Τα πάντα για μας είναι σεξ, μας αρέσει το σεξ,
δεν μας αρέσουν τα πράγματα που δεν είναι σεξ.
Αυτή είναι η εισήγηση του SUBBOY25 στη βιβλιοπαρουσίαση του ΑΝΟΧΥΡΩΤΟΙ ΚΩΛΟΙ στη Φάμπρικα Υφανέτ. Το βιβλίο μπορείτε να το προμηθευτείτε από το βιβλιοπωλείο της κατάληψης, το Κεντρί, τον Λωτό, το Σαιξπηρικόν και τις Ακυβέρνητές Πολιτείες, στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα, από την Πολιτεία.
Δεν είναι κάποιος μαθητευόμενος ψυχαναλυτής που λέει αυτά τα λόγια, αλλά μια επετειακή σελίδα του «Πόθου», ίσως η «1 χρόνος διαστροφή» ίσως κάποια άλλη. Για να κατανοήσουμε τη βαρύτητα της φράσης αυτής, και το πολιτικό της νόημα, θα μεταφερθούμε στο ’80 με ’90 στις ΗΠΑ. Το AIDS θερίζει και κύματα ομοφοβίας εξαπολύονται εναντίον των ομοφυλόφιλων αντρών. Αντί να περιμένουν καρτερικά τη μοίρα τους ή να πάνε υπόγεια, η εποχή εκείνη γνώρισε έναν πρωτόγνωρο ακτιβισμό, βασισμένο στην (εξαναγκασμένη) ορατότητα, τις απαιτήσεις για φάρμακα, τα τεράστια πράηντ και τη συσπείρωση, σαν σε καβούκι, γύρω από νέα ταυτότητα. Μακριά από την ιατρική οσμή του «ομοφυλόφιλου», ο «γκέι» έρχεται να συνοψίσει τι είναι μια ταυτότητα βασισμένη στην επιβίωση: αδιαπέραστη, ομοιογενής, συμπαγής και μαχητική.
Τρεις ήταν οι άξονες δράσης αυτής της ταυτότητας:
- Η μέριμνα μεταξύ ισοτίμων με την καμπάνια διάδοσης της χρήσης του προφυλακτικού.
- Η οργή ενάντια σε φαρμακευτικές και κράτος, μαζί με το πεισμώδη θρήνο και τις μεγάλες πορείες.
- Μια συζήτηση για την αξιοπρέπεια, ότι οι γκέι δεν είναι σεξουαλικά αρπακτικά, που συνοδεύτηκε από κλείσιμο χώρων ακολασίας όπως οι σάουνες.
Θα σταθώ στην αξιοπρέπεια και στον ισχυρισμό της ότι είμαστε όλοι ίδιοι με εξαίρεση μια τόσο δα μικρούλα διαφορά στην επιλογή σεξουαλικού αντικειμένου. Όπως γνωρίζουμε, η κορωνίδα μιας αξιοπρεπούς ζωής είναι ο γάμος και όντως τότε μπήκαν τα θεμέλια για το αίτημα στην ισότητα στο γάμο. Επιπρόσθετα από αυτό, ο αξιοπρεπής πολίτης είναι και πατριώτης – επομένως άνοιξε ο δρόμος για αυτό που έμεινε να λέμε «Gays in the military» (Γκέι στο στρατό).
Σήμερα, στα μμε, δεν υπάρχουν πολλοί γκέι που να ισχυρίζονται δημόσια ότι όλα τα πράγματα γι’ αυτούς είναι σεξ ή ότι λατρεύουν το σεξ. Απεναντίας βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν ιμάντα παραγωγής ομόφυλων ζευγαριών τα οποία (σύμφωνα με την οριστική απόφαση του ΣτΕ) μπορούν να παντρευτούν και να αποκτήσουν παιδιά.
Αν και ζούμε σε μετα-AIDS εποχές, η σκιά της πανδημίας ίπταται από πάνω μας ακόμα και σήμερα, περιθάλποντας τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα της «γκέι κοινότητας».
Ο «Πόθος» δεν ήταν η πρώτη φορά που τα πάντα ήταν σεξ.
«Ήρθε η ώρα να σκεφτούμε το σεξ», δήλωσε η Γκέιλ Ρούμπιν το 1984, στην αρχή του «Thinking Sex», ενός δοκιμίου που στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδες κείμενο της κουήρ θεωρίας. Αποτελεί μια από τις μεγάλες ειρωνείες των τελευταίων δεκαετιών το γεγονός ότι ο ακαδημαϊκός κλάδος που η Ρούμπιν συνέβαλε στην καθιέρωση κατέληξε να χρησιμοποιεί την κατηγορία του κουήρ κυρίως για να αποτρέψει τη σκέψη γύρω από το σεξ. Οι μελετητές των queer studies σήμερα αφιερώνουν γενικά τις πνευματικές τους ενέργειες σε κάτι – οτιδήποτε – πιο πολιτικά αποδεκτό.
Συχνά στρεφόμαστε στην ακαδημία για γνώση, αλλά από ό,τι φαίνεται είναι ανίκανη για να μας σώσει.
«Τι έχουν να πουν τα queer studies για την αυτοκρατορία, την παγκοσμιοποίηση, τον νεοφιλελευθερισμό, την κυριαρχία και την τρομοκρατία;», ρώτησαν οι συντάκτες ενός ειδικού τεύχους του Social Text δύο δεκαετίες μετά τη έκρηξη της Ρούμπιν. Θέτοντας μια ατζέντα όχι λιγότερο φιλόδοξη από ό,τι διαποτισμένη με πολιτική βαρύτητα, συνέχισαν: «Τι μας λένε οι queer studies για τη μετανάστευση, την ιθαγένεια, τις φυλακές, την κοινωνική πρόνοια, το πένθος και τα ανθρώπινα δικαιώματα;» Αυτές οι ερωτήσεις υπονοούν ότι τα queer studies, αν ασκηθούν υπεύθυνα, μπορεί να σώσουν τον κόσμο, τόσο εκτεταμένη είναι η επεξηγηματική τους δύναμη. (Τολμούμε να φανταστούμε τον queer ακτιβιστή-μελετητή με στολή υπερήρωα;) Αλλά τα ερωτήματα γεννούν άλλα: Από πού προέρχεται το παγκόσμιο σωτήριο δυναμικό; Γιατί ο χρόνος για να σκεφτούμε το σεξ εμφανίζεται πάντα είτε ως καθησυχαστικά παρελθόν – το έχουμε ζήσει, το έχουμε κάνει – είτε ως διαρκώς αναβαλλόμενος σε ένα μέλλον που δεν έρχεται ποτέ; Πώς, εν συντομία, τα queer studies απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το σεξ;
Θα μπορούσα να αναλωθώ στον απολυμασμένο δρόμο που έχει πάρει η κουήρ θεωρία, όμως προτιμώ να συνομιλήσω με έναν «προδότη» ακαδημαϊκό, τον Ντέιβιντ Άλπεριν με σκοπό την ανάπτυξη ενός διαλόγου.
Άλπεριν:
Το πλεονέκτημα του «γκέι», σήμερα, είναι ότι πλέον δεν σημαίνει τίποτα από μόνο του. Σίγουρα δεν υπονοεί ότι οι γκέι άνθρωποι είναι gay με την έννοια του ανεβασμένου ή του χαρούμενου. Η λέξη έχει γίνει ένας συμβολικός – όχι ένας περιγραφικός ή εκφραστικός – προσδιορισμός. Λειτουργεί εξ ολοκλήρου ως ένας συμβατικός όρος αναφοράς. Απλά αναφέρεται σε ανθρώπους που κάνουν μια ομόφυλη σεξουαλική επιλογή αντικειμένου προτείνοντας ίσως, επίσης, ότι δεν ντρέπονται για τη σεξουαλικότητά τους και δεν επιζητούν να την κρύψουν.
Ως τέτοιο, το «γκέι» επιτρέπει στη σεξουαλικότητά μου να δηλωθεί δημόσια κάτω από το κάλυμμα ενός ευγενικού προσδιορισμού, σχεδόν ενός ευφημισμού, και με όρους ταυτότητας αντί ως μια ερωτική υποκειμενικότητα ή μια σεξουαλική συμπεριφορά. Μου επιτρέπει να παρουσιάσω τον εαυτό μου ως μέλος ενός λαού ή έθνους ή φυλής, μιας ανθρώπινης συλλογικότητας, εν πάσει περιπτώσει, αντί ως ένα μεμονωμένο διεστραμμένο άτομο – ένα τέρας, φρικιό, εγκληματία, αμαρτωλό, ή κοινωνικά απόβλητο. (Μπορώ κάλλιστα να επιλέξω να προσαγορεύσω τον εαυτό μου ως διεστραμμένο, ως κοινωνικό ή σεξουαλικό παρία, πράγμα που κάνω όταν δίνω στον εαυτό μου την ετικέτα «κουήρ», αλλά τουλάχιστον αυτό είναι μια επιλογή μου, δεν είναι πλέον ισόβια καταδίκη).
Επομένως ο όρος «γκέι» ταυτοποιεί την σεξουαλικότητά μου χωρίς να επικαλείται την βιωμένη πραγματικότητα της και χωρίς να πραγματεύεται διεξοδικά τα σεξουαλικά αισθήματα, φαντασιώσεις ή πρακτικές μου. Κατ’ αυτή την έννοια, ακούγεται σχετικά αξιοπρεπής και λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί η λέξη «σύζυγος» για τους παντρεμένους, αναφερόμενη σε μια σεξουαλική ταυτότητα χωρίς να φέρνει ρητά στο προσκήνιο ποιο είναι το σεξουαλικό στοιχείο σε αυτή.
Αυτό είναι μεγάλη ευκολία.
Αλλά αυτή η ευκολία έχει κάποιο συγκεκριμένο κόστος. Πρώτα απ’ όλα, η προοπτική της επίτευξης κοινωνικής αποδοχής με την προώθηση της γκέι ταυτότητας εις βάρος της γκέι σεξουαλικότητας καθιστά δελεαστικό να κατασκευαστεί ένα είδος επίσημης, δημόσιας γκέι ταυτότητας ολοκληρωτικά διαχωρισμένη από το σεξ. Αυτός είναι ο πειρασμός για τον οποίο μας προειδοποιεί εύγλωττα ο Μάικλ Ουόρνερ στο The Trouble With Normal, παροτρύνοντάς μας να μη γυρίσουμε την πλάτη μας στη εξεζητημένη και περιπετειώδη κουήρ κουλτούρα που έχουμε δημιουργήσει γύρω από το σεξ, να μην ξεπουλήσουμε εκείνα τα μέλη των κοινοτήτων μας που δεν θάβουν (ή δεν μπορούν να θάψουν) διακριτικά τη σεξουαλικότητά τους στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, και να μην επιλέγουμε την αξιοπρέπεια εις βάρος του σεξ.
Προσπαθήσαμε στον Πόθο, εν μέσω AIDS, να δημιουργήσουμε μια κοινότητα γύρω από το περιοδικό, μια νέα γενιά «γκέι» αγοριών και ανδρών με συνείδηση και περηφάνεια, προειδοποιώντας, με τον τρόπο μας, για το κόστος του παζαρέματος των (αυτονόητων, είναι αλήθεια) δικαιωμάτων. Τελικά το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία: νεαροί γκέι, γκέι άντρες, αλλά και καλλιτέχνες, περίεργοι, επαναστάτες του κώλου, κουλτουριάρηδες, άνθρωποι των πάρκων και της πιάτσας έδειχναν μια εμπιστοσύνη στο περιοδικό – ο μετασχηματισμός της περιφρονημένης πούστρας σε περήφανο, ενήμερο γκέι που απαιτεί αντί να σκιάζεται είχε αρχίσει.
Ας δούμε τι λέει κι ο Άλπεριν για αυτό:
Αντίθετα, έχω τώρα μια διαφορετική, σχεδόν αντίθετη θέση να προτείνω. Θα επιχειρηματολογήσω ότι ο μετασχηματισμός της ομοφυλοφιλίας από μια σεξουαλική διαστροφή σε μια κοινωνική ταυτότητα, και οι πολιτικές απαιτήσεις του πράηντ, έχουν τείνει να αντιστρατεύονται οποιαδήποτε σοβαρή γκέι έρευνα στην εσωτερική ζωή της ομοφυλοφιλίας – ειδικά εκείνων των μη σεξουαλικών διαστάσεών της για τις οποίες οι γκέι άνθρωποι είναι ακόμα αβέβαιοι ή νευρικοί. Η γκέι υποκειμενικότητα, και οι χαρακτηριστικές πολιτισμικές πρακτικές που την φανερώνουν, μπορεί τώρα να έχει καταστεί τόσο ανυπόληπτη, τόσο ταμπού, όσο και το κουήρ σεξ. Ένα όνομα για αυτή τη στρατηγική αποφυγή της γκέι υποκειμενικότητας, για αυτή την άρνηση να την εξερευνήσεις, είναι, πολύ απλά, η «γκέι ταυτότητα». Ή, τουλάχιστον, η γκέι ταυτότητα λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο όταν θεωρείται να είναι ένας στοιχειώδης, πρωτεύων όρος, ένας όρος δίχως συστατικά μέρη και χωρίς υποκειμενικές διαστάσεις, ένας όρος που πρέπει να γίνει δεκτός καθ’ ονομαστική αξία και ο οποίος δεν δέχεται περαιτέρω ανάλυση. Οι γκέι άνθρωποι απλά υπάρχουν. Κάποιοι άνθρωποι είναι γκέι. Έχω μια γκέι ταυτότητα. Και αυτό είναι όλο. (Έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτό;)
Λοιπόν, ναι, στην πραγματικότητα έχω κάποιο πρόβλημα με αυτό. Όχι, φυσικά, με το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γκέι. Και όχι απλά με τον τρόπο που αυτή η γκέι ταυτότητα συχνά καταλήγει να βάζει στην ντουλάπα την σεξουαλικότητα (αν και όντως μοιράζομαι την ανησυχία του Ουόρνερ και επιδοκιμάζω πλήρως την κριτική του). Στο κάτω κάτω, η γκέι ταυτότητα τουλάχιστον αναγνωρίζει την γκέι σεξουαλικότητα στο βαθμό που επιμένει στην ομόφυλη σεξουαλική έλξη ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό της γκέι ταυτότητας, και όντως παρέχει μια κοινωνική βάση στην οποία μπορούμε να διεκδικούμε υπερηφάνεια για τις σεξουαλικές σχέσεις και σεξουαλικές υποκειμενικότητές μας. Το βασικό πρόβλημά μου με την πολιτική λειτουργία της γκέι ταυτότητας σήμερα είναι ότι κατά την πορεία της διεκδίκησης της δημόσιας αναγνώρισης και της αποδοχής του γεγονότος της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας (μερικές φορές εις βάρος του γκέι σεξ, ασφαλώς), το επίσημο γκέι και λεσβιακό κίνημα έχει ουσιαστικά αποκλείσει την έρευνα πάνω στην κουήρ αισθαντικότητα, στιλ, συναίσθημα ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη, μη σεξουαλική μορφή κουήρ υποκειμενικότητας ή συναισθήματος ή ηδονής.
Αυτή η καταστολή κάποτε υπηρετούσε έναν κρίσιμο πολιτικό σκοπό: μόνο αφαιρώντας έμφαση από το πόσο κουήρ νιώθαμε, και αρνούμενοι πόσο πολιτισμικά διαφορετικοί είμαστε από τους στρέιτ ανθρώπους, μπορέσαμε να εξαλείψουμε από την ομοφυλοφιλία το μόλυσμα της ανωμαλίας και να αποτινάξουμε το βαρύ φορτίο της ψυχοπαθολογίας, της αρρώστιας. Τώρα το πρόταγμα να αρνηθούμε τη διαφορά μας είναι λιγότερο επιτακτικό από όσο ήταν κάποτε. Οπότε γιατί είμαστε ακόμα τόσο ευπτόητοι; Η αποφυγή μας είναι ακόμα πιο αινιγματική εφόσον διαιωνίζει μια σοβαρή συκοφαντία εναντίον μας: υπονοεί ότι είμαστε ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι. Και έτσι επισκοτίζει εκείνα ακριβώς τα πράγματα στη γκέι ζωή και την γκέι κουλτούρα που τις κάνουν ενδιαφέρουσες και πολύτιμες. Αρνείται το μοναδικό δαιμόνιο πνεύμα του να είσαι κουήρ.
Με τον τρόπο του ο «Πόθος» ήταν το πρώτο συνειδητά κουήρ έντυπο στην Ελλάδα, στο ίδιο πάνθεον με το Αμφί και το Κράξιμο. Όπως λέει ο Γιαννακόπουλος, γνωρίζουμε μια μερική επιστροφή (ή επιβίωση) της αδερφής, του πούστη, τη διάδοση του κουήρ δηλαδή. Όχι του κουήρ που αναμετράται πήρσιγκ προς πήρσινγκ στα σχετικά κλειστά πάρτι, αλλά του κουήρ που είναι για ακόμα μια φορά συνειδητά εχθρός αυτής της κοινωνίας.
Σε ένα τεύχος του Πόθου το κεντρικό άρθρο έχει τίτλο «Να καταλάβουμε τους δρόμους». Είναι ένας τίτλος εμπνευσμένος από το κίνημα εκείνης της εποχής Reclaiming the Streets και αργότερα Reclaiming the Night. Κατά νου μας είχαμε όχι μια φιέστα, ένα οργανωμένο gay parade ή μια παρέλαση δρόμου σαν αυτή που έκανε η Υφανέτ, αλλά μάλλον μια μοριακή επαναοικειοποίηση της πόλης: σε κάθε φανάρι κι ένας πούστης, σε κάθε διασταύρωση και μια αδερφή. Ζούσαμε σε βαθιά άγνοια, καθώς ένα τέτοιο reclamation ήταν κάποτε μια πραγματικότητα. Στο γκέι φρη πρες Screw ο ιδιοκτήτης του μπαρ «Γρανάζι» στην Αθήνα περιγράφει εποχές όπου κάνοντας συγκεκριμένες διαδρομές στο κέντρο της Αθήνας, η σεξουαλική ένταση και η σύνθεση του πληθυσμού ήταν τέτοια που «ήταν αδύνατον να μην ψωνιστείς».
Θα αναφερθώ και πάλι στο περιοδικό Screw, όχι μόνον γιατί έφερε το pride στη Θεσσαλονίκη, αλλά για τη σύνθεση της ύλης του: Καμένη πουστάρα, Πώς να τον παίρνετε καλύτερα, Σε Πήρα, διαρκής επανάληψη της λέξης «γαμήσια», «fuck», «πούτσα» μαζί με εκλεκτές συνεντεύξεις και ύλη. Αν πιστέψουμε το vibe του περιοδικού η Ελλάδα ζούσε μια εποχή ελευθεριότητας. Αν πιστέψουμε τα μμε και τα μκδ σήμερα τότε το συναρπαστικότερο πράγμα που συμβαίνει είναι ότι έχεις δικαίωμα να παντρευτείς και να παιδοθετήσεις.
Και εδώ είναι το σημείο που αξίζει να σχολιάσουμε τα πράηντ και το περιεχόμενο τους.
Άλπεριν ξανά:
Ακριβώς επειδή ο στόχος των κυρίαρχων γκέι πολιτικών είναι να προωθηθεί μια αγαθή θέση αποδοχής προς τις σεξουαλικές μειονότητες, αναπαριστώμενες όχι ως υποκείμενα με έναν διακριτό τρόπο ύπαρξης και συναίσθησης αλλά ως μέλη μιας γενικής, βασισμένης στην ταυτότητα, ομάδας, οι γκέι άνθρωποι έχουν πιεστεί να καλύψουν την κουήρνες τους, να χαλιναγωγήσουν τις ευαισθησίες τους και να υποβαθμίσουν τις διαφορές τους από τον συνηθισμένο κόσμο. «Η πρόοδος στα γκέι δικαιώματα», υποστηρίζει ο Ντάνιελ Χάρις, «συχνά κερδίζεται σε βάρος των ιθαγενών, μη αλλοτριωμένων πολιτιστικά ιδιοσυγκρασιών μας ως μειονότητα, οι οποίες πρέπει να υποτονιστούν ή να διαγραφούν τελείως ως να πετύχουμε εμείς πλήρη κοινωνική αποδοχή. Η γκέι απελευθέρωση και η γκέι αισθαντικότητα είναι σταθεροί ανταγωνιστές».
Αυτός ο ανταγωνισμός δεν έχει οδηγήσει στον ολική εξαίρεση της γκέι αισθαντικότητας από τη δημόσια σκηνή, φυσικά, ούτε έχουν επιτύχει οι πολιτικές επιταγές να καταπιέσουν κάθε αναξιοπρεπή έκφραση της λεσβιακής και γκέι επιθυμίας, υποκειμενικότητας και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Οι εορτασμοί των πράηντ στα μεγάλα αστικά κέντρα ακόμα έχουν τις μοναδικά κουήρ, υπερβατικές, καρναβαλίστικες αντιπροσωπείες τους – από τις «dykes on bikes» μέχρι τους boy-lovers, από τις drag queens μέχρι τους πορνοστάρ. Αλλά τέτοιες εικόνες αναπαριστούν μια διακεκριμένη ντροπή για την επίσημη, δημόσια εικόνα της αμερικάνικης γκέι ταυτότητας, με τις πολιτικές της της ευηποληψίας, της κοινωνικής υπευθυνότητας και της επιβεβαίωσης. Στην εβδομάδα που ακολουθεί οποιαδήποτε παρέλαση πράηντ, δεκάδες γράμματα εμφανίζονται στις τοπικές εφημερίδες (και mainstream και γκέι) διαμαρτυρόμενα πως το πράηντ έχει γίνει τσίρκο και πως η παρουσία όλων αυτών των φλογερών πλασμάτων στην παρέλαση δίνει στην ομοφυλοφιλία Κακό Όνομα και είναι Κακή Για Τον Σκοπό.
Σε αυτόν τον ανταγωνισμό ευπρέπειας και εξαλλοσύνης είναι χρήσιμο να θυμίσουμε ότι πούστης/κουήρ δεν επιλέγεις να γίνεις εν κενώ. Είναι μια απόφαση που παίρνεις εν μέσω καταπιεστικών συνθηκών που σε διαμορφώνουν, μια βούληση να αντιδράσεις, προκλητικά ενίοτε, στην αμείλικτη μπότα της ετεροκανονικότητας.
Και μιλώντας για κουήρ, θα στραφούμε τώρα στα γραπτά της αναρχομηδενιστικής κουήρ ομάδας Baedan που ξεριζώνει την ουσία από το έργο ενός άλλου ακαδημαϊκού, του Λι Έντελμαν.
Τους ακούμε:
[…] Θέτοντάς το µε διαφορετικό τρόπο, δεν ενδιαφερόµαστε για ένα κοινωνικό πρόγραµµα της κουήρνες, για τις κουήρ συνεισφορές στην κοινωνία, στο να χαράξουμε τα δικά µας γκέτο µέσα στις υλικές και συµβολικές δοµές της καπιταλιστικής ζωής. Αντίθετα, η εµπλοκή µας µε την κουήρ θεωρία πρέπει να είναι εναρµονισµένη µε τον εντοπισµό των στιγµών που αποκαλύπτουν τη δυνητική ανατροπή της κοινωνίας, των δοµών της και των σχέσεών της. Για τον Έντελμαν, µια θεωρία κουήρ αρνητικότητας εκκινεί από µια εξερεύνηση της αλλόκοτης θέσης των κουήρ µέσα στο συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας. Η µεθοδολογία του αποτελεί την πλοήγηση στους λόγους και τους εφιάλτες της δεξιάς ετεροκανονικότητας. Παραθέτοντας τον ένα φονταµενταλιστή ειδικό µετά τον άλλο, χτίζει τον τρόµο µε τον οποίο το αντι-κουήρ κατεστηµένο φαντάζεται την απειλή της κουήρνες. Ένα νήµα υφαίνεται σε όλη την ιστορία µέχρι και σήµερα, το οποίο φαντάζεται τα κουήρ άτομα ως τους καταστροφείς της κοινωνικής συνοχής, ως τους «νεκροθάφτες της κοινωνίας», ως την αποκήρυξη των αξιών της σκληρής δουλειάς και της οικογένειας, ως το επίµονο κύµα που διαβρώνει το υπόβαθρο των νοµισµατικών και λιβιδινικών οικονοµιών, ως κλέφτρες, απατεώνες, εκπορνευόµενους, αµαρτωλά, δολοφόνους, παρεκκλίνουσες και ανώµαλους. Οι κουήρ δεν είναι απλά καταραµένοι, είναι η απόδειξη της θεµελιώδους καταδίκης της κοινωνίας, επίσης. Οι σοδοµίτες, στο κάτω κάτω, ονοµάζονται λόγω της συµβολικής θέσης τους ως το σεξουαλικό σύµβολο της παρακµής του πολιτισµού και της επικείµενης εξολόθρευσης.
Αναλύοντας ένα παράδειγµα αυτής της φαντασίωσης, ο Έντελμαν γράφει:
Θα ήταν καλύτερα να θεωρήσουµε αυτό λιγότερο ως μια περίπτωση υπερβολικής πολεµικής ρητορικής και περισσότερο ως μια υπενθύµιση του αποπροσανατολισµού που θα έπρεπε να συνεπάγονται οι κουήρ σεξουαλικότητες: «αποδοχή ή αδιαφορία που διέπει το οµοφυλοφιλικό κίνηµα θα έχει ως αποτέλεσµα την καταστροφή της κοινωνίας επιτρέποντας την πολιτική τάξη να επαναπροσδιοριστεί και την κατακόρυφη πτώση ηµών, των παιδιών µας και των εγγονιών µας σε µια εποχή δίχως θεό. Πράγματι, διακυβεύονται τα ίδια τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού». Πριν ξεχυθούν από τα χείλη µας οι αυτάρεσκες μπούρδες του φιλελεύθερου πλουραλισµού, πριν προσφέρουμε για µια ακόµα φορά τη διαβεβαίωση ότι η δική µας αγάπη είναι ένα άλλο είδος αγάπης αλλά µιας αγάπης όπως η δική τους παρόλα αυτά, πριν επικαλεστούµε ευσεβώς τη λιτανεία των ένδοξων συνεισφορών µας στους πολιτισµούς τόσο της ανατολής όσο και της δύσης, ας τολμήσουμε να κάνουµε παύση ένα λεπτό για να αναγνωρίσουµε ότι µπορεί και να ’χει δίκιο – ή, πιο σηµαντικό, ότι θα έπρεπε να έχουµε δίκιο: ότι η κουήρνες θα έπρεπε και πρέπει να καταστρέφει τέτοιες αντιλήψεις όπως η «πολιτική τάξη» µέσα από µια ρήξη µε τη θεµελιώδη πίστη µας στην αναπαραγωγή της µελλοντικότητας.
Ίσως τα πάντα να είναι σεξ, αυτή η θηριώδης δύναμη της λίμπιντο που μετασχηματίζεται σαν Λερναία Ύδρα σε δεκάδες αντι-κοινωνικές συμπεριφορές. Ίσως όμως και να σας πρήξαμε με διανοητικούς ακροβατισμούς και να ήρθε η ώρα να σας αποχαιρετίσουμε με τα λόγια της ψυχής του περιοδικού Κράξιμο, την Πάολα:
Ίσως να τα λέω ωραία, αλλά όταν ψήνεις το τεκνό δεν του μιλάς για Καστοριάδη…

