνες που βρίσκονται σε άλλα είδη ψυχικής δομής.

Αναγνωρίζοντας τα προβλήματα με τη διάγνωση της διπολικής εξηγεί επίσης την ντροπιαστική αμηχανία ενώπιον των πολλαπλών διαγνώσεων και αγωγών για το ίδιο άτομο. Ένας ασθενής μου εξήγησε πρόσφατα ότι λάμβανε λίθιο για τη μανία του, ολανζαπίνη για τη ψύχωσή του, δεξαμεθυλοφενιδάτη για την προσοχή του και σερτραλίνη για την κακή διάθεση, λες και η ίδια η ύπαρξη του είχε χωριστεί σε μέρη στο τραπέζι ενός ανατόμου. Η παλαιά ψυχιατρική θα είχε γελοιοποιήσει μια τέτοια ανατομή, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει μια κατάσταση που λέγεται μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η οποία περιλαμβάνει εντός της μανία και συχνές καταθλίψεις, κι ότι κανείς δεν μπορεί να καταμερίσει το άτομο με τέτοιο τρόπο και να συνταγογραφεί για κάθε σύμπτωμα λες και είναι όλα ασύνδετα.

Όμως σήμερα αυτή η ατομοποίηση, με το αποσπασματικό καθεστώς συνταγογράφησης, είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση. Στα απομνημονεύματα του, Electroboy, ο έμπορος τέχνης Άντι Μπερμαν από τη Νέα Υόρκη παραθέτει αναλυτικά τα τριάντα δύο χάπια και κάψουλες που έπαιρνε κάθε μέρα, στην ηλικία των τριάντα τεσσάρων: Risperdal, ένα αντιψυχωσικό – Depakote, σταθεροποιητής διάθεσης – Neurontin, αντιεπιληπτικό – Klonopin για το άγχος – BuSpar επίσης για το άγχος – Ambien για βοήθεια στον ύπνο – και μετά τρεις επιπλέον αγωγές για να αντιμετωπίσουν τις παρενέργειες των προηγούμενων: Symmetrel για το παρκινσονικό σύνδρομο – Propanolol για την τρεμούλα – και Benadryl για δυσκαμψία μυών. Όλα αυτά ήταν το αποτέλεσμα χρόνων «δοκιμών», λες και αυτό που είχε σημασία ήταν τα μέρη του ατόμου κι όχι η ολότητά του.

Τόσο το σώμα όσο και η ψυχή αντιμετωπίζονται σήμερα ως άθροισμα, με την ψυχιατρική παρέμβαση να στοχεύει σε μεμονωμένα συμπτώματα και με το lifestyle coaching να προσθέτει ή να αφαιρεί απόψεις του εαυτού που είναι επιθυμητές ή ανεπιθύμητες. Η αμερικάνα συγγραφέας Λίζι Σάιμον, που είχε διάγνωση διπολικής από την εφηβεία της, θα ταξίδευε αργότερα σε όλη τη χώρα μιλώντας σε άλλους που είχαν μοιραστεί παρόμοιες εμπειρίες. Όταν κάποιος που του έπαιρνε συνέντευξη της λέει «Είμαι αυστηρά διπολική. Δεν τρέχει τίποτα άλλο», είναι σε αυτό το συγκείμενο ενός ιατρικού και πολιτισμικού πλαισίου το οποίο καταμερίζει αδιάκοπα, το  οποίο συνεχώς ερευνά για περισσότερα συμπτώματα προς διαχωρισμό και κατόπιν αποκοπή, δίχως να αναγνωρίζει το σύνδεσμο μεταξύ τους.

Αυτό που σημαίνουν τα προηγούμενα είναι ότι το ιατρικό προσωπικό ασχολείται σχεδόν εξ ολοκλήρου με τη λεπτή ρύθμιση της αγωγής, ανακαλύπτοντας ακριβώς τη σωστή ισορροπία φαρμάκων που θα κάνουν δουλειά στον ασθενή και θα επιτύχουν την καλύτερη συναισθηματική ισορροπία. Οι επιδράσεις των φαρμάκων, οι παρενέργειές του και οι συμβατότητές του μπορεί να συζητηθούν μέχρι κεραίας. Οι ασθενείς μπορεί να νιώθουν ότι συμμετέχουν και ότι τους φροντίζουν σε αυτές τις διαδράσεις, αλλά υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο: όλη η συνομιλία στρέφεται γύρω από το πώς τους κάνουν να νιώθουν τα φάρμακα αντί να ερωτάται ποια ήταν τα αρχικά συναισθήματα που είχαν πριν πάρουν τα φάρμακα.

Όταν κάποιος εισέλθει στη φαρμακευτική αγορά, υπάρχουν λίγες ελπίδες ότι θα επιστρέψει, καθώς οι προτεραιότητες της θεραπείας είναι εστιασμένες στην εύρεση του κοκτέιλ που θα δράσει καλύτερα. Κι όμως όσοι έχουν διαγνωστεί με διπολική διαταραχή έχουν το υψηλότερο ποσοστό μη συμμόρφωσης σε σχέση με οποιαδήποτε ομάδα ασθενών, ένα γεγονός που παράγει ατέρμονο λόγο και από τους γιατρούς και από ομάδες στήριξης ασθενών για το πόσο σημαντικό είναι να παίρνουν τα χάπια. Οφείλεται αυτό στις δυσάρεστες παρενέργειες των φαρμάκων;

Αληθεύει ότι το λίθιο και άλλα φάρμακα απέχουν πολύ από το να είναι πανάκεια: το άτομο μπορεί να νιώθει αποκομμένο από τον εαυτό του, βαρύ και αργό ή παράδοξα αφηρημένο. Μπορεί να υπάρχει αύξηση βάρους και κάθε λογής προβλήματα που θα προσπαθήσουν να ρυθμίσουν τα επιπρόσθετα φάρμακα. Από την άλλη, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που συναντούν λίγες τέτοιες παρενέργειες και που δεν διαμαρτύρονται για την αγωγή τους. Παρόλα αυτά οι αναφορές για παρενέργειες, ή πράγματι για τη δράση, ορισμένων φαρμάκων είναι διαβόητα αναξιόπιστες. Γνωρίζουμε ότι οι φτωχότεροι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανοί να παραπονεθούν για τις παρενέργειες απ’ ό,τι οι πλουσιότεροι, κι ότι οι γιατροί καταγράφουν στις ρυθμιστικές αρχές ανεπιθύμητες επιδράσεις σε μία περίπτωση στις 100. ‘Όπως παρατηρεί ο Ντέιβιντ Χίλι, αυτό καθιστά την ιχνηλάτηση ενός πακέτου που στέλνουμε με ταχυδρομείο περισσότερο ακριβή από την στενή παρακολούθηση των επιδράσεων ενός φαρμάκου που μπορεί να παίρνουμε κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής μας.

Υπάρχει επίσης η πιθανότητα η μη συμμόρφωση να οφείλεται τόσο στην έλξη που ασκούν τα πρώιμα στάδια της μανίας όσο και στην άρνηση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της. Ένα μανιακό επεισόδιο μπορεί να προσφέρει σε κάποιον μια αίσθηση ότι είναι αυθεντικά ζωντανός και συνδεδεμένος με τον κόσμο, ότι έχει βρει την πραγματική του ταυτότητα για πρώτη φορά. Αυτό ίσως να είναι δύσκολο να το παρατήσει, και στα διαστήματα μεταξύ μανιών, ή μεταξύ μανιών και καταθλίψεων, μπορεί επίσης να υπάρχει κάποιου είδους αμνησία της αγωνίας που περιλαμβάνεται στο ολοκαύτωμα της μανίας ή τον αμείλικτο πόνο του καταθλιπτικού βάθους.

Πρόκειται για ερωτήσεις που θα ήταν ανόητο να αγνοήσει κανείς, καθώς μας αναγκάζουν να σκεφτούμε για τη σχέση του ατόμου με τα φαινόμενα της μανιοκατάθλιψης, αντί απλά να λέμε πόσο καλά ή κακά είναι τα φάρμακα. Αντί να ρωτάμε αν κάποια αγωγή αμβλύνει την ιδεόρροια ή την απέλπιδα διέγερση, πρέπει να ρωτήσουμε τι ήταν όντως εκείνες οι σκέψεις και πως καταλήξανε να καταπλακώσουν το υποκείμενο. Αν κάποιος ξοδεύει χιλιάδες λίρες στα μαγαζιά, πρέπει να ρωτήσουμε τι αγόρασαν και γιατί. Αν ισχυρίζονται ότι έχουν ένα ακλόνητο σχέδιο για μια παγκόσμια επιχείρηση, πρέπει να ρωτήσουμε περί τίνος πρόκειται και πως τους κατέβηκε αυτή η ιδέα. Τέτοια χρονοβόρα και λεπτομερής δουλειά είναι ο μόνος τρόπος να μάθουμε περισσότερα για τη μανιοκατάθλιψη. Ενώ τα φάρμακα στοχεύουν στο έλεγχο και τη διαχείριση της συμπεριφοράς, μια αναλυτική προσέγγιση στοχεύει να την καταλάβει και, κατ’ ελπίδα, να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση για να βρει νέους τρόπους βοήθειας τους ατόμου που βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού εμπειριών που μπορεί να είναι ταυτόχρονα τρομακτικές και συναρπαστικές, τόσο επιβεβαιωτικές για τη ζωή όσο και θανάσιμες.

Ας αρχίσουμε με τη μανία.

Darian Leader is a psychoanalyst practising in London and a member of the Centre for Freudian Analysis and Research and of the College of Psychoanalysts – UK. His books include Why Do Women Write More Letters Than They Post?, Freud’s Footnotes, Stealing the Mona Lisa, The New Black: Mourning, Melancholia and Depression, What is Madness? and, with David Corfield, Why Do People Get Ill? He is Honorary Visiting Professor in the School of Human and Life Sciences, Roehampton University.