Latest Posts

Το πάρκο

Με την αιώνια επιφυλακτικότητα που σε διακρίνει, μπαίνεις πάντα από την ίδια πλευρά, όχι τόσο γιατί συνήθισες ή αγάπησες αυτό το δρομάκι, όσο γιατί αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια έτσι μοναχικός και αθόρυβος που εισβάλλεις. Άλλωστε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευκολότερα καλύπτεις με τη βόλτα σου όλες τις κατευθύνσεις του πράσινου φωτοστέφανου, με την αψιά μυρουδιά κατουρλιού ζώων κι ανθρώπων· ακόμα και τη μυρουδιά απ’ το τρίχωμα και τα φαγιά τους. Τα δυο πρώτα παγκάκια – σαπισμένο το ξύλο, χορταριασμένες οι τσιμεντένιες βάσεις, κι αν επιχειρήσεις μια έρευνα, χωρίς δυσκολία διαπιστώνεις ότι οι πιο πολλοί προτιμάνε να βολεύονται στο σανίδι της ράχης, γδέρνοντας και λερώνοντας με τα παπούτσια τους το υπόλοιπο παγκάκι· η πρώτη εικόνα, λοιπόν, παρουσιάζει κάτι απ’ την αρπαχτικότητα των γυμνασμένων γυπαετών που, συνήθως, δεν κατασπαράζουν, παρά μόνο σε περίπτωση έντονης πρόκλησης – κατά κανόνα τα προσπερνάς, γιατί μια ζωή γεμίζουν απ’ τα μεσάνυχτα και πέρα, εξαιτίας του ότι βρίσκονται κοντά σε φως από αυτοκίνητα παρκαρισμένα και βόλτες άσχετων μοναχικών ή ζευγαριών. Αντικρίζεις φάτσες που κατ’·επανάληψη στην ίδια πτέρυγα μαρμαρώνουν ή κάνουν πιάτσα κάτω απ’ τις ίδιες κολώνες, τα δέντρα ή τελοσπάντων γυροφέρνουν μόνιμα στον ίδιο μικρό τόπο – “του εγκλήματος” σου ’ρχεται να γράψεις απ’ τις χιλιάδες εκφράσεις κλισέ πού ’μαθες να αναμασάς. Λίγες οι άγνωστες μορφές. Συμμαζεμένες, δειλές κι άτολμες ακόμα, δεν κοιτάζουν κατάματα. Το ξέρεις – στό ’μαθε μια χαρά το κύκλωμά σου – έχουνε μεγαλύτερη πέραση τα νέα φυντάνια του πάρκου, οι πρωτόβγαλτοι – όπως στο θέατρο, που πάντα τραβούσε κι εσένα, από περιέργεια, το παίξιμο του πρωτοεμφανιζόμενου. Σκέψου πως θά ’θελες κι εσύ να θεωρείσαι κάτι τέτοιο, ένα αγόρι που πρωτοπατάει με χίλιες προφυλάξεις και αναστολές το υγρό χώμα, που αγγίζει αναρριγώντας τα φυλλώματα, έτσι, για να διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε πραγματικό χώρο, όπου δεν βρικολακιάζουν οι άνθρωποι.

Παρακεί βλέπεις τις αδελφές να κωλοχτυπιούνται απ’ τα γέλια, να σου ρίχνουν σουβλερές ματιές γιατί, όπως και να το κάνουμε, νέος ακόμα είσαι και τρώγεσαι – την ίδια τύχη έχει κι ό,τι γυαλίζει με πρώτη ματιά – αν και, συνήθως, πέστο αδελφίστικη νοοτροπία, πέστο εκλεκτικότητα, απορρίπτουν τους μισούς. (Εύκολα πέφτουν τα βέλη στους Σεβαστιανούς οι λέξεις που ανήκουν στο οπλοστάσιο της ανδροκρατικής ηθικής, γίνονται πραγματικά πυρά εκδίκησης στο αντίθετο στρατόπεδο. Και τι σημαίνει “αδελφή” θα σου πει ο άλλος που εξωραΐζει την άθλια πραγματικότητα, θα σου προσάψει δόλο, ενοχοποίηση και αποδοχή της καταπίεσης. Μα το διαχωρισμό αυτόν σε ομοφυλόφιλο, αδελφή κι ένα σωρό άλλες αποχρώσες έννοιες ή καλλιαρντοποιημένα στεγανά, πρώτοι και καλύτεροι τα οικειοποιούνται κι αισθάνονται άνετοι και ασφαλείς μέσα τους οι ομοφυλόφιλοι-αδελφές. Κι ο επιπλέον λόγος που πιθανώς να σε απάλλασσε απ’ τις βαριές κατηγορίες είναι η αναγκαιότητα της καταφυγής σε λέξεις-κώδικες για τη σωστή περιγραφή του υποκειμένου και για απόλυτη ακρίβεια στους επιμέρους χαρακτηρισμούς). Ποιες απ’ αυτές συγκεντρώνουν και τις άλλες, δεν σ’ απασχόλησε και λίγο σε νοιάζει. Η ουσία είναι πως πρέπει πάση θυσία να περάσεις ξυστά από δίπλα τους, κρατώντας παράστημα αντρικό και έκφραση που να μην προδίνει πονηρές διαθέσεις και τα τέτοια. Ξέρεις εσύ, όπως το ξέρουν ή το μαντεύουν εύκολα και τούτες: σκληραίνεις τα χαρακτηριστικά σου, χώνεις το ένα ή και τα δυο χέρια μάγκικα στις τσέπες, περνάς ρίχνοντας ένα προσποιητά. έκπληκτο βλέμμα στη συντροφιά τους κι απομακρύνεσαι σταθερά μα γρήγορα. Ξαλάφρωσες, δεν τις μπορείς τις αδελφές. Έτσι και σε πάρουν πρέφα κι αν δεν τις μιλήσεις, τότε είναι που πνιχτά ή ξεφωνημένα το σχόλιο δεν το γλιτώνεις ό,τι κι αν είσαι. Όχι, βέβαια, πως έχεις υποστεί τέτοια δοκιμασία, αλλά ενημερώθηκες σχετικά, γνώρισες κάποια πρόσωπα, σου άνοιξαν τα μάτια, κι ενώ μετά βδελυγμίας απέφευγες κι αποστρεφόσουν παρόμοια στέκια κι ανθρώπους, αφέθηκες τελικά στη μοίρα κι ας θεωρούσες τον εαυτό σου δυνατό και τρίχες κατσαρές. Σου άνοιξαν τα μάτια και τώρα τρως με την κουτάλα τα ευκολοσερβίριστα.

Κάποιοι αλητάμπουρες με τη γόπα, το μουστάκι και τη βαριά κι ασήκωτη περπατησιά σε κόβουν, ενώ τους προσπερνάς. Προτιμούν να κάνουν πως χαζεύουν τα κοιμισμένα ζώα στα κλουβιά τους, γιατί έτσι επιτυγχάνεται ευκολότερα το πλησίασμα. Κάνεις το ίδιο κι εσύ και η συζήτηση για την παιχνιδιάρα μαϊμού ή την αργοπορημένη χελώνα σε φέρνει εκεί που θες. Μα και πάλι μην πεις ότι σού ’τυχαν παρόμοια περιστατικά. Ψέματα. Απλώς εκθέτεις τις πιο πιθανές εκδοχές κι εξιστορείς πώς περίπου αρχίζουν κι εξελίσσονται τα πράγματα.

Εκείνα τα παγκάκια στη σειρά – λες και κάνεις επιθεώρηση καθαριότητας ή φάτσας – είναι σκότωμα. Βρίσκεσαι σε τρομερό δίλημμα για ποιο βάδισμα ν’ ακολουθήσεις, τι έκφραση να πάρεις, πώς να ταχτοποιήσεις το μαλλί. Στο πρώτο μπορεί να κάθεται η μεγαλύτερη ξεκωλιάρα του πάρκου – αποκομμένη απ’ την παρέα της, αν και σπάνιο αυτό. Στο παρακάτω δεν αποκλείεται να συχνάζει η χειρότερη περίπτωση τσιναριού-νάρκισσου, που ξημερώνεται στην Τσιμισκή και νυχτώνεται στο πάρκο. Και στο άλλο ενδεχομένως να κουρνιάζει ένας ομοφυλόφιλος που να ταιριάζετε στα γούστα. Πες πως αλλάζεις κίνηση, έκφραση, μαλλί από το δεύτερο παγκάκι κι πέρα – κι αυτό αν προλαβαίνεις. Έτσι όμως κι αμέσως παρακάτω συναντήσεις τον ηλικιωμένο που κάποτε έκανες την παραχώρηση, από συμπόνια, να τα συμφωνήσεις, ενώ αηδίαζες ακόμα και να τον ακουμπήσεις; (Σε χάιδεψε λιγάκι, τέλειωσε χωρίς τη συμμετοχή σου κι ενώ άνοιγε την εξώπορτα να φύγεις, με το ζόρι δέχτηκες το χαρτζιλίκι στην τσέπη του πουκαμίσου, εσύ ξέροντας πως δεν θα τον ξανάβλεπες, αυτός ελπίζοντας σε νέα επαφή). Όπως και να το χάνεις, ντρέπεσαι να τον αντικρίσεις δίχως την απαιτούμενη σκληρότητα.

Στα πρώτα δισταχτικά βήματα, σε είχε συνεπάρει ο τρόμος τής ασχήμιας που θα συναντούσες κι έψαχνες με αγωνία τρόπους ριζικής απόκρουσης των προτάσεων. Χωρίς να πληγώνεις, χωρίς να μπλέκεις σε ιστορίες. Δε χρειάστηκε. Κι όχι γιατί οι άσχημοι ήταν δυσεύρετοι ή αποκλεισμένοι, αλλά γιατί συμβιβάστηκαν με τον εαυτό τους και πλησιάζουν άτομα της ίδιας περίπου στάθμης – ούτε ομορφότερα, ούτε πολύ χειρότερα απ’ αυτούς. Γι’ αυτό και μετριάζεται η έκπληξή σου όποτε συναντάς παρέες απαρτιζόμενες από όμορφους ή άσχημους κατ’ αποκλειστικότητα: οι δρόμοι των ομοειδών συμπίπτουν. Σπάνια έγινες μάρτυρας συγχώνευσης των δύο κόσμων.

Το κατάλαβες όμως πως σε πνίγει αυτό το κλίμα, η πονηριά, τα σούρτα-φέρτα, οι αδιάντροπες ματιές, το νυφοπάζαρο. Βγαίνεις – παρόλο τον κίνδυνο να αναγνωριστείς από συγγενικά ή γειτονικά σου πρόσωπα που θα περνούν πεζή ή μ’ αυτοκίνητο – και αναπόφευκτα εισπνέεις το καυσαέριο και τη σκόνη. Άλλες παρουσίες εκεί, πιο φοβισμένες σου φαίνονται (ή μήπως το αντίθετο;) λιγότερο αντιπαθητικές πάντως. Δημιουργήθηκε κι ένα είδος πάρκινγκ για τους βιαστικούς γιωταχήδες πάνω στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο. Μαύρα φαντάσματα κοιτούν εξεταστικά απ’ τα παράθυρα τις σιλουέτες που σουλατσάρουν· αν είναι του γούστου τους, κορνάρουν, σφυρίζουν, μιλάνε. Διαφορετικά, αναμονή. Ό,τι και να πεις, τον έβρισκες ανέκαθεν πιο σικ αυτόν τον τρόπο ψωνίσματος, καθαρότερη δουλειά, γρήγορη. Κι ό,τι πάλι να πεις, τέτοιες περιπτώσεις σού ’τυχαν κάποιες φορές. Το αυτοκίνητο σταθμεύει συνήθως στην άκρη της παραλίας, όπου βρίσκονται κι άλλα παρατεταγμένα στη σειρά – ομαλοί έρωτες εκείνοι –, οι πρώτες θέσεις γίνονται κρεβάτι και τα λοιπά. Έχεις στο κάτω κάτω και μεταφορικό μέσο για το σπίτι, οποιαδήποτε ώρα κι αν τελειώσει η ιστορία. Το ξαναλές: ξηγημένα πράματα.

Το μανίκι είναι με τους φαντάρους. Άπειρα περιστατικά σού ’χουν διηγηθεί τόσοι και τόσοι ανοιχτομάτηδες παρκόβιοι· ότι κάνουν τους επιδειξίες, τους βαρύμαyκες, τους νταήδες. Με το χακί καλύπτονται. Ναι, παραλίγο να την πατήσεις κάποτε κι εσύ. Ευτυχώς, πέρασες ξώφαλτσα. Οι πιο μερακλήδες όμως επιμένουν, σπάζοντας τα μούτρα τους, δίνοντας παράλληλα και τη χειρότερη εικόνα παρακμιακού ομοφυλόφιλου. Ο αχαλιναγώγητος πόθος τους καταστρέφει τις όποιες αμυδρά καλές εντυπώσεις. Κι εξαιτίας τους έχουν μετά το θράσος μερικά τσογλάνια ν’ ανοίγουν το πορτέλο, να την πιάνουν παίζοντάς την μισοσηκωμένη και ν’ αξιώνουν επιτόπια ικανοποίηση. Εύχεσαι ποτέ να μη βρεθείς σε ανάλογη θέση. Όσο τουλάχιστον δε σε πήραν ακόμα τα χρόνια.

Διαθέτει, βέβαια, και πνευματικότητα το πάρκο. Μια μερίδα κουλτούρας όλο και κυκλοφορεί, όλο και γίνεται αναγνωρίσιμη. Από τους πρώτους καλλιεργημένους με όνομα ήταν ο ποιητής που εξακολουθεί να κόβει βόλτες στο περιθώριο, κι αργότερα έφερε κι άλλους, το παράδειγμά του έγινε προς μίμηση. Ένα είδος σήματος κατατεθέντος, που λένε, με προσβάσεις, φιλίες προς κάθε κατεύθυνση, αλλά και με μπόλικη σοβαροφάνεια. Τελευταία, κάποιοι που τον διαβάζουν επιπόλαια, απαγγέλουν σκαμπρόζικους στίχους του, καθώς αυτός περνάει σύρριζα από παγκάκια με φαντάρους (κι είναι τόσο ευερέθιστος κάποτε-κάποτε που ορμάει αλόγιστα στους διασύροντες την ποίησή του· αδυνατώντας όμως να τα βγάλει πέρα με την τόση κακία, παραιτείται κι εξαφανίζεται). Ο άλλος, συγγενικής πάστας με τον πρώτο, ποιητής, φαίνεται να κατέχεται ακόμα από αναστολές – ή με τη μέθοδο που ακολουθεί να βρίσκει ευκολότερα παρέα. Δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται. Νόμος των πιθανοτήτων και τα παρόμοια.

Ομολογείς πάντως με χαρά ότι, παρά τα όσα έχεις ακούσει για εφόδους αστυνομικών, όσες φορές και να κυκλοφόρησες, ποτέ δεν έπεσες πάνω σε μπάτσο. Άλλωστε, έχουν άλλα προβλήματα κι αυτοί, λίγο η κοινωνία έγινε ελαστικότερη, λίγο οι διώξεις περιορίστηκαν σε διακριτικότερα πλαίσια εξαιτίας της ΕΟΚ – όλα μετράνε. Έχεις ακούσει για έλεγχο ταυτοτήτων, βίαιη σχεδόν προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων και στη συνέχεια εξέταση για τις αρρώστιες – πράγματα που διασκεδάζουν τις αδελφές. Πόσα κόλπα και κομπίνες, υπερβολές ή γεγονότα δεν έφτασαν στ’ αυτιά σου! Θύμα κανένας τελικά δεν αισθάνεται ή και δεν είναι. Όλα έχουν το δούναι και το λαβείν τους. Άσε που κάποιο σκληρό αστυνομικάκι ενδίδει στο τέλος και συμβιβάζονται τα πράγματα. Τα πάντα – το κατάλαβες πια – είναι σχετικά. Ακόμα και τα πλέον άσχετα σε πρώτη όψη.

Το πάρκο ρυθμίζει τη ζωή μας”, το άκουσες από στενό φίλο με ψυχώσεις κι ατέρμονες αναζητήσεις, αλλά αυτό δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα του αποφθέγματος – και το υιοθέτησες αμέσως. Γιατί όχι, αφού και το δεσμό σου εξαιτίας του πάρκου κινδύνευες πάντα να τον χάσεις – όπως και τον έχασες. Με τόση πηγαία ειλικρίνεια δεν πρόκειται, φυσικά, να αποσιωπήσεις ή να διαστρεβλώσεις τα αληθινά γεγονότα: κοντά δύο το πρωί είχες ανακαλύψει στα σύδεντρα τον παντρεμένο και γονιό κύριο με τη σκυλίσια μούρη που μέσα στη σκοτοδίνη σου έκανες παλιότερα έρωτα μαζί του. Βλέποντας πως οι άλλες λύσεις ήταν ανέφικτες, ενέδωσες στα παρακάλια του και στρωθήκατε στο γρασίδι σε στάση εξηνταεννιά. Κάπου στην τελευταία φάση πήρε το μάτι σου το δεσμό που έλειπε από Θεσσαλονίκη και θά ’φτανε, κατά τα λεγόμενά του, την επομένη, να ανηφορίζει ένα μονοπάτι με βήμα χορευτικό, ανάερο – γνώρισμα αδιάψευστο – σε απόσταση λίγων μέτρων από κει που βρισκόσουν κατάχαμα. Αντί να λακίσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση, έτρεξες, τον παρακολούθησες πίσω απ’ τους πυκνούς πυράκανθους, τον έχασες για λίγο και αντικρίζοντάς τον μετά παρέα μ’ έναν ψηλό μαλλιά αναρχικό, αναδύθηκες απ’ τον κρυψώνα και βάδισες πίσω του σε απόσταση βολής. Όταν γύρισε από ένστικτο το κεφάλι, δυσκολεύτηκε να σ’ αναγνωρίσει, πλησίασε και έκπληκτος ζήτησε εξηγήσεις για την εκεί παρουσία σου. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι σου, άλλον τρόπο αντίδρασης δεν είχες πρόχειρο εκείνη τη στιγμή, του άστραψες ένα χαστούκι που αντήχησε σ’ όλο το πάρκο και τρέμοντας από αγανάκτηση τό ’βαλες στα πόδια.

Δεν έχεις χωνέψει ακόμα τον υπόκοσμο – αν επιτέλους πείστηκες πως μέσα εκεί μόνο ο υπόκοσμος κυκλοφορεί. (Πώς μπορείς και ξεστομίζεις τέτοια ύβρη; Τόσο εύκολα κηλιδώνεις τους καλούς φίλους, όπως το Λάκη που σπουδάζει στο Εξωτερικό, και μόλις πατήσει το πόδι του στη Σαλονίκη κάνει δεύτερο σπίτι το πάρκο; Αρχίζει την περιπλάνηση στο πάνω τμήμα – το πιο ανασφαλές από τότε που ένα μάτσο αλητών ξυλοφόρτωσε τη θρασύτατη Στέλλα – κατεβαίνει μετά στους μεγάλους διαδρόμους με το άπλετο φως – σε μια τέτοια απόπειρα καθόδου, αναφέρει το μαρτυρολόγιο, δολοφόνησαν τη θλιμμένη πριγκίπισσα Τζίλντα – και κάνει έναρξη της δεύτερης πράξης στην παράστασή του. Ώσπου να βαρεθείς καθόσουν και παρακολουθούσες όλο το ξεπάτωμά του από χλόη σε χλόη, από παγκάκι σε παγκάκι, από πούτσο σε πούτσο. Τά ’βλεπες και δεν αποφάσιζες ποιον να κατηγορήσεις: αυτόν που γινόταν αντικείμενο χρησιμοποίησης σαν την οποιαδήποτε κοινή ή εσένα που ανεχόσουν όχι μόνο να του μιλάς αλλά και να του κάνεις συντροφιά, τη στιγμή που οι δικές του επιθυμίες ήταν ακόρεστες κι ακόλαστες, ενώ οι δικές σου δεν είχαν προλάβει να μορφοποιηθούν καν μέσα στον ανεμοστρόβιλο που σ’ είχε αρπάξει;)

Μα στό ’λεγα πάντα πως δεν είσαι για τέτοια. Είχες αριστοκρατικές αντιλήψεις, κάποια, βρε αδελφέ, μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό σου. Και ξέπεσες στο πάρκο. Βέβαια, έχεις το ελαφρυντικό πως τη συνήθεια άλλοι σού τη μετέδωσαν και τώρα τη γυροφέρνεις και την εκμεταλλεύεσαι ξεδιάντροπα κι επικίνδυνα. Πίστεψες στην αρχή ότι θα κατόρθωνες ν’ αποτραβήξεις από τούτη τη ζωή κάποιον τελοσπάντων που ήταν δίπλα σου και σ’ αγαπούσε μ’ επαρχιωτική έστω νοοτροπία, ενώ τώρα ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Όμως ήταν, ομολόyησέ το, γλυκιά η συνήθεια κι εύκολος ο τρόπος της αναζήτησης και η εξεύρεση συντροφιάς από το πάρκο. Έπεσες με τα μούτρα κι άντε τώρα να δούμε αν ποτέ θα σηκωθείς.

Από τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαμιώτη “Από το πάρκο στο κενό”. Επανεκδόθηκε το 2008 από τις εκδόσεις “Πολύχρωμος Πλανήτης”

Vive l’ anarchie!

 

Με μια φωτογραφική μηχανή και το Photoshop γέμισα την περιοχή μέσα και έξω από το λιμάνι, το σχολείο απέναντι από το σπίτι μου, την περιοχή του ευρύτερου κέντρου και το μπάνιο μου με ομοερωτικά στένσιλ. Θα ήταν ωραία μια βόλτα και να σε κοιτάνε αυτά τα τεράστια αγόρια…

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

Processed with VSCO with se2 preset

2017-08-16-03.45.12-1

Γιατρεύοντας το μυαλό. Γιατί οι ψυχιατρικές θεραπείες αποτυγχάνουν;

Μια θριαμβευτική επιτυχία;

Εάν υπάρχει μια κεντρική διανοητική πραγματικότητα στο τέλος του εικοστού αιώνα, αυτή είναι ότι η βιολογική προσέγγιση στην ψυχιατρική – το να μεταχειρίζεσαι την ψυχική ασθένεια ως μια γενετικά επηρεασμένη διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου – υπήρξε θριαμβευτική επιτυχία.

Edward Shorter, A History of Psychiatry

Μια υγρή μυρωδιά διαπερνά το μικρό, δίχως παράθυρα δωμάτιο συνεντεύξεων κάθε φορά που έρχεται να με δει ο Peter. Προσπαθώ να τον βοηθήσω εδώ και πάρα πολύ καιρό. Η εξάμηνη περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ένας κλινικός ψυχολόγος λογικά θα ανέμενε έναν πελάτη να αναρρώνει είχε παρέλθει πάνω από έναν χρόνο πριν. Πάντοτε, όπως φαίνεται, είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μια σπουδαία ανακάλυψη.

Οι συναντήσεις, οι πρώτες του πρωινού, πάντα ξεκινούν με το ίδιο τελετουργικό. Ελέγχει το ρολόι του ενώ εγώ ορμάω μέσα από την πόρτα του κοινοτικού κέντρου ψυχικής υγείας έπειτα από το μακρύ ταξίδι μου από το σπίτι, ο Peter με κοιτάζει περιφρονητικά, και μετά σκάει ένα χαμόγελο και λέει, “Γεια σου, φίλε!”. Περιστασιακά, προσπαθεί να με αγκαλιάσει, αλλά τον αποθαρρύνω, περισσότερο γιατί ανησυχώ για την κακή προσωπική υγιεινή του παρά από φόβο παραβίασης κάποιου επαγγελματικού ορίου. Δεν θα με δει αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν οι παραισθησιογόνες φωνές συχνά αρχίζουν να τον βασανίζουν, οδηγώντας τον πίσω στο μικρό, ακατάστατο διαμέρισμα, όπου χρησιμοποιεί δυνατή μουσική για τις ωθήσει να φύγουν.

Ένας ψηλός, συμπαθής άντρας στις αρχές των τριάντα του, θα μπορούσε να δείχνει γοητευτικός αν μόνο μπορούσε να καθαρίσει τον εαυτό του και να κάνει κάτι για το εκρηκτικό στομάχι του. Οι δυσκολίες του, που μου τις είπαν με την ακρίβεια ενός ανθρώπου που έχει επαναλάβει αυτή την ιστορία πολλές φορές, άρχισαν περισσότερο από 13 χρόνια πριν γνωριστούμε. Ήταν χαρούμενα εργαζόμενος σε μια γραμμή παραγωγής και πατέρας ενός μωρού κοριτσιού. Η ταχτοποιημένη ζωή του ξαφνικά έγινε θρύψαλα όταν η φιλενάδα του ανακοίνωσε ότι δεν θέλει πλέον να μένει μαζί του κι ότι είχε βρει άλλον εραστή. Απόβλητος από το οικογενειακό σπίτι, ήταν αναγκασμένος να μετακομίσει σε ένα ζοφερό στούντιο, βυθίστηκε στην κατάθλιψη και στο τέλος σταμάτησε να εμφανίζεται στη δουλειά. Τελικά έχασε τη δουλειά του και έγινε άστεγος. Ήταν εκεί που κοιμόταν με άγριες συνθήκες στους δρόμους που άρχισε να ακούει φωνές, τις οποίες τις απέδιδε σε πρώην φίλους που επιθυμούσαν να τον βλάψουν. “Πείτε του να βγει!”, έλεγαν “Διατάξτε τον να βγει!”, που το εκλάμβανε να σήμαινε ότι ήθελαν να τον πάνε κάπου και να τον ξυλοκοπήσουν.

Δεν υπάρχει καμία καταγραφή για ψυχική ασθένεια την άμεση οικογένεια του Peter. Παρόλο που κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον θετό πατέρα του όταν ήταν 10 ετών, πέρα από μερικές μεθυσμένες τριβές με την αστυνομία κατά τη εφηβεία, δεν υπήρχε καμία ένδειξη στην προηγούμενη ζωή του ότι προοριζόταν να γίνει ψυχιατρικός ασθενής. Στη θετική πλευρά, σε αντίθεση με πολλούς ασθενείς με παρόμοιες δυσκολίες, έχει καταφέρει να να επανιδρύσει ένα δίκτυο φίλων και απολαμβάνει θερμές σχέσεις με τη μητέρα και την αδερφή του. Έχει επίσης καλές σχέσεις με την έφηβη πλέον κόρη του, την οποία βλέπει τακτικά. Χάρις στα γενναιόδωρα επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης είναι κολλημένος στο χαντάκι των επιδομάτων: προς το παρόν έχει περισσότερα χρήματα από όσα απαιτούν οι ανάγκες του και φοβάται ότι θα είναι χειρότερα οικονομικά αν αποπειραθεί να επιστρέψει στη δουλειά.

Η αρχική επιστολή συστάσεων από τον ψυχίατρο του Peter, σημειώνοντας ότι τα συμπτώματά του επέμεναν παρά την αγωγή μιας δεκαετίας με φάρμακα, ρωτούσε αν θα μπορούσα να παρέχω γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, μια μορφή ψυχολογικής αγωγής, για να τον βοηθήσω με τις φωνές του. Παρά τον σκεπτικισμό στο παρελθόν σχετικά με την αξία της ψυχολογικής αγωγής για ασθενείς με βαριά ψυχιατρική νόσο, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι αυτού του είδους η θεραπεία μπορεί μερικές φορές να βοηθήσει άτομα σαν τον Peter. [1] Κατά τους πρώτους λίγους μήνες που ήμασταν μαζί ακολουθούσα το σύνηθες πρωτόκολλο για αυτού του είδους την αγωγή, ζητώντας του να κρατά αρχεία πότε έρχονταν οι φωνές και πότε φεύγανε, ρωτώντας τον για πιθανές αφορμές και εξετάζοντας πώς οι πεποιθήσεις του για τις φωνές θα μπορούσαν να τις κάνουν πιο επίμονες. Όπως πολλοί ασθενείς που ακούνε φωνές, ο Peter πίστευε ότι είναι πανταχού παρούσες και παντοδύναμες, [2] και έκανα ό,τι μπορούσα για να αμφισβητήσω την πεποίθησή του ότι είναι πανίσχυρες πέρα από κάθε αντίσταση. Επίσης πίστευε ότι άλλα άτομα μπορούσαν να ακούσουν τις φωνές του και θα μπορούσαν να του επιτεθούν ως συνέπεια, επομένως πρότεινα ένα “συμπεριφορικό πείραμα” στο οποίο θα προσπαθούσε να καταγράψει τις φωνές του με ένα μαγνητόφωνο. Παρατηρώντας ότι ήταν μόνιμα πολύ τεντωμένος, κι ότι το άγχος του να αναμένει τις φωνές έδειχνε ότι τις προκαλούσε να εμφανιστούν, του έμαθα επίσης μερικές απλές τεχνικές χαλάρωσης. Σταδιακά, στην περίοδο ενός έτους, αυτή η προσέγγιση έδειχνε να δουλεύει. Το ημερολόγιο του Peter έδειχνε ότι άκουγε λιγότερο συχνά τις φωνές. Ενώ προηγουμένως τις βίωνε σε καθημερινή βάση, τελικά κατάφερε ένα μέγιστο ρεκόρ δεκατριών ημερών χωρίς αυτές. Άρχισε να σκέφτεται για το μέλλον, συζήτησε την πιθανότητα εθελοντικής εργασίας και έγιναν οι διευθετήσεις να μένει σε μια πιο όμορφη γειτονιά.

Μόλις είχα αρχίσει να σκέφτομαι μια εξιτήρια επιστολή για τον ψυχίατρο του Peter, η οποία σιωπηλά θα κόμπαζε για το τι είχαμε καταφέρει μαζί, τα πράγματα πήραν δραματική τροπή. Καταφθάνοντας για να με δει για αυτό που θα ήταν μια από τις τελευταίες συνεδρίες μας, ήταν διεγερμένος και παρανοϊκός, με τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν από μεριά σε μεριά καθώς μου έλεγε ότι οι φωνές δεν τον άφησαν να κοιμηθεί τα δύο τελευταία βράδια. Στο τέλος της συνεδρίας, τον παρακολούθησα να σαρώνει το περιβάλλον του νευρικά, πριν βρει το κουράγιο να βγει έξω στο δρόμο. Τηλεφώνησα κατευθείαν σε μια ψυχιατρική νοσοκόμα της κοινότητας, μια θερμή, υποστηρικτική γυναίκα που σύντομα μετά πήγε να τον επισκεφθεί στο νέο του διαμέρισμα. Οι προσπάθειές της να τον ηρεμήσει ήταν άκαρπες. Μέσα σε μερικές μέρες εισήχθη στο νοσοκομείο για πιο εντατική θεραπεία.

Οι ψυχιατρικές πτέρυγες είναι συχνά τρομαχτικά μέρη. Η τοπική ψυχιατρική μονάδα, χτισμένη περίπου είκοσι χρόνια πριν στα εδάφη ενός Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου και κατά μήκος ενός θορυβώδους αυτοκινητόδρομου, έχει μακριούς, στενούς διαδρόμους και δείχνει παλιά και απρόσωπη. Τα δωμάτια των ασθενών είναι σκοτεινά και κλειστοφοβικά. Οι κοινόχρηστες περιοχές, οι τραπεζαρίες και τα δωμάτια όπου οι ασθενείς περνούν ατελείωτες ώρες βλέποντας τηλεόραση την ημέρα, μυρίζουν ιδρώτα. Οι νοσοκόμες δείχνουν να κρύβονται στο νοσοκομειακό γραφείο τους, χαζεύοντας τους ασθενείς μέσα από παράθυρα με γυαλί ασφαλείας. Στις ανοικτές πτέρυγες, όπου οι ασθενείς μπορούν να έρθουν και να φύγουν όπως επιθυμούν, κάποιοι κάνουν χρήση των εγκαταστάσεων εργοθεραπείας κάπου αλλού στο νοσοκομείο, άλλοι εξαφανίζονται έχοντας πάρει άδεια να επιστρέψουν για λίγο σπίτι έτσι ώστε μπορεί να δοκιμαστεί η ικανότητά τους να ζήσουν στον πραγματικό κόσμο, και άλλοι πάλι λιώνουν σε σιωπηλές σκέψεις, αναμένοντας να δράσουν τα φάρμακά τους. Στις κλειστές πτέρυγες, όπου κρατούνται οι πιο διεγερμένοι ασθενείς, υπάρχει μια απτή ατμόσφαιρα απειλής, υπογραμμισμένη από κραυγές και περιστασιακές βίαιες πράξεις από τους περισσότερο διαταραγμένους ασθενείς που δεν έχουν ακόμη υποκύψει στη ναρκωτική επίδραση της αγωγής τους. Ήταν σε μια τέτοια πτέρυγα που βρήκα τον Peter, ζαρωμένο στο δωμάτιό του, υπερβολικά τρομαγμένο να βγει έξω φοβούμενος ότι θα του επιτεθούν οι άλλοι ασθενείς. Ήταν δύσκολο να υπολογίσει κανείς το βαθμό που ο φόβος του δικαιολογούταν από τις νέες συνθήκες του και το βαθμό που ήταν προϊόν της φαντασίας του.

Ρωτώντας τον Peter, έγινε προφανής η αιτία της ξαφνικής υποτροπής του. Στηριζόμενος στην επιτυχία μας μαζί και, χωρίς να το ξέρω εγώ ή κανείς άλλος στη νοσοκομειακή ομάδα μας, είχε σταματήσει ξαφνικά να παίρνει τα φάρμακά του. Η μετακόμιση, μια πιεστική εμπειρία το λιγότερο, του είχε κοστίσει. Ενόσω παρέμενε στο νοσοκομείο φαινόταν αδύνατο να γίνει οτιδήποτε ιδιαίτερα θεραπευτικό. Μέχρι να πάρει εξιτήριο, να ξαναπάρει φάρμακα, μερικές εβδομάδες μετά, είχα φτάσει απλά να περνώ περιστασιακά και να έχουμε μια φιλική κουβεντούλα, με την ελπίδα να του δείξω ότι δεν τον έχω ξεχάσει.

Παρόλο που συνεχίζω να βλέπω τον Peter, δεν μπορώ να το κάνω επ’ αόριστον. Πρόσφατα αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με μια νέα στρατηγική, εμπνευσμένη από μελέτες που δείχνουν ότι οι βουδιστικές τεχνικές διαλογισμού είναι χρήσιμες στους ασθενείς που δεν έχουν ανταποκριθεί σε πιο παραδοσιακές μορφές ψυχοθεραπείας. [3] Του έμαθα να περνά σύντομες περιόδους καθισμένος στη σιωπή, κατευθύνοντας την προσοχή του στην αναπνοή του και προσέχοντας όταν οι σκέψεις του περιφέρονται αλλού. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν ότι οι ασκήσεις αυτές τους βοηθούν να αναπτύξουν κάποια αποστασιοποίηση από σκέψεις που είναι δυσάρεστες και επίμονες. Ελπίζοντας ότι θα απευθυνθώ στο φόβο που είχε για τις φωνές του, έβαλα τον Peter να επαναλάβει τις λέξεις, “Πείτε του να βγει! Διατάξτε τον να βγει!”, ξανά και ξανά πριν αρχίσει τις ασκήσεις. Κατά τους τελευταίους μήνες, η συχνότητα των φωνών του έχει μειωθεί ξανά και τώρα περνάει πολλές μέρες δίχως αυτές. Πιάνουν οι ασκήσεις; Είναι αυτή η μέθοδος που αναζητούσαμε; Ο Peter αρχίζει να γίνεται περισσότερο αισιόδοξος, και θέλω να είμαι κι εγώ αισιόδοξος, αλλά η εμπειρία με έχει διδάξει ότι η βεβαιότητα είναι συχνά ένα παραπλανητικό συναίσθημα. Μερικές φορές νιώθω λες και απλά υποκρίνομαι ότι είμαι χρήσιμος.

Τι είναι η ψύχωση;

Ο Peter διαγνώστηκε ότι υποφέρει από σχιζοφρένεια. Σύμφωνα με τα ιατρικά εγχειρίδια, οι ασθενείς με αυτή τη διαταραχή τυπικά υποφέρουν από ακουστικές παραισθήσεις (φωνές ανθρώπων που δεν είναι στην πραγματικότητα παρόντες) και ψευδαισθήσεις (παράξενες και παράλογες πεποιθήσεις ανθεκτικές στα αντεπιχειρήματα). Πολλοί ασθενείς έχουν διαταραχές της σκέψης περιστασιακά, μιλώντας ακατάληπτα, ειδικά όταν είναι κάτω από πίεση. Επιπρόσθετα σε αυτά τα θετικά συμπτώματα, που αποκαλούνται έτσι γιατί κανονικά απουσιάζουν στους υγιείς ανθρώπους, πολλοί ασθενείς υποφέρουν από αρνητικά συμπτώματα, που αποκαλούνται έτσι γιατί δείχνουν να αντανακλούν μια απώλεια της συνήθους ικανότητας. Αυτά περιλαμβάνουν την απάθεια, την ανηδονία (αδυναμία να νιώσεις ευχαρίστηση) και την άμβλυνση του συναισθήματος

Η σχιζοφρένεια συνήθως θεωρείται ότι ανήκει σε μια οικογένεια ασθενειών στις οποίες ο ασθενής, όταν είναι πολύ βαριά άρρωστος, δείχνει να χάνει επαφή με την πραγματικότητα. Αυτές οι διαταραχές, που αντιστοιχούν σχηματικά στη λαϊκή αντίληψη περί τρέλας, είναι γνωστές συλλογικά ως οι ψυχώσεις, και είναι η πιο βαριά μορφή ψυχικής ασθένειας. Αυτές συχνά συγκρίνονται με τις νευρώσεις (πιο συχνοί και λιγότερο βαριοί τύποι ψυχικών ασθενειών στις οποίες το άτομο, αν και πολύ αγχωμένο ή κατατεθλιμμένο, έχει επίγνωση ότι είναι άρρωστο, και δεν βιώνει ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις) και τις διαταραχές προσωπικότητας (ισόβια δυσλειτουργικά μοτίβα συσχέτισης με άλλους ανθρώπους).

Ο άλλος κύριος τύπος της ψύχωσης είναι η διπολική διαταραχή, η οποία είναι μερικές φορές επίσης γνωστή ως μανιοκατάθλιψη. Σε αυτή την κατάσταση ο ασθενής βιώνει επεισόδια βαθιάς κατάθλιψης και επίσης επεισόδια είτε μανίας (περιόδους ανεξέλεγκτης έξαψης και εριστικότητας, συχνά συνοδευόμενη από αποδιοργανωμένη σκέψη και ψευδαισθήσεις ειδικών ικανοτήτων, αμύθητου πλούτου ή ειδικής αποστολής στη ζωή) ή υπομανίας (μια λιγότερο ακραία συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ευφορία, έξαψη και παρορμητική συμπεριφορά). Τα τρέχοντα διαγνωστικά συστήματα διαχωρίζουν τώρα μεταξύ διπολικής διαταραχής 1, στην οποία οι ασθενείς βιώνουν κατάθλιψη και μανία, και διπολικής διαταραχής 2, όπου βιώνονται κατάθλιψη και υπομανία αλλά όχι μανία. Και στις δύο καταστάσεις, επεισόδια ακραίας διάθεσης τυπικά διαχωρίζονται από περιόδους ύφεσης ή σχετικά κανονικής λειτουργίας. Η μονοπολική κατάθλιψη (κατάθλιψη με απουσία ιστορικού μανίας) όταν είναι πολύ βαριά, μπορεί επίσης να συνοδεύεται από ψυχωσικά συμπτώματα, για παράδειγμα ακουστικές παραισθήσεις που επικρίνουν σκληρά τον ασθενή ή ψευδαισθήσεις ότι ο ασθενής είναι ένοχος για κάποιου είδους φοβερό έγκλημα. Ο όρος ψυχωσική κατάθλιψη χρησιμοποιείται μερικές φορές για να περιγραφεί αυτού του είδους η κατάσταση.

Χωρίς δισταγμό, οι ψυχώσεις έχουν βαθιά επίδραση στον ανθρώπινο κόσμο. Ο αριθμός των περιπτώσεων με σχιζοφρένεια που αντιμετωπίζονται από ψυχιατρικές υπηρεσίες είναι δύσκολο να μετρηθεί γιατί οι ορισμοί της διαταραχής μεταβάλλονται από μελέτη σε μελέτη, αλλά οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νέων περιπτώσεων κάθε χρόνο σε διαφορετικά μέρη του κόσμου κυμαίνονται σε περίπου 7 με 40 νέες περιπτώσεις ανά 100.000 ανθρώπους και τα νούμερα για τη διπολική διαταραχή είναι όμοια. Ο αριθμός των ανθρώπων που λαμβάνουν διάγνωση σχιζοφρένειας οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή τους είναι σίγουρα πάνω από 0,5 τοις εκατό και, ξανά, η ίδια περίπου εκτίμηση έχει αναφερθεί για τη διπολική διαταραχή. [7]. Από μια ευρύτερη προοπτική, έχει υπολογιστεί ότι ο κίνδυνος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής να υποφέρει κανείς από οποιοδήποτε είδος ψυχωσικής διαταραχής ίσως να είναι τόσο υψηλό όσο το 3 τοις εκατό. [8]. Εφόσον ο τρέχων πληθυσμός της Βρετανίας είναι περίπου 60 εκατομμύρια και αυτός των Ηνωμένων Πολιτειών περίπου 300 εκατομμύρια, αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον 1,8 εκατομμύρια Βρετανοί πολίτες και 9 εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ μπορεί να επηρεάζονται. Κάνοντας μια επέκταση των συμπερασμάτων για τον υπόλοιπο κόσμο, περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν τώρα στη γη είναι πιθανόν να υποφέρουν από ψυχώσεις σε κάποιο σημείο της ζωής τους. Πρόκειται για πάρα πολλούς ανθρώπους.

Η επίδραση αυτών των συνθηκών στην ποιότητα ζωής μπορεί να σταχυολογηθεί από το γεγονός ότι, στον ανεπτυγμένο κόσμο, περίπου το 5 τοις εκατό των ασθενών με σχιζοφρένεια [9] και πάνω από το 7 τοις εκατό των ασθενών με διπολική διαταραχή αυτοκτονούν [10] και πολλοί περισσότεροι αποπειρώνται την αυτοκτονία. Η ανικανότητα να εργαστείς ή να ακολουθήσεις μια καριέρα είναι επίσης σύνηθες. Σε μια πρόσφατη έρευνα για τους ασθενείς με σχιζοφρένεια σε έξι ευρωπαϊκές χώρες, [11] το 41% κρίθηκε βαρέως ανάπηρο όταν πρωτοεκτιμήθηκε. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 25% ήταν ακόμη βαριά ανάπηρο. Για περίπου τα δύο τρίτα αυτών των ασθενών οι στενές σχέσεις τους επηρεάστηκαν (πολλοί έμειναν δίχως συντρόφους) και περίπου το ίδιο ποσοστό ήταν ανίκανο να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο χώρο εργασίας. Για ακόμα μια φορά, μια παρόμοια εικόνα είναι προφανής σε σχέση με τη διπολική διαταρχή. Έχει υπολογιστεί ότι ένας νεαρός ενήλικας που λαμβάνει τη διάγνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί περιμένει να χάσει, κατά μέσο όρο, εννιά χρόνια ζωής, δώδεκα χρόνια φυσιολογικής υγείας και δεκατέσσερα χρόνια εργασίας. [12]. Επιπρόσθετα σε αυτόν τον κατάλογο της μιζέριας, οι ψυχώσεις είναι επίσης η πηγή μεγάλου φόβου για τους απλούς ανθρώπους. Επιλεκτικά ρεπορτάζ στα μμε έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι η σχιζοφρένεια, ιδιαιτέρως, σχετίζεται με μια τάση για ακραία, τυχαία βία. [13]

Είναι, φυσικά, αληθές ότι ψυχωσικοί ασθενείς, στη λαβή των παραισθήσεών τους, μερικές φορές διεξάγουν τρομερά εγκλήματα, αν και αυτό ευτυχώς συμβαίνει σπάνια. Στη Βρετανία, ιδρύθηκε το 1994 μια φιλανθρωπική οργάνωση που ονομάζεται Zito Trust μετά από την παράλογη σφαγή του άντρα της Jayne Zito, του Jonathan, από τον Christopher Clunis, έναν ψυχιατρικό ασθενή. Στις 17 Δεκεμβρίου 1992 ο Clunis βημάτισε μέχρι να φτάσει τον Zito καθώς αυτός περίμενε για ένα τρένο στο σταθμό Finsbury Park και τον μαχαίρωσε δίχως προειδοποίηση. Σε μια επίσημη έρευνα που ακολούθησε τη δολοφονία αποκαλύφθηκε ότι ο Clunis ήταν καλά γνωστός στις τοπικές ψυχιατρικές υπηρεσίες, έχοντας δει τουλάχιστον σαράντα τρεις ψυχιάτρους μέσα σε πέντε χρόνια κι ότι δεν είχε κρατηθεί στο νοσοκομείο παρόλο που διέπραξε έναν αριθμό τυχαίων επιθέσεων τις εβδομάδες που προηγήθηκαν του θανάτου του Ziko. Στο υπόβαθρο τέτοιων και παρόμοιων περιστατικών, πολλές ψυχιατρικές υπηρεσίες έχουν δει τον κύριο ρόλο τους ως ρόλο περιορισμού. Έρευνες που έχουν διεξαχθεί στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλύπτουν τη διαδεδομένη χρήση τόσο του άτυπου όσο και του επίσημου εξαναγκασμού στη διαχείριση ατόμων με ψυχωσικές ασθένειες. [14] Στη Βρετανία και ορισμένα τμήματα των Ηνωμένων Πολιτειών νέα νομοθεσία επιτρέπει τους ψυχιάτρους να εξαναγκάζουν τους ασθενείς να παίρνουν την φαρμακευτική αγωγή τους με την απειλή ότι θα αποβληθούν από το νοσοκομείο εάν δεν το κάνουν.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι τα οικονομικά βάρη που σχετίζονται με τις ψυχώσεις είναι τεράστια, αλλά διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις τοπικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Το ετήσιο κόστος για τη φροντίδα των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει πρόσφατα εκτιμηθεί στα 22,7 δις δολάρια και στη Βρετανία εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 2,2 δις λίρες. [16] Όμως, αυτά τα άμεσα κόστη μερικές φορές φαίνονται πολύ μικρά εμπρός στα έμμεσα κόστη που προκύπτουν, για παράδειγμα, από την απώλεια οικονομικής παραγωγικότητας από τους ασθενείς και τους φροντιστές τους. Το πραγματικό ετήσιο κόστος της σχιζοφρένειας επομένως έχει εκτιμηθεί στα 62,7 δις δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και στα 4 δις λίρες στη Βρετανία. Με πολλούς τρόπους, φαίνεται, η ψύχωση είναι ένα πρόβλημα που μας αφορά όλους.

Δεδομένων αυτού του ανθρώπινου και οικονομικού κόστους, είναι επιτακτικό να μαζέψουμε οποιουσδήποτε πόρους μπορούμε για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που δημιούργησε για εμάς η βαριά ψυχική νόσος. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να βοηθήσουμε αυτούς που υποφέρουν από ψύχωση ώστε να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους, σε μια προσπάθεια να τους ανακουφίσουμε από τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις τους και να τους επιστρέψουμε σε έναν πλήρη ρόλο στην κοινωνία. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να υποστηρίξουμε τους φροντιστές τους – συχνά τους γονείς – ώστε να μην λυγίσουν από το συναισθηματικό και οικονομικό φορτίο να φροντίζουν τους ταραγμένους και συχνά ταραχοποιούς αγαπημένους τους. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να προστατέψουμε την κοινωνία από οποιουσδήποτε κινδύνους σχετίζονται με την ψύχωση και πρέπει να τα κάνουμε όλα αυτά με έναν οικονομικά πρόσφορο τρόπο, εντός των ορίων των περιορισμένων προϋπολογισμών που είναι διαθέσιμοι για τη χρηματοδότηση των σύγχρονων ψυχιατρικών υπηρεσιών.

Η ιατρική αγωγή της βαριάς ψυχικής νόσου

Η πλειοψηφία των ανθρώπων που βιώνουν ψυχολογικά προβλήματα δεν λαμβάνει ποτέ θεραπεία από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες. Πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από τις λιγότερο βαριές νευρώσεις επιλέγουν να τις υπομείνουν, ελπίζοντας ότι θα νιώσουν λιγότερο αγχώδεις και κατατεθλιμμένοι με την πάροδο του χρόνου, ή όταν οι περιστάσεις αλλάξουν και ζωή γίνει λιγότερο στρεσογόνος (η πλειοψηφία των ανθρώπων των οποίων τα συμπτώματα ικανοποιούν τα κριτήρια για μείζονα κατάθλιψη αναρρώνουν σε μερικούς μήνες [17]). Αν τα συμπτώματα επιμένουν, το πιο πιθανό είναι πως όποια θεραπεία πάρουν θα προέρχεται από τον οικογενειακό γιατρό, ο οποίος μπορεί να συνταγογραφήσει αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ή να παραπέμψει τον ασθενή σε έναν σύμβουλο ή κλινικό ψυχολόγο με τους οποίους μπορεί να συζητήσει τις δυσκολίες του. Όμως, εάν, όπως με τον Peter, ένας ασθενής έχει τη δυστυχία να βιώνει τα πιο σοβαρά συμπτώματα της ψύχωσης, είναι πολύ πιθανό ότι θα βρεθεί να τον φροντίζουν οι ψυχιατρικές υπηρεσίες, και η θεραπεία που θα λάβει μπορεί να εκτείνεται σε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι ασθενείς μπορούν να εισαχθούν στην ψυχιατρική αγωγή μέσα από διαφορετικές διαδρομές. [18] Παρόλο που τα ακριβή βήματα που οδηγούν στην εμπλοκή με τις ψυχιατρικές υπηρεσίες μπορεί να διαφέρουν από τόπο σε τόπο, οι παρακάτω διαδρομές είναι αρκετά τυπικές. Πολύ συχνά ένας οικογενειακός γιατρός θα αποφασίσει ότι τα συμπτώματα που βιώνει ένας ασθενής είναι πολύ σοβαρά για να διαχειριστούν από έναν μη ειδικό, και θα κανονίσει για ένα ραντεβού με κάποιον ψυχίατρο. Μερικές φορές η επαφή με τον ψυχίατρο θα συμβεί μετά από κάποιο είδος κρίσης, για παράδειγμα αφότου ένα άτομο που υποφέρει από παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις οδηγηθεί σε ένα ιατρείο επειγόντων από έναν φίλο που ανησυχεί ή από συγγενή. Περιστασιακά, εμπλέκονται οι δυνάμεις εφαρμογής του νόμου. Στις περισσότερες χώρες η αστυνομία έχει την εξουσία να κρατήσει κάποιον που συμπεριφέρεται με τρομακτικό και ασταθή τρόπο, μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα της ψυχιατρικής εξέτασης. Όπως και να συμβεί όμως, ο ψυχίατρος συνήθως ακολουθεί ένα μοτίβο εργασίας παρόμοιο με αυτό που ακολουθούν οι συνάδελφοί του σε άλλους κλάδους της ιατρικής. Πρώτα, πρέπει να εκτιμηθούν τα συμπτώματα του ασθενή έτσι ώστε ο ψυχίατρος να μπορέσει να κάνει διάγνωση. (Καθώς δεν υπάρχουν βιολογικές εξετάσεις για την ψυχιατρική διαταραχή, η εκτίμηση γίνεται μέσω μιας αναλυτικής εξέτασης-συζήτησης – γνωστή ως εξέταση ψυχικής κατάστασης – κατά τη διάρκεια της οποίας ο ασθενής ερωτάται για παράξενες πεποιθήσεις, εμπειρίες και συναισθήματα.) Τότε, μόλις γίνει η διάγνωση, αποφασίζεται ο τρόπος της θεραπείας.

Αν η συμπεριφορά του ασθενή δείχνει να αποτελεί κίνδυνο για τον ίδιο ή για άλλους (για παράδειγμα, αν φαίνεται να είναι αυτοκτονικός, εκρηκτικά θυμωμένος ή επικίνδυνα παρορμητικός), συνήθως θα εισαχθεί σε μια ψυχιατρική πτέρυγα, όπου θα παραμείνει με τα συμπτώματά του να βελτιωθούν ικανοποιητικά ώστε ο ψυχίατρος να δοκιμάσει να του δώσει εξιτήριο πίσω πάλι στην κοινότητα. Αν είναι αναγκαίο, και αν δεν μπορεί να πείσει τον ασθενή να μπει εθελούσια στο νοσοκομείο, ο ψυχίατρος μπορεί να χρησιμοποιήσει ειδικές νομικές εξουσίες (στην αργκό της νομοθεσίας της Βρετανικής ψυχιατρικής νομοθεσίας, ονομάζονται sections) για να αναγκάσει τον ασθενή να παραμείνει στην πτέρυγα. Η βασική θεραπεία που παρέχεται κατά τη διάρκεια της παραμονής συνήθως θα είναι ψυχιατρικά φάρμακα, παρόλο που άλλες μέθοδοι μπορεί να προσφερθούν, όπως οι ομαδικές συζητήσεις και η εργοθεραπεία (στην οποία ο ασθενής ενθαρρύνεται να εμπλακεί σε διάφορες δραστηριότητες που έχουν νόημα και κίνητρο). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο ασθενής συνήθως θα δει τον ψυχίατρο πολύ αραιά, ίσως μια φορά την εβδομάδα για δέκα λεπτά περίπου, κατά τη διάρκεια των οποίων θα εξεταστούν τα συμπτώματα του ασθενή και θα καθοριστεί αν η θεραπεία έχει την επιθυμητή δράση. Αν η παραμονή του ασθενούς εκτείνεται για πάνω από μερικές εβδομάδες, τότε μερικές φορές γίνονται πιο επίσημες συσκέψεις για την περίπτωση, στις οποίες ο ψυχίατρος, οι νοσοκόμες και άλλοι επαγγελματίες υγείας θα συναντηθούν για να συζητήσουν την πρόοδο του ασθενούς και να καθορίσουν αν αξίζουν κάποιες αλλαγές στη θεραπεία του. Μερικές φορές αυτές οι συζητήσεις θα λάβουν χώρα πίσω από κλειστές πόρτες αλλά συνήθως ο ασθενής θα καλεστεί να εισέλθει ούτως ώστε να εκφράσει τη δική του άποψη για το πώς πηγαίνουν τα πράγματα. Αυτή μπορεί να είναι μια στρεσογόνος εμπειρία καθώς ο ασθενής μπορεί να βρεθεί να κάθεται εμπρός σε μια γραμμή από επαγγελματίες, σχεδόν σαν να παρακολουθούσε συνέντευξη για δουλειά. Αν είναι πολύ αγχωμένος για να φύγει από την πτέρυγα, μπορεί να κρατηθεί για τα συμπτώματά του, γνωρίζοντας ότι λέξεις που δεν είναι προσεκτικά διαλεγμένες μπορεί να ερμηνευτούν από τον ψυχίατρο ως απόδειξη ότι δεν είναι έτοιμος να πάει σπίτι.

Μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, ή από την αρχή εάν η παραμονή στο νοσοκομείο κρίνεται απαραίτητη, η θεραπεία του ασθενή μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα προγράμματα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο ασθενής θα ανταποκριθεί θετικά στη φαρμακευτική αγωγή καθώς η πρόοδός του παρακολουθείται από τον ψυχίατρο κάθε λίγους μήνες, και τελικά ο ψυχίατρος θα αποφασίσει ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν είναι πλέον απαραίτητη. Όμως, είναι πιο πιθανό ο ψυχίατρος να αποφασίσει ότι ο ασθενής θα έπρεπε να συνεχίσει να παίρνει φαρμακευτική αγωγή – για χρόνια ή ίσως ακόμα και δεκαετίες – για να εξασφαλιστεί ότι τα συμπτώματα δεν θα επιστρέψουν. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ένας από τους κύριους σκοπούς των τακτικών αλλά αραιών ψυχιατρικών ραντεβού θα είναι να πείσουν τον ασθενή να συνεχίσει τα φάρμακά του, παρά τις όσες ανεπιθύμητες παρενέργειες μπορεί να έχουν. Οι ασθενείς διακόπτουν συχνά την αγωγή τους και μερικές φορές, όπως ο Peter, το κάνουν δίχως να ενημερώνουν τον ψυχίατρο, φοβούμενοι ότι ανακοινώνοντας την απόφασή τους θα προκαλέσουν αρνητική αντίδραση. Αυτός ο φόβος έχει γερά θεμέλια: εάν υποψιαστούν μη συμμόρφωση, οι ψυχίατροι μπορούν να καταφύγουν σε έναν αριθμό στρατηγικών για να διασφαλίσουν ότι η λήψη της φαρμακευτικής αγωγής συνεχίζεται. Μια προσέγγιση περιλαμβάνει τη διευθέτηση τακτικών επισκέψεων από ψυχιατρική νοσοκόμα της κοινότητας (CPN), η οποία θα αφιερώσει χρόνο για να γνωρίσει τον ασθενή, προσφέροντας συναισθηματική και πρακτική υποστήριξη σε καθημερινή βάση και ενθαρρύνοντας τον ασθενή να συνεχίσει να παίρνει τα χάπια του. Μια άλλη προσέγγιση είναι να συνταγογραφηθεί μια μακράς δράσης αγωγή depot η οποία δίνεται με ένεση στα οπίσθια του ασθενούς κάθε λίγες εβδομάδες, αν και αυτή η προσέγγιση μπορεί να υποσκαφθεί από το ασθενή απλά αρνούμενος να εμφανιστεί στην κλινική όπου γίνεται η χορήγηση ή ευρισκόμενος αλλού όταν η CPN φτάνει με τη σύριγγά της. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι η ψυχιατρική φροντίδα συχνά γίνεται αντιφατική, μια μάχη βουλήσεων μεταξύ της ψυχιατρικής ομάδας και του ασθενούς.

Είμαι βέβαιος ότι κάποιοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα αντιλέγουν ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός πώς δουλεύουν οι ψυχιατρικές υπηρεσίες είναι περίπου υπεραπλούστευση. Φυσικά, οι πολιτικές και οι διαδικασίες διαφέρουν από μέρος σε μέρος. Μερικοί ψυχίατροι δείχνουν ενδιαφέρον στη ψυχοθεραπεία και κάποιες υπηρεσίες προσλαμβάνουν ψυχολόγους ή ειδικά εκπαιδευμένες νοσοκόμες που μπορούν να παρέχουν ψυχολογική θεραπεία σε βαριά ψυχικά άρρωστους. Παρόλα αυτά, οι επίσημες οδηγίες για την θεραπεία της ψύχωσης στη Βρετανία [19] και τις Ηνωμένες Πολιτείες [20] δίνουν έμφαση στις φαρμακευτικές θεραπείες. Η παγκόσμια αγορά για αντιψυχωσικά φάρμακα είναι σήμερα περίπου 15 δις δολάρια ανά έτος. [21] Μεταξύ 1997 και 2004 ο αριθμός των κατοίκων των ΗΠΑ που λάμβανε αυτά τα φάρμακα αυξήθηκε από 2,2 εκατομμύρια σε 3,4 εκατομμύρια και τα έξοδα για αυτούς τριπλασιάστηκαν. [22] Στη Βρετανία, στην περίοδο μεταξύ 1991 και 2001, οι συνταγές για αντιψυχωσικά φάρμακα για ασθενείς που ζουν στην κοινότητα αυξήθηκαν κατά (ένα λιγότερο δραματικό) 23%. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτό φαίνεται να οφείλεται μόνο στους μεμονωμένους ασθενείς που κρατούνται στη φαρμακοθεραπεία επί μακρότερο παρά για μια αύξηση του αριθμού των ασθενών που λαμβάνουν φαρμακοθεραπεία για πρώτη φορά. [23] Η χρήση λιγότερο ισχυρών φαρμάκων για ανθρώπους με λιγότερο βαριές ψυχιατρικές καταστάσεις έχει αυξηθεί πιο απότομα. [24] Πρόσφατα έχει υπάρξει μια κίνηση να ενθαρρυνθούν οι ασθενείς με ψύχωση να πάρουν φάρμακα όσο το δυνατόν νωρίτερα υπό την πεποίθηση ότι μια καθυστέρηση στην αγωγή τους μπορεί να οδηγήσει σε άσχημα αποτελέσματα (θα εξετάσουμε τις αποδείξεις για αυτόν τον ισχυρισμό αργότερα). [25] Αυτή τη στιγμή, υπηρεσίες ειδικών πρώιμης πρόληψης αναπτύσσονται μέσα από το Σύστημα Υγείας και το περισσότερο ευρέως χρησιμοποιούμενο μέτρο της αποτελεσματικότητάς τους είναι η ικανότητά τους να μειώνουν τη διάρκεια της μη θεραπευόμενης ψύχωσης (DUP), η οποία ορίζεται ως το χρονικό διάστημα μεταξύ της εκκίνησης των συμπτωμάτων και της πρώτης αγωγής με αντιψυχωσικά φάρμακα. Κάποιοι ψυχίατροι υποστηρίζουν πλέον ότι θα έπρεπε να δίνουμε αντιψυχωσικά στους ανθρώπους αν υπάρχει υψηλός κίνδυνος να αναπτύξουν ψυχωσική ασθένεια στο μέλλον. [26]

Φυσικά, τα περισσότερα άτομα που τα έλκει η ψυχιατρική είναι ευγενικά και φροντιστικά και θέλουν μόνο το καλύτερο για τους ασθενείς τους. Συχνά αναστατώνονται και απογοητεύονται όταν οι ασθενείς αποτυγχάνουν να ωφεληθούν από τις προσπάθειές τους. Ακολουθούν μια ιατρική προσέγγιση, στην οποία οι κοινωνικές και ψυχολογικές θεραπείες, αν χρησιμοποιούνται καν, αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες στη φαρμακοθεραπεία, γιατί πιστεύουν γνήσια ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να βοηθήσουν τους ασθενείς τους.

Η κύρια βεβαιότητα πίσω από αυτή τη προσέγγιση είναι ότι η ψύχωση είναι μια ασθένεια του εγκεφάλου, μια ιδέα που είναι κυρίαρχη στους ψυχιατρικούς κύκλους για πάνω από έναν αιώνα, και η οποία συνεχίζει να διακηρύττεται στα κείμενα που γράφονται για τους εκπαιδευόμενους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, στα βιβλία που συγγράφουν ψυχίατροι και ψυχολόγοι για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, [27] και στις συμβουλές που δίνονται στους ασθενείς και φροντιστές από τους ιατρούς, τις φαρμακευτικές εταιρίες [28] και διάφορους άλλους οργανισμούς που επιμένουν, για παράδειγμα, ότι “η σχιζοφρένεια είναι μια θεραπεύσιμη ιατρική κατάσταση”. [29] Το νόημα των συμπτωμάτων του ασθενή και το πλαίσιο στο οποίο έχουν συμβεί, αντιμετωπίζονται επομένως ως άσχετα, και οι προσπάθειες που καταβάλλονται από τον ασθενή για να τα συζητήσει, και να ακουστεί η ιστορία του, συχνά αποθαρρύνονται. [30] Αν ο ασθενής ενίσταται σε αυτή τη προσέγγιση, κινδυνεύει να περιγραφεί ως στερούμενος διορατικότητας, όπου η διορατικότητα ορίζεται ως “Η σωστή στάση απέναντι στη νοσηρή αλλαγή στον εαυτό”. [31] Καθώς η έλλειψη διορατικότητας θεωρείται σύμπτωμα της ψύχωσης από μόνη της, [32] κάθε προσπάθεια που γίνεται από τον ασθενή για αμφισβητήσει τη φαρμακευτική αγωγή ή να αμφισβητήσει τις υποκείμενες υποθέσεις της συχνά αντιμετωπίζεται ως επιπλέον ένδειξη ότι ο ασθενής είναι άρρωστος και επομένως ως ένδειξη για ανάγκη πιο δραστικής φαρμακοθεραπείας.

Στα επόμενα κεφάλαια, θα δείξω πώς τα επιστημονικά θεμέλια αυτής της προσέγγισης είναι εξαιρετικά σαθρά. Όμως, θα προσπαθήσω πρώτα να απαντήσω ένα ερώτημα που είναι περισσότερο άμεσης σημασίας για τους ασθενείς και εκείνους που τους φροντίζουν: είναι πραγματικά αποτελεσματική η φαρμακευτική προσέγγιση; Θέτοντας αυτό το ερώτημα, δεν με ενδιαφέρει η αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων θεραπειών (θα ασχοληθώ αργότερα) αλλά αντίθετα με ενδιαφέρει ο ευρύς αντίκτυπος που έχουν στην κοινωνία οι ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Μπορούμε να βρούμε αν αυτός ο αντίκτυπος έχει υπάρξει θετικός εξετάζοντας τρεις πηγές αποδείξεων. Πρώτα, μπορούμε να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν έχουν υπάρξει πρόοδοι στη φαρμακευτική θεραπεία της ψυχικής ασθένειας που έχουν οδηγήσει προφανώς βελτιωμένη προοπτική για τους ψυχωσικούς ασθενείς σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Δεύτερον, μπορούμε να θεωρήσουμε εάν οι ψυχωσικοί ασθενείς που ζούνε σε χώρες με ψυχιατρικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου περνούν καλύτερα από ότι παρόμοιοι ασθενείς σε χώρες που αυτές οι υπηρεσίες είναι απούσες. Τέλος, μπορούμε να κοιτάξουμε προσεκτικά στο τι συμβαίνει στους ασθενείς όταν αναστέλλονται οι συμβατικές ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Έχει υπάρξει πρόοδος στη θεραπεία της ψυχικής ασθένειας;

Δίχως αμφιβολία, ο τελευταίος αιώνας είδε φανταστικές βελτιώσεις στην ικανότητα των γιατρών να θεραπεύουν τις σωματικές ασθένειες (παρόλο, όπως θα δούμε αργότερα, ο βαθμός στο οποίο αυτές οι βελτιώσεις είχαν επίδραση στη δημόσια υγεία έχει αμφισβητηθεί – μερικές φορές υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η καλή διατροφή και η υγιεινή είναι πιο σημαντικά). Ο ιατρικός δημοσιογράφος James Le Fanu [33] κατέγραψε πρόσφατα δώδεκα καθοριστικές στιγμές στην ιστορία της ιατρικής, στις οποίες επήλθαν αυτές οι εξελίξεις. Η ανακάλυψη από τον Alexander Fleming το 1928 ότι η πενικιλλίνη μπορούσε να σκοτώσει μολύνσεις από βακτήρια είναι ίσως η πιο γνωστή καταγραφή στη λίστα του Le Fanu αλλά άλλες, λιγότερο γνωστές εξελίξεις, αξίζουν το ίδιο της προσοχής μας και του θαυμασμού μας. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας πολιομυελίτιδας στην Κοπεγχάγη το 1952, για παράδειγμα, ο αναισθησιολόγος Bjørn Ibsen παρατήρησε ότι πολλά άρρωστα παιδιά πέθαιναν επειδή ήταν υπερβολικά αδύναμα ώστε να αναπνεύσουν, και πειραματίστηκε με απλές τεχνικές τεχνητής αναπνοής (αρχικά, χρησιμοποίησε ομάδες από φοιτητές ιατρικής που εργάζονταν σε βάρδιες για να πιέζουν μηχανικά αέρα μέσα στους πνεύμονες των ασθενών, μια διαδικασία που συνεχιζόταν μέχρι την ανάκαμψη των παιδιών τόσο ώστε να έχουν τη δύναμη να αναπνέουν από μόνα τους). Τα ποσοστά επιβίωσης για τα θύματα της πολιομυελίτιδας στο νοσοκομείο του Ibsen έκαναν άλμα από το 10% περίπου στο 70%.

Μόνο μία από τις διακεκριμένες στιγμές του Le Fanu αφορούσε την ψυχιατρική: η κατά λάθος ανακάλυψη (από έναν Γάλλο χειρούργο του ναυτικού) του πρώτου αποτελεσματικού ψυχιατρικού φάρμακου, τώρα γνωστό ως χλωροπρομαζίνη, το οποίο εισήχθη στις αρχές του ’50. Δύο βραβεία Νόμπελ έχουν απονεμηθεί για βελτιώσεις στην ψυχιατρική θεραπεία αλλά στο ψυχρό φως της ιστορίας είναι εύκολο να δει κανείς γιατί δεν εμφανίστηκαν στην λίστα του Le Fanu. Το πρώτο δόθηκε το 1927 στον βιεννέζο ψυχίατρο Julius Wagner-Jauregg, ο οποίος είχε αναπτύξει μια μέθοδο θεραπείας ασθενών γενικής παράλυσης με άνοια (το τελικό στάδιο της σύφιλης, στο οποίο μολύνεται ο εγκέφαλος). Ο Wagner-Jauregg μόλυνε τους ασθενείς του με ελονοσία και η εμπύρετη ασθένεια που ακολουθούσε προφανώς σταματούσε, ή ακόμη και ανέστρεφε, την πρόοδο της ασθένειας. [34] Η θεραπεία του Wagner-Jauregg (η οποία εν πάση περιπτώσει δινόταν για μια κατάσταση που σήμερα θα θεωρούταν νευρολογική παρά ψυχιατρική) ήταν αμφιλεγόμενη στην εποχή της, και εξέλειπε από τη χρήση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δεύτερο απονεμήθηκε στον πορτογάλο νευροχειρούργο Egas Monitz για την ανακάλυψη της προμετωπικής λευκοτομίας (λοβοτομή), μια εγχείριση του εγκεφάλου στην οποία νευρικές ίνες που οδηγούν από τις εμπρόσθιες περιοχές του εγκεφάλου στις πιο πίσω περιοχές τεμαχίζονται με χονδροειδή τρόπο. Η διαδεδομένη χρήση της προμετωπικής λευκοτομίας θεωρείται τώρα ένα σκοτεινό επεισόδιο στην ιστορία της ψυχιατρικής. Σίγουρα, με πιθανή εξαίρεση την ανακάλυψη της χλωροπρομαζίνης, το είδος των βημάτων προόδου στη θεραπευτική τεχνολογία που έχουν σημαδέψει την πρόοδο της σύγχρονης ιατρικής δεν το μοιράζονται οι ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Οι βελτιώσεις στη θνησιμότητα που έγιναν εφικτές χάρις στα επιτεύγματα στη θεραπεία της σωματικής ασθένειας έχουν καταγραφεί σε μελέτες ευρείας κλίμακας. Τα Κέντρα για Έλεγχο Ασθενειών των ΗΠΑ έχουν εκτιμήσει ότι 64% των ενηλίκων των οποίων οι καρκίνοι διαγνώστηκαν μεταξύ 1995 και 2000 επιβίωσαν τουλάχιστον πέντε χρόνια από τη στιγμή που διαγνώστηκαν, σε σύγκριση με το 50% εκείνων που οι καρκίνοι είχαν διαγνωστεί μεταξύ 1972 και 1976. Η συγκρίσιμη βελτίωση στα παιδιά ήταν από 54% σε 79%. [35] Παρομοίως, το Γραφείο Εθνικών Στατιστικών του ΗΒ έχει αναφέρει βελτιώσεις στα πενταετή ποσοστά επιβίωσης μεταξύ 1979 και 1995 για τους περισσότερους τύπους καρκίνου. [36] Ξεκάθαρα κάτι σημαντικό συμβαίνει στο πεδίο της θεραπευτικής ογκολογίας. Τα βρετανικά δεδομένα για στη στεφανιαία καρδιακή νόσο δείχνουν ότι το ποσοστό των ανθρώπων που επιβιώνουν περισσότερες από τέσσερις εβδομάδες μετά από καρδιακό επεισόδιο βελτιώνεται με ρυθμούς περίπου 1,5% από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Συγκρίσιμα δεδομένα για ψυχιατρικά προβλήματα είναι δύσκολο να συναντήσουμε, αλλά στο βαθμό που είναι διαθέσιμα, λένε μιαν άλλη ιστορία.

Η έλλειψη αποδείξεων για βελτιωμένη έκβαση για άτομα που υποφέρουν από βαριές ψυχικές ασθένειες υπογραμμίστηκε για πρώτη φορά από τον ψυχίατρο και ανθρωπολόγο Richard Warner, στο καθοριστικό βιβλίο του 1985 Recovery from Schizophrenia: Psychiatry and Political Economy. [38] Ο Warner μπόρεσε να εντοπίσει εξήντα οκτώ αμερικάνικες και ευρωπαϊκές μελέτες στις οποίες ασθενείς διαγνωσμένοι με σχιζοφρένεια παρακολουθούταν και η έκβασή του μετρούταν, όπου βρίσκονταν ουδεμία απόδειξη μιας συνολικής βελτίωσης από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Είναι σημαντικό ότι ο Warner παρατήρησε ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι οι εκβάσεις είχαν επηρεαστεί από την εισαγωγή της χλωροπρομαζίνης και των άλλων αντιψυχωσικών, αλλά υπήρχε μια κάποια ένδειξη για τη σημασία των οικονομικών περιστάσεων – οι ασθενείς ανέρρωναν λιγότερο καλά κατά τις περιόδους οικονομικής ύφεσης παρά στις περιόδους οικονομικής άνθησης.

Μια επόμενη μελέτη από τον αμερικάνο ψυχίατρο James Hegarty χρησιμοποίησε μια εκλεπτυσμένη στατιστική τεχνική γνωστή ως μετά-ανάλυση για να λάβει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τους ρυθμούς ανάρρωσης των ασθενών με σχιζοφρένεια που είχαν δημοσιευτεί μεταξύ 1895 και 1992. [39] Βρήκε αποδείξεις για μέτριες βελτιώσεις στις εκβάσεις μεταξύ του μέσου του εικοστού αιώνα και των αρχών της δεκαετίας του ’80, και μια χειροτέρευση των εκβάσεων μετά. Παρόλο που αυτό το μοτίβο είναι συνεπές με την πρόταση του Warner ότι οι ρυθμοί ανάρρωσης επηρεάζονται από τη ζωντάνια της αγοράς εργασίας, ο Hegarty ισχυρίστηκε ότι ο κύριος παράγοντας υπεύθυνος για αυτές τις διαφορές ήταν αλλαγές στον τρόπο που γινόταν η διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μεταξύ των αρχικών χρόνων του εικοστού αιώνα και της δεκαετίας του ’70 υπήρχε μια τάση να δίνεται η διάγνωση σε μια όλο και διευρυνόμενη ομάδα ασθενών, συμπεριλαμβανομένων πολλών που έπασχαν από σχετικά μέτριες καταστάσεις. Μετά από αυτή την εποχή, όταν οι ψυχίατροι άρχισαν να ενδιαφέρονται για την αξιοπιστία των διαγνώσεών τους, ο τρόπος που χρησιμοποιούταν ο όρος “σχιζοφρένεια” έγινε πιο αυστηρός, ούτως ώστε περιλαμβάνονταν μόνο οι βαριά πάσχοντες ασθενείς. Συνολικά, τα ευρήματα δεν προτείνουν ότι οι ζωές των ασθενών έχουν μετασχηματιστεί από την εισαγωγή νέων ψυχιατρικών θεραπειών.

Ένας διαφορετικός τρόπος εκτίμησης της επίδρασης της σύγχρονης ψυχιατρικής θεραπείας έχει προταθεί πρόσφατα από τον Robert Whitaker, έναν ερευνητή αμερικάνο δημοσιογράφο που δείχνει ενδιαφέρον για τα ζητήματα ψυχικής υγείας. Ο Whitaker έχει δείξει ότι, παρόλο που ο αριθμός από τις χρησιμοποιούμενες ψυχιατρικές κλίνες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει μειωθεί από την αρχή της δεκαετίας του ’50, σχεδόν κάθε άλλο μέτρο που έχει χρησιμοποιηθεί για να μετρήσει τον αριθμό των ατόμων που υποφέρουν από βαριά ψυχική νόσο έχει να επιδείξει μια δραματική αύξηση. [40] Παίρνοντας δεδομένα από το Υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, ο Whitaker βρήκε ότι 1.028 “περιστατικά φροντίδας ασθενούς” ανά 100.000 πληθυσμού καταγράφηκαν το 1955, την κατά προσέγγιση χρονολογία που η χλωροπρομαζίνη έγινε ευρέως γνωστή, αλλά το 2000 αυτός ο αριθμός είχε ανέλθει στους 3.806 ανά 100.000, μια σχεδόν τετραπλάσια αύξηση. Φυσικά, θα μπορούσε να επιχειρηματολογηθεί ότι αυτή η αύξηση είναι το αποτέλεσμα της καλύτερης και νωρίτερης ανίχνευσης της ψυχικής ασθένειας, στην οποία περίπτωση θα μπορούσε να αναμένεται ότι ο αριθμός των ανθρώπων που είναι ψυχιατρικά ανάπηροι θα είχε μειωθεί ως συνέπεια της πιο αποτελεσματικής θεραπείας. Επειδή τα άτομα με βαριά ψυχική ασθένεια είναι τώρα, κυρίως, φροντιζόμενα στην κοινότητα, ενώ, πριν την έλευση της χλωροπρομαζίνης ήταν περισσότερο ιδρυματοποιημένα, ο Whitaker χρησιμοποίησε χρήση νοσοκομειακών κλινών πριν το 1955 και πληρωμές αναπηρίας κοινωνικής ασφάλισης στις πιο πρόσφατες δεκαετίες για να υπολογίσει μια – ομολογουμένως χονδροειδή – εκτίμηση του ποσοστού του πληθυσμού που επηρεαζόταν. Με αυτό το μέτρο, ο αριθμός των ψυχικά ασθενών στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκε από το 3,38‰ το 1955 στο 19,69‰ το 2003, περίπου μια εξαπλάσια αύξηση.

Μια συγκρίσιμη ανάλυση της επίπτωσης της ψυχιατρικής θεραπείας στη Βρετανία έχει αναφερθεί από τον ψυχίατρο David Healy και την ιστορικό Margaret Harris, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη Βόρεια Ουαλία. [41] Ο πληθυσμός αυτής της περιοχής, κυρίως αγροτικός με χαμηλό εισόδημα, έχει παραμείνει σταθερός από τα τέλη του δεκάτου ένατου αιώνα μέχρι τη σημερινή μέρα, και, για μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου, εξυπηρετούταν από μια και μοναδική ψυχιατρική μονάδα, το Νοσοκομείο της Βόρειας Ουαλίας στο Denbigh. Εξετάζοντας τα αναλυτικά αρχεία που κρατούταν στο νοσοκομείο, οι Healy και Harris μπόρεσαν αναδρομικά να διαγνώσουν ασθενείς που δέχτηκαν θεραπευτική αγωγή το 1896 και να ιχνογραφήσουν την ψυχιατρική διαδρομή τους, συγκρίνοντάς τους με εκείνους που δέχτηκαν θεραπευτική αγωγή ένα αιώνα μετά. Βρήκαν ότι, παρόλο που οι ασθενείς στη σύγχρονη περίοδο τυπικά απολαμβάνουν πολύ συντομότερες παραμονές στο νοσοκομείο, τους κάνουν εισαγωγές πιο συχνά από ό,τι στο παρελθόν. Το εκπληκτικό ήταν όταν όταν άθροισαν τα κατειλημμένα κρεβάτια, παίρνοντας υπόψη τις πολλές εισαγωγές των σύγχρονων ασθενών και επίσης το γεγονός ότι πολλοί τώρα περνούν μακρές περιόδους της ζωής τους σε ξενώνες αντί για το νοσοκομείο, βρήκαν ότι ήταν περισσότερα το 1996 από ό,τι το 1896.

Τα αίτια αυτών των αλλαγών είναι αναμφίβολα περίπλοκα. Παρόλο που ερευνητές μέσα στην κυρίαρχη ψυχιατρική έχουν επίσης σημειώσει αυτή την “επιδημία ψυχικής ασθένειας”, [42] δεν θα συμφωνούσαν με το συμπέρασμα του Robert Whitaker ότι η σύγχρονη ψυχιατρική θεραπεία στην πραγματικότητα κάνει τους ασθενείς χειρότερα από ό,τι αν τους άφηναν ήσυχους. Όμως, ερμηνεύοντας προσεκτικά τις αποδείξεις, φαίνεται δίκαιο να πει κανείς ότι δεν υπάρχει βάση για να πιστέψει ότι οι πρόοδοι στην ψυχιατρική φροντίδα έχουν οδηγήσει σε βελτιώσεις στην ψυχική υγεία των βιομηχανικών χωρών.

Η καλύτερη ψυχιατρική στον κόσμο;

Συγκριτικές μελέτες αποτελεσμάτων φροντίδας υγείας σε διαφορετικές χώρες επιβεβαιώνουν αυτό που περίμενε ο κοινός νους: ότι η προοπτική ανάρρωσης από μια σοβαρή σωματική ασθένεια είναι καλύτερη σε χώρες που έχουν ολοκληρωμένες και ευρέως διαθέσιμες ιατρικές υπηρεσίες παρά σε χώρες που δεν έχουν. Για παράδειγμα, μια πρόσφατη αναφορά για τις παγκόσμιες στατιστικές καρκίνου, που δημοσιεύτηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο για την Έρευνα στον Καρκίνο, [43] βρήκε εντυπωσιακές αλλά αναμενόμενες διαφορές στην έκβαση μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στα τέλη του ’60 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ξεκίνησε ένα πρόγραμμα, γνωστό ως η Διεθνής Πιλοτική Έρευνα για τη Σχιζοφρένεια (IPSS), για να καθορίσει το βαθμό στον οποίο μπορούσε να βρεθεί η σχιζοφρένεια έξω από τις βιομηχανικές χώρες. Έχω ήδη σημειώσει ότι αυτή η διάγνωση έχει χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους σε διάφορους χρόνους. Δεδομένου αυτού του προβλήματος, ένας μείζων στόχος της έρευνας ήταν να καθορίσει αν μπορούσε να ανακαλυφθεί μια παγκόσμια, πολιτισμικά αδιάφορη μορφή της ασθένειας. Ένας άλλος στόχος ήταν να εξεταστεί ο βαθμός στον οποίο οι ψυχίατροι σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, στην τοπική εξάσκηση του επαγγέλματός τους, την όριζαν, και επομένως έκαναν διάγνωση, με διαφορετικούς τρόπους.

Σε εννιά χώρες – Κολομβία, Τσεχοσλοβακία (πλέον η Δημοκρατία της Τσεχίας), Κίνα, Δανία, Ινδία, Νιγηρία, πρώην Σοβιετική Ένωση, Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες – ψυχίατροι του προγράμματος στρατολόγησαν ένα σύνολο από 1.202 ασθενείς που είχαν πρόσφατα εισαχθεί στις ψυχιατρικές υπηρεσίες και οι αρχικές παρατηρήσεις τους ξεκινούσαν το 1973. [44] Μετά από ανάλυση των δεδομένων, και με μεγάλη έξαψη, οι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι ασθενείς που ικανοποιούσαν ένα στενό ορισμό της σχιζοφρένειας, που είχε συμφωνηθεί πριν τη διεξαγωγή της μελέτης, μπορούσαν να βρεθούν σε κάθε χώρα. Εκ των υστέρων, αυτή η “ανακάλυψη” φαντάζει αναπόφευκτη, καθώς οι ψυχίατροι που αναζητούσαν ασθενείς είχαν αυτή την αντίληψη κατά νου. Όμως, φαίνεται ότι ψυχίατροι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Σοβιετική Ένωση είχαν μια πολύ ευρύτερη τοπική αντίληψη της σχιζοφρένειας – και έτσι ήταν πρόθυμοι να διαγνώσουν πολύ περισσότερους ασθενείς ως σχιζοφρενείς – απ’ ό,τι οι ψυχίατροι αλλού. (Φανερώθηκε αργότερα ότι ο Σοβιετικός ορισμός της σχιζοφρένειας ήταν τόσο ευρύς που περιλάμβανε την πολιτική ανυπακοή. Πολλοί διανοούμενοι που διαφωνούσαν με την Κομμουνιστική κυβέρνηση βρέθηκαν σταλμένοι σε άσυλα και θεραπεύονταν δια της βίας με χλωροπρομαζίνη ή παρόμοια φάρμακα. [45])

Το πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης εμφανίστηκε αργότερα, από μια πενταετή παρακολούθηση που σκόπευε να ανακαλύψει τι συνέβαινε στους ασθενείς. [46] Αυτή αποκάλυψε ότι εκείνοι που ήταν στις αναπτυσσόμενες χώρες τα είχαν πάει πολύ καλύτερα από εκείνους στον βιομηχανικό κόσμο. Για παράδειγμα, ενώ 27% των ασθενών στις αναπτυσσόμενες χώρες βίωνε μόνο ένα επεισόδιο της ασθένειας ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση, αυτό ήταν αληθές μόνο στο 7% των ασθενών από τις βιομηχανικές χώρες. Με το τέλος της περιόδου παρακολούθησης, 65% των ασθενών στις αναπτυσσόμενες χώρες είχε κριθεί ότι είχε ήπια ή καθόλου βλάβη στην κοινωνική λειτουργικότητα σε σύγκριση με το 56% των ασθενών στις βιομηχανικές χώρες.

Το εύρημα ήταν τόσο συγκλονιστικό ώστε ο WHO έστησε μια δεύτερη, πιο φιλόδοξη μελέτη πάνω στις Ορίζουσες της Έκβασης Βαρέων Ψυχικών Παθήσεων. [47] Μια ομάδα από περισσότερους από εκατό ψυχιάτρους προσπάθησε να ταυτοποιήσει άτομα με βαριές ψυχικές ασθένειες σε δέκα χώρες. Καταβλήθηκαν προσπάθειες να πάρουν συνέντευξη από ανθρώπους που μπορεί να μην ήταν γνωστοί στις ψυχιατρικές υπηρεσίες, για παράδειγμα ερχόμενοι σε επαφή με παραδοσιακούς θεραπευτές που εργάζονταν εκτός του ιατρικού συστήματος στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στα δεδομένα μετά από δύο χρόνια μελέτης, 37% των ασθενών από τις αναπτυσσόμενες χώρες υπέφερε από ένα επεισόδιο ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση, σε σύγκριση με μόνο 16% από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Σχεδόν 16% από τους ασθενείς στις αναπτυσσόμενες χώρες έδειξε βλάβη στην κοινωνική λειτουργικότητα κατά την περίοδο παρακολούθησης, ενώ το ποσοστό για τις ανεπτυγμένες χώρες ήταν σχεδόν 42%. Μετέπειτα μελέτες επιβεβαίωσαν ότι οι ασθενείς στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι πολύ πιο πιθανό να αναρρώσουν από βαριά ψυχική ασθένεια απ’ ό,τι οι ασθενείς στις πλουσιότερες χώρες, που εξυπηρετούνταν καλά από ψυχιάτρους και κλινικούς ψυχολόγους. [48]

Η ίδια προσοχή δεν αφιερώθηκε στην έκβαση λιγότερο βαριών ψυχιατρικών διαταραχών, οπότε τα όποια συμπεράσματα για αυτές πρέπει να είναι δοκιμαστικά. Εντούτοις, κάποιες πληροφορίες για την κατάθλιψη είναι διαθέσιμες από μελέτες που διεξήχθησαν για το Παγκόσμιο Βάρος της Ασθένειας, οι οποίες εκκινήθηκαν από τον WHO στις αρχές του ’90. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να καθορίσει το βαθμό που κράτη επιβαρύνονταν από σωματικές και ψυχικές ασθένειες διαφορετικά μέρη του κόσμου. Μια αρχική αναφορά που δημοσιεύτηκε το 1996 συμπέραινε με εκπληκτικό τρόπο ότι η μονοπολική (απλή) κατάθλιψη ήταν η τέταρτη ιατρική αιτία βάρους, υπεύθυνη για το 3,7% των προσαρμοσμένων στην αναπηρία ετών ζωής (έτη ενεργής ζωής που χάνονταν λόγω αναπηρίας ή πρόωρου θανάτου). [49] Ξεκάθαρα, αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή, ο κόσμος βρίσκεται στο μέσον μιας επιδημίας κατάθλιψης εκπληκτικών αναλογιών, διόλου ένδειξη ότι η ιατρική ψυχιατρική έχει κάποια θετική επίπτωση. (Μια προφανής εναλλακτική εξήγηση είναι ότι η κατάθλιψη που μετράται σε αυτές τις μελέτες δεν είναι μια απλή ιατρική ασθένεια, αλλά περικλείει ένα ευρύ φάσμα της ανθρώπινης μιζέριας. [50])

Σε μια πιο πρόσφατη αναφορά, δεδομένα από μια ποικιλία πηγών συλλέχθηκε για να υπολογιστούν οι εκτιμήσεις βάρους για το έτος 2000. [51] Οι συγγραφείς της αναφοράς σημείωσαν την μεγάλη διαφορά στις αναλογίες βάρους που αποδίδεται στην κατάθλιψη στις πλούσιες χώρες (8,9% επί του συνόλου των προσαρμοσμένων στην αναπηρία ετών) και στις φτωχές (4,1%). Εντούτοις, αυτά τα νούμερα είναι όλα σχετικά στο συνολικό βάρος της αναπηρίας και, όπως δείχνουν οι συγγραφείς, θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τα υψηλά επίπεδα σωματικής αναπηρίας που προκαλούνται από την κακή διατροφή και υγιεινή στα φτωχότερα έθνη. Μια ένδειξη των απόλυτων επιπέδων της αναπηρίας που συσχετίζονται με την κατάθλιψη σε διάφορα μέρη του κόσμου μπορεί να σταχυολογηθεί μόνο με ενδελεχή εξέταση των πινάκων δεδομένων, οι οποίοι δείχνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά στη Βόρεια Αμερική και τα μικρότερα στην Αφρική.

Θεραπεύοντας χωρίς την ιατρική ψυχιατρική

Επειδή τα ευρήματα από ιστορικές και διαπολιτισμικές μελέτες είναι ανοιχτά σε διάφορες ερμηνείες, οι αποδείξεις που παρέχουν για την ανθρώπινη και κοινωνική επίπτωση της σύγχρονης ψυχιατρικής απέχουν πολύ από το να είναι οριστικές. Ένα πείραμα στο οποίο η συμβατική θεραπεία αίρεται θα ήταν σίγουρα καλύτερο. Ευτυχώς, ένα τέτοιο πείραμα έχει διεξαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εμπνευστής του ήταν ο Loren Mosher, ένας αμερικάνος ψυχίατρος ο οποίος ήταν κάποτε ηγέτης αυτού του επαγγελματικού κλάδου, αλλά τελικά αποξενώθηκε τόσο από αυτόν ώστε, το 1998, δημοσίευσε μια οργισμένη επιστολή παραίτησης από τον Αμερικάνικο Ψυχιατρικό Σύνδεσμο. Στην επιστολή δήλωνε: “Ο κύριος λόγος για αυτή την πράξη είναι η πεποίθησή μου ότι στην πραγματικότητα παραιτούμαι από τον Αμερικάνικο Ψυχοφαρμακολογικό Σύνδεσμο”. [52]

Αφού αποφοίτησε από την ιατρική στο Harvard, ο Mosher ανέλαβε μια ερευνητική θέση στο Εθνικό Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ (NIMH), όπου, στην ηλικία των 34, έγινε διευθυντής του νέου του Κέντρου για Μελέτες της Σχιζοφρένειας, μια θέση που κράτησε για 12 χρόνια. [53] Κατά τη διάρκεια της κατοχής αυτής της θέσης κλειδί, ίδρυσε και εξέδωσε το Schizophrenia Bulletin, το οποίο παραμένει ακόμα μια πρώτιστη επιθεώρηση για τους ερευνητές της ψύχωσης.

Το καλοκαίρι πριν γίνει διευθυντής του Κέντρου, ο Mosher ταξίδευσε στο Λονδίνο και επισκέφθηκε το Kingsley Hall, μια θεραπευτική κοινότητα που ιδρύθηκε από τον Ronald Laing, ένα διαφωνόντα βρετανό ψυχίατρο ο οποίος είχε καταστεί εξαιρετικά επικριτικός στο ίδιο το επαγγέλμά του. Ο Laing υποστήριζε ότι η ψύχωση μπορεί μερικές φορές να είναι θεραπευτική, υπερβατική εμπειρία κι ότι όσοι υποφέρουν από αυτή, εάν τους παρασχεθεί κατάλληλη υποστήριξη, θα μπορούσαν να βρουν μια διαδρομή μέσα από την τρέλα τους, αναδυόμενοι στο άλλο άκρο ως πιο δυνατά, πιο δημιουργικά άτομα. [54] Ο Mosher βρήκε ενδιαφέρουσες τις απόψεις του Laing, αν και δεν τον κέρδισαν πλήρως, αλλά απογοητεύτηκε από τον τον χαοτικό τρόπο με τον οποίο υλοποιούνταν. Το Kingsley Hall, όπου μια μικρή ομάδα ατόμων με ψύχωση στηρίζονταν δίχως φαρμακοθεραπεία, ήταν βρώμικο, ο προϋπολογισμός του αποδιοργανωμένος και η συλλογή και προετοιμασία της τροφής, στην καλύτερη περίπτωση, χωρίς κάποια φανερή αρχή οργάνωσης. Ορθά, όπως αποδείχτηκε στο τέλος, ο Mosher ανέμενε ότι οι ένοικοι σύντομα θα έβρισκαν τους εαυτούς τους σε σύγκρουση με την τοπική κοινότητα. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναρωτιόταν τι θα συνέβαινε αν δημιουργούταν μια πιο τακτική εκδοχή του Kingsley Hall. Η νέα του θέση στο NHMI τον τοποθετούσε σε μια ξεχωριστή θέση για να απαντήσει αυτό το ερώτημα.

Ο Mosher βρήκε ένα απλωμένο, διώροφο κτίριο σε μια χτυπημένη από τη φτώχεια περιοχή του Jan Jose στην Καλιφόρνια. Με χωρητικότητα έξι ενοίκων και δύο μέλη προσωπικού πλήρους απασχόλησης, υποστηριζόμενο από προσωπικό μερικής απασχόλησης και εθελοντές βοηθούς, το κτίριο, γνωστό με το ελληνικής προέλευση όνομα Soteria, ξεκίνησε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 1971. Οι συμμετέχοντες στο πείραμα ήταν νέοι άνθρωποι που κατέφευγαν στις ψυχιατρικές υπηρεσίες επειγόντων στην περιοχή San Francisco Bay. Για να μετέχει κανείς έπρεπε να είναι ανύπαντρος και να υποφέρει από το πρώτο ή δεύτερο επεισόδιο ψύχωσης. Ο Mosher ανέθεσε τους μισούς σε συμβατική θεραπεία στις τοπικές ψυχιατρικές πτέρυγες, όπου λάμβαναν φάρμακα, και τους μισούς στο Soteria. Στο Soteria, το προσωπικό, που δεν είχε επίσημη εκπαίδευση στην ψυχιατρική ή την ψυχολογία, εργαζόταν σε 24ωρες και 72ωρες βάρδιες, και επομένως ζούσε μαζί με τους ενοίκους. Εκτός από επείγουσες περιπτώσεις, δεν χρησιμοποιούταν φάρμακα κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι εβδομάδων παραμονής των ενοίκων. Η κύρια αρχή λειτουργίας στο Soteria περιγράφηκε από τον Mosher ως διαπροσωπική φαινομενολογία, εννοώντας με αυτό ότι το προσωπικό πάσχιζε να είναι με τους ενοίκους, “να μπει στη θέση των ενοίκων”, με ένα βαθμιαίο, μη παρεμβατικό τρόπο ενώ προσπαθούσαν να αναπτύξουν μια από κοινού κατανόηση των ψυχωσικών εμπειριών του. Όσο το δυνατόν περισσότερο, το προσωπικό προσπαθούσε να ανεχτεί την όποια εκκεντρική συμπεριφορά. Οι κανόνες ήταν λιγοστοί. Η βία απαγορευόταν, όπως και τα παράνομα ναρκωτικά και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ενοίκων και προσωπικού. Τα επισκεπτήρια ήταν σπάνια και συμφωνούταν εκ των προτέρων με τους ενοίκους. Κατά μέσο όρο, οι ένοικοι έμεναν πέντε μήνες, αν και οι περισσότεροι ήταν σημαντικά καλύτερα στο τέλος των έξι εβδομάδων.

Το πρόγραμμα Soteria σύντομα έγινε πηγή σύγκρουσης μεταξύ του Mosher και των ανωτέρων του στο NIMH. Αντέδρασαν στις πρώιμες ειδήσεις ότι οι ένοικοι τα πήγαιναν καλά αμφισβητώντας αν το πρόγραμμα διεξαγόταν με αμερόληπτο τρόπο (δεν είχε επιδειχθεί ποτέ αθέμιτη πρακτική και η προσέγγιση του Mosher δείχνει να ήταν σχολαστικά επιστημονική). Τελικά απαίτησαν να αναλάβει κάποιος άλλος το καθημερινό τρέξιμο του προγράμματος. Ο Mosher προσχώρησε σε αυτές τις απαιτήσεις αλλά οι σχέσεις του με τους προϊστάμενούς του συνέχισαν να χειροτερεύουν, το δίχως άλλο λόγω του αυξανόμενα δίχως συμβιβασμούς τρόπου που κριτικάριζε την συμβατική ψυχιατρική θεραπεία. Τελικά, περιθωριοποιημένος και αποδιωγμένος από τη θέση του ως Διευθυντής του Κέντρου Μελετών της Σχιζοφρένειας, ο Mosher εγκατέλειψε το NIMH το 1980. Παρόλο που τα αρχικά αποτελέσματα από το πείραμα του Soteria δημοσιεύτηκαν αμέσως, χρειάστηκαν πάνω από δύο δεκαετίες για να αναλυθούν σωστά όλα τα δεδομένα από το πρόγραμμα.

Οι πρώιμες εκδόσεις που περιγράφουν τι συνέβη τις πρώτες έξι εβδομάδες έδειξαν ότι τόσο οι ασθενείς του Soteria (από τους οποίους το 24% λάμβανε φάρμακα) όσο και οι συμβατικά θεραπευόμενοι ασθενείς βίωσαν ισόποσες και σημαντικές βελτιώσεις των συμπτωμάτων τους. Τα αποτελέσματα από τις συνεντεύξεις με τους συμμετέχοντες δύο χρόνια μετά [55] που δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα, βρήκαν ότι το 43% των ενοίκων του Soteria ακόμα δεν είχε λάβει ψυχιατρικά φάρμακα, και ότι, αν μη τι άλλο, υπήρχαν αποδείξεις για μια μέτρια ανωτερότητα της προσέγγισης του Soteria σε σχέση με την συμβατική θεραπεία. Εκείνοι που στο εξής κρίθηκαν ώστε να ανταποκρίνονται στον στενότερο ορισμό της σχιζοφρένειας που εισήγαγε αργότερα ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος κρίθηκαν ότι τα πήγαν ιδιαίτερα καλά. Μια προσπάθεια να επαναληφθεί το πρόγραμμα στη Βέρνη της Ελβετίας, παρήγαγε γενικά συγκρίσιμα αποτελέσματα. [56]

Soteria House

Το πρόγραμμα Soteria ήταν μια όχι τέλεια διερεύνηση του αν η συμβατική ψυχιατρική είναι χρήσιμη στους ανθρώπους με σοβαρή ψυχική ασθένεια. Παρόλο που η φροντίδα των ασθενών αφέθηκε κυρίως στα χέρια ανθρώπων που δεν είχαν ψυχιατρικά προσόντα, και οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την καλοσύνη, ανοχή και κοινό νου όταν αποφάσιζαν τι να κάνουν, κάποιοι ασθενείς όντως έλαβαν φάρμακα. Αλλά το σχέδιο το δίχως άλλο πέτυχε στο να καταδείξει ότι πολλοί άνθρωποι με βαριά ψυχική ασθένεια τα πάνε τουλάχιστον το ίδιο καλά με μια πολύ μειωμένη έκθεση στη θεραπεία της συμβατικής ψυχιατρική απ’ ό,τι τυπικά βιώνουν. Μερικοί, φαίνεται, μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς καθόλου ψυχιατρική.

Η ψυχιατρική δεν δουλεύει

Οι αποδείξεις για την παγκόσμια επίπτωση της φαρμακευτικής ψυχιατρικής δείχνουν προς μια σειρά από εντυπωσιακά συμπεράσματα. Πάνω από ένας αιώνας αναζητήσεων δεν έχει οδηγήσει σε βελτιώσεις στα αποτελέσματα για τους ασθενείς με βαριά ψυχική νόσο. Οι άνθρωποι που βιώνουν ψυχωτικά συμπτώματα σε χώρες με λιγοστούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας τα πάνε καλύτερα από τους ασθενείς σε χώρες με ψυχιατρικές υπηρεσίες με πολλούς πόρους. Η μείωση της έκθεσης των ψυχικά ασθενών στην βιοφαρμακευτική ψυχιατρική σίγουρα δεν τους βλάπτει, και ίσως να τους κάνει καλό. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός από σύγχρονους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ότι έχουν συνεισφέρει στην ανθρώπινη ευεξία φαντάζει σαθρός, τουλάχιστον όσο λαμβάνουμε υπόψη τη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών. Και όμως, όπως δείχνει ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου, πολλοί. προφανώς γνωρίζοντες καλά. παρατηρητές έχουν διαφορετική γνώμη.

Αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε μια σειρά από πιεστικές ερωτήσεις. Πώς η βιοφαρμακευτική προσέγγιση κατέστη τόσο κυρίαρχη στην ψυχιατρική, και γιατί αυτό συνεχίστηκε; Ποιές είναι οι υποθέσεις πίσω από αυτή τη προσέγγιση και πώς υποστηρίζονται από επιστημονικές αποδείξεις; Τα ερευνητικά ευρήματα που συλλέγονται με εκθαμβωτικές τεχνολογίες όπως η fMRI και η μοριακή γενετική υποστηρίζουν όντως την άποψη ότι η ψυχική ασθένεια είναι γενετικά επηρεασμένη διαταραχή του εγκεφάλου; Και τι μένει να ειπωθεί για τις αποδείξεις αποτελεσματικότητας των ψυχιατρικών φαρμάκων; Όταν απαντήσουμε αυτές τις ερωτήσεις, θα δούμε ότι τα προστατευμένα συμφέροντα συχνά έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο στη διατήρηση της βιοφαρμακολογικής προσέγγισης παρά το λογικό επιχείρημα, ότι οι ενστάσεις που έγιναν από ασθενείς απέναντι σε ψυχρές και αναποτελεσματικές θεραπείες πιο πολύ αγνοήθηκαν παρά τους δόθηκε προσοχή, και ότι έχει υπάρξει ένας πολλαπλασιασμός της συστηματικής παραπληροφόρησης σχετικά με τις επιδράσεις μερικών από τις πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενες ψυχιατρικές θεραπείες.

 Πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο Doctoring the Mind. Why psychiatric treatments fail”, Richard P. Bentall, Penguin Books 2010

Ο Richard Bentall κατείχε τις έδρες της κλινικής ψυχολογίας στα πανεπιστήμια του Liverpool και του Manchester, και τώρα είναι Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Bangor στην Ουαλία. Γνωστός διεθνώς για τις έρευνές του για τα αίτια και τη θεραπεία βαριών ψυχικών ασθενειών, το προηγούμενο βιβλίο του, Madness Explained: Psychosis and Human Nature κέρδισε το βραβείο βιβλίου της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρίας το 2004. 

Πλοήγηση μέσα στην κρίση

Πολύ συχνά, δεν βρίσκουμε βοήθεια ή δεν αναγνωρίζουμε τα προβλήματά μας παρά μόνον όταν έχουμε φτάσει σε ολοκληρωτικό σημείο ρήξης.

Όταν όλα καταρρέουν: πλοήγηση μέσα στην κρίση

Όταν εσύ ή κάποιος κοντινός σου εισέρχεται σε κρίση μπορεί να είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που έχει συμβεί ποτέ. Δεν ξέρεις τι να κάνεις αλλά φαίνεται ότι η ζωή κάποιου βρίσκεται σε κίνδυνο ή ότι θα μπορούσαν να τον κλείσουν μέσα, και όλοι στον περίγυρο πιέζονται όλο και περισσότερο και πανικοβάλλονται. Η προσωπικότητα κάποιου αρχίζει να κάνει παράξενες αλλαγές, δεν κοιμάται ή κοιμάται όλη μέρα, χάνει την επαφή με ανθρώπους γύρω του, εξαφανίζεται στο δωμάτιό του για μέρες, έχει τρελή ενέργεια και εξωφρενικά σχέδια, αρχίζει να μιλά για αυτοκτονία και απελπισία, σταματά να τρώει ή να φροντίζει τον εαυτό του. Γίνεται ένα άλλο άτομο. Είναι σε κρίση.

Η λέξη “κρίση” σημαίνει κίνδυνο και ανασφάλεια αλλά σημαίνει και επίκριση ή δικαστική κρίση.

Μια κρίση είναι μια στιγμή μεγάλης έντασης και συνάντησης με το άγνωστο. Είναι μια καμπή όπου τα πράγματα δεν μπορούνε να συνεχίσουν όπως πήγαιναν, και η κατάσταση δεν πρόκειται να αντέξει. Θα μπορούσε η κρίση να είναι μια ευκαιρία για ευρήματα, όχι απλά για κατάρρευση; Μπορούμε να μάθουμε η μία από την άλλη και από τις εαυτές μας ως κοινότητα μέσα από την κρίση; Μπορούμε να δούμε την κρίση ως μια ευκαιρία να κρίνουμε μια κατάσταση και τις εαυτές μας προσεκτικά, μην αντιδρώντας απλά με πανικό και σύγχυση ή παραδίδοντας την κατάσταση στις αρχές;

Προτάσεις για αντίδραση στην κρίση

  1.  Εργασία σε ομάδες. Αν προσπαθείτε να βοηθήσετε κάποιον σε κρίση, συντονιστείτε με άλλους φίλους και οικογενειακά μέλη για να μοιραστείτε την υπευθυνότητα και την πίεση. Αν είστε αυτός που βρίσκεται σε κρίση, ανοιχτείτε και ζητήστε βοήθεια από πολλαπλά άτομα και καταπιείτε την υπερηφάνεια σας. Όσο περισσότερη καλή βοήθεια μπορείτε να πάρετε τόσο πιο εύκολη θα είναι η διαδικασία και τόσο πιο λίγο θα εξουθενώσετε τους φίλους σας.
  2. Προσπαθήστε να μην πανικοβληθείτε. Τα άτομα σε κρίση μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα αν οι άνθρωποι αρχίσουν να αντιδρούν με φόβο, έλεγχο και οργή. Η μία μελέτη μετά την άλλη έχει δείξει ότι αν αντιδράσεις σε κάποιον που βρίσκεται σε κρίση με φροντίδα, ανοιχτότητα, υπομονή και μια χαλαρή και όχι πιεστική στάση, μπορείς να βοηθήσεις πραγματικά να καταλαγιάσουν τα πράγματα. Συνεχίστε να αναπνέετε, πάρτε το χρόνο σας για να κάνετε πράγματα που σας βοηθούν να παραμείνετε μέσα στο σώμα σας όπως η γιόγκα ή οι περίπατοι, βεβαιωθείτε ότι τρώτε, πίνετε νερό και προσπαθείτε να κοιμηθείτε.
  3. Να είστε πραγματιστές με ό,τι συμβαίνει. Όταν τα άτομα δρουν παράξενα ή χάνουν το νου τους, είναι εύκολες οι υπερβολικές αντιδράσεις. Επίσης είναι εύκολες οι υποτονικές αντιδράσεις. Αν κάποια όντως προσπαθεί σοβαρά να αυτοκτονήσει ή κάνει κάτι πραγματικά επικίνδυνο όπως το να ξαπλώσει σε έναν αυτοκινητόδρομο γεμάτο κίνηση, η συμβολή της αστυνομίας θα μπορούσε να σώσει τη ζωή της. Αλλά αν κάποιος σηκώνει ένα μαχαίρι και περπατά πάνω κάτω στην κουζίνα μιλώντας για UFO, μην σκέφτεστε τα χειρότερα και καλέσετε τους μπάτσους. Παρομοίως αν κάποιος αυτοτραυματίζεται, συνήθως είναι μέθοδος για να ανταπεξέρχεται και δεν σημαίνει πάντα ότι είναι αυτοκτονικός (εκτός αν κόβεται βαθειά και σε έκταση). Μερικές φορές άνθρωποι μιλούν για την ιδέα του θανάτου και της αυτοκτονίας βρίσκονται σε μια πολύ επικίνδυνη θέση, αλλά μερικές φορές χρειάζονται απλά να μιλήσουν για τα σκοτεινά, οδυνηρά συναισθήματα που έχουν θάψει. Χρησιμοποιήστε την κρίση σας και ζητήστε συμβουλή κι από άλλους. Μερικές φορές πρέπει να περιμένετε να κάνει η κρίση τον κύκλο της. Μερικές φορές πρέπει να παρεμβείτε δραστικά και γρήγορα αν η κατάσταση είναι πραγματικά επικίνδυνη και η ζωή κάποιου καταρρέει.
  4. Ακούστε προσεκτικά το άτομο δίχως να κρίνετε. Τι χρειάζεται; Ποια είναι τα συναισθήματα του; Τι συμβαίνει; Τι μπορεί να βοηθήσει; Μερικές φορές είμαστε τόσο φοβισμένες από τον πόνο κάποιου που ξεχνάμε να τον ρωτήσουμε πώς μπορούμε να βοηθήσουμε. Αποφύγετε τις λογομαχίες με κάποιον σε κρίση, η άποψή του μπορεί είναι φευγάτη, αλλά τα συναισθήματά του είναι πραγματικά και χρήζουν να ακουστούν. (Όταν πια βγει από την κρίση θα είναι ικανός να σας ακούσει καλύτερα). Αν βρίσκεστε σε κρίση, πείτε στα άτομα τι αισθάνεστε και τι έχετε ανάγκη. Είναι τόσο δύσκολο να βοηθήσει κανείς ανθρώπους που δεν επικοινωνούν.
  5. Η έλλειψη ύπνου είναι μείζων αιτία για μια κρίση. Πολλοί άνθρωποι βγαίνουν κατευθείαν από μια κρίση αν κοιμηθούν, και οποιοδήποτε νοσοκομείο πρώτα θα σας βάλει να κοιμηθείτε αν είχατε στέρηση ύπνου. Αν το άτομο δεν έχει δοκιμάσει Benadryl, φυτικές ή ομοιοπαθητικές συνταγές από ένα κατάστημα υγιεινής διατροφής, ζεστά μπάνια, καλό φαγητό, άσκηση ή βελονισμό τότε αυτά μπορεί να φανούν εξαιρετικά χρήσιμα. Αν κάποιος είναι πραγματικά μανιακός και δεν κοιμάται για μήνες, όμως, τίποτα από αυτά δεν θα πιάσει τόπο και ίσως πρέπει να αναζητήσετε ψυχιατρικά φάρμακα για να σπάσει ο κύκλος.
  6. Οι ουσίες είναι επίσης μια μεγάλη αιτία για μια κρίση. Μήπως κάποιος που παίρνει ψυχιατρικά φάρμακα τακτικά τα έχει ξαφνικά σταματήσει; Τα στερητικά μπορούν να προκαλέσουν κρίση. Ξαναβάλτε το άτομο στη φαρμακευτική αγωγή του (αν θέλει να κάνει τη μετάβαση σε κατάσταση χωρίς φάρμακα πρέπει να την κάνει προσεκτικά και αργά, όχι απότομα) και βεβαιωθείτε ότι βρίσκεται σε ασφαλές μέρος. Τα φάρμακα μπορεί να αρχίσουν να δουλεύουν πολύ γρήγορα για κάποιους, αλλά για άλλους μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες.
  7. Δημιουργείστε ένα άσυλο και ικανοποιείστε τις βασικές ανάγκες. Προσπαθείστε να αποδραματοποιήσετε και να απομακρύνετε το στρες από την κατασταση όσο πιο πολύ γίνεται. Το να αράξει σε ένα διαφορετικό σπίτι για μερικές μέρες μπορεί να δώσει στο άτομο κάποιον χώρο για να αναπνεύσει και να αποκτήσει διαφορετική προοπτική. Ίσως φίλοι που νοιάζονται να κάνουν βάρδιες ώστε να περνούν χρόνο με το άτομο, να φτιάχνουν καλό φαγητό, να παίζουν ωραία μουσική, να το ωθούν να βγει έξω για άσκηση και να αφιερώσουν χρόνο για να ακούσουν. Συχνά οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι και αφρόντιστοι σε κατάσταση κρίσης, και αν κάνετε μια προσπάθεια να τους προσφέρετε ένα άσυλο, αυτό θα σημαίνει πολλά. Βεβαιωθείτε ότι καλύπτονται βασικές ανάγκες: φαγητό, νερό, ύπνος, στέγη, άσκηση, αν είναι αναγκαίο επαγγελματική φροντίδα (ψυχιατρική ή εναλλακτική).
  8. Η κλήση της αστυνομίας ή του νοσοκομείου δεν θα έπρεπε να είναι αυτόματη αντίδραση. Η αστυνομία και τα νοσοκομεία δεν είναι σωτήρες. Μπορούν να κάνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Αν έχετε ξεμείνει ωστόσο από επιλογές, δεν θα έπρεπε να τα απορρίψετε. Εμπρός σε μια τέτοια απόφαση, πάρετε τη συμβουλή ατόμων που είναι σοβαρά και γνωρίζουν το άτομο. Έχουν δοκιμαστεί άλλες επιλογές; Βοήθησε στο παρελθόν το νοσοκομείο; Μήπως υπάρχουν υπερβολικές αντιδράσεις; Μη θεωρείτε ότι είναι πάντα το σωστό πράγμα να κάνετε, επειδή απλά θέτει τα πάντα στα χέρια των “αρχών”. Να είστε, όμως, ρεαλιστικές, όταν η κοινότητά σας έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες για βοήθεια και υπάρχει ρίσκο πραγματικού κινδύνου. Τα εναλλακτικά δίκτυα βοήθειας που χρειαζόμαστε δεν υπάρχουν παντού όπου άτομα είναι σε κρίση. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κρατήσουμε τον κόσμο ζωντανό.

Ψυχιατρική Διαθήκη

Αν γνωρίζετε ότι οι κρίσεις σας γίνονται τόσο άσχημες ώστε να καταλήξετε σε κάποιο νοσοκομείο, τότε υπάρχει ένα εργαλείο που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσετε και ονομάζεται Ψυχιατρική Διαθήκη. Βασικά είναι το θέλημά σας για περιόδους κρίσεως. Σας δίνει την εξουσία και τον αυτοέλεγχο πάνω στο τι θα συμβεί αν μπείτε σε κρίση. Αν αρχίσετε να τα χάνετε και δυσκολεύεστε να μιλήσετε για λογαριασμό σας, οι άνθρωποι θα κοιτάξουν την Ψυχιατρική Διαθήκη σας για να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν.

Περισσότερα για την Ψυχιατρική Διαθήκη εδώ

Για την αυτοκτονία

Αν και είναι εύκολο να ρομαντικοποιήσουμε ορισμένες πλευρές της διπολικής διαταραχής, αυτή είναι μια επικίνδυνα ελλιπής εικόνα: αν πιστέψεις στις στατιστικές, 1 στους 5 μανιοκαθλιπτικούς χωρίς θεραπεία αυτοκτονεί. Κατά τη γνώμη του ιατρικού κατεστημένου, η διπολική διαταραχή είναι μια άκρως θανάσιμη ασθένεια. Είτε επιλέξεις είτε όχι να δεις τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο, η γυμνή αλήθεια παραμένει ότι τα άκρα των μεταπτώσεων της διάθεσης έχουν οδηγήσει χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπων να αυτοκτονήσουν, και αυτές οι μεταπτώσεις μπορούν να συμβούν με απίστευτη ταχύτητα.

Δεν υπάρχει κάποια αποδεκτή θεωρία γιατί ένα άτομο που είναι αυτοκτονικό προβαίνει στην πράξη ενώ ένα άλλο όχι. Δεν υπάρχει τέλεια απάντηση στο τι θα έπρεπε να κάνεις όταν κάποιος είναι αυτοκτονικός, και κανένας αξιόπιστος τρόπος για να αποτρέψεις κάποιον να αυτοκτονήσει αν πραγματικά το θέλει. Υπάρχουν, όμως, πολλά πράγματα που έχουν μάθει οι άνθρωποι, πράγματα που προέρχονται από μια πραγματική αίσθηση φροντίδας και αγάπης για κόσμο που έχει πεθάνει ή θα μπορούσε να πεθάνει, και αλήθειες που έχουν συνειδητοποιήσει οι άνθρωποι όταν είχαν φτάσει στο τέρμα και γύρισαν πίσω. Να μερικές από αυτές που έχουμε συλλέξει:

  1. Το να νιώθεις αυτοκτονικός δεν σημαίνει ότι παραιτείσαι από τη ζωή. Το να νιώθεις αυτοκτονικός σημαίνει ότι είσαι απεγνωσμένος να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Οι άνθρωποι αντέχουν για χάρη ενός καλύτερου ατόμου που ξέρουν ότι μπορούν να γίνουν και μιας καλύτερης ζωής που ξέρουν ότι αξίζουν, αλλά νιώθουν ένα αδιέξοδο. Ανακάλυψε ποιο είναι αυτό το όραμα για μια καλύτερη ζωή και δες πως ο μόνος τρόπος να το δεις να πραγματοποιείται είναι να παραμείνεις για να παρατηρήσεις τι μπορεί να συμβεί. Μετάτρεψε ένα κομμάτι αυτής της αυτοκτονικής διάθεσης στο να παίρνεις ρίσκα στη ζωή. Βρες πια μοτίβα συμπεριφοράς ή καταστάσεις ζωής θέλεις να σκοτώσεις αντί να θέσεις τέλος σε όλη τη ζωή σου. Υπάρχει τρόπος να αλλάξεις αυτά τα μοτίβα τον οποίο δεν έχεις δοκιμάσει ακόμα; Σε ποιον μπορείς να στραφείς για βοήθεια ώστε να αλλάξεις αυτά τα μοτίβα;
  2. Τα άτομα που είναι αυτοκτονικά είναι συνήθως απομονωμένα. Χρειάζονται να μιλήσουν με κάποιον εμπιστευτικά σε ένα βαθύ επίπεδο, με κάποιον που δεν πρόκειται να τους κρίνει ή να τους απορρίψει. Έγινε κάτι; Τι χρειάζεται; Να είστε υπομονετικοί με τις μακρές σιωπές, αφήστε το άτομο να μιλήσει. Αφήστε τα άτομα να ζητήσουν οτιδήποτε, ένα θέλημα, φαγητό, μέρος για να μείνουν κλπ. Συχνά οι αυτοκτονικοί άνθρωποι δεν θέλουν στ’ αλήθεια να είναι ειλικρινείς διότι ντρέπονται τόσο πολύ από αυτό που νιώθουν και είναι ένα απίστευτα σκληρό πράγμα να το παραδεχτούν. Να είστε υπομονετικοί και ήρεμοι.
  3. Τα άτομα χρειάζονται να ακούσουν πράγματα που μπορεί να φαίνονται αυτονόητα, όπως: Είσαι ένα καλό άτομο. Η φιλία σου με έχει βοηθήσει. Είσαι γαμάτο άτομο και έχει κάνει γαμάτα πράγματα, ακόμα κι αν τώρα δεν μπορείς να τα θυμηθείς. Έχεις αγαπήσει τη ζωή και θα την αγαπήσεις ξανά. Υπάρχουν τρόποι να κάνεις τα συναισθήματά σου να αλλάξουν και το μυαλό σου να δουλεύει καλύτερα. Αν αυτοκτονήσεις, τίποτα δεν θα αλλάξει στον κόσμο. Θα πληγώσεις ανθρώπους που σε αγαπάνε. Δεν θα μάθεις ποτέ τι θα μπορούσε να συμβεί. Τα προβλήματά σου είναι πολύ πραγματικά, αλλά υπάρχουν άλλοι τρόποι για να τα λύσεις.
  4. Οι αυτοκτονικοί άνθρωποι βρίσκονται συχνά κάτω από το κράτος μια επικριτικής φωνής ή πεποίθησης που ψεύδεται για το ποιος και τι είναι. Μπορεί να είναι η φωνή ενός γονιού, ενός κακοποιητή, κάποιου που σε πρόδωσε ή απλά η διεστραμμένη μαύρη εκδοχή του εαυτού σου που η κατάθλιψη και η τρέλα έχουν βάλει στο μυαλό σου. Συνήθως αυτή η φωνή δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με ακρίβεια – κάνε έναν έλεγχο πραγματικότητα με κάποιο κοντινό σας άτομο και σταμάτα να πιστεύεις αυτές τις φωνές. Δεν είσαι “αποτυχία” και η αλλαγή δεν είναι αδύνατη. Και δεν είσαι μόνος – κι άλλοι άνθρωποι έχουν νιώσει πόνο τόσο βαθειά και τρομερά, και βρήκαν τρόπους να αλλάξουν τη ζωή τους και να επιβιώσουν. Δεν είσαι ο μόνος.
  5. Υπάρχουν τρόποι για να το ξεπεράσεις και να αλλάξεις τη ζωή σου.

Το κείμενο αυτό μεταφράστηκε από το theicarusproject.net

Ο έκνομος γκέι: ένα σχόλιο στον Jean Genet

“Η προδοσία είναι ηθική αναγκαιότητα”

Αυτή η δύσκολη και απεχθής αλήθεια πρόκειται να είναι το μείζον πρόσκομμα για όποιον ενδιαφέρεται για τον Jean Genet. Οι αναγνώστες θα συμμεριστούν τον βιογράφο του, τον Edmund White, ο οποίος εξομολογείται ότι δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει τον “υποτιθέμενο θαυμασμό για την προδοσία” του Genet (…) “Καταλαβαίνω ότι ένας φυλακισμένος θα μπορούσε να αναγκαστεί να προδώσει τους φίλους του, αλλά πώς μπορεί κανείς να είναι περήφανος για μια τέτοια αποτυχία;” Genet ο κλέφτης, Genet ο κατάδικος, Genet ο επιδεικτικά γκαβλωμένος ομοφυλόφιλος: όλα αυτά είναι αποδεκτά, σχεδόν αξιοσέβαστα, σε σύγκριση με τη βρόμικη μικρή εξομολόγηση του Genet ότι παρέδωσε στην αστυνομία τον “πιο βασανισμένο (martyrisé) φίλο του” και ότι, για να κάνει την πράξη του ακόμα πιο ατιμωτική, για να στερήσει κάθε εντύπωση ότι είναι αδικαιολόγητη ή αδιάφορη, απαίτησε πληρωμή για την προδοσία του. Δεν υπάρχει κάποια τιμή μεταξύ κλεφτών εδώ, καμία από εκείνη την αφοσίωση στους αδερφούς σου στο έγκλημα που δίνει στον Vautrin του Balzac μια ακαταμάχητη ηθική γοητεία. (Ο Vautrin θα μπορούσε να δώσει στην ευυπόληπτη κοινωνία ένα μάθημα για την αξιοπρεπή αρετή της αφοσίωσης). Είτε λέει είτε δεν λέει την αλήθεια για την προδοσία του ο Genet είναι, για εμάς, άσχετο. Αυτό που έχει σημασία είναι η απόρριψη εκ μέρους του οποιασδήποτε τέτοιας γοητείας, η άρνησή του να επιχειρηματολογήσει ότι ο κόσμος των εγκληματιών εμμένει πιο αυστηρά σε ηθικά ιδανικά από ό,τι η “έννομος” κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκαν αυτά τα ιδανικά.

Αυτή η άρνηση μόνο εν μέρει συνιστά την πολύ πιο φιλόδοξη πρόθεση να φαντασιωθεί μια μορφή εξέγερσης που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους νόμους, τις κατηγορίες και τις αξίες που θα αμφισβητούσε και, ιδανικά, θα κατέστρεφε. Αναφέρθηκα προηγουμένως σε ένα σημαντικό πρόγραμμα στην πρόσφατη κουήρ θεωρία, ειδικά όπως μορφοποιήθηκε από την Judith Butler: αυτό της παράθεσης ετεροφυλοφιλικών (και ετεροσεξιστικών) νορμών με τρόπους που να σημειώνουν την αδυναμία μέσα τους – με τρόπους που ταυτόχρονα θα εκθέσουν όλους τους παρεκβατικούς τόπους της ομοφοβίας και θα αναπλάσουν συγκεκριμένες αξίες και θεσμούς όπως η οικογένεια ως αυθεντικά φροντιστικούς και ενεργοποιώντας κοινότητες, αυτή τη φορά. Ο Genet μπορεί να συνεισφέρει στην κριτική αυστηρότητα αυτού του προγράμματος παρέχοντας μια διεστραμμένα ξένη προοπτική. Βασικά, είναι αδιάφορος σε οποιαδήποτε ανασύνταξη ή επανοηματοδότηση των κυρίαρχων όρων που θα απευθύνονταν στην κυρίαρχη κουλτούρα. Όχι μόνον αποτυγχάνει να εμπλακεί σε μια παρωδιστικά υπερβολική μίμηση των στυλ και των αξιών αυτής της κουλτούρας, αλλά θα άμβλυνε την αυθεντικότητα του έργου του αν ισχυριζόταν κανείς, όπως κάνει ο Sartre, ότι ο εναγκαλισμός του της εγκληματικότητας είναι σχεδιασμένος να μετασχηματίσει μια στιγματίζουσα ουσία που του επιβάλλεται από άλλους σε ένα ελεύθερα επιλεγμένο πεπρωμένο (λες και έκλεβε από την κοινότητα που τον απέκλεισε και λέγοντας, “Μόνο εγώ είμαι υπεύθυνος για το ον εντός του οποίου οι άλλοι ζήτησαν να με φυλακίσουν”). Ας δοκιμάσουμε μια πιο δύσκολη θέση: Η χρήση από τον Genet των κυρίαρχων όρων της κουλτούρας του (ειδικά οι ηθικές και σεξουαλικές κατηγορίες της) είναι σχεδιασμένη όχι για να επαναλάβει ή να υποσκάψει εκείνους τους όρους, αλλά για να εκμεταλλευτεί τη δυναμική τους της διαγραφής της πολιτισμικής σχεσιακότητας της ίδιας (με άλλα λόγια, των ίδιων των προϋποθέσεων για υποσκάπτουσες επανατοποθετήσεις και προκλητικές επαναλήψεις).

Αυτή η διαγραφή δεν μπορεί, όμως, να επηρεαστεί άμεσα. Η διαδικασία όντως περιλαμβάνει ορισμένες αναστροφές, ή αντιθετικούς επανασχηματισμούς, δεδομένων κατηγοριών. Η προδοσία, πιο αξιομνημόνευτα, αντί να παράγει ενοχή, εναγκαλίζεται ως ηθικό επίτευγμα. Ήταν, γράφει στο Επιτάφιες Σπονδές, το πιο δύσκολο βήμα στη “συγκεκριμένη άσκηση” που τον οδήγησε στο κακό. Αλλά ακόμα κι εδώ η αναστροφή της αξίας επισκιάζει τον αρχικό όρο της αναστροφής, ο οποίος έχει χαθεί σε αυτό που επιμένει ο Genet, στο Αιχμάλωτος του Έρωτα, ότι είναι η έκσταση που παράγεται από την προδοσία. Η θέση της προδοσίας σε μια ηθική αντανάκλαση εξαφανίζεται στην εγγύτητα μιας “ερωτικής εξύψωσης”, και αυτή η κατηγορική μετατόπιση σώζει την έλξη του Genet προς την προδοσία από το να είναι απλά μια υπερβατική σχέση με την αφοσίωση.

Για τον Genet, η ομοφυλοφιλία οφείλει να εμπλακεί στην προδοσία από τη στιγμή που η τελευταία είναι ερωτικά φορτισμένη. Θα ήταν βολικό να διαχωρίσουμε αυτά τα δύο (να πάρουμε την ομοφυλοφιλία χωρίς την προδοσία), αλλά αυτή η καθησυχαστική κίνηση θα αστοχούσε στην αυθεντική και ανησυχητική άποψη του Genet ότι η ομοφυλοφιλία είναι όμοια της προδοσίας και ότι, επιπλέον, η προδοσία προσδίδει στην ομοφυλοφιλία την ηθική της αξία. Στο Επιτάφιες Σπονδές, όπου αυτές οι συνδέσεις γίνονται με τη μεγαλύτερη ένταση, ο Genet γράφει ότι “ο έρωτας για μια γυναίκα ή ένα κορίτσι δεν μπορεί να συγκριθεί με τον έρωτα ενός άντρα για ένα έφηβο αγόρι”. Αν η προδοσία είναι τρόπο τινά κρίσιμη για την ερωτική ειδικότητα της ομοφυλοφιλίας, και αν η “ασύγκριτη” ομοφυλοφιλία ορίζεται όχι μόνο ως ανδρική ομοφυλοφιλία αλλά επίσης ως, πιθανώς, μια συγκεκριμένη σχέση κυριαρχίας και υποταγής μεταξύ ενός άνδρα κι ενός αγοριού, τότε το ηθικό επιχείρημα για την προδοσία κινδυνεύει να αποπεμφθεί ως μια διεστραμμένη σοφιστεία. Συμπεραίνεται, θα μπορούσε να πει κανείς, από έναν άκρως περιοριστικό ερωτισμό, και η ίδια η δυνατότητα ενός τέτοιου συμπεράσματος θα μπορούσε να είναι αρκετή για να δυσφημήσει τη σεξουαλικότητα στην οποία εδράζεται.

Αλλά η αξία της προδοσίας είναι μια μυθική σύνθεση στο Επιτάφιες Σπονδές, και ως τέτοια έχει τα οικουμενικά χαρακτηριστικά όλων των μύθων. Έχει υπάρξει η ένσταση ότι ο ψυχαναλυτικός οιδιπόδειος μύθος επίσης περιγράφει μια πολύ περιορισμένη κατάσταση: όχι μόνο τα φαντασιακά άγχη των μικρών αγοριών (κι όχι των μικρών κοριτσιών) σε ένα συγκεκριμένο στάδιο στη συναισθηματική και σεξουαλική ανάπτυξή τους, αλλά επίσης το φαντασιακό πεδίο της πυρηνικής αστικής οικογένειας σε μια συγκεκριμένη στιγμή στην ευρωπαϊκή ιστορία, και επίσης ίσως κατά τη διάρκεια μιας κρίσης στην πατριαρχική κοινότητα δομημένη σύμφωνα με έναν αρχαίο ιουδαϊκό σεβασμό και τρόμο για τον νομοθέτη πατέρα. Αλλά αυτά τα επιχειρήματα δεν ακυρώνουν τον μύθο, και η αλήθεια του οιδιπόδειου συμπλέγματος δεν έχει τίποτα να κάνει με τις εμπειρικές αντιστοιχίες του, με τον αριθμό των οικογενειών που θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους στο οιδιπόδειο τρίγωνο. Αυτός είναι ένας μύθος για την ίδια την τριγωνικότητα, για την εξάρτηση όλης της κοινωνικότητας από το αποδιοργανωτικό αποτέλεσμα ενός τρίτου παράγοντα στο στενά ενωμένο ζευγάρι. Ο οιδιπόδειος πατέρας δεν είναι τίποτα περισσότερο – και τίποτα λιγότερο – από τη φωνή που διαταράσσει μια συνδετική πληρότητα. Θα μπορούσε φυσικά να λεχθεί ότι η πατριαρχία έχει διαφθείρει αυτό τον αναγκαίο μύθο ζητώντας μας να πιστέψουμε ότι η φωνή μεταφέρει μια τρομοκρατική απαγόρευση, ενώ θα μπορούσε να έχει συλληφθεί ως μια αποπλανητική πρόσκληση να αντικατασταθεί το πάθος από την κοινωνικότητα. Αυτή θα ήταν, όμως, μια επιδερμική ανάγνωση. Αν η εφαρμογή του μύθου δεν περιορίζεται σε οικογένειες που αντανακλούν πιστά την πατριαρχική δομή του, αυτή η δομή είναι παρ’ όλα αυτά ένα προνομιούχο όχημα για τη δραματική μεταφορά της ανάγκης του υποκειμένου να κληθεί έξω από την οικειότητα και εντός του κοινωνικού, να σωθεί από εκστατικές ενώσεις που απειλούν την εξατομίκευση. Ο απαγορευτικός πατέρας δεν είναι, στο κάτω κάτω, εξωτερικός στο σενάριο της ένωσης με τη μητέρα. Δεν επιδράμει, από έξω, σε μια μη αντιμαχόμενη σύνδεση. Είναι συστατικό στοιχείο της σύνδεσης με την έννοια ότι σώζει το υποκείμενο από τους κινδύνους της επιθυμίας. Επιτρέπει την έκφραση της επιθυμίας εξασφαλίζοντας ότι δεν θα ικανοποιηθεί. Με κάπως παρόμοιο τρόπο, οι παιδεραστικές ανδρικές οικειότητες δεν οροθετούν το πεδίο της εφαρμογής για τον μύθο του Genet της ομοφυλοφιλικής προδοσίας, αν και ίσως μόνο “ο ομοφυλόφιλος” μπορεί να καταστήσει την ηθική αναγκαιότητα της προδοσίας καταληπτή.

Οι Επιτάφιες Σπονδές εμπνεύστηκαν από τον θάνατο ενός από τους εραστές του Genet, του Jean Decarnin, ενός εικοσάχρονου κομμουνιστή μαχητή της αντίστασης που πυροβολήθηκε το 1944 στα οδοφράγματα του Παρισιού “από τη σφαίρα ενός γοητευτικού νεαρού δωσίλογου”. Ο ομολογούμενος στόχος των Επιτάφιων Σπονδών είναι “να αφηγηθεί τη δόξα του Jean Decarnin”, αλλά, όπως εμπιστεύεται ο Genet στην αρχή, η εργασία μπορεί να περιλαμβάνει ορισμένους “απρόβλεπτους δευτερεύοντες σκοπούς”. Πράγματι, ένας παράξενος στόχος διαφαίνεται γρήγορα: αυτός της εξύμνησης του δολοφονικού δωσίλογου (Ο Genet τον ονομάζει Riton) και, πιο γενικά, των Ναζί που ήταν εχθροί του Jean (και της Γαλλίας). Με άλλα λόγια, ο Genet θρηνεί τον Jean μέσα από μια πράξη προδοσίας. “Κατέχω την ψυχή του Riton. Είναι φυσικό για την πειρατεία, την άκρως τρελή ληστεία της περιπέτειας του Χίτλερ, να εγείρω μίσος σε τίμιους ανθρώπους αλλά βαθύ θαυμασμό και συμπάθεια σε εμένα”.

Μπορούμε να ξεμπερδέψουμε γρήγορα με τους τετριμμένους λόγους μιας τέτοιας προδοσίας, λόγους που επιδιώκουν να τη δικαιολογήσουν, επομένως στερώντας την από ένα μεγάλο κομμάτι της δύναμής της. Πρώτα από όλα, υπάρχει όλη η απόσταση μεταξύ της επίσημης γλώσσας της ελεγείας και της ιδιαίτερης έντασης του θρήνου του Genet για τον Jean. Όσο πιο μακριά μπορεί να φτάσει ο Genet από την κανονική ιεροπρέπεια που υπαγορεύεται από τον θάνατο, τόσο πιο πειστικά προσωπικός και ειλικρινής θα εμφανιστεί ο πόνος του – σε αυτόν και σε μας. Ενώπιον της κλισέ ευσέβειας του σημειώματος που καρφιτσώθηκε σε ένα δέντρο στον τόπο του θανάτου του Jean (“Ένας νεαρός πατριώτης έπεσε εδώ. Ευγενείς Παριζιάνοι, αφήστε ένα λουλούδι και κρατήστε ενός λεπτού σιγή”), οι τρελές φαντασιώσεις του Genet για την ψυχή του Jean κατοικούν τώρα σε ένα σπιρτόκουτο στην τσέπη του, ή σε ένα κάδο σκουπιδιών που είναι καλυμμένος με αγάπη και λουλούδια διάστικτα με βρομιές όταν ο κάδος εκρήγνυται, επιμαρτυρούν την αυθεντικότητα της θλίψης του, σε αυτή τη βίαιη άρνηση να αφεθεί να φύγει ο Jean, η οποία εμπνέει κανιβαλιστικές φαντασιώσεις όπως αυτή του πεινασμένου Genet, με το μαχαίρι και το πιρούνι στο χέρι, αναμένοντας άπληστα τη γεύση του δέρματος και των οργάνων του αγαπημένου πτώματος, εκκρίνοντας σάλιο στην προοπτική να βουτήξει τα πιο επίλεκτα μέρη στο δικό τους λίπος. Η προδοσία έχει μια ειδική λειτουργία σε αυτή την προκλητική απόρριψη των κωδίκων του πένθους. Αντί να επιτρέπει στον κώδικα να παίρνει τη θέση του και να είναι ένας απρόσωπος μάρτυρας στη δική του θλίψη, ο Genet θα αποδείξει τη θλίψη του στον εαυτό του μέσω του πόνου που νιώθει για την προδοσία του Jean. Εάν, όπως γράφει, είναι μόνο στον χαμό του Jean που συνειδητοποιεί πόσο προσδεμένος ήταν σε αυτόν, τότε το να υποφέρεις θα έπρεπε να καλλιεργείται ως η πιο αξιόπιστη απόδειξη αγάπης. Το να μεταχειριστεί τον νεκρό Jean ύπουλα είναι βασανιστήριο, οπότε ο Genet έπρεπε να αγαπούσε τον Jean. Αυτή η συνταγή θα υπηρετήσει την αυτογνωσία στο μέλλον: “Θα ήθελα να είμαι ένα τελειωμένος μπάσταρδος και να σκοτώνω αυτούς που αγαπώ – όμορφους εφήβους – ούτως ώστε να μπορέσω να γνωρίσω τον μεγαλύτερο πόνο μου, τη βαθύτερη αγάπη μου για αυτούς”.

Αυτή η λογική, την οποία ο Genet επιδεικνύει ως συγγραφέας, είναι ηθικό κιτς. Η προδοσία ως μια αυθεντική πράξη θρήνου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια υπερένταση προς μια λογοτεχνική αυθεντικότητα, και ως τέτοια είναι η τελευταία γερή ιδέα στο Επιτάφιες Σπονδές. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι το πώς χαράσσεται η προδοσία μέσα στον ίδιο τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Αυτό που φαίνεται να προσφέρει στο Genet την ύψιστη ερωτική απόλαυση είναι το γλειφοκώλι. Εδώ είναι μια φαντασίωση του Genet ως Χίτλερ με έναν νεαρό γάλλο (τον αδερφό του Jean):

Ο πισινός του Paulo ίσα που είναι κομματάκι τριχωτός. Οι τρίχες είναι ξανθές και σγουρές. Έβαλα μέσα τη γλώσσα μου και τρύπωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα. Ήμουν γοητευμένος από μια βρομερή μυρωδιά. Το μουστάκι μου έφερε πίσω, προς τέρψη της γλώσσας μου, λίγη από την κοπριά που σχημάτιζαν ο ιδρώτας και τα σκατά ανάμεσα στις ξανθές τρίχες του Paulo. Σκάλιξα με το ρύγχος μου, κόλλησα στην κοπριά, δάγκωσα κιόλας – ήθελα να σχίσω τους μύες του ανοίγματος σε κομμάτια και να μπω όλος μέσα, όπως ο αρουραίος στο διάσημο βασανιστήριο, όπως οι αρουραίοι στους παρισινούς υπονόμους καταβρόχθιζαν τους καλύτερους στρατιώτες μου.

Η κανιβαλιστική οικειοποίηση του Jean μετά τον θάνατό του από τον Genet αποδεικνύεται ότι είναι μια συνέχιση της πράξης του έρωτά τους. Ο Genet ήδη “τον έτρωγε”, και αυτό που έτρωγε ήταν, για να το πούμε έτσι, ο Jean ήδη νεκρός. Είναι λες και στο στοματικό του πάθος για τον πρωκτό του εραστή του, για τα κομματάκια ύλης των κοπράνων που σκαλώνουν στο άνοιγμα, που ο Genet εκφράζει μια προτίμηση για αυτά που είχε απορρίψει το σώμα του εραστή του, για αυτά που δεν προσφέρονταν πλέον για καμία χρήση στον ζωντανό Jean. Στο γλειφοκώλι, ο άλλος μειώνεται στιγμιαία σε ένα άνοιγμα για απορρίμματα και για τα ίχνη των απορριμμάτων. Η φαντασία του Genet πηγαίνει παραπέρα: μη ικανοποιούμενος να τρώει απλώς αυτά που αποβάλλει ο Jean, φαντασιώνεται να μετασχηματίζει όλον τον Jean στα δικά του απορρίμματα. Έτσι, ο Genet που τρώει τον Jean μέσα στον Jean θα μπορούσε να γίνει αυτός που θα αποβάλλει τα απορρίμματα του Jean ή, ακριβέστερα, να αποβάλλει τον Jean ως απόρριμμα.

Η βιαιότητα αυτής της φαντασίωσης είναι αμφίσημη: η ένταση του Genet είναι δολοφονική, αλλά ο ίδιος ο φόνος υπηρετεί ως ένα ιδανικό τέλειας ταυτότητας μεταξύ των εραστών. Η επίθεση του Genet είναι, όντως, ο προδοτικός μετασχηματισμός μιας μορφής μιας σεξουαλικής υπηρεσίας στο σερβίρισμα ολόκληρης της ύπαρξης του εραστή. Με ψυχαναλυτικούς όρους, η μανία της πρωκτικότητας (που προτείνεται από την εικόνα του επιτιθέμενου αρουραίου) ενισχύει τις δολοφονικές παρορμήσεις της στοματικότητας. Αλλά η ερωτική επίθεση του Genet επίσης εξουδετερώνει τις διαφορές μεταξύ αυτού και του Jean: το γλειφοκώλι είναι ένα συμβιωτικό εγχείρημα. Διαγράφει τη διαφορά μεταξύ του Jean και του εαυτού του όχι μόνο μέσα από τις φαντασιώσεις του να παρασκευάσει γεύμα από το πτώμα του εραστή του, αλλά μέσα από το πρόγραμμά του να εξαφανιστεί μέσα στο κορμί του Jean, να “χωνευθεί” από τον Jean από τα κάτω. Έτσι ο Jean ο ίδιος φαντασιώνεται ως ανταποκρινόμενος στον στοματικό κανιβαλισμό του Genet με έναν πρωκτικό κανιβαλισμό που κατασπαράσσει τον Genet. Οι δύο γίνονται ένα, και η ελαφριά παρεκβατική θολούρα που ζούμε στις διαρκείς αναφορές στον “Jean” και τον “Genet” ως δύο είναι το λιγότερο φαντασιακά θεραπευμένη όταν η θαυμαστή σχέση του Jean με τον Jean τελειοποιείται στιγμιαία ως μια ταυτότητα μεταξύ των δύο.

Ο Sándor Ferenczi προέβαλλε τη θεωρία ότι, στη συνουσία με μια γυναίκα, ο άνδρας επιζητεί ασυνείδητα να επιστρέψει στην ασφάλεια της ύπαρξης μέσα στη μήτρα. Η φαντασιούμενη άνοδος του Genet μέσα στον Jean μέσα από τον πρωκτό του είναι μια άγρια αντιστροφή αυτής της επιστροφής σε έναν φροντιστικό για τη ζωή τόπο στο σώμα της μητέρας. Η “επιστροφή” έχει τώρα ένα αναπαραγωγικά στείρο σκηνικό. Από το σώμα ενός άλλου άντρα, ο Genet μπορεί να εξέρθει, ή να επανεξέρθει, ως απόρριμμα. Το γλειφοκώλι επομένως επαναλαμβάνει την πηγή της ζωής ως τον αρχικό θάνατο, τόσο για τον Genet ως υποκείμενο όσο και για τον εραστή-μητέρα. Αυτός ο θάνατος επανα-βιώνεται τόσο ως βίαιη επιθετικότητα και, σε μια παρωδιστική επανάληψη του εκστατικά χορτασμένου βρέφους που κοιμάται ελαφρά στο στήθος της μητέρας του, όσο και ως ένας υπέροχος θάνατος μέσα στον ψυχρό ίσκιο του ορθού του Jean, “στον οποίο σύρθηκα και εισήλθα με όλο μου το σώμα, για να κοιμηθώ στα βρύα εκεί πέρα, στη σκιά, να πεθάνω εκεί”.

Επομένως αυτός “ο γοητευτικός νεαρός δωσίλογος” που σκότωσε τον Jean απλώς καθιστά πραγματικό τον θάνατο στην καρδιά του έρωτα του Genet για τον Jean. Για τον Genet αυτό το πυκνό δίκτυο προδοσίας και θανάτου – που περιλαμβάνει τελετουργικά εξωραϊσμένες μνήμες από γλειφοκώλι, ένα δολοφονικό ξέσκισμα στα εντόσθια του εραστή, την ανακάλυψη του Genet του έρωτά του για τον Jean μόνο όταν ο Jean μπορεί να φαντασιωθεί ως βρώσιμο πτώμα, μια δίχως όρια τρυφερότητα για τον προδότη που στην ουσία προσέφερε τον Jean στον Genet ως λατρευτά και ακαταμάχητα άψυχο – όλα αυτά καταγράφουν, για να το πούμε έτσι, τη διαθεσιμότητα της ομοφυλοφιλίας στην ασκητική επιδίωξη του κακού από τον Genet. Πολύ πιο πέρα από το απλώς να απορρίπτει μια ομοφοβική έμφαση στη στειρότητα του γκέι έρωτα, ο Genet εναγκαλίζει χαρούμενα αυτό που θα μπορούσε να αποκαλεσθεί το ανατομικό έμβλημα αυτής της στειρότητας. Θα μπορούσε να ισχύει ότι αυτή η ανικανότητα να παραχθεί ζωή, η απουσία ενός αναπαραγωγικού τόπου (και εξόδου) στο ανδρικό σώμα, όπως επίσης το “ξόδεμα” του σπέρματος στην πεπτική οδό ή ορθό, είναι που κάνει τον Genet να αναφέρεται στον έρωτα μεταξύ δύο ανδρών ως ασύγκριτο;

Αυτές οι συνδέσεις υπερορίζονται στο Επιτάφιες Σπονδές χωρίς καν να δηλωθούν. Η jouissance από το γλειφοκώλι κλιμακώνεται – μπορεί κανείς να πει ότι εξαγνίζεται – σε έναν εορτασμό του θανάτου του Jean και ένα πάθος για τον δολοφόνο του και τους εχθρούς του. Η ηδονή της γεύσης των απορριμμάτων του Jean είναι η ηδονή της γεύσης του Jean ως απόρριμμα, κι αυτό σημαίνει να αγαπάς τον Jean ως νεκρό, που σημαίνει να τον επιθυμείς νεκρό και, τελικά, να θεωρείς αρετή την προδοσία και τον φόνο. Αυτά τα λογικά αδικαιολόγητα ισοδύναμα παρόλα αυτά έχουν την “ορθότητα” μιας ερωτικής αποκορύφωσης, μιας άλογης κι όμως ακαταμάχητης λογικότητας μιας πολύ συγκεκριμένης jouissance. Το συναισθηματικό και ηθικό συμπέρασμα στο οποίο κλιμακώνεται αυτή η jouissance – η ερωτική έξαψη στην προδοσία του Jean και της παράδοσής του, νεκρού, στον δολοφόνο του – διατηρεί, όπως λέει ο Genet στο Αιχμάλωτος του Έρωτα, την “ερωτική εξύψωση” με την οποία ξεκίνησε. Στον Genet, η δολοφονική προδοσία γενικεύει και κοινωνικοποιεί το γλειφοκώλι χωρίς να χάνει καθόλου από την ερωτική ενέργεια του γλειφοκωλιού. Οι ηθικές αφαιρέσεις του Genet δεν είναι συμπτωματικά υποκατάστατα για μια καταπιεσμένη σεξουαλικότητα. Η σεξουαλικότητα στην οποία εδράζονται αυτές οι αφαιρέσεις επιμένει όχι υπό αλλά παράλληλα με την ασκητική επιδίωξη του κακού. Πράγματι, τη πρακτική του γλειφοκωλιού θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι περιοδικά επαναφορτίζει την ηθική του κακού του Genet.

Του Leo Bersani, στο “Homos”

Ενθυμώμενη το παρελθόν: Μια λογοτέχνιδα αναστοχάζεται πάνω τις πολιτικές του σεξ διαμέσου των γενεών

Το 1999, έγραψα μια νουβέλα που ονομαζόταν The Child για μια σεξουαλική και αισθηματική σχέση μεταξύ δύο ανδρών: ενός 15χρονου κι ενός 40χρονου. Ήταν επηρεασμένη από μια υπόθεση στο New Jersey όπου ένας νεαρός άντρας, ο Sam Manzie, μπήκε στο δίκτυο ψάχνοντας έναν μεγαλύτερο εραστή. Όταν ο φίλος τους συνελήφθη αργότερα από μια επιχείρηση του FBI, ο Sam εκτέθηκε στην ομοφοβική του οικογένεια και στην πολιτεία. Είχε μια ψυχωσική κατάρρευση και δολοφόνησε ένα μικρό αγόρι. Ειρωνικά, και τραγικά, η πολιτεία τότε τον δίκασε ως ενήλικα, ενώ ακόμα επέμενε ότι σε σχέση με τον εραστή του ήταν ακόμα παιδί. Αυτή η ερώτηση του να θεωρείσαι υπερβολικά νέος για ηδονή αλλά αρκετά μεγάλος για τιμωρία μου κίνησε την περιέργεια.

Μέχρι εκείνη την εποχή, όταν μεγάλωνα, ήταν σύνηθες για τους γκέι άντρες στον κόσμο μου να περιλαμβάνουν ανοιχτά το σεξ που έκαναν ως έφηβοι με μεγαλύτερους άνδρες ως ένα τακτικά αναφερόμενο και θετικό κομμάτι των ιστοριών coming out τους. Δεν υπήρχε στίγμα στη συζήτηση τέτοιων εμπειριών, ακόμα κι αν οι σχέσεις ήταν κοινωνικά υπερβατικές – και εμφανίζονταν εμφανώς στα έργα συγγραφέων όπως το The Beautiful Room Is Empty του Edmund White και στις ιστορίες του John Preston για τα εφηβικά του χρόνια.

Αλλά ορισμένες αλλαγές παραδείγματος συνέβησαν στα τέλη του εικοστού αιώνα. Τα δεδομένα του σεξ μεταξύ των γενεών δεν αποκρύβονταν, αλλά – στη Δύση – οι γκέι άντρες κοιτούσαν για αιώνες στους Έλληνες για την επιβεβαίωση του έρωτα μεταξύ των γενεών και τη λατρεία την νεανικής ανδρικής ομορφιάς. Ο αισθητικός μετασχηματισμός που επήλθε με τον Oscar Wilde και την πρόσθεσης του camp στους κλασικούς, έγινε πιο ορατή μέσα από την καταστροφική του σχέση με έναν νεότερο άντρα, τον Lord Alfred Douglas. Η Γκέι Απελευθέρωση, φυσικά, ανήλθε ως ένα κίνημα σεξ και έρωτα, επιζητώντας να διευρύνει τις δυνατότητες για όλους τους ανθρώπους στα πεδία της επιθυμίας, της εξερεύνησης, του έρωτα, του φύλου και των σχέσεων. Η ηλικία συναίνεσης ήταν ένα κεντρικό θέμα στις συζητήσεις εκείνης της εποχής – με ομάδες όπως η Gay Youth και η North American Man/Boy Love Association (NAMBLA) να έχουν οργανωτικούς δεσμούς γύρω από το θέμα. Καθώς η κοινότητα ιδρυματοποιήθηκε, η NAMBLA – μια οργάνωση που πρέπει να επανα-ιστορικοποιηθεί – ήταν η πρώτη γκέι οργάνωση που εξαιρέθηκε, σε ένα πέλαγος ισχυρισμών, από το LGBT Center στη Νέα Υόρκη, μια διάκριση που μοιράστηκε μόνο με το New Alliance Party και τους Palestine Solidarity Activists (οι τελευταίοι αποκαταστάθηκαν μετά από διαμαρτυρίες χιλιάδων ατόμων για δύο χρόνια). Αλλά η απλή αναγνώριση του εφηβικού ανδρικού σεξ με ενήλικες άντρες, ως μια κοινή πλευρά της γκέι εμπειρίας – θα έλεγα – σταμάτησε απότομα, κατά την ανεπίσημη άποψή μου, λόγω τριών γεγονότων.

1. Αρχίζοντας από τα τέλη των 1980s, η Καθολική Εκκλησία βρέθηκε εμπλεγμένη σε σκάνδαλα. Και πάλι, αυτό είναι ένα συμβάν που χρήζει πραγματικής δουλειάς από ένα πραγματικό ιστορικό για να γίνει αντιληπτό σε ένα κουήρ πλαίσιο, αλλά η επί μακρόν σεξουαλική κακοποίηση από τους ιερείς άρχισε να εκτίθεται ευρέως. Έγινε σαφές ότι οι σεξουαλικοί περιορισμοί και οι κοινωνικές δυσλειτουργίες του κλήρου είχαν δημιουργήσει μια κουλτούρα στην οποία σημαντικό μέρος έπαιζε η σεξουαλική κακοποίηση. Σημαντικότερα, η ιεραρχία της Εκκλησίας είχε αποκαλυφθεί ότι ευνοούσε και ενθάρρυνε την κακοποίηση, καλύπτοντας κατηγορίες και τοποθετώντας τους κατηγορούμενους ιερείς σε άλλες θέσεις. Εντούτοις, πιστεύω ότι η πραγματική εκμετάλλευση από τους ιερείς έφτασε να συγχέεται με την παράλληλη πραγματικότητα της γκέι σεξουαλικής έκφρασης στον καταπιεστικό κόσμο του Καθολικισμού. Η γκέι επιθυμία για νεαρούς άντρες, που ζούσαν σε μια καταπιεστικά ομοφοβική κι εν τούτοις ανδροκρατική και ομοκοινωνική κουλτούρα της Καθολικής Εκκλησίας, είχε μέσα έκφρασης μέσα στην γκέι υποκουλτούρα της Εκκλησίας. Και καθώς κάποιες από αυτές τις σχέσεις είδαν το φως, έφτασαν να συγχέονται με κακοποίηση. Πιστεύω ότι η απόδειξη για αυτή τη σύγχυση είναι ότι η δημόσια συζήτηση για τις κακοποιήσεις των ιερέων δεν περιελάμβανε επίσης μια αναδυόμενη κατηγορία γκέι ανδρικής επιθυμίας και σεξουαλικότητα εντός της Εκκλησίας. Όλη η ανδρική σεξουαλικότητα στο πλαίσιο της Εκκλησίας πλαισιώθηκε ως “κακοποίηση” στη λαϊκή συζήτηση.

2. Γύρω στα 1990s, οι οικιακοί υπολογιστές καθίσταντο οικεία τμήματα των ζωών των μικροαστών ακόμα και τμήματος της εργατικής τάξης. Αναμφίβολα η εργοδοσία είχε μετατρέψει τα σπίτια σε χώρους εργασίας, πράγμα που παρενέβαινε στην ιδιωτικότητα. Και η ιδιωτικότητα η ίδια γνώριζε διακυμάνσεις καθώς επαφές, πληροφορίες και σχέσεις καθίσταντο διαθέσιμες με νέους τρόπους. Οι πραγματικοί φίλοι μπορούσαν να μπλοκαριστούν, ενώ ξένοι να γίνονται λάφυρο. Το Internet dating έκανε την σεξουαλική επαφή με τον “ξένο” αυξανόμενα εφικτή. Η διαθεσιμότητα του ιντερνετικού πορνό επέτρεπε στον οποιονδήποτε να δει οποιαδήποτε πράξη ή γυμνό σώμα για το οποίο είχε περιέργεια ή έλξη. Τόσο οι σεξουαλικές πραγματικότητες όσο και οι φαντασιώσεις φούσκωσαν. Και καθώς οι υπολογιστές διέκοπταν τις οικογενειακές σχέσεις και γίνονταν εργαλεία απόδρασης, οι σχέσεις των παιδιών με τους υπολογιστές έγιναν πεδίο σύγχυσης. Σε αυτό το περιβάλλον, το άγχος για την ενσωμάτωση των υπολογιστών, ως αντικείμενα ηδονής, στην καθημερινή ζωή άναψε τις φλόγες για δημόσιους πανικούς για “αρπακτικά του ίντερνετ” και άλλους εξωτερικούς ενήλικους κινδύνους για τα παιδιά. Η πιθανότητα για ον-λάιν αρπακτικά κατέστη εθνική εμμονή, με τα τηλεοπτικά προγράμματα να αφιερώνονται στην παγίδευση ανδρών. Φυσικά αυτή η εμμονή στους άγνωστους, ξένους ενήλικους που ήταν επικίνδυνοι για τα παιδιά μέσω των μηχανών θόλωνε τον πάντοτε παρόντα κίνδυνο που αντιμετωπίζουν τα παιδιά μέσα στα ίδια τα σπίτια τους.

3. Καθώς η κρίση του AIDS εξανάγκαζε μαζική γκέι ορατότητα, ειδικά μέσα από τα άλλοτε περιορισμένα μαζικά μέσα, οι πολιτικές της γκέι ευπρέπειας στον αγώνα για τον ομόφυλο γάμο έθετε ως προτεραιότητα εικόνες γκέι σχέσεων και σεξουαλικότητας βασισμένων στο κυρίαρχο ετεροφυλοφιλικό μοντέλο. Σε αυτό το σημείο καμπής της χιλιετίας, αυτές οι ιστορίες για επιθυμητό και θετικό γκέι ανδρικό σεξ διαμέσου των γενεών εξαφανίστηκε από τον δημόσιο λόγο. Ο γκέι γάμος έδωσε έμφαση στο λευκό κατάλληλο ζευγάρι, μια ψευδαίσθηση μονογαμίας και υπονοούμενης οροαρνητικότητας, ως τα πρότυπα μοντέλα. Αυτό ήταν μέρος της διαγραφής της έννοιας της κουήρ σεξουαλικής κουλτούρας ως κάτι διαφορετικού από τις ετεροφυλοφιλικές προσδοκίες και πρότυπα.

Της Sarah Schulman

Μια αγνότητα έλαμπε στα μάτια του

Τελικά, αυτά που μένουν για να θυμάται κανείς στη ζωή του είναι οι εμπειρίες. Οι εμπειρίες που προέρχονται μέσα από τις συναναστροφές του με άλλους. Έτσι θα μεταφερθώ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να διηγηθώ μια εμπειρία μου με έναν Βορειοηπειρώτη που μπορεί να ήταν κι Αλβανός. Αυτό, ίσως, να μην έχει και καμία σημασία. Ίσως, όμως, και να έχει…

Ένα βράδυ του χειμώνα που είχαμε και άφρες πολλές, εγώ κι ο φίλος μου ο Θωμάς, είπαμε να πάμε μια τσάρκα στο Βαρδάρι, όπως λέει και το τραγούδι. Αφού κάναμε μερικές βόλτες με το αμάξι του στους γύρω δρόμους, τις γνωστές οδούς Ταντάλου και Σαπφούς, είδαμε ότι δεν υπήρχε τίποτε το ενδιαφέρον για εμάς κι έτσι πήραμε το δρόμο προς το Σιδηροδρομικό Σταθμό.

Περνώντας, όμως, μπροστά από τα πρακτορεία Καστοριάς είδαμε να κάθεται και να περιμένει ένα πολύ ωραίο παιδί με τις τσάντες του. Όπα λέω! Εδώ είσαι Θωμά, φρενάρισε κι ο θεός βοηθός. Τον πλησιάσαμε με το αμάξι, του μιλήσαμε και μας είπε ότι περιμένει το λεωφορείο για την Καστοριά. Είχε, όμως, κλείσει το πρακτορείο, μιας και ήταν δέκα το βράδυ. Και τότε του λέω εγώ, θα περιμένει μέχρι αύριο εδώ; Έλα μέσα αγόρι μου να μην κρυώνεις… κι έτσι φύγαμε… Ήταν πραγματικά πολύ όμορφος, με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Ήταν από το Αργυρόκαστρο. Λένε ότι εκεί υπάρχει μια ράτσα που βγάζει πολύ όμορφα αγόρια με ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά. Το διαπίστωσα κι αργότερα.

Πήραμε το δρόμο για το σπίτι μου. Όση ώρα μιλούσαμε – όσο μπορούσαμε να συνεννοηθούμε – η αδρεναλίνη ανέβαινε, ο πόθος αυξανόταν κατακόρυφα. Ένας μικρός φόβος υπήρχε πάντοτε για το άγνωστο.

Φτάσαμε λοιπόν σπίτι μου, κι αφού καθίσαμε οι τρεις μας, τα είπαμε λίγο και κάποια στιγμή ο Θωμάς την έκανε για να μας αφήσει μόνους. Η επιθυμία μου να κοιμηθώ με έναν άνθρωπο με οδήγησε να μην πιέσω και πολύ τα πράγματα για να γίνει κάτι μεταξύ μας. Αφού κάναμε μπάνιο κι οι δυο, κατόπιν πήγαμε και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι μαζί. Η αίσθηση αλλά και η επιθυμία να κοιμηθώ με ένα αγόρι και μάλιστα γυμνοί, πραγματικά με έκανε να πετάω στα ουράνια από τη χαρά μου. Ένιωθα το καυτό κορμί που με αγκάλιαζε κι αυτό που αρκούσε. Έτσι κοιμηθήκαμε ως το ξημέρωμα.

Το πρωί, όταν ξυπνήσαμε, δεν άντεξα άλλο στον πειρασμό και του έκανα επίθεση· τον πήρα στο στόμα μου και κατόπιν με πόνεσε κι έτσι τελειώσαμε γλυκά. Δεν είχαμε πολύ χρόνο, έπρεπε να φύγουμε, εκείνος για Καστοριά κι εγώ για Σέρρες, μιας και ήμουν φοιτητής εκεί. Βγαίνοντας στην αυλή να φύγουμε, ακούω τη χήρα από πάνω να μας χαιρετάει. “Φεύγουν τα παιδιά!” την ακούω να λέει, η χήρα που πάντα με παρακολουθεί.

Παίρνουμε το λεωφορείο και φτάνουμε στο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Εκεί του προτείνω να του κεράσω μια μπουγάτσα, έτσι για ένα τελευταίο αντίο. Στο τέλος, τον πηγαίνω μέχρι το πρακτορείο Καστοριάς για να τον αποχαιρετήσω, και μόλις του πιάνω το χέρι με τραβά μπροστά στον κόσμο, μ’ αγκαλιάζει και μου δίνει ένα φιλί στο στόμα. Αυτό ήταν, μου κόπηκαν τα πόδια… Φεύγω ταραγμένος και δεν γυρνάω πίσω να δω. Παίρνω το λεωφορείο για Σέρρες και ζαλισμένος προσπαθώ να καταλάβω τι ήταν αυτό που μου συνέβη. Ήταν κάτι που ακόμα το θυμάμαι.

Από την εφημερίδα “Ο Πόθος”, τ.20, Καλοκαίρι 1998

Franco Basaglia: “Άρρωστος θεωρείται ο μη παραγωγικός”

Ο Franco Basaglia γεννήθηκε στη Βενετία το 1924. Φτάνοντας στην εφηβεία αποφασίζει να ασχοληθεί με την Ιατρική και αργότερα με την ψυχιατρική. Το 1958 γίνεται καθηγητής Ψυχιατρικής και το 1961 αποφασίζει να διευθύνει το ψυχιατρείο στην Γκορίτσια με σκοπό να αποδομήσει το άσυλο και να διαμορφώσει νέες εναλλακτικές κοινοτικές δομές. Ρίχνει τα κάγκελα του νοσοκομείου, καταργεί το διαχωρισμό μεταξύ αντρών και γυναικών και τις πρακτικές βίας που ασκούνται στους ασθενείς. Η τοπική αυτοδιοίκηση αντιδρά στις μεταρρυθμίσεις που φέρνει ο Basaglia, ο οποίος εγκαταλείπει έτσι το εγχείρημα για να ξεκινήσει μια νέα προσπάθεια στην Τεργέστη το 1971. Η αποασυλοποίηση στην Τεργέστη έμελλε να είναι και η πιο δυνατή στιγμή στην ιστορία της Ιταλικής Ψυχιατρικής (σσ. 13-18, Μπαζάλια, 2006).

Το 1978 ξεκίνησε στην Ιταλία η ψυχιατρική μεταρρύθμιση με εφαλτήριο την ψήφιση του νόμου 180. Ο θεσμός του ψυχιατρικού ασύλου, που είχε επικρατήσει στη Δύση από τον 19ο αιώνα κι έπειτα επιβεβαιώνοντας την ιατρικοποίηση της τρέλας, στην Ιταλία τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Ο νόμος 180 προέβλεπε την αποασυλοποίηση και την αντικατάσταση των ασύλων από δομές κοινοτικού τύπου. Κεντρικό πρόσωπο της μεταρρύθμισης αυτής δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το πρόσωπο Franco Basaglia (σσ. 13-18, Basaglia, 2006).

Ο Ιταλός ψυχίατρος έκλεισε το άσυλο της Τεργέστης και δημιούργησε Κέντρα Ψυχικής Υγείας, μονάδα επειγόντων περιστατικών στο νοσοκομείο. Το πιο σημαντικό είναι ότι το πρώην άσυλο ανακατασκευάστηκε σε πάρκο, διαμερίσματα για τους αστέγους και τους χρόνια ανάπηρους, καλλιτεχνικά εργαστήρια για την ενασχόληση των επωφελούμενων με την τέχνη και συνεταιρισμούς, όπου εργάζονταν οι ψυχικά ασθενείς (Basaglia, 2006). Υπήρχε, δηλαδή, μια εμφανής πρόθεση του Basaglia όχι απλά να καταργήσει το άσυλο, αλλά στη θέση του να δημιουργήσει μια «θεραπευτική κοινότητα», όρο που εισήγαγε ο ίδιος, η οποία θα ανταποκρινόταν πραγματικά σε όλες τις ανάγκες των ανθρώπων.

Piedmont region. Collegno near Turin. Psychiatric hospital.

Piedmont region. Collegno near Turin.
Psychiatric hospital.

Η επιτυχία της αποασυλοποίησης στην Ιταλία έγκειται στο γεγονός ότι η ριζοσπαστική κριτική στην ψυχιατρική ήταν πολύ συγκεκριμένη και ενταγμένη σε ένα ευρύτερο κίνημα, το κίνημα της Δημοκρατικής Ψυχιατρικής. Υπήρχε, δηλαδή, εξ αρχής μια ευρύτερη πολιτική και κοινωνική ιδεολογία για την ψυχιατρική, η οποία κυοφορούσε την στοχευμένη κριτική στα άσυλα με σκοπό την αποδόμησή τους. Το κίνημα αυτό ερμήνευε την τρέλα ως αδυναμία εκπλήρωσης αναγκών και δεν την συνέδεε επιφανειακά με τη φτώχεια. Δύο είναι τα καίρια σημεία κατά την περίοδο δραστηριοποίησης του Basaglia: το ένα είναι η άρνηση του να δει τον άρρωστο άνθρωπο σαν έναν μη κανονικό άνθρωπο και ο στόχος του να αποκαταστήσει την ανθρώπινη υπόστασή του και το δεύτερο είναι η θεώρηση της θεραπευτικής σχέσης ως πολιτικής και βαθιά εξουσιαστικής (Scheper-Hughes, & Lovell, 1986).

Ο μαρξισμός άσκησε μεγάλη επίδραση στο τρόπο σκέψης του Basaglia. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η ψυχιατρική παράγει μια ιδεολογία, η οποία θεσμοποιεί τη βία μέσω των ασύλων, και η οποία βία ασκείται έναντι των ανθρώπων που ανήκουν στην εργατική τάξη. Η ιδεολογία αυτή δομείται μέσω της ταξινόμησης των ασθενειών, της θεραπείας και των ρόλων ειδικού-ασθενή, που ορίζει το δυτικό μοντέλο ψυχιατρικής (Lovell, & Scheper-Hughes, 1986). Οι σχέσεις αυτές ανταποκρίνονται στο ίδιο μοτίβο σχέσεων που υφίστανται και εκτός ασύλου: η σχέση δούλου-αφέντη είναι αντίστοιχη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Σε μια καπιταλιστική κοινωνία, που είναι δομημένη με σκοπό την επέκταση της παραγωγής των αγαθών, όποιος δεν παράγει θεωρείται μη φυσιολογικός. Έτσι, ο άρρωστος εκλαμβάνεται ως ένας μη παραγωγικός εργάτης, εφόσον αναστέλλει τη νόρμα και για αυτό πρέπει να αποκλειστεί από τη ζωή. Αντιθέτως, η υγεία ευθυγραμμίζεται με την εργασία και την αποδοτικότητα. Πρόκειται για ένα δίπολο, μια απολυτοποίηση των αντιθέτων, που διαιωνίζεται και επικυρώνεται από την ψυχιατρική (σ.119-139, Basaglia, 2008).

Ο Basaglia προχωρά πέρα από τον Goffman και περιγράφει μια διπλή βία: αφενός το ψυχιατρικό άσυλο περιορίζει και ελέγχει κάθε πλευρά της καθημερινή ζωής των ατόμων και αφετέρου τα άτομα απογυμνώνονται από την αυτονομία τους και αντιδρούν σε αυτή την κατάσταση. Η βία και η επιθετικότητα των ασθενών που εκδηλώνεται μέσα στο άσυλο δεν είναι αρρώστια αλλά είναι το αποτέλεσμα των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα στο άσυλο, των σχέσεων του αποκλεισμού και του ελέγχου (Lovell, & Scheper-Hughes, 1986). Η εικόνα αυτή του επικίνδυνου ασθενή είναι μια πολιτισμική κατασκευή. Στην πραγματικότητα, οποιοσδήποτε αντιμετωπιζόταν σαν αντικείμενο και αντιδρούσε επιθετικά, θα μπορούσε να ανήκει στην κατηγορία αυτή που έχουν ενταχθεί οι ασθενείς. O σκοπός ύπαρξης των ασύλων είναι να διαφυλάττουν την τάξη της κοινωνίας και όχι να θεραπεύουν τους ασθενείς (Lovell, & Scheper-Hughes, 1986).

ITALY. Frioul. Trieste. Psychiatric hospital. 1979.

ITALY. Frioul. Trieste. Psychiatric hospital. 1979.

Ο αποκλεισμός των ανθρώπων στα άσυλα, σύμφωνα με τον Basaglia (2008), είναι στην πραγματικότητα σύμφυτος με την αποτυχημένη προσαρμογή των ανθρώπων στην πραγματικότητα. Η πραγματικότητα των ανταγωνιστικών συστημάτων, όμοιων των καπιταλιστικών, που δομούνται δηλαδή από ταξικές διαφορές, περιλαμβάνουν εσωτερικές αντιθέσεις που οι άνθρωποι δεν μπορούν να εξισορροπήσουν. Στο πλαίσιο αυτό των αντιθέσεων, υπάρχει η μια πλευρά, η ξένη πλευρά, η άγνωστη, εκείνη που είναι αδύνατο να κατανοηθεί και αυτή είναι που προκαλεί φόβο στους ανθρώπους. Έτσι, ο,τιδήποτε άγνωστο και ακατανόητο τοποθετείται στην περιοχή του κακού. Είναι δηλαδή σαν να έχει κατασκευαστεί μια πραγματικότητα, η πραγματικότητα του καλού και του κακού και σε εκείνη του κακού να έχουμε τοποθετήσει και περιχαράξει το φοβικό αντικείμενο. Το αντικείμενο αυτό για τους ψυχιάτρους είναι ο άρρωστος άνθρωπος, στον οποίο οποιαδήποτε πράξη μεταφράζεται ως άρρωστη. Οι ιατρικοί επιστήμονες ο,τιδήποτε δεν μπορούσαν να αφουγκραστούν, το όριζαν άρρωστο και το εξοστράκιζαν στη σφαίρα του μη κατανοητού και μη προσεγγίσιμου. Έτσι, ο ψυχικά ασθενής χάνει και την δυνατότητα αντίστασης απέναντι στην εξουσία των ψυχιάτρων και στον αποκλεισμό του, εφόσον και η αντίσταση του θεωρείται ασθένεια (σ. 169-179, Basaglia, 2008).

Οι φραγμοί που κατασκευάζονται για τους ψυχικά ασθενείς και οι θεσμοί βίας και καταστολής που τους εξαναγκάζουν να ζουν εντός των τοιχών, έχουν δημιουργηθεί από τους ανθρώπους που δεν έχουν καταφέρει να κατανοήσουν το δικό τους ξένο κομμάτι. Υπάρχει το δικό τους άγνωστο κομμάτι της σωματικότητάς τους, το οποίο δεν έχουν αποδεχτεί. Όταν δεν μπορώ να αποδεχτώ ένα κομμάτι του εαυτού μου, το αρνούμαι, το προβάλω στο σώμα του άλλου και τον απομονώνω. Η απομόνωση αυτή του άλλου, όμως, εμπεριέχει ακριβώς τον αποκλεισμό της δικής μου υλικότητας που δεν μπορώ να κατανοήσω. Έτσι, η μη κατανόηση της δικής μου εσωτερικής αντίφασης οδηγεί στην περιθωριοποίηση του σώματος του αρρώστου, το οποίο αντιμετωπίζεται ως ένα αντικείμενο δυσνόητο. Όπως αναφέρει ο Basaglia:

“Το σώμα του αρρώστου έχει γίνει το μόνο σημάδι ενός περάσματος: ένα κορμί ανυπεράσπιστο, μετατοπιζόμενο σαν ένα αντικείμενο από πτέρυγα σε πτέρυγα, που του εμποδίζεται- συγκεκριμένα και ρητά- η δυνατότητα να ξαναφτιάξει για τον εαυτό του ένα σώμα καθ’ εαυτό που να μπορεί να κατανοεί διαλεκτικά τον κόσμο· η δυνατότητα αυτή εμποδίζεται μέσω της επιβολής του μοναδικού, α- προβληματικού, χωρίς αντιφάσεις σώματος του ιδρύματος..” (σ. 49, Basaglia, 2008).

ITALY. Friuli Venezia Giulia region. Trieste. Psychiatric hospital. 1979.

ITALY. Friuli Venezia Giulia region. Trieste. Psychiatric hospital. 1979.

Ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ στο οποίο απεικονίζονται κάποιες πτυχές από τη ζωή των ανθρώπων στα άσυλα, είναι αυτό του Σταύρου Ψυλλάκη “Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν” (1998). Σε αυτό το ντοκιμαντέρ τίθενται προβληματισμοί για το κατά πόσον τα άσυλα εκπληρώνουν τον σκοπό τους, που είναι η θεραπεία ή όχι. Μέσα στο άσυλο η αρρώστια θεωρείται δυστύχημα και το άτομο που έχει ασθενήσει αποκόπτεται από την ιστορία του και από τη σχέση του με το σώμα του (Basaglia, 2008). Το ντοκιμαντέρ δείχνει μια ομάδα ασθενών που ζουν εντός των τοιχών, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στην τρέλα και την μη τρέλα και μια ομάδα που έχει βγει από το άσυλο και προσπαθεί να επανενταχθεί στην κοινωνία, χωρίς να διαθέτει κανένα εφόδιο προσαρμογής στην μετα-ασυλική πραγματικότητα, από την οποία για πολλά χρόνια ήταν κυριολεκτικά αποκομμένη. Ένας τρόφιμος του πρώην ψυχιατρείου των Χανίων, ο Γιώργος Κοκκινίδης, ο οποίος μάλιστα έχει εκδώσει και προσωπική ποιητική συλλογή αναφέρει στη συνέντευξη του στον Σταύρο Ψυλλάκη:

“Ξέρεις έχουμε στρατιωτικούς όρους, δηλαδή ορισμένες ώρες πρέπει να τις περάσουμε στο περίπτερο. Με το που θα πιούμε το γάλα και θα πιούμε τα φάρμακα ερχόμαστε κατευθείαν εδώ όλοι […]εδώ είναι ένα μικρό Βατικανό, ένα μικρό κράτος εν κράτει.. η ελευθερία καταπιέζεται και καταπατιέται εδώ μέσα […]Είναι μεγάλο πρόβλημα ο χρόνος όταν μπεις στην ψύχωση. Κατάρχήν έστω και λίγο είχε κάποιο προγραμματισμό η ζωή μου πριν τρελαθώ, είχε γιατί κάποια περίοδο έπαιζα σκάκι, τάβλι μόνος μου. Μετά την ψύχωση, ειδικά μετά το θάνατο του πατέρα μου ο χρόνος μου έγινε απεριόριστος, δηλαδή με πιέζει… εδώ μέσα κυλάνε οι ώρες και δεν ξέρω όταν κοιμάμαι είμαι καλά, όταν ξυπνάω δεν μπορώ να προγραμματίσω, δεν είμαι σαν εσένα που έχεις κάποια υποχρέωση, κάτι να δημιουργήσεις… Εδώ μέσα είμαστε… τα λιοντάρια στα κλουβιά προγραμματίζουν το χρόνο τους; Έτσι δεν είναι; Κάπως έτσι είναι..” (Ψυλλάκης, 1998).

O Franco Basaglia άφησε μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη για το πώς πραγματικά πρέπει να πραγματοποιηθεί μια Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Μέσα από προσωπικές συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν επισκεφτεί τις κοινοτικές δομές στη Τεργέστη, έμαθα ότι το βασικό χαρακτηριστικό των δομών αυτών είναι ότι δεν υπάρχουν κρεβάτια για τους ψυχικά ασθενείς. Οι “άρρωστοι” πλέον δεν διαμένουν μέσα σε κλειστά δωμάτια υπό επιτήρηση, αλλά επισκέπτονται την δομή και επιστρέφουν στην κοινότητα. Με αυτό τον τρόπο, βέβαια, κατασκευάζεται και ένα πεδίο γνώσης, που λέει ότι οι ψυχικά ασθενείς δεν χρειάζεται να νοσηλευτούν, γιατί αυτό που έχουν αντιμετωπίζεται ως μια στιγμή μέσα στο συνεχές της ζωής τους. Ακριβώς όπως πρέπει να αντιμετωπίζονται όλες οι ασθένειες κατά τον Basaglia. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Basaglia δεν στόχευε μόνο στο να ασκήσει κριτική και να αναλύσει την Ψυχιατρική επιστήμη, αλλά σημαντικό για εκείνον ήταν να προτείνει χειραφετικές πρακτικές και να δώσει ένα πρόταγμα στους ψυχικά ασθενείς και τους ψυχιάτρους, που είχαν εγκλωβιστεί στην εξουσία του βιοϊατρικού μοντέλου.

Βιβλιογραφία

  • Basaglia, F. (2008). Οι θεσμοί της βίας και άλλα κείμενα. Ειδική έκδοση των |Τετραδίων ψυχιατρικής” στα 30 χρόνια από το κλείσιμο των ιταλικών ψυχιατρείων. Αθήνα: Βιβλιοτεχνία.
  • Μπαζάλια, Φ. (2006). Εναλλακτική Ψυχιατρική: ενάντια στην απαισιοδοξία της λογικής, για την αισιοδοξία της πράξης. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
  • Scheper-Hughes, N., & Lovell, A. M. (1986). Breaking the circuit of social control: Lessons in public psychiatry from Italy and Franco Basaglia. Social Science & Medicine, 23(2), 159-178.
  • Ψυλλάκης, Σ. (Σκηνοθέτης & Παραγωγός). (1998). Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν [Ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους]. Ελλάδα: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Όλες οι φωτογραφίες ανήκουν στον Raymond Depardon και απεικονίζουν το άσυλο της Τεργέστης. Της Ελένης Περράκη. Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Δια-τάραξη