Latest Posts

tumblr_nm73u1TdUs1u8k9cko1_500

Πώς πούστεψα (Μελβούρνη 1973)

O πατέρας μου άρχισε να ρωτάει δεξιά κι αριστερά. Δεν του πήρε και πολύ να μάθει τα κουτσομπολιά. Ένα απόγευμα με πήγε βόλτα με το αμάξι του. Μου έδειξε το εργοστάσιο στο οποίο δούλεψε για πρώτη φορά αφού έφτασε στη Μελβούρνη, με πήγε στην παραλία και, καθισμένοι δίπλα δίπλα στο φαρδύ, ταπετσαρισμένο με βινύλιο, κάθισμα της Πλύμουθ του, παρακολουθούσαμε τα κυματάκια να σκάνε στην απέραντη παραλία της Σαιντ Κίλντα. Θυμάμαι ότι είχε βάλει Σαββόπουλο στο κασετόφωνο κι ότι τα ρούχα του μύριζαν μαριχουάνα.

– Πόσο συχνά βλέπεις τον σινιόρ Μπρούνο Παρλοβέκιο; Θυμάμαι ότι του ζήτησα τσιγάρο.

– Σου αρέσει το σεξ μαζί του ή το κάνεις για λεφτά; Δε θυμάμαι τι του απάντησα.

– Είσαι αδερφή;

– Ναι. Σ’ αυτό απάντησα σίγουρα ναι.

Θυμάμαι ότι τότε άναψε τσιγάρο, αγκάλιασε το τιμόνι και κοίταξε έξω τη θάλασσα.

– Να μην το κάνεις ποτέ για λεφτά, εντάξει; Μου το υπόσχεσαι; Νομίζω πως κατένευσα.

– Άμα σου βγει το όνομα ότι ψωνίζεσαι, χάθηκες. Κατάλαβες; Νομίζω πως κατένευσα ξανά.

– Σε ζηλεύω, Ισαάκ. Μακάρι να μου χάριζε κι εμένα ο Θεός την αγάπη για τον πούτσο αντί να με καταδίκαζε στην επιθυμία για μουνί. Σε ζηλεύω. Ελευθερία να μην έχεις να σκέφτεσαι οικογένεια. Μπορείς να κάνεις τα πάντα να το θυμάσαι αυτό, μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις.

Και μ’ έκανε σκνίπα στο μεθύσι εκείνο το βράδυ.

Ο πατέρας μου ήταν αυτός που με σύστησε στον πρώτο μου έρωτα. Ο Πωλ Ρίκκο ήταν σαράντα ενός, παντρεμένος, με δύο παιδιά, ένα εκ των οποίων ήταν μόνο μερικές τάξεις μικρότερο από μένα στο σχολείο. Σε αντίθεση, όμως, με τον σινιόρ Μπρούνο, ο Πωλ Ρίκκο ήταν όμορφος και δυνατός το σώμα του ήταν τόσο όμορφο, που ήθελα να τυλιχτώ γύρω του και να χαθώ μέσα του. Τον θεωρούσα τον πιο αρρενωπό άντρα που είχα δει ποτέ. Το δέρμα του ήταν σκληρό, το πρόσωπό του μακρόστενο και τα πόδια του γεροδεμένα και τριχωτά. Δεν τον έχω σε καμία φωτογραφία, οπότε βασίζομαι μόνο στη μνήμη μου. Ο χοντρός του πούτσος ήταν σκούρος, και το πετσάκι του μακρύ και ελαστικό. Είχε μια κρεατοελιά στον αριστερό του ώμο, ένα χρυσό μπροστινό δόντι. Κάπνιζε Benson & Hedges κι έπινε μπίρα Melbourne Bitter. Εκείνη την εποχή ήμουν έτοιμος να κάνω τα πάντα για τον Πωλ Ρίκκο. Ήμουν έτοιμος να κόψω και το πουλί μου ακόμα και να γίνω κορίτσι, αν μου το ζητούσε.

Ο πατέρας μου κι ο Πωλ έκαναν παρέα με κάποιον Τάσο και τη γυναίκα του, την Αθηνά, οι οποίοι είχαν ένα κατάστημα στο κέντρο, που πουλούσε χάρτινες διακοσμητικές βάσεις για γλυκά, λευκά είδη και διάφορα μπιχλιμπίδια για γάμους. Τα ράφια ήταν σκονισμένα και το μαγαζί μύριζε πάντοτε τσιγαρίλα. Η αδερφή μου ορκιζόταν ότι είχε δει έναν αρουραίο να τρέχει στο βρόμικο, ξύλινο πάτωμα, κι από τότε εκείνη κι η μαμά μου αρνιούνταν να πατήσουν το πόδι τους στο μαγαζί. Ο Τάσος κι η Αθηνά έμεναν μερικά τετράγωνα νοτιότερα απ’ το δικό μας σπίτι και, τις Κυριακές, ο μπαμπάς μάς πήγαινε, εμένα και τη Σόφι, να παίξουμε μαζί με τα παιδιά τους. Παίζαμε κρίκετ ή ποδόσφαιρο, Μονόπολη ή Τουίστερ, ενώ στο γκαράζ μια ομάδα αντρών καταπιανόταν με κάποια βρομοδουλειά. Μια φορά τούς κατασκόπευσα. Μέσα από ένα κενό στις βρόμικες γρίλιες, παρακολούθησα τους άντρες ν’ αποσυναρμολογούν ρολόγια. Τα ρολόγια είχαν μεγάλες προσόψεις και μπαρόκ, πλαστικές θήκες, οι οποίες ήταν βαμμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζουν φτιαγμένες από κόκκινο ξύλο. Οι άντρες έβγαζαν μικρά πακέτα απ’ το εσωτερικό των ρολογιών, βίδωναν και πάλι τις προσόψεις και τις θήκες, έπιναν κρασί, κάπνιζαν και γελούσαν. Θα πρέπει να ήταν καλοκαίρι. Ο Πωλ φορούσε εφαρμοστή φανέλα και καθόταν σ’ ένα σκαμπό με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. Πρόσεξα την τούφα από μαύρες τρίχες που πετάγονταν κάτω απ’ τις μουσκεμένες μασχάλες του. Ο πατέρας μου, που καθόταν απέναντι απ’ τον Πωλ, σήκωσε το βλέμμα του και κατασκόπευσε το εκστατικό πρόσωπό μου.

–Τι κοιτάς, βρε διάολε;

Ο Πωλ γύρισε. Χαμογελούσε. Ακόμα ονειρεύομαι εκείνο το χαμόγελο.

Του Christos Tsiolkas, “Νεκρή Ευρώπη”

 

Μελαγχολία και ηθική: όταν τελειώνει μια επιδημία

Στην έναρξη της ολομέλειας του 13ου Διεθνούς Συνεδρίου για το AIDS, που οργανώθηκε στο Ντουρμπάν τον Ιούλιο το 2000, ο Edwin Cameron, γκέι, οροθετικός και μέλος του ανώτατου δικαστηρίου της Νότιας Αφρικής, παρουσίασε την πρώτη ομιλία εις μνήμη του Jonathan Mann. Ήταν ίσως η πλέον παθιασμένη και ευφραδής δήλωση αυτού που κατέστη το κεντρικό θέμα του συνεδρίου: η εξόφθαλμη αδικία όπου οι λίγοι τυχεροί έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν την υγεία τους ενώ οι άτυχοι πολλοί πεθαίνουν από AIDS. “Υπάρχω ως ζωντανή ενσάρκωση της αδικίας στη διαθεσιμότητα και πρόσβαση στα φάρμακα”, είπε ο Cameron. “Μέσα στη φτώχεια της Αφρικής, στέκομαι ενώπιόν σας γιατί έχω την δυνατότητα να αγοράζω υγεία και σθένος. Βρίσκομαι εδώ γιατί μπορώ να πληρώσω για την ίδια τη ζωή”. Συνέχισε συγκρίνοντας αυτή την αδικία με τις χειρότερες απάνθρωπες φάσεις της σύγχρονης εποχής:

Είναι συχνά πηγή απορημένου στοχασμού πώς οι συνηθισμένοι γερμανοί μπόρεσαν να ανεχτούν την ηθική αδικία που ήταν ο ναζισμός, ή πως οι λευκοί νοτιοαφρικανοί μπόρεσαν να επιτρέψουν τα δεινά που επέβαλε το απαρτχάιντ, προς όφελός τους, στην πλειοψηφία των συμπολιτών τους […] [Αλλά] εκείνοι από εμάς που διάγουμε πλούσιο βίο, που δεχόμαστε καλή ιατρική φροντίδα και θεραπεία, δεν θα έπρεπε να ρωτήσουμε πώς οι γερμανοί ή οι λευκοί νοτιοαφρικανοί μπορούσαν να ανέχονται να ζουν σε γειτνίαση με τα ηθικά δεινά. Αυτό το κάνουμε οι ίδιοι σήμερα, στην εγγύτητα της επικείμενης ασθένειας και θανάτου πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων με AIDS. Αυτό πρόκειται να συμβεί, εκτός αν αλλάξουμε το παρόν. Πρόκειται να συμβεί γιατί αυτοί που έχουν ανάγκη τις διαθέσιμες θεραπείες δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές εις στο όνομα της συσσώρευσης εταιρικού πλούτου για τους μετόχους οι οποίοι για τα αφρικανικά επίπεδα είναι ήδη αδιανόητα ευκατάστατοι.

Τρεις μήνες μόνο αφού η ομιλία του Cameron αντήχησε σε όλον τον κόσμο, ο Andrew Sullivan, γκέι, οροθετικός και εξωτερικός συνεργάτης του New York Times Magazine συνέγραψε μια μικρή στήλη γνώμης για το περιοδικό με τίτλο “Υπέρ των φαρμακευτικών”. “Επειδή έχω HIV”, έγραψε, “καταπίνω περίπου 800 χάπια συνταγογραφούμενων φαρμάκων κάθε μήνα […] Ζήτησα από τη φαρμακοποιό μου μια μέρα να υπολογίσει το ετήσιο άθροισμα σε κόστος (το οποίο η ασφαλιστική μου εταιρία ευτυχώς πληρώνει): $15.600, άνετα πιο πολλά από όσα πληρώνω χωριστά για στέγαση, τρόφιμα, ταξίδια ή ρούχα. Έπειτα από αρκετές παραγράφους όπου μπαίνει σε λεπτομέρειες για την αυξανόμενη χρήση των φαρμακευτικών προϊόντων από τους αμερικάνους και τα αυξανόμενα παράπονά τους για την τιμή την οποία πρέπει να πληρώσουν, ακολουθούμενες από μια υπεράσπιση της οδηγούμενης από τα κέρδη ανάπτυξης φαρμάκων, ο Sullivan τελειώνει με αυτές τις αράδες: “Ο ιδιωτικός τομέας είναι τώρα υπεύθυνος για περισσότερο από το 70% του συνόλου της φαρμακευτικής έρευνας σε αυτή τη χώρα – και το μερίδιο μεγαλώνει. Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτοί οι ιδιωτικοί οργανισμοί έχουν τις ζωές μας στα χέρια τους. Και μπορούμε είτε να είμαστε ενήλικες και να το αναγνωρίσουμε αυτό είτε να είμαστε παιδιάστικοι και να τις κάνουμε τον αποδιοπομπαίο τράγο […] Είναι επιχειρηματίες που προσπαθούν να βγάλουν χρήματα σώζοντας ζωές. Γενικά έχουν πετύχει και στα δύο. Κάθε πρωί ξυπνώ και νιώθω καλά, είμαι ευγνώμων για αυτή την επιτυχία τους”.

Ο Edwin Cameron είχε παρουσιάσει ένα σκληρό ηθικό δίλημμα. Πώς μπορούμε να ανεχόμαστε μια κατάσταση στην οποία οι ζωές και η ευημερία μας αγοράζονται στην τιμή του θανάτου πολλών εκατομμυρίων άλλων στον κόσμο; Ο Andrew Sullivan επιλύει αυτό το δίλημμα πολύ απλά: Αυτή είναι η πραγματικότητα, και μπορούμε είτε να είμαστε ενήλικες και να την αποδεχτούμε είτε να είμαστε παιδαριώδεις να εναντιωθούμε σε αυτήν. Δεν χρειάζεται μάλλον να πω ότι η άποψη του Sullivan κόβει την ανάσα στην επιπολαιότητά της, τόσο στην περιφρόνηση της ζωής των άλλων όσο και στο ότι θεωρεί δεδομένο το δικό του προνόμιο να “νιώθει καλά”. Αλλά έχω επίσης συναίσθηση ότι έχω παράγει μια απλή εντύπωση θέτοντας σε αντιπαράθεση αυτές τις δύο δηλώσεις: απόλυτη βεβαιότητα για την ηθική ανωτερότητα της ταπεινής, ανθρωπιστικής στάσης του Cameron ενάντια στην ανηλεή εκλογίκευση από τον Sullivan του δικού του δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό, ανησυχώ μήπως αναπαράγω την ίδια την ηθική βεβαιότητα του Sullivan και επομένως μήπως εμπλέκομαι ακριβώς στην ηθικολογία που θεωρώ τον μεγαλύτερο κίνδυνο στην άποψη του Sullivan. Η αυτοπεποίθηση του Sullivan για την ωριμότητα και την αρετή των απόψεών του είναι δίχως αμφιβολία αυτό που του επιτρέπει να υιοθετεί ένα τέτοιο επιπόλαιο τόνο κατ’ αρχάς, και είναι αυτός ο τόνος που καθορίζει κατά το μεγαλύτερο μέρος ότι το επιχείρημά του είναι προσβλητικό. Αλλά η προσβολή θα μπορούσε να φαίνεται ότι ήταν ακριβώς αυτό στο οποίο στόχευε ο Sullivan. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμφιβολία ότι γνώριζε όταν συνέγραφε το “Υπέρ των φαρμακευτικών” την πολιτική αναστάτωση που είχε προκαλέσει η ομιλία του Cameron. Επομένως θεωρώ ότι η πρόθεση του Sullivan όταν έγραφε το άρθρο γνώμης του ήταν να το παίξει ο κακός, να προκαλέσει οργή μεταξύ όλων εκείνων των “πολιτικά ορθών” ακτιβιστών που τόσο πολύ αγαπά να στηλιτεύει για ανωριμότητα. “Ενηλικιωθείτε”, ωρύεται ο Sullivan, ξανά και ξανά.

Η εξίσωση από μεριάς του Sullivan της ωριμότητας με τη δική του συντηρητική σεξουαλική πολιτική και παιδαριότητα παράγεται με συνέπεια μέσα από μια αφήγηση σχετικά με το AIDS και τους γκέι άνδρες. Αυτή η αφήγηση έχει περίπου ως εξής: Πριν από το AIDS, οι γκέι άνδρες ήταν επιπόλαιοι αναζητητές της ευχαρίστησης, οι οποίοι απέφευγαν τις ευθύνες που έρχονται μαζί με τη φυσιολογική ενηλικίωση – να τακτοποιηθείς με έναν σύντροφο, να μεγαλώσεις παιδιά, να είσαι ένα ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας. Οι γκέι άνδρες ήθελαν μόνο να γαμιούνται (και να παίρνουν ναρκωτικά και να μένουν έξω όλη τη νύχτα και να χορεύουν) και επιπλέον να γαμιούνται με τον τρόπο που θέλουν να γαμιούνται τα άτακτα έφηβα αγόρια – με οποιονδήποτε τους ελκύει, οποτεδήποτε, οπουδήποτε, δίχως δεσμεύσεις. Μετά ήρθε το AIDS. Το AIDS έκανε τους γκέι άνδρες να μεγαλώσουν. Έπρεπε να βρουν νόημα στη ζωή πέρα από την απόλαυση της στιγμής. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι τα γαμήσια είχαν συνέπειες. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πραγματική ζωή, που σημαίνει να μεγαλώνεις και να πεθαίνεις. Έτσι έγιναν υπεύθυνοι. Και τότε όλοι αποδέχτηκαν τους γκέι άνδρες. Φαίνεται ότι ο μόνος λόγος που η κοινωνία απέφευγε τους γκέι άνδρες ήταν γιατί επρόκειτο για επιπόλαιους αναζητητές της ευχαρίστησης που απέφευγαν την ευθύνη. Δόξα τω θεώ για το AIDS. Το AIDS έσωσε τους γκέι άντρες.

Για το επιχείρημά μου σε αυτό το βιβλίο, υπάρχει μια ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι αυτή η αφήγηση δομεί το διαβόητο άρθρο πρώτης σελίδα του Sullivan στο New York Times Magazine Όταν τελειώνουν οι επιδημίες: Σημειώσεις στο λυκόφως μιας επιδημίας”, που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1996. Στη αρχή του άρθρου ο Sullivan ισχυρίζεται ότι ακόμα και η αναγνώριση του τέλους του AIDS είναι κάτι που πολλοί γκέι άνδρες δεν μπορούν κάνουν, τόσο προσδεμένοι είμαστε με την παιδαριώδη εξεγερτικότητά μας, πρόσφατα ενσαρκωμένη στον ακτιβισμό του AIDS. Δίνει αποδείξεις απλά του πόσο ακραίες είναι αυτές οι προσκολλήσεις γράφοντας για έναν “μακροχρόνιο ακτιβιστή του AIDS” που αντιδρά στη πολλά υποσχόμενη προοπτική που φέρνει μια νέα γενιά αντί-ρετροϊκών φαρμάκων για άτομα με HIV: “‘Πρέπει να είναι σκληρό να διαπιστώνεις ότι είσαι οροθετικός τώρα’, είχε πει σκοτεινά. ‘Είναι σαν να έχασες στ’ αλήθεια το πάρτι.’” Αυτό το “σκοτεινά” υπονοεί την απόλαυση του Sullivan αυτού που θεωρεί ότι οι αναγνώστες του θα κατανοήσουν ως τη διαστροφή που παραβρίσκεται σε τέτοιες παιδιάστικες απελευθερωτικές πολιτικές όπως ο ακτιβισμός του AIDS. Εδώ είναι το τμήμα της ιστορίας “AIDS=ωριμότητα” που μας λέει ο Sullivan στο “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες”:

Πριν από το AIDS, η γκέι ζωή – σωστά ή λανθασμένα – ταυτιζόταν με την ελευθερία από την ευθύνη, παρά με το αντίθετό της. Η γκέι απελευθέρωση γινόταν συνήθως αντιληπτή ως μια απελευθέρωση από τους περιορισμούς των παραδοσιακών νορμών, σχεδόν μια απαλλαγή που επέτρεπε στους ομοφυλόφιλους την απουσία της υπευθυνότητας με αντάλλαγμα μια συγκατάθεση για καθεστώς πολίτη β΄ κατηγορίας. Αυτή ήταν η φαουστική συμφωνία της ντουλάπας πριν το AIDS: Οι στρέιτ έδιναν στους ομοφυλόφιλους ένα συγκεκριμένο ποσό ελευθερίας. Σε αντάλλαγμα, οι ομοφυλόφιλοι πρόδωσαν την αξιοπρέπειά τους. Αλλά με το AIDS η ευθύνη κατέστη ένα κεντρικό, επιβλητικό χαρακτηριστικό της γκέι ζωής […] Άτομα που πίστευαν ότι δεν νοιάζονται για κανέναν άλλον βρέθηκαν ικανά να το κάνουν. Σχέσεις που δεν είχαν κοινωνική υποστήριξη βρέθηκαν να είναι το ίδιο ισχυρές με οποιοδήποτε ετεροφυλόφιλο γάμα. Άνδρες που εδώ και καιρό ήταν μαθημένοι να αναλώνουν τις ζωές τους ήρθαν αντιμέτωποι με τη πιθανότητα ότι στην πραγματικότητα όντως νοιάζονταν για τους εαυτούς τους […]”

Παρόλο που ο Sullivan μπορεί να πίστευε ότι αφηγείται μια αισιόδοξη ιστορία για την αξιοσημείωτη πρόοδο των γκέι ανδρών, με τον τρόπο αυτό, αναπαριστά τους γκέι πριν το AIDS ως το πλέον απεχθές είδος πλασμάτων – άνδρες που ήταν τόσο υπερβολικά πρόθυμοι να παζαρέψουν την αυτοεκτίμηση τους και την εκτίμηση για τους άλλους ώστε να κερδίσουν μια μορφή ελευθερίας που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ελευθερία από τις υποχρεώσεις. Για εκείνους από εμάς που τα καλύτερά μας χρόνια εκτείνονταν χονδρικά ανάμεσα στο Στόνγουολ και την έλευση της επιδημίας (αυτά ήταν τα χρόνια των είκοσι-κάτι και των τριάντα-κάτι μου – ήταν επίσης, φυσικά, τα χρόνια με τη μεγαλύτερη αύξηση του λεσβιακού και γκέι κινήματος και της γκέι κουλτούρας στις ΗΠΑ), είναι βαθιά προσβλητικό να διαβάζει για εμάς ότι ήμασταν εντός της ντουλάπας, ότι αποδεχόμασταν θέση πολίτη β΄ κατηγορίας, ότι ενδιαφερόμασταν λίγο ο ένας για τον άλλον, ότι δεν είχαμε ιδέα ότι μπορούσαμε να σχηματίσουμε ισχυρές σχέσεις, ότι χαραμίζαμε τις ζωές μας. Αλλά αυτό συμβαίνει όταν στρατολογείσαι ως το περιτύλιγμα της ηθικολογικής αφήγησης κάποιου.

Θα επιστρέψω στην αντίληψη του Sullivan περί αυτής της “Φαουστικής συμφωνίας”, γιατί με ενδιαφέρει η επανεμφάνισή της ως εξήγηση για το πώς αυτός μολύνθηκε με τον HIV. Προς το παρόν, όμως, θέλω να κοιτάξω στο δεύτερο μέρος αυτής της αφήγησης του AIDS=ωριμότητα, το μέρος σχετικά με την καινοφανή αποδοχή των γκέι ανδρών από την κοινωνία. “Το AIDS έχει δραματικά μεταβάλλει την ψυχολογική κατασκευή της ομοφοβίας”, γράφει ο Sullivan. “Αυτό που κάποτε ήταν ένας ισχυρός φόβος της ομοφυλοφιλικής διαφοράς, αποκρύπτοντας μια κυρίως σιωπηρή επίγνωση της ομοφυλοφιλικής ανθρωπιάς, έγινε το αντίθετο. Η ανθρωπιά σιγά σιγά επισκίασε τη διαφορά. Ο θάνατος, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν μια ισχυρή εμπειρία για όλη την οικουμένη”. Είναι αξιοθαύμαστο που, στην άποψη του Sullivan, χρειάζεται μόνο η αναγνώριση ότι ομοφυλόφιλοι πεθαίνουν ώστε ο ομοφοβικός να έρθει σε επαφή με τα καταπιεσμένα αισθήματά του για την ανθρωπινότητά μας. Ακόμα πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι η ομοφοβία δεν ήταν τελικά καθόλου μίσος, απλά μια προσποίηση μίσους. Ο φόβος της διαφοράς, στο τέλος, δεν έχει ψυχική πραγματικότητα. Μπορεί έτσι εύκολα να “επισκιαστεί” από αυτόν τον μαγικό εξισορροπιστή στον οποίον ο φιλελευθερισμός στοιχηματίζει τα πάντα: το οικουμενικό.

Η εξάρτηση του Sullivan από τη μαγική σκέψη για να κατατροπώσει τόσο την ομοφοβία όσο και το AIDS δεν είναι, όμως, κάποιο είδος οπτιμισμού. Αντίθετα, είναι απλά ευχή καταξίωσης. Η συνεχιζόμενη παρουσία της ασθένειας και ο θάνατος από AIDS σε όλον τον κόσμο και στις δικές μας ζωές είναι, για τον Sullivan, όπως και για μεγάλο μέρος της αμερικάνικης κοινωνίας, τόσο καταπιεσμένη ώστε για κάθε στοιχείο που επιβεβαιώνει αυτή τη συνεχόμενη παρουσία υπάρχει μια άρνηση είτε της πραγματικότητας είτε της σημασίας. Επιπλέον, οποιοσδήποτε διαμαρτύρεται ότι η κρίση του AIDS απέχει πολύ από το να τελειώσει προκαλεί την επίπληξη του Sullivan. Προσκολλόμαστε στο AIDS σαν μελαγχολικοί που αδυνατούμε να θρηνήσουμε τις απώλειές μας και να συνεχίσουμε με την υπόθεση της ζωής, και ζούμε τώρα στον κόσμο των κανονικών ενηλίκων ευθυνών και γνήσιας ελευθερίας – ελευθερίας από την ομοφοβική αποδοκιμασία. Αλλά το επιχείρημα μου θα αντέστρεφε την κατηγορία. Είναι η αντίληψη του Sullivan που είναι μελαγχολική, και η ηθικολογία του είναι το καθαρότερο σύμπτωμα. Ο Sullivan αδυνατεί να αναγνωρίσει το πόσο ανένδοτη είναι η ομοφοβία γιατί η μελαγχολία του συνίσταται ακριβώς στην ταύτισή του με την απόρριψή του ιδίου από τον ομοφοβικό. Και η ηθικολογία του αναπαράγει αυτή την απόρριψη προβάλλοντάς την πάνω σε άλλους γκέι άντρες ανάμεσα στους οποίους απαρνείται ότι βλέπει τον εαυτό του. Αλλά αυτό που λέω εδώ δεν έχει σκοπό να διαγνώσει τον Sullivan. Αντιθέτως αποπειρώμαι να εξηγήσω μια διαδεδομένη ψυχοκοινωνική αντίδραση στη συνεχιζόμενη κρίση του AIDS.

Δεν θα κατέπληττα κανέναν αν ισχυριζόμουν ότι το AIDS έδωσε μια επικίνδυνη νέα ζωή στην ηθικολογία της αμερικάνικης κουλτούρας. Αλλά αυτός δεν είναι ακριβώς ο ισχυρισμός μου. Παρόλο που πολλά από τα γραπτά μου σχετικά με το AIDS προσπαθούν να αντιταχθούν στις ηθικοπλαστικές αντιδράσεις στην επιδημία, ιδιαίτερα επειδή αυτές οι αντιδράσεις έχουν δολοφονικές συνέπειες, τα γραπτά μου επιζητούν επίσης να καταλάβουν την ηθικολογία που υιοθετήθηκε από τους ίδιους τους ανθρώπους που αρχικά χτύπησε πιο βαριά το AIDS στις Ηνωμένες Πολιτείες: τους γκέι άνδρες. Με απασχολεί, με άλλα λόγια, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ολέθρου και αυτο-υποβίβασης, μεταξύ μελαγχολίας και ηθικολογίας, μεταξύ της στροφής μακριά από το AIDS και της στροφής προς συντηρητικές γκέι πολιτικές.

Η στροφή μακρυά από το AIDS δεν είναι απλό ζήτημα. Κανείς δεν αποφάσισε μια μέρα, ότι αρκετά με το AIDS – και μετά έγραψε ένα άρθρο “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες”. Ούτε η στροφή μακρυά από το AIDS ήρθε τόσο αργά όσο το 1996, όταν ο Sullivan έγραψε το άρθρο του στο New York Times αντιδρώντας στην υπόσχεση των αναστολέων πρωτεάσης. Από τη μια μεριά, τη στροφή μακρυά από το AIDS μπορεί κανείς να τη δει ως μια αντίδραση στην επιδημία από τη στιγμή που αναγνωρίστηκε το 1981. Είτε ως άρνηση ότι όντως συνέβαινε, ότι συνέβαινε εδώ, ότι συνέβαινε σε ανθρώπους σαν κι εμάς, είτε ως άρνηση του μεγέθους και της κλίμακάς του, ο φόβος απέναντι στο AIDS πάντοτε επέφερε αυτή την τάση στην αποκήρυξη. Από την άλλη πλευρά, εκείνους που όντως αναμετρήθηκαν με το AIDS ως κρίση, συχνά γιατί είχαν λίγες ή καμία επιλογή να πράξουν διαφορετικά, συχνά τους κατέπινε το τεράστιο μέγεθος και η επιμονή της τραγωδίας, και αναζητούσαν κι αυτοί την προσχηματική ανακούφιση του να το βάλουν στα πόδια. Αλλά αυτή η δεύτερη στροφή είναι πιο περίπλοκη από την πρώτη. Η πρώτη εμπεριέχει φοβική άρνηση – “αυτό δεν συμβαίνει”, “αυτό δεν μπορεί να με επηρεάζει”, “δεν έχω τίποτα κοινό με εκείνους τους ανθρώπους”. Η δεύτερη περιλαμβάνει υπερβολικά μεγάλες απώλειες – “δεν μπορώ πλέον να το αντέξω”. Εάν, σε αυτή την τελευταία περίπτωση, η ανακούφιση έδειχνε πιθανή, ποιος δεν θα την άρπαζε; Η άρνηση στην περίπτωση αυτή προέρχεται λιγότερο από την πραγματικότητα του ίδιου του AIDS παρά από τις κατακλυσμιαίες επιδράσεις των συσσωρευτικών απωλειών. Αυτό, επίσης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μελαγχολία.

Έχω ισχυριστεί ότι η ηθικολογική αποκήρυξη από τον Andrew Sullivan των γκέι ανδρών στα χρόνια πριν το AIDS είναι ένα σύμπτωμα της μελαγχολίας, αλλά τώρα έχω παραδεχτεί ότι η άρνηση της απώλειας μπορεί να παραγάγει μελαγχολία επίσης. Ποια είναι τα συμπτώματά της, αν όχι η ηθικολογία; Πώς διαφέρουν αυτές οι μορφές μελαγχολίας μεταξύ τους;

Η διακήρυξη του τέλους του AIDS από τον Andrew Sullivan διαγνώστηκε ως φετιχιστική από τον Phillip Brian Harper σε μια δηκτική κριτική που άσκησε στο “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες”. Χρησιμοποιώντας την κλασική ψυχαναλυτική φόρμουλα για τον φετιχισμό – “Ξέρω πολύ καλά, αλλά από την άλλη…” (επομένως, μια ομολογία που είναι συνάμα μια αποποίηση) – ο Harper μεταφράζει την κατάσταση άγνοιας του Sullivan εμπρός στα εκατομμύρια ανθρώπων για τους οποίους η ανάπτυξη των αναστολέων πρωτεάσης ξεκάθαρα δεν μπορεί να σημαίνει “το τέλος της επιδημίας” ως “Ξέρω ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που έχουν AIDS είναι αμερικάνοι λευκοί, αλλά στη δική μου αφήγηση είναι”. Ο Harper εξηγεί:

Εάν ο Sullivan μπορεί να προτείνει ότι “οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτή την επιδημία” βιώνουν την ανάπτυξη των αναστολέων πρωτεάσης ως ένα σημαντικό συμβάν (ειλικρινά ως το “τέλος” του AIDS) ενώ παράλληλα παραδέχεται ότι “η τεράστια πλειοψηφία οροθετικών ατόμων στον κόσμο” έκδηλα στις Ηνωμένες Πολιτείες οι μαύροι και οι latinos – δεν θα έχει πρόσβαση στα νέα φάρμακα και, πράγματι, πιθανά θα πεθάνει, τι μπορεί να σημαίνει αυτό παρά ότι, κατά τη αντίληψη του Sullivan, “οι περισσότεροι άνθρωποι στη μέση αυτής της επιδημίας” δεν είναι μη-λευκοί ή μη-κάτοικοι των ΗΠΑ; Επομένως, ενώ μπορεί να είναι αυστηρά αληθές ότι, όπως το θέτει ο Sullivan, οι λέξεις του δεν “έχουν σκοπό την άρνηση” του γεγονότος των συνεχιζόμενων σχετιζόμενων με το AIDS θανάτων, η μορφή που αναλαμβάνει η διακήρυξή του όντως συνιστά μια αποποίηση – όχι του θανάτου per se αλλά της σπουδαιότητας των θανάτων εκείνων που δεν συμπεριλαμβάνονται στην αντίληψη του της φυλετικής και εθνικής κανονικότητας. Εκείνοι οι θάνατοι συνεχίζουν να υφίστανται στο σενάριο που σκιαγραφεί ο Sullivan στο άρθρο του, αλλά δεν είναι αφομοιώσιμοι στην αφήγηση περί του “τέλους του AIDS” που επιθυμεί να γνωστοποιήσει, σημαίνοντας, για τον Sullivan, ότι ουσιαστικά δεν συνιστούν καν θανάτους από AIDS.

Ο φετιχισμός του Sullivan τον δεσμεύει επίσης στο γεγονός ότι παίρνει τη δική του εμπειρία της ανάπτυξης των αναστολέων πρωτεάσης όχι ως την εμπειρία ενός προνομιούχου υποκειμένου – λευκού, ανδρικού, που κατοικεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, που έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας – αλλά ως ενός οικουμενικού υποκειμένου. Με τον τρόπο αυτό ο φιλελεύθερος οικουμενισμός του Sullivan δεν είναι η διαφωτισμένη πολιτική θέση που νομίζει ότι είναι. Είναι μάλλον ένα κοινωνικοπολιτικό φετίχ, που δομείται μέσα από τον ψυχικό μηχανισμό της αποποίησης.

Αναγνωρίζοντας τη λανθασμένη αναγνώριση από τον Sullivan της δικής του υποκειμενικότητας, ο Harper ξεκινά το άρθρο του απομακρυνόμενος από τον Sullivan: “Για κάμποσο καιρό τώρα, υποψιάζομαι έντονα ότι ο Andrew Sullivan κι εγώ κατοικούμε σε τελείως διαφορετικούς κόσμους”. Παρόλο που γνωρίζω ότι η διατύπωση των διαφορών του Harper από τον Sullivan με αυτόν τον τρόπο είναι εσκεμμένα θανάσιμες, συνεχίζω να ελκύομαι από αυτές. Όσο σύμφωνος κι αν είμαι με την κριτική του Harper, δεν μπορώ να νιώσω ότι η διαφωνία μου με τον Sullivan είναι το αποτέλεσμα του ότι κατοικούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Πράγματι, μερικές φορές έχω το κλειστοφοβικό αίσθημα ότι ο Andrew Sullivan κι εγώ κατοικούμε ακριβώς στον ίδιο κόσμο.

Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος των καλά πληροφορημένων αλλά παρόλα αυτά πρόσφατα μολυσμένων γκέι ανδρών που δυσκολεύονται να το εξηγήσουν, ακόμα και στους εαυτούς τους, πώς επιτρέψαμε να συμβεί το χειρότερο σε αυτούς. Ας το αναπτύξω περισσότερο. Αυτό που μοιράζομαι με τον Sullivan είναι ότι η μόλυνση μου από HIV συνέβη αφού ο HIV και το AIDS μού ήταν γνωστά, χωρίς άγνοια των βαθμών επικινδυνότητας σε σχέση με διάφορες σεξουαλικές πρακτικές, ούτε επειδή αποτύγχανα να υιοθετήσω το ασφαλές σεξ ως συνήθη πρακτική. Όπως κι ο Sullivan, κατοικώ σε έναν γκέι κόσμο που είναι ιδιαίτερα ενημερωμένος για κάθε άποψη του HIV, από τρόπους μετάδοσης μέχρι αγωγές θεραπείας. Επίσης όπως ο Sullivan, το ότι είμαι γκέι είναι μέρος της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής μου ταυτότητας, και οι δοσοληψίες με το AIDS έχουν σχηματίσει ένα μεγάλο κομμάτι της πρόσφατης επαγγελματικής μου ζωής. Έχω αφιερώσει αμέτρητες ώρες στη σκέψη, στη συγγραφή και στη δημόσια ομιλία σχετικά με το AIDS, ένα προνόμιο που, φερ’ ειπείν, ένας νεαρός αφροαμερικάνος ή latino γκέι άνδρας είναι απίθανο να μοιράζεται. Αυτό το προνόμιο μονάχα αυξάνει την ντροπή που διακινδύνευσα τη μόλυνση.

Αυτό που δεν μοιράζομαι με τον Andrew Sullivan είναι η εξήγηση γιατί ανέλαβα αυτό το ρίσκο. Ο Sullivan αποδίδει την μόλυνσή του από HIV στην αποτυχία του να ζήσει στο ύψος του ηθικού ιδανικού του μιας δεσμευμένης μονογαμικής σχέσης. Εδώ είναι ένα κομμάτι απ’ όσα λέει για την επικίνδυνη συμπεριφορά του στην έκδοση του “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες” έτσι όπως έχει αναπτυχθεί για το βιβλίο του Love Undetectable.

Θυμάμαι συγκεκριμένα τον συναισθηματικό σπασμό που ένοιωσα στο χαλαρό σχόλιο ενός παλιού και καλού φίλου μου από το Λύκειο, όταν του είπα ότι είχα μολυνθεί. Με ρώτησε ποιός με μόλυνε. Και του είπα, χωρίς να θυμάμαι κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό μη ασφαλούς σεξ, ότι πραγματικά δεν ήξερα. Ο χρόνος μεταξύ του αρνητικού και του θετικού τεστ μου ήταν πάνω από ένα έτος, εξήγησα. Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. “Οποιοσδήποτε;” με ρώτησε, δύσπιστα. “Με πόσους ανθρώπους έχεις πλαγιάσει, για τ’ όνομα του Θεού;” Ο Θεός ξέρει ότι ήταν υπερβολικά πολλοί. Υπερβολικά πολλοί για να δοθεί νόημα και αξιοπρέπεια στον καθένα τους, υπερβολικά πολλοί για να είναι παρών ο έρωτας στον καθένα τους…

Βρίσκω αυτό το απόσπασμα βαθειά αποκρουστικό. Πρώτα, θέλω να αντιδράσω, ποιού είδους φίλος, όταν μαθαίνει ότι έχεις γίνει οροθετικός, ρωτάει “Ποιός σε μόλυνε;” και μετά σε επιπλήττει που είχες υπερβολικά πολύ σεξ; Αλλά το πιο σημαντικό, θέλω να ρωτήσω πόσοι σεξουαλικοί παρτενέρ είναι υπερβολικά πολλοί; Πως ποσοτικοποιείς το νόημα; την αξιοπρέπεια; τον έρωτα; Μπορεί κανείς μόνο να θεωρήσει ότι ο Sullivan γράφει ότι αυτές οι ποιότητες επαναφέρουν στο σωστό δρόμο το σεξ, αλλά το κάνουν μόνο σε αντίστροφη αναλογία με τον αριθμό των σεξουαλικών παρτενέρ. Αυτό είναι ηθική;

Λοιπόν, φυσικά, αυτό είναι που περνά για ηθική στη θρησκεία του Sullivan, η οποία απαιτεί όντως το σεξ να λυτρώνεται – μέσω της τεκνοποίησης – και ότι οφείλει να λαμβάνει χώρα εντός του ιερού μυστηρίου του γάμου. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτό που είναι καινούργιο είναι ότι παρέχει επίσης στον Sullivan μια έτοιμη δικαιολογία για το δικό του “σφάλμα”: “Όσον αφορά την ομοφυλοφιλία, δεν κληρονόμησα καμία ηθική ή θρησκευτική διδαχή η οποία θα μπορούσε να με οδηγήσει στην επιτυχία ή την αποτυχία […] Μέσα σε πάνω από τριάντα χρόνια εβδομαδιαίου εκκλησιασμού ποτέ δεν άκουσα ένα κήρυγμα που θα αποπειρώταν να εξηγήσει πώς ένας γκέι άνδρας θα έπρεπε να ζει ή πώς θα έπρεπε να εκφράζεται η σεξουαλικότητά του”. Κι όμως ο Sullivan όντως κληρονόμησε μια σεξουαλική ηθική, διότι είναι ικανός για τις πιο τετριμμένες ηθικοπλαστικές δηλώσεις για τη σεξουαλική ελευθεριότητα, οι οποίες είναι την ίδια στιγμή, φυσικά, τυπικές εκδοχές της ομοφοβίας. Οι ακόλουθες φράσεις και προτάσεις εμφανίζονται εντός λίγων σελίδων στο Love Undetectable:

[…] οι σεξουαλικές παθολογίες που μαστίζουν τους ομοφυλόφιλους […]

[…] δεν προκαλεί ίσως έκπληξη ότι η ηθική και σεξουαλική συμπεριφορά (των ομοφυλόφιλων) καθίσταται αγρίως αλλοπρόσαλλη. Εκτρέπεται από καταναγκαστική δραστηριότητα στη ντροπή και την απόσυρση. Αναισθητοποιείται από ναρκωτικά και αλκοόλ ή παραμορφώνεται θανάσιμα από την πλαστή, χονδροειδή ιδεολογία εύκολων προφητών. [… οι υπέρ της γκέι απελευθέρωσης] δόμησαν και υπερασπίστηκαν και έπλεξαν το εγκώμιο των σφαγείων της επιδημίας, ακόμα κι όταν γνώριζαν ακριβώς τι συμβαίνει. Ναι, φυσικά, επειδή η έσχατη εμπάθεια τους κείτεται σε εκείνους που έχουν παγιδευτεί σε αυτόν τον κύκλο, ήταν πιο ηθικά δικαιολογίσιμοι παρά καταδικασμένοι ή σε άγνοια παρίες. Αλλά δεν βοήθησαν την κατάσταση, με μια αντανακλαστική υπεράσπιση της ολέθριας αυτο-καταστροφής, ενδεδυμένης ως προχωρημένης θεωρίας.

Δεν υπάρχει μεγάλη αμφιβολία ότι η ιδεολογία πως τα ανθρώπινα όντα είναι απλές κοινωνικές κατασκευές κι ότι το σεξ βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό διευκόλυναν έναν κόσμο στο οποίο οι γκέι άνδρες κυριολεκτικά σκότωναν ο ένας τον άλλον ανά χιλιάδες.

Η διατριβή του Sullivan ενάντια στη σεξουαλική κουλτούρα των γκέι άνδρών – της οποίας τα “σφαγεία” μ’ όλα ταύτα βρίσκει αρκετά θελκτικά ώστε να τα επισκέπτεται τακτικά – ενώνεται σε αυτά τα τελευταία αποσπάσματα με επιθέσεις στις πολιτικές της απελευθέρωσης και την κουήρ θεωρία. Ως κάποιος που δημοσίευσε “προχωρημένη” θεωρητική υπεράσπιση της συνεχιζόμενης ελευθεριότητας εν όψει του AIDS, μπορώ μόνο να υποθέσω ότι αυτό το δηλητήριο προορίζεται για μένα. Επομένως όσο κι αν μοιράζομαι τον κόσμο του Sullivan, ξεκάθαρα δεν μοιράζομαι τίποτα από την άποψή του για τον κόσμο.

Αλλά επιστρέφω σε αυτό που όντως μοιραζόμαστε: τις πρόσφατες μολύνσεις μας από τον HIV. Χαρακτηρίζω την εξήγηση του Sullivan για την μόλυνσή του ως ενδεικτική μιας μελαγχολίας επειδή εμπεριέχει αυτο-υποβιβασμό, έναν αυτο-υποβιβασμό που στην περίπτωση του Sullivan είναι επίσης μια εκλογίκευση. Ο Sullivan τοποθετεί τον εαυτό του εντός της ηθικοπλαστικής αφήγησης σχετικά με τους γκέι άντρες και το AIDS που σκιαγράφησα πιο πάνω. Ως κάποιος που μεγάλωσε πριν το AIDS, θεωρεί τον εαυτό του μια αμετάκλητα κατεστραμμένη ψυχή, καταδικασμένος από την ομοφοβία της εκκλησίας του να βιώσει τη σεξουαλική ζωή του στο ηθικό κενό που ήταν η γκέι ζωή πριν την επιδημία. Δεν μπορεί ποτέ να φθάσει την υπεύθυνη ενηλικίωση που βλέπει ως το μεγάλο δώρο του AIDS στους γκέι άνδρες γιατί είναι υπερβολικά θεμελιωδώς παραμορφωμένος από την Καθολική ομοφοβία ώστε να επιτύχει ποτέ τα ιδανικά του. Μπορεί μονάχα να στηρίζει τα ιδανικά του για την επόμενη γενιά. “Ναι”, γράφει ο Sullivan, “επιθυμούσα μια σχέση που θα μπορούσε να επιλύσει αυτές τις αντιφάσεις, που θα διοχέτευε το σεξ στον έρωτα και τη δέσμευση και την υπευθυνότητα, αλλά, για τους όποιους λόγους, δεν τη βρήκα. Αντίθετα εόρτασα και τόνισα την πιθανότητα της και έκανα ό,τι μπορούσα για προωθήσω τη μέρα που τέτοιες σχέσεις θα ήταν το κανονικό”. Παρουσίασε την περίπτωσή του ακόμα πιο αξιολύπητα στον Charlie Rose του τοκ σόου του PBS το 1997: “Κάπως νιώθω ότι είναι πολύ αργά για μένα. Είναι πολύ αργά για τη γενιά μου. Η ζημία έχει ήδη γίνει. Αγωνιστήκαμε ήδη για χρόνια για να υπερνικήσουμε τα κατώτερα πρότυπα που θέταμε για τους εαυτού μας όταν ήμασταν επτά και οκτώ και εννιά”. Νιώθω την υποχρέωση να τραβήξω την προσοχή στην πονηρή μετατόπιση του Sullivan σε αυτή τη δήλωση από το να κατηγορεί την ομοφοβία για τη ζημιά που έγινε στη γενιά του των γκέι ανδρών στο να κατηγορεί απλά την γενιά του από γκέι άνδρες. Αλλά το θέμα μου είναι ακριβώς το αντίθετο: ο Sullivan καταφεύγει σε αυτή την αντίληψη ότι είναι πολύ αργά γι’ αυτόν ώστε να απαλλάξει τον εαυτό του από τις ευθύνες ακριβώς που απαιτεί από τους άλλους. “Μεγαλώστε”, επιμένει, “ακόμα κι αν εγώ δεν χρειάζεται, γιατί, ξέρετε, είμαι για πάντα κατεστραμμένος”. Ο Sullivan έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.

Να μεγαλώσεις; Στ’ αλήθεια δεν είναι τόσο εύκολο, τουλάχιστον όχι όταν σημαίνει να γίνεσαι γηραιότερος. Η Bette Davis είχε δίκιο: “Η μεγάλη ηλικία δεν είναι για τις αδερφές”. Δεν ξέρω αν εννοούσε το είδος των αδερφών που λατρεύουν τη Bette Davis, αλλά για αυτή την αδερφή η αύξηση της ηλικίας ήταν καταραμένα σκληρή. Έτσι η ηθικοπλαστική επίπληξη του Sullivan στους γκέι άνδρες να μεγαλώσουν έχει μια προσωπική διάσταση για μένα. Όπως είπα παραπάνω, είμαι μία γενιά μεγαλύτερος από τον Sullivan, είμαι στη γενιά της γκέι απελευθέρωσης που τόσο αγαπά να δυσφημεί. Έτσι ήταν μόλις όταν κατέφθανα στη μέση ηλικία που η επιδημία του AIDS έγινε ο πιο καθοριστικός παράγοντας στην γκέι ζωή στις ΗΠΑ. Αυτό σήμαινε ότι πολλά από τα οποία ήταν ζωτικά για τη ζωή μου – τα πιο περιπετειώδη, πειραματικά και αναζωογονητικά, τα πιο αυτό-καθοριστικά και το πιο αυτό-εκτεινόμενα – άρχισαν βαθμιαία, αλλά στα σίγουρα, να εξαφανίζονται. Ένας κόσμος, ένας τρόπος ζωής, έσβησε, και μετά εξαφανίστηκε. Φίλοι και εραστές πέθαναν, το ίδιο έκαναν οι γνωστοί, οι δημόσιες προσωπικότητες και τα πρόσωπα στο πλήθος τα οποία είχα συνηθίσει. Άνθρωποι των οποίων η ενέργεια και οι πόροι είχαν καταναλωθεί για την εφεύρεση της γκέι ζωής είτε υπέκυπταν είτε έστρεφαν την προσοχή τους στη διαπραγμάτευση με τον θάνατο. Γκέι πολιτιστικά και σεξουαλικά ιδρύματα που επεκτείνονταν εδώ και είκοσι χρόνια, άρχισαν να συρρικνώνονται καθώς βρέθηκαν υπό επίθεση ή προέκυψε ότι συσχετίζονταν υπερβολικά πολύ με την ασθένεια και τον θάνατο. Και καθώς όλα αυτά συνέβαιναν – αυτό μπορεί να ακούγεται τετριμμένο, αλλά για μένα δεν ήταν – η νεανική μου σεξουαλική εμπιστοσύνη και η αίσθηση του να είσαι επιθυμητός έφθιναν. Η κρίση μέσης ηλικίας που είναι ένα τετριμμένο γεγονός στη ζωή του κάθε προνομιούχου ατόμου, ήταν υπέρ του δέοντος καθοριστική για εμένα διότι συνέβη στη μέση μιας επιδημίας που κατέστρεφε τον κόσμο μου. Η αντιμετώπιση της θνητότητάς μου – το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της κρίσης – ήταν βαθιά περίπλοκο γιατί αναλωνόμουν από αυτό σε μια στιγμή που η πραγματικότητα της κατάστασης ήταν ότι ήμουν υγιής και ζωντανός ενώ δεκάδες χιλιάδες σαν κι εμένα πέθαιναν.

Δεν μπορώ να πω ακριβώς ποια η σημασία αυτής σύγχυσης για τη διακινδύνευση εκ μέρους μου μιας μόλυνσης από HIV. Επιζητούσα υποσυνείδητα να επιλύσω το παράδοξο της καλής μου υγείας ενώ “έπρεπε” να είμαι άρρωστος; Επιζητούσα να ανακτήσω την περιπέτεια και την χαρά του νεότερου εαυτού μου; Το μόνο που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι αυτά τα αισθήματα απώλειας διαπότιζαν τη ζωή μου. Ένιωθα μια πλημμύρα απώλειας απλά περπατώντας τους δρόμους της Νέας Υόρκης, της πόλης που από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μού είχε δώσει την αίσθηση να είμαι πραγματικά ζωντανός. Αυτό ήταν σίγουρα μελαγχολία επίσης, αλλά διαφορετική από τη μελαγχολία που παράγει ηθικοπλαστική αθλιότητα, αυτή ήταν το αντίθετο. Η δική μου εκδοχή της μελαγχολίας με απέτρεψε από το να ενδώσω στη συγκαταβατικότητα και επομένως να θρηνήσω το χαμό μιας κουλτούρας που μου είχε δείξει μια ηθική εναλλακτική σε σχέση με τη συμβατική ηθική, μια κουλτούρα που μου έμαθε αυτό που ο Thomas Keenan υποδεικνύει στο Fables of Responsibility η μόνη υπευθυνότητα που αξίζει να λέγεται έτσι”, υπευθυνότητα που “έρχεται με την άρση των λόγων, την απόσυρση των κανόνων ή της γνώσης στην οποία θα μπορούσαμε να βασιστούμε για να πάρουμε αποφάσεις για λογαριασμό μας. Έλλειψη λόγων σημαίνει έλλειψη άλλοθι, κανέναν άλλον τόπο όπου θα μπορούσαμε να συστήσουμε την περίπτωση της απόφασής μας,…Είναι όταν δεν ξέρουμε ακριβώς τι θα έπρεπε να κάνουμε, όταν τα αποτελέσματα και οι συνθήκες των πράξεών μας δεν μπορούν πλέον να υπολογιστούν, και όταν δεν έχουμε πού αλλού να στραφούμε, ούτε καν πίσω στον ‘εαυτό’ μας, τότε συναντάμε κάτι σαν υπευθυνότητα”.

Ενώ ο Andrew Sullivan βλέπει τους γκέι άνδρες ως ανεύθυνους γιατί η ομοφοβία απέτρεψε τους κριτές της ηθικής να μας παρέχουν κανόνες με τους οποίους να ζούμε, δημιουργώντας έτσι ένα ηθικό κενό, εγώ βλέπω αυτό το κενό ως την προϋπόθεση για την πραγματικά ηθική ζωή που οι γκέι άνδρες αγωνίστηκαν να δημιουργήσουν. Το AIDS δεν έκανε τους γκέι άνδρες να μεγαλώσουν και να γίνουν υπεύθυνοι. Το AIDS έδειξε σε οποιονδήποτε ήθελε να προσέξει πόσο αυθεντικά ηθική ήταν η εφεύρεση της γκέι ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η γκέι ζωή δεν είναι σχισμένη από συγκρούσεις ή ότι το να είσαι γκέι σου απονέμει αυτόματα ηθικές αξιώσεις. Αλλά η άρση των λόγων που ο Keenan βλέπει ως την αρχή μιας αυθεντικής υπευθυνότητας είναι όρος για να είσαι γκέι στην Αμερική – απλά γιατί οι λόγοι που μας δίνονται είναι αυτοί που μας αποκλείουν από την αρχή. Καλώ επομένως αυτή τη αυθεντική υπευθυνότητα κουήρ. Και θα προτείνω ότι είναι πανομοιότυπη ή συστατική της ζωτικότητας που ένιωθα από τη συμμετοχή μου στην κουήρ ζωή πριν την επιδημία. Προφανώς αυτό δεν είναι το μόνο μέρος που μπορεί κανείς να βιώσει την ιλιγγιώδη έλξη της, αλλά είναι εκεί που τη βίωσα εγώ. Με άλλα λόγια η αυθεντική υπευθυνότητα μπορεί να βιωθεί στον συναρπαστικό αποπροσανατολισμό του ίδιου του σεξ. Έτσι υπευθυνότητα δεν είναι κάτι που θα μας ανάγκαζε να τροποποιήσουμε ή να περιορίσουμε το σεξ, ή να το δικαιώνει ή να το επαναφέρει στο σωστό δρόμο. Τουναντίον, η υπευθυνότητα μπορεί κάλλιστα να πηγάζει από το σεξ. Αυτό έχει κάνει το σεξ τρομαχτικά παράδοξο για τους γκέι άνδρες κατή τη διάρκεια μιας επιδημίας ενός σεξουαλικά μεταδιδόμενου θανάσιμου συνδρόμου. Το παράδοξο σημαίνει ότι είχαμε να ζήσουμε με ένα ιδιαίτερα βαρύ φορτίο σύγκρουσης, με βαθιά και ανθεκτική αμφιθυμία. Και έπρεπε να διακρίνουμε και αντισταθούμε στις εύκολες απαντήσεις που οι ηθικοπλαστικές στάσεις απέναντι στο σεξ θα παρείχαν ώστε να επιλύσουν λανθασμένα τη σύγκρουση και την αμφιθυμία μας. Και, για να γίνει η κατάσταση ακόμα χειρότερη, είχαμε να παρακολουθήσουμε καθώς τα media των ΗΠΑ έδιναν όλο και πιο διακεκριμένο βήμα σε γκέι ομιλητές οι οποίοι δίχως δισταγμό ήταν η φωνή της ηθικοπλασίας, γκέι άντρες που βγαίνουν στο Nightline και στον Charlie Rose και, με άμετρη πεποίθηση για τον εαυτό τους, να αναλάβουν την υπευθυνότητα που τους αρμόζει.

Του Douglas Crimp, από το Melancholia and Moralism: Essays on AIDS and Queer Politics (2002)

001

Ο άνθρωπος πίσω από το “How to Survive a Plague” μας δίδαξε πώς να είμαστε ακτιβιστές

Του Steven Petrow, The Washington Post

Ο Dave France κατάφερε ταυτόχρονα να ραγίσει την καρδιά μου και να αναζωπυρώσει την οργή μου μόλις στις πρώτες σελίδες του συναρπαστικά σημαντικού νέου βιβλίου του “Πώς να επιβιώσετε από μια επιδημία: Η κρυφή ιστορία πώς πολίτες και επιστήμονες τιθάσευσαν το AIDS” (Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε την τελευταία εβδομάδα του Νοέμβρη του 2016, βασίζεται στον ντοκιμαντέρ με το ίδιο όνομα, το οποίο ήταν υποψήφιο για Όσκαρ το 2012). Στον πρόλογο, που ονομάζεται “Η Τελετή του Μνημόσυνου”, ο Frances μάς συστήνει τον Spencer Cox, έναν από τους πιο διακεκριμένους ακτιβιστές AIDS της γενιάς του και αστέρα του βιβλίου αυτού. “Λίγοι άνθρωποι προσωποποιούσαν την μακρά ιστορία της επιδημίας στην Αμερική όπως ο Cox”, γράφει ο France.

Ο Cox είχε διαγνωστεί με AIDS στην ηλικία των 20 το 1989 και – όπως σε όλους εκείνη την εποχή – του δόθηκαν μόνο λίγοι μήνες για να ζήσει. Αλλά δεν πέθανε. Αντίθετα αντιπολέμησε και έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της ACT UP, της ομάδας συνηγορίας για το AIDS που ιδρύθηκε από τον θεατρικό συγγραφέα Larry Kramer. Ο Cox ήταν βασικός παίκτης στην εύρεση των φαρμακευτικών θεραπειών που σταματούν τον HIV από το να είναι μια σχεδόν βέβαιη θανατική καταδίκη. Και τότε, περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά, κατά τρόπο ανεξήγητο σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακα. Ο Cox πέθανε το 2012, και εκείνη την εποχή ο ακτιβιστής Mark Harrington έγραφε στους New York Times, “Έσωσε τις ζωές εκατομμυρίων, αλλά δεν μπόρεσε να σώσει τη δική του”.

Ο Cox ήταν ένας φίλος που συνεισέφερε τη σοφία του και την ιδιαίτερη εκδοχή του γκέι camp σε αυτή τη στήλη στις αρχικές μέρες της ως μέλος του ερασιτεχνικού υπουργικού συμβουλίου μου από έμπιστους. Του άρεσε να επιχειρηματολογεί μαζί μου για το ποιά ήταν η “κατάλληλη” συμπεριφορά. Όπως πολλοί άλλοι, έπαθα σοκ από τον θάνατό του. Μου υπενθυμίστηκε επίσης η γενιά των ακτιβιστών που πάλεψαν με επιμονή ενάντια σε μια αδιάφορη κυβέρνηση, φαρμακευτικές εταιρίες που βρήκαν την ευκαιρία να θησαυρίσουν και ανεξέλεγκτη ομοφοβία. Αυτή ήταν, στο κάτω κάτω, η περίοδος που ο τότε γερουσιαστής Jesse Helms (Ρεπουμπλικάνος, Νότια Καρολίνα) είχε κάνει έκκληση για λιγότερα έξοδα για το AIDS γιατί “πρέπει να έχουμε κοινή λογική όσον αφορά μια ασθένεια που μεταδίδεται από άτομα που εμπλέκονται ηθελημένα σε αφύσικες πράξεις”.

Η καθηλωτική ιστορία του France μού μίλησε με βαθιά προσωπικούς τρόπους, και έκλαιγα καθώς θυμόμουν ξανά υπερβολικά πολλούς φίλους και συναδέλφους που πέθαναν αναίτια από αυτή την επιδημία. Σκανδάλισε τη μνήμη του δικού μου τρόμου όταν διαγνώστηκα με AIDS το 1986. Ευτυχώς, αποδείχτηκε αργότερα ότι είχε γίνει λανθασμένη διάγνωση, παραδινόμενος με φούρια στην κρίση διότι ήμουν ένας νέος, σεξουαλικά ενεργός γκέι άντρας.

Το βιβλίο είναι επίσης ένας πρακτικός οδηγός για τον ακτιβισμό. Οι ακτιβιστές της ACT UP απέκλεισαν τον αμερικανικό ΕΟΦ, παρεμπόδισαν την πρόσβαση στα κτίρια των φαρμακευτικών και τοποθέτησαν, μάλιστα, ένα τεράστιο προφυλακτικό στο σπίτι του Helms. Οι προσπάθειές τους έκτισαν νέες και ανθεκτικές γέφυρες μεταξύ ακτιβιστών, επιστημόνων και αυτών που που ασχολούταν με την πολιτική καθώς εγκαθίδρυαν ένα πλάνο για κοινωνική αλλαγή. Ο France ήταν εμφατικός όταν μου είπε ότι το μάθημα από την εποχή του AIDS είναι σαρωτικό: Ενάντια σε κάθε πιθανότητα, δήλωσε, “η εμψύχωση και η νίκη είναι δυνατές”. Αυτή είναι μια σημαντική διαπίστωση για να θυμάται κανείς κατά την την ανατολή της διοίκησης από τον Trump.

Αλλά το νήμα της αφήγησης που με συνεπήρε πιο πολύ ήταν η ηθικοδιδακτική ιστορία που πλέκεται κατά την εξέλιξη του βιβλίου. Μαθήματα για τους καλούς τρόπους – ή η απουσία τους – στην εποχή του Ρίγκαν είναι πολισχιδή. Η πρώτη οικογένεια σίγουρα είχε μια φήμη για λεπτούς τρόπους (ενσαρκωμένους στα πολλά κρατικά δείπνα της διοίκησης Ρίγκαν, από τις επώνυμες τουαλέτες της Νάνσι Ρίγκαν και τη συλλογή της από 4.370 τεμάχια πορσελάνης) αλλά ο 40ος μας πρόεδρος ήταν πάρα πολύ λίγος όσον αφορά τους καλούς τρόπους. Όπως έγραψε η Emily Post, “Οι καλοί τρόποι αντανακλούν κάτι από τα εσώτερα – μια εγγενή αίσθηση περίσκεψης για τους άλλους”. Σήμερα, αυτό το ονομάζουμε απλά ενσυναίσθηση.

Ο Ρίγκαν, λέει ο Frances, είναι ο πρόεδρος με την παγωμένη καρδιά που θα μπορούσε να είχε θέσει σε έλεγχο την επιδημία. Αλλά ήταν επίσης ο πρόεδρος που είχε αρνηθεί ακόμα και να αναφέρει τις λέξεις HIV/AIDS μέχρι το 1986 και ο οποίος μείωσε τον προϋπολογισμό για την έρευνα στον HIV σε μια στιγμή που οι διαγνώσεις και οι θάνατοι αυξανόταν εκρηκτικά. “Πολλοί – ίσως οι περισσότεροι – τέτοιοι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί”, μου είπε ο Frances. “Ο Ρίγκαν ήταν τυφλός απέναντι στα βάσανα της γκέι κοινότητας”. Ο Frances υπογραμμίζει ότι “δυστυχώς το μέλλον μπορεί να επιφυλάσσει την ίδια τυφλότητα για τους ΛΟΑΤ αμερικάνους, τους αφροαμερικάνους, τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους”.

Πράγμα που με επιστρέφει στον Cox, έτσι όπως τον περιγράφει ο φίλος τους και σύντροφος στην ACT UP, ο John Voelcker, ως “εντυπωσιακό και ελκυστικό” για να μην αναφέρουμε “έξυπνο και αστείο”. Αλλά ο Cox είχε ενσυναίσθηση. Όχι πολύ πριν τον θάνατό του, ο France είχε πάρει συνέντευξη από τον Cox για το ντοκιμαντέρ και ρώτησε, “Τι έμαθες;”

“Συνεχίζεις να ελπίζεις μέχρι να πεθάνεις. Πράγμα που θα γίνει κάποια μέρα. Κάνεις τη ζωή σου να έχει όσο περισσότερο νόημα γίνεται. Να μην φοβάσαι σε ποιον δεν θα αρέσεις ή ‘αν είσαι αρμόζων’. Ανησυχείς για πράγματα όπως το να είσαι ευγενικός: ανησυχείς για πράγματα όπως το να είσαι γενναιόδωρος. Αν δεν πρόκειται για αυτό, τότε για τι στο διάολο πρόκειται; Αυτά είναι όσα έμαθα”.

Νομίζω ότι ο Cox είναι πολύ μετριόφρων. Ο Cox και η ομάδα τους προσηλωμένων πολιτών δεν έκανε τίποτα λιγότερο από το να αλλάξει τον κόσμο. Τώρα εναπόκειται σε εμάς να προστατέψουμε αυτόν και σε εμάς να μη γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Όπως μας έμαθαν αυτοί οι ακτιβιστές, όταν παίζεις το μεγάλο παιχνίδι, η ενσυναίσθηση και η καλοσύνη θα θριαμβεύσουν επί των τυμπανοκρουσιών και της μεγαλοπρέπειας κάθε φορά.

sk

4.48 Ψύχωση

verse

απόσυρση σε βαθμό να είναι

δυσάρεστο
απαράδεκτο
ανέμπνευστο
αδιαπέραστο

άσχετο
ανίερο
ανόσιο
αμετανόητο

αντιπαθώ
αποδιαρθρώνω
αποσωματώνω
αποδομώ

δε φαντάζομαι
(καθαρά)
ότι μια ψυχή
μπορούσε
θα ήθελε
θα έπρεπε
ή θα

και αν αυτοί ναι
εγώ δεν νομίζω
(καθαρά)
ότι μια άλλη ψυχή
μια ψυχή σαν τη δική μου
μπορούσε
θα ήθελε
θα έπρεπε
ή θα

ασχέτως

Ξέρω τι κάνω τώρα
και πολύ καλά μάλιστα

Δε ορίζω γλώσσα

παράλογη
ασυμμάζευτη
αλύτρωτη
αγνώριστη

εκτροχιασμένη
ξέφρενη
παραμορφώνω
μορφή ελεύθερη-ρώνω

σκοτεινό σε βαθμό να είμαι

 

 

Αληθές    Ορθό     Σωστό
Κάποιος     ή     όποιος
Ένας     καθένας     όλοι

 

να πνίγομαι σε μια θάλασσα λογικής
αυτή η τερατώδης κατάσταση τρομώδους παράλυσης

 

 

 

 

μονίμως άρρωστη

 

– – – – –

 

Συμπεράσματα: Δεν τρώει, δεν κοιμάται, δε μιλάει, καμία διάθεση για σεξ, σε απόγνωση, θέλει να πεθάνει.

Διάγνωση: Πένθος παθολογικό.

Σερτραλίνη (Sertraline), 50 mg. Επιδεινούμενη αϋπνία, έντονο άγχος, ανορεξία (απώλεια βάρους 17 κιλά) αύξηση των αυτοκτονικών σκέψεων, σχεδίων και προθέσεων. Διεκόπη μετά την εισαγωγή στο νοσοκομείο.

Ζοπικλόνη (Zopiclone), 7,5 mg. Κοιμήθηκε. Διεκόπη κατόπιν εμφάνισης εξανθήματος. Η ασθενής επεχείρησε να εγκαταλείψει το νοσοκομείο παρά τις ιατρικές συστάσεις. Αναχαιτίστηκε από τρεις άρρενες νοσηλευτές δύο φορές το ανάστημά της. Ασθενής απειλητική και μη συνεργάσιμη. Παρανοϊκές σκέψεις – πιστεύει ότι το προσωπικό του νοσοκομείου επιχειρεί τώρα να τη δηλητηριάσει.

Μελερίλ (Melleril), 50 mg. Συνεργάσιμη.

Λοφεπραμίνη (Lofepramine), 70 mg, αυξήθηκε στα 140 mg, μετέπειτα στα 210 mg. Αύξηση βάρους 12 κιλά. Απώλεια πρόσφατης μνήμης. Καμία άλλη αντιδραση.

Λογομαχία με ειδικευόμενη ιατρό την οποία την κατηγόρησε για προδοσία. Κατόπιν ξύρισε το κεφάλι της και έκοψε με ξυράφι τα χέρια της.

Η ασθενής εξήχθη και παρεδόθη στη φροντίδα της έξω κοινότητας εξαιτίας της αφίξεως οξέος ψυχωτικού περιστατικού στα επείγοντα το οποίο έχρηζε μεγαλυτέρας ανάγκης νοσοκομειακής κλίνης.

Σιταλοπράμη (Citalopram), 20 mg. Πρωινά ρίγη. Καμία άλλη αντίδραση

Οι Λοφεπραμίνες και οι Σιταλοπράμες διεκόπησαν γιατί η ασθενής τα ’παιξε από τις παρενέργειες και την έλλειψη εμφανούς βελτιώσεως. Συμπτώματα διακοπής: Σκοτοδίνη και σύγχυση. Η ασθενής συνεχώς κατέρρεε, λιποθυμούσε και πεταγόταν στο δρόμο μπροστά στα αυτοκίνητα. Παραληρητικές ιδέες – πιστεύει ότι ο επιμελητής είναι ο αντίχριστος.

Υδροχλωρική Φλουοξετίνη (Fluoxetine hydrochloride), στον αγορά Prozac, 20 mg, αυξήθηκε στα 40 mg. Αϋπνία, ασταθής όρεξη, (απώλεια βάρους 14 κιλά), ισχυρό άγχος, ανίκανη να φτάσει σε οργασμό, δολοφονικές σκέψεις εναντίον ορισμένων ιατρών και φαρμακοβιομηχανιών.
Διεκόπη.

Διάθεση: Έξω φρενών.
Συναίσθημα: Έξαλλη.

Θοραζίνη (Thorazine), 100 mg. Κοιμήθηκε. Πιο ήρεμη.

Βενλαφαξίνη (Venlafaxine), 75 mg, αυξήθηκε στα 150 mg, μετέπειτα στα 225 mg. Σκοτοδίνες, υπόταση, πονοκέφαλοι.
Καμία άλλη αντίδραση.
Διεκόπη.

Η ασθενής αρνήθηκε να της χορηγηθεί το Σεροξάτ (Seroxat). Υποχονδρία – προφασίζεται σπαστικό τικ των βλεφάρων και σοβαρή απώλεια μνήμης ως ενδείξεις όψιμης δυσκινησίας και όψιμης άνοιας.

Αρνήθηκε κάθε περαιτέρω αγωγή.

100 ασπιρίνες και ένα μπουκάλι βουλγάρικο Cabernet Sauvignon, 1986. Η ασθενής ξύπνησε μέσα σε μια λίμνη εμετού και είπε “Κοιμήσου με τους σκύλους και ξύπνα μες στους ψύλλους”. Οξύς στομαχικός πόνος.
Καμία άλλη αντίδραση.

 

– – – – –

 

Μπουκαπόρτα ανοίγει
Ξερό φως

 

η τηλεόραση μιλάει
όλο μάτια
τα πνεύματα της όρασης
και τώρα φοβάμαι τόσο

Τώρα βλέπω πράγματα
Τώρα ακούω πράγματα
Δεν ξέρω ποια είμαι

 

 

γλώσσα άουτ
σκέψη στοπ

 

η βαθμιαία κατάρρευση του μυαλού μου

 

Πού αρχίζω;
Πού σταματάω;
Πώς αρχίζω;
(Αφού εννοώ να συνεχίζω;)

 

Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;               Μια ταμπλέτα πόνου
Πώς σταματάω;               Σφάζει τα πνευμόνια μου
Πώς σταματάω;               Μια ταμπλέτα θανάτου
Πώς σταματάω;               Στραγγίζει την καρδιά μου
Θα πεθάνω
όχι ακόμα
αλλά είναι εκεί

 

Παρακαλώ…
Λεφτά…
Ερωμένη…

Κάθε πράξη είναι ένα σύμβολο
που το βάρος του με τσακίζει

Μια διακεκομμένη γραμμή γύρω από το λαιμό
ΚΟΨΕ ΕΔΩ

ΜΗΝ ΤΟ ΑΦΗΣΕΤΕ ΑΥΤΟ ΝΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ
ΑΥΤΟ ΘΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΤΣΑΚΙΣΕΙ ΚΑΙ
ΘΑ ΜΕ ΣΤΕΙΛΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Σας παρακαλώ σώστε με από αυτή την τρέλα που με τρώει
ένας υποβολιμιαίος θάνατος

Πίστευα δε θα ’πρεπε να ξαναμιλήσω πια
αλλά τώρα ξέρω ότι υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό και απ’ την
επιθυμία

ίσως με σώσει
ίσως με σκοτώσει

Ένα θλιβερό σφύριγμα, δηλαδή η κραυγή του μαύρου
σπαραγμού, γύρω γύρω στην κολασμένη γούβα στο ταβάνι
του μυαλού μου

 

μιλιούνια οι κατσαρίδες

σταμάτα αυτόν τον πόλεμο

Με κομμένα πόδια μου
Χωρίς λέξεις στόμα μου
Να έτσι χορεύει η τρέλα

tumblr_mtbxsjc3ZX1r8xoupo1_1280

Dead inside

“Μήπως είσαι πολύ καλά;” με ρώτησε ευθύς αμέσως όταν της είπα χαμογελώντας ότι “είμαι καλά”. Φοβόμουν πολύ το “δεν είμαι καλά”, το υγρό δράξιμο της κατάθλιψης, τη νεκρική όψη στο πρόσωπο. Τώρα έμαθα ότι πρέπει να φοβάμαι κι αν είμαι “πολύ καλά”. Το χέρι της όρισε με μια κίνηση στον αέρα μια νοητή, ισχνή γραμμούλα. Να! Εκεί πάνω πρέπει να στέκομαι, να προσέχω να μην πέσω, να έχω το νου μου να μην απογειωθώ. Μια λεπτή, κάτισχνη γραμμούλα όπως αυτή στο βιβλίο του Σαμαράκη: “Περπατάτε πάνω στη γραμμή που χάραξε για εσάς το κράτος. Μόνο τότε βρίσκεστε εν ασφαλεία”. Ντουζίνες από κλωστές με κρατάνε καρφωμένο πάνω στη λεπτή γραμμή. Τα ονόματά τους τα ξέρει μόνο αυτή, εγώ ξέρω ότι σέρνομαι σαν σκουλήκι πάνω στη γραμμή, καμπουριάζω, μαζεύομαι, τεντώνομαι, πάω παραπάνω, πάω παρακάτω. Που και παρακάτω που πάω το ίδιο είναι σε αυτόν τον μονοδιάστατο κόσμο – αλλά τουλάχιστον δείχνω ότι κινούμαι, ότι είμαι ζωντανός. Πίνω, τρώω, κατουράω, χέζω, αναπνέω, μετακινούμαι – Ω! Σίγουρα είμαι ζωντανός.

Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα νιώθω να γλιστρούν μέσα μου σαν χέλια, να με ηλεκτρίζουν και να μου προκαλούν τινάγματα σαν στον βάτραχο του Γκαλβάνι. “I want to take it easy” τους τραγουδώ πονεμένα Sex Gang Children, “ήρεμα θα ’ναι όλα” μου ανταπαντούν αυτά. Τυλίγομαι σε γάζες, ούτε πόνος, ούτε χαρά, “είσθε ευσυγκίνητος πολύ” μου είχε πει τότε αυτή, μα έλα που το ταχτοποιήσαμε κι αυτό. Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα πίνω με τη δέουσα ευλάβεια. Και τώρα έμαθα ότι μου το ανταποδίδουν: είμαι σωματικά εξαρτημένος στα Tavor 2,5 mg. Κοιτάζω το χλωμό φως που βγάζει η οθόνη του PC, εδώ πάνω, στον 6ο όροφο, εδώ ψηλά, εδώ που κάποιες φορές αρνείται να ανέβη το ασανσέρ, εδώ-τώρα σε μια λίμνη από ηλεκτρονικό φως και γύρω μου απέραντο σκοτάδι πληκτρολογώ: θα μπορούσα να είμαι και νεκρός. Θυμάμαι ακόμα να συσπάω τους μύες του προσώπου για να δείχνω ότι υπάρχει ένα ίχνος χαμόγελου, ένα πτώμα molto bello, ένα πτώμα tres jollie, ένα πτώμα magnifique, ένα πτώμα που καπνίζει. Και περιμένει. Να δει τι θα γίνει παρακάτω. Δεν έχει τέλος ο Γολγοθάς μου.

SILENCE=DEATH

Ήταν χειμώνας. Έπειτα από ένα χρόνο που έλειπα, έμεινα εμβρόντητος βλέποντας τη σκληρή οπτική παρουσία της επιδημίας στους παράδρομους κάτω από την Δέκατη τέταρτη Οδό. Έχοντας την ίδια θλιβερή, εύθραυστη εμφάνιση, ήμουν τέλεια ταιριαστός. Η Δρ. Waitkevicz με στρίμωξε στο υπερφορτωμένο πρόγραμμά της. Στεκόμουν ενώπιον της γυμνός καθώς έσερνε τα ζεστά της χέρια κατά μήκος του κορμιού μου ψάχνοντας για όγκους στους λεμφαδένες μου. Δεν βρήκε τίποτα. Μελέτησε την πληγή στο ισχίο μου με ένα βιαστικό χαμόγελο: ήταν ένας τύπος κρεατοελιάς, τίποτα για να ανησυχώ.

Αλλά η οστεώδης εμφάνισή μου και η κοιλιακή δυσφορία μου της προκάλεσαν αστάθεια. Με έστειλε σε μια κλινική που ειδικευόταν στις τροπικές ασθένειες, όπου διέγνωσαν ένα φάσμα μολύνσεων από βακτήρια και πρωτόζωα. Συνταγογράφησαν Flagyl, ένα ισχυρό αντιβιωτικό τόσο ανηλεές που έβγαζα αίμα στα κόπρανά μου, μούδιαζαν τα δάχτυλά μου και νόμιζα ότι συμπιέζεται ο εγκέφαλός μου. Επισήμως, το Εθνικό Τοξικολογικό Πρόγραμμα “ανέμενε δεόντως” ότι το Flagyl ήταν καρκινογόνο, αλλά εξυπηρετούσε το σκοπό του και με οδήγησε στην ανάρρωση.

Παρά το γεγονός ότι είχα αρχίσει να βάζω βάρος, η Waitkevicz ήθελε να με δει σε ένα δεύτερο ραντεβού. Μου έκανε ένα σωρό ερωτήσεις για πιθανές εκθέσεις και δείκτες μόλυνσης. Οι απαντήσεις μου κατέληγαν στην ασφαλή μεριά μέχρι μου με ρώτησε για έρπητα. Δεν το είχα σκεφτεί να της το πω νωρίτερα. Δεν είχε αφήσει ουλές και δεν είχε επιστρέψει.

Μπορεί να σημαίνει ότι έχεις αδύναμο ανοσολογικό σύστημα” είπε, πράγμα που ήξερα, αλλά βιαστικά πρόσθεσε, “κάποιες φορές – όχι πάντα. Το απλό στρες μπορεί να το επιφέρει. Κάποιες φορές δεν υπάρχει καν αφορμή”, είπε. “Αλλά θα ήθελα να σκεφτείς ένα τεστ HIV.”

Με τα άκρως θετικά νέα για τις δοκιμές ΑΖΤ να ηλεκτρίζουν τον αέρα, είχε αναστρέψει την άποψή της για το τεστ. Οι συνάδελφοί της είχαν συστήσει κάμποσους από τους πελάτες της στην Burroughs Wellcome, όπου είχαν λάβει το πειραματικό φάρμακο δωρεάν. Αν ήμουν μολυσμένος, θα έκανε το ίδιο για εμένα.

Διστακτικά, συμφώνησα, θεωρώντας ότι μια θετική διάγνωση δεν θα μπορούσε να με πειράξει περισσότερο ψυχολογικά από το να μην ξέρω, πράγμα που με έτρωγε.

Ήταν πλέον εφικτό να στέλνεις αίμα σε εμπορικά εργαστήρια για δοκιμή. Αλλά το ρίσκο ήταν ακόμα υπερβολικά μεγάλο. Οι ασφαλιστικές εταιρίες απέρριπταν τους πελάτες που έβγαιναν θετικοί. Τα εργαστήρια ανέφεραν τα θετικά αποτελέσματα στο Υπουργείο Υγείας. Το δυναμικό για σοβαρές, περίπλοκες επιπτώσεις ήταν πραγματικό. Έτσι η Waitkevicz πρότεινε τη χρήση ενός δικτύου “εναλλακτικών εμπιστευτικών εργαστηρίων δοκιμών” που είχε συστήσει το CDC. Αφού έλαβε δείγμα από το αίμα μου, συμπλήρωσε μια φόρμα που απέδωσε στο δείγμα έναν κωδικό αριθμό που ήταν αδύνατο να ανιχνευτεί ανάποδα, καθώς υπήρχε μόνο μέσα στα ιατρικά αρχεία της. Έπειτα μου έδωσε στο χέρι τη φόρμα και τον σκούρο κόκκινο σωλήνα.

“Πήγαινε αυτό στο Τμήμα Υγείας στην Πρώτη Λεωφόρο” είπε. “Το αφήνουν στο λόμπι – μην υπογράψεις ως επισκέπτης, απλά πες τους ότι αφήνεις ένα δείγμα αίματος”.

Έκανα αυτό που είπε. Στη Πρώτη Λεωφόρο αρ. 455, πέρασα μέσα από καναδυό γυάλινες πόρτες θαμπές από την παραμέληση. Το λόμπι ήταν ρυπαρό και σχεδόν άδειο με εξαίρεση ένα παλιό γκρι μεταλλικό τραπέζι πάνω στο οποίο ένας φρουρός με στολή ξεκούραζε έναν τεμπέλικο αγκώνα. Του έδειξα το κόκκινο του σωλήνα μου και χωρίς λέξεις μου έδειξε μια εσοχή δίπλα στον ανελκυστήρα. Εκεί στεκόταν ένα απλό λευκό ψυγείο, του είδους που θα περίμενες να συναντήσεις σε μια προαστιακή κουζίνα. Ανοίγοντας τη πόρτα καχύποπτα, δεν βρήκα τίποτα μέσα παρά μόνον ένα καλάθι από χοντρό χαρτόνι που περιείχε κι άλλα από αυτό που είχα φέρει: σωλήνες από αίμα με εμπιστευτικές φόρμες ταυτοποίησης στερεωμένες με λάστιχο πάνω τους. Έβαλα το δικό μου στην κορυφή της στοίβας, προσευχόμενος το επόμενο άτομο που θα άνοιγε το ψυγείο δεν θα ανακάτευε διεστραμμένα τις φιάλες και τις φόρμες, δίνοντάς μου τη διάγνωση κάποιου άλλου.

Κατόπιν περίμενα δύο άυπνες εβδομάδες για τα αποτελέσματα.

Η διάθεση στη Νέα Υόρκη είχε αρχίσει να αλλάζει στην απουσία μου. Με είχε εντυπωσιάσει που έμαθα για την ακτιβιστική ομάδα Lavender Hill Mob. Ένα πρωί του Δεκέμβρη, οι στάσεις των λεωφορείων και τα παράθυρα των τραπεζών σε ένα μεγάλο μέρος του Μανχάταν ήταν καλυμμένα με δυσοίωνες μεγάλες αφίσες, που είχαν ένα ροζ τρίγωνο να πλέει σε ένα μαύρο υπόβαθρο. Αυτό ήταν σημαντική υπενθύμιση, κάθε άλλο παρά διακριτική, του πώς σημαδεύονταν οι γκέι από τους Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το κίνημα είχε οικειοποιηθεί εδώ και πολύ καιρό το ροζ τρίγωνο ώστε να σημαίνει ελευθερία. Κονκάρδες με ροζ τρίγωνα ήταν στα ευπώλητα του Oscar Wilde Memorial Bookshop. Ήταν το σύμβολο που χρησιμοποιούταν για τις παρελάσεις gay pride, στο εξώφυλλο γκέι περιοδικών, σε T-shirt από γκέι κρουαζιέρες. Αλλά στη μυστηριώδη αφίσα, το τρίγωνο είχε αντιστραφεί – δεν έδειχνε πλέον προς τα κάτω σαν οδική σήμανση, απεικονίζονταν σαν να ήταν πυραμίδα, επικαλούμενη κοσμική ενέργεια και δύναμη. Κάτω από αυτή την εικόνα βρισκόταν ένα εντυπωσιακό μήνυμα σε χοντρά λευκά γράμματα: SILENCE=DEATH.

Τρεις χιλιάδες από αυτές τις αφίσες είχαν ανέβη, από το Ιστ Ρίβερ μέχρι τον Χάτσον και απλώνονταν βόρεια από Βίλατζ μέσα αό το Τσέλσι στο Hell’s Kitchen και το Upper West Side και έφθανε νότια μέχρι το SoHo – όχι μόνο στο γκέι γκέτο αλλά στα σημεία των καλλιτεχνικών κοινοτήτων όπου σύμμαχοι θα μπορούσαν να βρουν το μήνυμα. Για ένα γεμάτο μήνα ήταν αυτό για το οποίο μιλούσαν όλοι. Ποιος τις είχε φτιάξει; Τι σήμαιναν; Ήταν προφανές ότι οι αφίσες απευθύνονταν εκείνους που ζούσαν μέσα στην επιδημία. Ένα μέρος του μηνύματος ήταν εύκολο να διακριθεί: με την τρέχουσα πορεία, οδεύαμε σίγουρα στην καταστροφή. Λιγότερο ξεκάθαρο ήταν τι μας ζητούσαν να κάνουμε αυτές οι αφίσες. Το σύνθημα υπονοούσε μια συνέπεια. Ξέραμε ποιο ήταν το αντίθετο του θανάτου. Αλλά ποιο το είδος της μη σιωπής ήταν αυτό που γινόταν επίκληση;

Όταν ήταν καιρός, επέστρεψα στο γραφείο της γιατρού για τα αποτελέσματά μου. Ήταν αρνητικά. Ανακουφίστηκα τόσο πολύ που κόντεψα να λιποθυμήσω. “Αλλά μη ζεις τη ζωή σου διαφορετικά”, είπε η γιατρός. “Μπορεί να είναι ψευδές αρνητικό. Ή να υπάρχει περίοδος επώασης. Δεν ξέρουμε. Και τέλος πάντων΄, είπε δείχνοντας το βάζο με τα προφυλακτικά στο ράφι της ρεσεψιονίστ, “όλοι οι άλλοι είναι θετικοί, επομένως οι κανόνες ισχύουν”.

Από το βιβλίο “How to survive a plague” του David France

invirase_011

“Κανείς μας δεν πίστευε ότι θα τα κατάφερνε ζωντανός”

Ο David France μιλώντας για το βραβευμένο βιβλίο του “How to survive a plague” (που ακολούθησε το ομώνυμο ντοκιμαντέρ) λέει για την ιστορική επιστημονική ανακάλυψη των αναστολέων πρωτεάσης του 1996: “Η τεράστια ανακάλυψη το 1996 ήταν αποπροσανατολιστική. Κανένας μας δεν πίστευε ότι θα ήταν μια επιτυχία με διάρκεια, επομένως δεν υπήρχε τίποτα προς εορτασμό. Καθώς πέρασαν τα χρόνια και φάνηκε ότι επρόκειτο να είναι δυνατόν να επιβιώσεις μιας μόλυνσης από HIV, μας κυρίεψε κυρίως θλίψη – μια θλίψη που δεν την είχαμε επεξεργαστεί σε εκείνη την 15ετή περίοδο γιατί ήταν απλά υπερβολικά τεράστια. Αν ήξερες ένα άτομο που πέθανε, ήξερες ντουζίνες”.

Το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής σε εκείνους τους επαναστάτες ακτιβιστές οροθετικούς, της περιόδου πριν τα νέα φάρμακα. “Η γκέι κοινότητα δεν διαθέτει στην πραγματικότητα ήρωες”, λέει ο France. “Για κάποιο λόγο, η γκέι ιστορία τυπικά δεν καταγράφεται ή εκδίδεται ή διδάσκεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρουμε τι πέτυχαν οι προκάτοχοί μας και ούτε κανείς άλλος ξέρει. [Ο ακτιβισμός για το AIDS] ήταν μια ηρωική εργασία που μετασχημάτιζε τον άνθρωπο και η οποία δεν έχει αναγνωριστεί. Το Aids μας έδωσε τον γκέι γάμο”.

Για του λόγου το αληθές, παραθέτουμε τον υποτονικό τρόπο που ανακοινώθηκε η μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη των αναστολέων πρωτεάσης από τον ελληνικό γκέι τύπο. Το άρθρο που ακολουθεί είναι από τον “πόθο”, τεύχος Β4, Σεπτέμβριος 1996.

Νέα παράταση ζωής

Η 11η Διεθνής Διάσκεψη για το AIDS στο Βανκούβερ του Καναδά έδωσε νέες ελπίδες για την αντιμετώπιση του AIDS.

Αιτία ήταν οι πρόσφατες επιτυχίες στη μείωση της ποσότητας του ιού στον οργανισμό και η αύξηση του αριθμού των κυττάρων CD4 του ανοσοποιητικού συστήματος με το συνδυασμό των παλαιών φαρμάκων (AZT, ddI, ddC, d4T, 3TC) μεταξύ τους ή/και με τους νέους αναστολείς πρωτεάσης (saquanvir [Invirase], indinavir [Crivixan], ritonavir [Norvir]). Η επιτυχία αυτώ των πανάκριβων συνδιαστικών αγωγών, μαζί με την πρόοδο στην αντιμετώπιση των περιστασιακών μολύνσεων, θα σημαίνει ότι οι άνθρωποι με AIDS θα ζουν πολύ περισσότερο, τουλάχιστον οι πλούσιοι της Δύσης. Καθώς το κόστος της ετήσιας θεραπείας θα ανέρχεται σε περίπου 2.500.000 δραχμές ανά άτομο, ο φτωχός τρίτος κόσμος δεν έχει κανένα όφελος να δει από τις νέες θεραπείες. Η Roche έχει πάντως προχωρήσει σε τετρασέλιδες (παρακαλώ!) έγχρωμες καταχωρήσεις σε μεγάλα γκέι περιοδικά, διαφημίζοντας το προϊόν της Invirase.

Αγωγές

Μερικές από τις αγωγ΄ς μειώνουν τη συγκέντρωση του ιού σε μη ανιχνεύσιμα σημεία. Κάποιοι κάνουν υποθέσεις ότι η μακροχρόνια πίεση του ιού με τέτοια φάρμακα θα μπορούσε να σκοτώσει τελικά τον ιό σε ορισμένα άτομα. Στο Συνέδριο ανακοινώθηκε ότι ο συνδυασμός Ritonavir, Crivixan, Saguinavir και AZT μειώνει κατά 99,6% την παρουσία του ιού HIV στον ανθρώπινο οργανισμό. Προς το παρόν ο στόχος είναι να καταστεί το AIDS μια χρόνια ασθένεια – δηλαδή να υπάρξει δραματική επιμήκυνση της διάρκειας ζωής των ασθενών. Ο συνδυασμός αντι-πρωτεάσης με άλλα φάρμακα επιμηκύνει τη ζωή των πασχόντων από AIDS κατά 5-6 χρόνια.

Υπάρχουν φυσικά προβλήματα. Οι περισσότεροι ασθενείς αναπτύσσουν αντιστάσεις στα φάρμακα αλλά και τα φάρμακα έχουν παρενέργειες. Για παράδειγμα το Norvir προκαλεί ναυτία, αδυναμία και άλλα προβλήματα σε τέτοιο βαθμό που να υποβαθμίζεται πολύ η ποιότητα ζωής. Οι αλληλεπιδράσεις που έχει με άλλα φάρμακα εμποδίζουν την παράλληλη χρήση με πληθώρα στάνταρ φαρμάκων κατά του AIDS. Τέλος όλα τα φάρμακα κατά του HIV προκαλούν περιφερειακή νευροπάθεια, μια καταστροφή των νεύρων που πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Όλοι πάντως περιμένουν τα αποτελέσματα κλινικής δοκιμής σε εννέα προσβεβλημένα από AIDS άτομα. Τα άτομα άρχισαν να δέχονται θεραπεία με το νέο κοκτέιλ φαρμάκων δύο μήνες από τη στιγμή της μόλυνσής τους. Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται τον Σεπτέμβριο, οπότε ο πρώτος εθελοντής συμπληρώνει ένα χρόνο θεραπείας.

Πολιτική

Ο πρωθυπουργός του Καναδά Jean Chretien αρνήθηκε να εγκαινιάσει τη διάσκεψη φοβούμενος το κράξιμο για την αποτυχία του να ανανεώσει την Εθνική Στρατηγική κατά του AIDS. Ίσως και να θυμόταν την 5η Διεθνή Διάσκεψη για το AIDS στο Μόντρεαλ το 1988. Τριακόσια μέλη των ACT-UP/New York, Reaction SIDA και AIDS Action Now κατέλαβαν την έδρα για μία ώρα, διαλύοντας την τελετή έναρξης. Ο τότε πρωθυπουργός είναι να αντιμετωπίσει στην 20λεπτη ομολία του το ανελέητο βρισίδι και την ειρωνεία τους.

Στην Ελλάδα

Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ) έχει ήδη παραγγείλει την πρώτη παρτίδα. Τα φάρμακα θα δίνονται από τα νοσοκομεία με διάθεση από τους θεράποντες ιατρούς και διευθυντές των κλινικών με εποπτεία από το Κ.Ε.Ε.Λ. (Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων). Μια επιτροπή – έχει ήδη συσταθεί – θα συντάξει τις γενικές οδηγίες βάσει των οποίων θα χορηγούνται τα φάρμακα και ο θεράπων ιατρός θα κάνει την επιλογή της εξειδικευμένης θεραπείας ανάλογα με το περιστατικό.

Το Δημόσιο θα καλύπτει το κόστος της θεραπείας η οποία θα είναι δωρεάν και θα αρχίσει να εφαρμόζεται το Φθινόπωρο. Εξετάζεται το ενδεχόμενο να συμμετέχουν μερικά και τα ασφαλιστικά ταμεία αν και τα τελευταία προσπαθούν να αποφύγουν τη μεγάλη χρηματική επιβάρυνση, επικαλούμενοι το ιατρικό απόρρητο. Η θεραπεία θα εφαρμόζεται αρχικά μόνο σε ασθενείς, αν όμως αποδειχτεί ότι η χρήση της σε φορείς έχει σημαντικά αποτελέσματα, οι οικονομικές επιπτώσεις για την οικονομία της χώρας, και όλων των χωρών, θα είναι δραματικές καθώς το ετήσιο κόστος ανά άτομο ανέρχεται στα 2,5 εκατομμύρια δραχμές. Ο φόβος για το υπερυψηλό κόστος θεραπείας είναι μάλλον και ο λόγος που ο ΕΟΦ προνόησε να προμηθευτεί φάρμακα για 250 άτομα μόνο (σύνολο ασθενών: 1.100, φορείς: περίπου 15.000). Η διανομή θα γίνει με κριτήρια την κλινική κατάσταση, την ηλικία και τις προηγούμενες αποτυχίες θεραπευτικών αγωγών. Σε άτομο πάντως που νοσιλεύεται στο ΑΧΕΠΑ και που του/της χορηγήθηκε πειραματικά η θεραπεία, τα κύτταρα 4Τ ανέβηκαν [από] 7 σε 70.

Με 22.000.000 φορείς παγκοσμίως τα κέρδη των πολυεθνικών φαρμακοβιομηχανιών αναμένεται ότι θα είναι μυθικά. Το ξεπούλημα της ζωής μας συνεχίζεται…

Από την εφημερίδα “Ο Πόθος” της Ομάδας Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης, τ. Β4, Σεπτέμβριος 1996
kraximo

H πρόσληψη του HIV/AIDS από το «ΑΜΦΙ» και το «ΚΡΑΞΙΜΟ» κατά τη δεκαετία του 1980

Γκελτής Θεοδόσης, Υποψήφιος διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Εισαγωγή

Η παρούσα ανακοίνωσηi έχει θέμα την πρόσληψη του HIV/AIDS από τα δύο μεγάλα πολιτικά περιοδικά των – ομοφυλόφιλων κυρίως – ακτιβιστών, το ΑΜΦΙ και το Κράξιμο. Χρονικά καλύπτουμε τη δεκαετία του 1980, στην οποία κυριαρχεί ο εντονότερος ηθικός πανικός, ο οποίος εξασθενεί σταδιακά από το 1990 και μετά, οπότε το AIDS χάνει ένα μέρος του στίγματός και της ταύτισής του με τις πληθυσμιακές ομάδες των ομοφυλόφιλων και των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών. Έκτοτε, όλοι καταλαβαίνουν ότι είναι εν δυνάμει φορείς του ιού και ότι αυτός δεν αφορά μόνο τις ατυχώς χαρακτηρισμένες ως «ομάδες υψηλού κινδύνου» (Boulé 2002).

Εκκινώντας από την ιδέα ότι η ιστορία του HIV/AIDS μπορεί να ιδωθεί και ως ιστορία των Λόγων (discourses) για αυτό (Heaphy 1996), θα αναδείξουμε τους εναλλακτικούς λόγους που άρθρωσαν οι ομοφυλόφιλοι ακτιβιστές. Πρόθεσή μας φυσικά δεν είναι να ανασυστήσουμε ένα ιστορικό δικαστήριο που θα αποφανθεί για το ορθολογικό ή όχι των αποφάσεων τους. Περισσότερο, θα συναρτήσουμε τις αποκρίσεις τους στο AIDS με την προγενέστερη συλλογική τους μνήμη, τις κοινωνικές αναπαράστασεις και τα συναισθήματά τους.

Κατά τη μελέτη των δύο αυτών περιοδικών αναδύθηκαν τέσσερα μοτίβα τα οποία χρησιμοποίησαν οι ακτιβιστές όταν προσέγγιζαν το ζήτημα του HIV/AIDS: τη στρατηγική του de – gaying ή αλλιώς του mainstreaming, την ιατρική πληροφόρηση, την καταγγελία των διακρίσεων με τη παράλληλη διατύπωση αιτημάτων προς το κράτος και τέλος την πρόσληψη του AIDS με όρους άρνησης και συνωμοσιολογίας.

Η εισήγηση αυτή έχει ένα ιστορικό και συνάμα ένα πολιτικό κίνητρο. Δεχόμαστε το παράπονο των Christopher Castiglia και Christopher Reed ως δικαιολογημένο (Castiglia and Reed 2012), για το ότι δηλαδή η κρίση του AIDS έγινε ένας τόπος για ισχυρή συγκέντρωση πολιτισμικών δυνάμεων, οι οποίες κατέστησαν (και συνεχίζουν να καθιστούν) το σύνδρομο έναν παράγοντα αμνησίας, ο οποίος ξεριζώνει τις μνήμες, όχι μόνο του τι συνέβη πριν από αυτό, αλλά και των εντυπωσιακά ζωντανών και ευφάνταστων τρόπων με τους οποίους οι γκέι κοινότητες απάντησαν στην καταστροφή της ασθένειας και τον θάνατο.

Συνεπώς, επιλέγουμε να λειτουργήσουμε θεραπευτικά στην αμνησία αυτή.

Πάντως , δε μπορούμε παρά να παραδεχτούμε πως η δημιουργική ικανότητα των γκέι ακτιβιστών στον δυτικό κόσμο ήταν αξιοθαύμαστη. Επινόησαν ουσιαστικά την έννοια των ασφαλών σεξουαλικά πρακτικών (safe sex), εκπαίδευσαν και εκπαιδεύτηκαν, διαμαρτυρήθηκαν, διεκδίκησαν ποιοτική αγωγή, κατήγγειλαν τις διακρίσεις στο ιατρικό σύστημα, επαναπροσδιόρισαν τις συνήθειές τους. Όπως το έθεσε κάπως φορτισμένα ο ιστορικός Βerube, που είδε τον σύντροφό του να χάνεται από AIDS την δεκαετία του 80:

«Παίρνουμε την ευθύνη για τις ενέργειες του παρελθόντος και αποδεχόμαστε τις συνέπειες, χωρίς μίσος για τον εαυτό μας. Εκπαιδεύουμε ο ένας τον άλλον για το ασφαλέστερο σεξ και άλλες ασφαλείς πρακτικές. Ζητάμε για βοήθεια και την προσφέρουμε. Απαιτούμε τις υπηρεσίες που αξίζουμε από τις κυβερνήσεις μας. Μαθαίνουμε πως να ζούμε καλά στο παρόν. Δίνουμε περισσότερη προσοχή στην υγεία μας και εξερευνούμε όλες τις πιθανές θεραπείες. Γιορτάζουμε τις ζωές μας μαζί. Αντιμετωπίζουμε τον θάνατο των άλλων και τον δικό μας. Θυμόμαστε, θρηνούμε και ελπίζουμε. Ανταποκρινόμαστε στο AIDS, όπως θα κάναμε και σε άλλες θανατηφόρες καταστάσεις. (Bérubé 2011)».

Σήμερα, 36 χρόνια μετά από την εμφάνιση των πρώτων ευκαιριακών ασθενειών που ταυτοποιήθηκαν ως σύνδρομο ΑΙDS, γνωρίζουμε πλέον πολλά για τη φύση του ιού που το προκαλεί και τους τρόπους μετάδοσής του. Η ανίχνευση των αντισωμάτων του οργανισμού, που υποδεικνύουν την HIV μόλυνση γίνεται μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, ενώ οι θεραπευτικές πρακτικές βελτιστοποιήθηκαν βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής του οροθετικού ατόμου και αυξάνοντας το προσδόκιμο ζωής.

Τα πράγματα φυσικά δεν ήταν πάντα έτσι. Τον Ιούνιο του 1981, σε Λος Άντζελες και Νέα Υόρκη, άνδρες νεαρής ηλικίας διαγιγνώσκονται με Pneumocystis carinii pneumonia (PCP) και με σάρκωμα Kaposi. Αμφότερες οι ασθένειες αφορούσαν μέχρι τότε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Η πρώτη υπόθεση των γιατρών, όπως αποτυπώθηκε σε ιατρικά άρθρα που τότε εκδόθηκαν, αναζητούσε την αιτιολογία της ασθένειας σε κάποια πτυχή του «ομοφυλόφιλου lifestyle» (Brier 2004), με άλλα λόγια θεώρησαν εσφαλμένα πως «οι μεταβλητές που έχουν να κάνουν με τον τρόπο ζωής θα μπορούσαν να είναι η γενεσιουργός αιτία του AIDS» (Nettleton 2002)

Η υπόθεση αυτή αντανακλάται και στην πρώτη ονομασία που δόθηκε σε αυτή την κλινική εικόνα: Gay related Immune Defficiency(GRID).

Ήδη έναν μήνα αργότερα οι New York Times κάνουν λόγο για μια σπάνια μορφή καρκίνου που έχει παρατηρηθεί σε 41 ομοφυλόφιλους (Broqua 2016). Η ανταπόκριση των γκέι ακτιβιστών ήταν άμεση και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1982, συγκροτήθηκε η οργάνωση Gay Men Health Crisis. (Broqua 2016). Ως προς τα επιδημιολογικά δεδομένα είναι ξεκάθαρο πως το 1985 το 63% των κρουσμάτων πανευρωπαϊκά αφορούσε άντρες που είχαν σεξουαλικές σχέσεις με άντρες (UNAIDS, WHO 2003), ενώ το 1992 το ποσοστό αυτό απομειώνεται στο 43%. Στην Ελλάδα ο ετήσιος αριθμός νέων διαγνώσεων είναι σχετικά χαμηλός με εξαίρεση το 1999 οπότε καταγράφηκαν 1281 νέα περιστατικά που διαγνώστηκαν κυρίως το 1998 (Nielsen και Lazarus 2006).

Στην Ελλάδα τα πρώτα καταγεγραμμένα περιστατικά AIDS ήταν το 1983 (Σιβρή 2001). Την ίδια κιόλας χρονιά εκκινά και η υποχρεωτική δήλωση των κρουσμάτων AIDS, καθώς και η συγκρότηση της Εθνικής Eπιστημονικής επιτροπής Ελέγχου AIDS (Σιβρή 2001). Ο υποχρεωτικός έλεγχος του προς μετάγγιση αίματος για αντισώματα HIV ξεκινά το 1985, την ίδια ακριβώς χρονιά που οι επιστήμονες κατασκευάζουν το πρώτο τεστ αντισωμάτων(Μάρτιος 1985) και το οποίο εφοδιάζονται όλες οι τράπεζες αίματος στις ΗΠΑ μέσα σε δύο μήνες (Curran 1998). H πρώτη χρηματοδοτούμενη από το κράτος εκστρατεία ενημέρωσης γίνεται την ίδια πάλι χρονιά 2 χρόνια αργότερα από την Ολλανδία, αλλά δύο χρόνια νωρίτερα από τη Γαλλία (Boulé 2002).

Degaying AIDS – Απομείωση πανικού

Η πρώτη αναφορά στο σύνδρομο του AIDS μας δίνεται στο περιοδικό ΑΜΦΙ στο ενδέκατο τεύχος του. Συγκεκριμένα, στην «ιατρική στήλη» του περιοδικού αναφέρονται οι ομοφυλόφιλοι ασθενείς με το σάρκωμα Kaposi και τη PCP πνευμονία. Η είδηση αυτή μεταφέρεται με τους όρους και το λεξιλόγιο της εδώ πολιτικής ατμόσφαιρας, για αυτό κρίνεται αναγκαίος ένας συνοπτικός σχολιασμός της:

Το ΑΚΟΕ(απελευθερωτικό κίνημα ομοφυλοφίλων Ελλάδας) αναδύεται το 1976 με την κυκλοφορία μιας Διακήρυξης, η οποία μοιράστηκε από χέρι σε χέρι στην Αθήνα και αφηγηματοποιεί τη βία που υφίστανται οι ομοφυλόφιλοι. Συγκροτεί, δηλαδή, μια αφήγηση αυτής της βίας που ξεκινά από τον Μεσαίωνα και τη χριστιανική ηθική, περνάει από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταλήγει στις σταλινικές διώξεις. Οι ομοφυλόφιλοι άντρες, όμως, πέρα από δέκτες μιας εκτεταμένης βίας εμφανίζονται πλέον ως δρώντα υποκείμενα και διατυπώνουν αιτήματα που απευθύνουν στο κράτος, στον Τύπο, στα κόμματα και τις πολιτικές νεολαίες (Θεοδωρακόπουλος 2005). Αξιοποιώντας τις πολιτικές ευκαιρίες που δίνει η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος με την έντονη ριζοσπαστικοποίηση της οι ομοφυλόφιλοι διεκδικούν τη θέση τους στο δημόσιο λόγο.

Το δικαίωμα αυτό στον αυτοπροσδιορισμό, στην εκφορά του λόγου συνιστά και την πεμπτουσία του κινήματος. «Βασικός σκοπός (…) είναι να ακουστεί αλογόκριτος ο λόγος των Ελλήνων ομοφυλόφιλων πάνω στην ομοφυλοφιλία» διαβάζουμε στο editorial του ΑΜΦΙ, του περιοδικού του ΑΚΟΕ, το οποίο εκδίδεται το 1978.

Η υλική συνθήκη που συσπείρωσε τα υποκείμενα του ΑΚΟΕ ήταν ο φόβος για την επικείμενη ψήφιση ενός νομοσχεδίου από την πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή, που θα ποινικοποιούσε τη δημόσια έκφραση της ομόφυλης επιθυμίας υπό τον φόβο ή το πρόσχημα της μετάδοσης των αφροδίσιων νοσημάτων. Το νομοσχέδιο αυτό, έμπνευσης των συνταγματαρχών, αρχικά επρόκειτο σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής να προβλέπει ότι:

“πᾶς ἄρρεν τιμωρεῖται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, εφ᾽ ὅσον: Περιφέρεται εις τας οδούς, πλατείας, δημόσια κέντρα ἤ ἄλλους χώρους ἐπί ἐμφανεί σκοπῶ προσελκύσεως αρρένων προς τέλεσιν ἐπί του ἰδίου παρά φύσιν ἀσέλγειας.”

Ο αγώνας του ΑΚΟΕ επικεντρώθηκε στην εναντίωση με κάθε τρόπο σε αυτή την συνθήκη. Ο δημόσιος χώρος ήταν ζωτικής σημασίας για τα ομοφυλόφιλα υποκείμενα δεδομένου ότι προσέφερε τις προϋποθέσεις για ερωτικές αλληλοδράσεις, φλερτ, φιλικές γνωριμίες, και ανάπτυξη της αίσθησης της ταυτότητας. Ο δημόσιος χώρος μακρυά από τα αδιάκριτα εργασιακά βλέμματα, τα ομοφοβικά κηρύγματα της οικογένειας γίνοταν παραδόξως ένα safety zone. Όπως το έθεσε εύγλωττα ο Berube «οι ομοφυλόφιλοι έγιναν ειδικοί(experts) στο να κλέβουν στιγμές ιδιωτικότητας και στο να βρίσκουν τις κοινωνικές ρωγμές στις οποίες θα μπορούσαν να συναντήσουν ο ένας τον άλλον και να μην πιαστούν» (Bérubé 2011).

Η πρόσληψη του HIV/AIDS, συνεπώς, στο ελληνικό συμφραζόμενο της δεκαετίας του ΄80 δε μπορεί να εκληφθεί ξέχωρα από το συλλογική καχυποψία που είχαν εκθρέψει συγκεκριμένες θεσμικές πρακτικές: επιχειρήσεις της αστυνομίας στα στέκια που πύκνωναν οι ομόφυλες επιθυμίες, προσπάθεια δια του νόμου να περιοριστεί η ομόφυλη ερωτική έκφραση στον ιδιωτικό χώρο και συνεπώς να αποδυναμωθεί και διάχυτη βία.

H πρώτη απόκριση για την «ξενόφερτηii», οιωνεί εξωτική, ασθένεια κουβαλάει αυτές τις ανησυχίες, προσπαθεί να διαχειριστεί τη συνθήκη της ενοχής και της κοινωνικής απόρριψης που υπήρχε ήδη στην προ – AIDS εποχή:

«Δε μας αρκεί ο μύθος των αφροδισίων σαν αφορμή για κάθε είδους δίωξη των ομοφυλόφιλων. Δεν είναι αρκετές οι προκαταλήψεις που μας κάνουν συνέχεια τη ζωή δύσκολη. Δύο «καινούργιες αρρώστιες που προσβάλλουν τους ομοφυλόφιλους» έρχονται να προστεθούν στο πάνθεον της σεξιστικής τρομοκρατίας».

Η καχυποψία για τις προθέσεις του Τύπου και της ιατρικής κοινότητας συμπορεύονται με την τακτική de – gaying, την αποσύνδεση δηλαδή της ασθένειας από την ομοφυλοφιλία. «Αλλά το κακό πολύ απέχει από το να χαρακτηριστεί σαν πανδημία στην αμερικάνικη κοινωνία των ομοφυλόφιλων». «(…) Η εξέλιξη της κατάστασης παρουσιάζει τους «ετερό» σαν τα πιθανότερα μελλοντικά θύματα.iii» Η προσπάθεια να γίνει το AIDS mainstream συνεχίζεται και αργότερα, χωρίς απαραίτητα να εξεικονίζει τους ομοφυλόφιλους ως μη δυνητικούς ασθενείς.

Διαβάζουμε το 1986: «Βλέπουμε πως αν και το AIDS εμφανίζεται κατ’ αρχήν σε ομοφυλόφιλους, σίγουρα δεν περιορίζεται σε αυτούςiv».

Γιατί, όμως, στο φαντασιακό των Ελλήνων ακτιβιστών το AIDS είναι ασθένεια του δυτικού «Άλλου;» Οι πρώτες αιτιολογίες που πρότειναν οι γιατροί για την ερμηνεία της υπερεκπροσώπησης των ομοφυλόφιλων στις δύο αυτές ασθένειες(Kaposi και πνευμονία PCP) ήταν η χρήση των poppers, εισπνεόμενων δηλαδή ουσιών οι οποίες δρουν αγγειοδιασταλτικά και προκαλούν προσωρινή ευφορία (Mcvinney and Shernoff 1998), και χρησιμοποιούνται κατά την σεξουαλική συνήθως επαφή. Δεδομένης της περιορισμένης χρήσης τους στην Ελλάδα, η ιατρική ομάδα του ΑΜΦΙ αποφαίνεται πως «Οι Έλληνες ομοφυλόφιλοι ούτε πόππερς ούτε διεγερτικά χρησιμοποιούν και συνεπώς δεν υπάρχει πρόβλημα». Η συγγραφική ομάδα του άρθρου προτρέπει τους αναγνώστες να μην πανικοβληθούν.

Άρθρο που φέρει την ημερομηνία «Αύγουστος 1982» κινείται στην ίδια γραμμή. Ελλείψει στοιχείων για την φύση της ασθένειας, ο συγγραφέας αρνείται την ύπαρξη κινδύνου και θεωρεί σύμπτωση την εμφάνιση ομοφυλόφιλων ασθενών με σάρκωμα Καπόζι. Χρησιμοποιεί την εμφάνιση ανάλογων συμπτωμάτων σε αυτοπροσδιοριζόμενο ως ετεροφυλόφιλο πληθυσμό της Αϊτής προς επίρρωση του επιχειρήματός του. Είναι η στρατηγική του de – gaying που αναφέραμε παραπάνω.

«Για άλλη μια φορά, οι αυτοκηρυγμένοι «φύλακες της ηθικής» γελοιοποιήθηκαν. Αμέσως μόλις το σάρκωμα Καπόζι παρουσιάστηκε σε ανοιχτά ομοφυλόφιλο άτομο, έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν «καρκίνο των ομοφυλόφιλων»(1), το δε τυχαίο γεγονός ότι τα αμέσως κατοπινά κρούσματα αφορούσαν ομοφυλόφιλους έσπευσαν τους «ειδικούς» διαφόρων επιστημών να συμφωνήσουν με αυτόν τον ορισμό έστω και προσωρινά. Η έλλειψη βασικών ιατρικών στοιχείων, η άγνοια και η ομοφυλοφοβία, άπλωσαν ένα μεσαιωνικό σκοτάδι στην πληροφόρηση του κοινού. Ιεροκήρυκες και κομπλεξικοί ηθικολόγοι βιάστηκαν να ονομάσουν το σύνδρομο Καπόζι… θεόσταλτη κατάρα για τους ομοφυλόφιλους.v»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και μας δείχνει το πως τα νέα που φτάνουν από την Αμερική φιλτράρονται μέσα από τα συναισθήματα και τις αναπαραστάσεις των ομοφυλόφιλων κινηματικών αντρών. Η κατίσχυση της ομοφοβίας, του σεξισμού, του συντηρητισμού και του σεξουαλικού αρνητισμούvi θεωρούνται ως κινητήριες δυνάμεις των νέων ειδήσεων. Μια σχέση εμπιστοσύνης που ποτέ δεν καλλιεργήθηκε ανάμεσα στους εκπροσώπους της θεσμικής εξουσίας, την ιατρική κοινότητα και τους ομοφυλόφιλους εκβάλλει στην αμφισβήτηση των «ειδικών», με το «μεσαιωνικό σκοτάδι» που τους περιβάλλει, μεταφορά που συναντάμε συχνά στα περιοδικά της εποχής.

Η στρατηγική του degaying ενδύεται συχνά μια σαρκαστική γλώσσα. Το χιούμορ και η ειρωνεία ανήκουν σταθερά στο λεκτικό οπλοστάσιο των ακτιβιστών και χρησιμοποιούνται ενάντια στους «αντιπάλους». Το περιοδικό cine 7 σε άρθρο του για τα γκέι μπαρς κάνει συχνές αναφορές στο AIDS με αποτέλεσμα να προκαλεί την οργή του συντάκτη του ΑΜΦΙ, ο οποίος σχολιάζει για τον συνάδελφό του δημοσιογράφο πως «δε θα γνωρίζει ότι ο ιός ενδειμεί(sic) ευρέως και στα κολπικά υγρά, το δε μεγαλύτερο ποσοστό των φορέων στην Ελλάδα είναι ετεροφυλόφιλοι.vii»

Η αντίδρασή των ομοφυλόφιλων δεν είναι μόνο θυμική. Συνομιλεί με την ανησυχία πολλών στοχαστών για τη χρήση του AIDS ως συμβόλου στα πλαίσια ενός πιο υποδόριου πολέμου ενάντια στη σεξουαλική απελευθέρωση και τις εναλλακτικές σεξουαλικότητες.

«Το σύνδρομο, οι ειδικές του ποιότητες και η μεταδοτικότητά του χρησιμοποιούνται για να ενισχυθούν παλιοί φόβοι, δηλαδή ότι η σεξουαλική δραστηριότητα, η ομοφυλοφιλία και η πολυγαμία οδηγούν στην αρρώστια και στον θάνατο. (Rubin 2006)». Το AIDS έριξε φως στον ηθικό απολυταρχισμό(moral absolutism) που είναι βαθιά ριζωμένος στην κοινωνία μας (Weeks 2003).

Ο φόβος των κινηματικών υποκειμένων συνίσταται ακόμα στο ότι το AIDS θα αλλάξει άρδην την ζωή των gay κοινοτήτων που συγκροτήθηκαν στα μητροπολιτικά κέντρα της δύσης:

«Τα αποτελέσματα της τρομοκρατικής αυτής εκστρατείας από μέρους του Τύπου ήταν να δημιουργηθεί ένα είδους πανικού στον γκαίη(sic) πληθυσμό των ΗΠΑ. Πανικός, που, αν και άρχισε να διαλύεται, οι επιπτώσεις του είναι ακόμα αισθητές σε πόλεις σαν την Νέα Υόρκη. Εκατομμύρια άτομα υιοθέτησαν ένα πιο συντηρητικό στυλ στις καθημερινές ερωτικές τους δραστηριότητες, περιορίζοντας τα ξενύχτια στις μεγάλες disco(Studio 54, Saint, Xenon κ.λ.π.) ενώ η κίνηση στα λουτρά, τα sex clubs, τα κέντρα παραθερισμού στο Fire Island μειώθηκαν φέτος.viii»

Εν πολλοίς το AIDS είναι ένας κίνδυνος για τη αρτιγεννηθείσα ελληνική ομοφυλόφιλη ακτιβιστική κοινότητα:

«Είναι αλήθεια ότι το AIDS έχει προκαλέσει έναν αριθμό από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα σύνθετα και συχνά οδυνηρά, που θέτουν σε σκληρή δοκιμασία την ομοφυλόφιλη κοινότητα και εμάς τους ίδιους ατομικά.ix»

Βέβαια ανάλογα με το ποιος και πότε κρατά τη γραφίδα του ΑΜΦΙ, η νέα κατάσταση που δημιουργεί το ΑΙDS μπορεί να χαιρετίζεται ως θετική με την έννοια ότι:

«Το ΑΚΟΕ θέλει να πιστεύει πως μέσα από τον κίνδυνο και το φόβο, οι ομοφυλόφιλοι θα δουν την ευκαιρία να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο και να ζήσουν την ψυχολογική ομοφυλόφιλη κοινότητα και να εξερευνήσουν τις πολλές διαστάσεις μιας ομοφυλόφιλης σχέσης που προς το παρόν παραμένουν άγνωστες στην πλειοψηφία των Ελλήνων ομοφυλόφιλωνx»

Ιδιαίτερα εύγλωττο ως προς την απομείωση του κινδύνου είναι το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Κράξιμο του 1986: «Ο έρωτας AIDS δε φοβάται». Το πρωτοσέλιδο ισορροπεί ανάμεσα στην αποσόβηση του πανικού και στην πληροφόρηση. Με ένα παραινετικό ύφος απευθύνεται στους αναγνώστες και τους καλεί να συνεχίσουν να ερωτεύονται και να απολαμβάνουν το σεξ:

«Άνθρωποι που κάνετε ελεύθερα έρωτα, συνεχίστε με τον ίδιο ρυθμό – αλλά με την ανάλογη προσοχή. Ο έρωτας μας έμεινε σ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο και είναι αυτός που μας κάνει να υπάρχουμε, να αισθανόμαστε άνθρωποι. Το AIDS δεν πρέπει να γίνει η αφορμή να κατασταλεί περισσότερο η σεξουαλικότητα όλου του κόσμου. Επιτέλους, μέσα στη γενική αθλιότητα και παρακμή, ξεπεράστε τις δειλίες σας, «ΓΑΜΑΤΕ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ» που λέει και το τραγούδι, και που μπροστά στη νέα ιδεολογική απειλή, αποδεικνύεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.xi»

Η απώθηση του φόβου που επιδίωξε η ελληνική ακτιβιστική κοινότητα δεν ευθυγραμμίζεται πάντα με τη στρατηγική που ακολουθήθηκε αλλού. Για παράδειγμα, πολλοί ακτιβιστές από άλλες δυτικές χώρες προσπάθησαν να υποδαυλίσουν τον φόβο, για να τον μετασχηματίσουν όμως σε πολιτική δράση και αλλαγές στο προσωπικό τρόπο ζωής. Ήδη το 1982 ο Κράμερ γράφει σε ένα γκέι περιοδικό της Νέας Υόρκης άρθρο με τίτλο «1112 και ακόμα μετράμε». Εκεί αναφέρει πως «Αν αυτό το άρθρο δεν κατάφερε να σας κατατρομάξει, είμαστε αντιμέτωποι με μεγάλους μπελάδες. Αν αυτό το άρθρο δε σας προκαλέσει τον θυμό, τη μανία, την οργή και τη δράση, οι ομοφυλόφιλοι μπορεί να μην έχουν μέλλον σε αυτόν τον πλανήτη. Η συνέχιση της ύπαρξής μας εξαρτάται από το πόσο θυμωμένοι μπορείτε να νιώσετε. (Broqua 2016)».

Σε τελική ανάλυση, οι ακτιβιστές έπρεπε να σχοινοβατήσουν σε μια λεπτή κλωστή: Από τη μία, η αναφορά των ομοφυλόφιλων από το κράτος και τα media στο συγκείμενο του AIDS, μπορούσε να οδηγήσει σε διακρίσεις προς αυτούς. Από την άλλη, η συστηματική αποσιώπησή τους από το δημόσιο λόγο θα τους έθετε σε μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν (Boulé 2002).

Συνωμοσιολογία και άρνηση

Συνωμοσιολογία και άρνηση συνιστούν δύο διαφορετικές στρατηγικές απόκρισης στην επιδημία του HIV/AIDS. Η πρώτη δεν αρνείται την ύπαρξη του ιού, αλλά την εγγράφει σε μια ευρύτερη προσπάθεια βιολογικού πολέμου της Αμερικής σε άλλους στόχους, που λάθρα έπληξε και τον γηγενή πληθυσμό. Η δεύτερη αρνείται την ύπαρξη του ιού. Πρόκειται για δύο μειοψηφικές τάσεις που, ωστόσο, τις απαντήσαμε στα περιοδικά και οι οποίες επικοινωνούν με την ανησυχία των γκέι ακτιβιστών σε όλη τη Δύση και όπως λέει ο οροθετικός Daniel: «Θυμάμαι ότι είχα διαβάσει στον γκέι Τύπο ότι ήταν μια μηχανορραφία για να σταματήσουμε να κάνουμε σεξ» (Heaphy 1996).

Η συνωμοσιολογική πρόσληψη του AIDS συνομιλεί με ευρύτερα αντιαμερικανικά σενάρια. Επινοεί τη γενεαλογία της στα φερόμενα ως μικροβιολογικά πειράματα των ΗΠΑ ενάντια στους αυτόχθονες πληθυσμούς και στην Κούβα. Ο τίτλος ενός μακροσκελούς άρθρου σε περιοδικό του 1984 είναι ενδεικτικός: «AIDS: μια μακρά βρώμικη ιστορίαxii». Ο συγγραφέας δεν αρνείται την ύπαρξη της ασθένειας, αλλά την συνδέει με τον «Αφρικανικό πυρετό Χοίρων(ΑSV)», που κατά αυτόν στόχευε σε πολέμιες χώρες των ΗΠΑ.

«Οι νεώτερες πληροφορίες για το A.I.D.S. όχι μονάχα δεν αναιρούν τη σύνδεση της ασθένειας με τον «Αφρικανικό Πυρετό των Χοίρων», αλλά αντίθετα την ενισχύουν.»

Πάντως, παρότι οι συγγραφείς διαγιγνώσκουν μια αμερικανική σκηνοθεσία, βιώνουν το AIDS σαν μια υλική απειλή. «Εμείς, βλέποντας τα πράγματα ρεαλιστικά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε, μπροστά σε μια νέα αρρώστεια(sic) – μάστιγα, για ολόκληρη την ανθρωπότητα.xiii»

Την ίδια στιγμή, έχουμε και καταγγελία της άρνησης πολλών ατόμων να αλλάξουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους απέναντι στο σεξ. Σε συνέντευξη του Claude Vandevyver η μη τήρηση των πρακτικών του ασφαλούς σεξ χαρακτηρίζεται ως αυτοκαταστροφική και ανεύθυνη στάση, ως κάποιου είδους άρνηση της πραγματικότητας. Μάλιστα, κλιμακώνει την κριτική του χαρακτηρίζοντας την άρνηση αυτή ως «εφηβική αντίδρασηxiv»

Η πιο ηχηρή προσπάθεια άρνησης και συνωμοσιολογίας αρθρώνεται από τα χείλη του ποιητή Ντίνου Χριστανιόπουλου σε συνέντευξη που του παίρνει η Πάολα εκ μέρους του περιοδικού Κράξιμο το 1989. Ο συνεντευξιαζόμενος χωρίς να έχει ερωτηθεί ζητάει να τοποθετηθεί για το ζήτημα του AIDS.

«Θέλω να σας πω τη γνώμη μου για το AIDS, που το θεωρώ ένα μεγάλο ψέμα. Έχω συζητήσει το θέμα με πολλούς γιατρούς. Είναι και αυτοί, οι πιο πολλοί, χεσμένοι, τρομοκρατημένοι μέχρι τα μπούνια. Κανείς, όμως, απ’ όσους συζήτησα πλην ενός ειδικού, δεν έτυχε να δει ποτέ έστω και μια περίπτωση AIDS. Ό,τι ξέρουν το διάβασαν από εδώ κι από εκεί. Τίποτα δεν είδαν. Ο ειδικός που συζήτησα, και ήταν εκείνος που είχε δει δύο περιπτώσεις όλες κι όλες στη ζωή του. Εγώ όμως πριν ακόμα συζητήσω ήμουν σίγουρος πως δεν υπάρχει AIDS. Κι ας με πουν παλαβό. Ξέρετε ότι η αμερικανική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να μπορέσει να αντιμετωπίσει όλες τις ομάδες των πάρκων που δεν αντιμετωπίζονται ούτε με μπασκίνες, ούτε με επιχειρήσεις αρετής, ούτες με κουάκερους, ούτε με πάστορες κι εκκλησίες, ούτε με τίποτα, κατάλαβε ότι το μόνο όπλο είναι η τρομοκρατία. Και μέσω του αμερικανικού υπουργείου δημόσιας υγιεινής εξαπέλυσε μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία τρομοκράτησης των πάντων, προβάλλοντας σαν μπαμπούλα τις πιο σπάνιες αρρώστιες σ’ όλο τον κόσμο. Αυτή λοιπόν τη πολύ σπάνια αρρώστια την εμφάνισε ως πολύ συνηθισμένη, ως πολύ διαδεδομένη και ότι από αυτήν κινδυνεύουν οι πάντες ανά πάσα στιγμή. Φυσικά οι πάντες είναι οι ανήθικοι και οι ανεξέλεγκτοι, γιατί όσοι πηγαίνουν μόνο με τη γυναικούλα τους δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Μ’ αυτό τον τρόπο τρομοκράτησε όλον τον κόσμο, γιατί όλοι τρέμουν για τη ζωούλα τους. (…) Την ίδια νέκρωση που κυρίαρχησε στη Θεσσαλονίκη με τον σεισμό(σ.σ. 1978) τη βλέπω τώρα και με το AIDS. Και είναι τραγικό αν σκεφτεί κανείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τον έρωτα στον φόβο. (…).xv»

O ποιητής καταλήγει σε ένα τσιτάτο άρνησης και διακινδύνευσης: «Εάν το AIDS είναι ικανό να πεθάνει τον έρωτα, προτιμώ να πεθάνω από AIDS για τον έρωτα!». Ενώ, έμμεσα, προσπαθεί να κατευθύνει και το δυνητικό του ακροατήριο στην άρνηση αυτή: «Χαρά σε όποιον θέλει να με ακούσει».

Η άρνηση ενίοτε γίνεται προσωπική στρατηγική διαχείρισης του φόβου που δημιουργεί η ασθένεια του AIDS. Δεν είναι άρνηση απέναντι στην ύπαρξη του ιού, αλλά κάποιου είδους απώθηση με την ψυχαναλυτική έννοια. «Το να μιλάς για το κακό είναι σαν να το κάνεις να υπάρχει», όπως θα το έθετε ο M. Duval (Γιαννακόπουλος 1998). Ο λογοτέχνης Γιάννης Παλαμιώτης αφηγηματοποιεί την επιθυμία του να μη διαγνωστεί και να μη λάβει θεράπεια. Τη θεωρεί μάταιη.

«Θα μπορούσα να ξέρω αν προσβλήθηκα, αρκεί να κάνω σχετικές εξετάσεις, αλλά δεν πρόκειται. Φοβάμαι την παρατραβηγμένη πιθανότητα ν΄ανήκω στους ελάχιστους, προς το παρόν, άτυχους. Θα πέθαινα πρόωρα από μαρασμό εκτός κι αν αυτοκτονούσα. Προτιμώ να σαπίζω αργά αργά με την αμφιβολία συμπαραστάτη.xvi»

Αυτή η στρατηγική εγγράφεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε μια συνωμοσιολογική θέαση της ασθένειας. Λίγο παρακάτω ο Παλαμιώτης διαπιστώνει με μια δόση ειρωνείας και εσωτερικευμένης ομοφοβίας: « Οι επιστήμονες που, κατόπιν εντολών εφηύραν τον θάνατό μας, πρέπει να ήταν μεγαλοφυείς. Ιός που ευκολότερα απορροφάται από το πολυχρησιμοποιημένο παχύ έντερο των ομοφιλόφυλων, δεν είναι εύκολη και αστεία υπόθεση…»

Ιατρική πληροφόρηση

Τα κινηματικά περιοδικά ασκούν έναν παιδαγωγικό ρόλο για την κοινότητα των ομοφυλόφιλων. Εκπαιδεύουν τους αναγνώστες για τις ασφαλείς πρακτικές με έναν τρόπο πιο ευθύ, που ενίοτε παίρνει διαζύγιο από την αστική ευγένεια. Επρόκειτο για επικοινωνιακή πολιτική του σοκ. Η πρώτη τηλεοπτική επώνυμη εμφάνιση ενός άντρα ομοφυλόφιλου γίνεται το 1985 από τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο, μέλος τότε του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλόφιλων Ελλάδος, για να τοποθετηθεί στο ζήτημα του AIDS. Επιλέγει να πει «να χύσει μες στο σώμα του άλλου» αντί του «κοσμιότερου», «εκσπερματίσει» και δικαιολογεί την υφολογική επιλογή του από τηλεόρασης λέγοντας «προτιμώ ένα χωριό σοκαρισμένο από ένα χωριό μολυσμένο»xvii.

Υφολογικά ο λόγος των ακτιβιστών γίνεται πιο αυστηρός, ειδικά από το 1986 και μετά, όταν έχουν συνέλθει από το πρώτο μούδιασμα:

«Καλούμε όλους τους φίλους και αναγνώστες μας να εκλάβουν το κείμενο αυτό πολύ σοβαρά, γιατί το AIDS μπορεί να γίνει η σοβαρότερη απειλή για την απελευθέρωση της ομοφυλοφιλίας. Εξ’ άλλου δεν υπάρχει εγγύηση ότι η φρικτή αυτή επιδημία δε θα πλήξει θανάσιμα ένα μεγάλο αριθμό ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων.xviii».

Το εκτενές άρθρο του ΑΜΦΙ στο εικοστό τεύχος παρέχει πληροφορίες για τη φύση, τη συμπτωματολογία, τον τρόπο μετάδοσης, τα μέτρα προστασίας. Μάλιστα συνιστά αυτό που απευχόταν και ξόρκιζε λίγα χρόνια πριν, τη μείωση δηλαδή του αριθμού των διαφορετικών ερωτικών συντρόφων. Δίνει συμβουλές, που εγγράφονται σε αυτό που θα λέγαμε «υγιεινό lifestyle», το οποίο είναι εν μέρει απάντηση στην επιδημία του HIV/AIDS. Καταδικάζεται η άρνηση του κινδύνου ως «μη υγιής αντίδραση». Ενδεικτικό, επίσης είναι ότι το ΑΚΟΕ και το ΑΜΦΙ παρέχουν γραμμή για τηλεφωνική επικοινωνία παντός ενδιαφερομένου με τα θέματα αυτά.

Οι πληροφορίες που παρέχονται διακρίνονται από οικονομία λόγου και απλότητα. Λόγου χάρη: «Η είσοδος του ανδρικού οργάνου στον πρωκτό(χωρίς προφυλακτικό) είναι ο κυριότερος τρόπος μετάδοσης του ιού και για τους δύο. Το μολυσμένο σπέρμα εισέρχεται εύκολα στο αίμα. Αλλά και το ανδρικό όργανο που έρχεται σε επαφή με τα τοιχώματα του ορθού όπου υπάρχουν μολυσμένα κύτταρα μπορεί να μολυνθεί από αφανείς αμυχές.xix» Αλλού: «ο αυνανισμός(μαλακία) αμοιβαίος ή όχι δεν είναι επικίνδυνος. Όλες οι μορφές ερωτικής απόλαυσης με επαφή δερματική, χάϊδεμα, τρίψιμο κ.λ.π. δεν είναι επικίνδυνες.xx»

Επιστρατεύεται αριστοτεχνικά το χιούμορ στη διαμεσολάβηση που κάνουν οι κινηματίες μεταξύ ιατρικής γνώσης και κοινωνικού σώματος:

«Εντάξει, υπάρχει και το AIDS. Και τι πρέπει να κάνουμε; Να πεθάνουμε από το φόβο μας; Εγώ δηλαδή τι να πω που κάνω και πορνεία; Ε; … Απλά χρησιμοποιείτε ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ!!! Υπάρχουν μάλιστα και σε διάφορα χρώματα που τα χρησιμοποιείτε ανάλογα με το χρώμα των ματιών του παρτενέρ σας για να είναι ασορτί. Εγώ μάλιστα για να είναι η φάση με στυλ τους βάζω και φιόγκο στο τέτοιο τους. Χαράλαμπε, τι θα έλεγες για κανέναν φιόγκο; Προσοχή!!! Μηνχρησιμοποιείτε βαζελίνη. Η σύνθεσή της σπάει το προφυλακτικό.xxi»

Φυσικά δε λείπουν οι συνεντεύξεις από γιατρούς και ειδικούς πάνω στον HIV/AIDS, όπως αυτή που δίνει στο Κράξιμο ο καθηγητής επιδημιολογίας και βιοστατιστικής της υγειονομικής σχολής Αθηνών, Γεώργιος Παπαευαγγέλου τον Μάη του 1986. Ο καθηγητής εμφορείται από ψυχραιμία και αφίσταται από τον ηθικό πανικό που κατακλύζει τον δημόσιο λόγο. Αναφέρει σε ένα σημείο: « Το AIDS είναι μια αρρώστια που δεν είναι δυνατό να καταπολεμηθεί με αστυνομικά μέτρα. Θα καταπολεμηθεί μόνο με σωστή πληροφόρηση και αντιμετώπιση, χωρίς να πανικοβληθεί κανείς.xxii

Καταγγελία διακρίσεων

Η γραφίδα των συντακτών καταφέρεται συχνά εναντίον των διακρίσεων στον εργασιακό χώρο, στο σύστημα υγείας και γενικά ενάντια στην άλογη συμπεριφορά που στιγματίζει και ταπεινώνει τους φορείς του HIV ή όσους εκλαμβάνονται στους φορείς. Τα κινηματικά υποκείμενα καταγγέλλουν σταθερά τις στιγματιστικές και διακριτικές συμπεριφορές. Ένα αξιοσημείωτο περιστατικό που αποτυπώνει τον πανικό και την ελλιπή πληροφόρηση είναι το ακόλουθο:

«Ο πιλότος της πτήσης 471 ΟΑ στις 6:20 π.μ. της 19.8.87 ενημέρωσε το πλήρωμα για την παρουσία ενός Αυστραλού υπηκόου, που έπασχε από AIDS και συνοδευόταν από γιατρό. Το πλήρωμα αναστατώθηκε και κατέβηκε από το αεροπλάνο αρνούμενο να ταξιδέψει και ζήτησε να κατέβει ο επιβάτης και να γίνει απολύμανση στο αεροπλάνο. Συζητήσεις 30 λεπτών οδήγησαν στην έξοδο του επιβάτη που υποχρεώθηκε να ταξιδέψει με άλλη εταιρία, ενώ το πλήρωμα δεν επέμεινε στο θέμα της απολύμανσης. Η ΟΑ δεν έκανε καμμιά ανακοίνωση για την καθυστέρηση ή τη στάση του πληρώματος.xxiii»

Δε λείπουν καταγγελίες για απολύσεις εργαζομένων φορέων του HIV, για πλημμελή άσκηση των ιατρικών καθηκόντων και για δημόσιο στιγματισμό. Ενίοτε οι ακτιβιστές υιοθετούν ένα πολεμικό ύφος απέναντι στους γιατρούς:

«Πρόσφατα γράφτηκε στις εφημερίδες ότι οι γιατροί του «Ιπποκράτειου» αρνήθηκαν να νοσηλεύσουν ασθενή με AIDS. Τη στιγμή που αποδεδειγμένα πλέον ο ιός δε μεταδίδεται με την απλή “κοινωνική επαφή”, πώς μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς αυτά τα υποκείμενα που κάποτε είχαν δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη; Και

πόση είναι η ευθύνη τους σαν ηθικά υπεύθυνοι για τη συμβολή τους με την ενέργεια αυτή στην αύξηση της κοινωνικής απομόνωσης των θυμάτων και του ιού; Φρίκη και αηδία…xxiv»

Κείμενα σαν το παραπάνω είναι διάτρητα από συναισθήματα και μας αναγκάζουν τον μελετητή της συλλογικής δράσης να τα λάβει σοβαρά υπόψη. Πένθος, φόβος οργή, δέσμευση για δράση ίσως συμπυκνώνουν το συναισθηματικό εύρος των κινηματιών. Δεδομένου δε ότι τα κοινωνικά κινήματα αφενός παρέχουν ένα κοινό λεξιλόγιο αφετέρου ασκούν έναν παιδαγωγικό ρόλο σχετικά με το ποια συναισθήματα είναι «έγκυρα» και ποια όχι, μπορούμε να εικάσουμε ότι τέτοια ήταν και τα συναισθήματα του ακροατηρίου τους (Gould 2009).

Το «ΑΜΦΙ» και το «ΚΡΑΞΙΜΟ» αποδίδουν ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την αύξηση των διακριτικών συμπεριφορών στον mainstream Τύπο. Τα παραδείγματα είναι πολλά, ιδιαίτερα εύγλωττο είναι όμως αυτό που αναδημοσιεύει το ΑΜΦΙ από την εφημερίδα Έθνος:

«Προσοχή: τραβεστί έχουν ΑΙDS. Στην οδό Σπύρου Λούη μένουν δύο τραβεστί, ένας ξανθός και ένας καστανός. Εξακριβώθηκε πως έχουν AIDS. Καλλιθεάτες ξεσηκωθείτε και κάντε τους να φύγουν από την περιοχή μας. Να γλιτώσουμε από την εστία της μολύνσεως. Σώστε τα παιδιά μας. Το κείμενο αυτό κυκλοφόρησε στους δρόμους και στα σπίτια της Καλλιθέας. Το δημοσιεύουμε γιατί δείχνει ξεκάθαρα που μπορεί να οδηγήσει η κυβερνητική αδράνεια.xxv»

Οι ομοφυλόφιλοι ακτιβιστές αναφέρονται –ορθά – σε πρακτικές υψηλού κινδύνου και όχι σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Η προβληματική έννοια της «ομάδας υψηλού κινδύνου» υπαινίσσεται πως a priori oι ομοφυλόφιλοι άνδρες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κινδύνο ως να επρόκειτο για κάποιου είδους άφευκτο πεπρωμένο που τους χαρακτηρίζει. Η εστίαση στις πρακτικές είναι ασφαλέστερη και για να δανειστούμε τα λόγια της Nettleton «Εσείς και εγώ αντιμετωπίζουμε τον ίδιο ακριβώς κίνδυνο να μολυνθούμε από τον ιό με έναν ομοφυλόφιλο που κάνει ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών και ζει στο Εδιμβούργο(μια πόλη με συγκριτικά υψηλή επίπτωση του AIDS), αν ακολουθούμε «επισφαλείς» πρακτικές (Nettleton 2002). Έτσι, η παραίνεση του «Ελεύθερου Τύπου» στους αναγνώστες να «μην κάνουν ομοφυλόφιλες σχέσεις» κρίνεται ως απαράδεκτη από το περιοδικό «ΑΜΦΙxxvi».

Οι διακρίσεις προς τα οροθετικά άτομα μας εκπλήσσουν σε μέγεθος, ευρηματικότητα και ανορθολογικότητα. Μαγαζιά αρνούνται τις συναλλαγές με φορείς του HIV, τα γραφεία κηδειών ζητούν πολλαπλάσια αμοιβή, τα παιδιά των φορέων δε γίνονται δεκτά σε παιδικούς σταθμούς. Οι φορείς που η κατάστασή τους γινόταν γνωστή κινδύνευαν με εξώσεις από τα σπίτια τους, με περιθωριοποίηση, ακόμα και με διακριτικές συμπεριφορές από το ιατρικό προσωπικό (Σιβρή 2001).

Θεσμικές διεκδικήσεις

Τα κινηματικά υποκείμενα επαινούν επίσης τις πρακτικές εκείνες που κρίνουν ως θετικές και ζητούν έμμεσα την υιοθέτησή τους από την ελληνική κοινωνία. Έτσι, λόγου χάρη, επικροτούν λόγου χάρη την απόφαση των ισλανδικών αρχών να χορηγήσουν δωρεάν προφυλακτικά σε κάθε έφηβο άνω των 15 ετών ως καλή πρακτική πρόληψηςxxvii και αναμένουν κάτι τέτοιο και από την ελληνική πολιτεία. Απαιτούν ποιοτικό έλεγχο στα προφυλακτικά, γιατί όπως λένε «δε θέλω να βρεθώ στον άλλο κόσμο εξαιτίας ενός χαλασμένου προφυλακτικούxxviii».

Βέβαια, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Ζητούν οι ενημερωτικές εκστρατείες να συμπεριλάβουν οδηγίες για τη σωστή χρήση του προφυλακτικού, αλλά και να πληροφορηθούν οι πολίτες για πιο ασφαλείς πρακτικές όπως ο αμοιβαίος αυνανισμόςxxix.

Τα κινηματικά υποκείμενα διεκδικούν ανώνυμο τεστ και προαιρετικό, γιατί σε αντίθετη περίπτωση οι φορείς θα έρθουν αντιμέτωποι με διακρίσεις στο επίπεδο της εργασίας, της υγείας και της κοινωνικής ζωής.

Το AIDS ήταν ευχή και κατάρα μαζί για την ελληνική gay κοινότητα. Συνέπεσε με τα πρώτα κινηματικά βήματα, της αφαίρεσε πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό, επανάφερε τα στερεότυπα που χρησιμοποιούν την ασθένεια σαν μεταφορά για τους γκέι άντρες. Από την άλλη διασύνδεσε το κίνημα των ομοφυλόφιλων με άλλα κινήματα και το κατέστησε θεσμικό συνομιλητή με πιο ενδεικτικό παράδειγμα το υπουργείο υγείας που ενέταξε λόγου χάρη τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο σε συμβουλευτική επιτροπή για το AIDS.

Βιβλιογραφία

Bérubé, Allan. 2011. My Desire for History: Essays in Gay, Community, and Labor History.

Edited by John D’Emilio and Estelle B. Freedman. Chapel Hill: The University of North Carolina Press.

Boulé, Jean – Pierre. 2002. HIV histories: The Archaeology of AIDS Writing in France, 1985- 1988. Liverpool: Liverpool University Press.

Brier, Jennifer. 2004. AIDS and people with AIDS. Vol. 1, in Encyclopedia of lesbian, gay,

bisexual, and transgender history in America, by Marc Stein, 27-34. New York: Charles Scribner’s Sons, Gale Group.

Broqua, Cristophe. 2016. “AIDS Activism from North to Global.” In The Ashgate Research

Companion to Lesbian and Gay Activism, by David Paternotte and Manon Tremblay, translated by Sharon Calandra, 58-72. New York: Routledge.

Castiglia, Christopher, and Christopher Reed. 2012. If memory serves: gay men, AIDS, and the

Promise of the Queer Past. Minneapolis, London: University of Minnesota Press.

Curran, James. 1998. “Foreword the eras of AIDS.” In Encyclopedia of AIDS: a social, cultural, and scientific record of the HIV epidemic, by Smith A. Raymond. Chicago, London: Fitzroy Dearborn Publishers.

Gould, Dborah B. 2009. Moving Politics: Emotion and ACT UP’s Fight against AIDS. Chicago: University of Chicago press.

Heaphy, Brian. 1996. “Medicalisation and Identity Formation: Identity and Strategy in the Context of AIDS and HIV.” In Sexual Cultures Communities, Values and Intimacy, by Jeffrey

Weeks and Janet Holland, 139-160. London: Macmillan Press.

Mcvinney , Donald, and Michael Shernoff. 1998. “Drug Use.” In Encyclopedia of Aids: A social, political, cultural, and scientific record of the HIV epidemiv, by Raymond A. Smith, 264- 267. Chicago, London: Fitzroy Dearborn Publishers.

Nettleton , Sarah. 2002. Κοινωνιολογία της υγείας και της ασθένειας. Translated by Ανθή Βακάκη. Αθήνα: Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός.

Nielsen, Stine, and Jeffrey V. Lazarus. 2006. “HIV/AIDS country pro les for the WHO European Region.” In HIV/AIDS In Europe: Moving from death sentence to chronic disease management, by Srdan Matic, Jeffrey V. Lazarus and Martin C. Donoghoe. Copenhagen: World Health Organization.

Rubin, Gayle. 2006. “Σκέψεις για τη Σεξουαλικότητα.” In Σεξουαλικότητα: θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας, by Κωστας Γιαννακοπουλος, translated by Λιόπη Αμπατζή, 401-469. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

UNAIDS, WHO. 2003. History of the HIV/AIDS epidemic with emphasis on Africa. New York: United Nations Secretariat.

Weeks, Jeffrey. 2003. Sexualtity. 2nd edition. New York: Routledge.

Γιαννακόπουλος, Κώστας. 1998. “Πολιτικές σεξουαλικότητας και υγείας στην εποχή του AIDS.” Σύγχρονα Θέματα (66): 76-86.

Θεοδωρακόπουλος, Λουκάς. 2005. “ΑΜΦΙ” και Απελεθεύρωση. Αθήνα: Πολύχρωμος Πλανήτης.

Ιωαννίδη, Νικ. Ελισάβετ. 1996. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της σεξουαλικής συμπεριφοράς στην αντιμετώπιση του AIDS. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Σιβρή, Χρυσάνθη. 2001. Το AIDS ως κοινωνική νόσος: η περίπτωση της Ελλάδας. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.

i Ανακοίνωση στην ημερίδα προς τιμήν της ιστορικού Κατερίνας Γαρδίκα από τους μαθητές της. Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών, 8/12/2017

ii Πράγματι, η πληροφόρηση για το AIDS στην Ελλάδα προηγείται της εμφάνισης των πρώτων περιστατικών. Για αυτό και ΣΕΑΑ(σύνδρομο επίκτητης ανοσοβιολογικής ανεπάρκειας) δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρέως και αντ’ αυτής επικράτησε ο διεθνής όρος AIDS (Ιωαννίδη 1996). Η αναπαράσταση του AIDS ως ξενόφερτης ασθένειας είναι σχετικά ανθεκτική και όπως λέει ο Γιαννακόπουλος «οι Έλληνες θεωρούν ότι η χώρα τους έχει τον μικρότερο αριθμό οροθετικών και αρρώστων του AIDS στην Ευρώπη» (Γιαννακόπουλος 1998).

iii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τύχος 16-17, Αθήνα, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1984, σελ, 88-89

iv ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 14

v ΑΜΦΙ, Β’ περίοδος, τεύχος 12-13, Αθήνα, Χειμώνας 1982, σελ. 83

vi Πρόκειται για μια ιδεολογική φόρμα που επηρεάζει βαθιά την σκέψη μας για το σεξ και αφορά στο ότι «οι δυτικοί πολιτισμοί γενικά θεωρούν το σεξ ως μια επικίνδυνη, καταστροφική, αρνητική δύναμη. Το μεγαλύτερο μέρος της χριστιανικής παράδοσης, ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο, υποστηρίζει ότι το σεξ είναι εγγενώς αμαρτωλό.(…) Το σεξ θεωρείται ένοχο μέχρι να αποδειχτεί αθώο. (Rubin 2006)

vii ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ.6

viii ΑΜΦΙ, Β’ περίοδος, τεύχος 12-13, Αθήνα, Χειμώνας 1982, σελ. 84

ix ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 16

x ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 16

xi Το Κράξιμο, τεύχος 6, Αθήνα, Μάιος 1986

xii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 16-17, Αθήνα, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1984, σελ, 86

xiii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 16-17, Αθήνα, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1984, σελ, 88

xiv Κράξιμο, τεύχος 8, Αθήνα, Απρίλης – Μάης 1988.

xv Κράξιμο, τεύχος 9, Αθήνα, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1989, σελ. 15

xvi Κράξιμο, τεύχος 7, Αθήνα, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1987, σελ. 2

xvii Συνέντευξη του Γρηγόρη Βαλλιανάτου στον Αντώνη Μποσκοϊτη, στη διαδικτυακή Lifo, 4/12/2017, http://www.lifo.gr/articles/lgbt_articles/171505, τελευταία επίσκεψη 4/12/2017

xviii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 14

xix ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ.6

xx ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ.6

xxi Κράξιμο, τεύχος 7, Αθήνα, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1987.

xxii Κράξιμο, τεύχος 6, Αθήνα, Μάιους 1986, σελ. 4

xxiii ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ. 7

xxiv Κράξιμο, τεύχος 6, Αθήνα, Μάιους 1986, σελ. 2

xxv ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, τεύχος 2, Αθήνα. Ιούλιος – Αύγουστος 1987,σελ. 44

xxvi ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, τεύχος 2, Αθήνα. Ιούλιος – Αύγουστος 1987,σελ. 46

xxvii ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος τεύχος 1, Αθήνα, Μάϊος 1987, σελ. 7

xxviii Κράξιμο, τεύχος 10, Αθήνα, τέλη 90, σελ. 7

xxix Κράξιμο, τεύχος 8, Αθήνα, Απρίλης – Μάης 1988.