Latest Posts

Συκοβολήματα

«Έπεμψά σοι σύκα ηρινά, θαυμάζοις δ’ αν αυτών ή το ήδη ή το έτι», Φιλόστρατος, Επιστολαί ερωτικαί, 49

Έχει διαβάσει, άραγε, ο αναγνώστης του παρόντος κειμένου το κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τίτλο Η συκιά; Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλιαράκι του Με τέχνη και πάθος – μια σειρά δοκιμίων του ποιητή, που τα χρονικά όρια της συγγραφής του εκτείνονται μέσα στα πλαίσια μιας τριακονταετίας (1956-1986). Τόσος μακρύς ήταν ο πόλεμος της γραφής τους. Η συκιά έχει γραφτεί το 1986 και η έκτασή του είναι μικρή – μόλις τέσσερις παράγραφοι, όπου όμως συμπυκνώνεται ένα μέγιστο πλήθος στοιχείων και ποικίλων θεμάτων.

Ο Χριστιανόπουλος, με το γνώριμο, τσουχτερό ύφος του, αναφέρεται στην αδικία που έχει γίνει σε βάρος της συκιάς, από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας, η οποία – καθώς επισημαίνει: «δεν έπαψε, αιώνες τώρα, ν’ αδιαφορεί για την καταλαλιά του κόσμου, χαρίζοντάς μας ταπεινά και μουλωχτά τα μελωμένα και γλυκόρευστα σύκα της».

Παρά το γεγονός της τερπνής απόλαυσης που προσφέρει το συγκεκριμένο φρούτο στην αίσθηση της γεύσης, οι άνθρωποι καθόλου δεν σταμάτησαν να καταφρονούν τη συκιά. Δεν ήταν ξαφνική και άνευ λόγου, βέβαια, η περιφρόνηση αυτή, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής επίθεσης – σχεδόν επίμονης και συστηματικής – που δέχτηκε το δέντρο και ο καρπός του από δύο διαφορετικούς μεσογειακούς πολιτισμούς: εκείνον της αρχαιότητας και τον πολιτισμό των πρώτων χριστιανικών χρόνων.

* * *

Αν ο Οδυσσέας άδραξε τα κλαδιά μιας συκιάς, για να σωθεί από το κατάπιωμα της Χάρυβδης, συκοφάντες αποκαλούσαν στην αρχαιότητα όσους υπέδειχναν εκείνους που έκρυβαν τα σύκα, προκειμένου να τα πουλήσουν ακριβότερα. Τόσο ξεχωριστό ήταν αυτό το φρούτο και τόσο συχνό το παράπτωμα ώστε η πολιτεία είχε θεσπίσει έναν ειδικό νόμο που προέβλεπε και τις σχετικές κυρώσεις. Η μεταφορική έννοια της λέξης αφορούσε εκείνους που φανέρωναν δημόσια τα μυστικά του ιδιωτικού βίου κάποιου προσώπου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ο φουκαράς – ποιος ξέρει με τι βάσανα και κόπους – φρόντιζε να κρατά επιμελώς κρυμμένα.

Τεκμήριο πλούτου και ευημερίας θεωρούνταν τα σύκα για ένα σπιτικό της αρχαίας Αθήνα, η οποία φημιζόταν για τις συκιές της… Αλλά και σήμερα, νομίζω, παρά την υστερία της, δεν υστερεί! Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, ένα φρέσκο σύκο ήταν η αφορμή για την κήρυξη των Περσικών Πολέμων εναντίον των Ελλήνων. Σύκα, επίσης, χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών εορτών της πόλης, αλλά και σε άλλες – απάνθρωπες και αποτρόπαιες – τελετουργίας. Αφού πρώτα έτρεφαν τον αρχαίο φαρμακό με σύκα και άλλες λιχουδιές, έπειτα μαστίγωναν τα γεννητικά του όργανα με κλαδιά συκιάς και – στο τέλος – τον έδιωχναν έξω από την πόλη, στην ερημιά, φορτώνοντας πάνω του τα συλλογικά κρίματα της κοινότητας.

* * *

Με φύλλα συκιάς, αμέσως μόλις γεύθηκαν τον απαγορευμένο καρπό, κάλυψαν τη γύμνια τους – προφανώς για λόγους αιδημοσύνης – οι πρωτόπλαστοι. Η χρονική εγγύτητα των μερικότερων πράξεων του Αδάμ και της Εύας (το δρέψιμο του καρπού, το φάγωμά του και η απόκρυψη των γεννητικών τους μορίων), μας βάζει σε πειρασμό να υποθέσουμε, ότι το περίφημο δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού, ίσως κι αυτό ακόμη το δέντρο της ζωής, που βρίσκονταν στο κέντρο του πάλαι ποτέ παραδείσου της Εδέμ, ενδεχομένως να ήταν μια συκιά!

Ο χριστιανισμός αργότερα – και μάλιστα κοτζάμ Ευαγγέλιο – δεν παραλείπει να προσθέσει ένα, επιπλέον, αρνητικό βάρος πάνω στο δέντρο: το ταλαντευόμενο πτώμα ενός προδότη. Γιατί ο Ιούδας, κυριευμένος από τύψεις για την πράξη του, κρεμάστηκε σ’ ένα από τα κλαδιά μιας συκιάς. Κάτω από τα φυλλώματα και την πυκνή σκιά τους βρέθηκαν σκορπισμένα τα τριάκοντα αργύρια. Ήδη είχε προηγηθεί ο Χριστός που καταράστηκε τη συκιά να ξεραθεί, επειδή μια μέρα – όσο κι αν έψαξε – δεν κατόρθωσε να βρει μερικά σύκα να χορτάσει την πείνα του.

Ο Χριστιανόπουλος, τέλος, μνημονεύει και το χαρακτηρισμό που απευθύνουν οι σύγχρονοι Έλληνες στους ομοφυλόφιλους, καθώς τους βλέπουν να περνούν από μπροστά τους. Είναι αμίμητη, πιστεύω, αυτή η φράση σε άλλη χώρα. Παραλλάζοντας το τραχύ μέταλλο της φωνής τους (ένδειξη ανδροπρέπειας κατά τη γνώμη τους), σε εκλεπτυσμένους και τσιριχτούς τόνους, κράζουν: «Σύκα-σύκα…» Επειδή φαντάζονται ότι οι αδελφές, όπως γράφει ο ποιητής, προτιμούν «αυτά που κρέμονται από κάτω».

Πώς προέκυψε, άραγε, ο συσχετισμός των σύκων με τους ομοφυλόφιλους; Για την εποχή μας που βρίσκεται υπό την επίδραση του άστρου της εικόνας και της ταχύτητας, η οπτική ομοιότητα που παρουσιάζει το φρούτο με «αυτά που κρέμονται από κάτω» είναι αρκετή. Αρκετές, όμως είναι και φορές που τα φαινόμενα απατούν, επειδή ακριβώς είναι φαινόμενα – και μόνον αυτό. Σαν τα παγόβουνα, που ένα μέρος μονάχα από τον όγκο τους υψώνεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ το υπόλοιπο βρίσκεται κάτω από αυτή. Δεν είναι απίθανη, ωστόσο, μια διαφορετική ερμηνεία του συγκεκριμένου ζητήματος, ομοφυλόφιλοι και σύκα, το οποίο δεν είναι άστοχο – αλλά ούτε και υπερβολικό – να το χαρακτηρίσουμε ως φλέγον…

* * *

Η προτεινόμενη ερμηνευτική εκδοχή αποκλίνει λιγάκι – δυο δάκτυλα και κάτι, σύμφωνα με μια μαντινάδα – από «αυτά που κρέμονται από κάτω», επειδή αφορά «εκείνα που προεξέχουν από πίσω»! Όταν οι σύγχρονοι Έλληνες ξεστομίζουν τη φράση «σύκα-σύκα…», ίσως και μην υπονοούν – αναγκαστικά – αυτά που, όντως, κρέμονται από κάτω, αλλά το γεγονός πως τα οπίσθια του καθενός που κινεί την αιδώ ποικιλοτρόπως, μετά από τη συχνή και πολύχρονη χρήση τους ως έδρα εκλεκτής ερωτικής απόλαυσης, ανοίγουν και χάσκουν σαν ώριμα και παραγινωμένα σύκα. Είναι γνωστή, άλλωστε, η νεοελληνική αθυροστομία: Στήθος μάρμαρο και κώλος χάρβαλο!

Από μια πλειάδα λέξεων που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, για να προσδιορίσουν τον άνδρα που γυναικοπαθεί, σχετική με το θέμα είναι η λέξη σύκινος. Η λέξη συκέα-συκή δήλωνε, μεταφορικά, τη σύκωση του πρωκτού, ενώ συκιδαφόρος είναι εκείνος που πάσχει από αυτή, ή όποιος έχει αιμορροΐδες. Οι λέξεις, αντίθετα, που υπάρχουν γι’ «αυτά που προεξέχουν από κάτω» – αρχαίες, μεσαιωνικές και νεότερες – κάθε άλλο μας επιτρέπουν να κάνουμε οποιοδήποτε συσχετισμό με τα σύκα: όρχεις, κύαμοι, σφαιρίδια, κόκκοι, δίδυμοι, βόλοι, παραστάται, λιμπά, καμπανέλια, γκογκόβια, παπάβγουλα, βαρίδια, αχαμνά, κλαμπάνια, λιόκια, καριόλια… τα καλά – σε αντίθεση με εκείνα ενός γέροντα, που λέγονται τα παλιά – με μια λέξη, αρχίδια

Εξάλλου στο XVI βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας υπάρχει ένα επίγραμμα – ανήκει στο Φίλιππο από τη Θεσσαλονίκη – το οποίο ενισχύει σφόδρα την ερμηνευτική άποψη περί «εκείνων που προεξέχουν από πίσω». Πρόκειται για μια χαριτωμένη συνομιλία ανάμεσα σ’ ένα θνητό που πεινούσε και το θεό Πρίαπο, ο οποίος κρατούσε ένα πανέρι με σύκα. Ας την ακούσουμε: Ωραία βλέπω σύκα. Θα μου επιτρέψεις να πάρω μερικά; –Κανένα μην αγγίζεις. –Οργισμένος που είναι ο Πρίαπος! –Ο,τι και να πεις θα πάει στο βρόντο. –Θερμά παρακαλώ σε. –Δώσε κι εσύ σ’ εμένα, χρειάζομαι κι εγώ. –Πες μου λοιπόν, τι θέλεις; –Υπάρχει ο νόμος του «πάρε-δώσε». –Αν και θεός εσύ, ζητά χρήματα; –Πφ! Επιθυμώ άλλο πράγμα. –Ποιο είναι αυτό; –Αν φας από τα σύκα μου, να μου προσφέρεις με χαρά το πίσω σύκο σου.

* * *

Καλά και άξια όλ’ αυτά. Μας βεβαιώνουν πως η απώτερη καταγωγή αυτής της φράσης προέρχεται από την αρχαιότητα. Δεν συνιστούν, όμως, μιαν πλήρη και ικανοποιητική εξήγηση, όσον αφορά την επιλογή του συγκεκριμένου δέντρου και του καρπού του. Μας προσφέρουν το πώς της φράσης – την επιφάνεια – όχι όμως και το βαθύτερο γιατί. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ήταν η μηλιά και οι καρποί της στη θέση της συκιάς. Όχι επειδή ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την επικρατούσα θρησκευτική παράδοση, ήταν ένα μήλο, αλλά γιατί στο V βιβλίο της Παλατινής, υπάρχουν δύο πολύ ωραία ερωτικά επιγράμματα του Πλάτωνα, όπου ο εν λόγω καρπός πρωταγωνιστεί. Θα μπορούσε, τέλος πάντων να είναι κάποιο άλλο δέντρο και οι καρποί του. Γιατί, όμως, η συκιά;

Πρέπει να κάνουμε ένα μακροβούτι στα νερά της μυθολογίας, έστω κι αν η εποχή μας – χάριν της ταχύτητας – δεν τα πάει και τόσο καλά μαζί της, για ν’ ανακαλύψουμε την απάντηση. Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που δεν μνημονεύεται συχνά από τους αρμόδιους μελετητές. Το θεωρούν άσεμνο και προκλητικό. Προτιμούν την αναφορά στα αναρίθμητα μπερμπαντέματα του Δία (έστω κι αν άρπαξε τον Γανυμήδη, άνδρας δεν ήταν;), ή στους μύθους για τους ουράνιους έρωτες του Απόλλωνα – Υάκινθο και Κυπάρισσο – με τη δραματική κατάληξη (έχουν, άλλωστε και διδακτικό περιεχόμενο – παραδειγματίζουν και αποτρέπουν!), τρομάρα τους… Δραματικό είναι και το θέμα του συγκεκριμένου μύθου. Μας αφήνει, επιπλέον, να καταλάβουμε ότι ο ανδρισμός δεν εδράζεται στην κωλοτρυπίδα!

* * *

Τρεις είναι οι αρχαίες πηγές που διασώζουν αυτό το μύθο – δύο ελληνικές και μία λατινική. Ας αρχίσουμε από τον Παυσανία (Ελλάδος Περιήγησις, ΙΙ, 37, 5), έναν συγγραφέα του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος αναφέρει επιγραμματικά και χωρίς λεπτομέρειες το μύθο. Πόσο τσιγκούνης είναι στην έκφρασή του όταν γράφει: «Είδα και μια πηγή ονομαζόμενη του Αμφιάραου καθώς επίσης και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη, για να φέρει πίσω τη Σεμέλη – και πως στην κάθοδο σε αυτό το μέρος του την είναι δείξει ο Πόλυμνος». Αλλά πόσο υπαινικτικός όταν συμπληρώνει: «Τα τελούμενα εδώ κάθε χρόνο, προς τιμήν του Διονύσου τη νύχτα, θα ήταν ασεβές να τα γράψω, χωρίς διάκριση για όλους, αμύητους και μυημένους».

Αυτά που αποσιωπά ο Παυσανίας, υποδαυλίζοντας την περιέργειά μας, τα φανερώνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας (Προτρεπτικός, ΙΙ, 34, 3-5), ένας συγγραφέας της ίδιας περίπου εποχής: «Ο ΄Διόνυσος επιθυμούσε πολύ να κατέβει στον Άδη, αγνοούσε όμως την οδό. Κάποιος Πρόσυμνος υπόσχεται να του δείξει τη διαδρομή έναντι όμως αμοιβής, μιας αμοιβής που μόνο για τον Διόνυσο δεν ήταν αισχρή. Απαίτησε να παραδοθεί στις ηδονές του έρωτά του. Ο θεός δέχτηκε ευχαρίστως την απαίτησή, υποσχέθηκε όμως να ανταποκριθεί εφόσον επέστρεφε από τον Άδη, επικυρώνοντας με όρκο την υπόσχεσή του».

Και συμπληρώνει ο Κλήμης πως ο θεός, «αφού πήρε τις πληροφορίες, απομακρύνθηκε. Επιστρέφοντας δεν βρήκε τον Πρόσυμνο (ο οποίος είχε πεθάνει). Για να εκπληρώσει την υπόσχεση προς τον εραστή του, ο Διόνυσος κατευθύνθηκε προς τον τάφο του, γεμάτος από αισχρές επιθυμίες. Απέκοψε στην τύχη το κλαδί μιας συκιάς, του έδωσε το σχήμα του αντρικού οργάνου και το μεταχειρίστηκε για να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του προς το νεκρό».

* * *

Μεταξύ εκείνων που έχουν μελετήσει το μύθο, επικρατούν δύο διαφορετικές εκδοχές για τη χρήση φαλλού από ξύλο συκιάς. Η πρώτη είναι σχεδόν ανώδυνη. Σύμφωνα με αυτήν ο Διόνυσος έχωσε το ομοίωμα στα οπίσθια του νεκρού ή στον τάφο του. Όπως και να έχει το θέμα, το γεγονός αυτό – έστω κι αν ο θεός δεν έπρεπε να καταπατήσει τον όρκο και να αθετήσει την υπόσχεσή του – δεν ξεφεύγει από τα πλαίσιο μιας βαθύτατης ιεροσυλίας. Είναι γνωστό, ωστόσο, πόσο και πώς τιμούσαν τους νεκρούς τους οι αρχαίοι Έλληνες. Γι’ αυτό, ίσως, το λόγο υπάρχει και μια παραλλαγή αυτής της εκδοχής, σύμφωνα με την οποία ο Διόνυσος περιζώστηκε το φαλλό και προσποιήθηκε ότι ικανοποιούσε τη σκιά του.

Οι απορίες, όμως, που δημιουργούνται σε αυτή την περίπτωση είναι σοβαρές και – βέβαια – εύλογες. Οφείλουμε πρώτα να αναρωτηθούμε αν ένας θεός μπορεί να έχει σκιά (παραλίγο να γράψω συκιά!). Ας υποθέσουμε ότι έχει, προκειμένου να αποφύγουμε μακρές και δυσεπίλυτες θεολογικές παρενθέσεις. Και πάλι, όμως, προκύπτουν προβλήματα άλλης φύσεως. Γιατί είναι γνωστό πως η σκιά μιας μορφής βρίσκεται συνήθως πίσω της. Αλλά και όσες φορές προβάλλεται μπροστά της, είναι άραγε δυνατή πάνω της η αναπαράσταση μιας πράξης – και μάλιστα γαμικής;

Η δεύτερη εκδοχή, σαφώς, είναι περισσότερο επώδυνη. Γι’ αυτό, άλλωστε, την αφήνουμε να υπονοηθεί…

* * *

Υ.Γ. Ο Αρνόβιος (Adversus Nationes, V, 28), λατίνος συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρει το μύθο με πολύ γλαφυρό ύφος και αίρει – ανεπιφύλακτα – τη διχογνωμία. Ο Διόνυσος, λοιπόν, «για να τηρήσει τη συμφωνία και να τιμήσει τον όρκο του, έκοψε από μια συκιά το χοντρότερο κλαδί, του έδωσε το σχήμα του ανθρώπινου πέους, το έστησε πάνω στον τάφο του Πρόσυμνου, πλησίασε με γυμνωμένα τα οπίσθιά του και κάθισε πάνω του. Έπειτα, κάνοντας πως βρισκόταν σε μεγάλη ερωτική έξαψη, άρχισε να κουνάει πέρα-δώθε τους γλουτούς του, για να δείξει στο νεκρό φίλο του ότι πάθαινε από το ξύλο ό,τι είχε υποσχεθεί να υπομείνει από αυτόν σαν γυναίκα».

Με αυτή την άποψη συντάσσεται και ο Π. Λεκατσάς (Έρως, Ερμηνεία μιας μορφής της προϊστορικής και Ορφικοδιονυσιακής λατρείας, με λιγότερη γλαφυρότητα αλλά με ακρίβεια. Και αυτός καταργεί – δια της ενώσεως – τις δύο διαφορετικές εκδοχές. Επισημαίνει, μάλιστα, την ύπαρξη μιας παραλλαγής του μύθου όπου ο φαλλός είναι δερμάτινος και έχει δύο σύκα για αμελέτητα. Το γεγονός αυτά ίσως και να αποδυναμώνει κάπως την ερμηνευτική πρόταση περί «εκείνων που προεξέχουν από πίσω». Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν είναι απίθανο – διάβολε! – δια της αλάνθαστης μεθόδου της ενώσεων και πάλι, να ισχύει και αυτό! Ένα κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό: Ένας θεός, άραγε, διαθέτει σκιά;

Δημοσιεύθηκε στον Πόθο τ.15, Οκτ. 1997

Αυστηρά διπολική 1

Αν η μεταπολεμική περίοδος αποκαλούταν η «εποχή του άγχους» και οι δεκαετίες ’80 και ’90 η «εποχή των αντικαταθλιπτικών», τώρα ζούμε σε διπολικούς καιρούς. Μια διάγνωση που κάποτε δινόταν σε λιγότερο από το 1% του πληθυσμού έχει αυξηθεί δραματικά, με περίπου το 25% των Αμερικάνων να εκτιμάται ότι υποφέρουν από κάποιο είδος διπολικότητας. Φαρμακευτικές αγωγές για την σταθεροποίηση της διάθεσης συνταγογραφούνται συστηματικά τόσο σε ενήλικους όσο και σε παιδιά, με τις συνταγές για παιδιά να έχουν αυξηθεί κατά 400% και τη συνολική διάγνωση κατά 4.000% σε σχέση με τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το ερώτημα σήμερα δεν είναι «Είσαι διπολικός;» αλλά «Πόσο διπολικός είσαι;»

Διασημότητες όπως η Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, ο Στίβεν Φράι, ο Ζαν-Κλοντ Βαν Νταμ, η Ντέμι Λοβάτο, ο Ανταμ Αντ, ο Τομ Φλέτσερ και η Λίντα Χάμιλτον μιλούν για τις συνθήκες της διπολικότητάς τους, και απομνημονεύματα αλλά και βιβλία αυτοβοήθειας πλημμυρίζουν την αγορά. Η πράκτορας της CIA Κάρι Μάθεσον στο Homeland και ο πρώην δάσκαλος Πατ Σολιτάνο στο Silver Linings Playbook απεικονίζονται ως διπολικοί, και υπάρχει αναφορά στη διάγνωση αυτή ακόμα και στο παιδικό καρτούν Σκούμπι Ντου.

Στο μεταξύ τα εγχειρίδια επιχειρηματικών δραστηριοτήτων προωθούν την καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου βαθμού μανίας ώστε να αποδώσουν στις αγορές. Μια εικόνα των μμε αναπαριστά τον μεγιστάνα Τεντ Τέρνερ ως έναν ξέφρενα αποφασισμένο καπετάνιο, με την προειδοποίηση ότι έχει κόψει το λίθιό του, ώστε να φοβούνται οι ανταγωνιστές! Στο Χόλυγουντ, οι σταρ επισκέπτονται συνοδεία τους ψυχιάτρους τους, με τους τελευταίους να φροντίζουν μετά βεβαιότητας ότι η φαρμακευτική αγωγή χρησιμεύει να κρατά κάτω τη μανία αλλά όχι υπερβολικά κάτω: περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, εδώ γινόμαστε μάρτυρες μιας εκλεπτυσμένης εξατομίκευσης ενός προγράμματος φαρμακευτικής αγωγής που να ταιριάζει με τις απαιτήσεις της καριέρας και του τρόπου ζωής.

Η βεβαιότητα, η ευχαρίστηση και η ενέργεια που χαρακτηρίζουν τα πρώτα στάδια της μανίας δείχνουν πολύ ταιριαστά με τις προτροπές για επιτεύγματα, παραγωγικότητα και έντονη αφοσίωση που απαιτούν οι σημερινές επιχειρήσεις. Σε έναν άκρατα ανταγωνιστικό κόσμου όπου η εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια διαρκώς διαβρώνονται, οι εργαζόμενοι πρέπει να αποδείξουν την αξία τους δουλεύοντας όλο και περισσότερες ώρες και δηλώνοντας ακόμα πιο εκστατική πίστη στα πρότζεκτ και τα προϊόντα τους. Οι αναπόφευκτες μέρες αδείας λόγω υπερβολικής κούρασης και εξάντλησης αντιμετωπίζονται λιγότερο ως απόδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά και περισσότερο ως σχεδόν τμήμα της περιγραφής της δουλειάς σου.

Την ίδια στιγμή, ακριβώς εκείνα τα γνωρίσματα που αποδίδει η κλασική ψυχιατρική στην επίθεση της μανίας εμφανίζονται ως οι στόχοι της προσωπικής ανάπτυξης. Βιβλία αυτοβοήθειας και θεραπείες προωθούν τις αντιλήψεις της αυτοεκτίμησης, της ανεβασμένης εμπιστοσύνης στον εαυτό σου και της καλής ψυχοσωματικής κατάστασης. Τίποτα δεν είναι αδύνατον, μας λένε, πρέπει να μας οδηγήσουν τα όνειρά μας. Κι αν το πρωτεύον σύμπτωμα της μανίας οριζόταν κάποτε ως η καταναγκαστική αναζήτηση της σύνδεσης με άλλες ανθρώπινες υπάρξεις, σήμερα αυτό είναι σχεδόν υποχρέωση: αν δεν είσαι στο Facebook ή στο Twitter, κάτι δεν πρέπει να πηγαίνει καλά με σένα. Αυτά που κάποτε ήταν τα κλινικά σημάδια της μανιοκαταθλιπτικής ψύχωσης τώρα έχουν καταστεί στόχοι θεραπειών και καθοδήγησης του τρόπου ζωής.

Κι όμως, πέρα από τις νέες προκλήσεις για «μανιακή» συμπεριφορά, εκείνοι που έχουν μανιοκατάθλιψη περιγράφουν  τον τρόμο της έντονα πεσμένης διάθεσης και τις εφιαλτικού τύπου καταστάσεις διέγερσης που συνοδεύουν τα επεισόδιά τους. Η αίσθηση της εξουσίας, της βεβαιότητας και της σύνδεσης που χαρακτηρίζουν τη μανία κάνουν το άτομο να νιώθει ζωντανό στον υπέρτατο βαθμό ενώ την ίδια στιγμή τους φέρνουν εγγύτερα από ποτέ στο θάνατο. Το παράδοξο της διπολικότητας έχει παρατηρηθεί ξανά και ξανά: ρωτήστε ένα μανιοκαταθλιπτικό υποκείμενο αν είχε τη δυνατότητα να πατήσει ένα κουμπί θα ήθελε να κάνει τη διπολικότητα να εξαφανιστεί και πολλά θα πούνε Όχι. Κι όμως αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι μπορεί να καταλήγουν τακτικά σε νοσοκομεία, έχοντας λιανίσει τις αποταμιεύσεις τους σε καταναλωτική μανία, έχοντας πληγώσει την οικογένειά τους μέσα από την εγκατάλειψη ή την αμέλεια, ή έχοντας ρισκάρει τη ζωή τους σε κάποια λοξή πράξη ηρωισμού ή ηδονισμού.

Πώς μπορούμε να βγάλουμε νόημα από τη νέα πανταχού παρουσία των διπολικών εαυτών; Είναι τα ύψη και τα βάθη της διπολικότητας μια συνέπεια των μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών, με διαρκείς εκρήξεις ενέργειας που αντικαθιστούν την πιο παραδοσιακή εικόνα της σταθερής εξάσκησης ενός επαγγέλματός; Και πέρα από την συχνά ρηχή κουβέντα για τη «μανία» στο εργασιακό περιβάλλον, υπάρχει πραγματική διπολικότητα πέρα από αυτή, η ίδια που οι ψυχίατροι κάποτε αποκαλούσαν μανιοκατάθλιψη; Η διπολικότητα μπορεί να δείχνει ότι ταιριάζει στους παράξενους και παροξυσμικούς ρυθμούς της ζωής του εικοστού πρώτου αιώνα, όμως, όπως οποιοσδήποτε έχει την εμπειρία της μανιοκατάθλιψης θα σας πει, πρόκειται για μια σοβαρή κατάσταση.

Εκατό χρόνια πριν, ο όρος «διπολικός» ήταν πολύ σπάνιος. Χρησιμοποιήθηκε στην ψυχιατρική στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, όμως ήρθε στο φως της διασημότητας από τη δεκαετία του ’80 και εδώ μέχρι που έγινε κοινός τόπος στη δεκαετία του ’90. Πώς προέκυψε αυτή η εμβριθής δημοφιλία; Οι ιστορικοί της ψυχιατρικής έχουν κάνει όλοι την ίδια παρατήρηση σε αυτήν την περίπτωση. Ήταν ακριβώς όταν οι ασθενείς άρχισαν να εξαντλούν τα επικρατώντα αντικαταθλιπτικά με τις τεράστιες πωλήσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν η διπολική κατέστη ξαφνικά ο υποδοχέας των γιγαντιαίων προϋπολογισμών διαφημιστικής προώθησης της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Ιστότοποι βοηθούσαν τους ανθρώπους να διαγνώσουν τους εαυτούς τους, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και παραρτήματα εμφανίζονταν όλα να αναφέρονται στη διπολική σαν να ήταν δεδομένη: και σχεδόν όλα από αυτά χρηματοδοτούνταν, εν όλω ή εν μέρει, από τη φαρμακευτική βιομηχανία. Ερωτηματολόγια στο ίντερνετ επέτρεπαν την αυτό-διάγνωση σε μερικά λεπτά, και, για πολλούς ανθρώπους, φαινόταν ότι οι δυσκολίες τους είχαν επιτέλους ένα όνομα. Ακριβώς όπως το ’80 τόσοι πολλοί άνθρωποι επιτέλους καταλάβαιναν ότι έπασχαν από «κατάθλιψη», τώρα η «διπολική» έγινε η ετικέτα για να οριστούν τα βασανιστήρια που ένιωθε μια νέα γενιά.

Η ειρωνεία εδώ ήταν ότι σε εκείνες τις περιπτώσεις που τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα ξεκάθαρα δεν λειτουργούσαν, πλέον υπήρχε ο ισχυρισμός ότι η αποτυχία τους οφειλόταν στο ότι είχαν συνταγογραφηθεί εσφαλμένα. Οι ασθενείς ήταν στην πραγματικότητα διπολικοί, όμως η λεπτές μεταβολές στη διάθεση δεν είχαν γίνει αντιληπτές από τον γιατρό που τα συνταγογραφούσε. 20% με 35% από αυτούς που διαγνώστηκαν με κατάθλιψη στην πρωτοβάθμια περίθαλψη έχουν τώρα κριθεί ότι υποφέρουν από διπολική διαταραχή. Όπως καταδείχνει ο ψυχίατρος Ντέιβιντ Χίλι, η βιομηχανία αντί να προσπαθήσει να κατασκευάσει πιο αποτελεσματικά αντικαταθλιπτικά, επέλεξε να προωθήσει στην αγορά μια νέα φίρμα: ένα νέο σύνολο διαταραχών που ονομαζόταν «διπολική» αντί για νέες φαρμακευτικές θεραπείες.

Αυτή η αποικιοποίηση απαιτούσε μια πληθώρα διπολικών κατηγοριών. Η Διπολική 1 εξισώνονταν συχνά με την κλασική μανιοκατάθλιψη, αλλά η Διπολική 2 μείωνε δραματικά το διαγνωστικό όριο, απαιτώντας απλά ένα μόνο καταθλιπτικό επεισόδιο και μια περίοδο αυξημένης παραγωγικότητας, υπερφίαλης αυτοεκτίμησης και μειωμένης ανάγκης για ύπνο. Σύντομα ακολούθησαν οι Διπολικές 2.5, 3, 3.5, 4, 5 και 6. Μια αυξανόμενη έμφαση στις διακυμάνσεις της διάθεσης και όχι στις υποκείμενες διαδικασίες σήμαινε ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα έπεφταν στα δίχτυα της διπολικής. Σήμερα, υπάρχει ακόμα και η «μαλακή διπολική», που σημαίνει ότι ο ασθενής «αντιδρά έντονα στην απώλεια». Αυτή η χαλάρωση των διαγνωστικών ορίων παρήγαγε μια κολοσσιαία επέκταση της φαρμακευτικής αγοράς και πρότεινε μια ανοιχτή πρόσκληση στους χρήστες να θεωρήσουν τους εαυτούς τους ως διπολικούς.

Μια κατηγορία – η Διπολική 3 – εφευρέθηκε ακόμα για να ορίσει εκείνους που η διπολικότητά τους είχε αποκαλυφθεί από τα αντικαταθλιπτικά. Η λήψη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων όπως το Prozac ενίσχυε τις μανιακές καταστάσεις, δείχνοντας έτσι την πραγματική διάγνωση και δείχνονταν ότι μια νέα αγωγή έπρεπε να ληφθεί για τη σταθεροποίηση της διάθεσης. Είναι γεγονός ότι χιλιάδες ανθρώπων είχαν την εμπειρία των καταστάσεων της αγωνιώδους διέγερσης και της ιδεόρροιας, αθέλητες σκέψεις έπειτα από την έναρξη κάποιων από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, όμως υπάρχει ξεκάθαρα μεγάλη διαφορά μεταξύ της αντιμετώπισης αυτών των καταστάσεων ως μεμονωμένων επιδράσεων των φαρμάκων ή ως μια βασική κατάσταση που απλά αποκάλυψαν τα φάρμακα.

Ο άσος στο μανίκι ήταν ότι στο αντιεπιληπτικό βαλπροϊκό νάτριο (Depakote) απονεμήθηκε μια πατέντα για χρήση στην αντιμετώπιση της μανίας ακριβώς τη στιγμή που έληγαν οι πατέντες των προηγούμενων αντικαταθλιπτικών. Ακριβώς όπως είχε προωθηθεί προηγουμένως στην αγορά η κατάθλιψη για εκείνους που αναζητούσαν μια χημική θεραπεία της, έτσι και η διπολική συσκευάστηκε και πωλήθηκε μαζί με τη γιατρειά της. Το λίθιο σε κάποιους έπιανε, σε άλλους όχι, όμως, ως ένα διαθέσιμο φυσικό στοιχείο δεν μπορούσε να πατενταριστεί. Το βαλπροϊκό αρχικά ανακηρύχθηκε ως το εξυπνότερο και πιο αξιόπιστο φάρμακο, αυτό που επιτέλους θα σταθεροποιούσε να ύψη και τα βάθη του διπολικού υποκειμένου. Σύντομα βρήκε παρέα στα με νεότερη γενιά αντιψυχωτικών φαρμάκων όπως η ολανζαπίνη, που τώρα είχε πάρει άδεια για χρήση στη διπολική.

Πολλοί άνθρωποι έχουν βρει το βαλπροϊκό χρήσιμο, ακριβώς όπως πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι χρωστούν τη ζωή τους στη σωστή δόση λιθίου, αλλά το πρόβλημα εδώ είναι ότι η νέα χαρτογράφηση της ψυχικής υγεία είχε ένα τίμημα. Όσο περισσότερο αυξάνονταν οι διαγνώσεις της διπολικότητας, τόσο περισσότερο χάνονταν η παλιά κατηγορία της μανιοκατάθλιψης, ή, στην καλύτερη περίπτωση, συγχεόταν. Μια κάποτε συγκεκριμένη διάγνωση είχε μετασχηματιστεί σε ένα φάσμα από διαταραχές αυξανόμενης ασάφειας, και υπήρχε ένα θεμελιώδες σφάλμα εδώ, το οποίο η παλιά, πριν τον εικοστό αιώνα, ψυχιατρική είχε εντοπίσει με ακρίβεια στον ίδιο τον ευπρεπισμό των όρων που αργότερα θα εξισώνονταν με τον όρο «διπολική».

Τη δεκαετία του 1840, οι γάλλοι ψυχίατροι Ζαν-Πέρ Φολρέ και Ζιλ Μπαγιαρζέ είχαν εισαγάγει τους όρους «κυκλική τρέλα» και «τρέλα διπλής μορφής». Η κατεστημένη ιστορία λέει ότι αυτές οι ιδέες εξελίχθηκαν στην «μανιοκαταθλιπτική φρενοβλάβεια» που συνέλαβε ο Εμίλ Κρέπελιν και κατόπιν οικειοποιήθηκε η δυτική ψυχιατρική ως «διπολική διαταραχή». Όμως στην πραγματικότητα τα καίρια επιχειρήματα των Φολρέ και Μπαγιαρζέ ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτά του Κρέπελιν και, πράγματι, από αυτά των ψυχιάτρων που ακολούθησαν. Η προσεκτική εργασία τους στόχευε στο διαχωρισμό ενός συγκεκριμένου τύπου «τρέλας» από αυτό που εμφανιζόταν να είναι μανία και κατάθλιψη σε άλλες διαταραχές.

Αυτό αντικατοπτρίζει με μεγάλη ακρίβεια όσα συναντούμε στο κλινικό περιβάλλον. Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει στεντόρειος, διεγερμένος, ανήσυχος, υπερδραστήριος, ακόμα και επικίνδυνος, δεδομένων των σωστών – ή των λάθος – συνθηκών. Αν ένα παρανοϊκό άτομο, για παράδειγμα, νιώθει ότι έχει ένα σημαντικό μήνυμα να παραδώσει στην ανθρωπότητα και παρεμποδίζεται στις προσπάθειές του να το μεταδώσει, μπορεί να γνωρίσει την απόγνωση. Αναστέλλοντας ή ακυρώνοντας την προσπάθεια να μεταφέρει κάποια αλήθεια παγκόσμιας ή εντόπιας βαρύτητας μπορεί να προκαλέσει μια αναταραχή που συχνά μπερδεύεται για μανία. Σκεφτείτε, πραγματικά, τα αποτελέσματα του να σε βάζουν συνέχεια στην αναμονή σε κάποιο τηλεφωνικό κέντρο και κατόπιν να σας παρεξηγεί συστηματικά το προσωπικό του. Το μίγμα οργής και προφανούς ασυναρτησίας που προκαλείται είναι ακριβώς μια από τις κλασικές αισθήσεις του όρου «μανία».

Παρομοίως, ένα σχιζοφρενικό άτομο μπορεί να εκλεπτυσμένα περιχαρές και κατόπιν να βιώσει μια τραγική κατάσταση αποκαρδίωσης και απόγνωσης. Μπορεί να γίνει θορυβώδες και ομιλητικό, μετακινούμενο από το ένα θέμα στο άλλο με προφανή έλλειψη μέτρου. Ο ύπνος και η διατροφή μπορεί σταδιακά να παραμεληθούν, και μπορεί να έχουν την αντίληψη ότι μπορούν να επηρεάσουν άλλους με τη σκέψη τους, για παράδειγμα. Τέτοια φαινόμενα μπορούν πλέον να βρεθούν ως ζήτημα ρουτίνας στις περιγραφές της διπολικής, με τις διακρίσεις και τις διαφοροποιήσει που έγιναν από τους πρώτους ψυχιάτρους να αμελούνται ή απλά να έχουν ξεχαστεί.

Ο πρόγονος των Φολρέ και Μπαγιαρζέ, ο Ζαν-Ετιέν Εσκιρόλ είναι κάνει ό,τι μπορούσε για να αφαιρέσει από τον όρο «μανία» αυτά που έβλεπε ως χαλαρή και πρόχειρη σημασία, και καθώς προχωρούσε ο δέκατος ένατος αιώνας διακρίθηκε από καταστάσεις χαράς, έξαψης και διεγερμένης ψυχικής σύγχυσης. Έχει παρατηρηθεί, μάλιστα, ότι η σταδιακή εγκατάλειψη της μηχανικής καθήλωσης στα άσυλα συνέπεσε με μια μείωση στη χρήση αυτής της λέξης. Όσο πιο λιγότερο αποτρέπονταν να κινηθεί ο ασθενής, τόσο πιο λίγο θα τον περιέγραφαν ως «μανιακό», υπονοώντας ότι ο τόσο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος περιείχε μια αντιδραστική έννοια: κανείς γίνεται μανιακός ακριβώς επειδή περιορίζεται ή καθηλώνεται με κάποιον τρόπο.

Το ίδιο ίσχυε και για την κατάθλιψη. Όπως γνώριζαν οι Φολρέ και Μπαγιαρζέ, οποιοσδήποτε μπορούσε να καταστεί απεγνωσμένος ή με χαμηλά κέφια. Δεν ήταν, όμως αυτό στην πραγματικότητα η ίδια η συνέπεια του να έχεις τη «μανιακή» σου δραστηριότητα υπό παρακολούθηση για αρκετά μεγάλο καιρό; Αλλά τα βάθη της νέας κλινικής οντότητας που περιέγραφαν ήταν διαφορετικά. Υπήρχε λιγότερη επιμονή σε ένα συγκεκριμένο θέμα ή παράπονο, λιγότερη η αγκύλωση σε ένα μοναδικό αντικείμενο, όπως ο χαμός ενός αγαπημένου, που συναντώταν στη μελαγχολία. Ο τελευταίος όρος αναφέρεται όχι στη διάθεση της εγωπαθούς θλίψης αλλά σε μια συγκεκριμένη μορφή ψύχωσης στην οποία το άτομο παραμένει αιχμάλωτο μιας αμείλικτης κατά μέτωπο επίθεσης αυτό-αποδοκιμασίας και τιμωρίας, τις οποίες θα μεταδώσουν συχνά στο ανθρώπινο περιβάλλον τους.

Αυτό που έδειξαν οι Ευρωπαίοι ψυχίατροι ήταν το πώς τα ύψη και τα βάθη στη διάθεση δεν ήταν καθαυτά συστατικά της δομής της μανιοκατάθλιψης την οποία προσπαθούσαν να οριοθετήσουν. Επρόκειτο λιγότερο για ένα ζήτημα ευφορίας και δυστυχίας και περισσότερο ποιότητας τέτοιων καταστάσεων, της σχέσης μεταξύ τους και, το πιο σημαντικό, των διαδικασιών της σκέψης που υπέβοσκαν. Υπήρχε μια προσπάθεια να προχωρήσουν πέρα από τις ιδιοτροπίες των διακυμάνσεων της διάθεσης και επιδερμικής συμπεριφοράς ώστε να βρουν τα λανθάνοντα μοτίβα της μανιοκατάθλιψης, και να εξερευνήσουν τη διαφορά που μπορεί να είχαν αυτά από τη μελαγχολία και άλλες διαγνωστικές κατηγορίες.

Δυστυχώς, αυτές οι προσπάθειες κατηγοριοποίησης υποσκάφθηκαν από τον Κρέπελιν, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η μανία και η μελαγχολία, είτε τις αντιμετώπιζε κανείς μαζί είτε ξεχωριστά, ήταν όλες μέρος της ίδιας «ασθένειας». Τα ύψη και τα βάθη που είχαν τόσο προσεκτικά ξεμπλεχθεί από τους γάλλους ψυχιάτρους τώρα συσσωματώνονταν σε μια υπερ-περιληπτική νέα κατηγορία που πρότεινε αρχικά ο Κρέπελιν, και η οποία ακόμη διακηρύσσεται ευρέως από τα επίσημα κείμενα της συμβατικής δυτικής ψυχιατρικής ως «διπολική διαταραχή». Όμως, αν ελπίζουμε να διαφοροποιήσουμε την πραγματική μανιοκατάθλιψη από τις πολλές μορφές της διπολικής που πλημμυρίζουν τη διαγνωστική αγορά, χρειάζεται να πάμε πίσω στο αρχικό σχέδιο της διάκρισης της ευφορίας και της κατάθλιψης από εκείνες που βρίσκονται σε άλλα είδη ψυχικής δομής.

Αναγνωρίζοντας τα προβλήματα με τη διάγνωση της διπολικής εξηγεί επίσης την ντροπιαστική αμηχανία ενώπιον των πολλαπλών διαγνώσεων και αγωγών για το ίδιο άτομο. Ένας ασθενής μου εξήγησε πρόσφατα ότι λάμβανε λίθιο για τη μανία του, ολανζαπίνη για τη ψύχωσή του, δεξαμεθυλοφενιδάτη για την προσοχή του και σερτραλίνη για την κακή διάθεση, λες και η ίδια η ύπαρξη του είχε χωριστεί σε μέρη στο τραπέζι ενός ανατόμου. Η παλαιά ψυχιατρική θα είχε γελοιοποιήσει μια τέτοια ανατομή, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει μια κατάσταση που λέγεται μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η οποία περιλαμβάνει εντός της μανία και συχνές καταθλίψεις, κι ότι κανείς δεν μπορεί να καταμερίσει το άτομο με τέτοιο τρόπο και να συνταγογραφεί για κάθε σύμπτωμα λες και είναι όλα ασύνδετα.

Όμως σήμερα αυτή η ατομοποίηση, με το αποσπασματικό καθεστώς συνταγογράφησης, είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση. Στα απομνημονεύματα του, Electroboy, ο έμπορος τέχνης Άντι Μπερμαν από τη Νέα Υόρκη παραθέτει αναλυτικά τα τριάντα δύο χάπια και κάψουλες που έπαιρνε κάθε μέρα, στην ηλικία των τριάντα τεσσάρων: Risperdal, ένα αντιψυχωσικό – Depakote, σταθεροποιητής διάθεσης – Neurontin, αντιεπιληπτικό – Klonopin για το άγχος – BuSpar επίσης για το άγχος – Ambien για βοήθεια στον ύπνο – και μετά τρεις επιπλέον αγωγές για να αντιμετωπίσουν τις παρενέργειες των προηγούμενων: Symmetrel για το παρκινσονικό σύνδρομο – Propanolol για την τρεμούλα – και Benadryl για δυσκαμψία μυών. Όλα αυτά ήταν το αποτέλεσμα χρόνων «δοκιμών», λες και αυτό που είχε σημασία ήταν τα μέρη του ατόμου κι όχι η ολότητά του.

Τόσο το σώμα όσο και η ψυχή αντιμετωπίζονται σήμερα ως άθροισμα, με την ψυχιατρική παρέμβαση να στοχεύει σε μεμονωμένα συμπτώματα και με το lifestyle coaching να προσθέτει ή να αφαιρεί απόψεις του εαυτού που είναι επιθυμητές ή ανεπιθύμητες. Η αμερικάνα συγγραφέας Λίζι Σάιμον, που είχε διάγνωση διπολικής από την εφηβεία της, θα ταξίδευε αργότερα σε όλη τη χώρα μιλώντας σε άλλους που είχαν μοιραστεί παρόμοιες εμπειρίες. Όταν κάποιος που του έπαιρνε συνέντευξη της λέει «Είμαι αυστηρά διπολική. Δεν τρέχει τίποτα άλλο», είναι σε αυτό το συγκείμενο ενός ιατρικού και πολιτισμικού πλαισίου το οποίο καταμερίζει αδιάκοπα, το  οποίο συνεχώς ερευνά για περισσότερα συμπτώματα προς διαχωρισμό και κατόπιν αποκοπή, δίχως να αναγνωρίζει το σύνδεσμο μεταξύ τους.

Αυτό που σημαίνουν τα προηγούμενα είναι ότι το ιατρικό προσωπικό ασχολείται σχεδόν εξ ολοκλήρου με τη λεπτή ρύθμιση της αγωγής, ανακαλύπτοντας ακριβώς τη σωστή ισορροπία φαρμάκων που θα κάνουν δουλειά στον ασθενή και θα επιτύχουν την καλύτερη συναισθηματική ισορροπία. Οι επιδράσεις των φαρμάκων, οι παρενέργειές του και οι συμβατότητές του μπορεί να συζητηθούν μέχρι κεραίας. Οι ασθενείς μπορεί να νιώθουν ότι συμμετέχουν και ότι τους φροντίζουν σε αυτές τις διαδράσεις, αλλά υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο: όλη η συνομιλία στρέφεται γύρω από το πώς τους κάνουν να νιώθουν τα φάρμακα αντί να ερωτάται ποια ήταν τα αρχικά συναισθήματα που είχαν πριν πάρουν τα φάρμακα.

Όταν κάποιος εισέλθει στη φαρμακευτική αγορά, υπάρχουν λίγες ελπίδες ότι θα επιστρέψει, καθώς οι προτεραιότητες της θεραπείας είναι εστιασμένες στην εύρεση του κοκτέιλ που θα δράσει καλύτερα. Κι όμως όσοι έχουν διαγνωστεί με διπολική διαταραχή έχουν το υψηλότερο ποσοστό μη συμμόρφωσης σε σχέση με οποιαδήποτε ομάδα ασθενών, ένα γεγονός που παράγει ατέρμονο λόγο και από τους γιατρούς και από ομάδες στήριξης ασθενών για το πόσο σημαντικό είναι να παίρνουν τα χάπια. Οφείλεται αυτό στις δυσάρεστες παρενέργειες των φαρμάκων;

Αληθεύει ότι το λίθιο και άλλα φάρμακα απέχουν πολύ από το να είναι πανάκεια: το άτομο μπορεί να νιώθει αποκομμένο από τον εαυτό του, βαρύ και αργό ή παράδοξα αφηρημένο. Μπορεί να υπάρχει αύξηση βάρους και κάθε λογής προβλήματα που θα προσπαθήσουν να ρυθμίσουν τα επιπρόσθετα φάρμακα. Από την άλλη, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που συναντούν λίγες τέτοιες παρενέργειες και που δεν διαμαρτύρονται για την αγωγή τους. Παρόλα αυτά οι αναφορές για παρενέργειες, ή πράγματι για τη δράση, ορισμένων φαρμάκων είναι διαβόητα αναξιόπιστες. Γνωρίζουμε ότι οι φτωχότεροι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανοί να παραπονεθούν για τις παρενέργειες απ’ ό,τι οι πλουσιότεροι, κι ότι οι γιατροί καταγράφουν στις ρυθμιστικές αρχές ανεπιθύμητες επιδράσεις σε μία περίπτωση στις 100. ‘Όπως παρατηρεί ο Ντέιβιντ Χίλι, αυτό καθιστά την ιχνηλάτηση ενός πακέτου που στέλνουμε με ταχυδρομείο περισσότερο ακριβή από την στενή παρακολούθηση των επιδράσεων ενός φαρμάκου που μπορεί να παίρνουμε κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής μας.

Υπάρχει επίσης η πιθανότητα η μη συμμόρφωση να οφείλεται τόσο στην έλξη που ασκούν τα πρώιμα στάδια της μανίας όσο και στην άρνηση των καταστροφικών αποτελεσμάτων της. Ένα μανιακό επεισόδιο μπορεί να προσφέρει σε κάποιον μια αίσθηση ότι είναι αυθεντικά ζωντανός και συνδεδεμένος με τον κόσμο, ότι έχει βρει την πραγματική του ταυτότητα για πρώτη φορά. Αυτό ίσως να είναι δύσκολο να το παρατήσει, και στα διαστήματα μεταξύ μανιών, ή μεταξύ μανιών και καταθλίψεων, μπορεί επίσης να υπάρχει κάποιου είδους αμνησία της αγωνίας που περιλαμβάνεται στο ολοκαύτωμα της μανίας ή τον αμείλικτο πόνο του καταθλιπτικού βάθους.

Πρόκειται για ερωτήσεις που θα ήταν ανόητο να αγνοήσει κανείς, καθώς μας αναγκάζουν να σκεφτούμε για τη σχέση του ατόμου με τα φαινόμενα της μανιοκατάθλιψης, αντί απλά να λέμε πόσο καλά ή κακά είναι τα φάρμακα. Αντί να ρωτάμε αν κάποια αγωγή αμβλύνει την ιδεόρροια ή την απέλπιδα διέγερση, πρέπει να ρωτήσουμε τι ήταν όντως εκείνες οι σκέψεις και πως καταλήξανε να καταπλακώσουν το υποκείμενο. Αν κάποιος ξοδεύει χιλιάδες λίρες στα μαγαζιά, πρέπει να ρωτήσουμε τι αγόρασαν και γιατί. Αν ισχυρίζονται ότι έχουν ένα ακλόνητο σχέδιο για μια παγκόσμια επιχείρηση, πρέπει να ρωτήσουμε περί τίνος πρόκειται και πως τους κατέβηκε αυτή η ιδέα. Τέτοια χρονοβόρα και λεπτομερής δουλειά είναι ο μόνος τρόπος να μάθουμε περισσότερα για τη μανιοκατάθλιψη. Ενώ τα φάρμακα στοχεύουν στο έλεγχο και τη διαχείριση της συμπεριφοράς, μια αναλυτική προσέγγιση στοχεύει να την καταλάβει και, κατ’ ελπίδα, να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση για να βρει νέους τρόπους βοήθειας τους ατόμου που βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού εμπειριών που μπορεί να είναι ταυτόχρονα τρομακτικές και συναρπαστικές, τόσο επιβεβαιωτικές για τη ζωή όσο και θανάσιμες.

Ας αρχίσουμε με τη μανία.

Darian Leader is a psychoanalyst practising in London and a member of the Centre for Freudian Analysis and Research and of the College of Psychoanalysts – UK. His books include Why Do Women Write More Letters Than They Post?, Freud’s Footnotes, Stealing the Mona Lisa, The New Black: Mourning, Melancholia and Depression, What is Madness? and, with David Corfield, Why Do People Get Ill? He is Honorary Visiting Professor in the School of Human and Life Sciences, Roehampton University.

Το φανερό αντικείμενο του «Πόθου»

Τα πάντα για μας είναι σεξ, μας αρέσει το σεξ,
δεν μας αρέσουν τα πράγματα που δεν είναι σεξ.

Αυτή είναι η εισήγηση του SUBBOY25 στη βιβλιοπαρουσίαση του ΑΝΟΧΥΡΩΤΟΙ ΚΩΛΟΙ στη Φάμπρικα Υφανέτ. Το βιβλίο μπορείτε να το προμηθευτείτε από το βιβλιοπωλείο της κατάληψης, το Κεντρί, τον Λωτό, το Σαιξπηρικόν και τις Ακυβέρνητές Πολιτείες, στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα, από την Πολιτεία.

Δεν είναι κάποιος μαθητευόμενος ψυχαναλυτής που λέει αυτά τα λόγια, αλλά μια επετειακή σελίδα του «Πόθου», ίσως η «1 χρόνος διαστροφή» ίσως κάποια άλλη. Για να κατανοήσουμε τη βαρύτητα της φράσης αυτής, και το πολιτικό της νόημα, θα μεταφερθούμε στο ’80 με ’90 στις ΗΠΑ. Το AIDS θερίζει και κύματα ομοφοβίας εξαπολύονται εναντίον των ομοφυλόφιλων αντρών. Αντί να περιμένουν καρτερικά τη μοίρα τους ή να πάνε υπόγεια, η εποχή εκείνη γνώρισε έναν πρωτόγνωρο ακτιβισμό, βασισμένο στην (εξαναγκασμένη) ορατότητα, τις απαιτήσεις για φάρμακα, τα τεράστια πράηντ και τη συσπείρωση, σαν σε καβούκι, γύρω από νέα ταυτότητα. Μακριά από την ιατρική οσμή του «ομοφυλόφιλου», ο «γκέι» έρχεται να συνοψίσει τι είναι μια ταυτότητα βασισμένη στην επιβίωση: αδιαπέραστη, ομοιογενής, συμπαγής και μαχητική.

Τρεις ήταν οι άξονες δράσης αυτής της ταυτότητας:

  • Η μέριμνα μεταξύ ισοτίμων με την καμπάνια διάδοσης της χρήσης του προφυλακτικού.
  • Η οργή ενάντια σε φαρμακευτικές και κράτος, μαζί με το πεισμώδη θρήνο και τις μεγάλες πορείες.
  • Μια συζήτηση για την αξιοπρέπεια, ότι οι γκέι δεν είναι σεξουαλικά αρπακτικά, που συνοδεύτηκε από κλείσιμο χώρων ακολασίας όπως οι σάουνες.

Θα σταθώ στην αξιοπρέπεια και στον ισχυρισμό της ότι είμαστε όλοι ίδιοι με εξαίρεση μια τόσο δα μικρούλα διαφορά στην επιλογή σεξουαλικού αντικειμένου. Όπως γνωρίζουμε, η κορωνίδα μιας αξιοπρεπούς ζωής είναι ο γάμος και όντως τότε μπήκαν τα θεμέλια για το αίτημα στην ισότητα στο γάμο. Επιπρόσθετα από αυτό, ο αξιοπρεπής πολίτης είναι και πατριώτης – επομένως άνοιξε ο δρόμος για αυτό που έμεινε να λέμε «Gays in the military» (Γκέι στο στρατό).

Σήμερα, στα μμε, δεν υπάρχουν πολλοί γκέι που να ισχυρίζονται δημόσια ότι όλα τα πράγματα γι’ αυτούς είναι σεξ ή ότι λατρεύουν το σεξ. Απεναντίας βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν ιμάντα παραγωγής ομόφυλων ζευγαριών τα οποία (σύμφωνα με την οριστική απόφαση του ΣτΕ) μπορούν να παντρευτούν και να αποκτήσουν παιδιά.

Αν και ζούμε σε μετα-AIDS εποχές, η σκιά της πανδημίας ίπταται από πάνω μας ακόμα και σήμερα, περιθάλποντας τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα της «γκέι κοινότητας».

Ο «Πόθος» δεν ήταν η πρώτη φορά που τα πάντα ήταν σεξ.

«Ήρθε η ώρα να σκεφτούμε το σεξ», δήλωσε η Γκέιλ Ρούμπιν το 1984, στην αρχή του «Thinking Sex», ενός δοκιμίου που στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδες κείμενο της κουήρ θεωρίας. Αποτελεί μια από τις μεγάλες ειρωνείες των τελευταίων δεκαετιών το γεγονός ότι ο ακαδημαϊκός κλάδος που η Ρούμπιν συνέβαλε στην καθιέρωση κατέληξε να χρησιμοποιεί την κατηγορία του κουήρ κυρίως για να αποτρέψει τη σκέψη γύρω από το σεξ. Οι μελετητές των queer studies σήμερα αφιερώνουν γενικά τις πνευματικές τους ενέργειες σε κάτι – οτιδήποτε – πιο πολιτικά αποδεκτό.

Συχνά στρεφόμαστε στην ακαδημία για γνώση, αλλά από ό,τι φαίνεται είναι ανίκανη για να μας σώσει.

«Τι έχουν να πουν τα queer studies για την αυτοκρατορία, την παγκοσμιοποίηση, τον νεοφιλελευθερισμό, την κυριαρχία και την τρομοκρατία;», ρώτησαν οι συντάκτες ενός ειδικού τεύχους του Social Text δύο δεκαετίες μετά τη έκρηξη της Ρούμπιν. Θέτοντας μια ατζέντα όχι λιγότερο φιλόδοξη από ό,τι διαποτισμένη με πολιτική βαρύτητα, συνέχισαν: «Τι μας λένε οι queer studies για τη μετανάστευση, την ιθαγένεια, τις φυλακές, την κοινωνική πρόνοια, το πένθος και τα ανθρώπινα δικαιώματα;» Αυτές οι ερωτήσεις υπονοούν ότι τα queer studies, αν ασκηθούν υπεύθυνα, μπορεί να σώσουν τον κόσμο, τόσο εκτεταμένη είναι η επεξηγηματική τους δύναμη. (Τολμούμε να φανταστούμε τον queer ακτιβιστή-μελετητή με στολή υπερήρωα;) Αλλά τα ερωτήματα γεννούν άλλα: Από πού προέρχεται το παγκόσμιο σωτήριο δυναμικό; Γιατί ο χρόνος για να σκεφτούμε το σεξ εμφανίζεται πάντα είτε ως καθησυχαστικά παρελθόν – το έχουμε ζήσει, το έχουμε κάνει – είτε ως διαρκώς αναβαλλόμενος σε ένα μέλλον που δεν έρχεται ποτέ; Πώς, εν συντομία, τα queer studies απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το σεξ;

Θα μπορούσα να αναλωθώ στον απολυμασμένο δρόμο που έχει πάρει η κουήρ θεωρία, όμως προτιμώ να συνομιλήσω με έναν «προδότη» ακαδημαϊκό, τον Ντέιβιντ Άλπεριν με σκοπό την ανάπτυξη ενός διαλόγου.

Άλπεριν:

Το πλεονέκτημα του «γκέι», σήμερα, είναι ότι πλέον δεν σημαίνει τίποτα από μόνο του. Σίγουρα δεν υπονοεί ότι οι γκέι άνθρωποι είναι gay με την έννοια του ανεβασμένου ή του χαρούμενου. Η λέξη έχει γίνει ένας συμβολικός – όχι ένας περιγραφικός ή εκφραστικός – προσδιορισμός. Λειτουργεί εξ ολοκλήρου ως ένας συμβατικός όρος αναφοράς. Απλά αναφέρεται σε ανθρώπους που κάνουν μια ομόφυλη σεξουαλική επιλογή αντικειμένου προτείνοντας ίσως, επίσης, ότι δεν ντρέπονται για τη σεξουαλικότητά τους και δεν επιζητούν να την κρύψουν.

Ως τέτοιο, το «γκέι» επιτρέπει στη σεξουαλικότητά μου να δηλωθεί δημόσια κάτω από το κάλυμμα ενός ευγενικού προσδιορισμού, σχεδόν ενός ευφημισμού, και με όρους ταυτότητας αντί ως μια ερωτική υποκειμενικότητα ή μια σεξουαλική συμπεριφορά. Μου επιτρέπει να παρουσιάσω τον εαυτό μου ως μέλος ενός λαού ή έθνους ή φυλής, μιας ανθρώπινης συλλογικότητας, εν πάσει περιπτώσει, αντί ως ένα μεμονωμένο διεστραμμένο άτομο – ένα τέρας, φρικιό, εγκληματία, αμαρτωλό, ή κοινωνικά απόβλητο. (Μπορώ κάλλιστα να επιλέξω να προσαγορεύσω τον εαυτό μου ως διεστραμμένο, ως κοινωνικό ή σεξουαλικό παρία, πράγμα που κάνω όταν δίνω στον εαυτό μου την ετικέτα «κουήρ», αλλά τουλάχιστον αυτό είναι μια επιλογή μου, δεν είναι πλέον ισόβια καταδίκη).

Επομένως ο όρος «γκέι» ταυτοποιεί την σεξουαλικότητά μου χωρίς να επικαλείται την βιωμένη πραγματικότητα της και χωρίς να πραγματεύεται διεξοδικά τα σεξουαλικά αισθήματα, φαντασιώσεις ή πρακτικές μου. Κατ’ αυτή την έννοια, ακούγεται σχετικά αξιοπρεπής και λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί η λέξη «σύζυγος» για τους παντρεμένους, αναφερόμενη σε μια σεξουαλική ταυτότητα χωρίς να φέρνει ρητά στο προσκήνιο ποιο είναι το σεξουαλικό στοιχείο σε αυτή.

Αυτό είναι μεγάλη ευκολία.

Αλλά αυτή η ευκολία έχει κάποιο συγκεκριμένο κόστος. Πρώτα απ’ όλα, η προοπτική της επίτευξης κοινωνικής αποδοχής με την προώθηση της γκέι ταυτότητας εις βάρος της γκέι σεξουαλικότητας καθιστά δελεαστικό να κατασκευαστεί ένα είδος επίσημης, δημόσιας γκέι ταυτότητας ολοκληρωτικά διαχωρισμένη από το σεξ. Αυτός είναι ο πειρασμός για τον οποίο μας προειδοποιεί εύγλωττα ο Μάικλ Ουόρνερ στο The Trouble With Normal, παροτρύνοντάς μας να μη γυρίσουμε την πλάτη μας στη εξεζητημένη και περιπετειώδη κουήρ κουλτούρα που έχουμε δημιουργήσει γύρω από το σεξ, να μην ξεπουλήσουμε εκείνα τα μέλη των κοινοτήτων μας που δεν θάβουν (ή δεν μπορούν να θάψουν) διακριτικά τη σεξουαλικότητά τους στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, και να μην επιλέγουμε την αξιοπρέπεια εις βάρος του σεξ.

Προσπαθήσαμε στον Πόθο, εν μέσω AIDS, να δημιουργήσουμε μια κοινότητα γύρω από το περιοδικό, μια νέα γενιά «γκέι» αγοριών και ανδρών με συνείδηση και περηφάνεια, προειδοποιώντας, με τον τρόπο μας, για το κόστος του παζαρέματος των (αυτονόητων, είναι αλήθεια) δικαιωμάτων. Τελικά το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία: νεαροί γκέι, γκέι άντρες, αλλά και καλλιτέχνες, περίεργοι, επαναστάτες του κώλου, κουλτουριάρηδες, άνθρωποι των πάρκων και της πιάτσας έδειχναν μια εμπιστοσύνη στο περιοδικό – ο μετασχηματισμός της περιφρονημένης πούστρας σε περήφανο, ενήμερο γκέι που απαιτεί αντί να σκιάζεται είχε αρχίσει.

Ας δούμε τι λέει κι ο Άλπεριν για αυτό:

Αντίθετα, έχω τώρα μια διαφορετική, σχεδόν αντίθετη θέση να προτείνω. Θα επιχειρηματολογήσω ότι ο μετασχηματισμός της ομοφυλοφιλίας από μια σεξουαλική διαστροφή σε μια κοινωνική ταυτότητα, και οι πολιτικές απαιτήσεις του πράηντ, έχουν τείνει να αντιστρατεύονται οποιαδήποτε σοβαρή γκέι έρευνα στην εσωτερική ζωή της ομοφυλοφιλίας – ειδικά εκείνων των μη σεξουαλικών διαστάσεών της για τις οποίες οι γκέι άνθρωποι είναι ακόμα αβέβαιοι ή νευρικοί. Η γκέι υποκειμενικότητα, και οι χαρακτηριστικές πολιτισμικές πρακτικές που την φανερώνουν, μπορεί τώρα να έχει καταστεί τόσο ανυπόληπτη, τόσο ταμπού, όσο και το κουήρ σεξ. Ένα όνομα για αυτή τη στρατηγική αποφυγή της γκέι υποκειμενικότητας, για αυτή την άρνηση να την εξερευνήσεις, είναι, πολύ απλά, η «γκέι ταυτότητα». Ή, τουλάχιστον, η γκέι ταυτότητα λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο όταν θεωρείται να είναι ένας στοιχειώδης, πρωτεύων όρος, ένας όρος δίχως συστατικά μέρη και χωρίς υποκειμενικές διαστάσεις, ένας όρος που πρέπει να γίνει δεκτός καθ’ ονομαστική αξία και ο οποίος δεν δέχεται περαιτέρω ανάλυση. Οι γκέι άνθρωποι απλά υπάρχουν. Κάποιοι άνθρωποι είναι γκέι. Έχω μια γκέι ταυτότητα. Και αυτό είναι όλο. (Έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτό;)

Λοιπόν, ναι, στην πραγματικότητα έχω κάποιο πρόβλημα με αυτό. Όχι, φυσικά, με το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γκέι. Και όχι απλά με τον τρόπο που αυτή η γκέι ταυτότητα συχνά καταλήγει να βάζει στην ντουλάπα την σεξουαλικότητα (αν και όντως μοιράζομαι την ανησυχία του Ουόρνερ και επιδοκιμάζω πλήρως την κριτική του). Στο κάτω κάτω, η γκέι ταυτότητα τουλάχιστον αναγνωρίζει την γκέι σεξουαλικότητα στο βαθμό που επιμένει στην ομόφυλη σεξουαλική έλξη ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό της γκέι ταυτότητας, και όντως παρέχει μια κοινωνική βάση στην οποία μπορούμε να διεκδικούμε υπερηφάνεια για τις σεξουαλικές σχέσεις και σεξουαλικές υποκειμενικότητές μας. Το βασικό πρόβλημά μου με την πολιτική λειτουργία της γκέι ταυτότητας σήμερα είναι ότι κατά την πορεία της διεκδίκησης της δημόσιας αναγνώρισης και της αποδοχής του γεγονότος της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας (μερικές φορές εις βάρος του γκέι σεξ, ασφαλώς), το επίσημο γκέι και λεσβιακό κίνημα έχει ουσιαστικά αποκλείσει την έρευνα πάνω στην κουήρ αισθαντικότητα, στιλ, συναίσθημα ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη, μη σεξουαλική μορφή κουήρ υποκειμενικότητας ή συναισθήματος ή ηδονής.

Αυτή η καταστολή κάποτε υπηρετούσε έναν κρίσιμο πολιτικό σκοπό: μόνο αφαιρώντας έμφαση από το πόσο κουήρ νιώθαμε, και αρνούμενοι πόσο πολιτισμικά διαφορετικοί είμαστε από τους στρέιτ ανθρώπους, μπορέσαμε να εξαλείψουμε από την ομοφυλοφιλία το μόλυσμα της ανωμαλίας και να αποτινάξουμε το βαρύ φορτίο της ψυχοπαθολογίας, της αρρώστιας. Τώρα το πρόταγμα να αρνηθούμε τη διαφορά μας είναι λιγότερο επιτακτικό από όσο ήταν κάποτε. Οπότε γιατί είμαστε ακόμα τόσο ευπτόητοι; Η αποφυγή μας είναι ακόμα πιο αινιγματική εφόσον διαιωνίζει μια σοβαρή συκοφαντία εναντίον μας: υπονοεί ότι είμαστε ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι. Και έτσι επισκοτίζει εκείνα ακριβώς τα πράγματα στη γκέι ζωή και την γκέι κουλτούρα που τις κάνουν ενδιαφέρουσες και πολύτιμες. Αρνείται το μοναδικό δαιμόνιο πνεύμα του να είσαι κουήρ.

Με τον τρόπο του ο «Πόθος» ήταν το πρώτο συνειδητά κουήρ έντυπο στην Ελλάδα, στο ίδιο πάνθεον με το Αμφί και το Κράξιμο. Όπως λέει ο Γιαννακόπουλος, γνωρίζουμε μια μερική επιστροφή (ή επιβίωση) της αδερφής, του πούστη, τη διάδοση του κουήρ δηλαδή. Όχι του κουήρ που αναμετράται πήρσιγκ προς πήρσινγκ στα σχετικά κλειστά πάρτι, αλλά του κουήρ που είναι για ακόμα μια φορά συνειδητά εχθρός αυτής της κοινωνίας.

Σε ένα τεύχος του Πόθου το κεντρικό άρθρο έχει τίτλο «Να καταλάβουμε τους δρόμους». Είναι ένας τίτλος εμπνευσμένος από το κίνημα εκείνης της εποχής Reclaiming the Streets και αργότερα Reclaiming the Night. Κατά νου μας είχαμε όχι μια φιέστα, ένα οργανωμένο gay parade ή μια παρέλαση δρόμου σαν αυτή που έκανε η Υφανέτ, αλλά μάλλον μια μοριακή επαναοικειοποίηση της πόλης: σε κάθε φανάρι κι ένας πούστης, σε κάθε διασταύρωση και μια αδερφή. Ζούσαμε σε βαθιά άγνοια, καθώς ένα τέτοιο reclamation ήταν κάποτε μια πραγματικότητα. Στο γκέι φρη πρες Screw ο ιδιοκτήτης του μπαρ «Γρανάζι» στην Αθήνα περιγράφει εποχές όπου κάνοντας συγκεκριμένες διαδρομές στο κέντρο της Αθήνας, η σεξουαλική ένταση και η σύνθεση του πληθυσμού ήταν τέτοια που «ήταν αδύνατον να μην ψωνιστείς».

Θα αναφερθώ και πάλι στο περιοδικό Screw, όχι μόνον γιατί έφερε το pride στη Θεσσαλονίκη, αλλά για τη σύνθεση της ύλης του: Καμένη πουστάρα, Πώς να τον παίρνετε καλύτερα, Σε Πήρα, διαρκής επανάληψη της λέξης «γαμήσια», «fuck», «πούτσα» μαζί με εκλεκτές συνεντεύξεις και ύλη. Αν πιστέψουμε το vibe του περιοδικού η Ελλάδα ζούσε μια εποχή ελευθεριότητας. Αν πιστέψουμε τα μμε και τα μκδ σήμερα τότε το συναρπαστικότερο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι έχεις δικαίωμα να παντρευτείς και να παιδοθετήσεις.

Και εδώ είναι το σημείο που αξίζει να σχολιάσουμε τα πράηντ και το περιεχόμενο τους.

Άλπεριν ξανά:

Ακριβώς επειδή ο στόχος των κυρίαρχων γκέι πολιτικών είναι να προωθηθεί μια αγαθή θέση αποδοχής προς τις σεξουαλικές μειονότητες, αναπαριστώμενες όχι ως υποκείμενα με έναν διακριτό τρόπο ύπαρξης και συναίσθησης αλλά ως μέλη μιας γενικής, βασισμένης στην ταυτότητα, ομάδας, οι γκέι άνθρωποι έχουν πιεστεί να καλύψουν την κουήρνες τους, να χαλιναγωγήσουν τις ευαισθησίες τους και να υποβαθμίσουν τις διαφορές τους από τον συνηθισμένο κόσμο. «Η πρόοδος στα γκέι δικαιώματα», υποστηρίζει ο Ντάνιελ Χάρις, «συχνά κερδίζεται σε βάρος των ιθαγενών, μη αλλοτριωμένων πολιτιστικά ιδιοσυγκρασιών μας ως μειονότητα, οι οποίες πρέπει να υποτονιστούν ή να διαγραφούν τελείως ως να πετύχουμε εμείς πλήρη κοινωνική αποδοχή. Η γκέι απελευθέρωση και η γκέι αισθαντικότητα είναι σταθεροί ανταγωνιστές».

Αυτός ο ανταγωνισμός δεν έχει οδηγήσει στον ολική εξαίρεση της γκέι αισθαντικότητας από τη δημόσια σκηνή, φυσικά, ούτε έχουν επιτύχει οι πολιτικές επιταγές να καταπιέσουν κάθε αναξιοπρεπή έκφραση της λεσβιακής και γκέι επιθυμίας, υποκειμενικότητας και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Οι εορτασμοί των πράηντ στα μεγάλα αστικά κέντρα ακόμα έχουν τις μοναδικά κουήρ, υπερβατικές, καρναβαλίστικες αντιπροσωπείες τους – από τις «dykes on bikes» μέχρι τους boy-lovers, από τις drag queens μέχρι τους πορνοστάρ. Αλλά τέτοιες εικόνες αναπαριστούν μια διακεκριμένη ντροπή για την επίσημη, δημόσια εικόνα της αμερικάνικης γκέι ταυτότητας, με τις πολιτικές της της ευηποληψίας, της κοινωνικής υπευθυνότητας και της επιβεβαίωσης. Στην εβδομάδα που ακολουθεί οποιαδήποτε παρέλαση πράηντ, δεκάδες γράμματα εμφανίζονται στις τοπικές εφημερίδες (και mainstream και γκέι) διαμαρτυρόμενα πως το πράηντ έχει γίνει τσίρκο και πως η παρουσία όλων αυτών των φλογερών πλασμάτων στην παρέλαση δίνει στην ομοφυλοφιλία Κακό Όνομα και είναι Κακή Για Τον Σκοπό.

Σε αυτόν τον ανταγωνισμό ευπρέπειας και εξαλλοσύνης είναι χρήσιμο να θυμίσουμε ότι πούστης/κουήρ δεν επιλέγεις να γίνεις εν κενώ. Είναι μια απόφαση που παίρνεις εν μέσω καταπιεστικών συνθηκών που σε διαμορφώνουν, μια βούληση να αντιδράσεις, προκλητικά ενίοτε, στην αμείλικτη μπότα της ετεροκανονικότητας.

Και μιλώντας για κουήρ, θα στραφούμε τώρα στα γραπτά της αναρχομηδενιστικής κουήρ ομάδας Baedan που ξεριζώνει την ουσία από το έργο ενός άλλου ακαδημαϊκού, του Λι Έντελμαν.

Τους ακούμε:

[…] Θέτοντάς το µε διαφορετικό τρόπο, δεν ενδιαφερόµαστε για ένα κοινωνικό πρόγραµµα της κουήρνες, για τις κουήρ συνεισφορές στην κοινωνία, στο να χαράξουμε τα δικά µας γκέτο µέσα στις υλικές και συµβολικές δοµές της καπιταλιστικής ζωής. Αντίθετα, η εµπλοκή µας µε την κουήρ θεωρία πρέπει να είναι εναρµονισµένη µε τον εντοπισµό των στιγµών που αποκαλύπτουν τη δυνητική ανατροπή της κοινωνίας, των δοµών της και των σχέσεών της. Για τον Έντελμαν, µια θεωρία κουήρ αρνητικότητας εκκινεί από µια εξερεύνηση της αλλόκοτης θέσης των κουήρ µέσα στο συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας. Η µεθοδολογία του αποτελεί την πλοήγηση στους λόγους και τους εφιάλτες της δεξιάς ετεροκανονικότητας. Παραθέτοντας τον ένα φονταµενταλιστή ειδικό µετά τον άλλο, χτίζει τον τρόµο µε τον οποίο το αντι-κουήρ κατεστηµένο φαντάζεται την απειλή της κουήρνες. Ένα νήµα υφαίνεται σε όλη την ιστορία µέχρι και σήµερα, το οποίο φαντάζεται τα κουήρ άτομα ως τους καταστροφείς της κοινωνικής συνοχής, ως τους «νεκροθάφτες της κοινωνίας», ως την αποκήρυξη των αξιών της σκληρής δουλειάς και της οικογένειας, ως το επίµονο κύµα που διαβρώνει το υπόβαθρο των νοµισµατικών και λιβιδινικών οικονοµιών, ως κλέφτρες, απατεώνες, εκπορνευόµενους, αµαρτωλά, δολοφόνους, παρεκκλίνουσες και ανώµαλους. Οι κουήρ δεν είναι απλά καταραµένοι, είναι η απόδειξη της θεµελιώδους καταδίκης της κοινωνίας, επίσης. Οι σοδοµίτες, στο κάτω κάτω, ονοµάζονται λόγω της συµβολικής θέσης τους ως το σεξουαλικό σύµβολο της παρακµής του πολιτισµού και της επικείµενης εξολόθρευσης.

Αναλύοντας ένα παράδειγµα αυτής της φαντασίωσης, ο Έντελμαν γράφει:

Θα ήταν καλύτερα να θεωρήσουµε αυτό λιγότερο ως μια περίπτωση υπερβολικής πολεµικής ρητορικής και περισσότερο ως μια υπενθύµιση του αποπροσανατολισµού που θα έπρεπε να συνεπάγονται οι κουήρ σεξουαλικότητες: «αποδοχή ή αδιαφορία που διέπει το οµοφυλοφιλικό κίνηµα θα έχει ως αποτέλεσµα την καταστροφή της κοινωνίας επιτρέποντας την πολιτική τάξη να επαναπροσδιοριστεί και την κατακόρυφη πτώση ηµών, των παιδιών µας και των εγγονιών µας σε µια εποχή δίχως θεό. Πράγματι, διακυβεύονται τα ίδια τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού». Πριν ξεχυθούν από τα χείλη µας οι αυτάρεσκες μπούρδες του φιλελεύθερου πλουραλισµού, πριν προσφέρουμε για µια ακόµα φορά τη διαβεβαίωση ότι η δική µας αγάπη είναι ένα άλλο είδος αγάπης αλλά µιας αγάπης όπως η δική τους παρόλα αυτά, πριν επικαλεστούµε ευσεβώς τη λιτανεία των ένδοξων συνεισφορών µας στους πολιτισµούς τόσο της ανατολής  όσο και της δύσης, ας τολμήσουμε να κάνουµε παύση ένα λεπτό για να αναγνωρίσουµε ότι µπορεί και να ’χει δίκιο – ή, πιο σηµαντικό, ότι θα έπρεπε να έχουµε δίκιο: ότι η κουήρνες θα έπρεπε και πρέπει να καταστρέφει τέτοιες αντιλήψεις όπως η «πολιτική τάξη» µέσα από µια ρήξη µε τη θεµελιώδη πίστη µας στην αναπαραγωγή της µελλοντικότητας.

Ίσως τα πάντα να είναι σεξ, αυτή η θηριώδης δύναμη της λίμπιντο που μετασχηματίζεται σαν Λερναία Ύδρα σε δεκάδες αντι-κοινωνικές συμπεριφορές. Ίσως όμως και να σας πρήξαμε με διανοητικούς ακροβατισμούς και να ήρθε η ώρα να σας αποχαιρετίσουμε με τα λόγια της ψυχής του περιοδικού Κράξιμο, την Πάολα:

Ίσως να τα λέω ωραία, αλλά όταν ψήνεις το τεκνό δεν του μιλάς για Καστοριάδη…

Άπαντα, του Γιώργου Κοκκινίδη

Το νέο βιβλίο μας, της σειράς Εκτός των Άλλων που εγκαινιάζουμε σήμερα, μόλις κυκλοφόρησε. Για πρώτη φορά, συγκεντρώσαμε σε ένα τόμο όλα τα ποιήματα του Γιώργου Κοκκινίδη.

«Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν», όπως ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, έγραψε σπουδαία ποιήματα και θέλαμε με κάθε τρόπο να τα μοιραστούμε μαζί σας. Να που ήρθε λοιπόν, αυτή η ώρα κι είμαστε πολύ χαρούμενα γι’ αυτό.

Σας παραδίδουμε αυτό το βιβλίο με αγάπη και ευγνωμοσύνη για τις αφορμές και τις συμπτώσεις που έφεραν τον Γιώργο Κοκκινίδη στο δρόμο μας, ελπίζοντας πως θα γίνει αφορμή για μια πιο ουσιαστική γνωριμία με τον άνθρωπο που οι ψυχιατρικοί θεσμοί περιόρισαν μεν το φθαρτό του σώμα, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ, με χημικές επεμβάσεις, να υποτάξουν το ελεύθερο πνεύμα του.

Ας διαβαστεί το βιβλίο αυτό σαν ένας διάλογος — οριζόντιος, ανθρώπινος — ανάμεσα σε εκείνον που έγραψε και σε εμάς που σκύβουμε πάνω απ’ τους στίχους του: μια επικοινωνία που υπερβαίνει τον χρόνο και ξεπερνά τον χώρο.

16. Ψύχως

Πως ρωτουν
ποιος είσαι «συ»;
Και δεν έχουν εκείνη
την πολύτιμη αιδώ
να δουν τα μάτια του ρωτούμενου.
Κι αν δεν μπορούν κατ’ ευθείαν τα μάτια
ας κοιτάξουν το δάκρυ
κρύσταλλο που κυλά,
τόσο ζεστό στο μάγουλο.
Μόνο να δουν
το είδωλο τους το ψυχρό.
Λευκοί ντυμένοι
με υποδόρεια την νόηση
ρωτούν …
Και γω να μη θυμάμαι
Τίποτα από τα μάτια μου
τίποτα από τα δάκρυά μου.
Μόνο αυτούς στο Λευκό
Λευκό, λευκό
λευκό χαμόγελο
και κείνα τα χέρια.
Βλέπεις λειτουργούν
με αλυσίδες
σύρματα
βελόνες
Ακόμα …

Για περισσότερες πληροφορίες και παραγγελίες μπορείτε να μας γράψετε στο ekdoseistonallon@gmail.com.

Το φάντασμα της «σεξουαλικής οικολογίας»

Σε μια εποχή που το HIV/AIDS αφορά όλο και λιγότερο τον Δυτικό κόσμο (PEP, PrEP, εμβόλια, θεραπείες), έχοντας μετατραπεί σε μια χρόνια, διαχειρίσημη, ασθένεια, ποιος ο λόγος να ασχοληθεί κανείς με ένα βιβλίο του 1995 που αφορά το ζήτημα;

Κι όμως, η «Σεξουαλική οικολογία» του Gabriel Rotello είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται σήμερα απνευστί, περίπου σαν επιστημονική φαντασία – μια κοινωνία σε κρίση κι ένα βαθιά δυστοπικό μέλλον για τους γκέι άνδρες.

Γραμμένο το 1995, ελάχιστα χρόνια πριν την ανακάλυψη των θεραπειών-κοκτέιλ, το δυσοίωνο αυτό βιβλίο προβλέπει, με επιστημονικές βάσεις, ότι αν δεν αλλάξει η συμπεριφορά των γκέι (ανεξάρτητα αν χρησιμοποιούν προφυλακτικό ή όχι) το μέλλον τους θα ομοιάζει με την ημέρα της Κρίσης. Η αλλαγή της συμπεριφοράς είναι ένας εξευγενισμένος όρος για την αυστηρή μονογαμία. Ο Rotello δεν διστάζει να ζητήσει από το κράτος να βοηθήσει αυτόν τον ευγενή σκοπό, καθιερώνοντας τον γκέι γάμο (ισότητα στον γάμο, όπως λέμε σήμερα). Αυτό, μαζί με την κοινωνική πίεση που θα όφειλαν να ασκούν οι γκέι άνδρες μεταξύ τους αλλά και η κοινωνία, φερ’ ειπειν «ακόμα δεν παντρεύτηκες;» θα σημάνει τον αναγκαίο μετασχηματισμό ενός οικολογικού συστήματος (γκέι κοινότητα) στον νέο εξωτερικό εχθρό που αντιμετωπίζει (HIV/AIDS).

Είναι ενδιαφέρον ότι δεξιοί αρθρογράφοι και ακτιβιστές θεώρησαν τη «Σεξουαλική οικολογία» ως ευαγγέλιο και βίβλο κατά του AIDS. Χωρίς καν να έχει θεσπιστεί η ισότητα στον γάμο, ζητούσαν κοινωνικές και οικονομικές κυρώσεις για τους απείθαρχους single, ενώ χαρακτηριστικός είναι ο αφορισμός «ντροπή μας!» αν δεν παντρευτούμε μονογαμικά όλοι.

Το βιβλίο χτύπησε στη ρίζα την πολύχρονή εκστρατεία για την χρήση προφυλακτικού κατά τις επαφές, κρίνοντας ότι ποτέ δεν θα είναι αρκετά υψηλά τα ποσοστά συμμόρφωσης ώστε να κάνουν μια ουσιαστική διαφορά.

Εκτός από δεξιές φιλοδοξίες του τύπου «the party is over!», το βιβλίο προκάλεσε αναταραχή, φόβο και πανικό. Ήταν η δεύτερη φορά που στις ΗΠΑ συνέβαινε «sex panic» με τις αντίστοιχες δυναμικές διαδηλώσεις όσων δεν ψήνονταν από τις προτάσεις του Rotello και ήθελαν να διαφυλάξουν μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις των γκέι ανδρών από τη δεκαετία του ’70: τη σεξουαλική απελευθέρωση.

Ίσως η αντιπαράθεση για ένα βιβλίο (που ισχυρίζεται ότι πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα) να φαντάζει γραφική ή υπερβολική σήμερα. Μόνο κάποιος που (επ)έζησε τα χρόνια εκείνα ή είναι βαθιά ενημερωμένος για την επιδημία του HIV μπορεί να αντιληφθεί την ταραχή που προκαλούν τέτοια αναγνώσματα, επί σωρών θυμάτων που συγκρίνονταν με νεκρούς πολέμου.

Ως επιζών, χωρίς PTSD για τις απώλειες, μπορεί να διαβάσει κανείς το βιβλίο εκ των υστέρων και να παρατηρήσει ότι η ιστορία και η επιστήμη έχουν το δικό τους πείσμα. Και να το ακουμπήσει με ανακούφιση κάτω – «πάει, πέρασε».

Σε ένα από τα ποστ αυτού του μπλογκ ερωτάται ο αναγνώστης: «τι θέλουν οι γκέι άντρες;» Μα, μετά από παραγράφους επί παραγράφων αναλύσεων, η απάντηση του συγγραφέα παραμένει κρυφή. Τώρα μπορούμε να την αποκαλύψουμε: οι γκέι άνδρες θέλουν ακάποτα γαμήσια. Καλή PrEP στους ενδιαφερόμενους!

Πιο κάτω παρατίθεται η κριτική του 1996 από το γκέι free press της Θεσσαλονίκης «ο πόθος».

«Η αλήθεια που αποκρύπτεται από τους φίλους είναι το καλύτερο όπλο του εχθρού».

Με αυτόν τον εντυπωσιακό αφορισμό ξεκινά το βιβλίο του Gabriel Rotello «Σεξουαλική οικολογία: το AIDS και η μοίρα των γκέι αντρών» [Sexual Ecology: AIDS and the Destiny of Gay Men, αμετάφραστο στα ελληνικά]. Το ίδιο το βιβλίο δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακό: αποτελεί, κατά τον συγγραφέα του, μια επιστημονικά τεκμηριωμένη προσπάθεια να παρουσιαστεί η βιολογική αναγκαιότητα της αλλαγής της σεξουαλικής συμπεριφοράς των γκέι αντρών.

Εκτός από άμεση εκδοτική επιτυχία, η «Σεξουαλική Οικολογία» είναι πιθανά το πιο πολυσυζητημένο και αμφιλεγόμενο βιβλίο που γράφτηκε ποτέ για τους γκέι – μια και, όπως το θέτει, μιλά για την ίδια την επιβίωσή τους. Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα που διατυπώνονται στη «Σεξουαλική οικολογία» προκαλούν σοκ – ιδιαίτερα στον απροετοίμαστο αναγνώστη. Θα μπορούσε να είναι αυτός ο λόγος που ένα ολόκληρο κίνημα εμφανίστηκε από αντίδραση στο βιβλίο αυτό; (Βλέπε
«Σεξουαλικός πανικός» στα news του προηγούμενου τεύχους).

Για να γίνει κατανοητή η πρόκληση που υπάρχει στο βιβλίο, πρέπει κανείς να σκεφτεί την τακτική του γκέι κινήματος απέναντι στο AIDS – όχι, βέβαια, στην Ελλάδα όπου οι κινήσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες, αλλά στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αμερική.

Γνωρίζουμε πως οι αγώνες του γκέι κινήματος εμπρός στην επιδημία του AIDS ήταν παραπάνω από ηρωικοί κι αυτό γιατί ο αγώνας ήταν διπλός. Από τη μια, βρισκόταν η μάχη για να πέσει ο ρυθμός μετάδοσης του HIV όσο το δυνατόν πιο κοντά στο μηδέν, χωρίς να θυσιαστούν οι ιερές κατακτήσεις της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Από την άλλη, υπήρχε η πίεση της ομοφοβικής κοινωνίας, που έθετε το γκέι κίνημα συνεχώς σε μια αμυντική θέση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και το δόγμα του Safe Sex, οποιαδήποτε δημόσια αυτοκριτική του γκέι κινήματος φάνταζε αιρετική.

Μέχρι που εκδόθηκε το βιβλίο του Rotello.

Το ιδρυτικό στέλεχος της μαχητικής εφημερίδας Outweek, που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά του AIDS μέχρι το κλείσιμό της το 1991, επανέρχεται με ένα δυναμικό μανιφέστο που υποστηρίζει αυτά που μέχρι τώρα αποδίδονταν στους ομόφοβους προπαγανδιστές. Με άλλα λόγια, επιτίθεται στις αυτοκαταστροφικές σεξουαλικές υπερβολές ορσμένων γκέι αντρών – και συγκεκριμένα αυτώ που ζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αμερικής και ζουν μια έξαλλη ζωή. Αυτό που καθιστά τις σκέψεις του Rotello ακόμα πιο αξιομνημόνευτες είναι το γεγονός πως ο ίδιος ο συγγραφέας υπήρξε ενεργό μέλος αυτής της κουλτούρας – ως διάσημος διοργανωτής ξέφρενων πάρτι. Ο συγγραφέας έχει συνείδηση ότι οι επίπονα ειλικρινείς απόψεις που υποστηρίζει θα μπορούσαν να πέσουν στα χέρια των ομόφοβων και να χρησιμοποιηθούν για μια ακόμα αντι-ομοφυλοφιλική προπαγάνδα. Τονίζει, όμως, πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ορισμένοι γκέι, είναι ανθρώπινα προβλήματα, κι όχι «γκέι» προβλήματα.

Αδιαφορώντας, λοιπόν, για τις πιθανές βίαιες αντιδράσεις, ο Rotello πιστεύει πως η γκέι κοινότητα – όπως κάθε κοινότητα – απαιτείται να αναθεωρήσει από μόνη την ηθική της ώστε να συνεχίσει. Αντλώντας επιχειρήματα από την οικολογία και την επιδημιολογία, υποστηρίζει πως η έντονη σεξουαλική δραστηριότητα ορισμένων πυρήνων, αποτελούμενων από γκέι άντρες αστικών περιοχών, δημιουργεί μια ανθυγιεινή οικολογία στην οποία μπορεί να ανθήσει ένας ιός όπως ο HIV. Παράλληλα, αμφισβητεί ορισμένες από τις θεμελιώδεις υποθέσεις των εκστρατειών πρόληψης κατά του HIV, συμπεριλαμβανόμενου και του δόγματος για το προφυλακτικό – ότι δηλαδή με τη χρήση προφυλακτικού κάθε φορά που υπάρχει πρωκτική συνουσία, χωρίς να έχει σημασία το πλήθος των ερωτικών συντρόφων, οι γκέι άντρες μπορούν να αποφύγουν τη μόλυνση από τον HIV.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του, ο Rotello περιγράφει πώς ο μικρός αυτός πυρήνας γκέι αντρών έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους γκέι, εξασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση της επιδημίας μεταξύ τους. Σύμφωνα με τις εντυπωσιακές επιδημιολογικές αναλύσεις των πρώτων έξη κεφαλαίων, κάθε επιδημία χρειάζεται μια μαγιά που να διατηρεί τον αριθμό μετάδοσης σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε αυτή να εξαπλώνεται αντί να καταλαγιάζει. Για το AIDS, η μαγιά αυτή είναι μια συγκεκριμένη μερίδα γκέι αντρών των μεγάλων αστικών κέντρων, οι οποίοι μετρούν τους σεξουαλικούς συντρόφους τους με τις εκατοντάδες. Με αυτά τα δεδομένα, κατά το συγγραφέα, η καμπάνια για τη χρήση του προφυλακτικού είναι μεν χρήσιμη, αλλά ουσιαστικά έχει αποτύχει.

Η χρήσης του προφυλακτικού είναι το πρώτο και το λογικότερο βήμα για την ατομική προφύλαξη από τον ιό. Χρησιμοποιώντας κανείς κάθε φορά προφυλακτικό μπορεί να προστατέψει τον εαυτό του. Προχωρώντας, όμως, στο δεύτερο επίπεδο, της συνολικότερης προστασίας μιας πληθυσμιακής ομάδας, το προφυλακτικό αποτυγχάνει. Ο λόγος είναι πως, όπως έχουν δείξει οι έρευνες, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι πάντα συνεπείς στη χρήση του. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Rotello, οι πολλαπλοί ερωτικοί σύντροφοι κάνουν ακόμα και ποσοστά χρήσης του προφυλακτικού τόσο υψηλά όσο το 95% να είναι αδύναμα να συγκρατήσουν την εξάπλωση του AIDS.

Αυτό που ζητά ο Rotello, παράλληλα με την εκστρατεία για τη χρήση του προφυλακτικού, είναι μια συνολική αναθεώρηση του τρόπου ζωής των ομοφυλόφιλων. Η πρότασή του είναι η πιστή μονογαμία ή – στη χειρότερη περίπτωση, η σειριακή μονογαμία. Ως βοήθημα προς αυτή την κατεύθυνση θεωρεί τη θέσπιση από το κράτος του ομοφυλοφιλικού γάμου και του δικαιώματος της υιοθεσία, αλλά και την ύπαρξη ποινών (δεν προσδιορίζεται ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές) για όσους παρεκτρέπονται. Είναι σε αυτά τα τελευταία κεφάλαια με τις δικές του εκτιμήσεις και προτάσεις όπου εντοπίζονται τα σημία που είναι τα πιο αμφισβητήσιμα, κάτι που παραδέχεται κι ο ίδιος.

Η προφανέστερη αδυναμία του είναι – αν προς στιγμή δεχτούμε τις προτάσεις του για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε – πως δεν υπάρχει κάποιος εμφανής τρόπος στροφής του πληθυσμού προς τις προτεινόμενες κατευθύνσεις. Αν 15 χρόνια εκστρατεία για τη χρήση προφυλακτικού, κατά τη γνώμη του, απέτυχαν οικτρά, ποιο θα ήταν, κατά την άποψή του, το επιχείρημα που θα πείσει τους ανθρώπους να στραφούν προς τη μονογαμία; Ο ίδιος ομολογεί πως δεν το γνωρίζει.

Αυτή είναι μια πολύ απαισιόδοξη στάση: υπάρχει μόνο μία μοναδική διέξοδος που, όμως, κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να ακολουθήσει. Η διαπίστωση αυτή γίνεται ακόμα πιο θλιβερή, αφού η στροφή προς τη μονογαμία που προτείνει ο Rotello δεν οφείλεται σε ιδεολογικούς ή ηθικούς (άρα διαπραγματεύσιμους ή δυνάμενους να αγνοηθούν) λόγους, αλλά σε μια βιολογική αναγκαιότητα. Παρόλο που κι ο ίδιος θα ήθελε να ζει μέσα στην ξέφρενη ατμόσφαιρα των 70’s, όπως δηλώνει, τα μαθηματικά του δείχνουν ξεκάθαρα το δρόμο που ανοίγεται για τους ομοφυλόφιλους. Ένα ετήσιο ποσοστό μόλυνσης με HIV της τάξης του 3% στις μεγάλες πόλεις της Αμερικής, σημαίνει 30% σε μια δεκαετία: ένας στους τρεις άντρες. Παράλληλα, ένας στους δύο άντρες θα κολλήσει τον ιό μέχρι να φτάσει στη μέση ηλικία.

Εδώ και κάμποσους μήνες, δεν υπάρχει καμία πειστική και ολοκληρωμένη απάντηση στο «επιστημονικό μέρος» του βιβλίου. Ακόμα και οι περισσότεροι από τους επικριτές του συμφωνούν πως οι θεωρίες του εξηγούν πειστικά διάφορά φαινόμενα: Το λόγο που επιδημία δεν είχε τόσο σημαντικό αντίκτυπο στην ενδοχώρα των Ε.Π.Α. (ή σε μια οποιαδήποτε αγροτική-παραδοσιακή περιοχή του δυτικού κόσμου), το λόγο που τα ποσοστά μόλυνσης μέσω ετεροφυλοφιλικής επαφής παραμένουν πολύ χαμηλά και την αιτία της μη ικανοποιητικής πορείας των μολύνσεων μεταξύ των γκέι στην Αμερική και την Αγγλία, Ειδικά για την τελευταία περίπτωση, ο Rotello πιστεύει πως κάμψη της επιδημία στα μέσα της δεκαετία δεν προέκυψε από την καμπάνια χρήση του προφυλακτικού, αλλά ήταν αποτέλεσμα του Θεωρήματος του Farr για τον κορεσμό.

Συγκρίνοντας το σήμερα με άλλες εποχές, ο Rotello πιστεύει ότι έχει ανακαλύψει ένα ακόμα σημαντικό κομμάτι του παζλ. Αν και στην αρχαία Ελλάδα και, ιδιαίτερα, στην αρχαία Ρώμη το σεξ ήταν στο καθημερινό μενού, δεν υπήρχε όμως αυτή η φοβερή διαθεσιμότητα της κωλότρυπας που υπάρχει σήμερα. Με αυτό εννοεί ότι σήμερα οι περισσότεροι τον παίρνουν και τον δίνουν χωρίς διακρίσεις (και χωρίς προφυλακτικά), σε αντίθεση με τους ξεκάθαρους ρόλους του ποιος ήταν ο παθητικός και ποιος ο ενεργητικός σε αλλοτινές εποχές.

Ασφαλώς και υπάρχουν ρωγμές στο επιστημονικό οικοδόμημα του Rotello. Ενώ συνδέει τις συχνές σεξουαλικές επαφές με τη μετάδοση του AIDS, παραδείγματα από την πραγματικότητα δείχνουν να τον διαψεύδουν: οι εκπορνευόμενες γυναίκες στο Ενωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, παρά τις πυκνές σεξουαλικές επαφές τους και, συχνά, της ταυτόχρονης χρήσης ενδοφλέβιων ναρκωτικάν, έχουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά οροθετικών ατόμων μεταξύ τους. Η συχνότητα χρήσης του προφυλακτικού είναι υψηλή (95%), αλλά σαφώς λιγότερο από το απόλυτο 100% που απαιτεί ο συγγραφέας.

Γενικά, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο Rotello φουσκώνει, εσκεμμένα ή άθελά του, τους αριθμούς και τις υποθέσεις του, προκαλώντας πανικό. Αρκετές φορές, χρησιμοποιεί αχυράνθρωπους για να αποδείξει το δίκιο του: δεν μπορεί ένας πρώην πορνοστάρ να αποτελεί τυπικό δείγμα συμπεριφοράς, ούτε τα πάρτι του κυκλώματος είναι πια τόσο διαδεδομένα όσο θα ήθελε να πιστεύουμε. Όχι πως δεν είναι εντυπωσιακές οι μαρτυρίες που παραθέτει: «Μέχρι την ηλικία των 26 ετών υπολογίζω ότι είχα φάει πάνω από 3.000 άντρες στον κώλο μου» αναφέρει κάποιος στο βιβλίο του. Παραλείπει, όμως, να γράψει πως το άτομο αυτό έδειχνε παράλληλα φροντίδα – χρησιμοποιώντας προφυλακτικό κάθε φορά – για τον μόνιμο ερωτικό σύντροφο που είχε εδώ και πολλά χρόνια, ο οποίος δεν έπαθε τίποτα.

Το βιβλίο του Rotello προσθέτει σημαντικά δεδομένα στη μάχη κατά του AIDS παρόλο που δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την «Βίβλο κατά του AIDS» που θα ήθελε να είναι. Ούτε μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο από την κοινωνία της Αμερικής σε μια οποιαδήποτε κοινωνία του πλανήτη. Ο καθένας έχει να κερδίσει κάτι διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, κι ίσως κερδίσουμε όλοι όταν βρεθεί αυτός που θα ανατρέψει τεκμηριωμένα πολλές από τις θεωρίες του. Προς το παρόν οφείλουμε να προβληματιστούμε για τα μέτρια αποτελέσματα της εκστρατείας χρήσης του προφυλακτικού και να ξεκινήσουμε μια συζήτηση με ειλικρίνεια. Πάνω από όλα, όμως, καλό θα ήταν να αφήσουμε πίσω την πολιτική ορθότητα και να αποφεύγουμε επιμελώς να έχουμε τις λέξεις «ομοφυλόφιλος» και «AIDS» στη ίδια φράση.

Η άποψή μου είναι πως οι γκέι αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου – όχι βέβαια γιατί ένας ιός έχει υποτιθέμενα αναλάβει ένα είδος ξεκαθαρίσματος που διστάζουν να το κάνουν οι άνθρωποι, ούτε λόγω της συχνότητας των επαφών. Οι γκέι αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου γιατί ένα σημαντικό ποσοστό συνεχίζει να γαμιέται χωρίς προφυλακτικά – και ο λόγος δεν είναι η ελλιπής ενημέρωση για το ασφαλέστερο σεξ. Μια άποψη για τα αίτια της συμπεριφοράς αυτής, τις ευθύνες της ομοφοβικής κοινωνίας και των οργανώσεων για το AIDS θα παρουσιαστεί στο επόμενο τεύχος. Μέχρι τότε, ελπίζουμε να έχουμε να δημοσιεύσουμε και τις δικές σας απόψεις πάνω στο ζήτημα.

Καμία περηφάνεια για την ελληνική οικογένεια

Μικροφωνική Συγκέντρωση ενάντια στο Family Pride 27/09 12:00 Σβώλου Με Γούναρη

ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Για μια ακόμη φορά ακούμε για ενίσχυση της οικογένειας και επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, επιδόματα για νέες οικογένειες και μητέρες, συζητήσεις για το δημογραφικό και τις εκτρώσεις. Μα τι γίνεται τέλος πάντων; Ακόμα και το μέχρι χθες περιθωριακό family pride αναδεικνύεται σε κεντρικό γεγονός για τη Θεσσαλονίκη. Για εμάς, όλες αυτές οι συζητήσεις, και συγκεντρώσεις σαν το family pride, δεν έρχονται τυχαία στον δημόσιο διάλογο με τέτοια ένταση. Βλέπουμε αυτή τη ρητορική για επιστροφή στην κατά βάση πυρηνική οικογένεια, ως αποτέλεσμα της σταδιακής απόσυρσης και των τελευταιών κομματιών του κράτους πρόνοιας. Το ελληνικό κράτος, και αυτό με τη σειρά του, αφενός μας προετοιμάζει για να μας φορτώσει όλη την κοινωνική αναπαραγωγή στις πλάτες μας και αφετέρου για την πολεμική προετοιμασία η οποία χρειάζεται “εθνικά παιδιά” έτοιμα να πολεμήσουν και να πεθάνουν. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να σταματήσει αυτή την κοινωνική κίνηση που δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι το μοντέλο της οικογένειας δεν τη χωράει και ψάχνει άλλες μορφές φροντίδας και κοινωνικών σχέσεων. Όταν βλέπουμε κόσμο να μιλάει για επιστροφή στην οικογένεια ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο σε έναν άκαρδο κόσμο, αναρωτιόμαστε αν αυτή η πραγματικότητα ισχύει πράγματι για λίγους ή για απολύτως κανέναν. Πράγματι, βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν άκαρδο κόσμο και σε μία γενικευμένη κρίση φροντίδας, όμως η επιστροφή στην οικογένεια για εμάς, φαντάζει σαν να βουλιάζουμε πιο βαθιά στον βούρκο του ατομικισμού.Το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια παρουσιάζεται από το ελληνικό κράτος ως θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί το πρώτο πεδίο αναπαραγωγής εξουσιαστικών και ιεραρχικών σχέσεων.

Για πολλές από εμάς η οικογενειακή “υπερηφάνεια” που νιώθουν ορισμένοι είναι μια από τις πρώτες και εντονότερες εστίες βίας, καταπίεσης και στέρησης ελευθεριών. Είναι ο τόπος που μας επιβάλλει την υπακοή, την πειθάρχηση, τον καταπνιγμό των επιθυμιών μας μέσα από λογικές ιδιοκτησίας και απαιτεί να προσαρμοστούμε στις επιταγές της αυθεντίας του ισχυρού πατέρα. Η επικρατούσα, χριστιανική μορφή οικογένειας επιβάλλει ετεροκανονικούς ρόλους και καταδικάζει πολυσυντροφικές, κουήρ σχέσεις. Φροντίζει να καταπιέζει διαρκώς τις γυναίκες, αναθέτοντάς τους τον ρόλο των νοικοκυρών, ενώ οι άντρες οφείλουν να είναι αρρενωποί προστάτες- υπεύθυνοι για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων και για τον οικονομικό έλεγχο. Την ίδια στιγμή, οι γονείς καλλιεργούν στα παιδιά το αίσθημα του εθνικού καθήκοντος, παρουσιάζοντάς το ως ηθική υποχρέωση, ρόλο που στην πορεία αναλαμβάνει το σχολείο και έπειτα ο στρατός.Η φυσικοποίηση της βίας (λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής) ονομάζεται “μέθοδος διαπαιδαγώγησης” και τα όρια ανάμεσα στη φροντίδα και τον κοινωνικό έλεγχο διαστρεβλώνονται. Η επιτήρηση, η τιμωρία, οι απαγορεύσεις, το μοίρασμα ρόλων και η αστυνόμευση της προσωπικής ζωής γίνονται κανόνας. Μέσα στους τέσσερις τοίχους του “ζεστού σπιτιού” διαμορφώνονται πειθαρχημένες, παραγωγικές, ελεγχόμενες προσωπικότητες σύμφωνες με τις ανάγκες του κεφαλαίου και της εθνικής και θρησκευτικής μυθολογίας. Άρα, αλήθεια, σε ποια οικογένεια αναφέρεται το family pride; Μάλλον οι υπερήφανοι γονείς φορούν παρωπίδες και η καθημερινή βαρβαρότητα της ενδοοικογενειακής βίας, οι ομοτρανσφοβικές επιθέσεις, οι βιασμοί γυναικών και παιδιών από το συγγενικό τους περιβάλλον, οι γυναικοκτονίες από συζύγους και αδερφούς δεν βρίσκονται στο οπτικό τους πεδίο…ή απλά εθελοτυφλούν. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι δεν συμβαδίζει με τα ετεροκανονικά πρότυπα της αγίας ελληνικής οικογένειας, πέφτει στον πάτο του Καιάδα…Η οικογένεια ως παραγωγικό μοντέλο υπεύθυνο για την παραγωγή του πιο πολύτιμου εμπορεύματος, της εργασιακής δύναμης, είναι λ αβίωτη και λειτουργεί διαρκώς σε ένα κρισιακό σημείο. Όλο και περισσότερες αναπαραγωγικές υπηρεσίες εμπορευματοποιούνται και ιδιωτικοποιούνται με αποτέλεσμα, για να υπάρχει η δυνατότητα να ανταπεξέλθεις σε αυτό το βάρος της αναπαραγωγικής εργασίας να πρέπει, είτε να έχεις τη δυνατότητα να σκάσεις λεφτά είτε να μπορείς να βασιστείς στη διευρυμένη σου οικογένεια και σε δίκτυα σχέσεων. Από τις υπηρεσίες υγείας και τη φροντίδα των παιδιών μέχρι το φαγητό και την καθαριότητα του σπιτιού, τα τελευταία χρόνια νιώθουμε όλο και περισσότερο να τρέχουμε και να μην φτάνουμε, σαν να μην είμαστε αρκετές.Αναγνωρίζουμε πως όταν μιλάμε για αναπαραγωγική εργασία μιλάμε κατά βάση για εργασία που αναλαμβάνουν θηλυκότητες και γυναίκες και συχνά παραμένει αόρατη εφόσον θεωρείται αυτονόητη. Για τα πιο υποτιμημένα κομμάτια της εργατικής τάξης, οι γυναίκες ή θηλυκότητες μπορεί να αναλαμβάνουν και υποτιμημένες έμμισθες εργασίες δουλεύοντας διπλοβάρδιες σε σπίτια άλλων, προτού επιστρέψουν στη δουλειά στα δικά τους. Και στις οικογένειες όμως που αγοράζουν αυτές τις υπηρεσίες, οι γυναίκες δεν σταματάνε να προσφέρουν άμισθα αυτήν την αναπαραγωγική εργασία. Ξέρουμε καλά πως αυτό συμβαίνει όχι από μία έμφυτη τάση και αγάπη για τις ατελείωτες ώρες στην κουζίνα και στο καθάρισμα αλλά λόγω της καθήλωσης στους έμφυλους ρόλους· μία βίαιη διαδικασία πειθάρχησης, μία από τις πολλές που πάνε πακέτο με την οικογένεια.θέλουμε πολύ απλά να καταργήσουμε την οικογένεια

Και όχι, όταν λέμε να καταργήσουμε την οικογένεια δεν εννοούμε να παρατήσουμε τις γιαγιάδες στον δρόμο ή να σκοτώσουμε τα παιδιά και να μείνει η καθεμία μας μόνη της να τα βγάλει πέρα. Όταν λέμε να καταργήσουμε την οικογένεια εννοούμε να διεκδικήσουμε την πρόσβαση όλου του κόσμου στη φροντίδα. Να διευρύνουμε τα δίκτυα υποστήριξής μας πέρα από τις άμεσα προσωπικές μας σχέσεις και να χτίσουμε κοινότητες αλληλεγγύης και αγώνα. Να καταργήσουμε αυτό το ασφυκτικό μοντέλο ιδιωτικοποιήμενης φροντίδας ώστε να μπορούμε να επιλέγουμε με ποιους ανθρώπους θέλουμε να ζήσουμε μαζί, πέρα από καταναγκαστικά ετεροκανονικά πλαίσια και να μοιραστούμε το βάρος της κοινωνικής μας αναπαραγωγής. Να αρνηθούμε να βουλιάξουμε στον βούρκο του ατομικισμού και να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας.

ΕΛΕΓΧΟΣ, ΠΕΙΘΑΡΧΗΣΗ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΚΑΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΑΓΙΑ

ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ ΚΑΙ Η ΠΑΤΡΙΣ, ΟΙ ΕΛΛΑΔΕΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ

φάμπρικα υφανέτ

Αφηγήσεις #01 “Δύο κείμενα για την κατάσταση και την ζωή στα ελληνικά ψυχιατρεία”

Αναδημοσίευση από το blog του The Shades Magazine

Σημείωση του Shades

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν αφηγούνται το καθένα με τον τρόπο του, την κατάσταση που επικρατεί σε συνθήκες εγκλεισμού στα ελληνικά ψυχιατρεία. Τα δημοσιεύουμε ακριβώς όπως τα λάβαμε χωρίς καμία υποσημείωση ή άλλη αλλαγή. Το πρώτο κείμενο είναι ανώνυμο και το δεύτερο, ο συντάκτης του είναι έγκλειστος σε ελληνικό ψυχιατρείο. Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Σ για την αποστολή αυτών των δύο κειμένων που αξίζουν την προσοχή μας. 

  1. Κείμενο ανταπόκριση ανώνυμου 

…όσοι τον γνώρισαν τώρα -είτε καλύτερα είτε για πρώτη φορά εντυπωσιάζονται από τους ευγενικούς του τρόπους, τις γνώσεις του, την αναλυτική του σκέψη, την προσγειωμένη προσέγγυση στην υποθεσή του, την αισιοδοξία του (όταν εμείς οι υπόλοιποι απογοητευόμαστε), και προσπαθούν να λύσουν το γρίφο γιατί ο Χ νοσηλεύεται… …. γιατί στο πρόσωπό του έχει καταστρατηγηθεί κάθε δικονομική εγγύηση που προβλέπει ο νόμος που αφορά στον ακούσιο εγκλεισμό… …ο Χ βρίσκεται έγκλειστος από τον περασμένο Φλεβάρη, έστω και τύποις ο νομοθέτης συστίνει την αποφυγή της παρατεταμένης ακούσιας νοσηλείας …στην περίπτωση του Χ οι υπεύθυνοι γιατροί του Ευαγγελισμού επιδίδονται σε μια υποχονδριακή τυπολατρία σ΄ό,τι αφορά τη γνωμάτευσή τους, στην ουσία αρνούνται να συντάξουν γνωμάτευση… … οι αυθαιρεσίες τους δεν έχουν όρια… …σε απαξιώνουν τόσο μπροστά στα μάτια σου ίσως γιατί δεν έχουν ποτέ καμιά συνέπεια.. …η αίτηση για διακοπή της ακούσιας νοσηλείας στην ουσία απορρίφθηκε ή μάλλον εκκρεμεί, τουλάχιστον μέχρι το εφετείο… … γιατί περιμένουν να γυρίσει ο δικαστικός γραμματέας από τις διακοπές του!!!! στις 12 Σεπτεμβρίου!!!
… οι γιατρίνες του Ευαγγελισμού κάνανε γνωματεύσεις, που είναι αρνητικές στην διακοπή της ακούσιας νοσηλείας . Επίσης, κάποιος έχει ζητήσει την παράταση της ακούσιας νοσηλείας για άλλους 6 μήνες, αφού χτες ο Χ συμπλήρωσε ήδη 6 μήνες μέσα στα “μπουρδέλα” τους.Τέλος, ο εισαγγελέας αρνήθηκε να δώσει στον δικηγόρο αντίγραφα των γνωματεύσεων και των εγγράφων που αφορούν τον Χ, με το πρόσχημα ότι δεν έχει επίσημη εξουσιοδότηση. Το ότι έχει ασκήσει μέχρι σήμερα τόσα ένδικα μέσα για τον Χ, το έγραψε, ο εισαγγελέας, στα παλαιότερα των υποδημάτων του. Και ο δικηγόρος δεν έχει εξουσιοδότηση, γιατί αφενός το ψυχιατρείο δεν έχει ούτε ταυτότητα του Χ για να γραφτούν τα στοιχεία και από την άλλη αρνούνται να θεωρήσουν την υπογραφή του Χ, όπως ορίζει ο νόμος, και ζητάνε από τον δικηγόρο να φέρει μπάτσο για να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής.
… ο Χ πηγαινοέρχεται από τον Ευαγγελισμό στην ψυχιατρική κλινική κολαστήριο με ιώβια υπομονή συντάσσοντας κείμενα εξαιρετικής ανάλυσης του ψυχιατρικού συστήματος…
…ποιος κερδίζει οικονομικά από την παρατεταμένη νοσηλεία του Χ;

…εμείς οι σύντροφοί του, οι φίλοι του συνεχίζουμε με όποια δύναμη μπορεί να επιστρατεύσει ο καθένας μας, γιατί είναι αυτός ο καταπληκτικός τύπος, ο Χ, που τρώει τις απορρίψεις και τις κατραπακιές, πέφτει για λίγο και μετά συνεχίζει να μας δίνει δύναμη…
…όμως και η υπομονή έχει τα όρια της και οι συλλογικότητες του χώρου σύντομα θα τοποθετηθούν για την υπόθεση του Χ και τα ψυχιατρεία γενικότερα με τον ουσιαστικό τρόπο που γνωρίζουν…

2. Η Ζωή στα ψυχιατρεία

Η ζωή στο ψυχιατρείο είναι διαχωρισμένη σε ανθρώπινους ρόλους.
Η ζωή είναι στο ψυχιατρείο είναι εξατομικευμένη για τους ψυχιατριζόμενους όλους.

Στην κοινωνία των σταβλιστών και των σταβλιζόμενων (μπορεί όχι όλων των μελών της, αλλά τουλάχιστον στην τρέχουσα κατάσταση των ψυχιατρείων και αντίστοιχα στο στρατό και στις φυλακές) η ρύθμιση των καθημερινών σχέσεων εξ ολοκλήρου για τους σταυλισμένους, και κατά ένα μέρος (κατά τη βάρδια των υπαλλήλων μόνο) για τους σταβλιστές, μέσα και ανάμεσα στις ανθρώπινες υπάρξεις σχεδόν τίποτα δεν ξεφεύγει προς τα έξω.

Για να διατηρηθεί η κλειστότητα του στάβλου υπάρχουν ορισμένοι μηχανισμοί που καθιστούν τους έγκλειστους ανίκανους να επικοινωνήσουν με όρους ελεύθερης ύπαρξης με τους εκτός στάβλου ανθρώπους. Και οι πολλοί βλέπουν ‘’τρελούς’’. Έτσι τους καταχωρούν, φαντάρους κι εγκληματίες.

Η τρέχουσα κυρίαρχη και πλατιά διαδεδομένη κοινή αντίληψη είναι πως αυτές οι καθεστωτικές λειτουργίες, και οι τρεις, λειτουργούν στη βάση της ΑΜΥΝΑΣ της καθωσπρέπει κοινωνίας απέναντι στην επικινδυνότητα των τρελών, στην επιθετικότητα των αλλοεθνών και στην ‘’αναρχία’’ της παρανομίας.

Οι τοίχοι των χώρων αυτών κρύβουν μια μεταλλαγμένη ζωή προς ‘’όφελος’’ της εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας.
Κανείς εκτός από τους στοχαστές (προϊστάμενους και υπαλλήλους) δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να γνωρίζει τα κοινωνιολογικά στοιχεία των χώρων αυτών και εξωσημασιοδοτούνται οι καταστάσεις της ζωής στα ψυχιατρεία μέσα από φημολογίες και αφηγήσεις πρώην εγκλείστων συγγραφέων που προωθεί στον έξω κόσμο το ίδιο το σύστημα. Ο ασθενής όμως ξέρει πως (για παράδειγμα) σε αυτούς τους χώρους λειτουργεί και ένα καθεστώς τιμωριών, που η δουλειά του είναι να διατηρεί την ‘’ομαλότητα’’ της κοινωνικής ζωής των εγκλείστων. Έτσι, δημιουργείται μια πλαστή αίσθηση του βάθους των στάβλων, ότι μέσα τους κρύβουν και χώρους σταβλισμού δευτέρου βαθμού, πολύ πιο μακριά από την κοινωνία χώρους ολοκληρωτισμού και ερμητικού εγκλεισμού, επιβίωσης με το ελάχιστα υλικά και πνευματικά στοιχεία που είναι αναγκαία για τις ανθρώπινες υπάρξεις. Με αυτές τις νοηματικές εικόνες δεδομένες καταστάσεις περνούν στο ‘’ντούκου’’ δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Η καθήλωση, η ψειρού, η απομόνωση.

Έτσι όλοι μαθαίνουν να οικτίρουν τους τόπους αυτούς και παραβλέπουν το πώς όλοι οι έγκλειστοι είναι πάντα ζωντανοί μέσα στο θάνατο της ελευθερίας. (παρόλο που και έξω συνηθίζονται οι ατομικές εξεγέρσεις, οι πόλεμοι, το έγκλημα.)
Έτσι κάπως οι χώροι αυτοί χρειάζονται ξεχωριστή ιδεολογική περιγραφή και αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής γνώσης και λαϊκής δοξολογίας.
Στην πραγματικότητα όμως η ζωή των έγκλειστων δεν έχει το αντίστοιχο συμβολικό χαρακτήρα που επιστήμονες και λαός υποστηρίζουν πως κατέχουν.

Οι κοινωνιολογικές μελέτες παρακάμπτουν την έννοια ‘’βίωμα’’ του έγκλειστου ανθρώπου που αναλαμβάνει να επιστημονικοποιήσει η ψυχολογία και οι λαϊκές δοξασίες μένουν στο να αναπαραχθεί αυτή η έννοια στους κάθε λογής μύθους και στη λαϊκή τέχνη. Εκεί πάλι οριοθετείται η πάρτα όλα de facto άποψη χωρίς να καταδεικνύεται το ‘’ζωώδες’’ των έγκλειστων ανθρωπίνων ζωών που αφού χαρακτηριστεί στο ‘’ντούκου’’ πάντα είναι αντιληπτό σαν ‘’τερατώδες’’, ‘’ευνουχισμένο’’, κρυμμένο εκτοπισμένο στα βάθη της κοινωνιολογικής μελέτης, αόρατο και σκοτεινό μέσα στο σύνολο των εκλογικευμένων γεγονότων που αναφέρομαι.
Προέχει η άμυνα της κοινωνίας που εξουδετερώνει τους κακούς ανθρώπους τους κακούς ανθρώπους ατομικά και συλλογικά. Ακόμη οι κοινωνικές καταστάσεις λειτουργούν παραδειγματικά για το σύνολο του λαού των ανθρώπων, δείχνοντας στον καθένα τους τρόπους της αποφυγής.

Ας δούμε όμως από πιο κοντά.. Ιστορικά η δικαιοσύνη ήταν εφαρμοσμένη επιστήμη της Νομικής που αναλαμβάνει να ρυθμίσει εξωτερικά τις σχέσεις αυτές, κυρίως για ότι εμπεριέχει βία μεταξύ των ανθρώπων.
Ο καπιταλισμός και η δημοκρατία λειτουργούν με τις αρχές των ελαχίστων ζημίας και βίας, ασχέτως του ότι είναι πανίσχυροι φορείς και των δύο.

Έτσι η δικαιοσύνη αναγκάζεται και ενστερνίζεται την ανάγκη να εξομαλυνθούν κάθε φορά οι όροι και οι ρόλοι των ανθρώπων κάτω από το νόμο. Και για αυτό δημιουργεί ένα πλαίσιο διατάξεων για την ίδια ετεροκαθορισμένων ώστε στο πρόσωπο της κοινωνίας να μην υπάρχει αμφισβήτηση από κανέναν και διώκει ακόμη και αντιλήψεις έμπρακτων αρνητών και σήμερα έφτασε και να κυνηγά ολόκληρα κινήματα και οικογενειακά ή μικροκοινωνικά περιβάλλοντα με χαρακτηριστικά ιδιαίτερο ζήλο κατά περίπτωση των αρνητών.
Η ζωή στα ψυχιατρεία είναι νεκρική.

Οι Ώρες

Σήμερα συναντηθήκαμε τρεις Κατερίνες. Εγώ, η Κατερίνα και μια άλλη Κατερίνα απ’ τα παλιά. Μας ένωσαν τα γράμματα μας έφεραν μαζί κοντά. Και σαν αρχαίος χορός ξεκινήσαμε : “κάθε μέρα καθαρίζω πατάτες, κάθε μέρα καθαρίζω πατάτες, κάθε μέρα καθαρίζω πατάτες…”. Και περιμένουμε. Τουλάχιστον να μας διαβάσετε. Τα γράμματα, οι Ώρες…

Κατερίνα

[Αγνώστου]

Έλα να σου πω… Έλα πάρε με από δω.

Πάμε να φύγουμε από δω μέσα.

Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα

έχουνε σπάσει τα νεύρα μου κι εσύ-το βλέπεις-όποτε έρχεσαι δω

δεν έχω να σου πω τίποτα.

Μας καβαλάν τα έπιπλα μ’ αυτή τη λογική που είναι ταχτοποιημένα

εκτρώσεις ,μπουκάλια, καθρέφτες, προγράμματα, η ιδιωτική ζωή των φίλων μου

-ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια-

Κάθε βράδυ ενώ βουλιάζω σε κάποια θάλασσα

εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα.

Σημαδιακά πράματα.

Σ’ όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη βγαίνει συνέχεια στον ουρανό ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει.

Είμαι πολύ λυπημένη, σκοντάφτω συνέχεια

μπορεί ε; να φταίν’ και τα τακούνια.

Το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου

και τ’ όνομά μου Κατερίνα.

Έτσι απλά που με φωνάζουνε μου φέρνει δάκρυα

δε θέλω να κλαίω

Πάρε με λοιπόν από δω.

Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα

πώς ζούνε το χειμώνα.

Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία

κι όλους τους φίλους που φύγανε

και δεν μπορούν πια να με προδώσουν

πάμε από δω, πάμε εκδρομή, σε μέρος που δεν έγινε

αφού στο ‘χω γράψει στο ‘χω πει

όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα

γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ

κι όλο αλλάζω σεντόνια.

Φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο

πρέπει να παίξω

γι’ αυτό δε μεγάλωσα και λέω το φαΐ μαμ και τον ύπνο για νάνι.

Σκέψου δεν έμαθα τίποτα τίποτα.

Μοιάζω με τα ζώα,

όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει,

μπορεί να με σκοτώσει.

Ξέρω μονάχα ανακλαστικά

το δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά

αρχίζω να γερνάω ποτέ κανείς κανείς δεν κατάλαβε

θα μου πεις καλύτερα έτσι

θυμάμαι μικρή… όχι.

Θυμάμαι αργότερα… όχι.

Μεγάλη.

Μετά θέλω να πω…

Ψέματα. Τώρα…Ούτε… Μίλα! Μίλα!

Πώς έζησα; Θέλω να φύγω από δω!

Αρχιζω να ξεχνσω