Latest Posts

You are triggering me! Η νεοφιλελεύθερη ρητορική της βλάβης, του κινδύνου και του τραύματος

του Jack Halberstam

Παρακολουθούσα πρόσφατα το The Life of Brian (1979) από τους Monty Pythons, ένα ξεκαρδιστικό ξαναγράψιμο της ζωής και του θανάτου του Χριστού, και διαπίστωσα πόσο αισχρά θα έδειχναν σήμερα τα αστεία από την ταινία. Στην πραγματικότητα, η ταινία, με τη θρησκευτική σάτιρα και τις σκηνές του Χριστού και των ληστών να τραγουδούν στο σταυρό, δεν θα προβαλόταν ποτέ σε ένα σημερινό σινεμά. Το The Life of Brian σαφώς έγινε δεκτό ως αμφιλεγόμενο στις μέρες του αλλά όταν οι λογοκριτές προσπάθησαν να καταστείλουν την ταινία σε αρκετές διαφορετικές χώρες, η ομάδα των Monty Pythons χρησιμοποίησε την ανθηρή αίσθηση του χιούμορ της προς όφελός της. Έτσι, όταν η ταινία απαγορεύθηκε σε κάποια μέρη, της έδωσαν ένα σλόγκαν όπως: “Τόσο αστεία που απαγορεύθηκε στη Νορβηγία!”

Το χιούμορ, γενικά, βασίζεται στο απρόσμενο (“Κανείς δεν αναμένει την Ισπανική Ιερά Εξέταση!”), στην επανάληψη σε σημείο γελοιότητας “μπορείς έχεις αυγά, μπέηκον και σπαμ – σπαμ, αυγά, σπαμ και λουκάνικο – ή σπαμ, σπαμ, σπαμ και σπαμ!”), χαζομάρα, ασυνέχειες, καρικατούρες και ένα αναρχικό χαρμάνι σοβαρού και σατιρικού. Και το χιούμορ είναι κάτι για το οποίο οι φεμινίστριες ιδιαίτερα, αλλά οι ριζοσπαστικές πολιτικές γενικότερα, κατηγορούνται ότι έχουν έλλειψη. Πρόσφατες διαμάχες μέσα στις κουήρ κοινότητες γύρω από τη γλώσσα, την αργκό, τη σατιρική ή ειρωνική αναπαράσταση και τις αντιλήψεις της βλάβης ή του προσβλητικού έχουν δημιουργήσει αρκετή διαμάχη με πολύ λίγο χιούμορ πρόσφατα, οδηγώντας σε απαιτήσεις για απαγορεύσεις, λογοκρισία και αλλαγές ονομάτων.

Οι λογομαχίες μεταξύ ανθρώπων που μοιράζονται ουτοπικούς σκοπούς, στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι καινούργιο. Θυμάμαι που φανερώθηκα στα 70s και στα 80s μέσα σε έναν κόσμο πολιτισμικού φεμινισμού και λεσβιακού σεπαρατισμού. Μετά δυσκολίας θα υπήρχε μια εκδήλωση τα χρόνια εκείνα δίχως κάποια να αισθανθεί παραβιασμένη, πληγωμένη, τραυματισμένη από την άσχημα διατυπωμένη ερώτηση κάποιας, την κακή επιλογή λέξεων άλλου ατόμου ή απλά από έστω την υποψία αρώματος στο δωμάτιο. Άτομα με διάφορα είδη εξάντλησης, εύκολα ενεργοποιήσιμων αλλεργιών, άσχημα διαχειριζόμενου τραύματος σταματούσαν διαρκώς τις διαδικασίες για να φωνάξουν με δυνατές φωνές πόσο άσχημα ένιωσαν γιατί κάποια είπε, κάπνισε ή ψέκασε κάτι κοντά τους ώστε είχε βρομίσει τον χώρο που ανέπνεαν. Άλλες προχωρούσαν σε προσαρμογές, ελάττωναν τη χρήση αποσμητικού, προσπαθούσαν να αποφύγουν την πατριαρχική γλώσσα, σκέφτονταν πριν μιλήσουν, κρατούσαν η μία την άλλη, έκλαιγαν, μελαγχολούσαν και τελικά αποσυνθέτονταν σε ένα ακατάστατο, απαράδεκτο έλος κλαψουριασμένων, υπο-αλλεργικών, ψυχοσωματικών, anti-sex, anti-porn, pro-drama, υπέρ της επεξεργασίας μετα-πολιτικά υποκείμενα.

Οι πολιτικοί καιροί αλλάζουν και καθώς τα 80s δώσανε τόπο στα 90s, καθώς ο κλαψιάρης λευκός φεμινισμών των κυριών έδωσε τόπο για να αποκαλυφθεί ένας πολυφυλετικός, μεταδομιστικός, διαθεματικός φεμινισμός πολύ μεγαλύτερης προέλευσης, ο κόσμος άρχισε να γελά, να χαλαρώνει, άτομα υπερνίκησαν τους εαυτούς τους και άρχισαν να μιλούν και να αναγνωρίζουν ότι ο εχθρός δεν ήταν ανάμεσά μας αλλά ήταν ενθυλακωμένος σε νέα, άπληστα οικονομικά συστήματα. Είναι περιττό να πω ότι για τις γυναίκες των έγχρωμων φεμινισμών τα στοιχήματα ήταν πάντα υψηλότερα και οι πολιτικές ταυτοτήτων είχαν διαδραματιστεί διαφορετικά. Αλλά, στα 90s, βιβλία για τον νεοφιλελευθερισμό, τον μεταμοντερνισμό, την έμφυλη επιτελεστικότητα και το φυλετικό κεφάλαιο έστρεψαν την προσοχή μακρυά από τον πληγωμένο εαυτό και βρήκαμε τους εχθρούς μας και, καθώς μιλούσαμε ανοιχτά και παρατηρούσαμε ότι νεοφιλελεύθερες μορφές του καπιταλισμού κάλυπταν την οικονομική εκμετάλλευση με γλώσσα ελευθερίας και απελευθέρωσης, φάνηκε σαν να είχαμε παρατήσει τις πληγωμένες εαυτές μας για νέες δημιουργίες πληθών, συλλογικοτήτων, συνεργασιών και σχεδίων λιγότερα κεντραρισμένων στα άτομα και τις συμφορές τους. Φυσικά, ισοπεδώνω κάθε είδους ιστορικών και πολιτισμικών εκδοχών μέσα σε πολλαπλές ιστορίες φεμινισμού, queerness και κοινωνικών κινημάτων. Αλλά είμαι πρόθυμη να το πράξω ώστε να υπογραμμίσω εδώ την επανεμφάνιση της ρητορικής της βλάβης και του τραύματος που φωτίζει όλες τις κοινωνικές διαφορές με όρους πληγωμένων συναισθημάτων και διαιρεί πολιτικά συνασπισμένα υποκείμενα σε ιεραρχίες βαθμών πληγώματος,

Στο σημείο αυτό, θα έπρεπε να θυμηθούμε την παρωδία “τέσσερις άντρες από το Γιορκσάηρ” από τους Monty Pythons όπου οι τέσσερεις παλιόφιλοι θυμούνται τα στερημένα παιδικά τους χρόνια – ο ένας λέει “ζούσαμε σε ένα μικρό ετοιμόρροπο σπίτι…” ο επόμενος απαντά “Σπίτι; Ήσασταν τυχεροί που ζούσατε σε σπίτι. Εμείς ζούσαμε σε δωμάτιο…” Και πετάγεται ο τρίτος με: “Δωμάτιο; Ήσασταν τυχεροί που είχατε δωμάτιο, εμείς έπρεπε να μένουμε στο διάδρομο!” Ο τέταρτος συμπληρώνει τον κύκλο: “Διάδρομος! Εμείς ονειρευόμασταν να μέναμε στο διάδρομο!” Αυτοί οι διαγωνισμοί κακουχιών, αλλά χωρίς το χιούμορ, είναι δεδομένα κομμάτια για τη “γενιά triggered” και πραγματικά, σπάνια πάω σε ένα συνέδριο, φεστιβάλ ή μάζωξη χωρίς να αναδυθεί μια διαμαρτυρία για κάποιον τρόπο αναπαράστασης που έκανε trigger κάποιον κάπου. Και καθώς ο κόσμος “εγκαλεί ο ένας τον άλλον” σε μια χορωδία από δάχτυλα που κροταλίζουν, δείχνουμε ότι χάνουμε γρήγορα κάθε αίσθηση προοπτικής και αντί να χτίζουμε συμμαχίες, αποσυναρμολογούμε σκληρά κερδισμένους συνασπισμούς για τους οποίους πολεμήσαμε.

Μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησης της προσβολής και της βλάβης έχει εστιαστεί στη γλώσσα, αργκό και ονοματοθεσία. Για παράδειγμα, ξεκίνησαν διαμάχες τους τελευταίους λίγους μήνες για την ονομασία ενός παλιού νάιτ κλαμπ στο San Francisco: “Trannyshack”, και εμφανίστηκαν επιχειρήματα για το αν η λέξη “tranny” θα έπρεπε καν να χρησιμοποιείται. Αυτές οι διαμάχες απέσπασαν την προσοχή από κάποιο κόσμο και η θρυλική queer performer, Justin Vivian Bond, ανέβασε μια ανοιχτή επιστολή στη σελίδα της στο Facebook που έλεγε στους αναγνώστες και οπαδούς ξεκάθαρα ότι “οργίζεται από αυτές τις ασήμαντες μαλακίες”. Η Bond θύμισε στους αναγνώστες ότι πολλοί άνθρωποι “είναι ευχαριστημένοι που είναι trannies” και δεν είναι ευχαριστημένοι που πρέπει να σιωπήσουν ντροπιαστικά χάριν της “αστυνομίας λέξεων”. Η Bond και άλλες έχουν επίσης αναφερθεί στο queer έθιμο της επανοικειοποίησης όρων κακομεταχείρησης και μετατροπής τους σε στοργικούς όρους αγάπης. Όταν εξαλείφουμε όρους όπως το “tranny” στο κυνήγι της αξιοπρέπειας και ενσωμάτωσης, στην πραγματικότητα ταΐζουμε πάλι τις ίδιες ακριβώς ιδεολογίες που προκαλούν την ομο- και τρανς-φοβία αρχικά! Στο The Life of Brian, ο Brian τελικά αρνείται να συμμετέχει στον αντισημιτισμό που κάνει την μητέρα του να το αποκαλεί “Ρωμαίο”. Σε μια γενναία “coming out” ομιλία λέει: “Δεν είμαι Ρωμαίος μαμά, είμαι Οβριός, yid, heebie, ένας γαμψομύτης, είμαι kosher μαμά, είμαι ένας πεζός της Κόκκινης Θάλασσας και περήφανος για αυτό!”

Και τώρα για κάτι τελείως διαφορετικό… Η διαμάχη σχετικά με τον όρο “tranny” δεν είναι ένα μοναδικό συμβάν. Τέτοιες συμπλοκές έχουν γίνει ένα μάλλον προβλέψιμο και τακτικό κομμάτων όλων των ειδών από συνέδρια και συναντήσεις. Πράγματι, γίνεται δύσκολο να μιλήσεις, να εκτελέσεις μια εργασία, να προσφέρεις έργο στις μέρες μας δίχως κάποια, κάπου να ισχυρίζεται ότι αισθάνεται βλάβη, ότι επανατραυματίζεται από ένα πολιτιστικό γεγονός, μια ζωγραφιά, ένα θεατρικό έργο, μια ομιλία, μια χαλαρή χρήση της αργκό, έναν χαρακτηρισμό, μια καρικατούρα και ούτως καθεξής είτε ο “βλαπτικός” λόγος/χαρακτηρισμός συμβαίνει εντός ενός περίπλοκου αισθητικού έργου είτε όχι. Σε ένα συνέδριο, ένα θεατρικό έργο που έφερνε στο προσκήνιο τον ακρωτηριασμό του γυναικείου σώματος στο 17ο αι. απορρίφθηκε ως τρανς-φοβικό και κατέστη η ευκαιρία για πολλαπλές δημόσιες συζητήσεις για να συζητηθεί η βλάβη που επέβαλλε σε τρανς άτομα παρόντα στην παράσταση. Ένα άλλο κομμάτι σε αυτήν την παράσταση στο συνέδριο είχε έναν χαρακτήρα “μάντισσας” που κατηγορήθηκε για οριενταλιστική στερεοτυπία. Σε μια άλλη εκδήλωση που παρακολούθησα η οποία εστίαζε στις κουήρ αρρενωπότητες, οι διοργανωτές κατηγορήθηκαν ότι περιθωριοποιούσαν τις κουήρ θηλυκότητες. Και σε ένα μάθημα που παρέδιδα πρόσφατα ήταν ένα νεαρό άτομο που υποτίθεται ότι ανησυχούσε μην τυχόν κάνει “trigger” μια τρανς φοιτήτρια χρησιμοποιώντας τις λάθος αντωνυμίες σε σχέση με έναν τρίτο φοιτητή που δεν έδειχνε να ενοχλείται από αυτό! Μια άλλη φοιτήτρια μου είπε πρόσφατα ότι είχε γίνει “triggered” σε ένα μάθημα για την αποικιοκρατία με την προβολή του The Battle of Algiers. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι προσβεβλημένες ομάδες απαιτούν απολογίες και δίνονται υποσχέσεις ότι μελλοντικές επαναλήψεις του τάδε ή του δείνα θεατρικού κομματιού θα έχει κομμένα όλα τα προσβλητικά μέρη. Ή, όπως στην περίπτωση του “Trannyshack”, το όνομα του κλαμπ άλλαξε.

Όσο αναγωγιστικές έχουν γίνει τέτοιες αντιδράσεις σε αισθητικό και ακαδημαϊκό υλικό, τόσο έχουν υπερ-απλουστευθεί οι ορισμοί του τραύματος μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Υπάρχουν περίπλοκοι λόγοι για το τραύμα άμεσα διαθέσιμοι ως συνέπεια εργασία δεκαετιών για τη μνήμη, την πολιτική βία και κακοποίηση. Αυτό το έργο μάς έχει προσφέρει πολλαπλές θεωρίες για τους τρόπους που η φορτισμένη μνήμη του πόνου, της κακοποίησης, του βασανιστηρίου ή της φυλάκισης μπορεί να επαναφλεγεί από καταστάσεις ή συσχετισμούς που προκαλούν βαθιά κρυμμένες μνήμες να υπερχειλίσουν πίσω στο σώμα με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Αλλά όλη αυτή η δουλειά, από τις Shoshana Felman Macarena Gomez-Barris, Saidiya Hartman, Cathy Caruth, Ann Cvetkovic, Marianne Hirsch και άλλες, έχει σπρωχτεί στην άκρη κατά το τρέχον κύμα των πολιτικών των θλιμμένων.

Ισχυρισμοί ότι γίνεσαι triggered απεργάζοται τις κυριολεκτικές αντιλήψεις περί συναισθηματικού πόνου και διαμορφώνουν τα τραυματικά γεγονότα ως ελάχιστα θαμμένη βλάβη που μπορεί εύκολα να ανέλθει ξανά στην επιφάνεια σε σχέση με οποιαδήποτε μορφή αναπαράστασης ή συσχετισμού που προσομοιάζει ή ακόμα απλά αναπαριστά το θέμα της αρχικής επίπονης εμπειρίας. Και έτσι, ενώ στο παρελθόν, στρεφόμασταν στα μυστικιστικά σημειωματάρια του Φρόυντ για να σκεφθούμε τη μνήμη ως ένα παλίμψηστο, θάβοντας υλικό κάτω από στρώσεις αναγραφών, τώρα βλέπουμε τη μνήμη σαν ένα ενεργό καλώδιο που στέκεται στην ψυχή περιμένοντας για ένα σπινθήρα. Εκεί που κάποτε βλέπαμε την ανάκληση του τραύματος ως ένα σύνολο από αινιγματικά συμπτώματα που κινούνται στο σώμα, τώρα ο κόσμος αναγάγει την επαναφορά στην επιφάνεια μιας επίπονης μνήμης στον γενικό όρο “trigger”, φανταζόμενος ότι ο συναισθηματικός πόνος είναι κατά κάποιο τρόπο παρόμοιος με ένα τραβηγμένο μυ – ως κάτι που πονά όποτε χρησιμοποιείται, και ως ζημιά που χρήζει προστασίας.

Δεκαπέντε με είκοσι χρόνια πριν, βιβλία σαν το States of Injury της Wendy Brown (1995) και το The Melancholy of Race: Psychoanalysis, Assimilation and Hidden Grief της Anna Cheng (2001) ρωτούσαν τις αναγνώστριες να σκεφτούν πώς τα παράπονα γίνονται πένθος, πώς οι πολιτικές φθάνουν να απαιτούν ζημία και πώς μια νεοφιλελευθερη ρητορική του ατομικού πόνου συσκοτίζει τις βίαιες πηγές της κοινωνικής ανισότητας. Αλλά, νεώτερες γενιές από κουήρ δείχνουν να έχουν ακούσει μόνο ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας και αντί να αναγνωρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός ακριβώς δουλεύει ψυχολογικοποιώντας την πολιτική διαφορά, εξατομικεύοντας δομικές εξαιρέσεις και μυστικοποιώντας την πολιτική αλλαγή, κάποιοι πρόσφατοι ακτιβιστές φαίνεται ότι έχουν εξισώσει τον κοινωνικό ακτιβισμό με περιγραφικές δηλώσεις σχετικά με την ατομική βλάβη και τον ψυχικό πόνο. Επιτρέψτε μου να είμαι ξεκάθαρη – το να λες ότι νιώθεις πληγωμένη από την χρήση από ένα άλλο κουήρ άτομο μιας επαναοικειοποιημένης λέξης όπως tranny και το να οργανώνεσαι ενάντια στη χρήση αυτής της λέξης ΔΕΝ είναι κοινωνικός ακτιβισμός. Είναι λογοκρισία.

Σε μια κοινωνία μετα-καταφατικής δράσης, όπου ακόμα και οι πρόσφατες ιστορίες πολιτικής βίας όπως η δουλεία ή το λυντσάρισμα παρουσιάζονται σαν ένα μακρινό και άσχετο παρελθόν, όλοι οι ισχυρισμοί στις δυσκολίες έχουν παρουσιαστεί ως ίσοι. Και μερικοί σπουδαστές, συνηθισμένοι να πετάνε βιαστικά ιστορίες από επίπονα γεγονότα της παιδικής ηλικίας τους (νεκρά κατοικίδια/παπαγάλοι, κάποιος τραυματισμός σε άθλημα) στις αιτήσεις των κολεγίων και άλλων τέτοιων ιδρυμάτων, έχουν φτάσει να θεωρούν τους εαυτούς τους ως κοινότητες γυμνών, τρεμουλιαστών, ταραγμένων μικρών εαυτών – υπερβολικά ευάλωτων για να σηκώσουν ένα αστείο, υπερβολικά κατεστραμμένων για να πουν κάποιο. Στις κουήρ κοινότητες, μερικοί άνθρωποι είναι τώρα δεσμευμένοι σε μια εκδοχή “It Gets Better” της καλλιέργειας της συνείδησης εντός της οποία αυτοκτονικοί, κατατεθλιμμένοι και θύματα του bullying νεαροί γκέι και λεσβίες μάχονται σαν αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι σε ένα κατεστραμμένο αρκτικό τοπίο να τα καταφέρουν να διανύσουν τον χειμώνα της παιδικής ηλικίας. Με τη βοήθεια φιλικών ενήλικων, ψυχοθεραπείας, κουήρ νεανικών ομάδων και εθνικών εκστρατειών, αυτοί οι ίδιοι νέοι εξωτερικεύουν αφηγήσεις βλαβών που οι ίδιοι μπορεί να έχουν βιώσει ή μπορεί και όχι στην πραγματικότητα. Οι κουήρ ομάδες νεολαίας ιδιαίτερα εγκαθιστούν μια αφήγηση τραύματος και ενθαρρύνουν την LGBT νεολαία να θεωρεί τον εαυτό της ως “σε κίνδυνο” και “αβέβαιο” είτε νιώθει είτε δεν νιώθει έτσι για τον εαυτό της, είτε το coming out ως LGB ή T κατέληξε όντως σε κακοποίηση είτε όχι! Και τότε, όταν πια ξεπεράσουν ηλικιακά τις ομάδες νεολαίας τους, αυτοί οι ίδιοι LGBT νέοι γίνονται υπερευαίσθητοι σε όλα τα σημάδια και τις αποδείξεις της κακοποίησης που έχουν μάθει.

Τι σημαίνει όταν νεαρά άτομα που ωφελούνται από αρκετές γενιές πλέον κουήρ κοινωνικού ακτιβισμού από ανθρώπους στα 40 ή τα 50 τους (που στην παιδική ηλικία τους δεν είχαν καταφύγιο εκστρατείες κατά του bullying ή κοινωνικές υπηρεσίες ή πολλαπλές αναπαραστάσεις άλλων κουήρ ατόμων να χτίζουν τις ζωές τους) αισθάνονται κακομεταχειρισμένα, τραυματισμένα, εγκαταλελειμμένα, παρεξηγημένα, χτυπημένα και κατεστραμμένα; Αυτά τα νεαρά άτομα, με τις συμμαχίες τους γκέι-στρέτ, τους υποστηρικτικούς γονείς τους και το νέο δικαίωμά τους στο γάμο εκδίδουν τακτικά επικλήσεις για “ασφαλείς χώρους”. Όμως, όπως το βραβευμένο βιβλίο από το Lambda Literary Safe Space: Neighborhood History and the Politics of Violence της Christina Hanhardt δείχνει, η ατζέντα του safe space εργάστηκε σε συνδυασμό με αστικές πρωτοβουλίες για να αυξηθεί η αστυνόμευση των φτωχών γειτονιών και ο εξευγενισμός άλλων. Το Safe Space: Gay Neighborhood History and the Politics of Violence ιχνηλατεί την ανάπτυξη των LGBT πολιτικών στις ΗΠΑ το διάστημα 1965-2005 και εξηγεί πώς ο LGBT ακτιβισμός μεταμορφώθηκε από ένα πολυφυλετικό κίνημα συνασπισμών από τα κάτω με στενούς δεσμούς με ομάδες κατά της φτώχειας και αντιρατσιστικές οργανώσεις σε ένα mainstream κίνημα κατά της βίας με φιλοδοξίες για κρατική αναγνώριση.

Και, καθώς οι LGBT κοινότητες καθιστούν στην “ασφάλεια” πρώτη προτεραιότητα (κι αυτό κατά τη διάρκεια μιας εποχής μιλιταριστικής επένδυσης σε καθεστώτα ασφάλειας) και εδράζουν το κυνήγι τους για ασφάλεια σε ανταγωνιστικές αφηγήσεις για το τραύμα, η μάχη ενάντια σε επιθετικές νέες μορφές εκμετάλλευσης, ο παγκόσμιος καπιταλισμός και τα διεφθαρμένα πολιτικά συστήματα ξεχνιούνται και μένουν πίσω.

Αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος; Όταν ομάδες που μοιράζονται κοινό σκοπό, ουτοπικά όνειρα και μια από κοινού αποστολή βρίσκουν φταίξιμο μεταξύ τους αντί να ρίχνουν τις τράπεζες και τους τραπεζίτες, τους πολιτικούς και το κοινοβούλια, τους πρυτάνεις των πανεπιστημίων και τους Διευθύνοντες Σύμβουλους; Αντί να συνειδητοποιούμε, όπως το θέτουν οι Moten και Hearny στο The Undercommons, ότι “χρωστάμε η μία στην άλλη τα πάντα”, θεσπίζουμε τιμωρίες η μία για την άλλη και παρασυρόμαστε μακρυά από σχέδια που θα μπορούσαν να μας ενώσουν, και κουλουριαζόμαστε σε μικρές ομάδες νιώθοντας ερωτικά δεμένες μέσα από την αυταρέσκειά μας.

Θέλω να κάνω ένα κάλεσμα για έναν καιρό ευθύνης και εξειδίκευσης: δεν είναι όλοι οι LGBT νεολαίοι αυτοκτονικοί, ούτε υπήρξαν όλα τα LGBT άτομα υποκείμενα σε βία και bullying, και πραγματικά η τάξη και η φυλή παραμένουν πολύ περισσότερο ζωτικοί παράγοντες στη λογοδοσία για την ευαλωτότητα στη βία, τη βαρβαρότητα της αστυνομίας, τον κοινωνικό βασανισμό και την μειωμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση και τις ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Ας ρίξουμε όλες μια μακρά σκληρή ματιά στα προνόμια που συχνά αναδύονται σε δημόσιες αναπαραστάσεις πένθους και οργής. Ας αναγνωρίσουμε ότι το να είσαι κουήρ δεν σημαίνει πλέον αυτόματα ότι σε έχουν μεταχειριστεί βίαια και ας ζητήσουμε για πολύ πιο κείμενες αξιώσεις στην περιθωριοποίηση, το τραύμα και τη βία. Ας μην παίζουμε βιολί ενώ καίγεται η Ρώμη (ή το Παρίσι), ας μην παθαίνουμε trigger καθώς ανεβαίνει το νερό, ας μην θρηνούμε καθώς τα σκουπίδια συσσωρεύονται. Ας αναγνωρίσουμε αυτούς τους εσωτερικούς πολέμους ως τον περισπασμό που ήταν κάποτε. Μια φορά κι έναν καιρό, η ονομασία “κουήρ” σήμαινε μια αντίθεση στις πολιτικές ταυτοτήτων, μια δέσμευση στον συνασπισμό, ένα όραμα για εναλλακτικούς κόσμους. Τώρα έχει γίνει ένας ασθενής όρος ομπρέλα για μια συνομοσπονδία ταυτοτικών υποθέσεων. Είναι καιρός να προχωρήσουμε, να συγχύσουμε τον εχθρό, να γίνουμε ακατάληπτοι, αόρατοι, ανώνυμοι. Με τα λόγια του José Muñoz, “δεν υπήρξαμε ποτέ κουήρ”. Με τα λόγια του μεγάλου ιππότη από τους Monty Python και το Ιερο Δισκοπότηρο, “δεν είμαστε πια οι Ιππότες που λένε Ni, είμαστε τώρα οι Ιππότες που λένε ‘Ekki-ekki-ekki-ekki-PTANG. Zoom-Boing, z’nourrwringmm.’”

Φαρμακευτική καινοτομία στο τέλος της εποχής του ασύλου

Ένα χαρακτηριστικό της αλληλεπίδρασης μεταξύ ψυχίατρου και ασθενούς είναι ότι αν η μεριά του ασθενούς ληφθεί εκτός πλαισίου, όπως γίνεται στην κλινική περιγραφή, τότε αυτή μπορεί να ακούγεται πολύ παράξενη. Η μεριά του ψυχίατρου, εν τούτοις, εκλαμβάνεται ως η ίδια η λυδία λίθος για την κοινή μας άποψη της κανονικότητας. Ο ψυχίατρος, ως ipso facto σώφρων, δείχνει ότι ο ασθενής βρίσκεται εκτός επαφής μαζί του. Το γεγονός ότι είναι εκτός επαφής με τον ασθενή δείχνει ότι υπάρχει κάτι στραβό με τον ασθενή, αλλά όχι με τον ψυχίατρο.

R.D. Laing, The Politics of Experience and the Bird of Paradise

Οι ψυχιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία στις αρχές του εικοστού αιώνα είναι δίχως αμφιβολία τυχεροί που οι γιατροί τους δεν καταφεύγουν πλέον στη ψυχοχειρουργική ή τη θεραπεία κώματος ινσουλίνης, και χρησιμοποιούν το ηλεκτροσόκ με φειδώ. Οι περισσότερες από τις θεραπείες που χρησιμοποιούνται αντ’ αυτών αναπτύχθηκαν σε μια περίοδο έντονης καινοτομίας που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ανακαλύψεις αυτής της περιόδου επομένως σχημάτισαν τον τρόπο που εφαρμόζεται η ψυχιατρική σήμερα σε όλο τον κόσμο. Αποκάλυψαν επίσης μια διαλεκτική ένταση η οποία υπήρξε σταθερό μοτίβο στην ιστορία της ψυχιατρικής φροντίδας, μεταξύ εκείνων που αναζητούσαν τεχνικές συνταγές για ψυχιατρικά προβλήματα και εκείνων που έχουν επιχειρηματολογήσει ότι η ενσυναίσθηση και η θέρμη είναι τα πλέον ισχυρά θεραπευτικά όπλα διαθέσιμα στον κλινικό ιατρό.

Στις περισσότερες χώρες, η εμφάνιση των νέων θεραπειών συνέπεσε με το τέλος της εποχής του συστήματος ασύλου. Αφού αυξήθηκε από μερικές χιλιάδες το 1860 σε περισσότερες από 150.000 στις αρχές του 1950, ο ψυχιατρικός πληθυσμός στα νοσοκομεία της Βρετανίας μειώθηκε σταθερά στο δεύτερο μισό του αιώνα πέφτοντας περίπου στις 60.000 στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας. Αυτό δεν οφειλόταν επειδή λιγότεροι άνθρωποι αναζητούσαν θεραπεία αλλά γιατί οι ασθενείς που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο έπαιρναν εξιτήριο πιο γρήγορα. Το 1961 ο Υπουργός Υγείας Enoch Powell ανακοίνωσε την πρόθεση της βρετανικής Κυβέρνησης να καταργήσει εντελώς τα άσυλα στις κομητείες. Μία παρόμοια κατεύθυνση ακολουθήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το 1963 ο Πρόεδρος Κένεντι υπέγραψε τον κοινοτικό νόμο της ψυχικής υγείας και για πρώτη φορά οι πολιτείες δέχονταν την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση που απαιτούνταν για να για να ιδρύσουν τοπικά Κέντρα Ψυχικής Υγείας. Ως συνέπεια ο αριθμός των ψυχιατρικών ασθενών στα νοσοκομεία κατέρρευσε ακόμα πιο δραματικά από ότι στη Βρετανία από περίπου πάνω από μισό εκατομμύριο το 1950 σε μόλις 60.000 τα μέσα του 1990.

Διάφορες ονομασίες έχουν δοθεί σε αυτήν την τάση αλλά η πιο συχνή είναι η αποασυλοποίηση, ένας όρος που αναγνωρίζει έμμεσα τη βλάβη που προκαλούσε η κράτηση μακράς διάρκειας σε εκείνους που βρίσκονταν εντός των τειχών των ψυχιατρείων, κάποιοι εκ των οποίων δεν θα έπρεπε να είναι εκεί ποτέ αρχικά (στις αρχές του ’70 μία σειρά άρθρων στην εφημερίδα Guardian εξέτασε το σκάνδαλο γηραιών γυναικών που κρατούνταν σε βρετανικά άσυλα τα οποία οι οποίες είχαν εισαχθεί ως έφηβες όταν γέννησαν παράνομα παιδιά). Οι δυνάμεις πίσω από αυτή τη διαδικασία έχουν εξεταστεί πολύ και με πάθος αλλά κάποιες είναι δίχως αμφιβολία οικονομικές. Οι φορολογούμενοι εμφανίζονται όλο και πιο διστακτικοί να πληρώνουν τα τεράστια κόστη λειτουργίας μεγάλων ψυχιατρικών νοσοκομείων που απαιτούσαν οι ασθενείς να τρέφονται, να πίνουν και να στεγάζονται συχνά επ’ αόριστον. Ένα σύστημα στο οποίο οι ασθενείς ζούσαν στην κοινότητα, επιστρέφοντας στις ψυχιατρικές πτέρυγες κατά τη διάρκεια περιόδων κρίσης, υποσχόταν να είναι πολύ φθηνότερο.

Εξίσου σημαντική ήταν η αυξανόμενη ενημερότητα του κοινού των τρόπων που το σύστημα ασύλων κατέστρεφε ζωές. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι τρομακτικές καταστάσεις στα μεγάλα Αμερικάνικα άσυλα αποκαλύφθηκαν από αντιρρησίες συνείδησης που υπηρετούσαν στην Πολιτική Κοινωνική Υπηρεσία, ένα αναγνωρισμένο από την κυβέρνηση οργανισμό που χρηματοδοτούνταν από θρησκευτικές ομάδες που εναντιώνονταν στον πόλεμο. Σε πολλούς είχε ανατεθεί μια εργασία ως βοηθοί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία ως εναλλακτική των στρατιωτικών υποχρεώσεων. Οι παρατηρήσεις τους, που περιλάμβαναν μεγάλο μέρος συνηθισμένης και τακτικής βίας κάτω των ασθενών από πληρωμένους βοηθούς, τελικά δημοσιεύτηκαν σε ένα άρθρο στο περιοδικό Life. Αποκαλύψεις στις εφημερίδες και εκστρατείες που οργανώνονταν από ομάδες όπως το Εθνικό Συμβούλιο Για τις Πολιτικές Ελευθερίες συνέβαλαν κάπως ώστε να αποκαλυφθούν παρόμοιες βιαιότητες στη Βρετανία. Αυτές οι ανησυχίες ενισχύθηκαν στη λαϊκή κουλτούρα, με ταινίες όπως το Family Life του Ken Loach (1971) και βιβλία όπως το One Flew Over the Cuckoo’s Nest (1962) του Ken Kesey και το Zen and the Art of Motorcycle Maintenance (1974) του Robert Pirsig, τα οποία απεικόνιζαν προφανώς σώφρονες παρίες (μια έγκυο έφηβη, έναν μικροεγκληματία κι έναν παραπλανημένο φιλόσοφο αντίστοιχα) που απογυμνώνονταν από τις ταυτότητές τους από βιολόγους ψυχιάτρους που έφεραν μαχαίρια λευκοτομίας και μηχανές ηλεκτροσπασμοθεραπείας.

Σήμερα συχνά υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η διαθεσιμότητα των νέων φαρμακοθεραπειών έπαιξε επίσης ένα σημαντικό ρόλο στην εγκατάσταση της ψυχιατρικής θεραπείας στην κοινότητα, και ότι, δίχως τις κρίσιμες προόδους στη φαρμακολογία, το κλείσιμο των ασύλων δεν θα ήταν δυνατό. Οι νέες φαρμακευτικές αγωγές, υποστηρίζεται, έχουν επιτρέψει ανθρώπους με ψύχωση να ζουν σχετικά κανονικές ζωές ενώ προηγουμένως θα είχαν ανάγκη νοσοκομειακής φροντίδας. Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι απλά ιστορικός αλλά είναι μέρος της ρητορικής που χρησιμοποιείται για να δικαιολογείται η συνεχιζόμενη προτεραιότητα που δίνεται σήμερα στα φάρμακα. [Εδώ θα αναφέρουμε τις φαρμακολογικές εξελίξεις της εποχής, δίνοντας χώρο στις άλλες εξελίξεις σε μετέπειτα ανάρτηση]

Το πρώτο φάρμακο που δούλεψε

Πολλοί ιστορικοί ιχνηλατούν τη σύγχρονη εποχή της ψυχιατρικής σε ένα μεμονωμένο γεγονός, το οποίο οδήγησε στην ανανέωση του ενδιαφέροντος στις βιολογικές θεραπείες ακριβώς όταν ο ενθουσιασμός για αυτές έφθινε. Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, οι γιατροί των ασύλων είχαν χρησιμοποιήσει ένα ευρύ φάσμα από φάρμακα, για παράδειγμα βρωμίδια και βαρβιτουρικά για να δαμάσουν τη διέγερση και διεγερτικά για ασθενείς που ήταν κατεθλιμμένοι και ναρκώδεις, αλλά κανένα δεν είχε δείξει να έχει αποτελέσματα διαρκείας στη συμπεριφορά των ασθενών. Το ρήγμα εμφανίστηκε με τη μορφή ενός φαρμάκου που τώρα είναι γνωστό ως χλωροπρομαζίνη το οποίο, όταν εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας του 1950, έδειξε γρήγορα ότι είχε αποτελέσματα που εμφανίζονταν να είναι τόσο εξειδικευμένα όσο και διαρκείας. Ειρωνικά, ίσως, το άτομο που έκανε τα πρώτα βήματα για να φέρει αυτό το φάρμακο στην ψυχιατρική δεν ήταν ένας ψυχίατρος αλλά ένας γραφικός και ενεργητικός Γάλλος χειρούργος του ναυτικού που ονομαζόταν Henri Laborit. (Μετέπειτα στη ζωή του, ο Laborit συνέχισε ως δημοφιλής συγγραφέας εκλαϊκευμένης επιστήμης, διαδήλωσε κατά του ράλυ Παρίσι-Ντακάρ γιατί απεχθανόταν τους διαγωνισμούς και πρωταγωνίστησε – ως ο εαυτός του – στην ταινία Mon oncle d’Amerique του Alain Resnais, 1980.)

To 1949 o Laborit, τότε στα 35 του και διορισμένος στην Τυνησία, έψαχνε για τρόπους να αποφύγει το χειρουργικό σοκ, μια κατάσταση που περιλαμβάνει ξαφνική απώλεια πίεσης αίματος πράγμα που μερικές φορές προκαλούσε τους ασθενείς να πεθαίνουν στο χειρουργικό τραπέζι. Πιστεύοντας ότι το σοκ μπορεί να προκαλείται από μια ακραία αντίδραση ισταμίνης, άρχισε να πειραματίζεται με συνθετικές αντιισταμίνες που ανήκαν σε μια οικογένεια χημικών γνωστών ως φαινοθειαζίνες, που του παρείχε η Rhône-Poulenc, μια κορυφαία φαρμακευτική εταιρία. Παρατήρησε ότι μερικά από τα σκευάσματα που διερευνούσε φαινόταν να έχουν χαρακτηριστικές επιπτώσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, καθιστώντας τους ασθενείς του πιο ανεκτικούς στον πόνο και αδιάφορους για το άμεσο περιβάλλον τους, μερικές φορές επιφέροντας μια ασυνήθιστη κατάσταση νάρκωσης που περιέγραψε ως “ευφορική ηρεμία”.

Ο Laborit μετέφερε τις παρατηρήσεις του στον Paul Charpentier, έναν χημικό που εργαζόταν για την Rhône-Poulenc, ο οποίος συνέθεσε κι άλλα σκευάσματα με την ελπίδα να κεφαλαιοποιήσει εκείνες τις “δευτερεύουσες επιδράσεις”. Η Simone Courvoisier, μια φυσιολόγος που εργαζόταν για την εταιρία, ανέπτυξε μια μέθοδο προληπτικού ελέγχου των νέων σκευασμάτων για τις ψυχολογικές τους ιδιότητες. Τοποθετώντας αρουραίους σε ένα κουτί με ένα κατακόρυφο σχοινί, χτυπούσε ένα καμπανάκι ενώ παρείχε ένα ηλεκτρικό σοκ μέσω του πατώματος του κουτιού. Οι αρουραίοι έμαθαν γρήγορα να σκαρφαλώνουν στο σχοινί, ακόμα κι όταν χτυπούσε το καμπανάκι απουσία ηλεκτρικού σοκ – ένα φαινόμενο που τώρα είναι γνωστό ως conditioned avoidance. Όταν είχαν χορηγηθεί με ένεση στους αρουραίους με τα πιο ισχυρά από τα νέα σκευάσματα, δεν σκαρφάλωναν πλέον στο σχοινί όταν άκουγαν μόνο το καμπανάκι, αλλά προσπαθούσαν το ίδιο έντονα να δραπετεύσουν από το σοκ εφόσον αυτό είναι ασκηθεί. Τα φάρμακα έδειχναν να αποτρέπουν τους αρουραίους από την αποφυγή των σοκ, αλλά δεν είχαν επίδραση στο βαθμό που βιώνονταν ως δυσάρεστα. Αυτή η ιδιότητα τελικά χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος για να ταυτοποιηθούν υποσχόμενα σκευάσματα πριν επιλεγούν για δοκιμή σε ασθενείς.

Το 1951 η Rhône-Poulenc έδωσε στην κυκλοφορία το πλέον ισχυρό από τα νέα φάρμακα του Charpentier, που τότε ονομαζόταν 4560RP, σε ένα μικρό αριθμό Γάλλων ψυχιάτρων. Αυτή την εποχή ο Laborit είχε μετατεθεί στο νοσοκομείο Val-de-Grâce στο Παρίσι, και προσπαθούσε να ανακαλύψει αν το πάγωμα των ασθενών του μπορούσε να τους προστατέψει από το σωματικό στρες της εγχείρισης. Καθώς το 4560RP έγινε γνωστό ότι απέτρεπε την ικανότητα του σώματος να ρυθμίζει τη θερμοκρασία, προσπάθησε να το χορηγήσει στους αναισθητοποιημένους ασθενείς του πριν τους πακετάρει με πάγο. Εντούτοις, παρέμεινε πεπεισμένος ότι είχε περισσότερο δυναμικό ως ψυχιατρική θεραπεία.

Στις 9 Νοεμβρίου 1951 ο Laborit έπεισε μια φίλη ψυχίατρο, την Dr Cornelia Quarti, να συμφωνήσει σε μια ενδοφλέβια ένεση του 4560RP ώστε να βιώσει τις ψυχολογικές του επιδράσεις. Η αρχική αντίδραση της Quarti ήταν δυσμενής – ένιωσε βαθέως κατατεθλιμμένη και σχεδόν λιποθύμησε. Όμως, μετά από δύο ώρες άρχισε να βιώνει μια κατάσταση “ευφορικής χαλάρωσης”, πράγμα που ήταν αρκετά ενθαρρυντικό για να δικαιολογήσει ένα πείραμα με ασθενή. Δύο μήνες αργότερα ένα ψυχίατρος του Val-de-Grâce, ο συνταγματάρχης Joseph Hamon, χορήγησε 4560RP σε συνδυασμό με ένα βαρβιτουρικό σε έναν βαριά μανιακό που απέτυχε να ανταποκριθεί στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία ή το πεντοθάλ (ένα αναισθητικό που τότε κάποιες φορές χρησιμοποιούσαν για θεραπεία ακραίων καταστάσεων). Η αντίδραση του ασθενή ήταν αξιοσημείωτη, και είκοσι μέρες μετά την πρώτη δόση του στις 19 Ιανουαρίου 1952 κρίθηκε ‘ικανός για κανονική ζωή’.

Αργότερα εκείνη τη χρονιά, μια σειρά από πειράματα με το 4560RP που διεξήχθηκαν στο Ψυχιατρικό Κέντρο της Αγίας Άννης στο Παρίσι προκάλεσαν το ενδιαφέρον ψυχιάτρων που εργάζονταν αλλού στον κόσμο. Τα πειράματα διεξάγονταν από τον Jean Delay, έναν από τους πιο αξιοσέβαστους Γάλλους ψυχιάτρους της εποχής, και του βοηθού του, του Pierre Deniker. Ο Delay είχε πρώτα ακούσει για το 4560RP από τον κουνιάδο του Deniker, έναν αναισθησιολόγο που είχε προσπαθήσει να επαναλάβει την πειραματική χρήση από τον Laborit του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγχείρησης. Αρχικά, οι Delay και Deniker σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν σωρούς πάγου για να ψύξουν ασθενείς που τους είχε χορηγηθεί το 4560RP, ακολουθώντας την ιδέα του Laborit ότι αυτό θα αύξανε την ανοχή στο στρες. Όμως, όταν το νοσοκομειακό φαρμακείο ξέμεινε από συσκευασίες πάγου, οι νοσοκόμες συνέχισαν και έδωσαν το φάρμακο χωρίς αυτές. Ξεπερνώντας γρήγορα το θαυμασμό τους εμπρός στο γεγονός ότι η ψύξη δεν είναι απαραίτητη, οι Delay και Deniker συνέχισαν δίνοντας το 4560RP – που σύντομα θα μετονομάζοταν σε χλωροπρομαζίνη – σε έναν αριθμό από (κυρίως μανιακούς) ασθενείς, επιτρέποντάς τους να διεξάγουν μια πιο αυστηρή εκτίμηση των αποτελεσμάτων του. Αποφάσισαν γρήγορα να ονομάσουν το φάρμακο νευρολητικό, μια λέξη που προέρχεται από τα Ελληνικά και σημαίνει “άδραγμα των νεύρων”, και αυτός ο όρος χρησιμοποιούταν για να περιγράψει όλα τα φάρμακα που ανήκαν στην ίδια γενική κλάση μέχρι το 90s, οπότε ο όρος αντιψυχωσικό υιοθετήθηκε ευρύτερα.

Μια αναξιοπρεπής διαμάχη μεταξύ Laborit και Delay και Deniker για το ποιος θα έπρεπε να πάρει τις τιμές για την εισαγωγή της χλωροπρομαζίνης είναι πιθανόν ο μόνος λόγος που κανένας δεν έλαβε βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψή της. Μπήκε πρώτα στην Αμερικάνικη αγορά σαν φάρμακο για τη ναυτία, και προσκάλεσε την προσοχή των βορειοαμερικάνων ψυχιάτρων μόνο αφού ένας γαλλόφωνος Καναδός ψυχίατρος που εργαζόταν στο Μόντρεαλ, ο Hans Lehman, έλαβε τις εργασίες των Delay και Deniker από έναν αντιπρόσωπο της Rhône-Poulenc. Ο Lehman τις διάβασε ενώ μούλιαζε στο μπάνιο ένα απόγευμα και αμέσως την επόμενη μέρα δοκίμασε το φάρμακο σε ορισμένους από τους ασθενείς του. (Είχε πρόβλημα να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της βιαστικά οργανωμένης δοκιμασίας του, γιατί οι κριτικοί τα θεώρησαν υπερβολικά καλά για να είναι πραγματικά.) Μελέτες που διεξήχθηκαν αργότερα από το Εθνικό Ινστιτούτο για την Ψυχική Υγεία εδραίωσαν ότι, αν και είχε υπνωτική δράση σε πολύ μεγάλες δόσεις, η επίδραση της χλωροπρομαζίνης στα ψυχωσικά συμπτώματα, ιδιαίτερα στις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, δεν είχε συσχετισμό με αυτή την επίδραση: ασθενείς που τους δόθηκε μια ισοδύναμα ναρκωτική δόση βαρβιτουρικών δεν βελτιώθηκε με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον έρευνα πρότεινε ότι ήταν ένας αποτελεσματικός προφυλακτικός φορέας, ο οποίος μπορούσε να δίνεται στους ασθενείς που είχαν πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο, βοηθώντας τους να μην αρρωστήσουν ξανά. Τον καιρό αυτό, αρχές των 70s, η χλωροπρομαζίνη χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως μια εξειδικευμένη θεραπεία για τη σχιζοφρένεια, παρά το γεγονός ότι η πρώιμες Γαλλικές μελέτες είχαν όλες δείξει ότι ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στους ασθενείς που υπέφεραν από μανία.

Η ανακάλυψή της χλωροπρομαζίνης ενεργοποίησης έντονη δραστηριότητα στη φαρμακευτική βιομηχανία, η οποία αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, τα σημαντικά ποσά χρημάτων που μπορούσαν να προκύψουν από την ανάπτυξη φαρμάκων για τις ψυχιατρικές διαταραχές. Σχεδόν αμέσως με την εισαγωγής της χλωροπρομαζίνης για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μεπροβαμάτη ή Miltown, το πρώτο ‘ελάσσων ηρεμιστικό’ έγινε διαθέσιμο για τη θεραπεία του άγχους, επεκτείνοντας το πεδίο της νέας επιστήμης της κλινικής ψυχοφαρμακολογίας πέρα από το άσυλο στην κλινική των εξωτερικών ασθενών. Παρόλο που ήταν αρχικά μια τεράστια επιτυχία με όρους πωλήσεων, και στη διαβεβαίωση του κοινού για την αποδοχή θεραπειών με φάρμακα για λιγότερο σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, οι επόμενες μελέτες έγειραν αμφιβολίες για το αν το Miltown ήταν πιο αποτελεσματικό από τα κοινά ηρεμιστικά.

Η μεπροβαμάτη με τη σειρά της ακολουθήθηκε από τα πρώτα αντικαταθλιπτικά, στα οποία σκόνταψαν οι φαρμακοβιομηχανίες ψάχνοντας για νέα αντιψυχωτικά. Το άτομο που ξεκίνησε αυτή την εξέλιξη ήταν ο Roland Kuhn, ένας περιθωριακός σαν τον Laborit, που εργαζόταν στο κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Münsterlingen στην Ελβετία. Δοθέντων δειγμάτων του G22355, ενός σκευάσματος παρόμοιου με τη χλωροπρομαζίνη που είχε συντεθεί από τον ελβετικό γίγαντα Geigy, ο Kuhn απογοητεύτηκε που δεν είχε επίδραση στις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις των ασθενών του. Εντούτοις, του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι οι ασθενείς που το λάμβαναν κάποιες φορές εμφανίζονταν λιγότερο μίζεροι. Αφού το χορήγησε σε τρεις βαθέως καταθλιπτικούς ασθενείς βεβαιώθηκε ότι επρόκειτο για ένα εντελώς νέο είδος θεραπείας. Η φαρμακευτική βιομηχανία άργησε να αναγνωρίσει ότι υπήρχε αγορά για θεραπείες της κατάθλιψης, αλλά τελικά το G22355 πουλήθηκε ως ιμιπραμίνη, και αναγνωρίστηκε ως το πρώτο μιας νέας κατηγορίας φαρμάκων, των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών. Παρόλο που τώρα είναι λιγότερο δημοφιλής από ότι οι πρόσφατα ανακαλυφθέντες επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), η ιμιπραμίνη χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

Μια τελευταία κατά λάθος ανακάλυψη που έδειξε να ολοκληρώνει το οπλοστάσιο του βιολογικού ψυχίατρου ήταν ένα φάρμακο που εμφανιζόταν να σταθεροποιεί τις διακυμάνσεις διάθεσης ασθενών που είχαν διαγνωστεί ότι υπέφεραν από διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη). Το άτομο που ήταν περισσότερο υπεύθυνο για αυτή την ανακάλυψη ήταν πάλι κάποιος στο περιθώριο, ο John Cade, ο ιατρικός επιβλέπων του Repatriation Mental Hospital στη Bundoora της Αυστραλίας, του οποίου οι παρατηρήσεις χρειάστηκαν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν στα αυτιά του ψυχιατρικού κατεστημένου.

Ο Cade, όπως και ο Kraepelin πριν από αυτόν, πίστευε ότι η ψυχική ασθένεια θα μπορούσε να προκαλείται από αυτοδηλητηρίαση και ξεκίνησε να δοκιμάσει τη θεωρία του κάνοντας ένεση σε ινδικά χοιρίδια με ούρα από τους ασθενείς του. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων που πρόσεξε ότι το ανθρακικό λίθιο, το οποίο αναμείγνυε με τα ούρα σε μια προσπάθεια να τα κάνει περισσότερο ανεκτό κατά την ένεση, έδειχνε να κάνει τα ζώα ληθαργικά και χαλαρωμένα. Παρόλο που αναφέρθηκε σε μια εργασία που δημοσιεύτηκε στο Medical Journal of Australia το 1949, οι μετέπειτα παρατηρήσεις του Cade ότι το ανθρακικό λίθιο μείωνε την έξαψη των μανιακών ασθενών παρέμειναν δίχως να τις προσέξει κανείς μέχρι πολύ αργότερα, και το φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα 70s. Η αργή εισαγωγή του αντικατόπτριζε όχι μόνο το γεγονός ότι ο Cade ήταν σχετικά ένα τίποτα, προερχόμενος από μια απομακρυσμένη περιοχή του κόσμου, αλλά επίσης και τον δισταγμό της φαρμακοβιομηχανίας να επενδύσει σε ένα σκεύασμα που είναι άφθονο στη φύση, αδύνατον να πατενταριστεί, και επομένως δύσκολο να μετατραπεί σε κέρδος.

Από το βιβλίο Doctoring the Mind –Why psychiatric treatments fail του Richard P. Bentall. Υποψήφιο για Mind Book της χρονιάς.

001

“Αρκετά κωλοπετσωμένοι για να μας πτοούν αυτά”

Συνέντευξη με τον Άρη Μπατσιούλα σε μια κατάδυση στη δεκαετία των 90s. Η συνέντευξη κυκλοφόρησε στο 11ο τεύχος του 0151 ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ, Ιούνιος 2017

Το 151 προσπαθεί να σκάψει στη … μακρινή δεκαετία του ’90. Μας φαίνεται πολλαπλά ενδιαφέρουσα αυτή η δεκαετία γιατί έχουν λάβει χώρα σημαντικές εξελίξεις που θα λέγαμε ότι μας κυνηγάνε μέχρι σήμερα οι συνέπειές τους αλλά μάλλον δεν τις έχουμε καταλάβει και τόσο καλά, τουλάχιστον σε συλλογικό επίπεδο. Οι Αλβανοί μετανάστες και η υποδοχή που τους επιφυλάξανε οι έλληνες. Ιδιωτική τηλεόραση, δηλαδή ρατσισμός, ομοφοβία και σεξισμός με καλύτερο περιτύλιγμα και πιο πλατιά διάδοση. Λάϊφσταιλ και νεοπλουτισμός. Η επιθετική εμφάνιση του ελληνικού εθνικισμού φυσικά με αφορμές τα ‘μακεδονικά συλλαλητήρια’ στη σαλονίκη, την ελληνοσερβική φιλία, τα Ίμια κτλ. Αραδιάζουμε κάπως τα σημεία ενδιαφέροντός μας. Ταυτόχρονα εδώ κι εκεί πρωτοβουλίες μικρών ομάδων που την ψάχνουν αλλιώς, ριζοσπαστικές μειοψηφίες που χαλάνε κάπως την όλη σούπα. Έχουμε τον «Πόθο» κάπως έτσι στο μυαλό μας. Αλλά καλύτερα πες μας εσύ, για να ξεκινήσουμε κάπως αυτή τη συνέντευξη… Είσαι από τη Θεσσαλονίκη καταρχάς έτσι, από ποια γειτονιά και πως ξεκινάς; Και μετά πάμε και στα άλλα.

Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Χαλκιδικής και στην τρίτη δημοτικού ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Η γειτονιά μου ήταν η Χαριλάου, δίπλα από το γήπεδο του Άρη. Οι γονείς μου ήταν άκρως συντηρητικοί, θρησκευόμενοι και φοβισμένοι από την πόλη. Όταν διαπίστωσαν ότι έχουν έναν ομοφυλόφιλο γιο που μεγαλώνει στα πόδια τους, έγιναν ακόμα πιο φοβικοί: μεγάλωσα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εγκλεισμού, φυλακισμένος κυριολεκτικά στο σπίτι (κι ας μην ξεχνάμε ότι δεν υπήρχαν κινητά ή ίντερνετ) σε μια γειτονιά που δεν γνώρισα και δεν αγάπησα ποτέ. Αργότερα, όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο στην ίδια πόλη, γειτονιά μου έγινε το ευρύτερο κέντρο κι εκείνη η παραλιακή περιοχή κοντά στο Μακεδονία Παλλάς όπου ψωνίζονταν πολύς κόσμος κι εγώ την προτιμούσα για τον γκέι αέρα της. Επίσης αργότερα ανέβαινα Άνω Πόλη με τον φίλο μου και ξεκινούσαμε μεγάλες κατρακύλες προς τα κάτω, με σημείο εκκίνησης τη Βίλα Βαρβάρα. Για ένα διάστημα η ακαθόριστη περιοχή μεταξύ Βιολογικού και παλιού στεκιού στη Φιλοσοφική έδινε σε κάποιες νύχτες μου τις μεγαλύτερες υποσχέσεις για ελευθερία.

Η δεκαετία του ’90 ήταν έτσι όπως περιγράφεται στην ερώτηση με ένα σημαντικό επιπλέον στοιχείο που ίσως ξεχνάμε: η ροή της πληροφορίας δεν ήταν αμφίδρομη. Με αυτό εννοώ ότι σήμερα υπάρχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πιο πριν υπήρχαν σε άνθηση τα μπλογκ και σε πιο ιδιωτικό επίπεδο λίστες αλληλογραφίας και αποθήκες πληροφοριών στο διαδίκτυο. Υπάρχει πλέον η δυνατότητα σχολιασμού σε πραγματικό χρόνο. Η δεκαετία του ’90 ήταν η τελευταία όπου όλα αυτά τα ερεθίσματα από τα μμε και όχι μόνο εκπέμπονταν μονόδρομα, αμείλικτα, κατακλυσμιαία και δίχως δυνατότητα αντιλόγου στον πληθυσμό. Αυτό έκανε ακόμα περισσότερο σημαντική την ύπαρξη της κοινωνικής ραδιοφωνίας, δηλαδή, στη Θεσσαλονίκη, του Ράδιο Κιβωτός (στο οποίο είχαμε εκπομπή, ως ΟΠΟΘ – Ομάδα Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης) και του Ράδιο Ουτοπία. Ίσως να ήταν, επίσης, υπέρ του δέοντος σημαντικό να γράφεται συμπυκνωμένα σε γκέι έντυπο το σύνθημα “Εμπιστεύσου την ελληνική αστυνομία. Ξέρει καλό σημάδι” – δεν υπήρχε αυτή η διάχυση στις αντιδράσεις, το έσχατο όριο των οποίων σήμερα είναι τα σχόλια στο facebook.

Το συλλαλητήριο για το “Μακεδονικό” ήταν από τις πρώτες πολιτικές εκδηλώσεις που έλαβα μέρος. Αφού βαρέθηκα να ακούω τις ανταποκρίσεις (μέσω καρτοτηλεφώνου) των παιδιών από το Ράδιο Ουτοπία για τις εντυπωσιακές εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που συρρέουν, αποφάσισα να κατέβω κι εγώ στο μεγαλύτερο συλλαλητήριο στην ιστορία της πόλης, κοντά στο ένα εκατομμύριο κόσμο είχε. Με είχαν πάρει στο κατόπι και κόντεψα να φάω ξύλο, γιατί δεν έπαιρνα ελληνικές σημαίες και γιατί έμοιαζα ενδυματολογικά με Αλβανός – κατά πώς με φωνάζανε από πίσω μου. Χώθηκα/χάθηκα όμως στον κόσμο και έφτασα στην καρδιά του κτήνους, κάτω από την εξέδρα. Θα χρειαζόταν είκοσι χρόνια ακόμα για να γράψει η Τζούντιθ Μπάτλερ για τη μεγαλύτερη συγκίνηση από όλες, τη συγκίνηση της επιθυμίας να σε επιθυμεί το κράτος. Με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, ανοιγόκλεινα κι εγώ το στόμα λέγοντας αρλούμπες για να μη με πάρουν πρέφα και διαπίστωσα δύο πράγματα. Το ένα, πόσο εύκολο είναι να αφεθείς στη λήθη της αγκαλιάς του όχλου και πόσο γεμάτο ανταμοιβές φάνταζε να είσαι κι εσύ ένας από το ένα εκατομμύριο. Το δεύτερο, πόσο εύκολο τελικά είναι είναι να περιφρονείς αυτό το ένα εκατομμύριο, να το χλευάζεις και να απολαμβάνεις τη μοναξιά στο πιο πυκνό σε ανθρώπους σημείο της πόλης. Επειδή χαχάνιζα, την έκανα εγκαίρως για την ασφάλειά μου, ήταν όμως το πρώτο από μια μακριά σειρά μαθημάτων να μη φοβάμαι να είμαι μόνος – μόνος και ενάντια.

Τι υποκείμενα υπάρχουν γύρω από τον Πόθο; Ποια είναι τα κοινωνικά και τα πολιτικά του δίκτυα;

Να διευκρινίσουμε πάντα ότι μιλάμε για την Β΄ περίοδο του “Πόθου”, δηλαδή αυτή που κυκλοφόρησε ως το πρώτο γκέι free press μεγάλης κυκλοφορίας κι όχι τις λιγοστές φωτοτυπίες της Α΄ περιόδου. Ήμασταν άτομα που προερχόμασταν από την εκπομπή που κάναμε για χρόνια στο Ράδιο Κιβωτός, οπότε είναι αρκετά προφανές ότι μιλάμε για αριστερό και αντιεξουσιαστικό χώρο. Η έναρξή του έγινε σχεδόν ταυτόχρονα με την διστακτική διείσδυση του διαδικτύου στον ελλαδικό χώρο – κυρίως μέσα από πανεπιστημιακές οδούς. Σύντομα, μέσα από λίστες αλληλογραφίας και άλλων πόρων στο ίντερνετ βρεθήκαμε πάρα πολύ δικτυωμένοι σε ένα διεθνές επίπεδο. Ήταν ακόμα η εποχή που κυκλοφορούσαν κατάλογοι με γκέι ταχυδρομικές θυρίδες και μας ερχόταν απρόσκλητο πολύ υλικό, ό,τι μπορείς να φαντασταστείς. Με κάποιους από αυτούς προχωρήσαμε σε ανταλλαγές παρά το φράγμα της γλώσσας. Έτσι βρεθήκαμε σε κατάσταση να παρακολουθούμε από προνομιακή θέση και μέσα από φιλικά μάτια τις εξελίξεις στην Αμερική: το Sex Panic, τα hate crimes και την ψήφισή τους, το boy-love, την υπόθεση με το στρατό και τον γάμο και πολλά άλλα. Με κάτι γάλλους bdsm-άδες είχαμε πάρε δώσε με ένα εκπληκτικό περιοδικό, το Projet X. Γίναμε επίσης μέλη του ILGA – The International Lesbian and Gay Association, μιας οργάνωσης με πάνω από 450 ομάδες, είτε grassroots activism είτε εθνικής εμβέλειας. Βέβαια, να πω εδώ πως το κάναμε περισσότερο για να μην νιώθουμε τόσο μόνοι και ακάλυπτοι εδώ χάμω: επιμελούμενος πρόσφατα το αρχείο της ομάδας, βρήκα μπόλικα newsletter από τον ILGA που είκοσι χρόνια μετά ήταν ακόμα σφραγισμένα και περιφρονητικά αδιάβαστα, θα έλεγα ότι μας απωθούσε ο θεσμικός συνδικαλισμός του.

0

Η διεθνής δικτύωσή μας ήταν τόσο εντυπωσιακή που κατέληξε δύο φορές στις σελίδες του “Ιού της Κυριακής”. Η μία ήταν “τα βαλκάνια των ‘στρέητ’”, ένα οχτασέλιδο αφιέρωμα για τη βαλκανική περιοχή βασισμένο αποκλειστικά σε πληροφορίες δικές μας που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις – οι LGBT ήταν αόρατοι και έτσι έπρεπε να παραμείνουν, απαράδεκτοι ακόμα και ως μια διεθνής λιτανεία θυμάτων. Η άλλη φορά ήταν μια συνέντευξη που πήρα από έναν νεαρό σέρβο γκέι ακτιβιστή, μέσα από το “ισοπεδωμένο” Βελιγράδι, καταμεσίς του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία – ενός πολύ έμφυλα φορτισμένου πολέμου. Ήταν τότε που είχε πει ο Χριστόδουλος το “είμαστε αρρενωποί Έλληνες”.

Στην Ελλάδα υπήρχε σε κάποια μορφή ακόμα το ΑΚΟΕ με το οποίο διατηρούσαμε μια σχέση και η ΕΟΚ (Ελληνική Ομοφυλοφιλική Κοινότητα) με την οποία είχαμε ψυχρή σχέση, βοηθούσης της προσωποπαγούς οργάνωσης της Κοινότητας. Αν και ο “Πόθος” ήταν εκ των πραγμάτων ουσιαστικά ανδρικό περιοδικό, σχετικά πρόσφατα θυμήθηκα την άφθονη αλληλογραφία με γυναίκες, κυρίως στην επαρχία, καθώς κι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συνδρομητριών μας ήταν γυναίκες. Είχαμε βέβαια και υπόψη μας κινήσεις στην Αθήνα, όπως αυτή που έβγαζε το “Μαντάμ Γκου”.

Μια μοναχική παρουσία που μας συνόδευσε από κάποιο τεύχος και μετά ήταν ο ποιητής της πόλης Ντίνος Χριστιανόπουλος. Τον είχαμε γνωρίσει σε μια συνέντευξη με αφορμή την κυκλοφορία των “Τραγουδιών της αμαρτίας”, σε μελοποίηση Χατζιδάκι και στίχους δικούς του. Ο Χατζιδάκις είχε βάλει έναν παράξενο μεταθανάτιο όρο, κι αυτός ήταν ότι ο ερμηνευτής των πούστικων τραγουδιών να μην είναι γκέι, να είναι στρέητ. Εν μέσω λοιπόν συνεντεύξεων όπου οι καλλιτεχνικοί συντελεστές φρόντιζαν να ξεκαθαρίζουν φαρδιά πλατιά πόσο απολαυστικά στρέητ είναι, μιλήσαμε με τον κύριο Ντίνο. Αυτή ήταν η αρχή μιας γνωριμίας, που πέρασε αρχικά από κριτική για κάθε τεύχος, μέχρι την εμπιστοσύνη να μας παραδώσει μικρά και μεγάλα κείμενα του για δημοσίευση, και να είναι η αφορμή για πλείστα άλλα.

Μαζί μας, ηθικά και με κείμενα αλλά και συζητήσεις ακόμα και καθοδήγηση ήταν παιδιά από την ομάδα “Κράξιμο”, ο Θοδωρής κι ο Ντέιβηντ – που ήταν πραγματικά μεγάλος δάσκαλος. Αργότερα έτυχε να γνωρίσω και την ίδια την Πάολα σε κάτι εκδρομές στην Αθήνα.

Από δικό μου ενδιαφέρον βρισκόμουν σε επαφή με το queercore κίνημα στην Αμερική, είτε μέσα από το δίκτυο είτε μέσα από φανζινάκια που λάμβανα. Ήταν ένας θαυμαστός παραμυθένιος κόσμος, ένα παραμύθι που επιμένω να συντηρώ έστω και μόνο για να κοιμάμαι πιο ήσυχος τα βράδια.

Τέλος στη Θεσσαλονίκη είχαμε ένα βιβλιοδισκοπωλείο που το είχε ένας κιβωτάριος και συχνάζαμε όλοι και όλες για μουσική, φανζίν, κασετοσυλλογές και ντέμο ή απλά για να μιλήσουμε μεταξύ μας σύντροφοι και συντρόφισσες.

Αυτό το αρκετά μοναχικό πλαίσιο ήταν και το πλαίσιο δράσης του περιοδικού.

1

Πες και το όνομα του βιβλιοδισκοπωλείου αν το θυμάσαι. Προσέξαμε επίσης ότι δεν αναφέρθηκες τόσο σε φεμινιστικές ομάδες της εποχής, πλην της Μαντάμ Γκου, που είχε έναν τέτοιο πολιτικό χαρακτήρα. Γνωρίζουμε από άλλες αφηγήσεις ότι η δεκαετία του ’90 ήταν μια δεκαετία κινηματικής ξηρασίας και για τους φεμινισμούς, όπως και για όλα τα άλλα. Επίσης, θυμηθήκαμε ότι έχουμε μιλήσει με κάποιες παλιές φεμινίστριες και μερικές μας έχουν επισημάνει την έκπληξή τους με το ραγδαίο αντι-αλβανισμό της εποχής και άλλες βέβαια έχουν αποδώσει ακριβώς στους Αλβανούς μετανάστες την ‘επιστροφή της πατριαρχίας στην ελληνική κοινωνία’! Όλες συμφωνούν πάντως ότι σε σχέση με το γυναικείο ζήτημα, ή μάλλον αυτό της ελληνικής πατριαρχίας, υπήρξε μια τεράστια οπισθοδρόμηση, ειδικά σε σχέση με τα 80s. Αναρωτιόμαστε αν έχεις γνώμη για τα παραπάνω. Αλλά επίσης θέλαμε να ρωτήσουμε: που ήταν οι Αλβανοί μετανάστες στη Θεσσαλονίκη των 90s; Φανταζόμαστε δουλεύανε σε χωράφια και οικοδομές και ένα τεράστιο κοινωνικό τείχος τους χώριζε από τους έλληνες. Αλλά, θυμάσαι να ήταν κάπως αλλιώς ορατοί στην πόλη ή στον πολιτικό λόγο κάποιας ομάδας;

Το όνομα του βιβλιοδισκοπωλείου είναι “Λωτός”, ο παλιός “Λωτός” στην οδό Καστριτσίου, πίσω από την Αγ. Σοφίας. Υπάρχει και σήμερα, σε άλλη διεύθυνση. Εκεί, λοιπόν, στο υπόγειο, είχαμε κάνει την έκθεση ομοφυλοφιλικού εντύπου και με τον σύντροφο που το είχε είχαμε συνεργαστεί αρκετές φορές να παίξει μουσική στα πάρτι μας. Θα έλεγα ότι είχαμε την πιο προχωρημένη μουσική πάρτι στην πόλη, εφόσον οι πηγές γνώσης για τη μουσική περνούσαν ακριβώς μέσα από τέτοια καταστήματα και όχι από το ίντερνετ. Και θα πρόσθετα ότι για πολύ γκέι κόσμο, η νεόκοπη τότε trance δεν ήταν ένα καλοδεχούμενο είδος μουσικής.

Θυμάμαι σε μια πολιτική εκδήλωση να είναι παρούσες γυναίκες από τη φεμινιστική ομάδα “Κατίνα”. Όμως δεν είχα καν καταλάβει αν ήταν ενεργές ή ό,τι άλλο. Δυστυχώς η μνήμη μου δεν με βοηθά να θυμηθώ κάτι άλλο.

Όσον αφορά τους Αλβανούς, θα ξεκινήσω μεταγράφοντας το ελληνικό κομμάτι από ένα σχετικό δίγλωσσο ραδιοφωνικό σποτ του Ράδιο Ουτοπία: Για πολλά χρόνια, ζούσαμε σε μια χώρα απομονωμένη από παντού, χωρίς να ξέρουμε τι γίνεται στον έξω κόσμο. Ζούσαμε σε μία κοινωνία που τη χαρακτήριζε ο ρατσισμός ενάντια στους ξένους, στις μειονότητες και σε οποιονδήποτε ήταν διαφορετικός. Δουλεύαμε σαν σκλάβοι πολλές ώρες και τα χρήματα που παίρναμε δεν μας έφταναν για να ζήσουμε. Η βία του κράτους μας παραμόνευε καθημερινά. Αν διαμαρτυρόμασταν για το δίκιο μας, ξέραμε τι μας περίμενε: η φυλακή. Άνοιξαν τα σύνορα, ήρθε η δημοκρατία. Αρκετοί από εμάς, για να επιζήσουν, αναγκαστήκαν να πάνε μετανάστες σε άλλες χώρες με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής – Ιταλία, Γερμανία, Ελλάδα, παντού. Κι όμως δεν είδαμε διαφορά. Βία το κράτος, εκμετάλλευση απ’ τ’ αφεντικά, καταπίεση, ρατσισμός, καθημερινοί εξευτελισμοί, φυλακίσεις, απελάσεις. Φτάνει πια. Δε θα μείνουμε άλλο θεατές. Η αδιαφορία και ο φόβος μας να γίνει οργή ενάντια σε καθετί που μας καταπιέζει. Έλληνες και Αλβανοί εργάτες: αδέρφια. Εκπομπές αλληλεγγύης στους οικονομικούς πρόσφυγες [ώρες] με τη συμμετοχή συντρόφων μεταναστών από την Αλβανία. Ράδιο Ουτοπία 107,7 FM. Είναι κρίμα που η αναγνώστρια δεν μπορεί να ακούσει την εκφορά του λόγου ή τη συνοδευτική μουσική (ή μάλλον να ακούει την Ουτοπία από το ραδιόφωνό της!). Είναι επίσης κρίμα που δεν βλέπει ολόκληρα χωριά να ταμπουρώνονται, να παίρνουν τα όπλα στα χέρια τους, για να αμυνθούν στην αλβανική απειλή.

Επιστρέφοντας στη φεμινιστική κριτική για τους Αλβανούς, θα προσθέσω μια γκέι ανδρική διάσταση στην όλη συζήτηση. Οι Αλβανοί ήταν αρκετά φετιχοποιημένοι, οπότε ένας “φυσικός” χώρος για αυτούς, πέρα από τα χωράφια και τις οικοδομές, ήταν τα πάρκα και οι χώροι ψωνίσματος. Εκεί συμπλέκονταν ο φόβος, η ερωτική επιθυμία, η πολιτισμική διαφορά, η τάξη αλλά και τα πατριωτικά αντανακλαστικά. Ας πάρουμε για παράδειγμα μια συνομιλία στο main του #gayhellas η οποία μου έχει εντυπωθεί τόσο που ισχυρίζομαι ότι τη θυμάμαι απ’ έξω: “Ξεραΐλα, τίποτε δεν κινείται απόψε…” “Ευτυχώς που είναι οι Αλβανοί και μας γαμάει κάνας άντρας” “Αλβανοί, αυτό ξανά πέσ’ το” “Παιδιά, μην αφήνετε Αλβανούς να σας γαμάνε! Θυμηθείτε ότι εκτός από ομοφυλόφιλοι, είστε και Έλληνες!” Θα έλεγα ότι η φετιχοποίηση είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις, αλλά όχι πρωτόγνωρες: Το έργο του Γάλλου Guy Hocquenghem, για μεταφραστικούς λόγους, παρέμεινε για πολύ καιρό στη θέση ενός άκαρπου κλάδου της κουήρ θεωρίας, διότι αλλιώς, ο επιμελής αναγνώστης των “Αλλοπαρμένων Κώλων” εύκολα θα αναθυμόνταν τους εκρηκτικούς εκείνους νεαρούς που φώναζαν στον Άραβα παραλήπτη “η μπουρζουαζία σε εκμεταλλεύεται, ο πατέρας μου σε εκμεταλλεύεται, έλα και γάμα με!” στο φυλλάδιο “Οι Άραβες κι Εμείς”. Όπως και με τους Άραβες των Γάλλων ομοφυλόφιλων του ’70, έτσι και με τους δυνατούς, ανδροπρεπείς Αλβανούς των Ελλήνων του ’90, ενδεχομένως για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Jonathan Dollimore στο “Επιθυμία και Διαφορά” ο εορτασμός του εξωτικού πολιτισμικού/φυλετικά άλλου είναι απλά το αντίστοιχο της δαιμονοποίησης του άλλου από τον ρατσιστή.

Επειδή φανταζόμαστε ότι θα μας πεις τα καλύτερα, πρέπει να το ρωτήσουμε. Ποια είναι η στάση της ελληνικής αριστεράς –και της αντιεξουσιαστικής εκδοχής- για το ομοφοβικό ζήτημα; Κάποιοι από εμάς ερχόμενοι το 1999 στη Θεσσαλονίκη είδαμε έναν καθαρά στρέιτ κινηματικό χώρο. Μας έχει μεταδοθεί από άλλους συντρόφους που φεύγανε για λίγο καθαρό αέρα στην Αθήνα ότι για gay και λεσβίες κυριαρχούσε ένα κλίμα ασφυξίας. Τι είχε προηγηθεί;

Έχω ζήσει σε παράξενες συνθήκες. Θέλω να πω ότι μια “βαριά και ανίατη ψυχική ασθένεια” που ξεκίνησε νωρίς, στα τέλη των 90s, μού στέρησε το μεγαλύτερο κομμάτι από τα 00s, μέχρι να καταφέρω να ορθοποδήσω και να μπορώ να διαπραγματευτώ ορισμένα λειτουργικά θέματα του πόνου αυτού απαραίτητα για τη επιβίωσή μου. Θα έλεγα ότι, για μια ακόμα φορά, έζησα έγκλειστος στο σπίτι μου, πλήρως αποκομμένος και αντικοινωνικός (δεν ξέρω αν πρέπει να “ευχαριστήσω” τους γονείς μου για αυτές τις α-δεξιότητες). Αλλά η θετική μεριά του να περνάς σημαντικό μέρος της ζωής σου στην κατάψυξη και μετά να ξυπνάς, είναι ότι έχεις χάσει όλη εκείνη τη διαδρομή που οδηγεί “κάπου” και απλά βρίσκεσαι ενώπιον μιας εκπληκτικά νέας συνθήκης. Είναι επομένως πιο χρήσιμο να μιλήσω με παραδείγματα-σημάδια έκπληξης ή αφέλειας.

2

Με την επάνοδό μου στα πράγματα, πέρασα από το Μωβ Καφενείο και τον χώρο της κατάληψης της Υφανέτ. Θυμάμαι λοιπόν που ζητούσα οργισμένα/φοβισμένα εξασφαλίσεις ότι δεν θα αρχίσει κάποιος να με κράζει εκεί πέρα, κι έλαβα μια καθησυχαστική διαβεβαίωση-εγγύηση ότι αυτά “δεν συμβαίνουν πλέον”. Άραγε, λοιπόν, τι μου είχε συμβεί δέκα χρόνια πριν και το κουβαλούσα μαζί μου; Τι “δε συνέβαινε πλέον”;

5

Θυμάμαι που το workstation στο πανεπιστήμιο to 1993 δεν είχε εκτυπωτή ή δισκέτα, οπότε με μια δική μου εκδοχή στενογραφίας περνούσα στο τετράδιο τις πληροφορίες για να τις διαβάσω στην εκπομπή στην Κιβωτό. Αυτά που είχα σημειώσει ήταν για την κατάσταση στη Ρουμανία – μια χώρα του ανατολικού μπλοκ που επιθυμούσε να μπει στην ΕΕ μη θέλοντας όμως να αφήσει την ορθόδοξη παράδοση πίσω της. Το αποτέλεσμα ήταν πάνω από 150 ομοφυλόφιλοι στη φυλακή, διώξεις, λαοσυνάξεις κατά της ομοφυλοφιλίας και μια νυχτερινή ζωή γεμάτη συγκινήσεις: Όχι μόνο γινόταν έφοδοι στα πάρκα με λυκόσκυλα, αλλά το μοναδικό γκέι μπαρ βρισκόταν στην κορυφή μιας εγκαταλελειμμένης πολυκατοικίας, που στο ισόγειο είχε μπαρ που το διαχειρίζονταν η μαφία (οπότε δεν υπήρχαν μπάτσοι). Αυτές είναι εκπληκτικές ειδήσεις, για μια εποχή που το μόνο που ξέραμε για αυτές τις χώρες ήταν το χρώμα στο χάρτη.

Είναι, λοιπόν, ακαταμάχητη η εικόνα του θύματος στην γοητεία της, ειδικά όταν προστίθενται τέτοιες γραφικές λεπτομέρειες όπως να σε ορμάνε λυκόσκυλα. Αναπόφευκτα λάβαμε πολλά συγχαρητήρια από συντρόφους (μαζί με εντυπωσιασμό για τις πηγές πληροφόρησής μας).

Την επόμενη Κυριακή επιλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα παλιό χιουμοριστικό ερωτηματολόγιο του “Αμφί”, με ερωτήσεις (και απαντήσεις) “βγαλμένες από τη ζωή”. Θυμάμαι μόνο την ερώτηση 7, “Στο μεσημεριάτικα γεμάτο λεωφορείο για Σταυρούπολη ένα τσόλι σας πιάνει τον κώλο. Τι κάνετε;” (α, β, γ, δ, κλπ). Θα έλεγα ότι ως ομοφυλόφιλο άντρα αυτή η ερώτηση με σημάδεψε, διότι ακόμα και σήμερα παίζω με το ποια θα μπορούσε να είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση. Θα έλεγα επίσης ότι το όλο κουίζ ήταν πικρά διδακτικό και εύθυμα δηκτικό, αλλά αυτό δεν φάνηκε να εκτιμάται από τους συντρόφους ακροατές: ελλείψει ανθρωποφάγων λυκόσκυλων, η παρατήρηση αυτή τη φορά ήταν να σοβαρευτούμε και τι πράγματα είναι αυτά.

Ήμουν αρκετά μικρός ακόμα ώστε να μην έχω διαβάσει τι έγραφε αφοριστικά ο Ρέντζο Νοβατόρε για περιπτώσεις σαν κι αυτές: “Αλληλεγγύη: ο μακάβριος βωμός που χρησιμοποιούν ικανοί παλιάτσοι κάθε είδους για να επιδείξουν το παπαδίστικο ταλέντο τους να βγάζουν λόγους. Όσοι τελικά ωφεληθούν πληρώνουν όχι λιγότερα από 100% εξευτελισμό”.

6

Την εποχή εκείνη δεν είχε πολιτογραφηθεί η λέξη “ομοφοβία” στο πολιτικό λεξιλόγιο. Αναπόφευκτα, δεν είχαμε λόγια να περιγράψουμε σκηνικά όπως το παρακάτω.

Ένα πρωινό σηκωθήκαμε ο φίλος μου κι εγώ να κατέβουμε από Κορδελιό στο κέντρο. Εγώ ήμουν ντυμένος συμβατικά, εκείνος φορούσε ένα κολλητό lycra σορτς ποδηλάτη με έντονα χρώματα. Πήγαμε στο οικείο βιβλιοδισκοπωλείο να χαζέψουμε και σύντομα μπήκε μέσα ένας σύντροφος που χαιρέτησε. Τρία λεπτά αργότερα είχε επιστρέψει σε εμάς μαζί με την απορία του: “γιατί το φοράς αυτό, μπαλαρίνα είσαι;” Νόμιζα ότι είμαι ετοιμόλογος, αλλά η μπαλαρίνα-φίλος μου με ξεπέρασε: “εσύ γιατί φοράς παραλλαγή, σ’ αρέσει ο στρατός;” “Διότι έχουμε πόλεμο…”, ψέλλισε ο σύντροφος και οπισθοχώρησε.

Επρόκειτο, αναμφίβολα, για κάποια ομοφοβικά περιστατικά. Αρκούν 2-3 (ή περισσότερα) συμβάντα για να αμαυρώσουν μια ολόκληρη εποχή; Η μνήμη μου πλέον με γελά. Από τη μία θυμάμαι να μην ντρέπομαι, να μην αισθάνομαι άβολα ποτέ και πουθενά, να έχω ενθουσιασμό για τους συντρόφους μου, από την άλλη μια τεράστια οργή αποθηκευμένη που δεν μπορώ πάντα να καταλήξω σε κάποια ιστορία όπως παραπάνω για να την εξηγήσω.

Μάλλον, μαθημένοι από τα κραξίματα στο δρόμο, ήμασταν αρκετά κωλοπετσωμένοι για να μας πτοούν τέτοια περιστατικά. Αυτό, μαζί με γενναίες δόσεις ρομαντισμού, μας ώθησε για παράδειγμα να κρίνουμε σκόπιμο να εγκαινιάσουμε, μια βραδιά, τη Βίλα Βαρβάρα με τα γκέι φιλιά μας.

Θα έλεγα ότι υπάρχει μια δίνη συμπεριφορών και αντιλήψεων αρκετά απλή στη λειτουργία της. Αν ως θύμα (ειδικά αν αυτό περιλαμβάνει μπάτσους ή το κράτος) προκαλείς συγκίνηση και συγκατάνευση αναγνώρισης, τότε μια αυτόνομη εξερεύνηση της σεξουλικότητάς σου, του ερωτισμού σου, ζητημάτων πιο υπαρξιακών ή βιωματικών θα επιφέρει αποδοκιμασία, νουθεσία για ελαφρότητα, απώθηση ή κατηγορίες για πάρεργο. Εδώ πολλές και πολλοί δεν παύουν να θυμούνται έναν αγώνα για αντίσταση, εν τέλει αγώνα για αυτονομία, ο οποίος ακόμα κι αν εκφράζει απαιτήσεις προς το κράτος, παραμένει έξω από την οντολογική τάξη της κυριαρχίας του κράτους. Μάταιο, όμως, μιας και ο αγώνας θα βαπτισθεί θεσμικός και σίγουρα όχι αρκετά επαναστατικός, με διάφορα ευχολόγια να βρεις το δρόμο σου κλπ.

Αυτή η δίνη, που φαίνεται ότι πίπτει επί δικαίων και αδίκων, ελάχιστα μας απασχόλησε μιας και είχαμε από πολύ νωρίς ξεκαθαρίσει ότι δεν είμαστε εκπρόσωποι, αγωνιστές, βουλευτές, απολογητές για λογαριασμό κανενός και καμίας – ούτε καν της ομάδας μας. Ό,τι έγινε, έγινε από προσωπική εσωτερική ανάγκη έκφρασης, από το σκουλίκι που μας έτρωγε, από την “γκάβλα” μας όπως γράφαμε τότε – ή έναν πρωτόλειο μηδενισμό ορισμένων θα έλεγα σήμερα κοιτάζοντας πίσω. Με τη μέθοδο αυτή αποφύγαμε παρόμοιες απογοητεύσεις και στενάχωρες καταστάσεις, που σίγουρα υπήρχαν στα 90s αλλά θα συμφωνούσαμε ίσως όλοι και όλες ότι δεν είναι ίδιον της δεκαετίας.

Θα κλείσω εδώ με τη συντρόφισσα που πήγε να μου αφαιρέσει το λόγο σε μια συνέλευση διότι “εί[μ]αι προϊόν του καπιταλισμού”. Μας χάρισε χρόνια άφθονου γέλιου κι ακόμα χαμογελώ όταν τη σκέφτομαι σε τέτοια επετειακά κείμενα.

9

Είπες στην αρχή της απάντησής σου για «τη ζωή στην κατάψυξη». Σκεφτήκαμε αντανακλαστικά πόσο ‘ανθυγιεινό’, πόσο μη-προστατευτικό είναι συνήθως το περιβάλλον των πολιτικών χώρων μας γύρω από τον ψυχικό πόνο που νιώθει κανείς/καμιά. Είναι, βασικά, άλλο ένα μεγάλο θέμα το οποίο δεν μπορεί να μιληθεί πολιτικά παρά μόνο σε ένα θεωρητικό πλαίσιο έκθεσης της ψυχιατρικής, δίπλα στις άλλες μορφές καταστολής. Κατά τα άλλα, στους πολιτικούς μας χώρους βλέπεις συχνά ό,τι και στην υπόλοιπη κοινωνία: από εχθρότητα και προκαταλήψεις μέχρι αδιαφορία, για να μην πούμε και τίποτα χειρότερο. Έχεις βρει κάτι διαφορετικό σε πολιτικό επίπεδο στο δρόμο σου, ή έχεις προσπαθήσει να το θέσεις εσύ, από τα 90s μέχρι σήμερα;

Διακρίνω από τη στιγμή της διάγνωσης μέχρι σήμερα τρεις περιόδους. Η πρώτη είναι αρκετά κοινή, φαντάζομαι, σε όσους έχουν διαγνωστεί με κάποια ψυχωσική διαταραχή, μια ενημέρωση από τη γιατρό δηλαδή ότι πάσχεις από μια βιολογική ανωμαλία που ναι μεν δεν μπορεί να θεραπευτεί αλλά μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο με τη χρήση συνταγογραφούμενων ουσιών. “Όπως λοιπόν ο διαβητικός παίρνει τακτικά την ινσουλίνη του, παίρνεις κι εσύ το αντιψυχωσικό σου”. Ήταν μια περίοδος ύπνωσης, άκρως καταθλιπτική, με πνιγηρή ατμόσφαιρα λόγω των αντιψυχωσικών (που δεν ήταν μόνο ένα), χέρσα από συναισθήματα και ερεθίσματα πέρα από αυτά που επέτρεπε το θεραπευτικό σχήμα. Εν τέλει, η πολυφαρμακία (το γνωστό “κοκτέιλ” στο οποίο καταλήγουν συχνά τέτοιες περιπτώσεις), οι ραγδαίες σωματικές επιπτώσεις από την αγωγή και κυρίως η λοβοτομημένη σκέψη και συναίσθημα καθώς και κάποια διαβάσματα, με οδήγησαν στη διακοπή της αγωγής: έζησα κατόπιν 3 χρόνια δίχως φάρμακα, με τη στήριξη της ψυχοθεραπείας και ήμουν σαν ένα μικρό παιδί να μαθαίνει τον κόσμο ξανά – από το μπουσούλισμα και τις πρώτες λέξεις του. Αν και ήταν υπέροχα μέσα στο The right to be free, The right to be me!” που λέει και το σύνθημα των Mad Pride, υπήρχε φόβος, σκοτάδι, πανικός. Χρησιμοποιούσα μερικές φορές, σε δημόσιο χώρο, ουσίες όπως βενζοδιαζεπίνες ή υπνωτικά χάπια σε συνδυασμό με αλκοόλ, σε μια προσπάθεια να καταλαγιάσω τους χτύπους της καρδιάς μου ή τον πανικό που μου προκαλούσε η ανθρώπινη παρουσία. Ήταν εκεί που κατάλαβα ότι πέρα από την δική μου παράνοια, ορισμένοι άνθρωποι έχουν στ’ αλήθεια βλέψεις για εμένα. Το πρώτο σοκ ήταν όταν με πλησίασαν στα έγκατα της Υφανέτ και μέσα στο σκοτάδι μου σφύριξαν αυστηρές απειλές να είμαι πιο χαρούμενος και λιγότερο αυτοκαταστροφικός. Το δεύτερο σοκ ήταν όταν το πρωί μετά από ένα καφενείο, με γερές δόσεις ουσιών και έχοντας κακή επαφή με το περιβάλλον, ξύπνησα σπίτι μου διαπιστώνοντας ότι έχω έναν απρόσκλητο ολόγυμνο άντρα δίπλα μου. Μου είχε κάνει σεξ; Αυτοϊκανοποιήθηκε δίπλα μου; Με άγγιζε; Απλώς ζεσταινόταν; Αυτό θα μπορούσε να είναι κάλλιστα μια ιστορία φροντίδας, ότι με συνόδεψε ευγενικά κάποιος σπίτι στην εκτός επαφής κατάστασή μου, αλλά η βαθύτερη γνώση των περιστάσεων δείχνει ότι πρόκειται για μια περίπτωση όπου το phazed-out ψυχ άτομο θεωρείται κοινόχρηστο – κοινό – και διαθέσιμο σε κάθε χρήση, αγγίζοντας την παραβίαση ή την παρενόχληση. Οι αντιδράσεις αυτές, που έδειχναν ένα κοινωνικό ενδιαφέρον απέναντι μου κι όχι την πολυπόθητη α-ορατότητα που επιθυμούσα, με οδήγησαν αναγκαστικά στην εντονότερη πολιτικοποίηση του λόγου μου.

8

Διάβασα αρκετά, διαπιστώνοντας με έκπληξη πόσα πολλά έχει δανειστεί το Mad κίνημα από το ριζοσπαστικό LGBT. Διάβασα επίσης θεωρητικούς μα στο τέλος κατέληξα ότι πρέπει να διαμορφώσω και να εξασκήσω μια δική μου πολιτική για τη δική μου ζωή. Συντάσσομαι πάρα πολύ στον παραλληλισμό Mad/LGBT (που για πρώτη φορά συνάντησα στο “Ένα πρώτο πολιτικό κείμενο από ένα queer toxic άτομο”) διότι μου επιτρέπει να μεταφέρω δεξιότητες, στις οποίες είμαι άρτιος, στο πεδίο της τρέλας. Είναι η τρίτη περίοδος, η περίοδος που μπαίνω πρώτη φορά στο ψυχιατρείο, μια εμπειρία που μου υπέδειξε πόσο μακριά βρίσκομαι από μια γενική θεωρία της τρέλας αλλά πολύ κοντά σε μια προσωπική θεωρία για τον εαυτό μου. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των εμπειριών, ερεθισμάτων και βιωμάτων ήταν να θέλω πάρα πολύ να μιλήσω, με έναν εκρηκτικό τρόπο, λίγο πούστικο, λίγο τρελούτσικο και λίγο αναρχικό. Το αποτέλεσμα ήταν δύο φανζίν, το Desperately Seeking Susan και το Ebola. Σε αυτά, έχω την εκτίμηση ότι έμεινα πιστός στην πεποίθηση ότι το βίωμα γυμνό ίσον με τίποτα: ναι, υπάρχουν πολλές ιστορίες, αλλά ακόμα πιο πολλές εικονογραφήσεις και θεωρητικά κείμενα. Υπάρχει μεγάλη ικανοποίηση που στην παρουσίαση του Ebola (στην εκδήλωση “3 fanzines που συναντήθηκαν”, κατάληψη Terra Incognita), αυτός ο λόγος μου βρήκε συγκινητική ανταπόκριση.

Παράλληλα, άρχισε μέσα στο μυαλό μου να παίζει ένα bingo με τα πράγματα που μου λέγανε και των οποίων τη μετάφραση αναλάμβανα λ.χ. “προσπάθησε να είσαι όσο πιο νευροτυπικός γίνεται μαζί μας = δε με νοιάζει τι κάνεις στο κρεβάτι σου”, “δεν είσαι συντροφικός = δεν είσαι σαν κι εμάς”, “ο Α. έχει την τάδε ψύχωση και μάλιστα το λέει = ο Α. είναι αδερφή και μάλιστα δηλωμένη”, “είσαι πολύ επιθετικός = υποφέρω, με ρουφά ένα ψυχωσικό επεισόδιο”, “δεν είναι έτσι όπως τα λες = έχω έναν φίλο γκέι που δε σου μοιάζει καθόλου”, “χαμογέλα λίγο βρε = μην κάθεσαι αδερφίστικα σταυροπόδι”, “system error = αυτοκτονώ, βοήθεια. Το αγαπημένο μου είναι με τον ελέφαντα, δηλαδή να μιλάνε σε συνελεύσεις ή σε virtual χώρους σε τρίτο πρόσωπο για μένα, παρουσία μου, και να λένε “μην ξεχνάμε και τον ελέφαντα στο δωμάτιο”. Αυτά τα λίγα μάλλον εικονογραφούν ένα κομμάτι από το ψυχιατρικό στίγμα και το βίωσα εδώ και πουθενά αλλού, εδώ στον “χώρο”, γιατί εδώ κινούμαι κι εδώ θέλω να ζω.

Κάποτε στους massqueerraid, που είχα τη χαρά να είμαι μαζί τους από την αρχή μέχρι το τέλος, κάναμε αυτομόρφωση από το βιβλίο με τον καθ’ όλα δηκτικό τίτλο “How To Be Gay” του queer ακαδημαϊκού David Halperin. Στις σελίδες του περιγράφεται το βάσανο της ηχογράφησης ενός welcome message στον τηλεφωνητή από έναν γκέι άντρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε ηχογραφήσει τη φωνή του 36 φορές, προσπαθώντας να είναι αρκετά αρρενωπός και αρκετά όχι αδερφή. Δεν θα ήθελα να ζήσω αυτό το μαρτύριο σε όλη τη ζωή μου, το μαρτύριο να κρύβεσαι και να ευθυγραμμίζεσαι, θέλω να είμαι φανερός και ευθύς και τις ηλιόλουστες μέρες αλλά και τις μέρες της καταιγίδας και τις μέρες που πέφτω κάτω και σέρνομαι. Καταθλιπτικός, αυτοκτοκτονικός, καλά, μανιακός, ψυχωσικός: Όλα αυτά είμαι εγώ, δεν έχω να ανακαλέσω τίποτα ή να αρνηθώ τον εαυτό μου για να ικανοποιήσω την ανάγκη άλλων για μια νευροτυπική εικόνα μου.

Τούτες οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό της συνέντευξης είναι ίσως από τις λιγότερο δομημένες ή επεξεργασμένες. Μου θυμίζουν, μάλιστα, πολύ έντονα τις πρώτες μέρες του “Πόθου”, όπου ένα μάτσο από ετερόκλητα κείμενα, πολύ πείσμα και οργή από νεαρά άτομα και καθόλου παίδευση στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής φιλοδοξούσαν να εκφράσουν κάτι. Αν το καταφέραμε εν τέλει μία φορά, ίσως το καταφέρω κάποτε ξανά κι εγώ.

3

Τον τελευταίο χρόνο σχεδίασα ένα λεύκωμα μεγάλων διαστάσεων και 176 σελίδων που του έδωσα τον μεγαλεπήβολο τίτλο “Πουστιά, Ψυχική Ασθένεια και Μουσική Πανκ”. Με έναν τρόπο θεωρητικό, βιωματικό, με στίχους, κολάζ, φωτογραφίες και πολύ ξεκάθαρη και σαφή αισθητική συμπυκνώνω εκεί μέσα ό,τι με έχει απασχολήσει, ό,τι έχω σκεφτεί εγώ μέχρι τώρα κι αυτά από τα οποία έχω τραφεί. Είναι κατά κάποιο τρόπο το τρίτο φανζίν που βγάζω. Θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι και ελπίζω να είναι το τέλος μιας μοναχικής πορείας. Ελπίζω με άλλα λόγια ότι χάρις στο λεύκωμα αυτό θα υπάρχει ένα υπόστρωμα για να φυτρώσουν συζητήσεις, γνωριμίες, συνασπισμοί και άλλα πολλά που θα προσθέσουν σε αυτό όσα δεν μπόρεσα εγώ.

Στο δρόμο μου βρήκα την ομάδα “Παθογέννημα” – για μια διέξοδο από το ψυχιατρικό οικοδόμημα – που δέχτηκε με ενδιαφέρον και καλοσύνη το de-briefing μου από το ψυχιατρείο.

Σήμερα η κοινωνική πραγματικότητα όσον αφορά τα lgbt θέματα φαίνεται να έχει αλλάξει από τα 90ς. Σύμφωνο συμβίωσης, περισσότερες ομάδες που ασχολούνται, ένα pride πολύ μαζικό, μεγαλύτερη ορατότητα στα διεθνή μμε, σε μικρότερο βαθμό και στα ελληνικά. Όλα καλά άρα;

Η ερώτηση μού θυμίζει μια υπόθεση εργασίας και μια συζήτηση που έχει ήδη δρομολογηθεί, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Η υπόθεση εργασίας είναι η εξής: Με την πανδημία του AIDS ένα νέο κύμα ακτιβισμού ξεκίνησε στην Αμερική. Ήταν πάνω από όλα ένα κίνημα, αθέλητης και ηθελημένης, ορατότητας και κατόπιν ένα κίνημα που περιστρεφόταν πρώτα γύρω από την ίδια την επιβίωση και δευτερευόντως ενδεχομένως γύρω από άλλα ζητήματα. Το όνομα της ACT UP θα ήταν εμβληματικό εδώ. Διαδηλώσεις, παρεμβάσεις, δρώμενα, παραγωγή λόγου ακτιβιστικού και ακαδημαϊκού, πορείες και μια έκρηξη ορατότητας ήταν η συνέπεια του ακτιβισμού του AIDS. Εδώ πάνω από όλα δομήθηκε η ταυτότητα, σφυρηλατήθηκε η αίσθηση της κοινότητας και του ανήκειν. Αυτή η κινητικότητα οδήγησε με μια λογική συνοχή (που τους μηχανισμούς της δεν θα εξετάσουμε εδώ, ενδεχομένως και να μην μπορούμε) σε επόμενα στάδια του κινήματος μέχρι και σήμερα, τα οποία, καλώς ή κακώς, ήταν οι LGBT στο στρατό και ο LGBT γάμος.

Κοιτάζοντας την ίδια περίοδο στον ελλαδικό χώρο, διαπιστώνουμε μια νεκρική σιγή. Θα ήταν πραγματικά κοινότοπο και σε όλες γνωστό να αναφέρω ότι δεν υπήρχαν διαδηλώσεις, πορείες, παραγωγή πολιτικού λόγου και πολιτικής παρακαταθήκης (πέρα από το μερτικό μας στον “Πόθο”). Δεν θα ήταν κοινοτοπία, όμως, να αναφερθώ σε ένα περιστατικό που συνέβη το 1997. Ήταν σε ένα βαλκανικό συνέδριο για τον HIV/AIDS που έγινε στη Θεσσαλονίκη και έτυχε να παρακολουθώ. Στο μεγάλο διάλειμμα κατευθύνθηκα προς το ελληνικό πηγαδάκι, με άτομα διακεκριμένα, που τα ονόματά τους ακόμα εμφανίζονται στις ειδήσεις και τα νέα. Απαίτησα να μάθω γιατί έχουμε 1997 και δεν έχει κυκλοφορήσει καν ένα φυλλάδιο για ασφαλέστερο σεξ μεταξύ ανδρών. Ας κρίνει η αναγνώστρια τη στάση σώματος των ερωτώμενων: με κεφάλια σκυφτά, γεμάτα σύνεση, μου εξήγησαν ότι όσο η Εκκλησία είναι κοινωνικός εταίρος στο ΚΕΕΛΠΝΟ το φυλλάδιο που ζητώ δεν πρόκειται να υπάρξει.

Κρατώ από την ιστορία αυτή τα σκυφτά κεφάλια, γερτά, σιωπηλά, αδύναμα, υποταγμένα, πάνω από τα σώματα ομοφυλόφιλων ανδρών που πέθαιναν από την άγνοια και τα αντιπαραβάλλω με την εισβολή μελών και φίλων της ACT UP/NY σε καθεδρικό ναό της Νέας Υόρκης, όπου διέκοψαν τη λειτουργία και εγκάλεσαν τον καθολικό αρχιεπίσκοπο.

Ήταν μια νύχτα. Κι αυτό το ταξίδι μέσα στη νύχτα, στο οποίο κινήσεις όπως ο “Πόθος” δεν ήταν παρά μικρά γιορτινά φωτάκια, έλαβε κάποτε σιγά σιγά τέλος. Μετά από πάνω από μια δεκαετία σιωπής, κάτι άρχισε να κινείται ξανά, καταλήγοντας στην κατάσταση που περιγράφει η ερώτηση.

Η δική μου ερώτηση εδώ είναι, με ποια ιστορική φόρτιση, με ποια γνώση και εμπειρία από το παρελθόν, βασισμένοι σε ποιους πολιτικούς, κινηματικούς, ακτιβιστικούς, ακαδημαϊκούς λόγους, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, ζητώντας (αν πρέπει να ζητάμε) αυτά που ζητάμε, συγκινούμενοι από αυτά που όντως “αξίζει” κανείς να συγκινηθεί, νιώθοντας συλλογικά αυτό που είναι αρμόζον να συναισθανθεί κανείς, έχοντες μια νεοπαγή ταυτότητα άγνωστης αρχαιολογίας, προέλευσης και μνήμης.

Κεντρικό σημείο στο σημερινό λόγο κατέχει το έργο της Τζούντιθ Μπάτλερ. Κάνοντας μια τρομαχτική υπεραπλούστευση των καλύτερων και των όχι και τόσο καλών στιγμών της, θα έλεγα ότι στην ιδεολογία της ταιριάζει ο τίτλος “ριζοσπαστικός περιεκτισμός”. Αυτές οι δύο λέξεις εξηγούν το άρωμα θυματοποίησης που υποκρύβεται όχι τόσο πίσω από τις φράσεις της αλλά πίσω από τις φράσεις φανατισμένων ακτιβιστών οπαδών της. Θα ήθελα να δω μια διέξοδο από αυτόν τον “μπατλερισμό” και για εμένα αυτή είναι απλά το κομμάτι εκείνο που ονομάζεται anti-social και anti-communitarian queer ή απλά “μηδενιστικό queer”.

Σε μια φιλική συζήτηση που είχα, εξέφρασα με άλλα λόγια αυτή την απορία. Στο τ.19 του “Πόθου” η προμετωπίδα γράφει “Να καταλάβουμε τους δρόμους” κι αυτό μου είναι υπερβολικά οικείο μιας και το έγραψα εγώ. Δεν ήταν μια πρόσκληση για μια επετειακή πορεία, για μια γκέι πράηντ, αλλά ένα κάλεσμα καθημερινής ορατότητας στο δημόσιο χώρο – ένας πούστης στημένος σε κάθε πεζοδρόμιο, μια αδερφάρα σε κάθε σταυροδρόμι. Ήταν ένα κάλεσμα και σε ατομικό επίπεδο: η εξέγερση ενάντια στην εξουσία οφείλει να περιλαμβάνει μια μικρο-πολιτική εξέγερση η οποία λαμβάνει χώρα στο επίπεδο της επιθυμίας του υποκειμένου. Αντί αυτού παρατήρησα στο συνομιλητή μου δίνεται μεγάλη έμφαση σήμερα σε μια αντίστροφη, κεντρομόλο κίνηση – να περιοριστούμε, να ασφαλιστούμε, να υποχωρήσουμε σε περίκλειστους, αστυνομευόμενους εξωτερικά και εσωτερικά χώρους, χώρους που ονομάζουμε με ευκολία και δογματισμό “safe spaces”. Το ότι η ιδεολογία του “safe space” έχει τις ρίζες του, αν πιστέψουμε τον Halberstam στο “You are triggering me”, στα gentrified areas κι ότι το gentrification της ζωής έμελλε να γίνει και gentrification της πολιτικής – για να παραφράσω τη Sarah Schulman – είναι μια άγνωστη, ανώδυνη, μη-διαπίστωση για τους περιφρουρητές αυτής της ασφάλειας.

Είναι καιροί αναστοχασμού, εσωστρέφειας, μου ειπώθηκε. Αυτό είναι απολύτως σεβαστό και ενδιαφέρον, θα επιθυμούσα όμως μέσα σε αυτή την περίσκεψη να μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη όσα ερωτήματα τέθηκαν στο παρελθόν και πολλά από αυτά παραμένουν ακόμα επώδυνα ανοιχτά.

Περιγράφει λοιπόν η ερώτηση ένα κλίμα κατακτήσεων σε ζητήματα ορατότητας αλλά και δικαιωμάτων. Φευ! Διαθέτουμε ακόμα και γκέι μπάτσο που τα λέει και ωραία. Τόσο ωραία που θα του αναθέσω ένα θέμα για την επόμενη αγαπησιάρικη έκθεσή του. Δεν ξέρω για αυτόν όταν είναι σε υπηρεσία αλλά οι συνάδελφοί του, διαχρονικά, κακοποιούν σεξουαλικά τις τρανς στο δρόμο (και δεν είμαστε δα και τόσο μακριά από τους διωγμούς των τρανς στη Θεσσαλονίκη τις μέρες του Γκέη Πράηντ). Νομίζω δεν υπάρχει τίποτα πιο μπρουτάλ και σκληρό από τον ακτιβισμό ορισμένων τρανς σε εποχές ακόμα πιο βαθιά πίσω στο χρόνο, φερ’ ειπείν 1985. Ήταν τότε, σύμφωνα με την αφήγηση της Πετρωνίας, που οι μπάτσοι βίασαν κάποιες τρανς ένα βράδυ. Η Πετρωνία μάζεψε τις καπότες, έγραψε τα ονόματα των διόλου άγνωστων αστυνομικών οργάνων πάνω τους, και πήγε και τις πέταξε στο γραφείο του διοικητή την άλλη μέρα. Αν ο γκέι μπάτσος νομίζει ότι η δουλειά του θα είναι τα ταξινομεί αλφαβητικά καπότες για χάρη του διοικητή του και να μην βγαίνει σε αποστολές κάνοντας αυτά που κάνουν τα ρουνά, ε, τι να πω, σου έχω νέα, φιλαράκι.

Όλα καλά άρα;”

Στη δεύτερη από τις έξι δολοφονίες ομοφυλόφιλων αντρών που συνέβησαν το παγωμένο καλοκαίρι του 1996, επισκέφθηκα βραδιάτικα το ερημωμένο πάρκο που είχαν βρει τον στραγγαλισμένο. Υπήρχε σιωπή αλλά και ένα ανελέητο θρόισμα των φύλλων και άλλοι νυχτερινοί μικροθόρυβοι της υπαίθρου. Ίσως μια καλή ιδέα θα ήταν να είμαι με παρέα εκείνη τη βραδιά, επέλεξα όμως τη γνώριμη μοναχικότητα, την επαφή με τον κίνδυνο, το θάνατο και το τέλος. Πώς τελειώνει λοιπόν κανείς; αναρωτήθηκα. Πώς τελειώνει κανείς; Ίσως και με 36 μαχαιριές κι έναν μπάτσο να ρωτά σαρκαστικά αν ήξερες κι εσύ αυτή την πουστάρα. Πώς τελειώνει κανείς και πώς συνεχίζει; Το σκοτάδι στο πάρκο, σε εκείνο το υποθετικό παγκάκι που υπολόγιζα ότι είχε συμβεί το έγκλημα, έμπαινε μέσα μου και ψάχνοντας να βρω αν έχω τίποτα άλλο πέρα από νύχτα μέσα μου, βρήκα μια μαύρη, γλυμμένη πέτρα: Ήμουν 15 χρονών όταν είχα διαβάσει τον “Ξένο” του Καμύ και στα 23 μου καταλάβαινα ότι είχα φάγει το βιβλίο τούτο, το είχα εγγράψει μέσα μου. Ήταν μια μοναξιά που θα την έλεγα και πούστικη. Αν όχι τον θεό, κάποιον έπρεπε να ευχαριστήσω που ήμουν ακόμα ζωντανός κι όμως παράδοξα απονεκρωμένος.

Όλα καλά άρα;”

Εργάστηκα πολύ σκληρά για να έχει αυτή η πόλη γκέι πράηντ. Την πρώτη φορά σχεδόν τα καταφέραμε. Πωρωμένοι από τις ανταποκρίσεις από την ευρύτερη περιοχή, τη λάγνα επιθυμία και την κατάσταση στον ελλαδικό χώρο, στο τρίτο και πιο μεγάλο ημιυπαίθρο gay pride party που οργανώσαμε (1999) κάποιοι διέδιδαν ότι θα γίνει πορεία με σημείο εκκίνησης τον Λευκό Πύργο. Χωρίς ευτυχείς δημαρχιακές συγκυρίες, χωρίς πολλές σκέψεις, χωρίς μέτρημα δυνάμεων. Από τα κάτω. Η πορεία δεν καλέστηκε ποτέ κι ήταν ο τελευταίος χρόνος του “Πόθου”. Δεν έμελλε να υπάρξει ποτέ αυτή η πορεία.

Πολλά χρόνια μετά, πάλι θα εργαζόμουν νυχθημερόν για να υπάρξει το κατάλληλο κλίμα και, δοθείσης της εξευτελιστικής αφορμής ενός φιλικού δημάρχου, υπήρξε ξανά ένα κάλεσμα, ένα κάλεσμα που κάναμε δυο άτομα και επέμενα να είναι όσο πιο ανοιχτό γίνεται, ένα κάλεσμα που γνώρισε ανταπόκριση και το απώτερο αποτέλεσμά του ήταν αυτό που έχουμε σήμερα στην πόλη ως πράηντ. Ένα κομμάτι μου έχει τύψεις που δεν εργάστηκα πιο πολύ για να έχει τα χαρακτηριστικά που επιθυμώ κι ένα άλλο κομμάτι νιώθει μια αμείλικτη επιθανάτια παγωνιά να κατεβαίνει μέσα μου. Θα έλεγα ότι παραδόξως δεν με ενδιαφέρει πια και τόσο αυτό για το οποίο τόσο εργάστηκα τόσο πολύ. Ίσως να είναι πιο ταιριαστή η θέση του σιωπηλού θεατή – ταιριαστή, πρωτόγνωρη και τόσο οικεία τελικά.

Όλα καλά άρα;”

Αν ρωτάτε προσωπικά εμένα, θα κλείσω κλείνοντας έναν λογαριασμό από το παρελθόν και συγκεκριμένα του μικρού τίτλου, που σε μια άσχετη σελίδα του “Πόθου” αλλά όχι με μια άσχετη διάθεση έγραφε “ουτοπία ή θάνατος”. Κάποιο ουτοπικό στοιχείο – είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι – είναι ουσιαστικό κομμάτι της ριζοσπαστικής πολιτικής. Επειδή δεν συνηθίζω να μην πιστεύω αυτά που γράφω, θα έλεγα ότι στη ζωή μου το φάσμα της ουτοπίας ήταν τόσο χλωμό ώστε συνάντησα πολλές φορές τον θάνατο. Για εμένα αν κάτι αξίζει στην τωρινή εποχή θα ήταν το φάσμα της ουτοπίας να αστράψει πιο λαμπερό κι εγώ να σταματήσω να σέρνομαι στο έδαφος. Δεν ξέρω αν αυτό είναι μια έγκυρη ή επίκαιρη ή συλλογική επιθυμία, πάρτε το ως το βίτσιο ενός μοναχικού παλιόπουστα. Έτσι κι αλλιώς, σε όλη αυτή την ιστορία που ανέπτυξα, ένα πράγμα επιμελήθηκα αδιάκοπα: τη μοναχικότητα, τον ατομικισμό και τον πόνο της συνδιαλλαγής με τον μηδενισμό.

Από όλα όσα θα μπορούσε να μου προκαλέσει αυτή η συνέντευξη, πάνω από όλα θα επιθυμούσα να διαβάσω ξανά τον “Ξένο”. Λέγεται ότι δεν είναι καλό να διαβάζει κανείς αυτό το βιβλίο σε εφηβικές εποχές: το μυαλό ταξιδεύει επικίνδυνα, παράξενες σκέψεις γεννιώνται. Μα τώρα που έχω ζήσει πάνω από τη μισή μου ζωή, έχω επενδύσει σε αυτό το τευχίδιο – ακούγεται σαν μια μέθοδος να είμαι ελεύθερος. Που δεν είναι καθόλου το ίδιο με το να είμαι ευτυχισμένος ή “περήφανος”.

Καταλάβαμε μέσα από τις διάφορες απαντήσεις σου ότι εστίασες αρκετές φορές στα συνθήματα αλλά και στα μέσα της μετάδοσης τους και δεν κρύβουμε ότι μας άρεσε αυτό. Ο αναστοχασμός γύρω από τα μέσα του λόγου είναι πάντα χρήσιμος, θεωρούμε. Επίσης, η συμπύκνωση του λόγου σε ένα εύστοχο σύνθημα είναι μια πολιτική αρετή, όπως και να το κάνουμε… για να πούμε δύο μόνο από τα πολλά που μας έρχονται στο μυαλό. Σε άλλο σημείο είπες για τα βιώματα της ομοφοβίας στη Θεσσαλονίκη, για τα οποία τότε δεν ήταν τόσο διαδεδομένη η λέξη ‘ομοφοβία’ να τα περιγράψει. Ωστόσο, μια χαρά βάζατε τους ομοφοβικούς στη θέση τους και χωρίς τις λέξεις αυτές, όπως το περιέγραψες. Είναι ενδιαφέρον αυτό, να έχεις ζήσει όχι μόνο μια εποχή με μικρότερες δυνατότητες διάδοσης του λόγου σου αλλά και με λιγότερα εργαλεία στο λεκτικό ας πούμε οπλοστάσιο. Φαίνεται σα να κινούμαστε με μια διττή τροχιά. Κάποια νοήματα έχουν κατοχυρωθεί λεκτικά. Παρόλα αυτά μερικές φορές οι δυνατότητες επικοινωνίας πίσω από αυτές τις ‘μεγάλες’ λέξεις φαίνονται φτωχότερες… Έχεις μια παρόμοια αίσθηση;

Μιλώντας για πολιτική αρετή όσον αφορά τα πετυχημένα συνθήματα, να πω χωρίς αιδώ ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία σε ένα δικό μου: “Δεν θέλουμε παιδιά, θέλουμε τους γιους σας”. Είναι σχετικά πρόσφατο αλλά εγγυώμαι ότι είναι ξεκάθαρα τρελά 90s φάση. Αλλά αυτό είναι ακόμα μια άλλη ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έμαθα με την επάνοδό μου στη “σκηνή” ήταν να μιλώ πιο συμπυκνωμένα, αντιλαμβανόμενος ότι υπάρχουν οι κατάλληλες ‘μεγάλες’ λέξεις για να αντικαταστήσουν τις περιφράσεις μου. Πέρασε αρκετός καιρός, χρόνια, για να αρχίσω να υποψιάζομαι ότι υπάρχει μια ομίχλη γύρω από αυτές τις λέξεις που συσκοτίζει αντί να διαυγάζει το περιεχόμενό τους. Με άλλα λόγια, η πολιτική τους πυκνότητα απέκτησε μια άγευστη ποιότητα.

4

Θα πρότεινα να είμαστε τριπλά φροντιστικοί με τις λέξεις αυτές. Μία φορά να είμαστε φροντιστικοί απέναντί τους, φειδωλοί με τη χρήση τους, δίνοντας την ευκαιρία να ειπωθούν δυο τρεις ή όσες κουβέντες παραπάνω αναλογούν στην περίσταση. Μια δεύτερη φορά να είμαστε φροντιστικοί απέναντι στις εαυτές μας, προκρίνοντας τις δυνατότητες επικοινωνίας και ανάλυσης που έχει η περίφραση, δίνοντας χώρο σε αντιφάσεις, πολλαπλές τομές, δυναμικές, διαδρομές, αμηχανίες παρά σε στιβαρές και υπερβολικά οριστικές κρίσεις. Μια τρίτη φορά να είμαστε φροντιστικοί απέναντι στις κοινότητες που ανήκουμε, φροντίζοντας τουλάχιστον να πλέουμε σε καθαρά νερά, μίλια μακριά από τα μολυσμένα χωρικά ύδατα προβληματικών καταστάσεων λόγω υπερβολικά εύκολης χρήσης των λέξεων αυτών – όπως η κουλτούρα του name-calling. Όσο κι αν μας δίνουν τη δύναμη να μιλάμε από ισχυρότερη θέση και πιο συμπυκνωμένα, ειδικά απέναντι στους αντιπάλους μας, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν εξ ολοκλήρου άλλες μεθόδους επικοινωνίας μεταξύ μας – στις οποίες περιλαμβάνεται και το να μιλάμε, βάζοντας προσωρινά στην άκρη τον φόβο μήπως εκφραζόμαστε με ασάφεια, με αντιφάσεις, ελλιπώς ή ακόμη προσβλητικά ή προκαλούντες αμηχανία. Για να το πω διαφορετικά, η φτώχεια πίσω από τις δυνατότητες επικοινωνίας μέσα από τις ‘μεγάλες’ λέξεις διαγράφεται πολύ καθαρά σε πολιτικά κείμενα που έχουν μια generic ποιότητα αντί για μια οξύτητα στην παρατήρηση και στο λόγο.

queer trance party

Μερικές φορές οι ‘μεγάλες’ λέξεις είναι οι ‘μικρές’. Κάποτε είπα: “Θέλω να ζήσω ελεύθερος” και μου αντιγύρισαν λέγοντας – ίσως ειρωνικά ενώπιον μιας ενδεχόμενης αφέλειας – “τι θα πει ‘ελεύθερος’;”. Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση και θα έλεγα ότι είναι μια από τις κεντρικές “ερωτήσεις μας”, τις ερωτήσεις όλων μας, πέρα κι από το κουήρ και το έμφυλο. (Και γιατί να μη βάλω εδώ και ένα ερωτηματικό στο τι σημαίνει “θέλω να ζήσω”, δεδομένου του πόσο λιγοστά ικανοποιητικό ή αυτονόητο είναι ότι επιβιώνω ή διατηρούμαι ‘ζωντανός’ — λόγω του ψυχικού πόνου). Θα μου άρεσε λοιπόν μια συζήτηση για τα περιεχόμενα και τις μορφές της ελευθερίας για εμάς (άλλωστε κι ο Milton Friedman “Καπιταλισμός και Ελευθερία” ονόμασε το βιβλίο του), αλλά για κάποιο λόγο μια τέτοια συζήτηση δεν φαίνεται να είναι επίκαιρη σε μια έμφυλη συνέλευση.

Ίσως είναι καιρός για μια παύση, για έναν αναστοχασμό στο ποιες είμαστε, πού το πάμε και τι εργαλεία επιλέγουμε να χειριζόμαστε.

dark party B 001-01

111

I can’t get no satisfaction

Ο Φλομπέρ, ξέρετε, είχε πει κάτι πολύ ωραίο σε μια επιστολή του: «Μια ανάμνηση είναι κάτι πολύ όμορφο, είναι μια λυπημένη επιθυμία»

Η σύγχρονη κοινωνία, ως σύνολο, τείνει προς ένα είδος ιδρυματοποιημένου οπτιμισμού, υιοθετώντας Εγελιανές αντιλήψεις της ιστορίας και ενθαρρύνοντάς μας να πιστεύουμε ότι η ευτυχία είναι τουλάχιστον εν δυνάμει διαθέσιμη για όλους, αν μόνο συνεργαζόμασταν με έναν λογικό τρόπο. Επομένως το είδος της αλήθειας που μας λένε οι πεσσιμιστές πάντα θα είναι μια ανατρεπτική αλήθεια. – Tim Parks, The Pleasures of Pessimism, The New York Review of Books

«Η ηδονή του μυαλού κατοικεί στην πτώση του, στις δυσκολίες του, εικονογραφώντας τις για χάρη του, όχι απλά έντονα, αλλά λεπτομερώς, από κοντά, ολοκληρωτικά. Ακόμα στην υπερβολή, αν μπορεί (και αν μπορεί, σίγουρα θα το κάνει), στην αναγνώριση ή στη φαντασίωση, αλλά σίγουρα πείθοντας τον εαυτό του και κάνοντας απολύτως βέβαιο ότι θα πείσει τον εαυτό του, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι αυτές οι δυσκολίες είναι ακραίες, δίχως τέλος, δίχως όρια, αγιάτρευτες, ασταμάτητες, πέρα από κάθε επανόρθωση, ή οποιαδήποτε παρηγοριά, στερημένα από κάθε συνθήκη που θα μπορούσε να τις απαλύνει. Με λίγα λόγια βλέποντας και νιώθοντας έντονα ότι η προσωπική, δική του, τραγωδία είναι πράγματι αχανής και τέλεια και τόσο πλήρης όσο θα μπορούσε να είναι και όλα τα μέρη της, κι ότι όποια πόρτα προς την ελπίδα και την παρηγοριά οποιουδήποτε είδους έχει σφραγιστεί και κλειδωθεί σφιχτά…» – Τζιάκομο Λεοπάρντι

Αντί προλόγου

Είναι νύχτα…

Ακούω ουρλιάζοντας τους Rolling Stones…

“I can’t get no satisfaction…”

I can’t get no satisfaction…” ουρλιάζει η Λούκα…

I can’t get no satisfaction…” ουρλιάζουν όλοι οι σκύλοι της γειτονιάς…

I can’t get no satisfaction…” ουρλιάζει και ο Θεός…

(Μαργαρίτα Καραπάνου, “Ναι”)

Στα επείγοντα

Έλα τώρα”, σου φώναξε ο τύπος με το μιλιτέρ ντύσιμο, “’έλα, πες μας, εσύ τα ξέρεις καλύτερα από εμάς. Τι έχεις; Μανιακό, μικτό, τι;” Περιεργάστηκες λίγο τον τύπο που απ’ ό,τι φαινόταν ήταν κομματάκι βιαστικός. Παντελόνι παραλλαγής, μαύρη στρατιωτική μπλούζα με διακριτικά και ένα καπέλο τζόκεϊ που έκρυβε ένα ξυρισμένο κεφάλι. Ήθελες πολύ να εξηγήσεις ότι κι εσύ καλά καλά δεν καταλάβαινες τι συμβαίνει.

Ένα τέταρτο πριν καθόσουν σε εκείνες τις γλυμμένες πλαστικές καρέκλες, εκεί σε είχε βάλει η προϊσταμένη να περιμένεις τους γιατρούς, και κοίταζες προσεκτικά τη μύτη από τις αρβύλες σου. Συνήθως, παρατηρώντας το σκισμένο και ξεθωριασμένο δέρμα, έκανες σκέψεις όπως πώς φτάσαμε τόσο μακριά ή ότι η ζωή είναι αχανής αλλά και τόσο σύντομη: τις αρβύλες τις είχες από δεκαεννιά χρονών και τώρα περνούσες ξώφαλτσα τα βράχια από τα σαράντα. Κοιτούσες τις αρβύλες υπνωτισμένα, λοιπόν, γιατί όλη αυτή αίσθηση της χρονικότητας είχε συχνά μια κατευναστική διάθεση πάνω σου. Αλλά σήμερα, εκείνο το πρωινό στο ψυχιατρείο, οι αρβύλες ήταν πιο φθαρμένες από ποτέ και ο όρασή σου πιο οξυμένη από όσο είχες φανταστεί ποτέ. Έβλεπες μικρές τριχούλες, βαθουλώματα και γρατζουνιές στο δέρμα σαν τεράστιες κοιλάδες ή μεγάλα κοντάρια, ποτέ άλλοτε ο χάρτης που σχημάτιζαν οι αποχρωματίσεις στην κορυφή από τις αρβύλες δεν ήταν τόσο περίπλοκος, λαβυρινθώδης – σαν πειρατικός θα έλεγες. Και τότε το είδες. Ένα άνοιγμα στο πλαστικό πάτωμα που χόρευε σαν ηλιαχτίδα μπροστά στα μάτια σου. Έσκυψες να δεις καλύτερα και διαπίστωσες ότι ήταν η αφρισμένη κορυφή από ένα κυματάκι. Έκανες προς τα πίσω απορημένος και μετά έσκυψες ξανά μπροστά μόνο και μόνο για να δεις όλο το πάτωμα να τρεμουλιάζει σαν μια υδάτινη επιφάνεια. Ομόκεντροι κύκλοι ξεκινούσαν από τα πατούμενά σου, μακριές νερουλές χαρακιές έσκιζαν τα πλαστικά πλακάκια, σκέφθηκες μήπως αν σηκωθείς βουλιάξεις ή ίσως σηκωθεί κάποιο μεγάλο κύμα και καλύψει τα άρβυλα. Μα σύντομα κατάλαβες γιατί τα νερά είχαν μια τέτοια κινητικότητα και γιατί οι στροβιλισμοί τους έπαιρναν συνέχεια αυτό το μακρύ σχήμα σαν χαρακιές στην επιφάνεια. Μια μαύρη τελεία άρχισε να αναδύεται από τα βάθη αυτού που κάποτε ήταν πλαστικό πάτωμα μα τώρα έμοιαζε πιο πολύ με ωκεανός. Ακολουθούσε πορεία ζικ-ζακ, σαν να την έσπρωχνε το νερό αγριεμένο προς τα κάτω αλλά αυτή είχε ανεξάντλητες δυνάμεις ώστε να κατορθώσει την ανάδυση.

Κοίταξες με παγωμένα μάτια μια μικρή μαύρη κατσαρίδα να κάθεται, βρεγμένη ακόμα, στην άκρη της μύτης της αρβύλας σου. Και πριν προλάβεις να ξαναπάρεις ανάσα μέσα στην αηδία και τη ταραχή σου, τα νερά άφρισαν, κύματα άρχισαν να πηγαίνουν πέρα δώθε και να χτυπιούνται μεταξύ τους και μέσα από τα άσπρα, κοχλάζοντα νερά, δεκάδες μαύρες τελείες έφταναν στην επιφάνεια κι έσκαγαν στον αέρα. Ήταν σαν να είχαν ανοίξει τα νερά αποκαλύπτοντας τον αηδιαστικό θησαυρό που έκρυβαν μέσα τους. Δεκάδες κατσαρίδες παρήλαυναν στις αρβύλες σου ή περπατούσαν στη θάλασσα χάρις στην επιφανειακή τάση του νερού και τα μακριά τους πόδια. Ένας ζεστός, δυσάρεστος κόμπος άρχισε να ανεβαίνει από μέσα σου, πάνω, προς το στόμα. Δεν ήσουν βέβαιος αν επρόκειτο να εκφράσεις με τον πιο πειστικό τρόπο τη φρίκη σου (και πόσο πολύ θα περιέπλεκε τα πράγματα, βεβαίως, αν ξερνούσες στα καθίσματα αναμονής για τα επείγοντα) γι’ αυτό τινάχθηκες όρθιος σαν χορδή τόξου και με βηματισμούς μεγάλους, σχεδόν πηδήματα, άνοιξες αλλόφρων την πόρτα της προϊσταμένης, έπεσες στο στήθος της κραυγάζοντας και κλαίγοντας και έσφιγγες δυνατά τα παχιά μπράτσα της.

Ηρέμησε, όπου να ’ναι έρχεται ο γιατρός” σου είπε με αληθινή έγνοια αλλά και με εκείνο τον επίπεδο τόνο φωνής που έχουν οι άνθρωποι όταν έχουν δει ξανά και ξανά, δεκάδες, εκατοντάδες ίσως, φορές το ίδιο έργο. Σε απαγγίστρωσε απαλά και σταθερά και σε συνόδεψε πίσω στην καρέκλα σου. “Τι έχει εδώ;” της είπες δείχνοντας με το πόδι τη θάλασσα που είχε εξαφανιστεί και τη θέση της είχαν πάρει τα πλακάκια. “Πού εδώ;” ρώτησε απαλά. “Εδώ, εδώ” άρχισες να φωνάζεις και να δείχνεις με το πόδι σου. “Δεν υπάρχει τίποτα εδώ” συνέχισε απαλά. “Τώρα θα έρθει ο γιατρός” συμπλήρωσε.

Και όντως ήρθε ο γιατρός. Μπήκες στο γραφειάκι του, μπροστά αυτός, βιαστικός, από πίσω η ειδικευόμενη, πιο πίσω η προϊσταμένη και τελευταίος εσύ. Έκατσες στο καρεκλάκι που αντίκρυζε την τρόικα πίσω από σιδερένιο γραφείο και μέσα σε κλάμματα, λυγμούς και μύξες τους πέταξες το βιβλιάριο υγείας σου. Είδε τα φάρμακα ο γιατρός, τις διαγνώσεις, άρχισε να το ξεφυλλίζει ανάποδα, να περνούν προς τα πίσω τα χρόνια με λίθια, αντιψυχωσικά, σταθεροποιητές, βένζο και το άφησε κάτω αργά με σε ρώτησε “Έλα τώρα, έλα, πες μας, εσύ τα ξέρεις καλύτερα από εμάς. Τι έχεις; Μανιακό, μικτό, τι;” Αισθάνθηκες ελαφρά θιγμένος που δεν ενδιαφερόταν κανείς να μάθει τα κάλλη και τα πάθη της αρρώστιας σου και απάντησες κοφτά και με πείσμα “μανιακό”. “Βλέπεις ή ακούς παράξενα πράγματα;” ρώτησε δασκαλεμένος προφανώς από την προϊσταμένη. “Δεν είμαι τρελός”, απάντησες, “κάτι κατσαρίδες βλέπω αλλά αυτές βγαίνουν τον Σεπτέμβρη”. Σε κοίταξε ερευνητικά και σου πρότεινε να νοσηλευθείς, “να σε φροντίσουμε εμείς” όπως το είπε. Μάζεψες όλη τη σταθερότητά σου, έκοψες την ανάσα που θα σε πρόδιδε ότι φοβάσαι τόσο πολύ το άγνωστο κι αυτό το “ψυχιατρείο” και αργά και σταθερά, με σκυμμένο το κεφάλι είπες ότι προτιμάς να το παλέψεις έξω στον κόσμο. Ήταν ευκολότερο από όσο νόμιζες. Ο γιατρός άρχισε να μουτζουρώνει ένα χαρτί που όταν στο έδωσε κατάλαβες ότι είχες αναρρωτική άδεια δύο βδομάδων. Τον ευχαρίστησες και βγαίνοντας πέρασες από τα καθίσματα αναμονής. Όλα στεγνά, καθαρά και τακτοποιημένα. Ανασήκωσες δήθεν αδιάφορα τους ώμους και κατέβηκες με προσοχή τα σκαλιά. Είχες μπροστά σου δύο βδομάδες ελευθερίας. Θα δεις, είπες, θα ξεκουραστείς πάνω απ’ όλα και όλα θα γίνουν κανονικά.

Στο σπίτι

Ξύπνησες κανονικά την επομένη το πρωί. Όταν λέμε κανονικά, εννοούμε στις επτάμισι περίπου, ιδανική ώρα για να προετοιμαστείς να πας στη δουλειά. Όμως δουλειά δεν θα είχες να πας για τις επόμενες βδομάδες, να κάτσεις να ξεκουραστείς, να γίνουν όλα κανονικά. Με τέτοιες σκέψεις που έκανες πέρασε η ώρα και κατά τις δέκα και μισή αποφάσισες να βγεις από το σπίτι. Ένιωθες ένα παράξενο τρέμουλο στα γόνατα και η αναπνοή ήταν γρήγορη και κοφτή, αλλά ήσουν συνηθισμένος από αυτά, δεκαπέντε χρόνια στη δουλειά πήγαινες κάθε πρωί άλλοτε με τρέμουλο στα γόνατα, άλλοτε δίχως ανάσα, μερικές φορές με μια γροθιά να βαράει το στήθος σου, άλλοτε με δακρυσμένα μάτια, καταπίνοντας συχνά Xanax ή ό,τι άλλο θεωρούσες ότι μπορούσε να βοηθήσει εκείνες τις ώρες. Οπότε τα λυγισμένα γόνατα φάνηκαν πολύ λίγα εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη ώστε να σε αποτρέψουν από το να βγεις έξω στον χειμωνιάτικο ήλιο.

Ο ήλιος σε θάμπωσε μόλις βγήκες από τα σκοτεινά εσωτερικά της πολυκατοικίας και σύντομα, όταν κάπως συνήθισες, άρχισες μια ιεροτελεστική ρουτίνα, μετακινώντας το κορμί σου από το ένα πλακάκι του πεζοδρομίου στο άλλο, απομακρυνόμενος για λίγο από την είσοδο της πολυκατοικίας, μετά παίρνοντας στροφή και επιστρέφοντας πάλι, σκεπτόμενος σαν γνήσιος δούλος πόσο ανέλπιστη ήταν αυτή η άδεια από το νοσοκομείο και πόσο ασυνήθιστο ήταν να είσαι στον ήλιο που βαράει τα πλακάκια κάπου στο κέντρο της πόλης κι όχι κάτω από τον τεχνητό φωτισμό ενός γραφείου απ’ όπου θα έβγαινες αρκετά μετά τη δύση του ήλιου. Ήταν ασυνήθιστο, τόσο πολύ που έμοιαζε με απαγορευμένο. Σε αυτή τη σκέψη της παραβίασης της κανονικότητας σαν να αναθάρρησες καμπόσο ικανοποιημένα κάπως αλλά τη ίδια στιγμή ένιωσες και μια λεπταίσθητη αλλαγή στον γύρω κόσμο. Οι περαστικοί μιλούσαν τώρα ακατάπαυστα, πολύ δυνατά, λες και απάγγειλαν με έμφαση, αλλά τουναντίον ακατάληπτα. Το στόμα τους ήταν ένα ηχείο από σάρκα, δόντια και σάλιο που ανοιγόκλεινε από όλες τις μεριές γύρω σου φτύνοντας με ένταση λέξεις σε μια άγνωστη γλώσσα. Τα αυτοκίνητα που περνούσαν ήταν το μόνο πράγμα που διέκοπτε τη φρίκη των όσων διεξάγονταν πάνω στο πεζοδρόμιο, προσθέτοντας όμως τη δική τους φρίκη. Για κάμποσα λεπτά οι αισθήσεις σου ήταν τόσο οξυμένες που άκουγες το φρρπ από τα λάστιχα στην άσφαλτο, ένιωθες τα τριξίματα που προκαλούσε ο κινητήρας στο υπόλοιπο όχημα, έβλεπες τα φλας να συντονίζονται με τους χτύπους της καρδιάς σου και μετά, σε μια παράξενη μορφή αρρυθμίας, να χτυπάνε ανάποδα με αυτή. Τούτο ήταν η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι – καθώς ένιωθες ένα ζεστό κύμα πανικού να αναπτύσσεται κάτω στα παπούτσια σου και να ανεβαίνει πεισματικά και αργά σαν κισσός που σε τύλιγε και σε έπνιγε, εκκένωσες τον χώρο από τα δώδεκα πλακάκια που είχες καταλάβει, οπισθοχώρησες στην είσοδο της πολυκατοικίας, και αλαφιασμένος πήρες το ασανσέρ για το διαμέρισμα.

Θα ξανάβγω το βράδυ”, είπες και είχες ήδη καταστρώσει το σχέδιο, την απλή αλλά προσεχτική διαδρομή τοίχο τοίχο. “Θα ξαναβγώ το βράδυ”, είπες φωναχτά τώρα σαν να ήθελες να σε ακούσει το κενό διαμέρισμα ή κάποιος άλλος που κρυφά είχε χωθεί κι αυτός μέσα μαζί σου.

Κι οι ώρες πέρασαν, λίγο μουσική, λίγο κάπνισμα, λίγο χάδια στον σκύλο, λίγο κοίταγμα το ταβάνι. Οι ώρες πέρασαν και ντυμένος στα μαύρα χώθηκες κι εσύ στο σκοτάδι έξω και τον κρύο αέρα. Τα πλακάκια του πεζοδρομίου είχαν μια παράξενη ποιότητα, σαν να γλυστρούσαν ή καλύτερα λες και πιέζονταν σαν πλήκτρα. Κατηφόρησες όλη τη Βενιζέλου και ακριβώς στις 5.30 το ξημέρωμα βρισκόσουν ενώπιον της διασταύρωσης με Τσιμισκή σαρώνοντας με τα μάτια την άσφαλτο της διασταύρωσης. Εδώ ήταν που σας είχαν ρίξει χημικά στην πορεία, μανούλα μου πόση χημεία. Κρατιόσουν σφιχτά από τη φίλη σου κι άκουγες ουρλιαχτά από γύρω “θα μας σκοτώσουν!” και δώσ’ του και κρατιόσουν πιο σφιχτά μέχρι που την πόνεσες. Στάθηκες για λίγο μέσα στο δηλητηριώδες σύννεφο μόνος σου και νόμιζες ότι θα πάθεις ασφυξία, θα γονατίσεις, θα κατουρηθείς και θα χέσεις και μετά θα πέσεις στην άσφαλτο – σίγουρος οιωνός ότι θα σε τσαλαπατούσαν όσοι και όσες τρέχανε πάνω κάτω. Όμως τίποτα από αυτά δεν συνέβη – βγήκατε προσεκτικά από την πορεία και περιποιήθήκατε η μία τον άλλον σε μια βαθειά είσοδο πολυκατοικίας. Αργότερα πολύ, πήρατε το δρόμο για το σπίτι.

Μα ο δρόμος είχε ξαναγίνει δρόμος και που και που περνούσαν λίγα αυτοκίνητα πάνω από το σημείο που είχαν συμβεί όλα αυτά. Τέλος, φίλε μου.

Περπάτησες ανάποδα την Τσιμισκή, κάνοντας σλάλομ στα σαθρά απ’ ό,τι έδειχνε πλακάκια κι έφτασες μέχρι εκεί που είχαν κατέβει οι μπάτσοι από παντού και σας σάπισαν στο ξύλο. Στήθηκες στην άκρη του πεζοδρομίου, όσο πιο κοντά γινόταν στο σημείο που σε είχαν στριμώξει. Κοίταξες βλοσυρά και τα μάτια σου υγράνθηκαν πάλι. Έκλαιγες ασταμάτητα δυο μέρες, ήρεμος, χωρίς αναφυλλητά και με ένα αταίριαστο χαμόγελο. Αν σε πίεζαν για την παραξενιά σου αυτή, είχες έτοιμη την προφανή απάντηση. Το πρώτο χτύπημα με το γκλομπ στην πλάτη ήταν ένα ξάφνιασμα ή ένα ξύπνημα, ενώ οι υπόλοιπες γλομπιές απέτρεψαν κάθε δυνατή πιθανότητα εξήγησης ή περιγραφής μιας και είχες μειωθεί σε ένα ζωικό όγκο που γύρευε με τα πιο αρχαία ένστικτα προστασία και διαφυγή. Πολύ μετά κατάλαβες το θερμό “ευχαριστώ” που ανάβλυσε από το σώμα σου όλο μετά το πρώτο χτύπημα. Όλες εκείνες οι έννοιες που σε στοίχειωναν – ελευθερία, αφεντικά, ετεροκανονικοτητα, φιλία, έρωτας, δύναμη, αδυναμία, εξέγερση ακόμα και το αντιψυχωσικό που έπαιρνες – χλώμιασαν εμπρός στην υλικότητα της βίας του μπάτσου, μια βία που δεν δέχονταν παρατήρηση ή στοχασμό αλλά ήταν εκεί συγκεντρωμένη όλη στο γκλομπ του ανθρωποειδούς, υλική, αδιαμφισβήτητα υπαρκτή, συμπυκνωμένη. Ίσως να μην είναι το μόνο πράγμα που είναι αληθινό σκέφτηκες, ίσως να υπάρχουν κι άλλα πράγματα αληθινά που να μην είναι τόσο βίαια όταν πέφτουμε επάνω τους. Ή που να μην τα γνωρίζουμε. Ένα φύλλο έπεσε από το δέντρο περνώντας διαγώνια από μπροστά σου.

Τινάχτηκες, τυλίχθηκες στα ρούχα σου και οπισθοχώρησες σε μια πολυκατοικία. Μια καθαρίστρια έσερνε βαριεστημένα τα πράγματά της. Σε παρακολουθούν; Σε παρακολουθούν; Σε παρακολουθούν. Η καθαρίστρια είναι από αυτούς, οι σκιές που σε συνόδευαν από το σπίτι δεν είναι παιχνίδι του μυαλού, η πόλη είναι γεμάτη με μηχανάκια με καβαλάρηδες με άσπρα κράνη, καλά κάνεις και κρύβεσαι, μάζεψε τώρα τα χάλια σου και γύρνα σπίτι.

Ένα ακόμα φύλλο και σε ακούμπησε κρύο στο κούτελο. Ήταν η οριστική επιβεβαίωση όσων είχες διαπιστώσει. Με νευρικό βηματισμό, κατεβασμένη η κουκούλα, κίνησες για το σπίτι, από είσοδο σε είσοδο πολυκατοικίας κι από φωτεινή φανταχτερή διάβαση σε σκοτεινά παράλληλα δρομάκια. Απόψε σου είχε αποκαλυφθεί η αλήθεια αυτού του κόσμου. Δεν καταλάβαινες ποια αλήθεια ήταν αυτή ή ποιος σου έκανε την τιμή να την αποκαλύψει αλλά τα λαμπιόνια του εφημερεύοντος φαρμακείου αναβόσβηναν “ΕΦΗΜΕΡΕΥΕΙ” και ήσουν πλέον τόσο πιο πολύ έξυπνος και τόσο χωμένος σε αυτό το μυστηριώδες κόλπο ώστε έβρισκες στο ρυθμό τους τον ρυθμό σου και στην αναπόφευκτη βεβαιότητα της επανάληψης ότι “ΕΦΗΜΕΡΕΥΕΙ” μια απροσδόκητη επιβεβαίωση της φάσης σου: άνοιξε τα μάτια σου, άνοιξε τα αυτιά σου, άνοιξε το στόμα σου, άνοιξε όλες τις αισθήσεις σου για όσα πρόκειται να σου αποκαλυφθούν σε εσένα ειδικά.

Μπήκες στο διαμέρισμα πλημμυρισμένος από αγάπη έξωθεν, από ένα αόρατο χάδι σαν της μάνας σου (αν υποθέσουμε ότι θυμόσουν μετά από τόσες δεκαετίες με τι έμοιαζε το χάδι της μάνα σου). Κοιμήθηκες με τα ρούχα.

Χριστούγεννα

Κάθισες στο βρώμικο τραπεζάκι της κουζίνας. Το σπίτι σου είναι βορινό, καλύτερα θα έλεγες ότι είναι θαμμένο στο πηγάδι που σχηματίζουν τέσσερις πολυκατοικίες με θέα πάντα το μπαλκόνι του απέναντι αλλά ποτέ τον ήλιο. Να όμως που αν κάτσεις γύρω στις δύο ή τρεις η ώρα χειμωνιάτικα και έχεις ανοιχτό τον μικρό φεγγίτη της κουζίνας, μια φέτα από κίτρινο, ζεστό φως θα έρθει να σε ακουμπήσει στο τραπεζάκι της κουζίνας. Εκεί καθόσουν, με την πλάτη λουσμένη στο φως και σκεφτόσουν τη σημερινή βραδιά – καλεσμένος σε ένα σπίτι, με κόσμο, φαγητό και μια αναπάντεχη τηλεοπτική προβολή στο κλίμα των ημερών.

Σπάνια πια έκλαιγες, ακόμα κι αν σκεφτόσουν την κόλαση που λυσσομανούσε εκεί έξω. Χιόνιζε φέτος χριστουγεννιάτικα αλλά εσύ ζεσταινόσουν πάρα πολύ και είχες βγει ξημερώματα με τις αρβύλες, ένα καυτό σορτς και μια ψιλή αθλητική ζακέτα. Ήσουν γεμάτος χαρά που σε υποδέχονταν σε αυτό τον κόσμο. Αλλά ποιος, ποιοι, τι; Διέσχισες το πάρκο της Αριστοτέλους, με τα κλαδιά των δέντρων να λυγίζουν στο πέρασμά σου, κάνοντας χώρο ή ακολουθόντας σε απο πίσω. Συνάντησες κάτι σκυλιά, χαμένα στην άσπρη έρημο, που σε πλησίασαν, σε κοίταξαν με μάτια που έλαμπαν, καρφώθηκαν οι ματιές σας, κλειδώθηκε το βλέμμα και ήταν ξεκάθαρο – εκεί, στο τίναγμα του βλεφάρου – ότι σου έλεγαν πως είναι μαζί σου, συνεχισέ το, είσαι στο σωστό δρόμο. Ακολούθησες μια δαιδαλώδη διαδρομή στο πάρκο από δέντρο που αναστέναζε μέχρι το επόμενο δέντρο που εξέπεμπε ένα μυκηθμό, μια επιθυμία που ήταν τόσο δικιά του όσο και δικιά σου.

Κοίταξες κάτω χαμηλά την Εγνατία, και είδες φλόγες παντού. Το οδόστρωμα είχε πάρει φωτιά, αλλά με έναν μαγικό τρόπο τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να το διασχίζουν άθικτα, κόσμος μαζευτόταν στις διαβάσεις και περνούσε απέναντι, τυφλός και ανέπαφος από τη φωτιά. Και ήταν τότε, για πρώτη φορά, την ώρα που κίνησες να πλησιάσεις το θέαμα που σε τραβούσε, τις φλόγες, τις σκασμένες μολότωφ, τα σπασμένα σκουπιδάκια που είναι η παρενέργεια όλου αυτού, που ένιωσες μέσα σου για πρώτη φορά την Παρουσία.

Στην Παρουσία σου προσέρχομαι γυμνός

Κάθε σοβαρός ομιλητής έχει μια δομή στο λόγο του, αραδιάζει στοιχεία, γεγονότα, συμβάντα, σκέψεις και μετά, με μια αριστοτεχνική κίνηση, τα μαζεύει όλα στον κόρφο του και αντλεί την υπεραξία τους, το νόημα της ομιλίας του. Επόμενο είναι να κομπιάζεις όταν έρχεται η σειρά σου να μιλήσεις για την Παρουσία (αγνοώντας αθώα ότι μιλάς για σένα τον ίδιο). Μια καλή αρχή είναι να συστήσεις στον κόσμο την Παρουσία ως μη ανθρώπινη, όχι του κόσμου τούτου, αλλά εντούτοις ενδιαφερόμενη με ένα θεϊκό τρόπο για τις ανθρώπινες εξελίξεις. Είναι μεγάλη σου τιμή που διαλέχθηκες εσύ προσωπικά να νιώσεις τη θέρμη που σκορπά η ύπαρξή της. Μόνο η σκέψη για αυτήν σε γεμίζει από θερμά συναισθήματα αγάπης, αποδοχής, αναγνώρισης, μόνο η σκέψη για αυτή δεν απαιτεί τίποτα σε αντάλλαγμα για την απεριόριστη, άνευ όρων αγάπη που σου δείχνει. Είσαι πιο ήρεμος από ποτέ, πιο σταθερός από ποτέ και περιμένεις την επόμενη βόλτα στην πόλη που θα σου δείξει πώς είναι να είσαι ο νέος ευνοούμενος της Ψυχής της πόλης: δέντρα θροΐζουν μυστικιστικά στο διάβα σου, οι σκύλοι και οι γάτες υποτάσσονται δείχνοντας το σεβασμό τους απέναντί σου, σου γαβγίζουν ή σου ουρλιάζουν “συνέχισε” κι εσύ συνεχίζεις. Λάμπες, λαμπιόνια, φωτεινές επιγραφές, φωτεινοί διάκοσμοι, σηματοδότες, φώτα διαμερισμάτων, προβολείς και φλας αυτοκινήτων διατρέχουν την πόλη σε ένα λαμπυρίζον σκηνικό που το βαθύτερο νόημά του νιώθεις μονάχα εσύ. Στέκεσαι πάνω από τη ρεματιά της Υφανέτ και ακούς τα κλαδιά των υδρόβιων θάμνων να τρίβονται ηδονικά μεταξύ τους και να βογκούν ηδονικά σε ένα κάλεσμα μιας ατέλειωτης παρτούζας. Απομακρύνθηκες ταραγμένος, μη θέλοντας να ξοδέψεις την ενέργεια που σε κατέκλυζε σε εκτονώσεις της στιγμής. Και αποσύρθηκες ακόμα μια φορά στο δωμάτιό σου, άγρυπνος, άοκνος και οργισμένος γιατί δεν αισθανόσουν πια κάτω από το μάτι της Παρουσίας. Φυσιολογικά θα περίμενες οδηγίες, αλλά κατέληξες να βάλεις όλες τις ταινίες με τον Μικρό Αντίχριστο στη σειρά, The Omen, The Omen II και το remake. Το αγαπημένο σου σημείο ήταν η επίδραση του αντίχριστου στα ζώα: από όπου περνούσε, το ζωικό βασίλειο ούρλιαζε το καλοσώρισμά του και σαφώς δεν επιζητούσε να αποκαταστήσει κάποια “φυσική τάξη” εμπρός στην ανωμαλία του αντίχριστου. Συνοδοί σου δύο μαύρα μεγάλα σκυλιά με πύρινα μάτια – κι η μοναξιά, η ήττα, η ψεύτικη μετριοφροσύνη μπορούσαν πια να εκλείπουν. Αγαπημένος, αγαπημένος, δυνάμενος να αγαπηθεί κι άλλο κι άλλο όσο περισσότερο γίνεται από αυτή την αστείρευτη πηγή, σχεδόν σε έκσταση.

Και μέσα στην έκσταση είδες το πλήρες σχέδιο. Δεν σε αγαπούν, σε προπονούν, δεν σου απαλύνουν τον πόνο, τον κάνουν οξύτερο, δεν είσαι πια ένας ελεύθερος άνθρωπος, είσαι ένας στρατιώτης. Και η αποστολή σου στρατιωτική είναι κι αυτή: “Κατέβα στο δρόμο και ξεκοίλιασε τον πρώτο που θα κοιτάξει στραβά”.

Είχε μείνει ένα κομμάτι μονάχα από τον πρότερο εαυτό κι ίσως να ήταν αυτό που έσωσε τα πράγματα εκείνη την βραδιά. Ανέβηκες τρέχοντας τα σκαλιά των επειγόντων και στήθηκες όρθιος εμπρός στον ψυχίατρο βάρδιας. Κάποτε, είπες, κρατούσα ένα μαχαίρι και έσκιζα τα μπράτσα μου. Τώρα, συνέχισες, κρατώ όρθιο αυτό το μαχαίρι και αλίμονο σε όποιον βρεθεί στο δρόμο μου. Είμαι έτοιμος να σκοτώσω, είμαι έτοιμος να μπω μέσα.

Το πάρκο

Με την αιώνια επιφυλακτικότητα που σε διακρίνει, μπαίνεις πάντα από την ίδια πλευρά, όχι τόσο γιατί συνήθισες ή αγάπησες αυτό το δρομάκι, όσο γιατί αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια έτσι μοναχικός και αθόρυβος που εισβάλλεις. Άλλωστε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευκολότερα καλύπτεις με τη βόλτα σου όλες τις κατευθύνσεις του πράσινου φωτοστέφανου, με την αψιά μυρουδιά κατουρλιού ζώων κι ανθρώπων· ακόμα και τη μυρουδιά απ’ το τρίχωμα και τα φαγιά τους. Τα δυο πρώτα παγκάκια – σαπισμένο το ξύλο, χορταριασμένες οι τσιμεντένιες βάσεις, κι αν επιχειρήσεις μια έρευνα, χωρίς δυσκολία διαπιστώνεις ότι οι πιο πολλοί προτιμάνε να βολεύονται στο σανίδι της ράχης, γδέρνοντας και λερώνοντας με τα παπούτσια τους το υπόλοιπο παγκάκι· η πρώτη εικόνα, λοιπόν, παρουσιάζει κάτι απ’ την αρπαχτικότητα των γυμνασμένων γυπαετών που, συνήθως, δεν κατασπαράζουν, παρά μόνο σε περίπτωση έντονης πρόκλησης – κατά κανόνα τα προσπερνάς, γιατί μια ζωή γεμίζουν απ’ τα μεσάνυχτα και πέρα, εξαιτίας του ότι βρίσκονται κοντά σε φως από αυτοκίνητα παρκαρισμένα και βόλτες άσχετων μοναχικών ή ζευγαριών. Αντικρίζεις φάτσες που κατ’·επανάληψη στην ίδια πτέρυγα μαρμαρώνουν ή κάνουν πιάτσα κάτω απ’ τις ίδιες κολώνες, τα δέντρα ή τελοσπάντων γυροφέρνουν μόνιμα στον ίδιο μικρό τόπο – “του εγκλήματος” σου ’ρχεται να γράψεις απ’ τις χιλιάδες εκφράσεις κλισέ πού ’μαθες να αναμασάς. Λίγες οι άγνωστες μορφές. Συμμαζεμένες, δειλές κι άτολμες ακόμα, δεν κοιτάζουν κατάματα. Το ξέρεις – στό ’μαθε μια χαρά το κύκλωμά σου – έχουνε μεγαλύτερη πέραση τα νέα φυντάνια του πάρκου, οι πρωτόβγαλτοι – όπως στο θέατρο, που πάντα τραβούσε κι εσένα, από περιέργεια, το παίξιμο του πρωτοεμφανιζόμενου. Σκέψου πως θά ’θελες κι εσύ να θεωρείσαι κάτι τέτοιο, ένα αγόρι που πρωτοπατάει με χίλιες προφυλάξεις και αναστολές το υγρό χώμα, που αγγίζει αναρριγώντας τα φυλλώματα, έτσι, για να διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε πραγματικό χώρο, όπου δεν βρικολακιάζουν οι άνθρωποι.

Παρακεί βλέπεις τις αδελφές να κωλοχτυπιούνται απ’ τα γέλια, να σου ρίχνουν σουβλερές ματιές γιατί, όπως και να το κάνουμε, νέος ακόμα είσαι και τρώγεσαι – την ίδια τύχη έχει κι ό,τι γυαλίζει με πρώτη ματιά – αν και, συνήθως, πέστο αδελφίστικη νοοτροπία, πέστο εκλεκτικότητα, απορρίπτουν τους μισούς. (Εύκολα πέφτουν τα βέλη στους Σεβαστιανούς οι λέξεις που ανήκουν στο οπλοστάσιο της ανδροκρατικής ηθικής, γίνονται πραγματικά πυρά εκδίκησης στο αντίθετο στρατόπεδο. Και τι σημαίνει “αδελφή” θα σου πει ο άλλος που εξωραΐζει την άθλια πραγματικότητα, θα σου προσάψει δόλο, ενοχοποίηση και αποδοχή της καταπίεσης. Μα το διαχωρισμό αυτόν σε ομοφυλόφιλο, αδελφή κι ένα σωρό άλλες αποχρώσες έννοιες ή καλλιαρντοποιημένα στεγανά, πρώτοι και καλύτεροι τα οικειοποιούνται κι αισθάνονται άνετοι και ασφαλείς μέσα τους οι ομοφυλόφιλοι-αδελφές. Κι ο επιπλέον λόγος που πιθανώς να σε απάλλασσε απ’ τις βαριές κατηγορίες είναι η αναγκαιότητα της καταφυγής σε λέξεις-κώδικες για τη σωστή περιγραφή του υποκειμένου και για απόλυτη ακρίβεια στους επιμέρους χαρακτηρισμούς). Ποιες απ’ αυτές συγκεντρώνουν και τις άλλες, δεν σ’ απασχόλησε και λίγο σε νοιάζει. Η ουσία είναι πως πρέπει πάση θυσία να περάσεις ξυστά από δίπλα τους, κρατώντας παράστημα αντρικό και έκφραση που να μην προδίνει πονηρές διαθέσεις και τα τέτοια. Ξέρεις εσύ, όπως το ξέρουν ή το μαντεύουν εύκολα και τούτες: σκληραίνεις τα χαρακτηριστικά σου, χώνεις το ένα ή και τα δυο χέρια μάγκικα στις τσέπες, περνάς ρίχνοντας ένα προσποιητά. έκπληκτο βλέμμα στη συντροφιά τους κι απομακρύνεσαι σταθερά μα γρήγορα. Ξαλάφρωσες, δεν τις μπορείς τις αδελφές. Έτσι και σε πάρουν πρέφα κι αν δεν τις μιλήσεις, τότε είναι που πνιχτά ή ξεφωνημένα το σχόλιο δεν το γλιτώνεις ό,τι κι αν είσαι. Όχι, βέβαια, πως έχεις υποστεί τέτοια δοκιμασία, αλλά ενημερώθηκες σχετικά, γνώρισες κάποια πρόσωπα, σου άνοιξαν τα μάτια, κι ενώ μετά βδελυγμίας απέφευγες κι αποστρεφόσουν παρόμοια στέκια κι ανθρώπους, αφέθηκες τελικά στη μοίρα κι ας θεωρούσες τον εαυτό σου δυνατό και τρίχες κατσαρές. Σου άνοιξαν τα μάτια και τώρα τρως με την κουτάλα τα ευκολοσερβίριστα.

Κάποιοι αλητάμπουρες με τη γόπα, το μουστάκι και τη βαριά κι ασήκωτη περπατησιά σε κόβουν, ενώ τους προσπερνάς. Προτιμούν να κάνουν πως χαζεύουν τα κοιμισμένα ζώα στα κλουβιά τους, γιατί έτσι επιτυγχάνεται ευκολότερα το πλησίασμα. Κάνεις το ίδιο κι εσύ και η συζήτηση για την παιχνιδιάρα μαϊμού ή την αργοπορημένη χελώνα σε φέρνει εκεί που θες. Μα και πάλι μην πεις ότι σού ’τυχαν παρόμοια περιστατικά. Ψέματα. Απλώς εκθέτεις τις πιο πιθανές εκδοχές κι εξιστορείς πώς περίπου αρχίζουν κι εξελίσσονται τα πράγματα.

Εκείνα τα παγκάκια στη σειρά – λες και κάνεις επιθεώρηση καθαριότητας ή φάτσας – είναι σκότωμα. Βρίσκεσαι σε τρομερό δίλημμα για ποιο βάδισμα ν’ ακολουθήσεις, τι έκφραση να πάρεις, πώς να ταχτοποιήσεις το μαλλί. Στο πρώτο μπορεί να κάθεται η μεγαλύτερη ξεκωλιάρα του πάρκου – αποκομμένη απ’ την παρέα της, αν και σπάνιο αυτό. Στο παρακάτω δεν αποκλείεται να συχνάζει η χειρότερη περίπτωση τσιναριού-νάρκισσου, που ξημερώνεται στην Τσιμισκή και νυχτώνεται στο πάρκο. Και στο άλλο ενδεχομένως να κουρνιάζει ένας ομοφυλόφιλος που να ταιριάζετε στα γούστα. Πες πως αλλάζεις κίνηση, έκφραση, μαλλί από το δεύτερο παγκάκι κι πέρα – κι αυτό αν προλαβαίνεις. Έτσι όμως κι αμέσως παρακάτω συναντήσεις τον ηλικιωμένο που κάποτε έκανες την παραχώρηση, από συμπόνια, να τα συμφωνήσεις, ενώ αηδίαζες ακόμα και να τον ακουμπήσεις; (Σε χάιδεψε λιγάκι, τέλειωσε χωρίς τη συμμετοχή σου κι ενώ άνοιγε την εξώπορτα να φύγεις, με το ζόρι δέχτηκες το χαρτζιλίκι στην τσέπη του πουκαμίσου, εσύ ξέροντας πως δεν θα τον ξανάβλεπες, αυτός ελπίζοντας σε νέα επαφή). Όπως και να το χάνεις, ντρέπεσαι να τον αντικρίσεις δίχως την απαιτούμενη σκληρότητα.

Στα πρώτα δισταχτικά βήματα, σε είχε συνεπάρει ο τρόμος τής ασχήμιας που θα συναντούσες κι έψαχνες με αγωνία τρόπους ριζικής απόκρουσης των προτάσεων. Χωρίς να πληγώνεις, χωρίς να μπλέκεις σε ιστορίες. Δε χρειάστηκε. Κι όχι γιατί οι άσχημοι ήταν δυσεύρετοι ή αποκλεισμένοι, αλλά γιατί συμβιβάστηκαν με τον εαυτό τους και πλησιάζουν άτομα της ίδιας περίπου στάθμης – ούτε ομορφότερα, ούτε πολύ χειρότερα απ’ αυτούς. Γι’ αυτό και μετριάζεται η έκπληξή σου όποτε συναντάς παρέες απαρτιζόμενες από όμορφους ή άσχημους κατ’ αποκλειστικότητα: οι δρόμοι των ομοειδών συμπίπτουν. Σπάνια έγινες μάρτυρας συγχώνευσης των δύο κόσμων.

Το κατάλαβες όμως πως σε πνίγει αυτό το κλίμα, η πονηριά, τα σούρτα-φέρτα, οι αδιάντροπες ματιές, το νυφοπάζαρο. Βγαίνεις – παρόλο τον κίνδυνο να αναγνωριστείς από συγγενικά ή γειτονικά σου πρόσωπα που θα περνούν πεζή ή μ’ αυτοκίνητο – και αναπόφευκτα εισπνέεις το καυσαέριο και τη σκόνη. Άλλες παρουσίες εκεί, πιο φοβισμένες σου φαίνονται (ή μήπως το αντίθετο;) λιγότερο αντιπαθητικές πάντως. Δημιουργήθηκε κι ένα είδος πάρκινγκ για τους βιαστικούς γιωταχήδες πάνω στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο. Μαύρα φαντάσματα κοιτούν εξεταστικά απ’ τα παράθυρα τις σιλουέτες που σουλατσάρουν· αν είναι του γούστου τους, κορνάρουν, σφυρίζουν, μιλάνε. Διαφορετικά, αναμονή. Ό,τι και να πεις, τον έβρισκες ανέκαθεν πιο σικ αυτόν τον τρόπο ψωνίσματος, καθαρότερη δουλειά, γρήγορη. Κι ό,τι πάλι να πεις, τέτοιες περιπτώσεις σού ’τυχαν κάποιες φορές. Το αυτοκίνητο σταθμεύει συνήθως στην άκρη της παραλίας, όπου βρίσκονται κι άλλα παρατεταγμένα στη σειρά – ομαλοί έρωτες εκείνοι –, οι πρώτες θέσεις γίνονται κρεβάτι και τα λοιπά. Έχεις στο κάτω κάτω και μεταφορικό μέσο για το σπίτι, οποιαδήποτε ώρα κι αν τελειώσει η ιστορία. Το ξαναλές: ξηγημένα πράματα.

Το μανίκι είναι με τους φαντάρους. Άπειρα περιστατικά σού ’χουν διηγηθεί τόσοι και τόσοι ανοιχτομάτηδες παρκόβιοι· ότι κάνουν τους επιδειξίες, τους βαρύμαyκες, τους νταήδες. Με το χακί καλύπτονται. Ναι, παραλίγο να την πατήσεις κάποτε κι εσύ. Ευτυχώς, πέρασες ξώφαλτσα. Οι πιο μερακλήδες όμως επιμένουν, σπάζοντας τα μούτρα τους, δίνοντας παράλληλα και τη χειρότερη εικόνα παρακμιακού ομοφυλόφιλου. Ο αχαλιναγώγητος πόθος τους καταστρέφει τις όποιες αμυδρά καλές εντυπώσεις. Κι εξαιτίας τους έχουν μετά το θράσος μερικά τσογλάνια ν’ ανοίγουν το πορτέλο, να την πιάνουν παίζοντάς την μισοσηκωμένη και ν’ αξιώνουν επιτόπια ικανοποίηση. Εύχεσαι ποτέ να μη βρεθείς σε ανάλογη θέση. Όσο τουλάχιστον δε σε πήραν ακόμα τα χρόνια.

Διαθέτει, βέβαια, και πνευματικότητα το πάρκο. Μια μερίδα κουλτούρας όλο και κυκλοφορεί, όλο και γίνεται αναγνωρίσιμη. Από τους πρώτους καλλιεργημένους με όνομα ήταν ο ποιητής που εξακολουθεί να κόβει βόλτες στο περιθώριο, κι αργότερα έφερε κι άλλους, το παράδειγμά του έγινε προς μίμηση. Ένα είδος σήματος κατατεθέντος, που λένε, με προσβάσεις, φιλίες προς κάθε κατεύθυνση, αλλά και με μπόλικη σοβαροφάνεια. Τελευταία, κάποιοι που τον διαβάζουν επιπόλαια, απαγγέλουν σκαμπρόζικους στίχους του, καθώς αυτός περνάει σύρριζα από παγκάκια με φαντάρους (κι είναι τόσο ευερέθιστος κάποτε-κάποτε που ορμάει αλόγιστα στους διασύροντες την ποίησή του· αδυνατώντας όμως να τα βγάλει πέρα με την τόση κακία, παραιτείται κι εξαφανίζεται). Ο άλλος, συγγενικής πάστας με τον πρώτο, ποιητής, φαίνεται να κατέχεται ακόμα από αναστολές – ή με τη μέθοδο που ακολουθεί να βρίσκει ευκολότερα παρέα. Δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται. Νόμος των πιθανοτήτων και τα παρόμοια.

Ομολογείς πάντως με χαρά ότι, παρά τα όσα έχεις ακούσει για εφόδους αστυνομικών, όσες φορές και να κυκλοφόρησες, ποτέ δεν έπεσες πάνω σε μπάτσο. Άλλωστε, έχουν άλλα προβλήματα κι αυτοί, λίγο η κοινωνία έγινε ελαστικότερη, λίγο οι διώξεις περιορίστηκαν σε διακριτικότερα πλαίσια εξαιτίας της ΕΟΚ – όλα μετράνε. Έχεις ακούσει για έλεγχο ταυτοτήτων, βίαιη σχεδόν προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων και στη συνέχεια εξέταση για τις αρρώστιες – πράγματα που διασκεδάζουν τις αδελφές. Πόσα κόλπα και κομπίνες, υπερβολές ή γεγονότα δεν έφτασαν στ’ αυτιά σου! Θύμα κανένας τελικά δεν αισθάνεται ή και δεν είναι. Όλα έχουν το δούναι και το λαβείν τους. Άσε που κάποιο σκληρό αστυνομικάκι ενδίδει στο τέλος και συμβιβάζονται τα πράγματα. Τα πάντα – το κατάλαβες πια – είναι σχετικά. Ακόμα και τα πλέον άσχετα σε πρώτη όψη.

Το πάρκο ρυθμίζει τη ζωή μας”, το άκουσες από στενό φίλο με ψυχώσεις κι ατέρμονες αναζητήσεις, αλλά αυτό δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα του αποφθέγματος – και το υιοθέτησες αμέσως. Γιατί όχι, αφού και το δεσμό σου εξαιτίας του πάρκου κινδύνευες πάντα να τον χάσεις – όπως και τον έχασες. Με τόση πηγαία ειλικρίνεια δεν πρόκειται, φυσικά, να αποσιωπήσεις ή να διαστρεβλώσεις τα αληθινά γεγονότα: κοντά δύο το πρωί είχες ανακαλύψει στα σύδεντρα τον παντρεμένο και γονιό κύριο με τη σκυλίσια μούρη που μέσα στη σκοτοδίνη σου έκανες παλιότερα έρωτα μαζί του. Βλέποντας πως οι άλλες λύσεις ήταν ανέφικτες, ενέδωσες στα παρακάλια του και στρωθήκατε στο γρασίδι σε στάση εξηνταεννιά. Κάπου στην τελευταία φάση πήρε το μάτι σου το δεσμό που έλειπε από Θεσσαλονίκη και θά ’φτανε, κατά τα λεγόμενά του, την επομένη, να ανηφορίζει ένα μονοπάτι με βήμα χορευτικό, ανάερο – γνώρισμα αδιάψευστο – σε απόσταση λίγων μέτρων από κει που βρισκόσουν κατάχαμα. Αντί να λακίσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση, έτρεξες, τον παρακολούθησες πίσω απ’ τους πυκνούς πυράκανθους, τον έχασες για λίγο και αντικρίζοντάς τον μετά παρέα μ’ έναν ψηλό μαλλιά αναρχικό, αναδύθηκες απ’ τον κρυψώνα και βάδισες πίσω του σε απόσταση βολής. Όταν γύρισε από ένστικτο το κεφάλι, δυσκολεύτηκε να σ’ αναγνωρίσει, πλησίασε και έκπληκτος ζήτησε εξηγήσεις για την εκεί παρουσία σου. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι σου, άλλον τρόπο αντίδρασης δεν είχες πρόχειρο εκείνη τη στιγμή, του άστραψες ένα χαστούκι που αντήχησε σ’ όλο το πάρκο και τρέμοντας από αγανάκτηση τό ’βαλες στα πόδια.

Δεν έχεις χωνέψει ακόμα τον υπόκοσμο – αν επιτέλους πείστηκες πως μέσα εκεί μόνο ο υπόκοσμος κυκλοφορεί. (Πώς μπορείς και ξεστομίζεις τέτοια ύβρη; Τόσο εύκολα κηλιδώνεις τους καλούς φίλους, όπως το Λάκη που σπουδάζει στο Εξωτερικό, και μόλις πατήσει το πόδι του στη Σαλονίκη κάνει δεύτερο σπίτι το πάρκο; Αρχίζει την περιπλάνηση στο πάνω τμήμα – το πιο ανασφαλές από τότε που ένα μάτσο αλητών ξυλοφόρτωσε τη θρασύτατη Στέλλα – κατεβαίνει μετά στους μεγάλους διαδρόμους με το άπλετο φως – σε μια τέτοια απόπειρα καθόδου, αναφέρει το μαρτυρολόγιο, δολοφόνησαν τη θλιμμένη πριγκίπισσα Τζίλντα – και κάνει έναρξη της δεύτερης πράξης στην παράστασή του. Ώσπου να βαρεθείς καθόσουν και παρακολουθούσες όλο το ξεπάτωμά του από χλόη σε χλόη, από παγκάκι σε παγκάκι, από πούτσο σε πούτσο. Τά ’βλεπες και δεν αποφάσιζες ποιον να κατηγορήσεις: αυτόν που γινόταν αντικείμενο χρησιμοποίησης σαν την οποιαδήποτε κοινή ή εσένα που ανεχόσουν όχι μόνο να του μιλάς αλλά και να του κάνεις συντροφιά, τη στιγμή που οι δικές του επιθυμίες ήταν ακόρεστες κι ακόλαστες, ενώ οι δικές σου δεν είχαν προλάβει να μορφοποιηθούν καν μέσα στον ανεμοστρόβιλο που σ’ είχε αρπάξει;)

Μα στό ’λεγα πάντα πως δεν είσαι για τέτοια. Είχες αριστοκρατικές αντιλήψεις, κάποια, βρε αδελφέ, μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό σου. Και ξέπεσες στο πάρκο. Βέβαια, έχεις το ελαφρυντικό πως τη συνήθεια άλλοι σού τη μετέδωσαν και τώρα τη γυροφέρνεις και την εκμεταλλεύεσαι ξεδιάντροπα κι επικίνδυνα. Πίστεψες στην αρχή ότι θα κατόρθωνες ν’ αποτραβήξεις από τούτη τη ζωή κάποιον τελοσπάντων που ήταν δίπλα σου και σ’ αγαπούσε μ’ επαρχιωτική έστω νοοτροπία, ενώ τώρα ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Όμως ήταν, ομολόyησέ το, γλυκιά η συνήθεια κι εύκολος ο τρόπος της αναζήτησης και η εξεύρεση συντροφιάς από το πάρκο. Έπεσες με τα μούτρα κι άντε τώρα να δούμε αν ποτέ θα σηκωθείς.

Από τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαμιώτη “Από το πάρκο στο κενό”. Επανεκδόθηκε το 2008 από τις εκδόσεις “Πολύχρωμος Πλανήτης”

Vive l’ anarchie!

 

Με μια φωτογραφική μηχανή και το Photoshop γέμισα την περιοχή μέσα και έξω από το λιμάνι, το σχολείο απέναντι από το σπίτι μου, την περιοχή του ευρύτερου κέντρου και το μπάνιο μου με ομοερωτικά στένσιλ. Θα ήταν ωραία μια βόλτα και να σε κοιτάνε αυτά τα τεράστια αγόρια…

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

2017-08-16-03.45.12-1

Γιατρεύοντας το μυαλό. Γιατί οι ψυχιατρικές θεραπείες αποτυγχάνουν;

Μια θριαμβευτική επιτυχία;

Εάν υπάρχει μια κεντρική διανοητική πραγματικότητα στο τέλος του εικοστού αιώνα, αυτή είναι ότι η βιολογική προσέγγιση στην ψυχιατρική – το να μεταχειρίζεσαι την ψυχική ασθένεια ως μια γενετικά επηρεασμένη διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου – υπήρξε θριαμβευτική επιτυχία.

Edward Shorter, A History of Psychiatry

Μια υγρή μυρωδιά διαπερνά το μικρό, δίχως παράθυρα δωμάτιο συνεντεύξεων κάθε φορά που έρχεται να με δει ο Peter. Προσπαθώ να τον βοηθήσω εδώ και πάρα πολύ καιρό. Η εξάμηνη περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ένας κλινικός ψυχολόγος λογικά θα ανέμενε έναν πελάτη να αναρρώνει είχε παρέλθει πάνω από έναν χρόνο πριν. Πάντοτε, όπως φαίνεται, είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μια σπουδαία ανακάλυψη.

Οι συναντήσεις, οι πρώτες του πρωινού, πάντα ξεκινούν με το ίδιο τελετουργικό. Ελέγχει το ρολόι του ενώ εγώ ορμάω μέσα από την πόρτα του κοινοτικού κέντρου ψυχικής υγείας έπειτα από το μακρύ ταξίδι μου από το σπίτι, ο Peter με κοιτάζει περιφρονητικά, και μετά σκάει ένα χαμόγελο και λέει, “Γεια σου, φίλε!”. Περιστασιακά, προσπαθεί να με αγκαλιάσει, αλλά τον αποθαρρύνω, περισσότερο γιατί ανησυχώ για την κακή προσωπική υγιεινή του παρά από φόβο παραβίασης κάποιου επαγγελματικού ορίου. Δεν θα με δει αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν οι παραισθησιογόνες φωνές συχνά αρχίζουν να τον βασανίζουν, οδηγώντας τον πίσω στο μικρό, ακατάστατο διαμέρισμα, όπου χρησιμοποιεί δυνατή μουσική για τις ωθήσει να φύγουν.

Ένας ψηλός, συμπαθής άντρας στις αρχές των τριάντα του, θα μπορούσε να δείχνει γοητευτικός αν μόνο μπορούσε να καθαρίσει τον εαυτό του και να κάνει κάτι για το εκρηκτικό στομάχι του. Οι δυσκολίες του, που μου τις είπαν με την ακρίβεια ενός ανθρώπου που έχει επαναλάβει αυτή την ιστορία πολλές φορές, άρχισαν περισσότερο από 13 χρόνια πριν γνωριστούμε. Ήταν χαρούμενα εργαζόμενος σε μια γραμμή παραγωγής και πατέρας ενός μωρού κοριτσιού. Η ταχτοποιημένη ζωή του ξαφνικά έγινε θρύψαλα όταν η φιλενάδα του ανακοίνωσε ότι δεν θέλει πλέον να μένει μαζί του κι ότι είχε βρει άλλον εραστή. Απόβλητος από το οικογενειακό σπίτι, ήταν αναγκασμένος να μετακομίσει σε ένα ζοφερό στούντιο, βυθίστηκε στην κατάθλιψη και στο τέλος σταμάτησε να εμφανίζεται στη δουλειά. Τελικά έχασε τη δουλειά του και έγινε άστεγος. Ήταν εκεί που κοιμόταν με άγριες συνθήκες στους δρόμους που άρχισε να ακούει φωνές, τις οποίες τις απέδιδε σε πρώην φίλους που επιθυμούσαν να τον βλάψουν. “Πείτε του να βγει!”, έλεγαν “Διατάξτε τον να βγει!”, που το εκλάμβανε να σήμαινε ότι ήθελαν να τον πάνε κάπου και να τον ξυλοκοπήσουν.

Δεν υπάρχει καμία καταγραφή για ψυχική ασθένεια την άμεση οικογένεια του Peter. Παρόλο που κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον θετό πατέρα του όταν ήταν 10 ετών, πέρα από μερικές μεθυσμένες τριβές με την αστυνομία κατά τη εφηβεία, δεν υπήρχε καμία ένδειξη στην προηγούμενη ζωή του ότι προοριζόταν να γίνει ψυχιατρικός ασθενής. Στη θετική πλευρά, σε αντίθεση με πολλούς ασθενείς με παρόμοιες δυσκολίες, έχει καταφέρει να να επανιδρύσει ένα δίκτυο φίλων και απολαμβάνει θερμές σχέσεις με τη μητέρα και την αδερφή του. Έχει επίσης καλές σχέσεις με την έφηβη πλέον κόρη του, την οποία βλέπει τακτικά. Χάρις στα γενναιόδωρα επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης είναι κολλημένος στο χαντάκι των επιδομάτων: προς το παρόν έχει περισσότερα χρήματα από όσα απαιτούν οι ανάγκες του και φοβάται ότι θα είναι χειρότερα οικονομικά αν αποπειραθεί να επιστρέψει στη δουλειά.

Η αρχική επιστολή συστάσεων από τον ψυχίατρο του Peter, σημειώνοντας ότι τα συμπτώματά του επέμεναν παρά την αγωγή μιας δεκαετίας με φάρμακα, ρωτούσε αν θα μπορούσα να παρέχω γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, μια μορφή ψυχολογικής αγωγής, για να τον βοηθήσω με τις φωνές του. Παρά τον σκεπτικισμό στο παρελθόν σχετικά με την αξία της ψυχολογικής αγωγής για ασθενείς με βαριά ψυχιατρική νόσο, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι αυτού του είδους η θεραπεία μπορεί μερικές φορές να βοηθήσει άτομα σαν τον Peter. [1] Κατά τους πρώτους λίγους μήνες που ήμασταν μαζί ακολουθούσα το σύνηθες πρωτόκολλο για αυτού του είδους την αγωγή, ζητώντας του να κρατά αρχεία πότε έρχονταν οι φωνές και πότε φεύγανε, ρωτώντας τον για πιθανές αφορμές και εξετάζοντας πώς οι πεποιθήσεις του για τις φωνές θα μπορούσαν να τις κάνουν πιο επίμονες. Όπως πολλοί ασθενείς που ακούνε φωνές, ο Peter πίστευε ότι είναι πανταχού παρούσες και παντοδύναμες, [2] και έκανα ό,τι μπορούσα για να αμφισβητήσω την πεποίθησή του ότι είναι πανίσχυρες πέρα από κάθε αντίσταση. Επίσης πίστευε ότι άλλα άτομα μπορούσαν να ακούσουν τις φωνές του και θα μπορούσαν να του επιτεθούν ως συνέπεια, επομένως πρότεινα ένα “συμπεριφορικό πείραμα” στο οποίο θα προσπαθούσε να καταγράψει τις φωνές του με ένα μαγνητόφωνο. Παρατηρώντας ότι ήταν μόνιμα πολύ τεντωμένος, κι ότι το άγχος του να αναμένει τις φωνές έδειχνε ότι τις προκαλούσε να εμφανιστούν, του έμαθα επίσης μερικές απλές τεχνικές χαλάρωσης. Σταδιακά, στην περίοδο ενός έτους, αυτή η προσέγγιση έδειχνε να δουλεύει. Το ημερολόγιο του Peter έδειχνε ότι άκουγε λιγότερο συχνά τις φωνές. Ενώ προηγουμένως τις βίωνε σε καθημερινή βάση, τελικά κατάφερε ένα μέγιστο ρεκόρ δεκατριών ημερών χωρίς αυτές. Άρχισε να σκέφτεται για το μέλλον, συζήτησε την πιθανότητα εθελοντικής εργασίας και έγιναν οι διευθετήσεις να μένει σε μια πιο όμορφη γειτονιά.

Μόλις είχα αρχίσει να σκέφτομαι μια εξιτήρια επιστολή για τον ψυχίατρο του Peter, η οποία σιωπηλά θα κόμπαζε για το τι είχαμε καταφέρει μαζί, τα πράγματα πήραν δραματική τροπή. Καταφθάνοντας για να με δει για αυτό που θα ήταν μια από τις τελευταίες συνεδρίες μας, ήταν διεγερμένος και παρανοϊκός, με τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν από μεριά σε μεριά καθώς μου έλεγε ότι οι φωνές δεν τον άφησαν να κοιμηθεί τα δύο τελευταία βράδια. Στο τέλος της συνεδρίας, τον παρακολούθησα να σαρώνει το περιβάλλον του νευρικά, πριν βρει το κουράγιο να βγει έξω στο δρόμο. Τηλεφώνησα κατευθείαν σε μια ψυχιατρική νοσοκόμα της κοινότητας, μια θερμή, υποστηρικτική γυναίκα που σύντομα μετά πήγε να τον επισκεφθεί στο νέο του διαμέρισμα. Οι προσπάθειές της να τον ηρεμήσει ήταν άκαρπες. Μέσα σε μερικές μέρες εισήχθη στο νοσοκομείο για πιο εντατική θεραπεία.

Οι ψυχιατρικές πτέρυγες είναι συχνά τρομαχτικά μέρη. Η τοπική ψυχιατρική μονάδα, χτισμένη περίπου είκοσι χρόνια πριν στα εδάφη ενός Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου και κατά μήκος ενός θορυβώδους αυτοκινητόδρομου, έχει μακριούς, στενούς διαδρόμους και δείχνει παλιά και απρόσωπη. Τα δωμάτια των ασθενών είναι σκοτεινά και κλειστοφοβικά. Οι κοινόχρηστες περιοχές, οι τραπεζαρίες και τα δωμάτια όπου οι ασθενείς περνούν ατελείωτες ώρες βλέποντας τηλεόραση την ημέρα, μυρίζουν ιδρώτα. Οι νοσοκόμες δείχνουν να κρύβονται στο νοσοκομειακό γραφείο τους, χαζεύοντας τους ασθενείς μέσα από παράθυρα με γυαλί ασφαλείας. Στις ανοικτές πτέρυγες, όπου οι ασθενείς μπορούν να έρθουν και να φύγουν όπως επιθυμούν, κάποιοι κάνουν χρήση των εγκαταστάσεων εργοθεραπείας κάπου αλλού στο νοσοκομείο, άλλοι εξαφανίζονται έχοντας πάρει άδεια να επιστρέψουν για λίγο σπίτι έτσι ώστε μπορεί να δοκιμαστεί η ικανότητά τους να ζήσουν στον πραγματικό κόσμο, και άλλοι πάλι λιώνουν σε σιωπηλές σκέψεις, αναμένοντας να δράσουν τα φάρμακά τους. Στις κλειστές πτέρυγες, όπου κρατούνται οι πιο διεγερμένοι ασθενείς, υπάρχει μια απτή ατμόσφαιρα απειλής, υπογραμμισμένη από κραυγές και περιστασιακές βίαιες πράξεις από τους περισσότερο διαταραγμένους ασθενείς που δεν έχουν ακόμη υποκύψει στη ναρκωτική επίδραση της αγωγής τους. Ήταν σε μια τέτοια πτέρυγα που βρήκα τον Peter, ζαρωμένο στο δωμάτιό του, υπερβολικά τρομαγμένο να βγει έξω φοβούμενος ότι θα του επιτεθούν οι άλλοι ασθενείς. Ήταν δύσκολο να υπολογίσει κανείς το βαθμό που ο φόβος του δικαιολογούταν από τις νέες συνθήκες του και το βαθμό που ήταν προϊόν της φαντασίας του.

Ρωτώντας τον Peter, έγινε προφανής η αιτία της ξαφνικής υποτροπής του. Στηριζόμενος στην επιτυχία μας μαζί και, χωρίς να το ξέρω εγώ ή κανείς άλλος στη νοσοκομειακή ομάδα μας, είχε σταματήσει ξαφνικά να παίρνει τα φάρμακά του. Η μετακόμιση, μια πιεστική εμπειρία το λιγότερο, του είχε κοστίσει. Ενόσω παρέμενε στο νοσοκομείο φαινόταν αδύνατο να γίνει οτιδήποτε ιδιαίτερα θεραπευτικό. Μέχρι να πάρει εξιτήριο, να ξαναπάρει φάρμακα, μερικές εβδομάδες μετά, είχα φτάσει απλά να περνώ περιστασιακά και να έχουμε μια φιλική κουβεντούλα, με την ελπίδα να του δείξω ότι δεν τον έχω ξεχάσει.

Παρόλο που συνεχίζω να βλέπω τον Peter, δεν μπορώ να το κάνω επ’ αόριστον. Πρόσφατα αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με μια νέα στρατηγική, εμπνευσμένη από μελέτες που δείχνουν ότι οι βουδιστικές τεχνικές διαλογισμού είναι χρήσιμες στους ασθενείς που δεν έχουν ανταποκριθεί σε πιο παραδοσιακές μορφές ψυχοθεραπείας. [3] Του έμαθα να περνά σύντομες περιόδους καθισμένος στη σιωπή, κατευθύνοντας την προσοχή του στην αναπνοή του και προσέχοντας όταν οι σκέψεις του περιφέρονται αλλού. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν ότι οι ασκήσεις αυτές τους βοηθούν να αναπτύξουν κάποια αποστασιοποίηση από σκέψεις που είναι δυσάρεστες και επίμονες. Ελπίζοντας ότι θα απευθυνθώ στο φόβο που είχε για τις φωνές του, έβαλα τον Peter να επαναλάβει τις λέξεις, “Πείτε του να βγει! Διατάξτε τον να βγει!”, ξανά και ξανά πριν αρχίσει τις ασκήσεις. Κατά τους τελευταίους μήνες, η συχνότητα των φωνών του έχει μειωθεί ξανά και τώρα περνάει πολλές μέρες δίχως αυτές. Πιάνουν οι ασκήσεις; Είναι αυτή η μέθοδος που αναζητούσαμε; Ο Peter αρχίζει να γίνεται περισσότερο αισιόδοξος, και θέλω να είμαι κι εγώ αισιόδοξος, αλλά η εμπειρία με έχει διδάξει ότι η βεβαιότητα είναι συχνά ένα παραπλανητικό συναίσθημα. Μερικές φορές νιώθω λες και απλά υποκρίνομαι ότι είμαι χρήσιμος.

Τι είναι η ψύχωση;

Ο Peter διαγνώστηκε ότι υποφέρει από σχιζοφρένεια. Σύμφωνα με τα ιατρικά εγχειρίδια, οι ασθενείς με αυτή τη διαταραχή τυπικά υποφέρουν από ακουστικές παραισθήσεις (φωνές ανθρώπων που δεν είναι στην πραγματικότητα παρόντες) και ψευδαισθήσεις (παράξενες και παράλογες πεποιθήσεις ανθεκτικές στα αντεπιχειρήματα). Πολλοί ασθενείς έχουν διαταραχές της σκέψης περιστασιακά, μιλώντας ακατάληπτα, ειδικά όταν είναι κάτω από πίεση. Επιπρόσθετα σε αυτά τα θετικά συμπτώματα, που αποκαλούνται έτσι γιατί κανονικά απουσιάζουν στους υγιείς ανθρώπους, πολλοί ασθενείς υποφέρουν από αρνητικά συμπτώματα, που αποκαλούνται έτσι γιατί δείχνουν να αντανακλούν μια απώλεια της συνήθους ικανότητας. Αυτά περιλαμβάνουν την απάθεια, την ανηδονία (αδυναμία να νιώσεις ευχαρίστηση) και την άμβλυνση του συναισθήματος

Η σχιζοφρένεια συνήθως θεωρείται ότι ανήκει σε μια οικογένεια ασθενειών στις οποίες ο ασθενής, όταν είναι πολύ βαριά άρρωστος, δείχνει να χάνει επαφή με την πραγματικότητα. Αυτές οι διαταραχές, που αντιστοιχούν σχηματικά στη λαϊκή αντίληψη περί τρέλας, είναι γνωστές συλλογικά ως οι ψυχώσεις, και είναι η πιο βαριά μορφή ψυχικής ασθένειας. Αυτές συχνά συγκρίνονται με τις νευρώσεις (πιο συχνοί και λιγότερο βαριοί τύποι ψυχικών ασθενειών στις οποίες το άτομο, αν και πολύ αγχωμένο ή κατατεθλιμμένο, έχει επίγνωση ότι είναι άρρωστο, και δεν βιώνει ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις) και τις διαταραχές προσωπικότητας (ισόβια δυσλειτουργικά μοτίβα συσχέτισης με άλλους ανθρώπους).

Ο άλλος κύριος τύπος της ψύχωσης είναι η διπολική διαταραχή, η οποία είναι μερικές φορές επίσης γνωστή ως μανιοκατάθλιψη. Σε αυτή την κατάσταση ο ασθενής βιώνει επεισόδια βαθιάς κατάθλιψης και επίσης επεισόδια είτε μανίας (περιόδους ανεξέλεγκτης έξαψης και εριστικότητας, συχνά συνοδευόμενη από αποδιοργανωμένη σκέψη και ψευδαισθήσεις ειδικών ικανοτήτων, αμύθητου πλούτου ή ειδικής αποστολής στη ζωή) ή υπομανίας (μια λιγότερο ακραία συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ευφορία, έξαψη και παρορμητική συμπεριφορά). Τα τρέχοντα διαγνωστικά συστήματα διαχωρίζουν τώρα μεταξύ διπολικής διαταραχής 1, στην οποία οι ασθενείς βιώνουν κατάθλιψη και μανία, και διπολικής διαταραχής 2, όπου βιώνονται κατάθλιψη και υπομανία αλλά όχι μανία. Και στις δύο καταστάσεις, επεισόδια ακραίας διάθεσης τυπικά διαχωρίζονται από περιόδους ύφεσης ή σχετικά κανονικής λειτουργίας. Η μονοπολική κατάθλιψη (κατάθλιψη με απουσία ιστορικού μανίας) όταν είναι πολύ βαριά, μπορεί επίσης να συνοδεύεται από ψυχωσικά συμπτώματα, για παράδειγμα ακουστικές παραισθήσεις που επικρίνουν σκληρά τον ασθενή ή ψευδαισθήσεις ότι ο ασθενής είναι ένοχος για κάποιου είδους φοβερό έγκλημα. Ο όρος ψυχωσική κατάθλιψη χρησιμοποιείται μερικές φορές για να περιγραφεί αυτού του είδους η κατάσταση.

Χωρίς δισταγμό, οι ψυχώσεις έχουν βαθιά επίδραση στον ανθρώπινο κόσμο. Ο αριθμός των περιπτώσεων με σχιζοφρένεια που αντιμετωπίζονται από ψυχιατρικές υπηρεσίες είναι δύσκολο να μετρηθεί γιατί οι ορισμοί της διαταραχής μεταβάλλονται από μελέτη σε μελέτη, αλλά οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νέων περιπτώσεων κάθε χρόνο σε διαφορετικά μέρη του κόσμου κυμαίνονται σε περίπου 7 με 40 νέες περιπτώσεις ανά 100.000 ανθρώπους και τα νούμερα για τη διπολική διαταραχή είναι όμοια. Ο αριθμός των ανθρώπων που λαμβάνουν διάγνωση σχιζοφρένειας οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή τους είναι σίγουρα πάνω από 0,5 τοις εκατό και, ξανά, η ίδια περίπου εκτίμηση έχει αναφερθεί για τη διπολική διαταραχή. [7]. Από μια ευρύτερη προοπτική, έχει υπολογιστεί ότι ο κίνδυνος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής να υποφέρει κανείς από οποιοδήποτε είδος ψυχωσικής διαταραχής ίσως να είναι τόσο υψηλό όσο το 3 τοις εκατό. [8]. Εφόσον ο τρέχων πληθυσμός της Βρετανίας είναι περίπου 60 εκατομμύρια και αυτός των Ηνωμένων Πολιτειών περίπου 300 εκατομμύρια, αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον 1,8 εκατομμύρια Βρετανοί πολίτες και 9 εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ μπορεί να επηρεάζονται. Κάνοντας μια επέκταση των συμπερασμάτων για τον υπόλοιπο κόσμο, περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν τώρα στη γη είναι πιθανόν να υποφέρουν από ψυχώσεις σε κάποιο σημείο της ζωής τους. Πρόκειται για πάρα πολλούς ανθρώπους.

Η επίδραση αυτών των συνθηκών στην ποιότητα ζωής μπορεί να σταχυολογηθεί από το γεγονός ότι, στον ανεπτυγμένο κόσμο, περίπου το 5 τοις εκατό των ασθενών με σχιζοφρένεια [9] και πάνω από το 7 τοις εκατό των ασθενών με διπολική διαταραχή αυτοκτονούν [10] και πολλοί περισσότεροι αποπειρώνται την αυτοκτονία. Η ανικανότητα να εργαστείς ή να ακολουθήσεις μια καριέρα είναι επίσης σύνηθες. Σε μια πρόσφατη έρευνα για τους ασθενείς με σχιζοφρένεια σε έξι ευρωπαϊκές χώρες, [11] το 41% κρίθηκε βαρέως ανάπηρο όταν πρωτοεκτιμήθηκε. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 25% ήταν ακόμη βαριά ανάπηρο. Για περίπου τα δύο τρίτα αυτών των ασθενών οι στενές σχέσεις τους επηρεάστηκαν (πολλοί έμειναν δίχως συντρόφους) και περίπου το ίδιο ποσοστό ήταν ανίκανο να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο χώρο εργασίας. Για ακόμα μια φορά, μια παρόμοια εικόνα είναι προφανής σε σχέση με τη διπολική διαταρχή. Έχει υπολογιστεί ότι ένας νεαρός ενήλικας που λαμβάνει τη διάγνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί περιμένει να χάσει, κατά μέσο όρο, εννιά χρόνια ζωής, δώδεκα χρόνια φυσιολογικής υγείας και δεκατέσσερα χρόνια εργασίας. [12]. Επιπρόσθετα σε αυτόν τον κατάλογο της μιζέριας, οι ψυχώσεις είναι επίσης η πηγή μεγάλου φόβου για τους απλούς ανθρώπους. Επιλεκτικά ρεπορτάζ στα μμε έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι η σχιζοφρένεια, ιδιαιτέρως, σχετίζεται με μια τάση για ακραία, τυχαία βία. [13]

Είναι, φυσικά, αληθές ότι ψυχωσικοί ασθενείς, στη λαβή των παραισθήσεών τους, μερικές φορές διεξάγουν τρομερά εγκλήματα, αν και αυτό ευτυχώς συμβαίνει σπάνια. Στη Βρετανία, ιδρύθηκε το 1994 μια φιλανθρωπική οργάνωση που ονομάζεται Zito Trust μετά από την παράλογη σφαγή του άντρα της Jayne Zito, του Jonathan, από τον Christopher Clunis, έναν ψυχιατρικό ασθενή. Στις 17 Δεκεμβρίου 1992 ο Clunis βημάτισε μέχρι να φτάσει τον Zito καθώς αυτός περίμενε για ένα τρένο στο σταθμό Finsbury Park και τον μαχαίρωσε δίχως προειδοποίηση. Σε μια επίσημη έρευνα που ακολούθησε τη δολοφονία αποκαλύφθηκε ότι ο Clunis ήταν καλά γνωστός στις τοπικές ψυχιατρικές υπηρεσίες, έχοντας δει τουλάχιστον σαράντα τρεις ψυχιάτρους μέσα σε πέντε χρόνια κι ότι δεν είχε κρατηθεί στο νοσοκομείο παρόλο που διέπραξε έναν αριθμό τυχαίων επιθέσεων τις εβδομάδες που προηγήθηκαν του θανάτου του Ziko. Στο υπόβαθρο τέτοιων και παρόμοιων περιστατικών, πολλές ψυχιατρικές υπηρεσίες έχουν δει τον κύριο ρόλο τους ως ρόλο περιορισμού. Έρευνες που έχουν διεξαχθεί στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλύπτουν τη διαδεδομένη χρήση τόσο του άτυπου όσο και του επίσημου εξαναγκασμού στη διαχείριση ατόμων με ψυχωσικές ασθένειες. [14] Στη Βρετανία και ορισμένα τμήματα των Ηνωμένων Πολιτειών νέα νομοθεσία επιτρέπει τους ψυχιάτρους να εξαναγκάζουν τους ασθενείς να παίρνουν την φαρμακευτική αγωγή τους με την απειλή ότι θα αποβληθούν από το νοσοκομείο εάν δεν το κάνουν.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι τα οικονομικά βάρη που σχετίζονται με τις ψυχώσεις είναι τεράστια, αλλά διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις τοπικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Το ετήσιο κόστος για τη φροντίδα των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει πρόσφατα εκτιμηθεί στα 22,7 δις δολάρια και στη Βρετανία εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 2,2 δις λίρες. [16] Όμως, αυτά τα άμεσα κόστη μερικές φορές φαίνονται πολύ μικρά εμπρός στα έμμεσα κόστη που προκύπτουν, για παράδειγμα, από την απώλεια οικονομικής παραγωγικότητας από τους ασθενείς και τους φροντιστές τους. Το πραγματικό ετήσιο κόστος της σχιζοφρένειας επομένως έχει εκτιμηθεί στα 62,7 δις δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και στα 4 δις λίρες στη Βρετανία. Με πολλούς τρόπους, φαίνεται, η ψύχωση είναι ένα πρόβλημα που μας αφορά όλους.

Δεδομένων αυτού του ανθρώπινου και οικονομικού κόστους, είναι επιτακτικό να μαζέψουμε οποιουσδήποτε πόρους μπορούμε για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που δημιούργησε για εμάς η βαριά ψυχική νόσος. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να βοηθήσουμε αυτούς που υποφέρουν από ψύχωση ώστε να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους, σε μια προσπάθεια να τους ανακουφίσουμε από τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις τους και να τους επιστρέψουμε σε έναν πλήρη ρόλο στην κοινωνία. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να υποστηρίξουμε τους φροντιστές τους – συχνά τους γονείς – ώστε να μην λυγίσουν από το συναισθηματικό και οικονομικό φορτίο να φροντίζουν τους ταραγμένους και συχνά ταραχοποιούς αγαπημένους τους. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να προστατέψουμε την κοινωνία από οποιουσδήποτε κινδύνους σχετίζονται με την ψύχωση και πρέπει να τα κάνουμε όλα αυτά με έναν οικονομικά πρόσφορο τρόπο, εντός των ορίων των περιορισμένων προϋπολογισμών που είναι διαθέσιμοι για τη χρηματοδότηση των σύγχρονων ψυχιατρικών υπηρεσιών.

Η ιατρική αγωγή της βαριάς ψυχικής νόσου

Η πλειοψηφία των ανθρώπων που βιώνουν ψυχολογικά προβλήματα δεν λαμβάνει ποτέ θεραπεία από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες. Πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από τις λιγότερο βαριές νευρώσεις επιλέγουν να τις υπομείνουν, ελπίζοντας ότι θα νιώσουν λιγότερο αγχώδεις και κατατεθλιμμένοι με την πάροδο του χρόνου, ή όταν οι περιστάσεις αλλάξουν και ζωή γίνει λιγότερο στρεσογόνος (η πλειοψηφία των ανθρώπων των οποίων τα συμπτώματα ικανοποιούν τα κριτήρια για μείζονα κατάθλιψη αναρρώνουν σε μερικούς μήνες [17]). Αν τα συμπτώματα επιμένουν, το πιο πιθανό είναι πως όποια θεραπεία πάρουν θα προέρχεται από τον οικογενειακό γιατρό, ο οποίος μπορεί να συνταγογραφήσει αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ή να παραπέμψει τον ασθενή σε έναν σύμβουλο ή κλινικό ψυχολόγο με τους οποίους μπορεί να συζητήσει τις δυσκολίες του. Όμως, εάν, όπως με τον Peter, ένας ασθενής έχει τη δυστυχία να βιώνει τα πιο σοβαρά συμπτώματα της ψύχωσης, είναι πολύ πιθανό ότι θα βρεθεί να τον φροντίζουν οι ψυχιατρικές υπηρεσίες, και η θεραπεία που θα λάβει μπορεί να εκτείνεται σε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι ασθενείς μπορούν να εισαχθούν στην ψυχιατρική αγωγή μέσα από διαφορετικές διαδρομές. [18] Παρόλο που τα ακριβή βήματα που οδηγούν στην εμπλοκή με τις ψυχιατρικές υπηρεσίες μπορεί να διαφέρουν από τόπο σε τόπο, οι παρακάτω διαδρομές είναι αρκετά τυπικές. Πολύ συχνά ένας οικογενειακός γιατρός θα αποφασίσει ότι τα συμπτώματα που βιώνει ένας ασθενής είναι πολύ σοβαρά για να διαχειριστούν από έναν μη ειδικό, και θα κανονίσει για ένα ραντεβού με κάποιον ψυχίατρο. Μερικές φορές η επαφή με τον ψυχίατρο θα συμβεί μετά από κάποιο είδος κρίσης, για παράδειγμα αφότου ένα άτομο που υποφέρει από παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις οδηγηθεί σε ένα ιατρείο επειγόντων από έναν φίλο που ανησυχεί ή από συγγενή. Περιστασιακά, εμπλέκονται οι δυνάμεις εφαρμογής του νόμου. Στις περισσότερες χώρες η αστυνομία έχει την εξουσία να κρατήσει κάποιον που συμπεριφέρεται με τρομακτικό και ασταθή τρόπο, μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα της ψυχιατρικής εξέτασης. Όπως και να συμβεί όμως, ο ψυχίατρος συνήθως ακολουθεί ένα μοτίβο εργασίας παρόμοιο με αυτό που ακολουθούν οι συνάδελφοί του σε άλλους κλάδους της ιατρικής. Πρώτα, πρέπει να εκτιμηθούν τα συμπτώματα του ασθενή έτσι ώστε ο ψυχίατρος να μπορέσει να κάνει διάγνωση. (Καθώς δεν υπάρχουν βιολογικές εξετάσεις για την ψυχιατρική διαταραχή, η εκτίμηση γίνεται μέσω μιας αναλυτικής εξέτασης-συζήτησης – γνωστή ως εξέταση ψυχικής κατάστασης – κατά τη διάρκεια της οποίας ο ασθενής ερωτάται για παράξενες πεποιθήσεις, εμπειρίες και συναισθήματα.) Τότε, μόλις γίνει η διάγνωση, αποφασίζεται ο τρόπος της θεραπείας.

Αν η συμπεριφορά του ασθενή δείχνει να αποτελεί κίνδυνο για τον ίδιο ή για άλλους (για παράδειγμα, αν φαίνεται να είναι αυτοκτονικός, εκρηκτικά θυμωμένος ή επικίνδυνα παρορμητικός), συνήθως θα εισαχθεί σε μια ψυχιατρική πτέρυγα, όπου θα παραμείνει με τα συμπτώματά του να βελτιωθούν ικανοποιητικά ώστε ο ψυχίατρος να δοκιμάσει να του δώσει εξιτήριο πίσω πάλι στην κοινότητα. Αν είναι αναγκαίο, και αν δεν μπορεί να πείσει τον ασθενή να μπει εθελούσια στο νοσοκομείο, ο ψυχίατρος μπορεί να χρησιμοποιήσει ειδικές νομικές εξουσίες (στην αργκό της νομοθεσίας της Βρετανικής ψυχιατρικής νομοθεσίας, ονομάζονται sections) για να αναγκάσει τον ασθενή να παραμείνει στην πτέρυγα. Η βασική θεραπεία που παρέχεται κατά τη διάρκεια της παραμονής συνήθως θα είναι ψυχιατρικά φάρμακα, παρόλο που άλλες μέθοδοι μπορεί να προσφερθούν, όπως οι ομαδικές συζητήσεις και η εργοθεραπεία (στην οποία ο ασθενής ενθαρρύνεται να εμπλακεί σε διάφορες δραστηριότητες που έχουν νόημα και κίνητρο). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο ασθενής συνήθως θα δει τον ψυχίατρο πολύ αραιά, ίσως μια φορά την εβδομάδα για δέκα λεπτά περίπου, κατά τη διάρκεια των οποίων θα εξεταστούν τα συμπτώματα του ασθενή και θα καθοριστεί αν η θεραπεία έχει την επιθυμητή δράση. Αν η παραμονή του ασθενούς εκτείνεται για πάνω από μερικές εβδομάδες, τότε μερικές φορές γίνονται πιο επίσημες συσκέψεις για την περίπτωση, στις οποίες ο ψυχίατρος, οι νοσοκόμες και άλλοι επαγγελματίες υγείας θα συναντηθούν για να συζητήσουν την πρόοδο του ασθενούς και να καθορίσουν αν αξίζουν κάποιες αλλαγές στη θεραπεία του. Μερικές φορές αυτές οι συζητήσεις θα λάβουν χώρα πίσω από κλειστές πόρτες αλλά συνήθως ο ασθενής θα καλεστεί να εισέλθει ούτως ώστε να εκφράσει τη δική του άποψη για το πώς πηγαίνουν τα πράγματα. Αυτή μπορεί να είναι μια στρεσογόνος εμπειρία καθώς ο ασθενής μπορεί να βρεθεί να κάθεται εμπρός σε μια γραμμή από επαγγελματίες, σχεδόν σαν να παρακολουθούσε συνέντευξη για δουλειά. Αν είναι πολύ αγχωμένος για να φύγει από την πτέρυγα, μπορεί να κρατηθεί για τα συμπτώματά του, γνωρίζοντας ότι λέξεις που δεν είναι προσεκτικά διαλεγμένες μπορεί να ερμηνευτούν από τον ψυχίατρο ως απόδειξη ότι δεν είναι έτοιμος να πάει σπίτι.

Μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, ή από την αρχή εάν η παραμονή στο νοσοκομείο κρίνεται απαραίτητη, η θεραπεία του ασθενή μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα προγράμματα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο ασθενής θα ανταποκριθεί θετικά στη φαρμακευτική αγωγή καθώς η πρόοδός του παρακολουθείται από τον ψυχίατρο κάθε λίγους μήνες, και τελικά ο ψυχίατρος θα αποφασίσει ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν είναι πλέον απαραίτητη. Όμως, είναι πιο πιθανό ο ψυχίατρος να αποφασίσει ότι ο ασθενής θα έπρεπε να συνεχίσει να παίρνει φαρμακευτική αγωγή – για χρόνια ή ίσως ακόμα και δεκαετίες – για να εξασφαλιστεί ότι τα συμπτώματα δεν θα επιστρέψουν. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ένας από τους κύριους σκοπούς των τακτικών αλλά αραιών ψυχιατρικών ραντεβού θα είναι να πείσουν τον ασθενή να συνεχίσει τα φάρμακά του, παρά τις όσες ανεπιθύμητες παρενέργειες μπορεί να έχουν. Οι ασθενείς διακόπτουν συχνά την αγωγή τους και μερικές φορές, όπως ο Peter, το κάνουν δίχως να ενημερώνουν τον ψυχίατρο, φοβούμενοι ότι ανακοινώνοντας την απόφασή τους θα προκαλέσουν αρνητική αντίδραση. Αυτός ο φόβος έχει γερά θεμέλια: εάν υποψιαστούν μη συμμόρφωση, οι ψυχίατροι μπορούν να καταφύγουν σε έναν αριθμό στρατηγικών για να διασφαλίσουν ότι η λήψη της φαρμακευτικής αγωγής συνεχίζεται. Μια προσέγγιση περιλαμβάνει τη διευθέτηση τακτικών επισκέψεων από ψυχιατρική νοσοκόμα της κοινότητας (CPN), η οποία θα αφιερώσει χρόνο για να γνωρίσει τον ασθενή, προσφέροντας συναισθηματική και πρακτική υποστήριξη σε καθημερινή βάση και ενθαρρύνοντας τον ασθενή να συνεχίσει να παίρνει τα χάπια του. Μια άλλη προσέγγιση είναι να συνταγογραφηθεί μια μακράς δράσης αγωγή depot η οποία δίνεται με ένεση στα οπίσθια του ασθενούς κάθε λίγες εβδομάδες, αν και αυτή η προσέγγιση μπορεί να υποσκαφθεί από το ασθενή απλά αρνούμενος να εμφανιστεί στην κλινική όπου γίνεται η χορήγηση ή ευρισκόμενος αλλού όταν η CPN φτάνει με τη σύριγγά της. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι η ψυχιατρική φροντίδα συχνά γίνεται αντιφατική, μια μάχη βουλήσεων μεταξύ της ψυχιατρικής ομάδας και του ασθενούς.

Είμαι βέβαιος ότι κάποιοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα αντιλέγουν ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός πώς δουλεύουν οι ψυχιατρικές υπηρεσίες είναι περίπου υπεραπλούστευση. Φυσικά, οι πολιτικές και οι διαδικασίες διαφέρουν από μέρος σε μέρος. Μερικοί ψυχίατροι δείχνουν ενδιαφέρον στη ψυχοθεραπεία και κάποιες υπηρεσίες προσλαμβάνουν ψυχολόγους ή ειδικά εκπαιδευμένες νοσοκόμες που μπορούν να παρέχουν ψυχολογική θεραπεία σε βαριά ψυχικά άρρωστους. Παρόλα αυτά, οι επίσημες οδηγίες για την θεραπεία της ψύχωσης στη Βρετανία [19] και τις Ηνωμένες Πολιτείες [20] δίνουν έμφαση στις φαρμακευτικές θεραπείες. Η παγκόσμια αγορά για αντιψυχωσικά φάρμακα είναι σήμερα περίπου 15 δις δολάρια ανά έτος. [21] Μεταξύ 1997 και 2004 ο αριθμός των κατοίκων των ΗΠΑ που λάμβανε αυτά τα φάρμακα αυξήθηκε από 2,2 εκατομμύρια σε 3,4 εκατομμύρια και τα έξοδα για αυτούς τριπλασιάστηκαν. [22] Στη Βρετανία, στην περίοδο μεταξύ 1991 και 2001, οι συνταγές για αντιψυχωσικά φάρμακα για ασθενείς που ζουν στην κοινότητα αυξήθηκαν κατά (ένα λιγότερο δραματικό) 23%. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτό φαίνεται να οφείλεται μόνο στους μεμονωμένους ασθενείς που κρατούνται στη φαρμακοθεραπεία επί μακρότερο παρά για μια αύξηση του αριθμού των ασθενών που λαμβάνουν φαρμακοθεραπεία για πρώτη φορά. [23] Η χρήση λιγότερο ισχυρών φαρμάκων για ανθρώπους με λιγότερο βαριές ψυχιατρικές καταστάσεις έχει αυξηθεί πιο απότομα. [24] Πρόσφατα έχει υπάρξει μια κίνηση να ενθαρρυνθούν οι ασθενείς με ψύχωση να πάρουν φάρμακα όσο το δυνατόν νωρίτερα υπό την πεποίθηση ότι μια καθυστέρηση στην αγωγή τους μπορεί να οδηγήσει σε άσχημα αποτελέσματα (θα εξετάσουμε τις αποδείξεις για αυτόν τον ισχυρισμό αργότερα). [25] Αυτή τη στιγμή, υπηρεσίες ειδικών πρώιμης πρόληψης αναπτύσσονται μέσα από το Σύστημα Υγείας και το περισσότερο ευρέως χρησιμοποιούμενο μέτρο της αποτελεσματικότητάς τους είναι η ικανότητά τους να μειώνουν τη διάρκεια της μη θεραπευόμενης ψύχωσης (DUP), η οποία ορίζεται ως το χρονικό διάστημα μεταξύ της εκκίνησης των συμπτωμάτων και της πρώτης αγωγής με αντιψυχωσικά φάρμακα. Κάποιοι ψυχίατροι υποστηρίζουν πλέον ότι θα έπρεπε να δίνουμε αντιψυχωσικά στους ανθρώπους αν υπάρχει υψηλός κίνδυνος να αναπτύξουν ψυχωσική ασθένεια στο μέλλον. [26]

Φυσικά, τα περισσότερα άτομα που τα έλκει η ψυχιατρική είναι ευγενικά και φροντιστικά και θέλουν μόνο το καλύτερο για τους ασθενείς τους. Συχνά αναστατώνονται και απογοητεύονται όταν οι ασθενείς αποτυγχάνουν να ωφεληθούν από τις προσπάθειές τους. Ακολουθούν μια ιατρική προσέγγιση, στην οποία οι κοινωνικές και ψυχολογικές θεραπείες, αν χρησιμοποιούνται καν, αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες στη φαρμακοθεραπεία, γιατί πιστεύουν γνήσια ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να βοηθήσουν τους ασθενείς τους.

Η κύρια βεβαιότητα πίσω από αυτή τη προσέγγιση είναι ότι η ψύχωση είναι μια ασθένεια του εγκεφάλου, μια ιδέα που είναι κυρίαρχη στους ψυχιατρικούς κύκλους για πάνω από έναν αιώνα, και η οποία συνεχίζει να διακηρύττεται στα κείμενα που γράφονται για τους εκπαιδευόμενους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, στα βιβλία που συγγράφουν ψυχίατροι και ψυχολόγοι για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, [27] και στις συμβουλές που δίνονται στους ασθενείς και φροντιστές από τους ιατρούς, τις φαρμακευτικές εταιρίες [28] και διάφορους άλλους οργανισμούς που επιμένουν, για παράδειγμα, ότι “η σχιζοφρένεια είναι μια θεραπεύσιμη ιατρική κατάσταση”. [29] Το νόημα των συμπτωμάτων του ασθενή και το πλαίσιο στο οποίο έχουν συμβεί, αντιμετωπίζονται επομένως ως άσχετα, και οι προσπάθειες που καταβάλλονται από τον ασθενή για να τα συζητήσει, και να ακουστεί η ιστορία του, συχνά αποθαρρύνονται. [30] Αν ο ασθενής ενίσταται σε αυτή τη προσέγγιση, κινδυνεύει να περιγραφεί ως στερούμενος διορατικότητας, όπου η διορατικότητα ορίζεται ως “Η σωστή στάση απέναντι στη νοσηρή αλλαγή στον εαυτό”. [31] Καθώς η έλλειψη διορατικότητας θεωρείται σύμπτωμα της ψύχωσης από μόνη της, [32] κάθε προσπάθεια που γίνεται από τον ασθενή για αμφισβητήσει τη φαρμακευτική αγωγή ή να αμφισβητήσει τις υποκείμενες υποθέσεις της συχνά αντιμετωπίζεται ως επιπλέον ένδειξη ότι ο ασθενής είναι άρρωστος και επομένως ως ένδειξη για ανάγκη πιο δραστικής φαρμακοθεραπείας.

Στα επόμενα κεφάλαια, θα δείξω πώς τα επιστημονικά θεμέλια αυτής της προσέγγισης είναι εξαιρετικά σαθρά. Όμως, θα προσπαθήσω πρώτα να απαντήσω ένα ερώτημα που είναι περισσότερο άμεσης σημασίας για τους ασθενείς και εκείνους που τους φροντίζουν: είναι πραγματικά αποτελεσματική η φαρμακευτική προσέγγιση; Θέτοντας αυτό το ερώτημα, δεν με ενδιαφέρει η αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων θεραπειών (θα ασχοληθώ αργότερα) αλλά αντίθετα με ενδιαφέρει ο ευρύς αντίκτυπος που έχουν στην κοινωνία οι ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Μπορούμε να βρούμε αν αυτός ο αντίκτυπος έχει υπάρξει θετικός εξετάζοντας τρεις πηγές αποδείξεων. Πρώτα, μπορούμε να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν έχουν υπάρξει πρόοδοι στη φαρμακευτική θεραπεία της ψυχικής ασθένειας που έχουν οδηγήσει προφανώς βελτιωμένη προοπτική για τους ψυχωσικούς ασθενείς σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Δεύτερον, μπορούμε να θεωρήσουμε εάν οι ψυχωσικοί ασθενείς που ζούνε σε χώρες με ψυχιατρικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου περνούν καλύτερα από ότι παρόμοιοι ασθενείς σε χώρες που αυτές οι υπηρεσίες είναι απούσες. Τέλος, μπορούμε να κοιτάξουμε προσεκτικά στο τι συμβαίνει στους ασθενείς όταν αναστέλλονται οι συμβατικές ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Έχει υπάρξει πρόοδος στη θεραπεία της ψυχικής ασθένειας;

Δίχως αμφιβολία, ο τελευταίος αιώνας είδε φανταστικές βελτιώσεις στην ικανότητα των γιατρών να θεραπεύουν τις σωματικές ασθένειες (παρόλο, όπως θα δούμε αργότερα, ο βαθμός στο οποίο αυτές οι βελτιώσεις είχαν επίδραση στη δημόσια υγεία έχει αμφισβητηθεί – μερικές φορές υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η καλή διατροφή και η υγιεινή είναι πιο σημαντικά). Ο ιατρικός δημοσιογράφος James Le Fanu [33] κατέγραψε πρόσφατα δώδεκα καθοριστικές στιγμές στην ιστορία της ιατρικής, στις οποίες επήλθαν αυτές οι εξελίξεις. Η ανακάλυψη από τον Alexander Fleming το 1928 ότι η πενικιλλίνη μπορούσε να σκοτώσει μολύνσεις από βακτήρια είναι ίσως η πιο γνωστή καταγραφή στη λίστα του Le Fanu αλλά άλλες, λιγότερο γνωστές εξελίξεις, αξίζουν το ίδιο της προσοχής μας και του θαυμασμού μας. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας πολιομυελίτιδας στην Κοπεγχάγη το 1952, για παράδειγμα, ο αναισθησιολόγος Bjørn Ibsen παρατήρησε ότι πολλά άρρωστα παιδιά πέθαιναν επειδή ήταν υπερβολικά αδύναμα ώστε να αναπνεύσουν, και πειραματίστηκε με απλές τεχνικές τεχνητής αναπνοής (αρχικά, χρησιμοποίησε ομάδες από φοιτητές ιατρικής που εργάζονταν σε βάρδιες για να πιέζουν μηχανικά αέρα μέσα στους πνεύμονες των ασθενών, μια διαδικασία που συνεχιζόταν μέχρι την ανάκαμψη των παιδιών τόσο ώστε να έχουν τη δύναμη να αναπνέουν από μόνα τους). Τα ποσοστά επιβίωσης για τα θύματα της πολιομυελίτιδας στο νοσοκομείο του Ibsen έκαναν άλμα από το 10% περίπου στο 70%.

Μόνο μία από τις διακεκριμένες στιγμές του Le Fanu αφορούσε την ψυχιατρική: η κατά λάθος ανακάλυψη (από έναν Γάλλο χειρούργο του ναυτικού) του πρώτου αποτελεσματικού ψυχιατρικού φάρμακου, τώρα γνωστό ως χλωροπρομαζίνη, το οποίο εισήχθη στις αρχές του ’50. Δύο βραβεία Νόμπελ έχουν απονεμηθεί για βελτιώσεις στην ψυχιατρική θεραπεία αλλά στο ψυχρό φως της ιστορίας είναι εύκολο να δει κανείς γιατί δεν εμφανίστηκαν στην λίστα του Le Fanu. Το πρώτο δόθηκε το 1927 στον βιεννέζο ψυχίατρο Julius Wagner-Jauregg, ο οποίος είχε αναπτύξει μια μέθοδο θεραπείας ασθενών γενικής παράλυσης με άνοια (το τελικό στάδιο της σύφιλης, στο οποίο μολύνεται ο εγκέφαλος). Ο Wagner-Jauregg μόλυνε τους ασθενείς του με ελονοσία και η εμπύρετη ασθένεια που ακολουθούσε προφανώς σταματούσε, ή ακόμη και ανέστρεφε, την πρόοδο της ασθένειας. [34] Η θεραπεία του Wagner-Jauregg (η οποία εν πάση περιπτώσει δινόταν για μια κατάσταση που σήμερα θα θεωρούταν νευρολογική παρά ψυχιατρική) ήταν αμφιλεγόμενη στην εποχή της, και εξέλειπε από τη χρήση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δεύτερο απονεμήθηκε στον πορτογάλο νευροχειρούργο Egas Monitz για την ανακάλυψη της προμετωπικής λευκοτομίας (λοβοτομή), μια εγχείριση του εγκεφάλου στην οποία νευρικές ίνες που οδηγούν από τις εμπρόσθιες περιοχές του εγκεφάλου στις πιο πίσω περιοχές τεμαχίζονται με χονδροειδή τρόπο. Η διαδεδομένη χρήση της προμετωπικής λευκοτομίας θεωρείται τώρα ένα σκοτεινό επεισόδιο στην ιστορία της ψυχιατρικής. Σίγουρα, με πιθανή εξαίρεση την ανακάλυψη της χλωροπρομαζίνης, το είδος των βημάτων προόδου στη θεραπευτική τεχνολογία που έχουν σημαδέψει την πρόοδο της σύγχρονης ιατρικής δεν το μοιράζονται οι ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Οι βελτιώσεις στη θνησιμότητα που έγιναν εφικτές χάρις στα επιτεύγματα στη θεραπεία της σωματικής ασθένειας έχουν καταγραφεί σε μελέτες ευρείας κλίμακας. Τα Κέντρα για Έλεγχο Ασθενειών των ΗΠΑ έχουν εκτιμήσει ότι 64% των ενηλίκων των οποίων οι καρκίνοι διαγνώστηκαν μεταξύ 1995 και 2000 επιβίωσαν τουλάχιστον πέντε χρόνια από τη στιγμή που διαγνώστηκαν, σε σύγκριση με το 50% εκείνων που οι καρκίνοι είχαν διαγνωστεί μεταξύ 1972 και 1976. Η συγκρίσιμη βελτίωση στα παιδιά ήταν από 54% σε 79%. [35] Παρομοίως, το Γραφείο Εθνικών Στατιστικών του ΗΒ έχει αναφέρει βελτιώσεις στα πενταετή ποσοστά επιβίωσης μεταξύ 1979 και 1995 για τους περισσότερους τύπους καρκίνου. [36] Ξεκάθαρα κάτι σημαντικό συμβαίνει στο πεδίο της θεραπευτικής ογκολογίας. Τα βρετανικά δεδομένα για στη στεφανιαία καρδιακή νόσο δείχνουν ότι το ποσοστό των ανθρώπων που επιβιώνουν περισσότερες από τέσσερις εβδομάδες μετά από καρδιακό επεισόδιο βελτιώνεται με ρυθμούς περίπου 1,5% από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Συγκρίσιμα δεδομένα για ψυχιατρικά προβλήματα είναι δύσκολο να συναντήσουμε, αλλά στο βαθμό που είναι διαθέσιμα, λένε μιαν άλλη ιστορία.

Η έλλειψη αποδείξεων για βελτιωμένη έκβαση για άτομα που υποφέρουν από βαριές ψυχικές ασθένειες υπογραμμίστηκε για πρώτη φορά από τον ψυχίατρο και ανθρωπολόγο Richard Warner, στο καθοριστικό βιβλίο του 1985 Recovery from Schizophrenia: Psychiatry and Political Economy. [38] Ο Warner μπόρεσε να εντοπίσει εξήντα οκτώ αμερικάνικες και ευρωπαϊκές μελέτες στις οποίες ασθενείς διαγνωσμένοι με σχιζοφρένεια παρακολουθούταν και η έκβασή του μετρούταν, όπου βρίσκονταν ουδεμία απόδειξη μιας συνολικής βελτίωσης από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Είναι σημαντικό ότι ο Warner παρατήρησε ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι οι εκβάσεις είχαν επηρεαστεί από την εισαγωγή της χλωροπρομαζίνης και των άλλων αντιψυχωσικών, αλλά υπήρχε μια κάποια ένδειξη για τη σημασία των οικονομικών περιστάσεων – οι ασθενείς ανέρρωναν λιγότερο καλά κατά τις περιόδους οικονομικής ύφεσης παρά στις περιόδους οικονομικής άνθησης.

Μια επόμενη μελέτη από τον αμερικάνο ψυχίατρο James Hegarty χρησιμοποίησε μια εκλεπτυσμένη στατιστική τεχνική γνωστή ως μετά-ανάλυση για να λάβει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τους ρυθμούς ανάρρωσης των ασθενών με σχιζοφρένεια που είχαν δημοσιευτεί μεταξύ 1895 και 1992. [39] Βρήκε αποδείξεις για μέτριες βελτιώσεις στις εκβάσεις μεταξύ του μέσου του εικοστού αιώνα και των αρχών της δεκαετίας του ’80, και μια χειροτέρευση των εκβάσεων μετά. Παρόλο που αυτό το μοτίβο είναι συνεπές με την πρόταση του Warner ότι οι ρυθμοί ανάρρωσης επηρεάζονται από τη ζωντάνια της αγοράς εργασίας, ο Hegarty ισχυρίστηκε ότι ο κύριος παράγοντας υπεύθυνος για αυτές τις διαφορές ήταν αλλαγές στον τρόπο που γινόταν η διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μεταξύ των αρχικών χρόνων του εικοστού αιώνα και της δεκαετίας του ’70 υπήρχε μια τάση να δίνεται η διάγνωση σε μια όλο και διευρυνόμενη ομάδα ασθενών, συμπεριλαμβανομένων πολλών που έπασχαν από σχετικά μέτριες καταστάσεις. Μετά από αυτή την εποχή, όταν οι ψυχίατροι άρχισαν να ενδιαφέρονται για την αξιοπιστία των διαγνώσεών τους, ο τρόπος που χρησιμοποιούταν ο όρος “σχιζοφρένεια” έγινε πιο αυστηρός, ούτως ώστε περιλαμβάνονταν μόνο οι βαριά πάσχοντες ασθενείς. Συνολικά, τα ευρήματα δεν προτείνουν ότι οι ζωές των ασθενών έχουν μετασχηματιστεί από την εισαγωγή νέων ψυχιατρικών θεραπειών.

Ένας διαφορετικός τρόπος εκτίμησης της επίδρασης της σύγχρονης ψυχιατρικής θεραπείας έχει προταθεί πρόσφατα από τον Robert Whitaker, έναν ερευνητή αμερικάνο δημοσιογράφο που δείχνει ενδιαφέρον για τα ζητήματα ψυχικής υγείας. Ο Whitaker έχει δείξει ότι, παρόλο που ο αριθμός από τις χρησιμοποιούμενες ψυχιατρικές κλίνες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει μειωθεί από την αρχή της δεκαετίας του ’50, σχεδόν κάθε άλλο μέτρο που έχει χρησιμοποιηθεί για να μετρήσει τον αριθμό των ατόμων που υποφέρουν από βαριά ψυχική νόσο έχει να επιδείξει μια δραματική αύξηση. [40] Παίρνοντας δεδομένα από το Υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, ο Whitaker βρήκε ότι 1.028 “περιστατικά φροντίδας ασθενούς” ανά 100.000 πληθυσμού καταγράφηκαν το 1955, την κατά προσέγγιση χρονολογία που η χλωροπρομαζίνη έγινε ευρέως γνωστή, αλλά το 2000 αυτός ο αριθμός είχε ανέλθει στους 3.806 ανά 100.000, μια σχεδόν τετραπλάσια αύξηση. Φυσικά, θα μπορούσε να επιχειρηματολογηθεί ότι αυτή η αύξηση είναι το αποτέλεσμα της καλύτερης και νωρίτερης ανίχνευσης της ψυχικής ασθένειας, στην οποία περίπτωση θα μπορούσε να αναμένεται ότι ο αριθμός των ανθρώπων που είναι ψυχιατρικά ανάπηροι θα είχε μειωθεί ως συνέπεια της πιο αποτελεσματικής θεραπείας. Επειδή τα άτομα με βαριά ψυχική ασθένεια είναι τώρα, κυρίως, φροντιζόμενα στην κοινότητα, ενώ, πριν την έλευση της χλωροπρομαζίνης ήταν περισσότερο ιδρυματοποιημένα, ο Whitaker χρησιμοποίησε χρήση νοσοκομειακών κλινών πριν το 1955 και πληρωμές αναπηρίας κοινωνικής ασφάλισης στις πιο πρόσφατες δεκαετίες για να υπολογίσει μια – ομολογουμένως χονδροειδή – εκτίμηση του ποσοστού του πληθυσμού που επηρεαζόταν. Με αυτό το μέτρο, ο αριθμός των ψυχικά ασθενών στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκε από το 3,38‰ το 1955 στο 19,69‰ το 2003, περίπου μια εξαπλάσια αύξηση.

Μια συγκρίσιμη ανάλυση της επίπτωσης της ψυχιατρικής θεραπείας στη Βρετανία έχει αναφερθεί από τον ψυχίατρο David Healy και την ιστορικό Margaret Harris, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη Βόρεια Ουαλία. [41] Ο πληθυσμός αυτής της περιοχής, κυρίως αγροτικός με χαμηλό εισόδημα, έχει παραμείνει σταθερός από τα τέλη του δεκάτου ένατου αιώνα μέχρι τη σημερινή μέρα, και, για μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου, εξυπηρετούταν από μια και μοναδική ψυχιατρική μονάδα, το Νοσοκομείο της Βόρειας Ουαλίας στο Denbigh. Εξετάζοντας τα αναλυτικά αρχεία που κρατούταν στο νοσοκομείο, οι Healy και Harris μπόρεσαν αναδρομικά να διαγνώσουν ασθενείς που δέχτηκαν θεραπευτική αγωγή το 1896 και να ιχνογραφήσουν την ψυχιατρική διαδρομή τους, συγκρίνοντάς τους με εκείνους που δέχτηκαν θεραπευτική αγωγή ένα αιώνα μετά. Βρήκαν ότι, παρόλο που οι ασθενείς στη σύγχρονη περίοδο τυπικά απολαμβάνουν πολύ συντομότερες παραμονές στο νοσοκομείο, τους κάνουν εισαγωγές πιο συχνά από ό,τι στο παρελθόν. Το εκπληκτικό ήταν όταν όταν άθροισαν τα κατειλημμένα κρεβάτια, παίρνοντας υπόψη τις πολλές εισαγωγές των σύγχρονων ασθενών και επίσης το γεγονός ότι πολλοί τώρα περνούν μακρές περιόδους της ζωής τους σε ξενώνες αντί για το νοσοκομείο, βρήκαν ότι ήταν περισσότερα το 1996 από ό,τι το 1896.

Τα αίτια αυτών των αλλαγών είναι αναμφίβολα περίπλοκα. Παρόλο που ερευνητές μέσα στην κυρίαρχη ψυχιατρική έχουν επίσης σημειώσει αυτή την “επιδημία ψυχικής ασθένειας”, [42] δεν θα συμφωνούσαν με το συμπέρασμα του Robert Whitaker ότι η σύγχρονη ψυχιατρική θεραπεία στην πραγματικότητα κάνει τους ασθενείς χειρότερα από ό,τι αν τους άφηναν ήσυχους. Όμως, ερμηνεύοντας προσεκτικά τις αποδείξεις, φαίνεται δίκαιο να πει κανείς ότι δεν υπάρχει βάση για να πιστέψει ότι οι πρόοδοι στην ψυχιατρική φροντίδα έχουν οδηγήσει σε βελτιώσεις στην ψυχική υγεία των βιομηχανικών χωρών.

Η καλύτερη ψυχιατρική στον κόσμο;

Συγκριτικές μελέτες αποτελεσμάτων φροντίδας υγείας σε διαφορετικές χώρες επιβεβαιώνουν αυτό που περίμενε ο κοινός νους: ότι η προοπτική ανάρρωσης από μια σοβαρή σωματική ασθένεια είναι καλύτερη σε χώρες που έχουν ολοκληρωμένες και ευρέως διαθέσιμες ιατρικές υπηρεσίες παρά σε χώρες που δεν έχουν. Για παράδειγμα, μια πρόσφατη αναφορά για τις παγκόσμιες στατιστικές καρκίνου, που δημοσιεύτηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο για την Έρευνα στον Καρκίνο, [43] βρήκε εντυπωσιακές αλλά αναμενόμενες διαφορές στην έκβαση μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στα τέλη του ’60 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ξεκίνησε ένα πρόγραμμα, γνωστό ως η Διεθνής Πιλοτική Έρευνα για τη Σχιζοφρένεια (IPSS), για να καθορίσει το βαθμό στον οποίο μπορούσε να βρεθεί η σχιζοφρένεια έξω από τις βιομηχανικές χώρες. Έχω ήδη σημειώσει ότι αυτή η διάγνωση έχει χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους σε διάφορους χρόνους. Δεδομένου αυτού του προβλήματος, ένας μείζων στόχος της έρευνας ήταν να καθορίσει αν μπορούσε να ανακαλυφθεί μια παγκόσμια, πολιτισμικά αδιάφορη μορφή της ασθένειας. Ένας άλλος στόχος ήταν να εξεταστεί ο βαθμός στον οποίο οι ψυχίατροι σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, στην τοπική εξάσκηση του επαγγέλματός τους, την όριζαν, και επομένως έκαναν διάγνωση, με διαφορετικούς τρόπους.

Σε εννιά χώρες – Κολομβία, Τσεχοσλοβακία (πλέον η Δημοκρατία της Τσεχίας), Κίνα, Δανία, Ινδία, Νιγηρία, πρώην Σοβιετική Ένωση, Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες – ψυχίατροι του προγράμματος στρατολόγησαν ένα σύνολο από 1.202 ασθενείς που είχαν πρόσφατα εισαχθεί στις ψυχιατρικές υπηρεσίες και οι αρχικές παρατηρήσεις τους ξεκινούσαν το 1973. [44] Μετά από ανάλυση των δεδομένων, και με μεγάλη έξαψη, οι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι ασθενείς που ικανοποιούσαν ένα στενό ορισμό της σχιζοφρένειας, που είχε συμφωνηθεί πριν τη διεξαγωγή της μελέτης, μπορούσαν να βρεθούν σε κάθε χώρα. Εκ των υστέρων, αυτή η “ανακάλυψη” φαντάζει αναπόφευκτη, καθώς οι ψυχίατροι που αναζητούσαν ασθενείς είχαν αυτή την αντίληψη κατά νου. Όμως, φαίνεται ότι ψυχίατροι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Σοβιετική Ένωση είχαν μια πολύ ευρύτερη τοπική αντίληψη της σχιζοφρένειας – και έτσι ήταν πρόθυμοι να διαγνώσουν πολύ περισσότερους ασθενείς ως σχιζοφρενείς – απ’ ό,τι οι ψυχίατροι αλλού. (Φανερώθηκε αργότερα ότι ο Σοβιετικός ορισμός της σχιζοφρένειας ήταν τόσο ευρύς που περιλάμβανε την πολιτική ανυπακοή. Πολλοί διανοούμενοι που διαφωνούσαν με την Κομμουνιστική κυβέρνηση βρέθηκαν σταλμένοι σε άσυλα και θεραπεύονταν δια της βίας με χλωροπρομαζίνη ή παρόμοια φάρμακα. [45])

Το πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης εμφανίστηκε αργότερα, από μια πενταετή παρακολούθηση που σκόπευε να ανακαλύψει τι συνέβαινε στους ασθενείς. [46] Αυτή αποκάλυψε ότι εκείνοι που ήταν στις αναπτυσσόμενες χώρες τα είχαν πάει πολύ καλύτερα από εκείνους στον βιομηχανικό κόσμο. Για παράδειγμα, ενώ 27% των ασθενών στις αναπτυσσόμενες χώρες βίωνε μόνο ένα επεισόδιο της ασθένειας ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση, αυτό ήταν αληθές μόνο στο 7% των ασθενών από τις βιομηχανικές χώρες. Με το τέλος της περιόδου παρακολούθησης, 65% των ασθενών στις αναπτυσσόμενες χώρες είχε κριθεί ότι είχε ήπια ή καθόλου βλάβη στην κοινωνική λειτουργικότητα σε σύγκριση με το 56% των ασθενών στις βιομηχανικές χώρες.

Το εύρημα ήταν τόσο συγκλονιστικό ώστε ο WHO έστησε μια δεύτερη, πιο φιλόδοξη μελέτη πάνω στις Ορίζουσες της Έκβασης Βαρέων Ψυχικών Παθήσεων. [47] Μια ομάδα από περισσότερους από εκατό ψυχιάτρους προσπάθησε να ταυτοποιήσει άτομα με βαριές ψυχικές ασθένειες σε δέκα χώρες. Καταβλήθηκαν προσπάθειες να πάρουν συνέντευξη από ανθρώπους που μπορεί να μην ήταν γνωστοί στις ψυχιατρικές υπηρεσίες, για παράδειγμα ερχόμενοι σε επαφή με παραδοσιακούς θεραπευτές που εργάζονταν εκτός του ιατρικού συστήματος στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στα δεδομένα μετά από δύο χρόνια μελέτης, 37% των ασθενών από τις αναπτυσσόμενες χώρες υπέφερε από ένα επεισόδιο ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση, σε σύγκριση με μόνο 16% από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Σχεδόν 16% από τους ασθενείς στις αναπτυσσόμενες χώρες έδειξε βλάβη στην κοινωνική λειτουργικότητα κατά την περίοδο παρακολούθησης, ενώ το ποσοστό για τις ανεπτυγμένες χώρες ήταν σχεδόν 42%. Μετέπειτα μελέτες επιβεβαίωσαν ότι οι ασθενείς στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι πολύ πιο πιθανό να αναρρώσουν από βαριά ψυχική ασθένεια απ’ ό,τι οι ασθενείς στις πλουσιότερες χώρες, που εξυπηρετούνταν καλά από ψυχιάτρους και κλινικούς ψυχολόγους. [48]

Η ίδια προσοχή δεν αφιερώθηκε στην έκβαση λιγότερο βαριών ψυχιατρικών διαταραχών, οπότε τα όποια συμπεράσματα για αυτές πρέπει να είναι δοκιμαστικά. Εντούτοις, κάποιες πληροφορίες για την κατάθλιψη είναι διαθέσιμες από μελέτες που διεξήχθησαν για το Παγκόσμιο Βάρος της Ασθένειας, οι οποίες εκκινήθηκαν από τον WHO στις αρχές του ’90. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να καθορίσει το βαθμό που κράτη επιβαρύνονταν από σωματικές και ψυχικές ασθένειες διαφορετικά μέρη του κόσμου. Μια αρχική αναφορά που δημοσιεύτηκε το 1996 συμπέραινε με εκπληκτικό τρόπο ότι η μονοπολική (απλή) κατάθλιψη ήταν η τέταρτη ιατρική αιτία βάρους, υπεύθυνη για το 3,7% των προσαρμοσμένων στην αναπηρία ετών ζωής (έτη ενεργής ζωής που χάνονταν λόγω αναπηρίας ή πρόωρου θανάτου). [49] Ξεκάθαρα, αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή, ο κόσμος βρίσκεται στο μέσον μιας επιδημίας κατάθλιψης εκπληκτικών αναλογιών, διόλου ένδειξη ότι η ιατρική ψυχιατρική έχει κάποια θετική επίπτωση. (Μια προφανής εναλλακτική εξήγηση είναι ότι η κατάθλιψη που μετράται σε αυτές τις μελέτες δεν είναι μια απλή ιατρική ασθένεια, αλλά περικλείει ένα ευρύ φάσμα της ανθρώπινης μιζέριας. [50])

Σε μια πιο πρόσφατη αναφορά, δεδομένα από μια ποικιλία πηγών συλλέχθηκε για να υπολογιστούν οι εκτιμήσεις βάρους για το έτος 2000. [51] Οι συγγραφείς της αναφοράς σημείωσαν την μεγάλη διαφορά στις αναλογίες βάρους που αποδίδεται στην κατάθλιψη στις πλούσιες χώρες (8,9% επί του συνόλου των προσαρμοσμένων στην αναπηρία ετών) και στις φτωχές (4,1%). Εντούτοις, αυτά τα νούμερα είναι όλα σχετικά στο συνολικό βάρος της αναπηρίας και, όπως δείχνουν οι συγγραφείς, θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τα υψηλά επίπεδα σωματικής αναπηρίας που προκαλούνται από την κακή διατροφή και υγιεινή στα φτωχότερα έθνη. Μια ένδειξη των απόλυτων επιπέδων της αναπηρίας που συσχετίζονται με την κατάθλιψη σε διάφορα μέρη του κόσμου μπορεί να σταχυολογηθεί μόνο με ενδελεχή εξέταση των πινάκων δεδομένων, οι οποίοι δείχνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά στη Βόρεια Αμερική και τα μικρότερα στην Αφρική.

Θεραπεύοντας χωρίς την ιατρική ψυχιατρική

Επειδή τα ευρήματα από ιστορικές και διαπολιτισμικές μελέτες είναι ανοιχτά σε διάφορες ερμηνείες, οι αποδείξεις που παρέχουν για την ανθρώπινη και κοινωνική επίπτωση της σύγχρονης ψυχιατρικής απέχουν πολύ από το να είναι οριστικές. Ένα πείραμα στο οποίο η συμβατική θεραπεία αίρεται θα ήταν σίγουρα καλύτερο. Ευτυχώς, ένα τέτοιο πείραμα έχει διεξαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εμπνευστής του ήταν ο Loren Mosher, ένας αμερικάνος ψυχίατρος ο οποίος ήταν κάποτε ηγέτης αυτού του επαγγελματικού κλάδου, αλλά τελικά αποξενώθηκε τόσο από αυτόν ώστε, το 1998, δημοσίευσε μια οργισμένη επιστολή παραίτησης από τον Αμερικάνικο Ψυχιατρικό Σύνδεσμο. Στην επιστολή δήλωνε: “Ο κύριος λόγος για αυτή την πράξη είναι η πεποίθησή μου ότι στην πραγματικότητα παραιτούμαι από τον Αμερικάνικο Ψυχοφαρμακολογικό Σύνδεσμο”. [52]

Αφού αποφοίτησε από την ιατρική στο Harvard, ο Mosher ανέλαβε μια ερευνητική θέση στο Εθνικό Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ (NIMH), όπου, στην ηλικία των 34, έγινε διευθυντής του νέου του Κέντρου για Μελέτες της Σχιζοφρένειας, μια θέση που κράτησε για 12 χρόνια. [53] Κατά τη διάρκεια της κατοχής αυτής της θέσης κλειδί, ίδρυσε και εξέδωσε το Schizophrenia Bulletin, το οποίο παραμένει ακόμα μια πρώτιστη επιθεώρηση για τους ερευνητές της ψύχωσης.

Το καλοκαίρι πριν γίνει διευθυντής του Κέντρου, ο Mosher ταξίδευσε στο Λονδίνο και επισκέφθηκε το Kingsley Hall, μια θεραπευτική κοινότητα που ιδρύθηκε από τον Ronald Laing, ένα διαφωνόντα βρετανό ψυχίατρο ο οποίος είχε καταστεί εξαιρετικά επικριτικός στο ίδιο το επαγγέλμά του. Ο Laing υποστήριζε ότι η ψύχωση μπορεί μερικές φορές να είναι θεραπευτική, υπερβατική εμπειρία κι ότι όσοι υποφέρουν από αυτή, εάν τους παρασχεθεί κατάλληλη υποστήριξη, θα μπορούσαν να βρουν μια διαδρομή μέσα από την τρέλα τους, αναδυόμενοι στο άλλο άκρο ως πιο δυνατά, πιο δημιουργικά άτομα. [54] Ο Mosher βρήκε ενδιαφέρουσες τις απόψεις του Laing, αν και δεν τον κέρδισαν πλήρως, αλλά απογοητεύτηκε από τον τον χαοτικό τρόπο με τον οποίο υλοποιούνταν. Το Kingsley Hall, όπου μια μικρή ομάδα ατόμων με ψύχωση στηρίζονταν δίχως φαρμακοθεραπεία, ήταν βρώμικο, ο προϋπολογισμός του αποδιοργανωμένος και η συλλογή και προετοιμασία της τροφής, στην καλύτερη περίπτωση, χωρίς κάποια φανερή αρχή οργάνωσης. Ορθά, όπως αποδείχτηκε στο τέλος, ο Mosher ανέμενε ότι οι ένοικοι σύντομα θα έβρισκαν τους εαυτούς τους σε σύγκρουση με την τοπική κοινότητα. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναρωτιόταν τι θα συνέβαινε αν δημιουργούταν μια πιο τακτική εκδοχή του Kingsley Hall. Η νέα του θέση στο NHMI τον τοποθετούσε σε μια ξεχωριστή θέση για να απαντήσει αυτό το ερώτημα.

Ο Mosher βρήκε ένα απλωμένο, διώροφο κτίριο σε μια χτυπημένη από τη φτώχεια περιοχή του Jan Jose στην Καλιφόρνια. Με χωρητικότητα έξι ενοίκων και δύο μέλη προσωπικού πλήρους απασχόλησης, υποστηριζόμενο από προσωπικό μερικής απασχόλησης και εθελοντές βοηθούς, το κτίριο, γνωστό με το ελληνικής προέλευση όνομα Soteria, ξεκίνησε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 1971. Οι συμμετέχοντες στο πείραμα ήταν νέοι άνθρωποι που κατέφευγαν στις ψυχιατρικές υπηρεσίες επειγόντων στην περιοχή San Francisco Bay. Για να μετέχει κανείς έπρεπε να είναι ανύπαντρος και να υποφέρει από το πρώτο ή δεύτερο επεισόδιο ψύχωσης. Ο Mosher ανέθεσε τους μισούς σε συμβατική θεραπεία στις τοπικές ψυχιατρικές πτέρυγες, όπου λάμβαναν φάρμακα, και τους μισούς στο Soteria. Στο Soteria, το προσωπικό, που δεν είχε επίσημη εκπαίδευση στην ψυχιατρική ή την ψυχολογία, εργαζόταν σε 24ωρες και 72ωρες βάρδιες, και επομένως ζούσε μαζί με τους ενοίκους. Εκτός από επείγουσες περιπτώσεις, δεν χρησιμοποιούταν φάρμακα κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι εβδομάδων παραμονής των ενοίκων. Η κύρια αρχή λειτουργίας στο Soteria περιγράφηκε από τον Mosher ως διαπροσωπική φαινομενολογία, εννοώντας με αυτό ότι το προσωπικό πάσχιζε να είναι με τους ενοίκους, “να μπει στη θέση των ενοίκων”, με ένα βαθμιαίο, μη παρεμβατικό τρόπο ενώ προσπαθούσαν να αναπτύξουν μια από κοινού κατανόηση των ψυχωσικών εμπειριών του. Όσο το δυνατόν περισσότερο, το προσωπικό προσπαθούσε να ανεχτεί την όποια εκκεντρική συμπεριφορά. Οι κανόνες ήταν λιγοστοί. Η βία απαγορευόταν, όπως και τα παράνομα ναρκωτικά και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ενοίκων και προσωπικού. Τα επισκεπτήρια ήταν σπάνια και συμφωνούταν εκ των προτέρων με τους ενοίκους. Κατά μέσο όρο, οι ένοικοι έμεναν πέντε μήνες, αν και οι περισσότεροι ήταν σημαντικά καλύτερα στο τέλος των έξι εβδομάδων.

Το πρόγραμμα Soteria σύντομα έγινε πηγή σύγκρουσης μεταξύ του Mosher και των ανωτέρων του στο NIMH. Αντέδρασαν στις πρώιμες ειδήσεις ότι οι ένοικοι τα πήγαιναν καλά αμφισβητώντας αν το πρόγραμμα διεξαγόταν με αμερόληπτο τρόπο (δεν είχε επιδειχθεί ποτέ αθέμιτη πρακτική και η προσέγγιση του Mosher δείχνει να ήταν σχολαστικά επιστημονική). Τελικά απαίτησαν να αναλάβει κάποιος άλλος το καθημερινό τρέξιμο του προγράμματος. Ο Mosher προσχώρησε σε αυτές τις απαιτήσεις αλλά οι σχέσεις του με τους προϊστάμενούς του συνέχισαν να χειροτερεύουν, το δίχως άλλο λόγω του αυξανόμενα δίχως συμβιβασμούς τρόπου που κριτικάριζε την συμβατική ψυχιατρική θεραπεία. Τελικά, περιθωριοποιημένος και αποδιωγμένος από τη θέση του ως Διευθυντής του Κέντρου Μελετών της Σχιζοφρένειας, ο Mosher εγκατέλειψε το NIMH το 1980. Παρόλο που τα αρχικά αποτελέσματα από το πείραμα του Soteria δημοσιεύτηκαν αμέσως, χρειάστηκαν πάνω από δύο δεκαετίες για να αναλυθούν σωστά όλα τα δεδομένα από το πρόγραμμα.

Οι πρώιμες εκδόσεις που περιγράφουν τι συνέβη τις πρώτες έξι εβδομάδες έδειξαν ότι τόσο οι ασθενείς του Soteria (από τους οποίους το 24% λάμβανε φάρμακα) όσο και οι συμβατικά θεραπευόμενοι ασθενείς βίωσαν ισόποσες και σημαντικές βελτιώσεις των συμπτωμάτων τους. Τα αποτελέσματα από τις συνεντεύξεις με τους συμμετέχοντες δύο χρόνια μετά [55] που δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα, βρήκαν ότι το 43% των ενοίκων του Soteria ακόμα δεν είχε λάβει ψυχιατρικά φάρμακα, και ότι, αν μη τι άλλο, υπήρχαν αποδείξεις για μια μέτρια ανωτερότητα της προσέγγισης του Soteria σε σχέση με την συμβατική θεραπεία. Εκείνοι που στο εξής κρίθηκαν ώστε να ανταποκρίνονται στον στενότερο ορισμό της σχιζοφρένειας που εισήγαγε αργότερα ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος κρίθηκαν ότι τα πήγαν ιδιαίτερα καλά. Μια προσπάθεια να επαναληφθεί το πρόγραμμα στη Βέρνη της Ελβετίας, παρήγαγε γενικά συγκρίσιμα αποτελέσματα. [56]

Soteria House

Το πρόγραμμα Soteria ήταν μια όχι τέλεια διερεύνηση του αν η συμβατική ψυχιατρική είναι χρήσιμη στους ανθρώπους με σοβαρή ψυχική ασθένεια. Παρόλο που η φροντίδα των ασθενών αφέθηκε κυρίως στα χέρια ανθρώπων που δεν είχαν ψυχιατρικά προσόντα, και οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την καλοσύνη, ανοχή και κοινό νου όταν αποφάσιζαν τι να κάνουν, κάποιοι ασθενείς όντως έλαβαν φάρμακα. Αλλά το σχέδιο το δίχως άλλο πέτυχε στο να καταδείξει ότι πολλοί άνθρωποι με βαριά ψυχική ασθένεια τα πάνε τουλάχιστον το ίδιο καλά με μια πολύ μειωμένη έκθεση στη θεραπεία της συμβατικής ψυχιατρική απ’ ό,τι τυπικά βιώνουν. Μερικοί, φαίνεται, μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς καθόλου ψυχιατρική.

Η ψυχιατρική δεν δουλεύει

Οι αποδείξεις για την παγκόσμια επίπτωση της φαρμακευτικής ψυχιατρικής δείχνουν προς μια σειρά από εντυπωσιακά συμπεράσματα. Πάνω από ένας αιώνας αναζητήσεων δεν έχει οδηγήσει σε βελτιώσεις στα αποτελέσματα για τους ασθενείς με βαριά ψυχική νόσο. Οι άνθρωποι που βιώνουν ψυχωτικά συμπτώματα σε χώρες με λιγοστούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας τα πάνε καλύτερα από τους ασθενείς σε χώρες με ψυχιατρικές υπηρεσίες με πολλούς πόρους. Η μείωση της έκθεσης των ψυχικά ασθενών στην βιοφαρμακευτική ψυχιατρική σίγουρα δεν τους βλάπτει, και ίσως να τους κάνει καλό. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός από σύγχρονους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ότι έχουν συνεισφέρει στην ανθρώπινη ευεξία φαντάζει σαθρός, τουλάχιστον όσο λαμβάνουμε υπόψη τη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών. Και όμως, όπως δείχνει ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου, πολλοί. προφανώς γνωρίζοντες καλά. παρατηρητές έχουν διαφορετική γνώμη.

Αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε μια σειρά από πιεστικές ερωτήσεις. Πώς η βιοφαρμακευτική προσέγγιση κατέστη τόσο κυρίαρχη στην ψυχιατρική, και γιατί αυτό συνεχίστηκε; Ποιές είναι οι υποθέσεις πίσω από αυτή τη προσέγγιση και πώς υποστηρίζονται από επιστημονικές αποδείξεις; Τα ερευνητικά ευρήματα που συλλέγονται με εκθαμβωτικές τεχνολογίες όπως η fMRI και η μοριακή γενετική υποστηρίζουν όντως την άποψη ότι η ψυχική ασθένεια είναι γενετικά επηρεασμένη διαταραχή του εγκεφάλου; Και τι μένει να ειπωθεί για τις αποδείξεις αποτελεσματικότητας των ψυχιατρικών φαρμάκων; Όταν απαντήσουμε αυτές τις ερωτήσεις, θα δούμε ότι τα προστατευμένα συμφέροντα συχνά έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο στη διατήρηση της βιοφαρμακολογικής προσέγγισης παρά το λογικό επιχείρημα, ότι οι ενστάσεις που έγιναν από ασθενείς απέναντι σε ψυχρές και αναποτελεσματικές θεραπείες πιο πολύ αγνοήθηκαν παρά τους δόθηκε προσοχή, και ότι έχει υπάρξει ένας πολλαπλασιασμός της συστηματικής παραπληροφόρησης σχετικά με τις επιδράσεις μερικών από τις πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενες ψυχιατρικές θεραπείες.

 Πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο Doctoring the Mind. Why psychiatric treatments fail”, Richard P. Bentall, Penguin Books 2010

Ο Richard Bentall κατείχε τις έδρες της κλινικής ψυχολογίας στα πανεπιστήμια του Liverpool και του Manchester, και τώρα είναι Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Bangor στην Ουαλία. Γνωστός διεθνώς για τις έρευνές του για τα αίτια και τη θεραπεία βαριών ψυχικών ασθενειών, το προηγούμενο βιβλίο του, Madness Explained: Psychosis and Human Nature κέρδισε το βραβείο βιβλίου της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρίας το 2004. 

Πλοήγηση μέσα στην κρίση

Πολύ συχνά, δεν βρίσκουμε βοήθεια ή δεν αναγνωρίζουμε τα προβλήματά μας παρά μόνον όταν έχουμε φτάσει σε ολοκληρωτικό σημείο ρήξης.

Όταν όλα καταρρέουν: πλοήγηση μέσα στην κρίση

Όταν εσύ ή κάποιος κοντινός σου εισέρχεται σε κρίση μπορεί να είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που έχει συμβεί ποτέ. Δεν ξέρεις τι να κάνεις αλλά φαίνεται ότι η ζωή κάποιου βρίσκεται σε κίνδυνο ή ότι θα μπορούσαν να τον κλείσουν μέσα, και όλοι στον περίγυρο πιέζονται όλο και περισσότερο και πανικοβάλλονται. Η προσωπικότητα κάποιου αρχίζει να κάνει παράξενες αλλαγές, δεν κοιμάται ή κοιμάται όλη μέρα, χάνει την επαφή με ανθρώπους γύρω του, εξαφανίζεται στο δωμάτιό του για μέρες, έχει τρελή ενέργεια και εξωφρενικά σχέδια, αρχίζει να μιλά για αυτοκτονία και απελπισία, σταματά να τρώει ή να φροντίζει τον εαυτό του. Γίνεται ένα άλλο άτομο. Είναι σε κρίση.

Η λέξη “κρίση” σημαίνει κίνδυνο και ανασφάλεια αλλά σημαίνει και επίκριση ή δικαστική κρίση.

Μια κρίση είναι μια στιγμή μεγάλης έντασης και συνάντησης με το άγνωστο. Είναι μια καμπή όπου τα πράγματα δεν μπορούνε να συνεχίσουν όπως πήγαιναν, και η κατάσταση δεν πρόκειται να αντέξει. Θα μπορούσε η κρίση να είναι μια ευκαιρία για ευρήματα, όχι απλά για κατάρρευση; Μπορούμε να μάθουμε η μία από την άλλη και από τις εαυτές μας ως κοινότητα μέσα από την κρίση; Μπορούμε να δούμε την κρίση ως μια ευκαιρία να κρίνουμε μια κατάσταση και τις εαυτές μας προσεκτικά, μην αντιδρώντας απλά με πανικό και σύγχυση ή παραδίδοντας την κατάσταση στις αρχές;

Προτάσεις για αντίδραση στην κρίση

  1.  Εργασία σε ομάδες. Αν προσπαθείτε να βοηθήσετε κάποιον σε κρίση, συντονιστείτε με άλλους φίλους και οικογενειακά μέλη για να μοιραστείτε την υπευθυνότητα και την πίεση. Αν είστε αυτός που βρίσκεται σε κρίση, ανοιχτείτε και ζητήστε βοήθεια από πολλαπλά άτομα και καταπιείτε την υπερηφάνεια σας. Όσο περισσότερη καλή βοήθεια μπορείτε να πάρετε τόσο πιο εύκολη θα είναι η διαδικασία και τόσο πιο λίγο θα εξουθενώσετε τους φίλους σας.
  2. Προσπαθήστε να μην πανικοβληθείτε. Τα άτομα σε κρίση μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα αν οι άνθρωποι αρχίσουν να αντιδρούν με φόβο, έλεγχο και οργή. Η μία μελέτη μετά την άλλη έχει δείξει ότι αν αντιδράσεις σε κάποιον που βρίσκεται σε κρίση με φροντίδα, ανοιχτότητα, υπομονή και μια χαλαρή και όχι πιεστική στάση, μπορείς να βοηθήσεις πραγματικά να καταλαγιάσουν τα πράγματα. Συνεχίστε να αναπνέετε, πάρτε το χρόνο σας για να κάνετε πράγματα που σας βοηθούν να παραμείνετε μέσα στο σώμα σας όπως η γιόγκα ή οι περίπατοι, βεβαιωθείτε ότι τρώτε, πίνετε νερό και προσπαθείτε να κοιμηθείτε.
  3. Να είστε πραγματιστές με ό,τι συμβαίνει. Όταν τα άτομα δρουν παράξενα ή χάνουν το νου τους, είναι εύκολες οι υπερβολικές αντιδράσεις. Επίσης είναι εύκολες οι υποτονικές αντιδράσεις. Αν κάποια όντως προσπαθεί σοβαρά να αυτοκτονήσει ή κάνει κάτι πραγματικά επικίνδυνο όπως το να ξαπλώσει σε έναν αυτοκινητόδρομο γεμάτο κίνηση, η συμβολή της αστυνομίας θα μπορούσε να σώσει τη ζωή της. Αλλά αν κάποιος σηκώνει ένα μαχαίρι και περπατά πάνω κάτω στην κουζίνα μιλώντας για UFO, μην σκέφτεστε τα χειρότερα και καλέσετε τους μπάτσους. Παρομοίως αν κάποιος αυτοτραυματίζεται, συνήθως είναι μέθοδος για να ανταπεξέρχεται και δεν σημαίνει πάντα ότι είναι αυτοκτονικός (εκτός αν κόβεται βαθειά και σε έκταση). Μερικές φορές άνθρωποι μιλούν για την ιδέα του θανάτου και της αυτοκτονίας βρίσκονται σε μια πολύ επικίνδυνη θέση, αλλά μερικές φορές χρειάζονται απλά να μιλήσουν για τα σκοτεινά, οδυνηρά συναισθήματα που έχουν θάψει. Χρησιμοποιήστε την κρίση σας και ζητήστε συμβουλή κι από άλλους. Μερικές φορές πρέπει να περιμένετε να κάνει η κρίση τον κύκλο της. Μερικές φορές πρέπει να παρεμβείτε δραστικά και γρήγορα αν η κατάσταση είναι πραγματικά επικίνδυνη και η ζωή κάποιου καταρρέει.
  4. Ακούστε προσεκτικά το άτομο δίχως να κρίνετε. Τι χρειάζεται; Ποια είναι τα συναισθήματα του; Τι συμβαίνει; Τι μπορεί να βοηθήσει; Μερικές φορές είμαστε τόσο φοβισμένες από τον πόνο κάποιου που ξεχνάμε να τον ρωτήσουμε πώς μπορούμε να βοηθήσουμε. Αποφύγετε τις λογομαχίες με κάποιον σε κρίση, η άποψή του μπορεί είναι φευγάτη, αλλά τα συναισθήματά του είναι πραγματικά και χρήζουν να ακουστούν. (Όταν πια βγει από την κρίση θα είναι ικανός να σας ακούσει καλύτερα). Αν βρίσκεστε σε κρίση, πείτε στα άτομα τι αισθάνεστε και τι έχετε ανάγκη. Είναι τόσο δύσκολο να βοηθήσει κανείς ανθρώπους που δεν επικοινωνούν.
  5. Η έλλειψη ύπνου είναι μείζων αιτία για μια κρίση. Πολλοί άνθρωποι βγαίνουν κατευθείαν από μια κρίση αν κοιμηθούν, και οποιοδήποτε νοσοκομείο πρώτα θα σας βάλει να κοιμηθείτε αν είχατε στέρηση ύπνου. Αν το άτομο δεν έχει δοκιμάσει Benadryl, φυτικές ή ομοιοπαθητικές συνταγές από ένα κατάστημα υγιεινής διατροφής, ζεστά μπάνια, καλό φαγητό, άσκηση ή βελονισμό τότε αυτά μπορεί να φανούν εξαιρετικά χρήσιμα. Αν κάποιος είναι πραγματικά μανιακός και δεν κοιμάται για μήνες, όμως, τίποτα από αυτά δεν θα πιάσει τόπο και ίσως πρέπει να αναζητήσετε ψυχιατρικά φάρμακα για να σπάσει ο κύκλος.
  6. Οι ουσίες είναι επίσης μια μεγάλη αιτία για μια κρίση. Μήπως κάποιος που παίρνει ψυχιατρικά φάρμακα τακτικά τα έχει ξαφνικά σταματήσει; Τα στερητικά μπορούν να προκαλέσουν κρίση. Ξαναβάλτε το άτομο στη φαρμακευτική αγωγή του (αν θέλει να κάνει τη μετάβαση σε κατάσταση χωρίς φάρμακα πρέπει να την κάνει προσεκτικά και αργά, όχι απότομα) και βεβαιωθείτε ότι βρίσκεται σε ασφαλές μέρος. Τα φάρμακα μπορεί να αρχίσουν να δουλεύουν πολύ γρήγορα για κάποιους, αλλά για άλλους μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες.
  7. Δημιουργείστε ένα άσυλο και ικανοποιείστε τις βασικές ανάγκες. Προσπαθείστε να αποδραματοποιήσετε και να απομακρύνετε το στρες από την κατασταση όσο πιο πολύ γίνεται. Το να αράξει σε ένα διαφορετικό σπίτι για μερικές μέρες μπορεί να δώσει στο άτομο κάποιον χώρο για να αναπνεύσει και να αποκτήσει διαφορετική προοπτική. Ίσως φίλοι που νοιάζονται να κάνουν βάρδιες ώστε να περνούν χρόνο με το άτομο, να φτιάχνουν καλό φαγητό, να παίζουν ωραία μουσική, να το ωθούν να βγει έξω για άσκηση και να αφιερώσουν χρόνο για να ακούσουν. Συχνά οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι και αφρόντιστοι σε κατάσταση κρίσης, και αν κάνετε μια προσπάθεια να τους προσφέρετε ένα άσυλο, αυτό θα σημαίνει πολλά. Βεβαιωθείτε ότι καλύπτονται βασικές ανάγκες: φαγητό, νερό, ύπνος, στέγη, άσκηση, αν είναι αναγκαίο επαγγελματική φροντίδα (ψυχιατρική ή εναλλακτική).
  8. Η κλήση της αστυνομίας ή του νοσοκομείου δεν θα έπρεπε να είναι αυτόματη αντίδραση. Η αστυνομία και τα νοσοκομεία δεν είναι σωτήρες. Μπορούν να κάνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Αν έχετε ξεμείνει ωστόσο από επιλογές, δεν θα έπρεπε να τα απορρίψετε. Εμπρός σε μια τέτοια απόφαση, πάρετε τη συμβουλή ατόμων που είναι σοβαρά και γνωρίζουν το άτομο. Έχουν δοκιμαστεί άλλες επιλογές; Βοήθησε στο παρελθόν το νοσοκομείο; Μήπως υπάρχουν υπερβολικές αντιδράσεις; Μη θεωρείτε ότι είναι πάντα το σωστό πράγμα να κάνετε, επειδή απλά θέτει τα πάντα στα χέρια των “αρχών”. Να είστε, όμως, ρεαλιστικές, όταν η κοινότητά σας έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες για βοήθεια και υπάρχει ρίσκο πραγματικού κινδύνου. Τα εναλλακτικά δίκτυα βοήθειας που χρειαζόμαστε δεν υπάρχουν παντού όπου άτομα είναι σε κρίση. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κρατήσουμε τον κόσμο ζωντανό.

Ψυχιατρική Διαθήκη

Αν γνωρίζετε ότι οι κρίσεις σας γίνονται τόσο άσχημες ώστε να καταλήξετε σε κάποιο νοσοκομείο, τότε υπάρχει ένα εργαλείο που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσετε και ονομάζεται Ψυχιατρική Διαθήκη. Βασικά είναι το θέλημά σας για περιόδους κρίσεως. Σας δίνει την εξουσία και τον αυτοέλεγχο πάνω στο τι θα συμβεί αν μπείτε σε κρίση. Αν αρχίσετε να τα χάνετε και δυσκολεύεστε να μιλήσετε για λογαριασμό σας, οι άνθρωποι θα κοιτάξουν την Ψυχιατρική Διαθήκη σας για να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν.

Περισσότερα για την Ψυχιατρική Διαθήκη εδώ

Για την αυτοκτονία

Αν και είναι εύκολο να ρομαντικοποιήσουμε ορισμένες πλευρές της διπολικής διαταραχής, αυτή είναι μια επικίνδυνα ελλιπής εικόνα: αν πιστέψεις στις στατιστικές, 1 στους 5 μανιοκαθλιπτικούς χωρίς θεραπεία αυτοκτονεί. Κατά τη γνώμη του ιατρικού κατεστημένου, η διπολική διαταραχή είναι μια άκρως θανάσιμη ασθένεια. Είτε επιλέξεις είτε όχι να δεις τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο, η γυμνή αλήθεια παραμένει ότι τα άκρα των μεταπτώσεων της διάθεσης έχουν οδηγήσει χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπων να αυτοκτονήσουν, και αυτές οι μεταπτώσεις μπορούν να συμβούν με απίστευτη ταχύτητα.

Δεν υπάρχει κάποια αποδεκτή θεωρία γιατί ένα άτομο που είναι αυτοκτονικό προβαίνει στην πράξη ενώ ένα άλλο όχι. Δεν υπάρχει τέλεια απάντηση στο τι θα έπρεπε να κάνεις όταν κάποιος είναι αυτοκτονικός, και κανένας αξιόπιστος τρόπος για να αποτρέψεις κάποιον να αυτοκτονήσει αν πραγματικά το θέλει. Υπάρχουν, όμως, πολλά πράγματα που έχουν μάθει οι άνθρωποι, πράγματα που προέρχονται από μια πραγματική αίσθηση φροντίδας και αγάπης για κόσμο που έχει πεθάνει ή θα μπορούσε να πεθάνει, και αλήθειες που έχουν συνειδητοποιήσει οι άνθρωποι όταν είχαν φτάσει στο τέρμα και γύρισαν πίσω. Να μερικές από αυτές που έχουμε συλλέξει:

  1. Το να νιώθεις αυτοκτονικός δεν σημαίνει ότι παραιτείσαι από τη ζωή. Το να νιώθεις αυτοκτονικός σημαίνει ότι είσαι απεγνωσμένος να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Οι άνθρωποι αντέχουν για χάρη ενός καλύτερου ατόμου που ξέρουν ότι μπορούν να γίνουν και μιας καλύτερης ζωής που ξέρουν ότι αξίζουν, αλλά νιώθουν ένα αδιέξοδο. Ανακάλυψε ποιο είναι αυτό το όραμα για μια καλύτερη ζωή και δες πως ο μόνος τρόπος να το δεις να πραγματοποιείται είναι να παραμείνεις για να παρατηρήσεις τι μπορεί να συμβεί. Μετάτρεψε ένα κομμάτι αυτής της αυτοκτονικής διάθεσης στο να παίρνεις ρίσκα στη ζωή. Βρες πια μοτίβα συμπεριφοράς ή καταστάσεις ζωής θέλεις να σκοτώσεις αντί να θέσεις τέλος σε όλη τη ζωή σου. Υπάρχει τρόπος να αλλάξεις αυτά τα μοτίβα τον οποίο δεν έχεις δοκιμάσει ακόμα; Σε ποιον μπορείς να στραφείς για βοήθεια ώστε να αλλάξεις αυτά τα μοτίβα;
  2. Τα άτομα που είναι αυτοκτονικά είναι συνήθως απομονωμένα. Χρειάζονται να μιλήσουν με κάποιον εμπιστευτικά σε ένα βαθύ επίπεδο, με κάποιον που δεν πρόκειται να τους κρίνει ή να τους απορρίψει. Έγινε κάτι; Τι χρειάζεται; Να είστε υπομονετικοί με τις μακρές σιωπές, αφήστε το άτομο να μιλήσει. Αφήστε τα άτομα να ζητήσουν οτιδήποτε, ένα θέλημα, φαγητό, μέρος για να μείνουν κλπ. Συχνά οι αυτοκτονικοί άνθρωποι δεν θέλουν στ’ αλήθεια να είναι ειλικρινείς διότι ντρέπονται τόσο πολύ από αυτό που νιώθουν και είναι ένα απίστευτα σκληρό πράγμα να το παραδεχτούν. Να είστε υπομονετικοί και ήρεμοι.
  3. Τα άτομα χρειάζονται να ακούσουν πράγματα που μπορεί να φαίνονται αυτονόητα, όπως: Είσαι ένα καλό άτομο. Η φιλία σου με έχει βοηθήσει. Είσαι γαμάτο άτομο και έχει κάνει γαμάτα πράγματα, ακόμα κι αν τώρα δεν μπορείς να τα θυμηθείς. Έχεις αγαπήσει τη ζωή και θα την αγαπήσεις ξανά. Υπάρχουν τρόποι να κάνεις τα συναισθήματά σου να αλλάξουν και το μυαλό σου να δουλεύει καλύτερα. Αν αυτοκτονήσεις, τίποτα δεν θα αλλάξει στον κόσμο. Θα πληγώσεις ανθρώπους που σε αγαπάνε. Δεν θα μάθεις ποτέ τι θα μπορούσε να συμβεί. Τα προβλήματά σου είναι πολύ πραγματικά, αλλά υπάρχουν άλλοι τρόποι για να τα λύσεις.
  4. Οι αυτοκτονικοί άνθρωποι βρίσκονται συχνά κάτω από το κράτος μια επικριτικής φωνής ή πεποίθησης που ψεύδεται για το ποιος και τι είναι. Μπορεί να είναι η φωνή ενός γονιού, ενός κακοποιητή, κάποιου που σε πρόδωσε ή απλά η διεστραμμένη μαύρη εκδοχή του εαυτού σου που η κατάθλιψη και η τρέλα έχουν βάλει στο μυαλό σου. Συνήθως αυτή η φωνή δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με ακρίβεια – κάνε έναν έλεγχο πραγματικότητα με κάποιο κοντινό σας άτομο και σταμάτα να πιστεύεις αυτές τις φωνές. Δεν είσαι “αποτυχία” και η αλλαγή δεν είναι αδύνατη. Και δεν είσαι μόνος – κι άλλοι άνθρωποι έχουν νιώσει πόνο τόσο βαθειά και τρομερά, και βρήκαν τρόπους να αλλάξουν τη ζωή τους και να επιβιώσουν. Δεν είσαι ο μόνος.
  5. Υπάρχουν τρόποι για να το ξεπεράσεις και να αλλάξεις τη ζωή σου.

Το κείμενο αυτό μεταφράστηκε από το theicarusproject.net

Ο έκνομος γκέι: ένα σχόλιο στον Jean Genet

“Η προδοσία είναι ηθική αναγκαιότητα”

Αυτή η δύσκολη και απεχθής αλήθεια πρόκειται να είναι το μείζον πρόσκομμα για όποιον ενδιαφέρεται για τον Jean Genet. Οι αναγνώστες θα συμμεριστούν τον βιογράφο του, τον Edmund White, ο οποίος εξομολογείται ότι δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει τον “υποτιθέμενο θαυμασμό για την προδοσία” του Genet (…) “Καταλαβαίνω ότι ένας φυλακισμένος θα μπορούσε να αναγκαστεί να προδώσει τους φίλους του, αλλά πώς μπορεί κανείς να είναι περήφανος για μια τέτοια αποτυχία;” Genet ο κλέφτης, Genet ο κατάδικος, Genet ο επιδεικτικά γκαβλωμένος ομοφυλόφιλος: όλα αυτά είναι αποδεκτά, σχεδόν αξιοσέβαστα, σε σύγκριση με τη βρόμικη μικρή εξομολόγηση του Genet ότι παρέδωσε στην αστυνομία τον “πιο βασανισμένο (martyrisé) φίλο του” και ότι, για να κάνει την πράξη του ακόμα πιο ατιμωτική, για να στερήσει κάθε εντύπωση ότι είναι αδικαιολόγητη ή αδιάφορη, απαίτησε πληρωμή για την προδοσία του. Δεν υπάρχει κάποια τιμή μεταξύ κλεφτών εδώ, καμία από εκείνη την αφοσίωση στους αδερφούς σου στο έγκλημα που δίνει στον Vautrin του Balzac μια ακαταμάχητη ηθική γοητεία. (Ο Vautrin θα μπορούσε να δώσει στην ευυπόληπτη κοινωνία ένα μάθημα για την αξιοπρεπή αρετή της αφοσίωσης). Είτε λέει είτε δεν λέει την αλήθεια για την προδοσία του ο Genet είναι, για εμάς, άσχετο. Αυτό που έχει σημασία είναι η απόρριψη εκ μέρους του οποιασδήποτε τέτοιας γοητείας, η άρνησή του να επιχειρηματολογήσει ότι ο κόσμος των εγκληματιών εμμένει πιο αυστηρά σε ηθικά ιδανικά από ό,τι η “έννομος” κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκαν αυτά τα ιδανικά.

Αυτή η άρνηση μόνο εν μέρει συνιστά την πολύ πιο φιλόδοξη πρόθεση να φαντασιωθεί μια μορφή εξέγερσης που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους νόμους, τις κατηγορίες και τις αξίες που θα αμφισβητούσε και, ιδανικά, θα κατέστρεφε. Αναφέρθηκα προηγουμένως σε ένα σημαντικό πρόγραμμα στην πρόσφατη κουήρ θεωρία, ειδικά όπως μορφοποιήθηκε από την Judith Butler: αυτό της παράθεσης ετεροφυλοφιλικών (και ετεροσεξιστικών) νορμών με τρόπους που να σημειώνουν την αδυναμία μέσα τους – με τρόπους που ταυτόχρονα θα εκθέσουν όλους τους παρεκβατικούς τόπους της ομοφοβίας και θα αναπλάσουν συγκεκριμένες αξίες και θεσμούς όπως η οικογένεια ως αυθεντικά φροντιστικούς και ενεργοποιώντας κοινότητες, αυτή τη φορά. Ο Genet μπορεί να συνεισφέρει στην κριτική αυστηρότητα αυτού του προγράμματος παρέχοντας μια διεστραμμένα ξένη προοπτική. Βασικά, είναι αδιάφορος σε οποιαδήποτε ανασύνταξη ή επανοηματοδότηση των κυρίαρχων όρων που θα απευθύνονταν στην κυρίαρχη κουλτούρα. Όχι μόνον αποτυγχάνει να εμπλακεί σε μια παρωδιστικά υπερβολική μίμηση των στυλ και των αξιών αυτής της κουλτούρας, αλλά θα άμβλυνε την αυθεντικότητα του έργου του αν ισχυριζόταν κανείς, όπως κάνει ο Sartre, ότι ο εναγκαλισμός του της εγκληματικότητας είναι σχεδιασμένος να μετασχηματίσει μια στιγματίζουσα ουσία που του επιβάλλεται από άλλους σε ένα ελεύθερα επιλεγμένο πεπρωμένο (λες και έκλεβε από την κοινότητα που τον απέκλεισε και λέγοντας, “Μόνο εγώ είμαι υπεύθυνος για το ον εντός του οποίου οι άλλοι ζήτησαν να με φυλακίσουν”). Ας δοκιμάσουμε μια πιο δύσκολη θέση: Η χρήση από τον Genet των κυρίαρχων όρων της κουλτούρας του (ειδικά οι ηθικές και σεξουαλικές κατηγορίες της) είναι σχεδιασμένη όχι για να επαναλάβει ή να υποσκάψει εκείνους τους όρους, αλλά για να εκμεταλλευτεί τη δυναμική τους της διαγραφής της πολιτισμικής σχεσιακότητας της ίδιας (με άλλα λόγια, των ίδιων των προϋποθέσεων για υποσκάπτουσες επανατοποθετήσεις και προκλητικές επαναλήψεις).

Αυτή η διαγραφή δεν μπορεί, όμως, να επηρεαστεί άμεσα. Η διαδικασία όντως περιλαμβάνει ορισμένες αναστροφές, ή αντιθετικούς επανασχηματισμούς, δεδομένων κατηγοριών. Η προδοσία, πιο αξιομνημόνευτα, αντί να παράγει ενοχή, εναγκαλίζεται ως ηθικό επίτευγμα. Ήταν, γράφει στο Επιτάφιες Σπονδές, το πιο δύσκολο βήμα στη “συγκεκριμένη άσκηση” που τον οδήγησε στο κακό. Αλλά ακόμα κι εδώ η αναστροφή της αξίας επισκιάζει τον αρχικό όρο της αναστροφής, ο οποίος έχει χαθεί σε αυτό που επιμένει ο Genet, στο Αιχμάλωτος του Έρωτα, ότι είναι η έκσταση που παράγεται από την προδοσία. Η θέση της προδοσίας σε μια ηθική αντανάκλαση εξαφανίζεται στην εγγύτητα μιας “ερωτικής εξύψωσης”, και αυτή η κατηγορική μετατόπιση σώζει την έλξη του Genet προς την προδοσία από το να είναι απλά μια υπερβατική σχέση με την αφοσίωση.

Για τον Genet, η ομοφυλοφιλία οφείλει να εμπλακεί στην προδοσία από τη στιγμή που η τελευταία είναι ερωτικά φορτισμένη. Θα ήταν βολικό να διαχωρίσουμε αυτά τα δύο (να πάρουμε την ομοφυλοφιλία χωρίς την προδοσία), αλλά αυτή η καθησυχαστική κίνηση θα αστοχούσε στην αυθεντική και ανησυχητική άποψη του Genet ότι η ομοφυλοφιλία είναι όμοια της προδοσίας και ότι, επιπλέον, η προδοσία προσδίδει στην ομοφυλοφιλία την ηθική της αξία. Στο Επιτάφιες Σπονδές, όπου αυτές οι συνδέσεις γίνονται με τη μεγαλύτερη ένταση, ο Genet γράφει ότι “ο έρωτας για μια γυναίκα ή ένα κορίτσι δεν μπορεί να συγκριθεί με τον έρωτα ενός άντρα για ένα έφηβο αγόρι”. Αν η προδοσία είναι τρόπο τινά κρίσιμη για την ερωτική ειδικότητα της ομοφυλοφιλίας, και αν η “ασύγκριτη” ομοφυλοφιλία ορίζεται όχι μόνο ως ανδρική ομοφυλοφιλία αλλά επίσης ως, πιθανώς, μια συγκεκριμένη σχέση κυριαρχίας και υποταγής μεταξύ ενός άνδρα κι ενός αγοριού, τότε το ηθικό επιχείρημα για την προδοσία κινδυνεύει να αποπεμφθεί ως μια διεστραμμένη σοφιστεία. Συμπεραίνεται, θα μπορούσε να πει κανείς, από έναν άκρως περιοριστικό ερωτισμό, και η ίδια η δυνατότητα ενός τέτοιου συμπεράσματος θα μπορούσε να είναι αρκετή για να δυσφημήσει τη σεξουαλικότητα στην οποία εδράζεται.

Αλλά η αξία της προδοσίας είναι μια μυθική σύνθεση στο Επιτάφιες Σπονδές, και ως τέτοια έχει τα οικουμενικά χαρακτηριστικά όλων των μύθων. Έχει υπάρξει η ένσταση ότι ο ψυχαναλυτικός οιδιπόδειος μύθος επίσης περιγράφει μια πολύ περιορισμένη κατάσταση: όχι μόνο τα φαντασιακά άγχη των μικρών αγοριών (κι όχι των μικρών κοριτσιών) σε ένα συγκεκριμένο στάδιο στη συναισθηματική και σεξουαλική ανάπτυξή τους, αλλά επίσης το φαντασιακό πεδίο της πυρηνικής αστικής οικογένειας σε μια συγκεκριμένη στιγμή στην ευρωπαϊκή ιστορία, και επίσης ίσως κατά τη διάρκεια μιας κρίσης στην πατριαρχική κοινότητα δομημένη σύμφωνα με έναν αρχαίο ιουδαϊκό σεβασμό και τρόμο για τον νομοθέτη πατέρα. Αλλά αυτά τα επιχειρήματα δεν ακυρώνουν τον μύθο, και η αλήθεια του οιδιπόδειου συμπλέγματος δεν έχει τίποτα να κάνει με τις εμπειρικές αντιστοιχίες του, με τον αριθμό των οικογενειών που θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους στο οιδιπόδειο τρίγωνο. Αυτός είναι ένας μύθος για την ίδια την τριγωνικότητα, για την εξάρτηση όλης της κοινωνικότητας από το αποδιοργανωτικό αποτέλεσμα ενός τρίτου παράγοντα στο στενά ενωμένο ζευγάρι. Ο οιδιπόδειος πατέρας δεν είναι τίποτα περισσότερο – και τίποτα λιγότερο – από τη φωνή που διαταράσσει μια συνδετική πληρότητα. Θα μπορούσε φυσικά να λεχθεί ότι η πατριαρχία έχει διαφθείρει αυτό τον αναγκαίο μύθο ζητώντας μας να πιστέψουμε ότι η φωνή μεταφέρει μια τρομοκρατική απαγόρευση, ενώ θα μπορούσε να έχει συλληφθεί ως μια αποπλανητική πρόσκληση να αντικατασταθεί το πάθος από την κοινωνικότητα. Αυτή θα ήταν, όμως, μια επιδερμική ανάγνωση. Αν η εφαρμογή του μύθου δεν περιορίζεται σε οικογένειες που αντανακλούν πιστά την πατριαρχική δομή του, αυτή η δομή είναι παρ’ όλα αυτά ένα προνομιούχο όχημα για τη δραματική μεταφορά της ανάγκης του υποκειμένου να κληθεί έξω από την οικειότητα και εντός του κοινωνικού, να σωθεί από εκστατικές ενώσεις που απειλούν την εξατομίκευση. Ο απαγορευτικός πατέρας δεν είναι, στο κάτω κάτω, εξωτερικός στο σενάριο της ένωσης με τη μητέρα. Δεν επιδράμει, από έξω, σε μια μη αντιμαχόμενη σύνδεση. Είναι συστατικό στοιχείο της σύνδεσης με την έννοια ότι σώζει το υποκείμενο από τους κινδύνους της επιθυμίας. Επιτρέπει την έκφραση της επιθυμίας εξασφαλίζοντας ότι δεν θα ικανοποιηθεί. Με κάπως παρόμοιο τρόπο, οι παιδεραστικές ανδρικές οικειότητες δεν οροθετούν το πεδίο της εφαρμογής για τον μύθο του Genet της ομοφυλοφιλικής προδοσίας, αν και ίσως μόνο “ο ομοφυλόφιλος” μπορεί να καταστήσει την ηθική αναγκαιότητα της προδοσίας καταληπτή.

Οι Επιτάφιες Σπονδές εμπνεύστηκαν από τον θάνατο ενός από τους εραστές του Genet, του Jean Decarnin, ενός εικοσάχρονου κομμουνιστή μαχητή της αντίστασης που πυροβολήθηκε το 1944 στα οδοφράγματα του Παρισιού “από τη σφαίρα ενός γοητευτικού νεαρού δωσίλογου”. Ο ομολογούμενος στόχος των Επιτάφιων Σπονδών είναι “να αφηγηθεί τη δόξα του Jean Decarnin”, αλλά, όπως εμπιστεύεται ο Genet στην αρχή, η εργασία μπορεί να περιλαμβάνει ορισμένους “απρόβλεπτους δευτερεύοντες σκοπούς”. Πράγματι, ένας παράξενος στόχος διαφαίνεται γρήγορα: αυτός της εξύμνησης του δολοφονικού δωσίλογου (Ο Genet τον ονομάζει Riton) και, πιο γενικά, των Ναζί που ήταν εχθροί του Jean (και της Γαλλίας). Με άλλα λόγια, ο Genet θρηνεί τον Jean μέσα από μια πράξη προδοσίας. “Κατέχω την ψυχή του Riton. Είναι φυσικό για την πειρατεία, την άκρως τρελή ληστεία της περιπέτειας του Χίτλερ, να εγείρω μίσος σε τίμιους ανθρώπους αλλά βαθύ θαυμασμό και συμπάθεια σε εμένα”.

Μπορούμε να ξεμπερδέψουμε γρήγορα με τους τετριμμένους λόγους μιας τέτοιας προδοσίας, λόγους που επιδιώκουν να τη δικαιολογήσουν, επομένως στερώντας την από ένα μεγάλο κομμάτι της δύναμής της. Πρώτα από όλα, υπάρχει όλη η απόσταση μεταξύ της επίσημης γλώσσας της ελεγείας και της ιδιαίτερης έντασης του θρήνου του Genet για τον Jean. Όσο πιο μακριά μπορεί να φτάσει ο Genet από την κανονική ιεροπρέπεια που υπαγορεύεται από τον θάνατο, τόσο πιο πειστικά προσωπικός και ειλικρινής θα εμφανιστεί ο πόνος του – σε αυτόν και σε μας. Ενώπιον της κλισέ ευσέβειας του σημειώματος που καρφιτσώθηκε σε ένα δέντρο στον τόπο του θανάτου του Jean (“Ένας νεαρός πατριώτης έπεσε εδώ. Ευγενείς Παριζιάνοι, αφήστε ένα λουλούδι και κρατήστε ενός λεπτού σιγή”), οι τρελές φαντασιώσεις του Genet για την ψυχή του Jean κατοικούν τώρα σε ένα σπιρτόκουτο στην τσέπη του, ή σε ένα κάδο σκουπιδιών που είναι καλυμμένος με αγάπη και λουλούδια διάστικτα με βρομιές όταν ο κάδος εκρήγνυται, επιμαρτυρούν την αυθεντικότητα της θλίψης του, σε αυτή τη βίαιη άρνηση να αφεθεί να φύγει ο Jean, η οποία εμπνέει κανιβαλιστικές φαντασιώσεις όπως αυτή του πεινασμένου Genet, με το μαχαίρι και το πιρούνι στο χέρι, αναμένοντας άπληστα τη γεύση του δέρματος και των οργάνων του αγαπημένου πτώματος, εκκρίνοντας σάλιο στην προοπτική να βουτήξει τα πιο επίλεκτα μέρη στο δικό τους λίπος. Η προδοσία έχει μια ειδική λειτουργία σε αυτή την προκλητική απόρριψη των κωδίκων του πένθους. Αντί να επιτρέπει στον κώδικα να παίρνει τη θέση του και να είναι ένας απρόσωπος μάρτυρας στη δική του θλίψη, ο Genet θα αποδείξει τη θλίψη του στον εαυτό του μέσω του πόνου που νιώθει για την προδοσία του Jean. Εάν, όπως γράφει, είναι μόνο στον χαμό του Jean που συνειδητοποιεί πόσο προσδεμένος ήταν σε αυτόν, τότε το να υποφέρεις θα έπρεπε να καλλιεργείται ως η πιο αξιόπιστη απόδειξη αγάπης. Το να μεταχειριστεί τον νεκρό Jean ύπουλα είναι βασανιστήριο, οπότε ο Genet έπρεπε να αγαπούσε τον Jean. Αυτή η συνταγή θα υπηρετήσει την αυτογνωσία στο μέλλον: “Θα ήθελα να είμαι ένα τελειωμένος μπάσταρδος και να σκοτώνω αυτούς που αγαπώ – όμορφους εφήβους – ούτως ώστε να μπορέσω να γνωρίσω τον μεγαλύτερο πόνο μου, τη βαθύτερη αγάπη μου για αυτούς”.

Αυτή η λογική, την οποία ο Genet επιδεικνύει ως συγγραφέας, είναι ηθικό κιτς. Η προδοσία ως μια αυθεντική πράξη θρήνου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια υπερένταση προς μια λογοτεχνική αυθεντικότητα, και ως τέτοια είναι η τελευταία γερή ιδέα στο Επιτάφιες Σπονδές. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι το πώς χαράσσεται η προδοσία μέσα στον ίδιο τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Αυτό που φαίνεται να προσφέρει στο Genet την ύψιστη ερωτική απόλαυση είναι το γλειφοκώλι. Εδώ είναι μια φαντασίωση του Genet ως Χίτλερ με έναν νεαρό γάλλο (τον αδερφό του Jean):

Ο πισινός του Paulo ίσα που είναι κομματάκι τριχωτός. Οι τρίχες είναι ξανθές και σγουρές. Έβαλα μέσα τη γλώσσα μου και τρύπωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα. Ήμουν γοητευμένος από μια βρομερή μυρωδιά. Το μουστάκι μου έφερε πίσω, προς τέρψη της γλώσσας μου, λίγη από την κοπριά που σχημάτιζαν ο ιδρώτας και τα σκατά ανάμεσα στις ξανθές τρίχες του Paulo. Σκάλιξα με το ρύγχος μου, κόλλησα στην κοπριά, δάγκωσα κιόλας – ήθελα να σχίσω τους μύες του ανοίγματος σε κομμάτια και να μπω όλος μέσα, όπως ο αρουραίος στο διάσημο βασανιστήριο, όπως οι αρουραίοι στους παρισινούς υπονόμους καταβρόχθιζαν τους καλύτερους στρατιώτες μου.

Η κανιβαλιστική οικειοποίηση του Jean μετά τον θάνατό του από τον Genet αποδεικνύεται ότι είναι μια συνέχιση της πράξης του έρωτά τους. Ο Genet ήδη “τον έτρωγε”, και αυτό που έτρωγε ήταν, για να το πούμε έτσι, ο Jean ήδη νεκρός. Είναι λες και στο στοματικό του πάθος για τον πρωκτό του εραστή του, για τα κομματάκια ύλης των κοπράνων που σκαλώνουν στο άνοιγμα, που ο Genet εκφράζει μια προτίμηση για αυτά που είχε απορρίψει το σώμα του εραστή του, για αυτά που δεν προσφέρονταν πλέον για καμία χρήση στον ζωντανό Jean. Στο γλειφοκώλι, ο άλλος μειώνεται στιγμιαία σε ένα άνοιγμα για απορρίμματα και για τα ίχνη των απορριμμάτων. Η φαντασία του Genet πηγαίνει παραπέρα: μη ικανοποιούμενος να τρώει απλώς αυτά που αποβάλλει ο Jean, φαντασιώνεται να μετασχηματίζει όλον τον Jean στα δικά του απορρίμματα. Έτσι, ο Genet που τρώει τον Jean μέσα στον Jean θα μπορούσε να γίνει αυτός που θα αποβάλλει τα απορρίμματα του Jean ή, ακριβέστερα, να αποβάλλει τον Jean ως απόρριμμα.

Η βιαιότητα αυτής της φαντασίωσης είναι αμφίσημη: η ένταση του Genet είναι δολοφονική, αλλά ο ίδιος ο φόνος υπηρετεί ως ένα ιδανικό τέλειας ταυτότητας μεταξύ των εραστών. Η επίθεση του Genet είναι, όντως, ο προδοτικός μετασχηματισμός μιας μορφής μιας σεξουαλικής υπηρεσίας στο σερβίρισμα ολόκληρης της ύπαρξης του εραστή. Με ψυχαναλυτικούς όρους, η μανία της πρωκτικότητας (που προτείνεται από την εικόνα του επιτιθέμενου αρουραίου) ενισχύει τις δολοφονικές παρορμήσεις της στοματικότητας. Αλλά η ερωτική επίθεση του Genet επίσης εξουδετερώνει τις διαφορές μεταξύ αυτού και του Jean: το γλειφοκώλι είναι ένα συμβιωτικό εγχείρημα. Διαγράφει τη διαφορά μεταξύ του Jean και του εαυτού του όχι μόνο μέσα από τις φαντασιώσεις του να παρασκευάσει γεύμα από το πτώμα του εραστή του, αλλά μέσα από το πρόγραμμά του να εξαφανιστεί μέσα στο κορμί του Jean, να “χωνευθεί” από τον Jean από τα κάτω. Έτσι ο Jean ο ίδιος φαντασιώνεται ως ανταποκρινόμενος στον στοματικό κανιβαλισμό του Genet με έναν πρωκτικό κανιβαλισμό που κατασπαράσσει τον Genet. Οι δύο γίνονται ένα, και η ελαφριά παρεκβατική θολούρα που ζούμε στις διαρκείς αναφορές στον “Jean” και τον “Genet” ως δύο είναι το λιγότερο φαντασιακά θεραπευμένη όταν η θαυμαστή σχέση του Jean με τον Jean τελειοποιείται στιγμιαία ως μια ταυτότητα μεταξύ των δύο.

Ο Sándor Ferenczi προέβαλλε τη θεωρία ότι, στη συνουσία με μια γυναίκα, ο άνδρας επιζητεί ασυνείδητα να επιστρέψει στην ασφάλεια της ύπαρξης μέσα στη μήτρα. Η φαντασιούμενη άνοδος του Genet μέσα στον Jean μέσα από τον πρωκτό του είναι μια άγρια αντιστροφή αυτής της επιστροφής σε έναν φροντιστικό για τη ζωή τόπο στο σώμα της μητέρας. Η “επιστροφή” έχει τώρα ένα αναπαραγωγικά στείρο σκηνικό. Από το σώμα ενός άλλου άντρα, ο Genet μπορεί να εξέρθει, ή να επανεξέρθει, ως απόρριμμα. Το γλειφοκώλι επομένως επαναλαμβάνει την πηγή της ζωής ως τον αρχικό θάνατο, τόσο για τον Genet ως υποκείμενο όσο και για τον εραστή-μητέρα. Αυτός ο θάνατος επανα-βιώνεται τόσο ως βίαιη επιθετικότητα και, σε μια παρωδιστική επανάληψη του εκστατικά χορτασμένου βρέφους που κοιμάται ελαφρά στο στήθος της μητέρας του, όσο και ως ένας υπέροχος θάνατος μέσα στον ψυχρό ίσκιο του ορθού του Jean, “στον οποίο σύρθηκα και εισήλθα με όλο μου το σώμα, για να κοιμηθώ στα βρύα εκεί πέρα, στη σκιά, να πεθάνω εκεί”.

Επομένως αυτός “ο γοητευτικός νεαρός δωσίλογος” που σκότωσε τον Jean απλώς καθιστά πραγματικό τον θάνατο στην καρδιά του έρωτα του Genet για τον Jean. Για τον Genet αυτό το πυκνό δίκτυο προδοσίας και θανάτου – που περιλαμβάνει τελετουργικά εξωραϊσμένες μνήμες από γλειφοκώλι, ένα δολοφονικό ξέσκισμα στα εντόσθια του εραστή, την ανακάλυψη του Genet του έρωτά του για τον Jean μόνο όταν ο Jean μπορεί να φαντασιωθεί ως βρώσιμο πτώμα, μια δίχως όρια τρυφερότητα για τον προδότη που στην ουσία προσέφερε τον Jean στον Genet ως λατρευτά και ακαταμάχητα άψυχο – όλα αυτά καταγράφουν, για να το πούμε έτσι, τη διαθεσιμότητα της ομοφυλοφιλίας στην ασκητική επιδίωξη του κακού από τον Genet. Πολύ πιο πέρα από το απλώς να απορρίπτει μια ομοφοβική έμφαση στη στειρότητα του γκέι έρωτα, ο Genet εναγκαλίζει χαρούμενα αυτό που θα μπορούσε να αποκαλεσθεί το ανατομικό έμβλημα αυτής της στειρότητας. Θα μπορούσε να ισχύει ότι αυτή η ανικανότητα να παραχθεί ζωή, η απουσία ενός αναπαραγωγικού τόπου (και εξόδου) στο ανδρικό σώμα, όπως επίσης το “ξόδεμα” του σπέρματος στην πεπτική οδό ή ορθό, είναι που κάνει τον Genet να αναφέρεται στον έρωτα μεταξύ δύο ανδρών ως ασύγκριτο;

Αυτές οι συνδέσεις υπερορίζονται στο Επιτάφιες Σπονδές χωρίς καν να δηλωθούν. Η jouissance από το γλειφοκώλι κλιμακώνεται – μπορεί κανείς να πει ότι εξαγνίζεται – σε έναν εορτασμό του θανάτου του Jean και ένα πάθος για τον δολοφόνο του και τους εχθρούς του. Η ηδονή της γεύσης των απορριμμάτων του Jean είναι η ηδονή της γεύσης του Jean ως απόρριμμα, κι αυτό σημαίνει να αγαπάς τον Jean ως νεκρό, που σημαίνει να τον επιθυμείς νεκρό και, τελικά, να θεωρείς αρετή την προδοσία και τον φόνο. Αυτά τα λογικά αδικαιολόγητα ισοδύναμα παρόλα αυτά έχουν την “ορθότητα” μιας ερωτικής αποκορύφωσης, μιας άλογης κι όμως ακαταμάχητης λογικότητας μιας πολύ συγκεκριμένης jouissance. Το συναισθηματικό και ηθικό συμπέρασμα στο οποίο κλιμακώνεται αυτή η jouissance – η ερωτική έξαψη στην προδοσία του Jean και της παράδοσής του, νεκρού, στον δολοφόνο του – διατηρεί, όπως λέει ο Genet στο Αιχμάλωτος του Έρωτα, την “ερωτική εξύψωση” με την οποία ξεκίνησε. Στον Genet, η δολοφονική προδοσία γενικεύει και κοινωνικοποιεί το γλειφοκώλι χωρίς να χάνει καθόλου από την ερωτική ενέργεια του γλειφοκωλιού. Οι ηθικές αφαιρέσεις του Genet δεν είναι συμπτωματικά υποκατάστατα για μια καταπιεσμένη σεξουαλικότητα. Η σεξουαλικότητα στην οποία εδράζονται αυτές οι αφαιρέσεις επιμένει όχι υπό αλλά παράλληλα με την ασκητική επιδίωξη του κακού. Πράγματι, τη πρακτική του γλειφοκωλιού θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι περιοδικά επαναφορτίζει την ηθική του κακού του Genet.

Του Leo Bersani, στο “Homos”