«Έπεμψά σοι σύκα ηρινά, θαυμάζοις δ’ αν αυτών ή το ήδη ή το έτι», Φιλόστρατος, Επιστολαί ερωτικαί, 49
Έχει διαβάσει, άραγε, ο αναγνώστης του παρόντος κειμένου το κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τίτλο Η συκιά; Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλιαράκι του Με τέχνη και πάθος – μια σειρά δοκιμίων του ποιητή, που τα χρονικά όρια της συγγραφής του εκτείνονται μέσα στα πλαίσια μιας τριακονταετίας (1956-1986). Τόσος μακρύς ήταν ο πόλεμος της γραφής τους. Η συκιά έχει γραφτεί το 1986 και η έκτασή του είναι μικρή – μόλις τέσσερις παράγραφοι, όπου όμως συμπυκνώνεται ένα μέγιστο πλήθος στοιχείων και ποικίλων θεμάτων.
Ο Χριστιανόπουλος, με το γνώριμο, τσουχτερό ύφος του, αναφέρεται στην αδικία που έχει γίνει σε βάρος της συκιάς, από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας, η οποία – καθώς επισημαίνει: «δεν έπαψε, αιώνες τώρα, ν’ αδιαφορεί για την καταλαλιά του κόσμου, χαρίζοντάς μας ταπεινά και μουλωχτά τα μελωμένα και γλυκόρευστα σύκα της».
Παρά το γεγονός της τερπνής απόλαυσης που προσφέρει το συγκεκριμένο φρούτο στην αίσθηση της γεύσης, οι άνθρωποι καθόλου δεν σταμάτησαν να καταφρονούν τη συκιά. Δεν ήταν ξαφνική και άνευ λόγου, βέβαια, η περιφρόνηση αυτή, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής επίθεσης – σχεδόν επίμονης και συστηματικής – που δέχτηκε το δέντρο και ο καρπός του από δύο διαφορετικούς μεσογειακούς πολιτισμούς: εκείνον της αρχαιότητας και τον πολιτισμό των πρώτων χριστιανικών χρόνων.
* * *
Αν ο Οδυσσέας άδραξε τα κλαδιά μιας συκιάς, για να σωθεί από το κατάπιωμα της Χάρυβδης, συκοφάντες αποκαλούσαν στην αρχαιότητα όσους υπέδειχναν εκείνους που έκρυβαν τα σύκα, προκειμένου να τα πουλήσουν ακριβότερα. Τόσο ξεχωριστό ήταν αυτό το φρούτο και τόσο συχνό το παράπτωμα ώστε η πολιτεία είχε θεσπίσει έναν ειδικό νόμο που προέβλεπε και τις σχετικές κυρώσεις. Η μεταφορική έννοια της λέξης αφορούσε εκείνους που φανέρωναν δημόσια τα μυστικά του ιδιωτικού βίου κάποιου προσώπου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ο φουκαράς – ποιος ξέρει με τι βάσανα και κόπους – φρόντιζε να κρατά επιμελώς κρυμμένα.
Τεκμήριο πλούτου και ευημερίας θεωρούνταν τα σύκα για ένα σπιτικό της αρχαίας Αθήνα, η οποία φημιζόταν για τις συκιές της… Αλλά και σήμερα, νομίζω, παρά την υστερία της, δεν υστερεί! Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, ένα φρέσκο σύκο ήταν η αφορμή για την κήρυξη των Περσικών Πολέμων εναντίον των Ελλήνων. Σύκα, επίσης, χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών εορτών της πόλης, αλλά και σε άλλες – απάνθρωπες και αποτρόπαιες – τελετουργίας. Αφού πρώτα έτρεφαν τον αρχαίο φαρμακό με σύκα και άλλες λιχουδιές, έπειτα μαστίγωναν τα γεννητικά του όργανα με κλαδιά συκιάς και – στο τέλος – τον έδιωχναν έξω από την πόλη, στην ερημιά, φορτώνοντας πάνω του τα συλλογικά κρίματα της κοινότητας.
* * *
Με φύλλα συκιάς, αμέσως μόλις γεύθηκαν τον απαγορευμένο καρπό, κάλυψαν τη γύμνια τους – προφανώς για λόγους αιδημοσύνης – οι πρωτόπλαστοι. Η χρονική εγγύτητα των μερικότερων πράξεων του Αδάμ και της Εύας (το δρέψιμο του καρπού, το φάγωμά του και η απόκρυψη των γεννητικών τους μορίων), μας βάζει σε πειρασμό να υποθέσουμε, ότι το περίφημο δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού, ίσως κι αυτό ακόμη το δέντρο της ζωής, που βρίσκονταν στο κέντρο του πάλαι ποτέ παραδείσου της Εδέμ, ενδεχομένως να ήταν μια συκιά!
Ο χριστιανισμός αργότερα – και μάλιστα κοτζάμ Ευαγγέλιο – δεν παραλείπει να προσθέσει ένα, επιπλέον, αρνητικό βάρος πάνω στο δέντρο: το ταλαντευόμενο πτώμα ενός προδότη. Γιατί ο Ιούδας, κυριευμένος από τύψεις για την πράξη του, κρεμάστηκε σ’ ένα από τα κλαδιά μιας συκιάς. Κάτω από τα φυλλώματα και την πυκνή σκιά τους βρέθηκαν σκορπισμένα τα τριάκοντα αργύρια. Ήδη είχε προηγηθεί ο Χριστός που καταράστηκε τη συκιά να ξεραθεί, επειδή μια μέρα – όσο κι αν έψαξε – δεν κατόρθωσε να βρει μερικά σύκα να χορτάσει την πείνα του.
Ο Χριστιανόπουλος, τέλος, μνημονεύει και το χαρακτηρισμό που απευθύνουν οι σύγχρονοι Έλληνες στους ομοφυλόφιλους, καθώς τους βλέπουν να περνούν από μπροστά τους. Είναι αμίμητη, πιστεύω, αυτή η φράση σε άλλη χώρα. Παραλλάζοντας το τραχύ μέταλλο της φωνής τους (ένδειξη ανδροπρέπειας κατά τη γνώμη τους), σε εκλεπτυσμένους και τσιριχτούς τόνους, κράζουν: «Σύκα-σύκα…» Επειδή φαντάζονται ότι οι αδελφές, όπως γράφει ο ποιητής, προτιμούν «αυτά που κρέμονται από κάτω».
Πώς προέκυψε, άραγε, ο συσχετισμός των σύκων με τους ομοφυλόφιλους; Για την εποχή μας που βρίσκεται υπό την επίδραση του άστρου της εικόνας και της ταχύτητας, η οπτική ομοιότητα που παρουσιάζει το φρούτο με «αυτά που κρέμονται από κάτω» είναι αρκετή. Αρκετές, όμως είναι και φορές που τα φαινόμενα απατούν, επειδή ακριβώς είναι φαινόμενα – και μόνον αυτό. Σαν τα παγόβουνα, που ένα μέρος μονάχα από τον όγκο τους υψώνεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ το υπόλοιπο βρίσκεται κάτω από αυτή. Δεν είναι απίθανη, ωστόσο, μια διαφορετική ερμηνεία του συγκεκριμένου ζητήματος, ομοφυλόφιλοι και σύκα, το οποίο δεν είναι άστοχο – αλλά ούτε και υπερβολικό – να το χαρακτηρίσουμε ως φλέγον…
* * *
Η προτεινόμενη ερμηνευτική εκδοχή αποκλίνει λιγάκι – δυο δάκτυλα και κάτι, σύμφωνα με μια μαντινάδα – από «αυτά που κρέμονται από κάτω», επειδή αφορά «εκείνα που προεξέχουν από πίσω»! Όταν οι σύγχρονοι Έλληνες ξεστομίζουν τη φράση «σύκα-σύκα…», ίσως και μην υπονοούν – αναγκαστικά – αυτά που, όντως, κρέμονται από κάτω, αλλά το γεγονός πως τα οπίσθια του καθενός που κινεί την αιδώ ποικιλοτρόπως, μετά από τη συχνή και πολύχρονη χρήση τους ως έδρα εκλεκτής ερωτικής απόλαυσης, ανοίγουν και χάσκουν σαν ώριμα και παραγινωμένα σύκα. Είναι γνωστή, άλλωστε, η νεοελληνική αθυροστομία: Στήθος μάρμαρο και κώλος χάρβαλο!
Από μια πλειάδα λέξεων που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, για να προσδιορίσουν τον άνδρα που γυναικοπαθεί, σχετική με το θέμα είναι η λέξη σύκινος. Η λέξη συκέα-συκή δήλωνε, μεταφορικά, τη σύκωση του πρωκτού, ενώ συκιδαφόρος είναι εκείνος που πάσχει από αυτή, ή όποιος έχει αιμορροΐδες. Οι λέξεις, αντίθετα, που υπάρχουν γι’ «αυτά που προεξέχουν από κάτω» – αρχαίες, μεσαιωνικές και νεότερες – κάθε άλλο μας επιτρέπουν να κάνουμε οποιοδήποτε συσχετισμό με τα σύκα: όρχεις, κύαμοι, σφαιρίδια, κόκκοι, δίδυμοι, βόλοι, παραστάται, λιμπά, καμπανέλια, γκογκόβια, παπάβγουλα, βαρίδια, αχαμνά, κλαμπάνια, λιόκια, καριόλια… τα καλά – σε αντίθεση με εκείνα ενός γέροντα, που λέγονται τα παλιά – με μια λέξη, αρχίδια…
Εξάλλου στο XVI βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας υπάρχει ένα επίγραμμα – ανήκει στο Φίλιππο από τη Θεσσαλονίκη – το οποίο ενισχύει σφόδρα την ερμηνευτική άποψη περί «εκείνων που προεξέχουν από πίσω». Πρόκειται για μια χαριτωμένη συνομιλία ανάμεσα σ’ ένα θνητό που πεινούσε και το θεό Πρίαπο, ο οποίος κρατούσε ένα πανέρι με σύκα. Ας την ακούσουμε: Ωραία βλέπω σύκα. Θα μου επιτρέψεις να πάρω μερικά; –Κανένα μην αγγίζεις. –Οργισμένος που είναι ο Πρίαπος! –Ο,τι και να πεις θα πάει στο βρόντο. –Θερμά παρακαλώ σε. –Δώσε κι εσύ σ’ εμένα, χρειάζομαι κι εγώ. –Πες μου λοιπόν, τι θέλεις; –Υπάρχει ο νόμος του «πάρε-δώσε». –Αν και θεός εσύ, ζητά χρήματα; –Πφ! Επιθυμώ άλλο πράγμα. –Ποιο είναι αυτό; –Αν φας από τα σύκα μου, να μου προσφέρεις με χαρά το πίσω σύκο σου.
* * *
Καλά και άξια όλ’ αυτά. Μας βεβαιώνουν πως η απώτερη καταγωγή αυτής της φράσης προέρχεται από την αρχαιότητα. Δεν συνιστούν, όμως, μιαν πλήρη και ικανοποιητική εξήγηση, όσον αφορά την επιλογή του συγκεκριμένου δέντρου και του καρπού του. Μας προσφέρουν το πώς της φράσης – την επιφάνεια – όχι όμως και το βαθύτερο γιατί. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ήταν η μηλιά και οι καρποί της στη θέση της συκιάς. Όχι επειδή ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την επικρατούσα θρησκευτική παράδοση, ήταν ένα μήλο, αλλά γιατί στο V βιβλίο της Παλατινής, υπάρχουν δύο πολύ ωραία ερωτικά επιγράμματα του Πλάτωνα, όπου ο εν λόγω καρπός πρωταγωνιστεί. Θα μπορούσε, τέλος πάντων να είναι κάποιο άλλο δέντρο και οι καρποί του. Γιατί, όμως, η συκιά;
Πρέπει να κάνουμε ένα μακροβούτι στα νερά της μυθολογίας, έστω κι αν η εποχή μας – χάριν της ταχύτητας – δεν τα πάει και τόσο καλά μαζί της, για ν’ ανακαλύψουμε την απάντηση. Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που δεν μνημονεύεται συχνά από τους αρμόδιους μελετητές. Το θεωρούν άσεμνο και προκλητικό. Προτιμούν την αναφορά στα αναρίθμητα μπερμπαντέματα του Δία (έστω κι αν άρπαξε τον Γανυμήδη, άνδρας δεν ήταν;), ή στους μύθους για τους ουράνιους έρωτες του Απόλλωνα – Υάκινθο και Κυπάρισσο – με τη δραματική κατάληξη (έχουν, άλλωστε και διδακτικό περιεχόμενο – παραδειγματίζουν και αποτρέπουν!), τρομάρα τους… Δραματικό είναι και το θέμα του συγκεκριμένου μύθου. Μας αφήνει, επιπλέον, να καταλάβουμε ότι ο ανδρισμός δεν εδράζεται στην κωλοτρυπίδα!
* * *
Τρεις είναι οι αρχαίες πηγές που διασώζουν αυτό το μύθο – δύο ελληνικές και μία λατινική. Ας αρχίσουμε από τον Παυσανία (Ελλάδος Περιήγησις, ΙΙ, 37, 5), έναν συγγραφέα του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος αναφέρει επιγραμματικά και χωρίς λεπτομέρειες το μύθο. Πόσο τσιγκούνης είναι στην έκφρασή του όταν γράφει: «Είδα και μια πηγή ονομαζόμενη του Αμφιάραου καθώς επίσης και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη, για να φέρει πίσω τη Σεμέλη – και πως στην κάθοδο σε αυτό το μέρος του την είναι δείξει ο Πόλυμνος». Αλλά πόσο υπαινικτικός όταν συμπληρώνει: «Τα τελούμενα εδώ κάθε χρόνο, προς τιμήν του Διονύσου τη νύχτα, θα ήταν ασεβές να τα γράψω, χωρίς διάκριση για όλους, αμύητους και μυημένους».
Αυτά που αποσιωπά ο Παυσανίας, υποδαυλίζοντας την περιέργειά μας, τα φανερώνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας (Προτρεπτικός, ΙΙ, 34, 3-5), ένας συγγραφέας της ίδιας περίπου εποχής: «Ο ΄Διόνυσος επιθυμούσε πολύ να κατέβει στον Άδη, αγνοούσε όμως την οδό. Κάποιος Πρόσυμνος υπόσχεται να του δείξει τη διαδρομή έναντι όμως αμοιβής, μιας αμοιβής που μόνο για τον Διόνυσο δεν ήταν αισχρή. Απαίτησε να παραδοθεί στις ηδονές του έρωτά του. Ο θεός δέχτηκε ευχαρίστως την απαίτησή, υποσχέθηκε όμως να ανταποκριθεί εφόσον επέστρεφε από τον Άδη, επικυρώνοντας με όρκο την υπόσχεσή του».
Και συμπληρώνει ο Κλήμης πως ο θεός, «αφού πήρε τις πληροφορίες, απομακρύνθηκε. Επιστρέφοντας δεν βρήκε τον Πρόσυμνο (ο οποίος είχε πεθάνει). Για να εκπληρώσει την υπόσχεση προς τον εραστή του, ο Διόνυσος κατευθύνθηκε προς τον τάφο του, γεμάτος από αισχρές επιθυμίες. Απέκοψε στην τύχη το κλαδί μιας συκιάς, του έδωσε το σχήμα του αντρικού οργάνου και το μεταχειρίστηκε για να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του προς το νεκρό».
* * *
Μεταξύ εκείνων που έχουν μελετήσει το μύθο, επικρατούν δύο διαφορετικές εκδοχές για τη χρήση φαλλού από ξύλο συκιάς. Η πρώτη είναι σχεδόν ανώδυνη. Σύμφωνα με αυτήν ο Διόνυσος έχωσε το ομοίωμα στα οπίσθια του νεκρού ή στον τάφο του. Όπως και να έχει το θέμα, το γεγονός αυτό – έστω κι αν ο θεός δεν έπρεπε να καταπατήσει τον όρκο και να αθετήσει την υπόσχεσή του – δεν ξεφεύγει από τα πλαίσιο μιας βαθύτατης ιεροσυλίας. Είναι γνωστό, ωστόσο, πόσο και πώς τιμούσαν τους νεκρούς τους οι αρχαίοι Έλληνες. Γι’ αυτό, ίσως, το λόγο υπάρχει και μια παραλλαγή αυτής της εκδοχής, σύμφωνα με την οποία ο Διόνυσος περιζώστηκε το φαλλό και προσποιήθηκε ότι ικανοποιούσε τη σκιά του.
Οι απορίες, όμως, που δημιουργούνται σε αυτή την περίπτωση είναι σοβαρές και – βέβαια – εύλογες. Οφείλουμε πρώτα να αναρωτηθούμε αν ένας θεός μπορεί να έχει σκιά (παραλίγο να γράψω συκιά!). Ας υποθέσουμε ότι έχει, προκειμένου να αποφύγουμε μακρές και δυσεπίλυτες θεολογικές παρενθέσεις. Και πάλι, όμως, προκύπτουν προβλήματα άλλης φύσεως. Γιατί είναι γνωστό πως η σκιά μιας μορφής βρίσκεται συνήθως πίσω της. Αλλά και όσες φορές προβάλλεται μπροστά της, είναι άραγε δυνατή πάνω της η αναπαράσταση μιας πράξης – και μάλιστα γαμικής;
Η δεύτερη εκδοχή, σαφώς, είναι περισσότερο επώδυνη. Γι’ αυτό, άλλωστε, την αφήνουμε να υπονοηθεί…
* * *
Υ.Γ. Ο Αρνόβιος (Adversus Nationes, V, 28), λατίνος συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρει το μύθο με πολύ γλαφυρό ύφος και αίρει – ανεπιφύλακτα – τη διχογνωμία. Ο Διόνυσος, λοιπόν, «για να τηρήσει τη συμφωνία και να τιμήσει τον όρκο του, έκοψε από μια συκιά το χοντρότερο κλαδί, του έδωσε το σχήμα του ανθρώπινου πέους, το έστησε πάνω στον τάφο του Πρόσυμνου, πλησίασε με γυμνωμένα τα οπίσθιά του και κάθισε πάνω του. Έπειτα, κάνοντας πως βρισκόταν σε μεγάλη ερωτική έξαψη, άρχισε να κουνάει πέρα-δώθε τους γλουτούς του, για να δείξει στο νεκρό φίλο του ότι πάθαινε από το ξύλο ό,τι είχε υποσχεθεί να υπομείνει από αυτόν σαν γυναίκα».
Με αυτή την άποψη συντάσσεται και ο Π. Λεκατσάς (Έρως, Ερμηνεία μιας μορφής της προϊστορικής και Ορφικοδιονυσιακής λατρείας, με λιγότερη γλαφυρότητα αλλά με ακρίβεια. Και αυτός καταργεί – δια της ενώσεως – τις δύο διαφορετικές εκδοχές. Επισημαίνει, μάλιστα, την ύπαρξη μιας παραλλαγής του μύθου όπου ο φαλλός είναι δερμάτινος και έχει δύο σύκα για αμελέτητα. Το γεγονός αυτά ίσως και να αποδυναμώνει κάπως την ερμηνευτική πρόταση περί «εκείνων που προεξέχουν από πίσω». Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν είναι απίθανο – διάβολε! – δια της αλάνθαστης μεθόδου της ενώσεων και πάλι, να ισχύει και αυτό! Ένα κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό: Ένας θεός, άραγε, διαθέτει σκιά;
Δημοσιεύθηκε στον Πόθο τ.15, Οκτ. 1997










