Latest Posts

pedophobic-discourses

Pedophobic discources

Από το 0151 #3 https://0151.espivblogs.net/tag/paidofovia/

Ιατροδικαϊικές αποφάνσεις

Ο/Η παιδόφιλος/η έχει οριστεί στο σημερινό σύστημα της σεξουαλικότητας, σαν το αρχέτυπο του διεστραμμένου ενήλικα. Ο παιδεραστής είναι το κατεξοχήν υποκείμενο που χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα υπέρ της θανατικής ποινής, για το οποίο η κοινωνία εμφανίζεται πάντα έτοιμη να στήσει τις λαιμητόμους της. Το παπάκι μπαίνει γιατί το νομικό και κοινωνικό στίγμα της παιδοφιλίας αφορά κάθε ενήλικο/η που αναπτύσσει ερωτική σχέση με ανήλικο/η, είτε είναι άντρας (cis και trans), είτε γυναίκα cis ή trans, είτε άντρας cis ή trans, η έμφυλη εμπειρία του δε χωράει στις έμφυλες ταυτότητες που έχει συγκροτήσει ιστορικά η πατριαρχία και έχει φυσικοποιήσει ο ιατροδικαιϊκός λόγος. Φυσικά η κάθε ταυτότητα φύλου έχει διαφορετικά προνόμια, προβληματικοποιείται με διαφορετικό τρόπο και βιώνει με διαφορετικό λόγο το στίγμα

Ταυτόχρονα η ίδια η περιγραφή της ταυτότητας του/της παιδόφιλου/ης είναι ένα σημείο που συναντιούνται με διαφορετικό τρόπο οι νομικές και ιατρικές αφηγήσεις. Η ψυχιατρική για να χτίσει το παθολογικό προφίλ της ασθένειας της παιδοφιλίας έχει τυποποιήσει κατά καιρός τους παιδόφιλους ως αριστερόχειρες, δεν έχουν αρκετή φαιά ουσία, είναι χαμηλής νοημοσύνης, (δεν αποδίδουν στα τεστ!) και είναι κοντοί.

Αυτά για όσους νομίζουν ότι η ψυχολογία έχει εγκαταλείψει την απροκάλυπτα ρατσιστική μεθοδολογία της εξέτασης βιομετρικών στοιχείων για την εξαγωγή συμπερασμάτων, που φυσικά χρησιμοποιούνται από πραγματογνώμονες ως επιχειρήματα σε δικονομικό επίπεδο. Παιδόφιλοι σύμφωνα με το DSM IV TR θεωρούνται όσοι/ες είναι πάνω από 16 και χαρακτηρίζονται από ισχυρό αποκλειστικό ή μη σεξουαλικό ενδιαφέρον για παιδιά κάτω από 13 ετών. Όσον αφορά τις διαγνώσεις εφήβων θεωρείται προϋπόθεση η 5 ετών διαφορά ηλικίας μεταξύ των ανήλικων. Ο ελληνικός ποινικός κώδικας χρησιμοποιεί το γνωστό όρο αποπλάνηση ανηλίκου στο άρθρο 339 και προβλέπει κάθειρξη σε όποιον προβαίνει σε ασελγή πράξη με ανήλικο, η οποία επιβαρύνεται σε ποινή τουλάχιστον 10 ετών αν ο ανήλικος είναι κάτω από 10 ετών, – μειώνεται σε κάθειρξη μέχρι 10 ετών αν είναι από 10 μέχρι 13 και σε φυλάκιση μέχρι 2 ετών αν ο ανήλικος είναι είναι από 13 έως 15. Ο ίδιος κώδικας διατηρεί στο άρθρο 347 ΠΚ μια ανοικτή ετεροσεξιστική διάκριση που ανεβάζει το ηλικιακό όριο για ομοφυλοφιλικές σχέσεις στα 17. Η νομική έννοια που χρησιμοποιείται είναι της ασέλγειας δεν έχει να κάνει με τη συναίνεση σε μια ερωτική πράξη, με την ύπαρξη ή όχι παραβιαστικής σεξιστικής συμπεριφοράς, απο καποι@ από τ@ς συμμετέχ@ς αλλά αφορά έναν τρόπο σωματικής/σεξουαλικής ικανοποίησης που θεωρείται μη-ηθικός και παράνομος, στα πλαίσια που ορίζει η κυρίαρχη πατριαρχική και ετεροκανονική οπτική. Και η τελευταία είναι αυτή που θεσμίζει και ενισχύει την κουλτούρα του βιασμού.

Η γενεαλογία του βιασμού

Για να κατανοήσουμε το ζήτημα θα πρέπει να κάνουμε μια γενεαλογία της έννοιας του βιασμού, στον πολιτικοδικαϊικό λόγο. Η πατριαρχική της σημασία ιστορικά δεν είχε να κάνει με οποιαδήποτε αναγνώριση της γυναικείας επιθυμίας και επιλογής. Σχετιζόταν με την παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ενός άλλου άνδρα του πατέρα ή του συζύγου.

Αυτή η σημασία στα πλαίσια της μετάβασης από το σύστημα της συγγένειας στο σύστημα της σεξουαλικότητας, φυσικοποιήθηκε μέσα από την εγκληματολογία και την αναπαράσταση του βιαστή ως ψυχικά διαταραγμένου άνδρα. Οι φεμινισμοί μέσα από τους αγώνες τους πήραν πίσω αυτή τη λέξη από τον ανδρικό λόγο και τη μετασχημάτισαν με τρόπο που να ενισχύει την πάλη για την ενδυνάμωση, την αυτονομία και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών cis και trans και ευρύτερα των ομοφυλόφιλων, των μη-ηγεμονικών αρρενωποτήτων. Ο βιασμός, λοιπόν, έπαψε να είναι γίνεται αντιληπτός ως επίθεση σε μια πατριαρχικά και Ιδιοκτησιακά οριζόμενη τιμή αλλά ως το αποκορύφωμα της ανδρικής πολιτικής εξουσίας πάνω στα σώματα των γυναικών. Από φεμινιστική σκοπιά το πρόβλημα δεν είναι μια μειονότητα παθολογικών διεστραμμένων που δεν μπορούσαν να πειθαρχήσουν στη τάξη του λόγου και του πολιτισμού αλλά ο ίδιος ο πολιτισμός της πατριαρχίας που στηρίζεται πάνω στο εξαναγκαστικό σεξ και στην καθυπόταξη κάθε θηλυκής υποκειμενικότητας. Αυτοί είναι και η διαχρονική ριζοσπαστική αξία του συνθήματος «οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική είναι οι άντρες οι καθημερινοί». Η κουλτούρα του βιασμού είναι εγγεγραμένη στον τρόπο που χτίζεται η ετεροκανονική αντρική σεξουαλικότητα. Το να μπορούν να απειλήσουν ή να έχουν τη δυνατότητα όταν θέλουν να γίνουν θύτες βιασμού είναι ένα προνόμιο που η πατριαρχία σαν πολιτικό σύστημα αποδίδει σε όλους τους straight cis άντρες ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, αρτιμέλειας, μόρφωσης, τάξης, ψυχικής ισορροπίας κλπ. Αυτή η παραδοχή ακυρώνει την πατριαρχική επιχειρηματολογία που ισχυρίζεται ότι ο βιασμός είναι δείγμα ανανδρίας, ελλειπούς αρρενωπότητας, ζωώδους συμπεριφοράς, απουσίας της νηφαλιότητας και της κριτικής σκέψης πρέπει να διέπει έναν πολιτισμένο λευκό straight cis άντρα. Αυτό τον αποικιοκρατικό τρόπο σκέψης της ρατσιστικής εμφυλοποίησης του άλλου τη χρησιμοποιεί κατά κόρον στα 190 χρόνια της ύπαρξης της και η ελληνική αρρρενωπότητα, κατασκευάζοντας την αφήγηση για τούρκους, αλβανούς, μουσουλμάνους, νιγηριανούς κλπ., βιαστές που απειλούν τις ελληνίδες και τα ελληνόπαιδα. Το έθνος είναι άλλωστε το κατεξοχήν έδαφος συγκρότησης της σύγχρονης πατριαρχίας. Και ο βιασμός των γυναικών του εχθρού είναι όπλο για την ταπείνωσης του όπως μας έχει διδάξει πάνω απ’ όλα η η ίδια η ιστορία του ελληνικού στρατού τακτικού ή μη στην τριπολιτσά, στα γιαννιτσά, στη σμύρνη και σε πολλά άλλα αναρίθμητα παραδείγματα.

Το ετεροσεξιστικό background

Γενεαλογικά η ταξινόμηση και ταυτοποίηση της παιδοφιλίας ως διαστροφή εχει δομηθεί πάνω στον ετεροσεξισμό. ΓΙ ‘ αυτό άλλωστε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες η ίδια λέξη περιγράφει τον παιδεραστή και τον ομοφυλόφιλο άντρα π.χ. στα γαλλικά η λέξη pede σημαίνει και αδερφή. Η παιδαγωγικοποίηση του παιδικού σεξ, εκτός από απαγόρευση και εξονυχιστική επιτήρηση του αυνανισμού των αγοριών, σήμαινε και τον εξονυχιστικό έλεγχο των ορμών τους, προκειμένου να μην οδηγηθούν σε πρακτικές δαπάνης που θα έβαζαν σε κίνδυνο την υγιή ανάπτυξη του πληθυσμού, την ευρωστία της φυλής. Ο στιγματισμός ειδικά του έρωτα αγοριών/αντρών σαν παρά φύσει στοιχείο βαρβαρότητας που εναντιώνεται στην ανερχόμενη τάξη του λόγου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διαφωτισμού, σαν βάρβαρο δείγμα μεσαίωνα, άγνοιας, νοσηρότητας και σκοταδισμού κατέστη απαραίτητο μέρος του οικουμενικού βικτωριανού προτάγματος που καθόρισε τη μορφοποίηση της πατριαρχίας του συστήματος της σεξουαλικότητας.

Αυτό το λέμε γιατί στο μη-χριστιανικό κόσμο σε αρκετά συστήματα συγγένειας ο έρωτας άντρα/αγοριού παρέμενε ακόμα επίσημο μέρος της τελετουργίας μύησης της ενηλικίωσης, μέρος της εξέλιξης του νέου άντρα. Κι αν ακόμα ο χριστιανισμός επέβαλλε την καθολική προβληματικοποίηση των ηδονών της σάρκας εκτός του γάμου και των τελετών ένωσης ομοφύλων μέχρι της απαρχές της νεωτερικότητας, δηλαδή τη μεταρρύθμιση / αντιμεταρρύθμιση και τη συστηματική εξόντωση αιρετικών, μαγισσών κλπ τόσο στην ανατολή όσο κι στη δύση, σαν πρακτική στα μοναστήρια και στις μαθητείες των συντεχνιών η ερωτική αυτή τελετουργία συνέχιζε να ανθίζει όπως δείχνουν τα στοιχεία για τα σκάνδαλα. Στην πράξη η συγκρότηση του συστήματος της σεξουαλικότητας και της ρυθμιστικής του λειτουργία ήταν αλληλένδετη με την παραγωγή μιας παρατεταμένης παιδικής ηλικίας, που χρήζει εξονυχιστικής προστασίας, μέριμνας και φροντίδας.

Pedophobic discourse

Όλα αυτά δε γράφονται για να εξιδανικεύσουν την παιδοφιλική ταυτότητα σαν επαναστατική, ούτε να παρουσιάσουν την παιδοφιλική σχέση σαν τον τόπο της απελευθέρωσης μιας καταπιεσμένης από την κοινωνία των ενηλίκων παιδικής σεξουαλικότητας. Ξεκινάει από ένα ενδιαφέρον για το πως το κυνήγι παιδόφιλων συσπειρώνει τον εθνικό κορμό. Το παιδί και ο έφηβος μέσα στην ελληνική οικογένεια δε μαθαίνει ότι ανήκει στον εαυτό του και να διεκδικεί την ευθύνη της ελευθερίας του στις σχέσεις που δημιουργεί. Εδαφικοποιείται η εμπειρία του στο μαμά-μπαμπάς-εγώ και στις ναρκισσιστικές εμπειρίες υπερπροστασίας που συνοδεύουν. Μαθαίνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στην κανονιστικότητα του φύλου, του έθνους, της εργασίας/κατανάλωσης, και οποιαδήποτε απόκλιση από τις νόρμες συνοδεύεται από αίσθημα αποκλεισμού και αυτοματαίωσης. Γενικά νιώθει ότι αν αποκλίνει τότε η ζωή του δεν αξίζει να βιωθεί.

Για μια γενική αποπαθολογικοποίηση

Αν θέλουμε στην πολλαπλότητα και στην ποικιλία των βιωμάτων καταπίεσης τότε δεν μπορούμε να έχουμε ουσιοκρατική αντίληψη για τη σεξουαλικότητα, να τη θεωρούμε a priori είτε μέσο χειραφέτησης είτε καταπιεστικό μηχανισμό της πατριαρχίας. Η διατύπωση ότι είναι ένα ανοικτό πεδίο γύρω από το οποίο εκτυλίσσονται στρατηγικές εξουσίας και αντίστασης βοηθάει περισσότερο τη συμπερίληψη όσο περισσότερων εμπειριών καταπίεσης και χειραφέτησης είναι εφικτό. Αν η πατριαρχία προτιμά να ελέγχει τις σεξουαλικές πρακτικές μέσω της παθολογικοποίησης και της εγκληματολογίας, ο φεμινισμός αντιπροτείνει την πολιτικοποίηση της σωματικής/ερωτικής ηδονής. Η ρυθμιστική κλίμακα που θέτει δε βασίζεται στην κλίμακα υγεία/ασθένεια, αλλά στην υπευθυνότητα, στη συναίνεση, στον αλληλοσεβασμό, και στην ενσυναίσθηση των προνομιών που έχει ο καθένας και η καθεμία από μας. Αντίθετα έννοιες στιγματισμένες συστημικά όπως: ανωμαλία, διαστροφή, ασθένεια κλπ. τις παίρνουμε πίσω και τις καθιστούμε θετικές. Η τερατοποίηση της παιδοφιλίας θυματοποιεί τα παιδιά αντιμετωπίζοντας τα ως μη-πρόσωπα, ανίκανα να έχουν τη δική τους συνειδητή επιθυμία. Στην πραγματικότητα αυτός ο λόγος λέει ότι πριν την ηλικία που ορίζει το κράτος ή/και έστω τη συνθήκη που ορίζει η κυρίαρχη ψυχολογία ταξινομεί ως εφηβεία κάποι@ δεν έχει δικαίωμα να κρίνει πότε θα πουν ναι και πότε όχι. Με αυτό τον τρόπο εγγράφει στα σώματα τους τη σύγχυση, το φόβο, την ενοχή που διευκολύνει την κακοποίηση τους.

Γιατί αν σε μια κοινωνία που η σεξουαλικότητα αποτελεί μια τόσο ισχυρή εξουσία στο πεδίο του λόγου, τα παιδιά δεν μπορούν να μιλήσουν για τη δική τους καύλα, και μαθαίνουν ότι αυτό είναι ένα προνόμιο που αφορά τους ενήλικες; τότε δε νιώθουν και καθόλου άνετα να μιλήσουν για μια παραβιαστική πρακτική που υφίστανται τα σώματα τους ούτε μαθαίνουν πως να εκφράσουν μια ενδεχόμενη δική τους ερωτική διέγερση απέναντι στα σώματα των άλλων. Μια συγκρότηση ερωτικών υποκειμένων που εναντιώνεται στην κουλτούρα του βιασμού δεν μπορεί να βασίζεται παρά στις ρητές συναινέσεις. Γι’ αυτή τη ρητότητα δεν αρκεί η τυπικότητα της λεκτικής επικοινωνίας, αλλά απαιτείται να αποτυπώνεται και μέσα από τη γλώσσα του σώματος.

Η διαφορά είναι εμφανής. Η απόσταση ανάμεσα σε δυο στόματα που φιλιούνται με πάθος ακόμα κι αν δεν έχει προηγηθεί καμία συζήτηση με ένα χέρι που χαϊδεύει επίμονα ένα κορμί που επιδιώκει να απομακρυνθεί ή που παγώνει στην ακινησία είναι τεράστια. Χωρίς φυσικά να ξεχνώ ότι ακόμα κι όταν υπάρχει τυπικά ρητή συμφωνία η περίπτωση της παραβίασης δεν ακυρώνεται, γιατί μπορεί να είναι και αυτή προϊόν εκβιασμών ή προνομίων και να μην αποτυπώνει μια ουσιαστική συναίνεση. Το κείμενο αυτό δε σκοπεύει να ορίσει σε ποια ηλικία μπορεί να ορίσει κάποιος/α/ο τη συναίνεση του/ης για σεξουαλικές πρακτικές. Η άποψη μου άλλωστε λαμβάνει υπόψη το βίωμα κάποιων που επιλέγουν να είναι asexual και δε δίνουν αυτή τη συναίνεση σε όλη τους τη ζωή. Ούτως ή άλλως μια αντίληψη του ερωτισμού που εναντιώνεται στο φαλλογοκεντρισμό δεν ταυτίζει το σεξ αναγκαστικά ούτε με τη διείσδυση, την εκσπερμάτιση, το πέος, τον προστάτη, τον πρωκτό, την κλειτορίδα αλλά αντιθέτως το βλέπει σαν μια εντελώς υποκειμενικά οριζόμενη σωματική ηδονή και έκσταση. Το σύνθημα λευτεριά στα αιχμάλωτα όργανα του σώματος διατηρεί την επικαιρότητα του.

Όταν γενικότερα στα πλαίσια μιας φεμινιστικής πολιτικής ασκούμε κριτική στο σεξισμό και στις παραβιαστικές συμπεριφορές που απορρέουν από αυτόν στις ερωτικές σχέσεις δίνουμε κεντρική σημασία στην έννοια του προνομίου. Η ενσυναίσθηση και η αυτοαμφισβήτηση του προνομίου από όσους/ες το έχουν είναι βασικός όρος για να ενδυναμωθούν και να πάρουν περισσότερο χώρο όσοι/ες τον στερούνται: οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι/ες, οι τρανς, οι sexworkers, οι μετανάστες/τριες, οι μη-λευκοι/ες, οι ανάπηροι/ες κλπ. Τα προνόμια συνδέονται με σχέσεις συστημικής κυριαρχίας. Μπορεί να εκφράζονται μέσα από την ένταξη στην κυρίαρχη εθνική ταυτότητα, την ταξική υπεροχή, με τη λευκότητα, στην αρρενωπότητα, την αρτιμέλεια, την ικανότητα κλπ. Φυσικά κάθε σύστημα εξουσίας παράγει διαφορετικού είδους διακρίσεις και διαφορετικής έντασης αποκλεισμούς και έχει την ιδιαίτερη ιστορία του για να αποφύγουμε τη σχετικοποίηση. Πρέπει να επισημανθεί πως αυτά τα προνόμια δεν υπάρχουν εντελώς αυτόνομα αλλά αλληλοδιαπλέκονται χωρίς να ταυτίζονται μεταξύ τους.

Στην περίπτωση της παιδοφιλικής σχέσης ο ενήλικας έχει ξεκάθαρα το προνόμια της εμπειρίας και της ηλικίας. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι κάθε τέτοιου είδους σχέση είναι καταχρηστική. Ίσα-ίσα είναι δική του ευθύνη στις όποιες ερωτικές σχέσεις κάνει με παιδιά, να αφήνει χώρο στις δικές τους επιθυμίες και να ενδιαφέρεται συνολικά για την ενδυνάμωση τους. Επίσης σε μια τέτοια σχέση τα παιδιά θα είναι πάντα αυτά τα οποία θα κρίνουν αν είναι ισότιμα μέλη εάν υφίστανται κακοποίηση, ή η σωματική ηδονή στην οποία συμμετέχουν είναι καταχρηστική, και μια φεμινιστική διαπαιδαγώγηση έχει ακριβώς στόχο να τα καταστήσει ικανά να επικοινωνούν τι θέλουν και τι όχι και να αναλαμβάνουν την ευθύνη της επιθυμίας τους απ’ την πιο μικρή ηλικία.

Στην πραγματικότητα η ηλικιστική πατριαρχική κοινωνία αρνείται να εντάξει τα παιδιά ως ισότιμα αλλά διαφορετικά μέλη μέσα στις διάφορες κοινότητες. Τα παιδιά μέσα στη σύγχρονη κυριαρχία δεν κοινωνικοποιούνται παρά μόνο μέσα από προκαθορισμένες κανονονιστικότητες, το φύλο, το έθνος ή κατανάλωση/εργασία. Οι θεσμοί της οικογένειας και του σχολείου τα εκπαιδεύουν σε αυτές ακριβώς τις κανονιστικότητες κακοποιώντας τα.

Μόνο και μόνο η εκπαίδευση για τα σώματα που γεννιούνται με αρχίδια για να γίνουν αγοράκια και straight cis άντρες και για τα σώματα που γεννιούνται με αιδοίο να γίνουν straight cis γυναίκες εμπεριέχει τεράστια βία και αποκλεισμούς, ιδίως για όσ@ς δε χωρούν τελικά σε αυτές τις τόσο αυθαίρετες ταυτότητες. Ο περί σεξουαλικότητας λόγος κατατρέχει τα παιδιά από όταν ταξινομούνται ως αγοράκια και κοριτσάκια στο μαιευτήριο από τις γαλάζιες και ροζ κούνιες, όμως εντάσσονται σε αυτόν δια του αποκλεισμού τους. Ο λόγος περί φύλου, ακόμα κι όταν αποκτούν τη δυνατότητα της ομιλίας, είναι στα χέρια των ενηλίκων. Γιατί αυτό που τους διδάσκουν πως είναι ο ερωτισμός δεν είναι παρά κατι που τους αφορά μόνο σαν παρωδία μιας εξιδανικευμένης ρομαντικής ενήλικης ετεροκανονικότητας, πως μπορούν να αξιολογήσουν την ηδονή που αντλούν – αν την αισθάνονται – από την επαφή με τα άλλα σώματα συνομήλικων, μικρότερων, μεγαλύτερων ήδη από τη νηπιακή ηλικία. Τους δίνεται η δυνατότητα να μαθαίνουν να λένε ναι σε ό,τι τα ευχαριστεί και όχι σε ότι βιώνουν ως παραβιαστικό και προσβλητικό; μαθαίνουν επίσης να σέβονται τα όχι των άλλων; Μαθαίνουν να αναγνωρίζουν αυτό το βίωμα, ή φτάνουν 20, 30, 40, 80 χρονών και αισθάνονται ενοχές και έχουν ακόμα σύγχυση για το τι είναι φλερτ και τι είναι σεξουαλική παρενόχληση; Το ηλικιακό όριο στη συναίνεση για ερωτικές σχέσεις όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν εκφράζει παρά την ετεροσεξιστική αντίληψη: σεξ ίσον διείσδυση και σπέρμα ίσον κόλπος και πρωκτός έτοιμοι για οργασμό. Ε όχι, το τι ορίζει ο καθένας η καθεμία και το καθένα ως σεξ είναι βιωματική του υπόθεση!

Το ηλικιακό όριο και η κατασκευή της παιδικής αθωότητας στην ουσία ενισχύει τη σύγχυση στα παιδιά γύρω από τα βιώματα τους και τις ενοχές γύρω απ’ τις όποιες εγείρονται οι επιθυμίες τους. Η παιδική αθωότητα δε σημαίνει παρά εκπαίδευση στην έμφυλη ιεραρχία από την κούνια, τιμωρία για την απόκλιση από την κανονικότητα και εκμάθηση στο προνόμιο της ηγεμονικής αρρενωποτητας μέσα από το bullying, σημαίνει διάχυση της αντίληψης ότι το σεξ είναι μέσο τιμωρίας, επιβολής, μια απειλή και όχι παιχνίδι και μέσο εξοικείωσης. Σκατά λοιπόν στην παιδική αθωότητα. Αν ζητούμε την κατάργηση της παιδαγωγικοποίησης του παιδικού σεξ είτε στην ατομική εκδοχή είτε στην ομαδική είναι ακριβώς κάτι που αφορά μια διαθεματική φεμινιστική εκπαίδευση των σωμάτων μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε, για να ξέρουμε ότι το φύλο και το σεξ είναι κάτι που μας αφορά και η όποια επιθυμία μας δε νομιμοποιεί κανέναν και καμία να μας ταπεινώνει να μας προσβάλλει και να μας επιτίθεται. Τα παιδιά να αναπτύσσονται χωρίς να κατηγοριουποιούνται σαν αγοράκια ή κοριτσάκια και μέσα από τα ερεθίσματα που λαμβάνουν στα πρώτα χρόνια της ζωής, στις πρώτες καύλες τους με τα σώματα που αισθάνονται οικεία να σχηματίζουν μια αναπαράσταση για τον έμφυλο εαυτό τους και να ξεκινούν από τώρα. Και αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να πέσει το κράτος για να γίνει. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από τώρα…

Όψεις της καθημερινής παιδοφοβίας

Γενικά ζούμε σε μια κοινωνία που μισεί τα παιδιά. Η θεαματική λατρεία της παιδικότητας και της νεότητας δεν είναι παρά μια έκφραση υποτίμησης των πρώτων χρόνων της ζωής μας, και της πλήρους άρνησης κάθε ίχνους αυτονομίας μας σε αυτή την ηλικία. Τα παιδιά δε μαθαίνουν να έχουν τον έλεγχο και την αυτοδιάθεση των σωμάτων τους. Αναπτύσσονται για να επιτελούν κάποιες προκαθορισμένες κανονιστικότητες, του φύλου τους, του έθνους τους, της εργασίας/κατανάλωσης μέσα από τις οποίες θα συγκροτήσουν τον εαυτό τους. Επίσης μαθαίνουν να εξουσιάζονται συναισθηματικά από συγκεκριμένους ενήλικες. Με αυτόν τον τρόπο η εμπειρία τους εδαφικοποιείται στο μπαμπάς-μαμά-εγώ και στις ναρκισσιστικές επενδύσεις που εγγράφει αυτή η σχέση. Η πατριαρχία, η ιατρική και το δίκαιο βαπτίζουν από τη στιγμή που γεννιούνται τα σώματα με αρχίδια ως αγόρια και τα σώματα με αιδοίο ως κορίτσια και τα εκπαιδεύουν στους αντίστοιχους ιεραρχημένους έμφυλους ρόλους μέσα από απαγορεύσεις και αποκλεισμούς. Όταν η εμπειρία τους οριοθετείται εξαρχής σε αυτές τις αυθαίρετες ταυτότητες, πόση δυνατότητα έχουν τα παιδιά να ορίσουν τα σώματα και τις επιθυμίες με τους δικούς τους τρόπους; Όταν ένα παιδί μαθαίνει ότι η ερωτική επιθυμία είναι κάτι που δεν αφορά την ηλικία του, τότε πως θα μάθει να οριοθετεί το προσωπικό του χώρο, να εκφράζει μια επιθυμία αγάπης και οικειότητας, να λέει όχι όταν δε θέλει κάτι και να σέβεται τα όχι των άλλων; Η πατριαρχία ορίζει το φύλο ως μηχανισμό ιεράρχησης, και τη σεξουαλικότητα ως πολιτική επιβολή στο σώμα του άλλου. Γι’ αυτό η δυνατότητα για συναινετικό ερωτικό παιχνίδι με τα άλλα παιδιά ή με τους ενήλικες υπάρχει μόνο σαν παραβατική πράξη οι κανόνες της οποίας συγκροτούνται με καταχρηστικό και βίαιο τρόπο. Σε μεγάλο βαθμό η κοινωνικοποίηση γίνεται μέσω του bullying, το οποίο δεν είναι ποτέ ουδέτερη μορφή τραμπουκισμού σε σχέση με τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας. Οι ειρωνείες μεσω των οποίων συγκροτούνται οι ιεραρχίες στις παιδικές παρέες, αφορούν ξεκάθαρα τις αποκλίσεις σε σχέση με τα πρότυπα του φύλου, και οι βρισιές που έχουν πληγώσει τα σώματα των περισσότερων από μας στο δημοτικό και στο γυμνάσιο είχαν να κάνουν με την επικύρωση του ανδρικού ή του γυναικείου ρόλου.

Αν μιλήσω για τη δική μου ηλικία, πριν ανακαλύψω την ουσία του φύλου και τι σημαίνει αυτό το «είσαι αγόρι, πρέπει να γίνεις ένας σωστός straight cis άντρας», αισθανόμουν έντονη καύλα για τα σώματα τόσο των αγοριών όσο και των κοριτσιών, ενηλίκων και ανηλίκων. Το να συγκροτείς βέβαια ένα λόγο για τη σεξουαλική ζωή της παιδικής σου ηλικίας ως ενήλικας, αν τη θυμάσαι, εμπεριέχει το κίνδυνο της προβολής τωρινών επενδύσεων/επιθυμιών σε αυτή. Παρόλ’ αυτά επειδή τα πρώτα βιώματα της ζωής μας είναι κομμάτι του εαυτού μας και της διαδρομής μας για την οποία εν τέλει έχουμε προσωπικοπολιτική ευθύνη, έχει νόημα να τα αναστοχαστούμε και να προσπαθήσουμε να τα θέσουμε σε διεργασίες κριτικής που δεν τις διανοούμαστε όταν τα ζούσαμε. Προσωπικά έχω αρκετές έντονες μνήμες από τα παιδικά ακόμα και τα όψιμα νηπιακά μου χρόνια. Όπως τα περισσότερα παιδιά της εποχής με πέος και αρχίδια, μου έμαθαν ότι ανήκω σε μία ομάδα που περιγράφεται ως αγόρια, ότι πρέπει να φοράω παντελόνια, να παίζω αγορίστικα παιχνίδια, ποδόσφαιρο, στρατιωτάκια, ξύλο κλπ.), να σιχαίνομαι το ροζ και να θεωρώ κάτι υποτιμητικό τις κούκλες, το μακιγιάζ, το λίκνισμα των γοφών κλπ. Όλες αυτές οι προσταγές, απαγορεύσεις που σχετίζονταν με το φύλο, μου προκάλεσαν τότε έντονους φόβους και τραύματα κατά την περίοδο που της εσωτερίκευα.

Πούστης θα μου βγεις ρε;

Χωρίς να έχω συγκροτημένη συνείδηση μιας σεξουαλικής ταυτότητας ή να έχω καταλάβει ακριβώς τι σήμαινε η έμφυλη ταυτότητα αγόρι και άντρας που μου φορούσαν όταν ήμουν παιδί είχα ιδιαίτερη περιέργεια για τα σώματα των γύρω μου και για την απόλαυση που προκύπτει από το άγγιγμα, το χάδι και την επαφή μαζί τους. Στα σώματα των ενηλίκων και στα μέλη τους με έλκυε πολύ το πόσο μεγαλύτερα ήταν σε σχέση με μένα. Δε μ’ ενδιέφερε αν ήταν αντρικά ή γυναικεία. Μου άρεσε να χαϊδεύουν το μικροσκοπικό σώμα τα τεράστια στο βλέμμα μου χέρια και πόδια τους και να τους επιστρέφω το χάδι. Μεγαλύτερη περιέργεια μου προκαλούσαν τα απόκρυφα σημεία τους. Αν και δεν το κατανοούσα τότε βίωνα στο πετσί μου αυτό που τώρα περιγράφω ως κανονιστική προσταγή από την οικογένεια να πειθαρχήσει το σώμα στην ετεροφυλόφιλη επιθυμία.

Ο φόβος των γονιών μου μην παρεκκλίνω από την ετεροκανονικότητα ήταν κάτι ιδιαίτερα αισθητό ως ανάμνηση. Η μάνα μου μιλούσε από πριν κλείσω τα πέντε για το σεξ και για το πως γεννιούνται τα παιδιά και με νουθετούσε από τότε να παντρευτώ μια καλή κοπέλα με θρησκευτικό γάμο για να της κάνω εγγόνια. Όπως έχει επισημάνει σωστά η butler η απαγόρευση της ομοφυλοφιλίας είναι το ισχυρότερο και πιο πρωταρχικό taboo. Από αυτό επικαθορίζεται η απαγόρευση της αιμομιξίας. Γι’ αυτό άλλωστε και η φροϋδική αντίληψη για την πρωτοκαθεδρία του οιδιπόδειου συμπλέγματος είναι δομικά ετεροσεξιστική γιατί ξεκινά από τον αποκλεισμό της δυνατότητας του παιδιού να νιώσει έλξη για το γονιό του ίδιου φύλου. Στην ουσία το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν είναι παρά η φυσικοποίηση των συνεπειών της straight εκπαίδευσης των παιδιών. Ένα σκηνικό στο απομεσήμερο καλοκαιριού. Όλη η οικογένεια τρώγαμε μαζί. θυμάμαι τους γονείς, τους θείους και τις θείες να συζητούν εύθυμα. Τότε ήμουν 5.5 ετών. Ο ξάδερφος μου ήταν 15.5. Είναι από τα ελάχιστα σκηνικά αυτής της εποχής που θυμάμαι με ακρίβεια. Τον έβλεπα την ώρα που έπαιζα ξαπλωμένο στο καναπέ ημίγυμνο να φοράει μόνο ένα σλιπάκι, θέαμα που μου άρεσε, μου φάνηκε ελκυστικό. Στο σλιπάκι διαγραφόταν καυλωμένος ο πούτσος του. Ακόμα δεν είχα την ανατομική δυνατότητα πλήρους στύσης, και είναι πρώτη μου ανάμνηση για το πως είναι ένας καυλωμένος πούτσος. Άρχισα να τον χαϊδεύω και να νιώθω να σκληραίνει κι άλλο. Όλα αυτά μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων συγγενών που έβλεπαν αυτό το σκηνικό να ανατρέπει την αρμονία του ελληνοχριστιανικού τους τραπεζιού. Κάποιος έπρεπε να επέμβει. Η μάνα μου σηκώνεται αγριεμένη και με πιάνει απ’ το χέρι, με πηγαίνει στην κουζίνα ρίχνοντας μου σφαλιάρες χωρίς καν να μου εξηγεί το λόγο, έτσι ρυθμικά: μια στο ένα μάγουλο, μια στο άλλο. Μόνο όταν φτάσαμε στην κουζίνα άρχιζε να με βρίζει με μια φράση ακατανόητη τότε σε μένα. Να μου φωνάζει συνεχίζοντας να με χτυπάει «πούστης θα μου βγεις ρε…». Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που θυμάμαι ότι άκουσα τη λέξη πούστης που αρκετά χρόνια αργότερα έμαθα ότι αναφερόταν στο σεξ μεταξύ αντρών. Αλλά παρατηρώντας μόνο και μόνο το μίσος, την αγανάκτηση,και την ανατριχίλα στον τρόπο που πρόφερε η μάνα μου αυτή τη λέξη και τους ταυτόχρονους μορφασμούς στο πρόσωπο της αισθάνθηκα ότι αναφέρεται σε κάτι πολύ απεχθές, μιασματικό και μολυσματικό, ίσως σε ότι χειρότερο μπορείς να προσάψεις σε κάποιον σε αυτή τη γλώσσα.

Όλα αυτά πέρα απ’ ότι επιβεβαιώνουν την ισχύ του ετεροσεξισμού σαν σύστημα διακρίσεων το οποίο καθιστά τη λέξη πούστης την πιο προσβλητική βρισιά, αναδεικνύουν και τη συνάρθρωση του αντιπαιδοφιλικού και του ομοφοβικού λόγου. Μια ακόμα ένδειξη αυτού είναι ότι όσες φορές με συνέλαβαν οι γονείς μου σε αντίστοιχα χάδια με ενήλικες ή ανήλικες γυναίκες δε μου έκαναν ποτέ παρατήρηση. Η αποερωτικοποίηση των πρώιμων χρόνων της ζωής μας στην κυρίαρχη αφήγηση δεν είναι μια καταστολή της σεξουαλικότητας παρά μια παιδαγωγικοποίηση της, ώστε η επιθυμία να εγγραφεί στα κανονιστικά πρότυπα που έχουν κατασκευασθεί για κάθε σις φύλου. Σου λένε, «δεν μπορείς να κρίνεις…» ακριβώς για να μην επιτελέσεις πρακτικές που θα σε οδηγήσουν στην παραγωγή ενός διαφορετικού σώματος. Αν και αυτά που λέω αφορούν αποκλειστικά στη δική μου εμπειρία, και δεν μπορώ να μιλήσω φυσικά για την παιδική εμπειρία κάποι@ άλλ@, όσον αφορά εμένα θυμάμαι καλά πως ένιωθα. θυμάμαι καλά με ποια αγγίγματα, βλέμματα, φιλιά, Χάδια αισθανόμουν όμορφα και ποια μου προκαλούσαν αμηχανία και τραύματα, το περιβάλλον για να επικοινωνήσω με ασφάλεια αυτά τα συναισθήματα δεν υπήρχε. Εν τέλει για να αντιληφθείς αν μια επαφή σε ευχαριστεί ή όχι δε χρειάζεται η νηφάλια, ορθολογική, ολοκληρωμένη συζήτηση. Με αυτό το λόγο δεν υποστηρίζω μια ρουσσο-ική υπόθεση μιας παιδικής πανσεξουαλικότητας που την καταστέλλουν οι απαγορεύσεις και η επιτήρηση. Το asexual βίωμα υπάρχει και μπορεί να αφορά οποιαδήποτε ηλικία, όπως και ο κίνδυνος επιβολής μη-συναινετικών σεξουαλικών πρακτικών το ίδιο. Ούτε αντίστοιχα οικουμενικοποιώ το παν- ενδιαφέρον που περιγράφω στη δική μου εμπειρία. Απλώς περιέγραψα μια εμπειρία της παιδικής σεξουαλικότητας, σαν μικρό αγοράκι. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να ένιωσα ότι τα σεξουαλικά χάδια με μεγάλους/ες ή με συνομήλικους/ες ήταν παραβιαστικά, προσβλητικά προς εμένα ένα είδος bullying, κάποιες φορές ήμουν εγώ θύτης προς τους/τις άλλους/ες. Δε θα αναφερθώ εδώ σε άλλες εμπειρίες μου από εκείνη την εποχή. Το μόνο που θα πω για τις προσβλητικές συμπεριφορές που έχω δεχτεί εκείνη την περίοδο είναι ότι οι χειρότερες δεν ήταν αναγκαστικά από τους/τις μεγαλύτερους/ες ηλικιακά. Αυτό που θέλω να πω ότι σαν μικρό αγόρι και πριν την εφηβεία είχα ένα είδος σεξουαλικότητας που την ένοιωθα ακατάλληλη για την ηλικία μου και ευάλωτη στην εξουσία των άλλων, ακριβώς επειδή δεν μπορούσα να βρω Χώρο να μιλήσω γι’ αυτή και να θέσω τα όρια μου, γιατί κοινωνικοποιόμουν σε ένα πλαίσιο όπου το σεξ παράγεται κύρια σαν μέσο τιμωρίας και επιβολής, σαν ένας τρόπος που οι κυρίαρχες ταυτότητες επιβάλλονται στις άλλες.

Μπορεί να μην ήξερα τι σημαίνει σεξ, στύση, καύλα, εκσπερμάτιση, κόλπος, gay, straight κλπ αλλά ήξερα πότε μου άρεσε να έρχομαι σε σωματικές επαφές με αλλ@ς και πότε όχι. Μπορεί να μη θυμάμαι λεπτομέρειες για όλα τα σκηνικά, αλλά μου έχουν μείνει στη μνήμη ποιες επαφές ήταν ευχάριστες και ποιες κατέληξαν τραυματικές. Αυτό που μου έλειπε ήταν ένα πλαίσιο στο οποίο θα καλλιεργούσα την αυτοδιάθεση του σώματος μου έξω από τις πατριαρχικές προσταγές. Και η συμπύκνωση των κυρίαρχων ταυτοτήτων δε βρίσκεται παρά στην αρχετυπική διαφάνεια του straight αρτιμελούς cis ενήλικα λευκού άντρα, ή στο υγιές πατρικό πρότυπο που προστάζει η ψυχανάλυση. Ταυτόχρονα το ότι εστίασα στο κείμενο στην παιδοφοβία δε σημαίνει καθόλου οτι υποτιμώ την ύπαρξη του αντρικού προνομίου ήδη από την παιδική ηλικία. Το cis αγόρι εκπαιδεύεται για να γίνει θύτης, να παίρνει χώρο από τους άλλους να ηγεμονεύει και να νικάει, το cis κορίτσι αντίθετα να αποδέχεται και να υπομένει ως κάτι φυσικό την πατριαρχική εξουσία και το ανδρικό βλέμμα, πράγμα που το καθιστά πιο ευάλωτο σε παραβιαστικες συμπεριφορές και του στερεί σε μεγαλύτερο βαθμό Χώρο που χρειάζεται για την έκφραση των επιθυμιών του. Αν δεν πειθαρχείς το φύλο σου, δείχνεις π.χ. να αγαπάς το ίδιο φύλο, αρχίζουν οι κυρώσεις. Τα παιδιά που έχουν δείξει από μικρή ηλικία ότι δε συμμορφώνονται με το φύλο στο οποίο γεννήθηκαν και έχουν ήδη σχηματίσει – ή αρχίσει να σχηματίζουν – μια συνείδηση ενός άλλου έμφυλου εαυτού, και είναι τρανς κορίτσια και αγόρια ή genderqueer, βιώνουν συναρθρωμένα παιδοφοβία και και τα τρανς κορίτσια την έντονη μορφή βίας και κακοποίησης που αποτελεί ο τρανσμισογυνισμός.

Η οικογένεια σε διαρκές καθεστώς απαγωγής

Τώρα ας αλλάξουμε παράδειγμα. Υπάρχει μια διάταξη στον ποινικό κώδικα που υπενθυμίζει ότι τα παιδιά δεν ανήκουν στους/στις εαυτούς/ες τους αλλά στους γονείς τους. Είναι αυτή που ποινικοποιεί την εκούσια απαγωγή. Σύμφωνα με αυτό οι ανήλικοι δεν έχουν δικαίωμα να αποδράσουν από τις οικογενειακές φυλακές και να δημιουργήσουν τις δικές τους σχέσεις και κοινότητες με συνομήλικους/ε ή ενήλικες τις επιλογής τους. Το κυνήγι του διεστραμμένου ενήλικα που απειλεί τα υγιή παιδιά του έθνους φυσικά είναι αλληλένδετο με το κυνήγι του εθνικού άλλου. Το σχήμα του ξένου που αρπάζει παιδιά είναι ένα στερεότυπο χτισμένο πάνω στην παράδοση του αντισημιτισμού, γύρω από την οποία άλλωστε έχει κτιστεί κι η νεωτερική εξουσία του έθνους. θυμόμαστε όλοι τη συνηθισμένη έκρηξη αντιαλβανικού μίσους των media social και μη στην περίπτωση του 23χρονου Marjon Ajazi που κατηγορήθηκε οτι απήγαγε μια δεκατριάχρονη τη Χριστίνα Κρασσά ενώ αυτή έφυγε απ’ το σπίτι της και πήγε να μείνει μαζί του από συνειδητή επιλογή της. Προφα- νώς όλ@ γνωρίζουμε τι σημαίνει ελληνική οικογένεια και πόσο απελευθερωτικό είναι να αναπτύσσεις την κοινωνικότητα σου μακρυά της, και απ’ όσο μικρότερη ηλικία το καταφέρνεις τόσο καλύτερα. Παρόλ’ αυτά ο Marjon διώχθηκε για αποπλάνηση ανηλίκου και εκούσια απαγωγή παρότι η ίδια η Χριστίνα ζήτησε από τους μπάτσους να τον αφήσουν ήσυχο. Άλλο παράδειγμα είναι μια ελληνίδα που σε ηλικία 14 χρονών απέδρασε από το σπίτι για να μείνει με μια παρέα 30 χρονων κογκολέζων οπου και πάλι οι μπάτσοι σε συνεργασία με το χαμόγελο του παιδιού και άλλους ρουφιάνους την ανακάλυψαν και αφού συνέλαβαν τους μετανάστες την υποχρέωσαν να επιστρέψει σπίτι της. Και στις δύο περιπτώσεις στα σχόλια των ελληνόψυχων γι’ αυτά τα γεγονότα συνδυάστηκε η αφήγηση περί προβλήματος της μετανάστευσης και συγκεκριμένα αυτή των μεταναστών αντρών που απειλούν τις γυναίκες του έθνους μας με τον πανικό για τα ανεξέλεγκτα παιδιά που έχουν ξεφύγει από τον οικογενειακό έλεγχο.

Μια αφήγηση που χρησιμοποιήθηκε κεντρικά από την αντιεξέγερση μετά το Δεκέμβρη του ’08. Όσοι/ες λοιπόν κρυφογουστάρουν όταν οι ναζί φωνάζουν κρεμάλα στους παιδεραστές, όσοι/ες συνταυτίζεστε με τους/τις αγανακτισμένους/ες πατεράδες που απειλούν με κρεμάλες τους διεστραμμένους που θα πειράξουν τα παιδιά τους, όσοι εύχονται θανατική ποινή και χημικό ευνουχισμό στους παιδεραστές , όσοι/ες θεωρούν ότι κάθε παιδόφιλος είναι βιαστής και εξορισμού καταχρηστική την ερωτική /σεξουαλική σχέση μεταξύ ανήλικου και ενηλίκου δε βοηθούν στην ασφάλεια και στην ενδυνάμωση των παιδιών αλλά αντίθετα συμμετέχουν σε διάφορες μορφές σεξουαλικής, ψυχικής και σωματικής κακοποίησης τους. Πίσω από τη ρητορική περί προστασίας τους στερούν το Χώρο να ορίσουν ποιες συμπεριφορές είναι πάνω στα σώματα τους παραβιαστικές και ποιες όχι και να αναπτύσσουν την ετοιμότητα να καταγγέλλουν συγκεκριμένους θύτες συνομήλικους/ες ή μεγαλύτερους/ες. Αυτό είναι πιο ορατό στην έμφυλη εκπαίδευση των κοριτσιών που μαθαίνουν να ενοχοποιούν τις δικές τους επιθυμίες, να ανέχονται τη βία και την επιτήρηση του αντρικού βλέμματος. Τα παιδιά όπως αναφέραμε σαν ταυτότητα είναι συστημικά καταπιεζόμενη ομάδα στην πατριαρχία όμως όσα από αυτά γεννήθηκαν με πέος, συμμορφώνονται με ευχαρίστηση στο ρόλο του αγοριού και επιτελούν με επιτυχία την αρρενωπότητα τους στην οποία εκπαιδεύονται, απολαμβάνουν αρκετά προνόμια και υφίστανται ελάχιστη καταπίεση. Δε θέλει μαντικές ιδιότητες για να γίνει αντιληπτό ότι τα παιδιά που δεν πειθαρχούν στην κανονιστικότητα του φύλου και δημιουργούν ένα άλλο έμφυλο εαυτό είναι και τα πιο ευάλωτα στο bullying και στη βία από τους άλλους, ανήλικους/ες και ενήλικους/ες. Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η κατασκευή του παιδόφιλου-τέρατος αποτελεί ένα ακόμα μέσο νομιμοποίησης της τρομοκρατίας της πατριαρχικής ομαλότητας και του φυσιολογικού. Ο οργισμένος έλληνας οικογενειάρχης που απειλεί να βγάλει την καραμπίνα και να κυνηγήσει τον ανώμαλο που θα διαφθείρει την αθωότητα του γιου του και της κόρης του, και τον/ την προειδοποιεί να μείνει στο οικογενειακό μαντρί γιατί έξω κυκλοφορούν λύκοι είναι φορέας βίας, συχνά τραυματικής για το ίδιο το παιδί, και στη χειρότερη περίπτωση γίνεται κι ο ίδιος θύτης σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς σα θεσμός και υποκείμενο μισεί την αυτοδιάθεση του σώματος του. Το κυνήγι του παιδόφιλου από τη σεξιστική κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με μια φεμινιστική αυτοδικία ενάντια στους βιαστές, με μια γυναικεία αντιβία ενάντια στην ανδρική κακοποίηση και επιβολή, με τη μάχη εναντίον του ετεροσεξισμού.

Σφαλιάρες και κλωτσιές για τους ελ-λη-νες… (str8 cis αρτιμελείς άντρες)

Το τελευταίο συμπέρασμα γράφεται κυρίως για αντιφασιστική χρήση. Γιατί αν η ανάδειξη του ζητήματος της ομοφοβίας έχει περιορίσει την άποψη ότι ο φασισμός έχει εγγενή σχέση με την ομοφυλοφιλία από επίσημη θέση του μεγαλύτερου μέρους αριστερού και αναρχικού κινήματος, και τη ρητορική επιφανών διανοούμενων όπως ο γκόρκι, ο ράιχ και ο adorno σε ντροπιασμένη χαμηλόφωνη ατάκα στα καφενεία όταν οι straight cis αντιφασίστες μιλούν σταράτα και λαϊκά χωρίς να τηρούν τα προσχήματα. Σε αυτή τη συνθήκη απομένει μια κατηγορία ικανή να ενσαρκώσει με απόλυτο τρόπο τη ψυχιατρικοποίηση των ναζί. Και δεν υπήρχε φυσικά πιο τερατώδης άλλος από τον παιδεραστή. Έτσι όταν οι φασίστες φωνάζουν όχι φυλακές για τους εθνικιστές κρεμάλα στ@ς πρεζέμπορους και τους παιδεραστές» τότε αρκετοί έλληνες ριζοσπάστες αντιτείνουν ότι οι φασίστες πουλάν την πρέζα και είναι οι φορείς της ανωμαλίας, και επιδεικνύουν πόσοι απ’ αυτούς έχουν καταδικαστεί για παιδοφιλία, τα σκάνδαλα που τα κρύβουν τα κανάλια των εφοπλιστών, των εργολάβων και των τσάτσων τους. Στην πραγματικότητα με αυτό τον τρόπο τι θέλουν να πουν; Ότο ο φασισμός δεν είναι το αποκορύφωμα του ίδιου του δομικού ρατσισμού του λαού του , της ίδιας της ανάγκης της κοινωνίας να κατασκευάζει και να εξολοθρεύει τους άλλους της αλλά κάτι που επιβάλλεται απ’ έξω σε αυτή, από τους αστούς, την ελίτ, κάποια φωτεινά ή σκοτεινά κέντρα εξουσίας; Στην πραγματικότητα οι φασίστες μιλούν τον πιο αυθεντικό λόγο της κοινωνίας με τη χαιντεγκεριανή έννοια του όρου, εκφράζουν με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο τους λόγους που την έχουν συγκροτήσει ως τέτοια, τις ρίζες και την καταγωγή . Γι’ αυτό οποιοδήποτε θετικό δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο με τη ρήξη με αυτή και τις σημασίες που τη διέπουν ως τέτοια. Έτσι οι φασίστες ποτέ δεν εκμεταλλεύονται τα πραγματικά προβλήματα του λαού για να τον εκμεταλλευτούν και να τον παρασύρουν για τους δικούς τους κακούς σκοπούς, αντίθετα τα ίδια τα προβλήματα τα οποία έχει ορίσει ο λαός για τον εαυτό του είναι η μήτρα του φασισμού. Όταν ο φασίστας μιλάει ενάντια στις τράπεζες τους τοκογλύφους και το παρασιτικό χρηματιστικό κεφάλαιο δεν υποκρίνεται. Εκφράζει ξεκάθαρα τη λατρεία της κοινωνίας προς το σύστημα εξουσίας της οικονομίας και της εργασίας, και της ανάγκη τιμωρίας των κλεπτών εξουσιαστών που παραβαίνουν τους κανόνες της. Αντιλαμβανόμαστε πως ο ίδιος ορισμός της παραγωγικής εργασίας και της σύνδεσης της με τη γη, το υγιές αίμα και σπέρμα έχει δομηθεί πάνω στον αντισημιτισμό, καθώς αναπαριστά ως παρασιτικές όλες τις συμπεριφορές που οι χριστιανοί επέβαλλαν στους εβραίους ως υποτιμητικές γι’ αυτούς (εμπόριο, δανεισμός,πίστη γενικότερα κυκλοφορία). Και σε αυτή την περίπτωση δεν υποκλέπτει μια σωστή θέση της αριστεράς, μετατρέποντας τη σε ρατσιστική. Αλλά αντίθετα είναι η πιο ειλικρινής και ξεκάθαρη αποκάλυψη του γεγονότος ότι όλες οι μεγάλες αφηγήσεις της νεωτερικότητας, ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλισμός, η δημοκρατία η πίστη τους στην απελευθερωτική δύναμη της εργασίας δεν έχουν συγκροτηθεί παρά γύρω από ανθεβραικά στερεότυπα, και όλες έχουν ευθύνη γιατί όχι μόνο δεν απέτρεψαν την ύπαρξη του άουσβιτς άλλα κάθε μία σιγόνταρε με διαφορετικό τρόπο στη δημιουργία του. Η shoah είναι εν τέλει η μεγαλύτερη επιτυχία τους. Το αποκορύφωμα του πολιτισμού τους.

Αντίστοιχα όταν μιλούν για τους βιαστές, χρησιμοποιούν τη λέξη με τον τρόπο που την κατασκεύασε η πατριαρχία, και όχι όπως τη μετέστρεψαν νοηματικά οι φεμινισμοί για να καταγγείλουν την ανδρική εξουσία. Δηλαδή αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η παραβίαση τους δικαιώματος ιδιοκτησίας των ανδρών του έθνους πάνω στις γυναίκες και την αναπαραγωγή τους, μέσα από το θεσμό της ετεροκανονικής οικογένειας. Γι’ αυτό αναφέρονται πάντα είτε σε ξένους εθνικά είτε σε άλλους διανοητικά, ψυχασθενείς βιαστές. Φυσικά για τους φασίστες ο σεξουαλικός καταναγκασμός των ξένων γυναικών δε θεωρείται βιασμός αλλά ομαλή επιβεβαίωση της αρρρενωπότητας των ανδρών του έθνους. Η εγκληματολογική κατασκευή της ειδικής ράτσας του βιαστή δεν είναι όπως ανάλυσα πιο πάνω, παρά η καλύτερη υπεράσπιση της κυρίαρχης εθνικής και ανδρικής κουλτούρας του βιασμού.

Αλλά ούτε και οι πιο απεχθείς ταυτότητες εγκληματιών, αυτές που μισεί περισσότερο η κοινωνία, οι πρεζέμποροι και οι παιδεραστές είναι σωστοί στόχοι. Οι φασίστες δεν έχουν ποτέ δίκιο, για να κλείσω κυκλικά τη συλλογιστική μου. Όταν η βιοπολιτική της υγείας ορίζει κάποια σώματα χρηστών ουσιών ως μη αρτιμελή, και τα παρανομοποιεί κοινωνικά και ποινικά, τα στιγματίζει τους στερεί το Χώρο να μαστορέψουν τις μηχανές τους, να τις μετατρέψουν με τον τρόπο που επιθυμούν. Στην πραγματικότητα το κυνήγι του πρεζέμπορου δεν εκφράζει τίποτα άλλο παρά τον ακροδεξιό αντικαπιταλισμό, που προβληματικοποιεί τον κακό κερδοσκόπο που οδηγεί το λαό στην καταστροφή μέσα από το μολυσματικό του εμπόρευμα, μόνο και μόνο για τη μανία του για το χρήμα. Υποτιμά έτσι το χρήστη ως αυτοδύναμο και ενεργό υποκείμενο, και τον αποδυναμώνει, διασπείροντας τον ηθικό πανικό γύρω από τις ψυχοτρόπες ουσίες.

Αντίθετα σωστός στόχος σε αυτή τη Χώρα είναι ακριβώς αυτοί οι περήφανοι ετεροκανονικοί cis έλληνες. Αυτοί που αφού καταδικάζουν την επιθυμία των άλλων στη σιωπή, επιβάλλουν τη δική τους κακοποιώντας τους ψυχικά, σωματικά, σεξουαλικά, φυλακίζοντας και εν τέλει εξοντώνοντας τους. Στην πραγματικότητα ότι στοχοποιούν ακόμα κι αν αναπαρίσταται σαν τόπος της εξουσίας δεν είναι παρά ένα ακόμα θύμα τους. Λοιπόν ας αντιστρέψουμε το αγαπημένο τους σύνθημα κι ας τους το τρίψουμε στη μούρη: φυλακές και κλωτσιές για τους Ελ-λη-νές λευτεριά στους πρεζέμπορους και τους παιδεραστές. Έστω και για σπάσιμο, γιατί παρότι γουστάρουμε τακτικά τη φυλάκιση φασιστόμουτρων κάθε είδους, στρατηγικά το σύνθημα μπουρλότο και φωτιά σε κάθε φυλακή και θεσμό εγκλεισμού παραμένει για μας διαχρονικό και πάντα επίκαιρο.

Εκ-φυλες προβοκατόρικες συχνότητες.

20th Century Boy

Αρης Μπατσιούλας*

5-afises-loatki

Στα καινούργια πάρκα της παραλίας Θεσσαλονίκης έχουν απομείνει δυο γέρικα δέντρα, σκυφτά, από τον καιρό που εκεί ήταν το Πάρκο των Σκύλων. Το Πάρκο, με τα δέντρα και τους θάμνους του, ήταν μέρος συνάντησης αντρικών επιθυμιών και σωμάτων.

Το βράδυ της 26ης Ιούνη 1991, δύο μέλη της ΟΠΟΘ (Ομάδα Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης) κατέβηκαν στο πάρκο με ένα ραδιοκασετόφωνο και αρκετό κρασί. Και σε εκείνα τα δύο δέντρα, η μουσική και το τζέρτζελο προσέλκυσαν αρκετές από τις σκιές στους θάμνους που πλησίασαν να δουν τι γίνεται.

«Σήμερα, 26 Ιούνη, είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ομοφυλοφιλικής Περηφάνιας, στην υγειά σου». Δήλωση σημαίνουσα και με βάρος, μια κι ώς τα 19 μου δεν ήξερα για την Παγκόσμια Ημέρα, πόσο μάλλον ότι, μαζί με άλλους, δικαιούμαι να αισθάνομαι περήφανος. Αυτό ήταν το πρώτο υπόγειο γκέι πράιντ της Θεσσαλονίκης.

Επρεπε να περιμένει κανείς αρκετά χρόνια για να ξαναδεί την ΟΠΟΘ να έχει ένα δυναμικό εργαλείο στα χέρια της. Εχοντας σταματήσει τη μακρόβια εκπομπή στο Ράδιο Κιβωτός, τον έναν από τους δύο αντιεξουσιαστικούς σταθμούς της πόλης, η συνέλευση έπεσε με σώμα και ψυχή πάνω στον «Πόθο», ένα μηνιαίο free press που κυκλοφορούσε ελεύθερα σε χιλιάδες αντίτυπα στο κέντρο της πόλης.

Συνέπεσε η έναρξή του με τη δειλή εμφάνιση του ίντερνετ στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, φοιτητές, όπως εγώ, είχαν πρόσβαση στον παγκόσμιο ιστό και σε κάθε είδους πληροφορία που βρισκόταν εκεί. Σύντομα, μαζί με τα δικά μας χάλια, άρχισαν οι επίμονες ανταποκρίσεις και από γειτονικές χώρες, οι οποίες ήταν μια ποικιλία ανθρωποκυνηγητών, φυλακίσεων, βασανιστηρίων, εμπρησμών και δολοφονιών.

Μείναμε πιστοί στις ανταποκρίσεις αυτές μέχρι τέλους, παρακολουθήσαμε τα γεγονότα που συνόδεψαν την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στην Κύπρο και την τροποποίηση του Π.Κ. στη Ρουμανία που έστελνε ομοφυλόφιλους στη φυλακή. Θα έλεγε κανείς ότι είχαμε διεθνή αύρα. αν δεν επρόκειτο περισσότερο για σαπίλα.

Βέβαιος ότι μπορούσαμε να του προμηθεύσουμε τις πληροφορίες που ζητούσε, ο «Ιός της Κυριακής», στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», μας ζήτησε στοιχεία για ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στα Βαλκάνια. Του ταχυδρομήσαμε έναν τόμο 200 σελίδων συμπυκνωμένης πίκρας, ο οποίος κατέληξε να γίνει ένα από τα επόμενα αφιερώματά του, «σε συνεργασία με την ΟΠΟΘ» όπως έλεγε ο τίτλος.

Λοιπόν, είχα καιρό να ακούσω τόσο πολλές και χυδαίες αντιδράσεις εμπρός σε αυτή την απρόσμενη ορατότητα των ομοφυλόφιλων στην «Ελευθεροτυπία». Ηταν φανερό ότι δεν ήθελαν να ξέρουν, να διαβάζουν, να ακούν για μας έστω και σαν μια παρέλαση κακοποιημένων θυμάτων.

Παρά τις αντιξοότητες, δεν χάσαμε ποτέ το χιούμορ μας και παραμείναμε μια σφιχτά δεμένη ομάδα. Ασχοληθήκαμε πολύ έντονα με ακτιβισμό για HIV/AIDS, βιβλία, θεατρικά, μεταφράσεις, βιωματικά κείμενα, τις απαραίτητες λίστες με τις ημερομηνίες των ευρωπαϊκών γκέι πράιντ κάθε Μάιο, συνεντεύξεις και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί – πολλών γυμνών αγοριών συμπεριλαμβανομένων. Μέχρι που κατέφθασε η Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997 και εκεί το χιούμορ έγινε πικρή τρολιά.

Η Πολιτιστική είχε ένα μηνιαίο έντυπο που λεγόταν «Τάμαριξ» (είναι η επίσημη ονομασία από έναν θάμνο στις αμμώδεις παραλίες) και κάλυπτε ιστορικές εποχές και σημεία της πόλης – τα κάστρα, το λιμάνι κ.ο.κ. Επειδή πλησίαζε πάλι η καταραμένη 26η Ιούνη και δεν προβλεπόταν χώρος για μας, αποφασίσαμε να το αντιγράψουμε χιλιοστό προς χιλιοστό ως προς το στήσιμό του, και τον Ιούνη, δίπλα στο «Τάμαριξ» καμάρωνε το «Πούστριξ», μια επική αναφορά και ύμνος στο ξεκίνημα του ομοφυλοφιλικού κινήματος στη χώρα από τη δεκαετία του ’70. Εξώφυλλο, το σκίτσο μιας ξεφλουδισμένης μπανάνας (από το περιοδικό «Μπανάνες», 1980) και μέσα αποκόμματα εφημερίδων εποχής, ένα κείμενο-αφιέρωμα για το «Κράξιμο» και ένα ιστορικό κείμενο που μας εμπιστεύθηκε ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος. Αυτή είναι η ιστορία μας, σκεφτόμασταν, αγνοώντας ότι κι εμείς με τη σειρά μας ιστορία θα γινόμασταν.

5-periodiko_pothos

Εκείνη τη χρονιά αποφασίσαμε να διοργανώσουμε το πρώτο μεγάλο Gay Pride (Party). Το βάζω σε παρένθεση γιατί πάντα ελπίζαμε ότι κάποτε θα εξέλειπε αυτή η λέξη, κι επίσης τη βάζαμε με μικρά γράμματα στις αφίσες, σαν να ντρεπόμασταν, και για έξτρα περηφάνια όταν κολλούσαμε για πρώτη φορά γκέι αφίσες πάνω στην Εγνατία. Εγιναν τρία τέτοια πάρτι. Θα σταθώ στο τελευταίο, του 1999.

Τον καιρό εκείνο είχα δει το «Velvet Goldmine» του Todd Haynes και είχα χαθεί μεθυσμένος σε μια θάλασσα από μπαϊσέξουαλ γκλίτερ και οργάντζες με τον Ιγκι Ποπ να βάζει, κυριολεκτικά, φωτιά στη σκηνή. Ζούσα υπνωτισμένος σε ένα αστραφτερό ροζ όνειρο.

Εξυπακούεται ότι η αφίσα της χρονιάς ήταν copycat της αφίσας του V.G. και μάλιστα το πάρτι το παρουσίαζε ουδείς άλλος πέραν του 20th Century Boy του ίδιου. Ηταν μια συναρπαστική βραδιά με τον κόσμο να προσέρχεται στο μοναδικό γκέι μπαρ της πόλης από όλες τις κατευθύνσεις. Σύντομα ο μικρός ισόγειος χώρος του γέμισε και υπερχείλισε στην αυλή και στα γύρω τετράγωνα. Οπου κι αν κοιτούσες ή πήγαινες η περιοχή ήταν αδερφοκρατούμενη.

Αυτή η ξαφνική έκθεση και ορατότητα μου έφερε μεγάλη ανάταση αλλά και μεγάλη οργή. Ετσι, όταν βγήκα στη λεωφόρο Ολγας για να πάρω τσιγάρα, η οργή με κατέκλυσε: ημίγυμνος, με μια αλυσίδα από λυκόσκυλο στον λαιμό, περπατούσα με το χέρι υψωμένο κόντρα στα αυτοκίνητα που έρχονταν. Βρισκόμουν κάτω από την προστασία από κάτι εξωανθρώπινο, ίσως του βρακιού του Ντέιβιντ Μπάουι, κι έτσι έφτασα ασφαλής στο περίπτερο με τα τσιγάρα.

Αυτή η αποκοτιά ενός νέου ανθρώπου, η οργή ενός μεθυσμένου, το πρώτο ανεπίσημο πράιντ της Θεσσαλονίκης, δεν πρέπει να ιδωθεί μεμονωμένα. Φήμες οργίαζαν τις μέρες εκείνες ότι οργανώνεται συγκέντρωση στον Λευκό Πύργο και μετά πορεία σε μια δαιδαλώδη διαδρομή που θα έπιανε όλες τις πρεσβείες των χωρών που βασάνιζαν ομοφυλόφιλους. Μια φήμη μπορεί να είναι επιθυμία ή δοκιμή των υδάτων, μια φήμη μπορεί πολύ εύκολα να γίνει πραγματικότητα. Κι αν γινόταν πραγματικότητα, θα ήταν όντως ο ξεσηκωμός των από κάτω, κινούμενος από την αγανάκτηση και το «φτάνει πια» – όπως περίπου στο παλιό καλό Stonewall δηλαδή.

Δυστυχώς, και αναλαμβάνω κάποιες ευθύνες εδώ, η φήμη δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Θες η έλλειψη οργανωτικού δακτύλου, θες η απειρία, θες χίλιοι άλλοι λόγοι, η Θεσσαλονίκη έχασε την ευκαιρία για ένα όμορφο γκέι πράιντ.

Την επόμενη χρονιά ξημέρωνε 2000. Ο «πόθος» είχε σταματήσει, η ομάδα μας έσβησε και χρειάστηκε πάνω από μία δεκαετία για να δούμε πράιντ στην πόλη.

* Πρώην μέλος ΟΠΟΘ

Κόκκινος δράκος

Κάθε χρόνο στις 6 Δεκέμβρη (ή λίγες μέρες μετά) βλέπω επετειακά ένα ξεγυρισμένο ψυχολογικό θρίλερ με ψυχιάτρους. Είναι ο δικός μου τρόπος εορτασμού των ατυχών γεγονότων που μου συνέβησαν κατά τη βίαιη πορεία της 6 Δεκεμβρίου 2014 και τα οποία με οδήγησαν σε ένα βαθύ και ακραίο ψυχωσικό επεισόδιο. Αν δεχτούμε ότι το επεισόδιο αυτό είναι μέρος της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας και όχι μια παρένθεση γεμάτη ασυναρτησίες, τότε θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε το περιεχόμενό της – που πολλά ομόλογα στοιχεία της έχει και η ταινιάρα RED DRAGON. (Τιμωρήθηκα από την ψυχίατρό μου που την είδα όταν βγήκε με 1200 mg Trileptal και 40 mg Zyprexa εξτρά στο βασικό μενού, αρκετά για να αναισθητοποιήσουν έναν υγιή άντρα για μέρες). Το βασικότερο από αυτά είναι ότι το Κακό υπάρχει εκεί έξω, όχι σαν ιδέα ή αντίληψη ή φιλοσόφημα, αλλά ως απτή εξωανθρώπινη οντότητα που έρχεται σε επαφή με επιλεγμένα άτομα. Περιγραφές από φλεγόμενα κτίρια, σκυλιά που μιλάνε, δέντρα που βογκούν ηδονικά, πλάκες πεζοδρομίου που υποχωρούν στον κρότο της αρβύλας, μυστηριώδεις άνθρωποι στα μαύρα που σε παρακολουθούν και ακάλεστα έντομα που εμφανίζονται από το πουθενά είναι απολύτως δευτερεύοντα σε αυτή την προνομιακή σχέση που είχα με το Κακό στην πιο αγνή, ισχυρή και συμπυκνωμένη μορφή του. Θα περιέγραφα την ηδονή της επαφής, το χάδι του, όπως το να νιώθεις ότι σε επιθυμούν με κάθε δυνατό τρόπο και μέσον, δίχως όρια, όρους και προϋποθέσεις. Και παράλληλα, αυτή η ακάματη στοργή και φροντίδα εκ μέρους Του (που οδήγησε και σε μια ανεπανάληπτη σεξουαλική έξαψη) φάνηκε να ζητά εν τέλει το προφανές αντάλλαγμα από ένα άτομο που ήταν ήδη προετοιμασμένο εδώ και καιρό, έχοντας φθείρει μεθοδικά κάθε ηθικό έρεισμα στη ζωή του. Το αντάλλαγμα για την ευλογία να αγαπηθώ τόσο πολύ από το Κακό ήταν να αφεθώ να μου αφαιρεθούν και τα τελευταία λουριά μιας κάποιας ανθρώπινης ηθικής: το σημείωμα εισόδου στο ΨΝΘ γράφει «ανθρωποκτονικός ιδεασμός». Εκεί μέσα στο ψυχιατρείο ήταν αρκετοί σαν να είχαν δει (όπως τα περιγράφουν και σε βιωματικά κείμενα) το πρόσωπο του Θεού – εξού και οι αγωνιώδεις επικλήσεις στο όνομά του τα βράδια. Θεό δεν είδα ποτέ, αλλά έχω φιλήσει το Κακό που κατοικεί σε αυτήν την πόλη και ήταν υπέροχο. Καλή θέαση της ταινίας και φυλάξτε ένα χάδι για τον συναγωνιστή Ραλφ Φάινς από εμένα. Του χρόνου πάλι τώρα, υγιείς και ελεύθεροι, μέσα σε αυτό το σφαγείο.

Θεωρία και πράξη της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης

Ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου είχαν μια μικρή βιβλιοθήκη στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί ήταν κάποια βιβλία που «θα διάβαζα όταν θα γινόμουν μεγάλος». Δεν χρειάζεται να πω ότι ήμουν ήδη πέμπτη δημοτικού άρα αρκετά μεγάλος κατά τη γνώμη μου για να διαβάσω οτιδήποτε άλλο σε αυτό το σπίτι πέρα από ανοησίες όπως τα άπαντα του Γρηγόριου Ξενόπουλου και το «Πέυτον Πλέης». Με την πρώτη κοινή απουσία τους, επισκέφθηκα τα απαγορευμένα βιβλία.

Με την πρώτη επεξεργασία κατέληξα ότι τα βιβλία αυτά ήταν βιβλία του πατέρα μου περισσότερο παρά κοινό κτήμα. Είχαν τίτλους όπως «Ο καλός στρατιώτης Σβέηκ», «Ο πιστός Ρουσλάν», «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», «Υποβρύχιο 451», «Αρχιπέλαγος Γκούλακ» και «Ο Μεγάλος Εθνάρχης: βιογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή υπό του ευρωβουλευτού Τάκη Λαμπρία». Όλα αυτά μου προκάλεσαν ένα δυσάρεστο συναίσθημα, περισσότερο γιατί η πολεμοχαρής φύση τους μου θύμιζε ακόμα πιο πολύ τον πατέρα μου και τις απαιτήσεις του από εμένα. Διάβασα όλο το μικρό εγχειρίδιο που μοίραζε το ΝΑΤΟ στους φίλους του, ήτοι γνωριμία με την Ατομική Βόμβα, τη ραδιενέργεια, και πρακτικός οδηγός κατασκευής πυρηνικού καταφυγίου. Βρήκα ότι ένα πυρηνικό καταφύγιο είναι εξαιρετική ιδέα και ανυπομονούσα να μας βομβαρδίσουν και να βγαίνουμε στην επιφάνεια για 30 λεπτά μόνο μετά από επτά ημέρες για να μετράμε τα ραίντγκεν και τα μπεκερέλ. Θα βγαίναμε στο έδαφος οριστικά μόνο μετά από δύο χρόνια όπου θα τρώγαμε μανιτάρια και βρύα. Ήταν η ιδανική περιπέτεια.

Ίσως αν ήξερα να διαβάζω τα μεγαλίστικα, θα μπορούσα να κατανοήσω πιο σύντομα τι ήταν οι γονείς μου. Εννοώ ότι ο τόμος Α και Β από τη «Συνηγορία για την Ευρώπη που Παρακμάζει» εξηγούσε σαφώς ότι με μεγάλωναν δύο ακροδεξιά θρησκόληπτα καθίκια, μια διαπίστωση που θα αργούσα ακόμα λίγο να κάνω. Αντί για αυτό, την προσοχή μου τράβηξαν δύο καταπράσινα σκληρόδετα βιβλία με ιδιόχειρη αφιέρωση, σημάδι ότι δεν ήταν δική τους επιλογή αλλά φιλόδοξο δώρο κάποιου σε ένα ζευγάρι ελληναράδων εκπαιδευτικών δημοτικού. Το ένα λεγόταν «Το Πράσινο Σύννεφο» και το άλλο είχε τίτλο «Θεωρία και Πράξη της Αντιαυταρχικής Εκπαίδευσης» και ήταν του ιδίου.

Ξεκίνησα, φυσικά, με τη «Θεωρία και Πράξη». Παρά τον ψαρωτικό τίτλο ήταν πολύ απλό και βατό και το διάβασα μονορούφι, σαν παραμύθι. Κοντολογίς, επρόκειτο για έναν τύπο που λεγόταν A.S. Neil και είχε φτιάξει ένα ιδιαίτερο σχολείο κάπου στην αγγλική εξοχή όπου έκανε πράξη τις θεωρίες του για την εκπαίδευση. Το σχολείο αυτό λεγότανε «Summerhill» και είχε τη βασική ιδιότητα ότι κανείς δεν ήταν αναγκασμένος να κάνει οτιδήποτε, συμπεριλαμβανομένης και της παρακολούθησης των μαθημάτων. Οι μαθητές και οι δάσκαλοι ήταν ίσοι και με ισότιμους ψήφους αποφασίζανε στη συνέλευση της Παρασκευής την πορεία του σχολείου, τα μαθήματα, διευθετούσαν τα όποια προβλήματα και κανόνιζαν τα πρακτικά θέματα, όπως ο ανεφοδιασμός και τα αναλώσιμα. Ένιωθα μια μικρή ικανοποίηση που οι μαθητές κέρδιζαν αριθμητικά τους καθηγητές, οπότε γινόταν πάντα το δικό τους.

Σε αυτό το σχολείο έστελναν τα παιδιά τους γονείς από όλη την Ευρώπη και μου έκανε μεγάλη εντύπωση η περιγραφή μιας νέας άφιξης: ένας νεαρός μαθητής είχε καταφθάσει και ήταν ηλίου φαεινότερο ότι είχε πάρα πολλά νεύρα. Δεν είχε επομένως καμία διάθεση να παρακολουθεί μαθήματα και, αντί για αυτό, προτιμούσε να περνάει τον χρόνο του στα χωράφια έξω από το σχολικό κτίριο. Μου φάνηκε συναρπαστική η άπειρη κατανόηση και ο χρόνος που του δόθηκε. Για μήνες, ο τύπος άραζε στους αγρούς γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη του στο σχολείο. Πολύ σύντομα, ανέπτυξα μια αδυναμία για αυτόν τον τυπά, διότι κι εγώ θα ήθελα να το σκάσω από αρκετά από τα ανιαρά μαθήματα με βασικότερο αυτό της Ωδικής όπου επαναλαμβάναμε αιωνίως το «Μακεδονία ξακουστή» που έδιωξε άλλοτε τον τύραννο, άλλοτε τον βάρβαρο κι άλλοτε τον Βούλγαρο – αναλόγως των εξελίξεων στην τοπική εξωτερική πολιτική που ασκούσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Πολύ σύντομα, άρχισα να ονειρεύομαι καλοκαιρινές κοπάνες με τον φίλο μου τον Κ., όπου χανόμασταν στα κίτρινα στάχυα, πέφταμε γελώντας ανάσκελα χάμω κοιτάζοντας τον αστραφτερό μπλε ουρανό και ακούγοντας το θρόισμα γύρω μας. Εκεί, μέσα στη μικρή κρυψώνα μας, το μπλουζάκι του Κ. ανέβαινε ελαφρά αποκαλύπτοντας ένα αθώο, ακίνδυνο, φιλικό στομάχι που ανεβοκατέβαινε αναπνέοντας και προσκαλούσε να το ακουμπήσει η ζεστή παλάμη μου ή ακόμα το μάγουλό μου. Παρακάτω ήταν το άσπρο από την αρχή από το σλιπάκι του αλλά παρακάτω δεν ήξερα ακόμα· ήξερα μόνο ότι ήθελα να αγκαλιάζω σιωπηλά τον Κ. και να μένουμε κρυμμένοι, ασφαλείς και δραπέτες, στα στάχυα.

Μετά από πολλές εξιστορήσεις και περιπέτειες και παραδείγματα, η «Αντιαυταρχική Εκπαίδευση» άρχισε να φθάνει στο τέλος της και τον λόγο πήρε πάλι ο A.S. Neil, ο οποίος είχε παραμείνει διακριτικά στο υπόβαθρο. Ήταν η ώρα του απολογισμού, η ώρα που θα αποτιμούσε την επιτυχία ή την αποτυχία του εγχειρήματός του. Πολύ ευγενικά εξήγησε ότι, παρά τις πρωτοφανείς εκπαιδευτικές μεθόδους, υπήρξαν μαθητές που πήγαν στο κολέγιο και μάλιστα κάνουν το μεταπτυχιακό τους με διακρίσεις. Αλλά αυτό δεν είναι μέτρο επιτυχίας, καθώς άλλες μαθήτριες έγιναν πετυχημένες φουρνάρισσες και υδραυλικοί. Πιο πολύ τον απασχολούσε η ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της ελευθερίας των παιδιών, το σημείο που είχε δώσει όλη την ενέργεια και την αγάπη του.

Αλλά πώς να μετρηθεί αντικειμενικά; Ποιο είναι το κριτήριο για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη και ελευθερία; Όλα ήταν τόσο σχετικά που κι ο ίδιος ο A.S. Neil αναγκάστηκε να πάρει ένα ελαφρώς αυταρχικό τόνο για να πείσει για τη σταθερότητα των λεγόμενών του. Ακόμα κι αν όλα τα άλλα είναι σχετικά, ένα πράγμα είναι βέβαιο, είπε: «Σε αντίθεση με όλα τα άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στο ‘Summerhil’ δεν εμφανίστηκε ποτέ κρούσμα ομοφυλοφιλίας».

Η δόξα του παρία

Υπόθεσε πως αποφασίζουμε να ζήσουμε μαζί, μικρέ μου Μαρκ. Τι θα σε τραβούσε, εσένα, σ’ αυτό το σχέδιο;
Η ιδέα να δημιουργήσουμε κάτι μαζί.
Λάθος! Γιατί από τη μια μέρα στην άλλη θα μπορούσαμε να χωρίσουμε. Αυτό είναι που σε τραβάει, αυτό θα ήταν το πιο υπέροχο στοιχείο στη σχέση μας: να αγαπιόμαστε για όσον καιρό γίνεται, αλλά πάντα με τη συναίσθηση πως τίποτα δεν θα είναι ποτέ σίγουρο ανάμεσά μας. Παύω να σου αρέσω; Μπραφ! Φεύγεις.

Το μόνο που θα μας συγκρατεί θα ’ναι η επιθυμία μας να μένουμε μαζί. Καμιά κοινωνική υποστήριξη για τη σχέση μας. Δεν θα υπάρχουν οικογένειες να μας ενθαρρύνουν. Μήτε παιδιά που θα πρέπει να αναθρέψουμε. Μήτε κοινή οικογενειακή περιουσία. Μήτε κοινά οικονομικά συμφέροντα. Δεν θα ελπίζουμε σε καμιά κληρονομιά. Δε θα κατέχουμε τίποτα από κοινού, ούτε καν μια αυτοκινητιστική ασφάλεια, μια σύνταξη που να μπορούμε να αφήσουμε ο ένας στον άλλον. Ελεύθεροι σαν τον άνεμο! Ελεύθεροι ν’ αγαπιόμαστε, ελεύθεροι να χωρίσουμε.

Ελεύθεροι, ελεύθεροι! Μικρέ μου Μαρκ. Αν αυτή η ευθραυστότητα σε τρομάζει, αν λαχταράς μια ταχτοποιημένη ζωή, αν χρειάζεσαι εγγυήσεις, αν λογαριάζεις το μέλλον περισσότερο από το παρόν, τότε έχεις κάνει λάθος σχετικά με τη φύση σου.

Ο σκοπός μας δεν είναι να περιβληθούμε με εγγυήσεις αλλά να ζήσουμε την ομορφιά ενός συναισθήματος έντονου, εφήμερου, φθαρτού, αφού η κάθε μας μέρα θα ξεκινάει μ’ ένα καινούριο θαύμα. Μονάχα το ασταθές, μονάχα αυτό που υπόκειται σε άμεση ανάκληση, αξίζει τον κόπο. Κάθε μέρα θα ξαναεπιλέγουμε ο ένας τον άλλον. Ο γάμος είναι μια επαγγελματική υπόθεση, το ζευγάρωμά μας είναι έργο τέχνης. Προτού ακόμα αρχίσουμε, θα αυτοαμφισβητηθούμε. Βλέπεις τη διαφορά, την τεράστια διαφορά με τους άλλους; Για μας δεν υπάρχει κανένας εφησυχασμός, καμιά σιγουριά. Καμιά κατοχή του ενός από τον άλλον. “Είσαι δικός μου”, “σου ανήκω”, δε θα υπάρχουν τέτοια μεταξύ μας. Έχουμε γεννηθεί μ’ αυτή την πληγή στα πλευρά…

Ντομινίκ Φερναντέζ, Η δόξα του παρία

SUBBOY25 E015 FINAL

Μη μου πεθάνεις, φιλαράκι – Ομοερωτισμός και μαζοχισμός στις πολεμικές ταινίες

Κι όμως, κάθε άντρας σκοτώνει αυτό που αγαπά,
Αλλά τούτο ας ακουστεί,
Κάποιοι το κάνουν με πικρή θωριά,
Κάποιοι με κολακευτικές λέξεις.
Ο δειλός το κάνει με ένα φιλί,
Οι γενναίοι άντρες με σπαθί!
–Oscar Wilde, «The Ballad of Reading Gaol»

Στις κυρίαρχες εκδοχές των αντρών σε πόλεμο, οι άντρες επιτρέπεται να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με τρόπους που δεν επιτρέπονταν αλλού, χαϊδεύοντας και κρατώντας ο ένας τον άλλον, παρηγορώντας και κλαίγοντας μαζί, παραδεχόμενοι την αγάπη τους. Ο πόνος του πολέμου είναι η τιμή που πληρώνεται για τον τρόπο που εκφράζει τον ανδρικό δεσμό. Τα δεινά του πολέμου είναι ένα είδος τιμωρίας για την εκτόνωση της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας και της ανδρικής θηλυκότητας που μόνο ο πόλεμος επιτρέπει.
–Anthony Easthope, What a Man’s Gotta Do

Η πολεμική ταινία είναι ίσως το πλουσιότερο από όλα τα κείμενα για την αρρενωπότητα. Διαφυγή από το θηλυκό, αιματηρή μύηση στην ανδροπρέπεια, ανδρικός δεσμός: όλα αυτά είναι θέματα που διαπραγματεύεται η παραδοσιακή πολεμική ταινία. Κατά μία έννοια, η πολεμική/μιλιταριστική ταινία ελάχιστα ασχολείται με οτιδήποτε άλλο πέρα από το τι σημαίνει να είσαι άντρας και πώς να γίνεις ένας τέτοιος.

Αυτό είναι συχνά πολύ ξεκάθαρο όχι μόνο σε ένα αφηγηματικό επίπεδο, αλλά επίσης και σε ένα συμβολικό επίπεδο. Η ψυχανάλυση προτείνει ότι η παραδοσιακή πολεμική ταινία μπορεί να περιγραφεί ως το (θετικό) οιδιπόδειο σύμπλεγμα που καθίσταται κοινωνικό. Κεντρικός στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, τη διαδικασία κατά την οποία, σύμφωνα με τον Φρόιντ, τα αγόρια γίνονται άντρες, είναι ο φόβος του ευνουχισμού. Όταν εγκαθίσταται η διαπίστωση του «ευνουχισμού» της μητέρας, το αγόρι συνειδητοποιεί τη δυνατότητα του δικού του ευνουχισμού. Αυτή η απειλή φαίνεται σαν να έρχεται από τον δικό του πατέρα, τον αντίζηλό του για τα αισθήματα της μητέρας του. Είναι μέσα από αυτήν την απειλή του ευνουχισμού που το αγόρι φθάνει να μεταφέρει τα αισθήματά του από τη μητέρα του στη «νύφη» του (όπως με όλους τους όρους στην ψυχανάλυση αυτός είναι τελείως συμβολικός, όχι απαραίτητα στη σύζυγό του). Τώρα η ευνουχιστική απειλή έχει επιλυθεί, εφόσον δεν υπάρχει πλέον αντιζηλία μεταξύ πατέρα και γιου, και το αγόρι είναι ικανό να ταυτιστεί με τον πατέρα του. Αυτή είναι η στιγμή που ο Φρόιντ περιγράφει ως τον «θρίαμβο του αρρενωπού εγώ».

Στην κλασική αφήγηση της πολεμικής ταινίας, αυτό το δράμα εκτυλίσσεται όταν το αγόρι αφήνει το σπίτι για να αντιμετωπίσει τον θάνατο (που αναπαριστά τον ευνουχισμό – ή μάλλον, ο θάνατος δεν είναι παρά μια σκιά του φόβου του ευνουχισμού), κερδίζει τον πόλεμο (η νίκη είναι ο θρίαμβος του αρρενωπού εγώ), επιστρέφει για να διεκδικήσει τη νύφη του και συζευγνύεται με τους στρατηγούς/τον πατέρα του. Τα μετάλλια που στερεώνονται στο στήθος του δεν δηλώνουν τίποτα περισσότερο από την επιτυχή επίτευξη της ετεροφυλοφιλίας του και την εκτίμηση αυτού από την πατριαρχική κοινωνία.

Ακόμα και η μετα-φροϊδική άποψη για το πώς ένα αγόρι γίνεται άντρας, η οποία απορρίπτει το άγχος του ευνουχισμού ως μια ανεπαρκή εξήγηση για αυτήν τη διαδικασία, μπορεί να χωρέσει στην πολεμική ταινία. Οι μετα-φροϊδικοί προτείνουν ότι τα αγόρια πρέπει να διαχωριστούν κοινωνικά, όπως και ψυχικά, από τις μητέρες τους, για να γίνουν άντρες. Μια τάση προς μια οπισθοδρόμηση σε μια ναρκισσιστική «ευτυχισμένη ενότητα» με τη μητέρα, μια αίσθηση παντοδυναμίας που βασίζεται στην αποτυχία να διαχωριστεί από αυτήν τη δυάδα, αξιώνεται ως το κύριο εμπόδιο στην «προσωπικότητα» ενός αγοριού. Με άλλα λόγια, πρέπει να εγκαταλείψει τη μητρική θέρμη του σπιτιού και να ορμήσει στον κόσμο, για να επιτελέσει κάποια «δοκιμασία» που θα εγκαθιδρύσει μια αυτόνομη ταυτότητα.

Αγνοώντας τη φροϊδική ή μετα-φροϊδική ερμηνεία που εφαρμόζεται στην αφήγηση των πολεμικών ταινιών, τα αγόρια που ποθούν να γίνουν άντρες το γρηγορότερο δυνατόν αποτελούν το πλέον άπληστο ακροατήριο αυτών των ταινιών, μαθαίνοντας ενθουσιωδώς τα «μαθήματα» που έχουν να τους διδάξουν τέτοιες ταινίες για την αρρενωπότητα και εφαρμόζοντάς τα με τους φίλους τους παίζοντας «πόλεμο» τα ίδια.

Αναμφισβήτητα, είναι εις πείσμα του οιδιπόδειου και του μετα-φροϊδικού μηνύματος που τέτοιες ταινίες έχουν πέραση σε πολλά αγόρια. Η πολεμική ταινία δεν προσφέρει μόνο ένα κείμενο για την αρρενωπότητα και πώς να βρει κανείς τη θέση του στην πατριαρχία, αλλά προσφέρει επίσης ένα όραμα ενός κόσμου όπου τα προνόμια της ετεροφυλόφιλης ανδρικότητας μπορούν να συνδυαστούν με έναν αγορίστικο ομοερωτισμό – ένας καθαρά αρρενωπός κόσμος εντός των κυμάτων της θηλυκότητας. Με άλλα λόγια, κάτι σαν δραπέτευση από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Αυτό είναι, δίχως άλλο, το μυστικό της ιδιαίτερης γοητείας της πολεμικής ταινίας με τα φιλαράκια, της πολεμικής ταινίας που εστιάζει στις στενές φιλίες που αναπτύσσονται μεταξύ αντρών εν καιρώ πολέμου. Η πολεμική ταινία με φιλαράκια προσφέρει στα αγόρια ένα όνειρο, το όνειρο ενός ανέφικτα αρρενωπού κόσμου στον οποίο τα αγόρια γίνονται άντρες κι όμως παραμένουν αγόρια, μια εναλλακτική στη διαδρομή εν καιρώ ειρήνης προς τον ανδρισμό του γάμου – τον τρόμο κάθε αγοριού.

Αλλά αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτές οι ταινίες φτιάχνονται από άντρες. Αν τα αγόρια ονειρεύονται να μεγαλώσουν αλλά να δραπετεύσουν από το μέλλον, οι άντρες ονειρεύονται να μην είχαν μεγαλώσει ποτέ και να δραπετεύσουν από το παρόν. Αυτό οδηγεί στην ειρωνεία ότι, όταν τα αγόρια παίζουν παιχνίδια «πολέμου» βασισμένα σε ταινίες που έχουν δει, ουσιαστικά, είναι αγόρια που παίζουν τους άντρες που παίζουν τα αγόρια που παίζουν τον πόλεμο. Οι πολεμικές ταινίες μπορεί να είναι κείμενα αρρενωπότητας, αλλά το μεγαλύτερο μάθημα που έχουν να διδάξουν είναι ότι το να είσαι άντρας είναι ένα παιχνίδι, μολονότι θανάσιμο.

Στις πολεμικές ταινίες του τύπου φιλαράκια η νέκρα του πολέμου δεν παραβλέπεται. Αντιθέτως, απεικονίζεται όχι στον θάνατο του εχθρού, ο οποίος είναι απρόσωπος ή ακόμα και αθέατος, αλλά στον θάνατο συντρόφων και φίλων. Κλασικά, η στιγμή που το φιλαράκι κείτεται νεκρό ή πεθαίνει είναι η στιγμή όπου αναδεικνύεται η πλήρης ένταση της αγάπης που νιώθουν τα αγόρια/άντρες μεταξύ τους. Και, παρ’ όλες τις προσπάθειες του ευσυνείδητου σκηνοθέτη, η νέκρα προσκολλάται έτσι όχι τόσο στον πόλεμο, αλλά στο όλο κουήρ ρομάντζο της υπόθεσης. Μια στενή σχέση μεταξύ του θανάτου και της έκφρασης της ομο-επιθυμίας στήνεται στην πολεμική ταινία. Οι Easthorpe, Russo και άλλοι έχουν δείξει πως οι πιο σωματικές εκφράσεις της αρρενωπής θηλυκότητας οφείλουν να πληρώσουν το «υπέρτατο τίμημα». Αλλά ο πόνος και ο θάνατος δεν είναι απλά ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί – είναι σαν το χάδι, το φιλί, ο εναγκαλισμός να ήταν το ίδιο το θανάσιμο χτύπημα. Το μάθημα που διδάσκει η ταινία με τα φιλαράκια στα αγόρια (και υπενθυμίζει στους άντρες) είναι ότι ο «πόλεμος» είναι ένα μέρος όπου ο κουήρ έρωτας όχι μόνο μπορεί να εκφραστεί, αλλά να επιδοκιμαστεί – όμως, μόνο παντρεμένος με τον θάνατο. Ο θάνατος δικαιολογεί και ρομαντικοποιεί τα σημάδια αλλά όχι την πρακτική του κουήρ έρωτα – ο θάνατος, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι ο ίδιος η ολοκλήρωση, η καθαρτική μαζοχιστική αποκορύφωση που ικανοποιεί το ακροατήριο και κρατά τη μετουσίωση του ομοερωτισμού στο πεδίο της μάχης.

Το Taps (1981) του Stanley Jaffe δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν ξεσπά ο ομοερωτικός έρωτας μεταξύ αγοριών σε καιρό ειρήνης. Οι δόκιμοι στη «Στρατιωτική Ακαδημία για Αγόρια Bunker Hill» με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Moreland (Timothy Hutton) καταλαμβάνουν την Ακαδημία, για να αποτρέψουν το κλείσιμό της, καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο έχει αποφασίσει να χτιστούν στη θέση της πολυκατοικίες που θα αποφέρουν περισσότερα χρήματα. Γίνεται διαρκώς επίκληση της έννοιας της «τιμής» από τα αγόρια, ειδικά από τον Moreland, και η πίστη τους σε αυτήν έρχεται σε αντίθεση με την προφανή έλλειψή της στον εξωτερικό κόσμο.

Το σύστημα τιμής στο οποίο βασίζεται η στρατιωτική ακαδημία τους έγκειται στον σεβασμό του αξιώματος, αλλά σε αντίθεση με τον πραγματικό στρατό, αυτός ο στρατός από νεαρά αγόρια (γιατί αυτό είναι μια στρατιωτική ακαδημία) θεωρεί την τιμή σημαντικότερη από τον σεβασμό. Και τι είναι αυτή η «τιμή»; Λοιπόν, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από τον αγορίστικο έρωτα. Ο Στρατηγός Boche (George C. Scott) λέει στον Moreland κατά την προαγωγή του στον βαθμό του Ταγματάρχη ότι τα αγόρια θα σέβονται το αξίωμά του, αλλά ο άντρας πίσω από το αξίωμα πρέπει να κερδίσει ο ίδιος τον σεβασμό για τον εαυτό του. Με άλλα λόγια πρέπει να κερδίσει τον έρωτα των αγοριών. Και αυτό κάνει κατά τη διάρκεια της κατάληψης. Γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτό που υποστηρίζουν τα αγόρια ενώπιον της Εθνικής Φρουράς και των υστερικών γονιών τους που τους πολιορκούν είναι ο έρωτάς τους για τον διευθυντή τους, τον Στρατηγό Boche. Για το διακεκριμένο αγόρι τους, τον Ταγματάρχη Moreland. Για τους αρχηγούς της διμοιρίας τους. Ο έρωτας αναμεταξύ τους και για τα αγόρια περασμένων χρόνων που πέρασαν από την Ακαδημία και πολέμησαν και πέθαναν για την πατρίδα τους. Ο αγορίστικος έρωτας/τιμή παρουσιάζεται έτσι αρχικά ως ισχυρότερος από τις δυνάμεις της οικογένειας και της κοινωνίας.

Επιπλέον, όμως, γίνεται ξεκάθαρο ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλά μια υποψία σε αυτόν τον αγορίστικο έρωτα. Ο άγαμος γηραιός Στρατηγός που εμφύσησε αυτόν τον έρωτα στα αγόρια απομακρύνεται, πολύ σωστά, από το κάδρο πολύ νωρίς από το τμήμα του τοπικού σερίφη (φαινομενικά για χρήση όπλων). Αργότερα, τον αποτελειώνει ένα καρδιακό επεισόδιο, αφήνοντας τα αγόρια να τιμούν το ένα το άλλο δίχως την προβληματική παρουσία του. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η έξοδος του Στρατηγού συμβαίνει ενώ προσπαθεί να βάλει τέλος σε μια φιλονικία που προκαλούν οι ντόπιοι νταήδες που φωνάζουν «πούστηδες!» στα αγόρια-στρατιώτες, καλλωπισμένα με τις επίσημες στολές τους για τον χορό της λήξης του έτους. Αυτή είναι και η μόνη σκηνή που κάνουν την εμφάνισή τους κορίτσια, σεμνότυφα άλλοθι στα μπράτσα των αγοριών που παρακολουθούν τον χορό (οι μόνες άλλες γυναίκες που βλέπουμε στην ταινία είναι τρελαμένες μανάδες που προσπαθούν να πείσουν τους γιους τους να παρατήσουν την κατάληψη και να επιστρέψουν σπίτι).

Αλλά, με τον Στρατηγό να έχει πεθάνει, η απόλυτη αφοσίωση του Moreland προς αυτόν απλά αυξάνεται: «Ένιωθα προνομιούχος με την παρουσία του» αναστενάζει. Ο φιλαράκος και συγκάτοικος του Moreland, ο Dyer (Sean Penn) αρχίζει να υποψιάζεται κάτι παράξενο και εκφράζει τη δυσφορία του ακροατηρίου όταν κατηγορεί τον Moreland και τον Boche ότι είχαν επενδύσει σε ένα ρομαντικό όνειρο για την Ακαδημία, «τόσο ζεστό όσο και δυο σκαθάρια που γαμιούνται!» Τα αναπόφευκτα γρονθοκοπήματα που ακολουθούν αυτήν την κατηγορία είναι σχεδιασμένα για να διαλύσουν τον φόβο μας ότι ο έρωτας έχει ονομασθεί. Ειρωνικά, πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα ερωτικό καβγαδάκι: η σχέση μεταξύ Moreland και Dyer είναι η κεντρική ερωτική ιστορία της ταινίας, ακόμα κι αν ο Moreland κρέμεται από τον Boche. Η αφοσίωση του Moreland στον Boche κωδικοποιείται ως κουήρ, ούτως ώστε να χυθεί «φυσικό» και «υγιές» φως στη σχέση του με τον Dyer. Ο Dyer είναι επίσης η φωνή της λογικής, που ανθίσταται εξαρχής στην κατάληψη, αλλά δεν αδράχνει την ευκαιρία να φύγει εξαιτίας της σχέσης «τιμής» με το φιλαράκι του και τον Αρχηγό. Ο Moreland αγνοεί τις ικεσίες του Dyer να λήξει την πολιορκία/να τον αγαπήσει και προτιμά να παρακολουθεί παλιές home movies με τον Στρατηγό.

Ο θάνατος ενός νεαρού δόκιμου οδηγεί σε μια δακρύβρεχτη σκηνή μεταξύ του Dyer και του Moreland στην οποία ο Moreland εγκαταλείπει τη μνήμη του Boche και επιλέγει αντί αυτού τον Dyer, ακυρώνοντας την κατάληψη. Αλλά πριν μπορέσει να γίνει εφικτή η παράδοση και να ολοκληρωθεί ο γάμος Dyer/Moreland, ένας επιθετικός/ψυχάκιας χαρακτήρας που τον υποδύεται ο Tom Cruise γαζώνει τον κόσμο? με ένα βαρύ πολυβόλο από τον δεύτερο όροφο της Ακαδημίας. Ο Moreland τρέχει να τον σταματήσει, αλλά και οι δύο πεθαίνουν σε ένα χαλάζι από σφαίρες, ενώπιον του Dyer. Μέσα σε μια ικανοποιητική ριπή πυρός, τα κουήρ άγχη του ακροατηρίου διαγράφονται: ο Cruise, ο δόκιμος με έναν ύποπτο ενθουσιασμό για το bodybuilding και άνετα αυτός με τα πιο κοντοκουρεμένα μαλλιά στην Ακαδημία, και ο Moreland, του οποίου ο ιδιαίτερος έρωτας για τον Boche οδήγησε σε αυτή την εξέγερση ενάντια στην οικογενειακή ζωή. Η ισορροπία αποκαθίσταται, αφότου η διατάραξή της επέτρεψε στο ακροατήριο να απολαύσει την έκφραση του κουήρ έρωτα.

Η ταινία τελειώνει με τον Dyer να κλαίει πάνω από το σώμα του νεκρού φίλου του και να μεταφέρει το πτώμα του, στηριγμένο στα προτεταμένα μπράτσα του, ο Αχιλλέας μεταφέρει τον Πάτροκλο, έξω από την είσοδο της Ακαδημίας – ο μόνος τρόπος που ο έρωτάς τους θα μπορούσε να εισέλθει στον πολιτικό κόσμο.

Το Stand By Me (1986) που σκηνοθέτησε ο Rob Reiner, είναι μια ακόμα πολεμική ιστορία με φιλαράκια που εκτυλίσσεται εν καιρώ ειρήνης, αυτή τη φορά μεταμφιεσμένη ως νοσταλγία για τις τελετές ενηλικίωσης της παιδικής ηλικίας. Αυτή η απάτη, στην πραγματικότητα, καταδεικνύει τη θέση των πολεμικών ταινιών με φιλαράκια ως «κείμενο της αρρενωπότητας» και τον τρόπο με τον οποίο τείνουν να είναι περί αντρών που ονειρεύονται να είναι αγόρια ξανά. Τέσσερα δωδεκάχρονα αγόρια προσπαθούν πάρα πολύ σκληρά να είναι άντρες και να ξεχωρίσουν τους εαυτούς του από «κοριτσίστικα» πράγματα (το «pussy» είναι η χειρότερη βρισιά στο λεξιλόγιό τους – ένα λεξιλόγιο που παραδόξως δεν δείχνει να φτάνει στο «πούστης»). Ο «εχθρός» είναι μια ομάδα από μεγαλύτερα αγόρια που τους ταπεινώνουν και τους αποκαλούν «κορίτσια». Όπως και σε πολλές πολεμικές ταινίες, «το θηλυκό» είναι καθαρά μια συμβολική παρουσία, μια προβληματική παρουσία στα αγόρια. Δεν υπάρχουν ορατά κορίτσια πουθενά. Ακόμα και τα μεγαλύτερα αγόρια που μιλούν για κορίτσια και για αυτά που κάνουν μαζί τους, βασικά δεν είναι ποτέ ορατά με κανέναν άλλον παρά με τους άντρες φίλους τους. Αυτή η «απόμακρη εποχή» των 50’s στην οποία τοποθετείται η ταινία είναι το άλλοθι για όλη αυτή την ομοκοινωνικότητα: το παρελθόν – ιδιαίτερα η νοσταλγική εκδοχή του – είναι τόσο «άλλο» όσο ο καιρός του πολέμου.

Και ακριβώς όπως ο πόλεμος παρέχει ένα πρόσχημα για τη διαφυγή από τις γυναίκες και την αναζήτηση της συντροφιάς των αντρών, κάτι να «κάνεις» με τα άλλα αγόρια, έτσι και το Stand By Me προσφέρει μια κοινή εργασία για τα αγόρια: ένα ταξίδι για να δουν το πτώμα ενός νεαρού αγοριού που έχουν ακούσει ότι κείτεται δίπλα σε μια σιδηροδρομική γραμμή. Το σενάριο είναι στην πραγματικότητα η ίδια η απόσταξη του θέματος της πολεμικής ταινίας με φιλαράκια: η εγκατάλειψη της οικίας και του «θηλυκού», ώστε να είσαι με τα φιλαράκια σου και να κοιτάξεις τον θάνατο κατάματα. Τα ίδια τα αγόρια, ζώντας στη σκιά του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου στον οποίον υπηρέτησαν οι πατεράδες τους, είναι πολύ πρόθυμα να παίξουν την πολεμική φύση του «μεγάλου άθλου» τους.

Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο αφηγητής, ο Gordie (Whil Wheaton), και ο Chris (River Phoenix) αγαπούν ο ένας τον άλλον πάρα πολύ. Αλλά, κατά την κλασική παράδοση της πολεμικής ταινίας, αυτή η τρυφερότητα δεν μπορεί να εκφραστεί σωματικά μέχρι να πλησιάσουν τον θάνατο με τη μορφή του πτώματος του αγοριού. Ο Gordie καταρρέει με κλάματα και φωνάζει «Θα έπρεπε να ήμουν εγώ!» Η έξαψή του να δει το πτώμα είναι μια έξαψη να αντιμετωπίσει τον θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού του. Κάνοντας φλάσμπακ έχουμε αντικρίσει αυτόν τον αδερφό ως εξόχως όμορφο και εκπληκτικά συναισθηματικό απέναντι στον Gordie, ζητώντας αγκαλιές και δείχνοντας ένα ενδιαφέρον για τη ζωή του τέτοιο που οι γονείς του αποτυγχάνουν να δείξουν.

Δεν υπάρχει τέτοιος αδερφός – ούτε καν στο Hollywood. Αυτό είναι το όνειρο ενός μεγαλύτερου αγοριού-εραστή που καθίσταται εφικτό, γιατί είναι απλά αυτό, ένα όνειρο: ο αδερφός του είναι νεκρός πριν καν ξεκινήσει η ταινία. Το μοτίβο του «αδερφού» παίζεται ξανά και ξανά στη διάρκεια της ταινίας σε αντιπαράθεση με το μοτίβο του «πατέρα». Τα αγόρια έχουν λόγο να μισούν τους πατεράδες τους που είναι αλκοολικοί (Chris), βίαιοι (Teddy) ή μνησίκακοι (Gordie). Η αγορίστικη, αδερφική αγάπη προσφέρεται ως μια πιο ελκυστική εναλλακτική στην απογοήτευση της πατρικής αγάπης. Ο Chris, προσπαθώντας να παρηγορήσει τον Gordie που υποφέρει από τη βλαβερή μεταχείριση εκ μέρους του πατέρα του, λέει, «Αν ήμουν ο πατέρας σου, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά».

Δίπλα στο συμβολικό πτώμα του αδερφού του, ο Gordie θρηνεί και αγκαλιάζεται από το φιλαράκι του τον Chris. Τα μεγαλύτερα αγόρια υποχρεωτικά κάνουν μια εμφάνιση, έτσι ώστε ο Gordie να μπορέσει να τους τρομάξει και να περάσει το «τεστ» κραδαίνοντας ένα τεράστιο πιστόλι που έχει φέρει μαζί του, τρομάζοντάς τους και περνώντας το «τεστ»: έχει ξεπεράσει το άγχος του ευνουχισμού, άφησε τον αδερφό του και τη θηλυκή προσκόλληση σε αυτόν να φύγουν και απέδειξε τον ανδρισμό του.

Ο υπαινιγμός ότι αυτά τα αγόρια έχουν ένα κουήρ πάθος μεταξύ τους είναι σφραγισμένος ερμητικά στο παρελθόν μέσω της τελευταίας σκηνής. Ο αφηγητής Gordie είναι τώρα ένας μεσήλικας συγγραφέας που πληκτρολογεί αυτήν την ανάμνηση σε έναν επεξεργαστή κειμένου. Μαθαίνουμε ότι ο Chris είναι νεκρός, σκοτώθηκε σε «έναν καβγά σε φαστφουντάδικο που προσπάθησε να σταματήσει» – ένας καυστικά ηρωικός, και κυριολεκτικά βολικός θάνατος. Ο τρόμος και η βία του («μαχαιρωμένος στον λαιμό») προκαλεί, αλλά είναι συνεπής με τον θάνατο που βλέπουμε στα «πολεμικά φιλαράκια»: ο Gordie έχει εξέλθει της Ακαδημίας Bunker Hill με τον Chris στα μπράτσα του. Παρά την εκμετάλλευση από την ταινία της ομοερωτικής αδερφικής αγάπης και τη συμπονετική αντιπαράθεσή της με αυτή «των πατεράδων», η οικογενειακή ζωή νικάει, το ομοερωτικό προσπερνάται από τον χρόνο: ο Chris είναι νεκρός και ο Gordie έχει γίνει ο ίδιος πατέρας.

Εγκατεστημένος πλέον με ασφάλεια στο ετεροφυλοφιλικό παρόν, ο Gordie έχει την άνεση για μια ονειροπόληση του αγορίστικου παρελθόντος του (που είναι αυτό για το οποίο πρόκειται, σε όλη την ταινία): «Παρόλο που έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είδα τον Chris, θα μου λείπει για πάντα», γράφει. «Ποτέ δεν είχα φίλους σαν κι αυτούς που είχα όταν ήμουν δώδεκα», προσθέτει, πλέοντας λιγάκι κόντρα στον άνεμο. Βιαστικά αναπληρώνει βρίζοντας και πηγαίνοντας από το προσωπικό στο γενικό: «Θεέ μου, και ποιος έχει!»

Του Mark Simpson από το Male Impersonators, Men Performing Masqulinity

Πουστιά, ψυχική ασθένεια και μουσική πανκ – Παρουσίαση στις 20.5.2018

Print

Η βιβλιοπαρουσίαση περιλαμβάει την προβολή μιας μικρού μήκους ταινίας του Έκτορα Λυγίζου. Μετά θα ακολουθήσει dark καφενείο. Στο ΚΟΝΤΡΟΣΟΛ, Ηρώδου Αττικού 4, 4ος όροφος, Θεσσαλονίκη.