Latest Posts

SUBBOY25 E015 FINAL

Μη μου πεθάνεις, φιλαράκι – Ομοερωτισμός και μαζοχισμός στις πολεμικές ταινίες

Κι όμως, κάθε άντρας σκοτώνει αυτό που αγαπά,
Αλλά τούτο ας ακουστεί,
Κάποιοι το κάνουν με πικρή θωριά,
Κάποιοι με κολακευτικές λέξεις.
Ο δειλός το κάνει με ένα φιλί,
Οι γενναίοι άντρες με σπαθί!
–Oscar Wilde, «The Ballad of Reading Gaol»

Στις κυρίαρχες εκδοχές των αντρών σε πόλεμο, οι άντρες επιτρέπεται να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με τρόπους που δεν επιτρέπονταν αλλού, χαϊδεύοντας και κρατώντας ο ένας τον άλλον, παρηγορώντας και κλαίγοντας μαζί, παραδεχόμενοι την αγάπη τους. Ο πόνος του πολέμου είναι η τιμή που πληρώνεται για τον τρόπο που εκφράζει τον ανδρικό δεσμό. Τα δεινά του πολέμου είναι ένα είδος τιμωρίας για την εκτόνωση της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας και της ανδρικής θηλυκότητας που μόνο ο πόλεμος επιτρέπει.
–Anthony Easthope, What a Man’s Gotta Do

Η πολεμική ταινία είναι ίσως το πλουσιότερο από όλα τα κείμενα για την αρρενωπότητα. Διαφυγή από το θηλυκό, αιματηρή μύηση στην ανδροπρέπεια, ανδρικός δεσμός: όλα αυτά είναι θέματα που διαπραγματεύεται η παραδοσιακή πολεμική ταινία. Κατά μία έννοια, η πολεμική/μιλιταριστική ταινία ελάχιστα ασχολείται με οτιδήποτε άλλο πέρα από το τι σημαίνει να είσαι άντρας και πώς να γίνεις ένας τέτοιος.

Αυτό είναι συχνά πολύ ξεκάθαρο όχι μόνο σε ένα αφηγηματικό επίπεδο, αλλά επίσης και σε ένα συμβολικό επίπεδο. Η ψυχανάλυση προτείνει ότι η παραδοσιακή πολεμική ταινία μπορεί να περιγραφεί ως το (θετικό) οιδιπόδειο σύμπλεγμα που καθίσταται κοινωνικό. Κεντρικός στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, τη διαδικασία κατά την οποία, σύμφωνα με τον Φρόιντ, τα αγόρια γίνονται άντρες, είναι ο φόβος του ευνουχισμού. Όταν εγκαθίσταται η διαπίστωση του «ευνουχισμού» της μητέρας, το αγόρι συνειδητοποιεί τη δυνατότητα του δικού του ευνουχισμού. Αυτή η απειλή φαίνεται σαν να έρχεται από τον δικό του πατέρα, τον αντίζηλό του για τα αισθήματα της μητέρας του. Είναι μέσα από αυτήν την απειλή του ευνουχισμού που το αγόρι φθάνει να μεταφέρει τα αισθήματά του από τη μητέρα του στη «νύφη» του (όπως με όλους τους όρους στην ψυχανάλυση αυτός είναι τελείως συμβολικός, όχι απαραίτητα στη σύζυγό του). Τώρα η ευνουχιστική απειλή έχει επιλυθεί, εφόσον δεν υπάρχει πλέον αντιζηλία μεταξύ πατέρα και γιου, και το αγόρι είναι ικανό να ταυτιστεί με τον πατέρα του. Αυτή είναι η στιγμή που ο Φρόιντ περιγράφει ως τον «θρίαμβο του αρρενωπού εγώ».

Στην κλασική αφήγηση της πολεμικής ταινίας, αυτό το δράμα εκτυλίσσεται όταν το αγόρι αφήνει το σπίτι για να αντιμετωπίσει τον θάνατο (που αναπαριστά τον ευνουχισμό – ή μάλλον, ο θάνατος δεν είναι παρά μια σκιά του φόβου του ευνουχισμού), κερδίζει τον πόλεμο (η νίκη είναι ο θρίαμβος του αρρενωπού εγώ), επιστρέφει για να διεκδικήσει τη νύφη του και συζευγνύεται με τους στρατηγούς/τον πατέρα του. Τα μετάλλια που στερεώνονται στο στήθος του δεν δηλώνουν τίποτα περισσότερο από την επιτυχή επίτευξη της ετεροφυλοφιλίας του και την εκτίμηση αυτού από την πατριαρχική κοινωνία.

Ακόμα και η μετα-φροϊδική άποψη για το πώς ένα αγόρι γίνεται άντρας, η οποία απορρίπτει το άγχος του ευνουχισμού ως μια ανεπαρκή εξήγηση για αυτήν τη διαδικασία, μπορεί να χωρέσει στην πολεμική ταινία. Οι μετα-φροϊδικοί προτείνουν ότι τα αγόρια πρέπει να διαχωριστούν κοινωνικά, όπως και ψυχικά, από τις μητέρες τους, για να γίνουν άντρες. Μια τάση προς μια οπισθοδρόμηση σε μια ναρκισσιστική «ευτυχισμένη ενότητα» με τη μητέρα, μια αίσθηση παντοδυναμίας που βασίζεται στην αποτυχία να διαχωριστεί από αυτήν τη δυάδα, αξιώνεται ως το κύριο εμπόδιο στην «προσωπικότητα» ενός αγοριού. Με άλλα λόγια, πρέπει να εγκαταλείψει τη μητρική θέρμη του σπιτιού και να ορμήσει στον κόσμο, για να επιτελέσει κάποια «δοκιμασία» που θα εγκαθιδρύσει μια αυτόνομη ταυτότητα.

Αγνοώντας τη φροϊδική ή μετα-φροϊδική ερμηνεία που εφαρμόζεται στην αφήγηση των πολεμικών ταινιών, τα αγόρια που ποθούν να γίνουν άντρες το γρηγορότερο δυνατόν αποτελούν το πλέον άπληστο ακροατήριο αυτών των ταινιών, μαθαίνοντας ενθουσιωδώς τα «μαθήματα» που έχουν να τους διδάξουν τέτοιες ταινίες για την αρρενωπότητα και εφαρμόζοντάς τα με τους φίλους τους παίζοντας «πόλεμο» τα ίδια.

Αναμφισβήτητα, είναι εις πείσμα του οιδιπόδειου και του μετα-φροϊδικού μηνύματος που τέτοιες ταινίες έχουν πέραση σε πολλά αγόρια. Η πολεμική ταινία δεν προσφέρει μόνο ένα κείμενο για την αρρενωπότητα και πώς να βρει κανείς τη θέση του στην πατριαρχία, αλλά προσφέρει επίσης ένα όραμα ενός κόσμου όπου τα προνόμια της ετεροφυλόφιλης ανδρικότητας μπορούν να συνδυαστούν με έναν αγορίστικο ομοερωτισμό – ένας καθαρά αρρενωπός κόσμος εντός των κυμάτων της θηλυκότητας. Με άλλα λόγια, κάτι σαν δραπέτευση από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Αυτό είναι, δίχως άλλο, το μυστικό της ιδιαίτερης γοητείας της πολεμικής ταινίας με τα φιλαράκια, της πολεμικής ταινίας που εστιάζει στις στενές φιλίες που αναπτύσσονται μεταξύ αντρών εν καιρώ πολέμου. Η πολεμική ταινία με φιλαράκια προσφέρει στα αγόρια ένα όνειρο, το όνειρο ενός ανέφικτα αρρενωπού κόσμου στον οποίο τα αγόρια γίνονται άντρες κι όμως παραμένουν αγόρια, μια εναλλακτική στη διαδρομή εν καιρώ ειρήνης προς τον ανδρισμό του γάμου – τον τρόμο κάθε αγοριού.

Αλλά αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτές οι ταινίες φτιάχνονται από άντρες. Αν τα αγόρια ονειρεύονται να μεγαλώσουν αλλά να δραπετεύσουν από το μέλλον, οι άντρες ονειρεύονται να μην είχαν μεγαλώσει ποτέ και να δραπετεύσουν από το παρόν. Αυτό οδηγεί στην ειρωνεία ότι, όταν τα αγόρια παίζουν παιχνίδια «πολέμου» βασισμένα σε ταινίες που έχουν δει, ουσιαστικά, είναι αγόρια που παίζουν τους άντρες που παίζουν τα αγόρια που παίζουν τον πόλεμο. Οι πολεμικές ταινίες μπορεί να είναι κείμενα αρρενωπότητας, αλλά το μεγαλύτερο μάθημα που έχουν να διδάξουν είναι ότι το να είσαι άντρας είναι ένα παιχνίδι, μολονότι θανάσιμο.

Στις πολεμικές ταινίες του τύπου φιλαράκια η νέκρα του πολέμου δεν παραβλέπεται. Αντιθέτως, απεικονίζεται όχι στον θάνατο του εχθρού, ο οποίος είναι απρόσωπος ή ακόμα και αθέατος, αλλά στον θάνατο συντρόφων και φίλων. Κλασικά, η στιγμή που το φιλαράκι κείτεται νεκρό ή πεθαίνει είναι η στιγμή όπου αναδεικνύεται η πλήρης ένταση της αγάπης που νιώθουν τα αγόρια/άντρες μεταξύ τους. Και, παρ’ όλες τις προσπάθειες του ευσυνείδητου σκηνοθέτη, η νέκρα προσκολλάται έτσι όχι τόσο στον πόλεμο, αλλά στο όλο κουήρ ρομάντζο της υπόθεσης. Μια στενή σχέση μεταξύ του θανάτου και της έκφρασης της ομο-επιθυμίας στήνεται στην πολεμική ταινία. Οι Easthorpe, Russo και άλλοι έχουν δείξει πως οι πιο σωματικές εκφράσεις της αρρενωπής θηλυκότητας οφείλουν να πληρώσουν το «υπέρτατο τίμημα». Αλλά ο πόνος και ο θάνατος δεν είναι απλά ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί – είναι σαν το χάδι, το φιλί, ο εναγκαλισμός να ήταν το ίδιο το θανάσιμο χτύπημα. Το μάθημα που διδάσκει η ταινία με τα φιλαράκια στα αγόρια (και υπενθυμίζει στους άντρες) είναι ότι ο «πόλεμος» είναι ένα μέρος όπου ο κουήρ έρωτας όχι μόνο μπορεί να εκφραστεί, αλλά να επιδοκιμαστεί – όμως, μόνο παντρεμένος με τον θάνατο. Ο θάνατος δικαιολογεί και ρομαντικοποιεί τα σημάδια αλλά όχι την πρακτική του κουήρ έρωτα – ο θάνατος, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι ο ίδιος η ολοκλήρωση, η καθαρτική μαζοχιστική αποκορύφωση που ικανοποιεί το ακροατήριο και κρατά τη μετουσίωση του ομοερωτισμού στο πεδίο της μάχης.

Το Taps (1981) του Stanley Jaffe δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν ξεσπά ο ομοερωτικός έρωτας μεταξύ αγοριών σε καιρό ειρήνης. Οι δόκιμοι στη «Στρατιωτική Ακαδημία για Αγόρια Bunker Hill» με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Moreland (Timothy Hutton) καταλαμβάνουν την Ακαδημία, για να αποτρέψουν το κλείσιμό της, καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο έχει αποφασίσει να χτιστούν στη θέση της πολυκατοικίες που θα αποφέρουν περισσότερα χρήματα. Γίνεται διαρκώς επίκληση της έννοιας της «τιμής» από τα αγόρια, ειδικά από τον Moreland, και η πίστη τους σε αυτήν έρχεται σε αντίθεση με την προφανή έλλειψή της στον εξωτερικό κόσμο.

Το σύστημα τιμής στο οποίο βασίζεται η στρατιωτική ακαδημία τους έγκειται στον σεβασμό του αξιώματος, αλλά σε αντίθεση με τον πραγματικό στρατό, αυτός ο στρατός από νεαρά αγόρια (γιατί αυτό είναι μια στρατιωτική ακαδημία) θεωρεί την τιμή σημαντικότερη από τον σεβασμό. Και τι είναι αυτή η «τιμή»; Λοιπόν, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από τον αγορίστικο έρωτα. Ο Στρατηγός Boche (George C. Scott) λέει στον Moreland κατά την προαγωγή του στον βαθμό του Ταγματάρχη ότι τα αγόρια θα σέβονται το αξίωμά του, αλλά ο άντρας πίσω από το αξίωμα πρέπει να κερδίσει ο ίδιος τον σεβασμό για τον εαυτό του. Με άλλα λόγια πρέπει να κερδίσει τον έρωτα των αγοριών. Και αυτό κάνει κατά τη διάρκεια της κατάληψης. Γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτό που υποστηρίζουν τα αγόρια ενώπιον της Εθνικής Φρουράς και των υστερικών γονιών τους που τους πολιορκούν είναι ο έρωτάς τους για τον διευθυντή τους, τον Στρατηγό Boche. Για το διακεκριμένο αγόρι τους, τον Ταγματάρχη Moreland. Για τους αρχηγούς της διμοιρίας τους. Ο έρωτας αναμεταξύ τους και για τα αγόρια περασμένων χρόνων που πέρασαν από την Ακαδημία και πολέμησαν και πέθαναν για την πατρίδα τους. Ο αγορίστικος έρωτας/τιμή παρουσιάζεται έτσι αρχικά ως ισχυρότερος από τις δυνάμεις της οικογένειας και της κοινωνίας.

Επιπλέον, όμως, γίνεται ξεκάθαρο ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλά μια υποψία σε αυτόν τον αγορίστικο έρωτα. Ο άγαμος γηραιός Στρατηγός που εμφύσησε αυτόν τον έρωτα στα αγόρια απομακρύνεται, πολύ σωστά, από το κάδρο πολύ νωρίς από το τμήμα του τοπικού σερίφη (φαινομενικά για χρήση όπλων). Αργότερα, τον αποτελειώνει ένα καρδιακό επεισόδιο, αφήνοντας τα αγόρια να τιμούν το ένα το άλλο δίχως την προβληματική παρουσία του. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η έξοδος του Στρατηγού συμβαίνει ενώ προσπαθεί να βάλει τέλος σε μια φιλονικία που προκαλούν οι ντόπιοι νταήδες που φωνάζουν «πούστηδες!» στα αγόρια-στρατιώτες, καλλωπισμένα με τις επίσημες στολές τους για τον χορό της λήξης του έτους. Αυτή είναι και η μόνη σκηνή που κάνουν την εμφάνισή τους κορίτσια, σεμνότυφα άλλοθι στα μπράτσα των αγοριών που παρακολουθούν τον χορό (οι μόνες άλλες γυναίκες που βλέπουμε στην ταινία είναι τρελαμένες μανάδες που προσπαθούν να πείσουν τους γιους τους να παρατήσουν την κατάληψη και να επιστρέψουν σπίτι).

Αλλά, με τον Στρατηγό να έχει πεθάνει, η απόλυτη αφοσίωση του Moreland προς αυτόν απλά αυξάνεται: «Ένιωθα προνομιούχος με την παρουσία του» αναστενάζει. Ο φιλαράκος και συγκάτοικος του Moreland, ο Dyer (Sean Penn) αρχίζει να υποψιάζεται κάτι παράξενο και εκφράζει τη δυσφορία του ακροατηρίου όταν κατηγορεί τον Moreland και τον Boche ότι είχαν επενδύσει σε ένα ρομαντικό όνειρο για την Ακαδημία, «τόσο ζεστό όσο και δυο σκαθάρια που γαμιούνται!» Τα αναπόφευκτα γρονθοκοπήματα που ακολουθούν αυτήν την κατηγορία είναι σχεδιασμένα για να διαλύσουν τον φόβο μας ότι ο έρωτας έχει ονομασθεί. Ειρωνικά, πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα ερωτικό καβγαδάκι: η σχέση μεταξύ Moreland και Dyer είναι η κεντρική ερωτική ιστορία της ταινίας, ακόμα κι αν ο Moreland κρέμεται από τον Boche. Η αφοσίωση του Moreland στον Boche κωδικοποιείται ως κουήρ, ούτως ώστε να χυθεί «φυσικό» και «υγιές» φως στη σχέση του με τον Dyer. Ο Dyer είναι επίσης η φωνή της λογικής, που ανθίσταται εξαρχής στην κατάληψη, αλλά δεν αδράχνει την ευκαιρία να φύγει εξαιτίας της σχέσης «τιμής» με το φιλαράκι του και τον Αρχηγό. Ο Moreland αγνοεί τις ικεσίες του Dyer να λήξει την πολιορκία/να τον αγαπήσει και προτιμά να παρακολουθεί παλιές home movies με τον Στρατηγό.

Ο θάνατος ενός νεαρού δόκιμου οδηγεί σε μια δακρύβρεχτη σκηνή μεταξύ του Dyer και του Moreland στην οποία ο Moreland εγκαταλείπει τη μνήμη του Boche και επιλέγει αντί αυτού τον Dyer, ακυρώνοντας την κατάληψη. Αλλά πριν μπορέσει να γίνει εφικτή η παράδοση και να ολοκληρωθεί ο γάμος Dyer/Moreland, ένας επιθετικός/ψυχάκιας χαρακτήρας που τον υποδύεται ο Tom Cruise γαζώνει τον κόσμο? με ένα βαρύ πολυβόλο από τον δεύτερο όροφο της Ακαδημίας. Ο Moreland τρέχει να τον σταματήσει, αλλά και οι δύο πεθαίνουν σε ένα χαλάζι από σφαίρες, ενώπιον του Dyer. Μέσα σε μια ικανοποιητική ριπή πυρός, τα κουήρ άγχη του ακροατηρίου διαγράφονται: ο Cruise, ο δόκιμος με έναν ύποπτο ενθουσιασμό για το bodybuilding και άνετα αυτός με τα πιο κοντοκουρεμένα μαλλιά στην Ακαδημία, και ο Moreland, του οποίου ο ιδιαίτερος έρωτας για τον Boche οδήγησε σε αυτή την εξέγερση ενάντια στην οικογενειακή ζωή. Η ισορροπία αποκαθίσταται, αφότου η διατάραξή της επέτρεψε στο ακροατήριο να απολαύσει την έκφραση του κουήρ έρωτα.

Η ταινία τελειώνει με τον Dyer να κλαίει πάνω από το σώμα του νεκρού φίλου του και να μεταφέρει το πτώμα του, στηριγμένο στα προτεταμένα μπράτσα του, ο Αχιλλέας μεταφέρει τον Πάτροκλο, έξω από την είσοδο της Ακαδημίας – ο μόνος τρόπος που ο έρωτάς τους θα μπορούσε να εισέλθει στον πολιτικό κόσμο.

Το Stand By Me (1986) που σκηνοθέτησε ο Rob Reiner, είναι μια ακόμα πολεμική ιστορία με φιλαράκια που εκτυλίσσεται εν καιρώ ειρήνης, αυτή τη φορά μεταμφιεσμένη ως νοσταλγία για τις τελετές ενηλικίωσης της παιδικής ηλικίας. Αυτή η απάτη, στην πραγματικότητα, καταδεικνύει τη θέση των πολεμικών ταινιών με φιλαράκια ως «κείμενο της αρρενωπότητας» και τον τρόπο με τον οποίο τείνουν να είναι περί αντρών που ονειρεύονται να είναι αγόρια ξανά. Τέσσερα δωδεκάχρονα αγόρια προσπαθούν πάρα πολύ σκληρά να είναι άντρες και να ξεχωρίσουν τους εαυτούς του από «κοριτσίστικα» πράγματα (το «pussy» είναι η χειρότερη βρισιά στο λεξιλόγιό τους – ένα λεξιλόγιο που παραδόξως δεν δείχνει να φτάνει στο «πούστης»). Ο «εχθρός» είναι μια ομάδα από μεγαλύτερα αγόρια που τους ταπεινώνουν και τους αποκαλούν «κορίτσια». Όπως και σε πολλές πολεμικές ταινίες, «το θηλυκό» είναι καθαρά μια συμβολική παρουσία, μια προβληματική παρουσία στα αγόρια. Δεν υπάρχουν ορατά κορίτσια πουθενά. Ακόμα και τα μεγαλύτερα αγόρια που μιλούν για κορίτσια και για αυτά που κάνουν μαζί τους, βασικά δεν είναι ποτέ ορατά με κανέναν άλλον παρά με τους άντρες φίλους τους. Αυτή η «απόμακρη εποχή» των 50’s στην οποία τοποθετείται η ταινία είναι το άλλοθι για όλη αυτή την ομοκοινωνικότητα: το παρελθόν – ιδιαίτερα η νοσταλγική εκδοχή του – είναι τόσο «άλλο» όσο ο καιρός του πολέμου.

Και ακριβώς όπως ο πόλεμος παρέχει ένα πρόσχημα για τη διαφυγή από τις γυναίκες και την αναζήτηση της συντροφιάς των αντρών, κάτι να «κάνεις» με τα άλλα αγόρια, έτσι και το Stand By Me προσφέρει μια κοινή εργασία για τα αγόρια: ένα ταξίδι για να δουν το πτώμα ενός νεαρού αγοριού που έχουν ακούσει ότι κείτεται δίπλα σε μια σιδηροδρομική γραμμή. Το σενάριο είναι στην πραγματικότητα η ίδια η απόσταξη του θέματος της πολεμικής ταινίας με φιλαράκια: η εγκατάλειψη της οικίας και του «θηλυκού», ώστε να είσαι με τα φιλαράκια σου και να κοιτάξεις τον θάνατο κατάματα. Τα ίδια τα αγόρια, ζώντας στη σκιά του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου στον οποίον υπηρέτησαν οι πατεράδες τους, είναι πολύ πρόθυμα να παίξουν την πολεμική φύση του «μεγάλου άθλου» τους.

Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο αφηγητής, ο Gordie (Whil Wheaton), και ο Chris (River Phoenix) αγαπούν ο ένας τον άλλον πάρα πολύ. Αλλά, κατά την κλασική παράδοση της πολεμικής ταινίας, αυτή η τρυφερότητα δεν μπορεί να εκφραστεί σωματικά μέχρι να πλησιάσουν τον θάνατο με τη μορφή του πτώματος του αγοριού. Ο Gordie καταρρέει με κλάματα και φωνάζει «Θα έπρεπε να ήμουν εγώ!» Η έξαψή του να δει το πτώμα είναι μια έξαψη να αντιμετωπίσει τον θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού του. Κάνοντας φλάσμπακ έχουμε αντικρίσει αυτόν τον αδερφό ως εξόχως όμορφο και εκπληκτικά συναισθηματικό απέναντι στον Gordie, ζητώντας αγκαλιές και δείχνοντας ένα ενδιαφέρον για τη ζωή του τέτοιο που οι γονείς του αποτυγχάνουν να δείξουν.

Δεν υπάρχει τέτοιος αδερφός – ούτε καν στο Hollywood. Αυτό είναι το όνειρο ενός μεγαλύτερου αγοριού-εραστή που καθίσταται εφικτό, γιατί είναι απλά αυτό, ένα όνειρο: ο αδερφός του είναι νεκρός πριν καν ξεκινήσει η ταινία. Το μοτίβο του «αδερφού» παίζεται ξανά και ξανά στη διάρκεια της ταινίας σε αντιπαράθεση με το μοτίβο του «πατέρα». Τα αγόρια έχουν λόγο να μισούν τους πατεράδες τους που είναι αλκοολικοί (Chris), βίαιοι (Teddy) ή μνησίκακοι (Gordie). Η αγορίστικη, αδερφική αγάπη προσφέρεται ως μια πιο ελκυστική εναλλακτική στην απογοήτευση της πατρικής αγάπης. Ο Chris, προσπαθώντας να παρηγορήσει τον Gordie που υποφέρει από τη βλαβερή μεταχείριση εκ μέρους του πατέρα του, λέει, «Αν ήμουν ο πατέρας σου, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά».

Δίπλα στο συμβολικό πτώμα του αδερφού του, ο Gordie θρηνεί και αγκαλιάζεται από το φιλαράκι του τον Chris. Τα μεγαλύτερα αγόρια υποχρεωτικά κάνουν μια εμφάνιση, έτσι ώστε ο Gordie να μπορέσει να τους τρομάξει και να περάσει το «τεστ» κραδαίνοντας ένα τεράστιο πιστόλι που έχει φέρει μαζί του, τρομάζοντάς τους και περνώντας το «τεστ»: έχει ξεπεράσει το άγχος του ευνουχισμού, άφησε τον αδερφό του και τη θηλυκή προσκόλληση σε αυτόν να φύγουν και απέδειξε τον ανδρισμό του.

Ο υπαινιγμός ότι αυτά τα αγόρια έχουν ένα κουήρ πάθος μεταξύ τους είναι σφραγισμένος ερμητικά στο παρελθόν μέσω της τελευταίας σκηνής. Ο αφηγητής Gordie είναι τώρα ένας μεσήλικας συγγραφέας που πληκτρολογεί αυτήν την ανάμνηση σε έναν επεξεργαστή κειμένου. Μαθαίνουμε ότι ο Chris είναι νεκρός, σκοτώθηκε σε «έναν καβγά σε φαστφουντάδικο που προσπάθησε να σταματήσει» – ένας καυστικά ηρωικός, και κυριολεκτικά βολικός θάνατος. Ο τρόμος και η βία του («μαχαιρωμένος στον λαιμό») προκαλεί, αλλά είναι συνεπής με τον θάνατο που βλέπουμε στα «πολεμικά φιλαράκια»: ο Gordie έχει εξέλθει της Ακαδημίας Bunker Hill με τον Chris στα μπράτσα του. Παρά την εκμετάλλευση από την ταινία της ομοερωτικής αδερφικής αγάπης και τη συμπονετική αντιπαράθεσή της με αυτή «των πατεράδων», η οικογενειακή ζωή νικάει, το ομοερωτικό προσπερνάται από τον χρόνο: ο Chris είναι νεκρός και ο Gordie έχει γίνει ο ίδιος πατέρας.

Εγκατεστημένος πλέον με ασφάλεια στο ετεροφυλοφιλικό παρόν, ο Gordie έχει την άνεση για μια ονειροπόληση του αγορίστικου παρελθόντος του (που είναι αυτό για το οποίο πρόκειται, σε όλη την ταινία): «Παρόλο που έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είδα τον Chris, θα μου λείπει για πάντα», γράφει. «Ποτέ δεν είχα φίλους σαν κι αυτούς που είχα όταν ήμουν δώδεκα», προσθέτει, πλέοντας λιγάκι κόντρα στον άνεμο. Βιαστικά αναπληρώνει βρίζοντας και πηγαίνοντας από το προσωπικό στο γενικό: «Θεέ μου, και ποιος έχει!»

Του Mark Simpson από το Male Impersonators, Men Performing Masqulinity

Πουστιά, ψυχική ασθένεια και μουσική πανκ – Παρουσίαση στις 20.5.2018

Print

Η βιβλιοπαρουσίαση περιλαμβάει την προβολή μιας μικρού μήκους ταινίας του Έκτορα Λυγίζου. Μετά θα ακολουθήσει dark καφενείο. Στο ΚΟΝΤΡΟΣΟΛ, Ηρώδου Αττικού 4, 4ος όροφος, Θεσσαλονίκη.

tumblr_nm73u1TdUs1u8k9cko1_500

Πώς πούστεψα (Μελβούρνη 1973)

O πατέρας μου άρχισε να ρωτάει δεξιά κι αριστερά. Δεν του πήρε και πολύ να μάθει τα κουτσομπολιά. Ένα απόγευμα με πήγε βόλτα με το αμάξι του. Μου έδειξε το εργοστάσιο στο οποίο δούλεψε για πρώτη φορά αφού έφτασε στη Μελβούρνη, με πήγε στην παραλία και, καθισμένοι δίπλα δίπλα στο φαρδύ, ταπετσαρισμένο με βινύλιο, κάθισμα της Πλύμουθ του, παρακολουθούσαμε τα κυματάκια να σκάνε στην απέραντη παραλία της Σαιντ Κίλντα. Θυμάμαι ότι είχε βάλει Σαββόπουλο στο κασετόφωνο κι ότι τα ρούχα του μύριζαν μαριχουάνα.

– Πόσο συχνά βλέπεις τον σινιόρ Μπρούνο Παρλοβέκιο; Θυμάμαι ότι του ζήτησα τσιγάρο.

– Σου αρέσει το σεξ μαζί του ή το κάνεις για λεφτά; Δε θυμάμαι τι του απάντησα.

– Είσαι αδερφή;

– Ναι. Σ’ αυτό απάντησα σίγουρα ναι.

Θυμάμαι ότι τότε άναψε τσιγάρο, αγκάλιασε το τιμόνι και κοίταξε έξω τη θάλασσα.

– Να μην το κάνεις ποτέ για λεφτά, εντάξει; Μου το υπόσχεσαι; Νομίζω πως κατένευσα.

– Άμα σου βγει το όνομα ότι ψωνίζεσαι, χάθηκες. Κατάλαβες; Νομίζω πως κατένευσα ξανά.

– Σε ζηλεύω, Ισαάκ. Μακάρι να μου χάριζε κι εμένα ο Θεός την αγάπη για τον πούτσο αντί να με καταδίκαζε στην επιθυμία για μουνί. Σε ζηλεύω. Ελευθερία να μην έχεις να σκέφτεσαι οικογένεια. Μπορείς να κάνεις τα πάντα να το θυμάσαι αυτό, μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις.

Και μ’ έκανε σκνίπα στο μεθύσι εκείνο το βράδυ.

Ο πατέρας μου ήταν αυτός που με σύστησε στον πρώτο μου έρωτα. Ο Πωλ Ρίκκο ήταν σαράντα ενός, παντρεμένος, με δύο παιδιά, ένα εκ των οποίων ήταν μόνο μερικές τάξεις μικρότερο από μένα στο σχολείο. Σε αντίθεση, όμως, με τον σινιόρ Μπρούνο, ο Πωλ Ρίκκο ήταν όμορφος και δυνατός το σώμα του ήταν τόσο όμορφο, που ήθελα να τυλιχτώ γύρω του και να χαθώ μέσα του. Τον θεωρούσα τον πιο αρρενωπό άντρα που είχα δει ποτέ. Το δέρμα του ήταν σκληρό, το πρόσωπό του μακρόστενο και τα πόδια του γεροδεμένα και τριχωτά. Δεν τον έχω σε καμία φωτογραφία, οπότε βασίζομαι μόνο στη μνήμη μου. Ο χοντρός του πούτσος ήταν σκούρος, και το πετσάκι του μακρύ και ελαστικό. Είχε μια κρεατοελιά στον αριστερό του ώμο, ένα χρυσό μπροστινό δόντι. Κάπνιζε Benson & Hedges κι έπινε μπίρα Melbourne Bitter. Εκείνη την εποχή ήμουν έτοιμος να κάνω τα πάντα για τον Πωλ Ρίκκο. Ήμουν έτοιμος να κόψω και το πουλί μου ακόμα και να γίνω κορίτσι, αν μου το ζητούσε.

Ο πατέρας μου κι ο Πωλ έκαναν παρέα με κάποιον Τάσο και τη γυναίκα του, την Αθηνά, οι οποίοι είχαν ένα κατάστημα στο κέντρο, που πουλούσε χάρτινες διακοσμητικές βάσεις για γλυκά, λευκά είδη και διάφορα μπιχλιμπίδια για γάμους. Τα ράφια ήταν σκονισμένα και το μαγαζί μύριζε πάντοτε τσιγαρίλα. Η αδερφή μου ορκιζόταν ότι είχε δει έναν αρουραίο να τρέχει στο βρόμικο, ξύλινο πάτωμα, κι από τότε εκείνη κι η μαμά μου αρνιούνταν να πατήσουν το πόδι τους στο μαγαζί. Ο Τάσος κι η Αθηνά έμεναν μερικά τετράγωνα νοτιότερα απ’ το δικό μας σπίτι και, τις Κυριακές, ο μπαμπάς μάς πήγαινε, εμένα και τη Σόφι, να παίξουμε μαζί με τα παιδιά τους. Παίζαμε κρίκετ ή ποδόσφαιρο, Μονόπολη ή Τουίστερ, ενώ στο γκαράζ μια ομάδα αντρών καταπιανόταν με κάποια βρομοδουλειά. Μια φορά τούς κατασκόπευσα. Μέσα από ένα κενό στις βρόμικες γρίλιες, παρακολούθησα τους άντρες ν’ αποσυναρμολογούν ρολόγια. Τα ρολόγια είχαν μεγάλες προσόψεις και μπαρόκ, πλαστικές θήκες, οι οποίες ήταν βαμμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζουν φτιαγμένες από κόκκινο ξύλο. Οι άντρες έβγαζαν μικρά πακέτα απ’ το εσωτερικό των ρολογιών, βίδωναν και πάλι τις προσόψεις και τις θήκες, έπιναν κρασί, κάπνιζαν και γελούσαν. Θα πρέπει να ήταν καλοκαίρι. Ο Πωλ φορούσε εφαρμοστή φανέλα και καθόταν σ’ ένα σκαμπό με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. Πρόσεξα την τούφα από μαύρες τρίχες που πετάγονταν κάτω απ’ τις μουσκεμένες μασχάλες του. Ο πατέρας μου, που καθόταν απέναντι απ’ τον Πωλ, σήκωσε το βλέμμα του και κατασκόπευσε το εκστατικό πρόσωπό μου.

–Τι κοιτάς, βρε διάολε;

Ο Πωλ γύρισε. Χαμογελούσε. Ακόμα ονειρεύομαι εκείνο το χαμόγελο.

Του Christos Tsiolkas, “Νεκρή Ευρώπη”

 

Μελαγχολία και ηθική: όταν τελειώνει μια επιδημία

Στην έναρξη της ολομέλειας του 13ου Διεθνούς Συνεδρίου για το AIDS, που οργανώθηκε στο Ντουρμπάν τον Ιούλιο το 2000, ο Edwin Cameron, γκέι, οροθετικός και μέλος του ανώτατου δικαστηρίου της Νότιας Αφρικής, παρουσίασε την πρώτη ομιλία εις μνήμη του Jonathan Mann. Ήταν ίσως η πλέον παθιασμένη και ευφραδής δήλωση αυτού που κατέστη το κεντρικό θέμα του συνεδρίου: η εξόφθαλμη αδικία όπου οι λίγοι τυχεροί έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν την υγεία τους ενώ οι άτυχοι πολλοί πεθαίνουν από AIDS. “Υπάρχω ως ζωντανή ενσάρκωση της αδικίας στη διαθεσιμότητα και πρόσβαση στα φάρμακα”, είπε ο Cameron. “Μέσα στη φτώχεια της Αφρικής, στέκομαι ενώπιόν σας γιατί έχω την δυνατότητα να αγοράζω υγεία και σθένος. Βρίσκομαι εδώ γιατί μπορώ να πληρώσω για την ίδια τη ζωή”. Συνέχισε συγκρίνοντας αυτή την αδικία με τις χειρότερες απάνθρωπες φάσεις της σύγχρονης εποχής:

Είναι συχνά πηγή απορημένου στοχασμού πώς οι συνηθισμένοι γερμανοί μπόρεσαν να ανεχτούν την ηθική αδικία που ήταν ο ναζισμός, ή πως οι λευκοί νοτιοαφρικανοί μπόρεσαν να επιτρέψουν τα δεινά που επέβαλε το απαρτχάιντ, προς όφελός τους, στην πλειοψηφία των συμπολιτών τους […] [Αλλά] εκείνοι από εμάς που διάγουμε πλούσιο βίο, που δεχόμαστε καλή ιατρική φροντίδα και θεραπεία, δεν θα έπρεπε να ρωτήσουμε πώς οι γερμανοί ή οι λευκοί νοτιοαφρικανοί μπορούσαν να ανέχονται να ζουν σε γειτνίαση με τα ηθικά δεινά. Αυτό το κάνουμε οι ίδιοι σήμερα, στην εγγύτητα της επικείμενης ασθένειας και θανάτου πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων με AIDS. Αυτό πρόκειται να συμβεί, εκτός αν αλλάξουμε το παρόν. Πρόκειται να συμβεί γιατί αυτοί που έχουν ανάγκη τις διαθέσιμες θεραπείες δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές εις στο όνομα της συσσώρευσης εταιρικού πλούτου για τους μετόχους οι οποίοι για τα αφρικανικά επίπεδα είναι ήδη αδιανόητα ευκατάστατοι.

Τρεις μήνες μόνο αφού η ομιλία του Cameron αντήχησε σε όλον τον κόσμο, ο Andrew Sullivan, γκέι, οροθετικός και εξωτερικός συνεργάτης του New York Times Magazine συνέγραψε μια μικρή στήλη γνώμης για το περιοδικό με τίτλο “Υπέρ των φαρμακευτικών”. “Επειδή έχω HIV”, έγραψε, “καταπίνω περίπου 800 χάπια συνταγογραφούμενων φαρμάκων κάθε μήνα […] Ζήτησα από τη φαρμακοποιό μου μια μέρα να υπολογίσει το ετήσιο άθροισμα σε κόστος (το οποίο η ασφαλιστική μου εταιρία ευτυχώς πληρώνει): $15.600, άνετα πιο πολλά από όσα πληρώνω χωριστά για στέγαση, τρόφιμα, ταξίδια ή ρούχα. Έπειτα από αρκετές παραγράφους όπου μπαίνει σε λεπτομέρειες για την αυξανόμενη χρήση των φαρμακευτικών προϊόντων από τους αμερικάνους και τα αυξανόμενα παράπονά τους για την τιμή την οποία πρέπει να πληρώσουν, ακολουθούμενες από μια υπεράσπιση της οδηγούμενης από τα κέρδη ανάπτυξης φαρμάκων, ο Sullivan τελειώνει με αυτές τις αράδες: “Ο ιδιωτικός τομέας είναι τώρα υπεύθυνος για περισσότερο από το 70% του συνόλου της φαρμακευτικής έρευνας σε αυτή τη χώρα – και το μερίδιο μεγαλώνει. Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτοί οι ιδιωτικοί οργανισμοί έχουν τις ζωές μας στα χέρια τους. Και μπορούμε είτε να είμαστε ενήλικες και να το αναγνωρίσουμε αυτό είτε να είμαστε παιδιάστικοι και να τις κάνουμε τον αποδιοπομπαίο τράγο […] Είναι επιχειρηματίες που προσπαθούν να βγάλουν χρήματα σώζοντας ζωές. Γενικά έχουν πετύχει και στα δύο. Κάθε πρωί ξυπνώ και νιώθω καλά, είμαι ευγνώμων για αυτή την επιτυχία τους”.

Ο Edwin Cameron είχε παρουσιάσει ένα σκληρό ηθικό δίλημμα. Πώς μπορούμε να ανεχόμαστε μια κατάσταση στην οποία οι ζωές και η ευημερία μας αγοράζονται στην τιμή του θανάτου πολλών εκατομμυρίων άλλων στον κόσμο; Ο Andrew Sullivan επιλύει αυτό το δίλημμα πολύ απλά: Αυτή είναι η πραγματικότητα, και μπορούμε είτε να είμαστε ενήλικες και να την αποδεχτούμε είτε να είμαστε παιδαριώδεις να εναντιωθούμε σε αυτήν. Δεν χρειάζεται μάλλον να πω ότι η άποψη του Sullivan κόβει την ανάσα στην επιπολαιότητά της, τόσο στην περιφρόνηση της ζωής των άλλων όσο και στο ότι θεωρεί δεδομένο το δικό του προνόμιο να “νιώθει καλά”. Αλλά έχω επίσης συναίσθηση ότι έχω παράγει μια απλή εντύπωση θέτοντας σε αντιπαράθεση αυτές τις δύο δηλώσεις: απόλυτη βεβαιότητα για την ηθική ανωτερότητα της ταπεινής, ανθρωπιστικής στάσης του Cameron ενάντια στην ανηλεή εκλογίκευση από τον Sullivan του δικού του δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό, ανησυχώ μήπως αναπαράγω την ίδια την ηθική βεβαιότητα του Sullivan και επομένως μήπως εμπλέκομαι ακριβώς στην ηθικολογία που θεωρώ τον μεγαλύτερο κίνδυνο στην άποψη του Sullivan. Η αυτοπεποίθηση του Sullivan για την ωριμότητα και την αρετή των απόψεών του είναι δίχως αμφιβολία αυτό που του επιτρέπει να υιοθετεί ένα τέτοιο επιπόλαιο τόνο κατ’ αρχάς, και είναι αυτός ο τόνος που καθορίζει κατά το μεγαλύτερο μέρος ότι το επιχείρημά του είναι προσβλητικό. Αλλά η προσβολή θα μπορούσε να φαίνεται ότι ήταν ακριβώς αυτό στο οποίο στόχευε ο Sullivan. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμφιβολία ότι γνώριζε όταν συνέγραφε το “Υπέρ των φαρμακευτικών” την πολιτική αναστάτωση που είχε προκαλέσει η ομιλία του Cameron. Επομένως θεωρώ ότι η πρόθεση του Sullivan όταν έγραφε το άρθρο γνώμης του ήταν να το παίξει ο κακός, να προκαλέσει οργή μεταξύ όλων εκείνων των “πολιτικά ορθών” ακτιβιστών που τόσο πολύ αγαπά να στηλιτεύει για ανωριμότητα. “Ενηλικιωθείτε”, ωρύεται ο Sullivan, ξανά και ξανά.

Η εξίσωση από μεριάς του Sullivan της ωριμότητας με τη δική του συντηρητική σεξουαλική πολιτική και παιδαριότητα παράγεται με συνέπεια μέσα από μια αφήγηση σχετικά με το AIDS και τους γκέι άνδρες. Αυτή η αφήγηση έχει περίπου ως εξής: Πριν από το AIDS, οι γκέι άνδρες ήταν επιπόλαιοι αναζητητές της ευχαρίστησης, οι οποίοι απέφευγαν τις ευθύνες που έρχονται μαζί με τη φυσιολογική ενηλικίωση – να τακτοποιηθείς με έναν σύντροφο, να μεγαλώσεις παιδιά, να είσαι ένα ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας. Οι γκέι άνδρες ήθελαν μόνο να γαμιούνται (και να παίρνουν ναρκωτικά και να μένουν έξω όλη τη νύχτα και να χορεύουν) και επιπλέον να γαμιούνται με τον τρόπο που θέλουν να γαμιούνται τα άτακτα έφηβα αγόρια – με οποιονδήποτε τους ελκύει, οποτεδήποτε, οπουδήποτε, δίχως δεσμεύσεις. Μετά ήρθε το AIDS. Το AIDS έκανε τους γκέι άνδρες να μεγαλώσουν. Έπρεπε να βρουν νόημα στη ζωή πέρα από την απόλαυση της στιγμής. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι τα γαμήσια είχαν συνέπειες. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πραγματική ζωή, που σημαίνει να μεγαλώνεις και να πεθαίνεις. Έτσι έγιναν υπεύθυνοι. Και τότε όλοι αποδέχτηκαν τους γκέι άνδρες. Φαίνεται ότι ο μόνος λόγος που η κοινωνία απέφευγε τους γκέι άνδρες ήταν γιατί επρόκειτο για επιπόλαιους αναζητητές της ευχαρίστησης που απέφευγαν την ευθύνη. Δόξα τω θεώ για το AIDS. Το AIDS έσωσε τους γκέι άντρες.

Για το επιχείρημά μου σε αυτό το βιβλίο, υπάρχει μια ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι αυτή η αφήγηση δομεί το διαβόητο άρθρο πρώτης σελίδα του Sullivan στο New York Times Magazine Όταν τελειώνουν οι επιδημίες: Σημειώσεις στο λυκόφως μιας επιδημίας”, που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1996. Στη αρχή του άρθρου ο Sullivan ισχυρίζεται ότι ακόμα και η αναγνώριση του τέλους του AIDS είναι κάτι που πολλοί γκέι άνδρες δεν μπορούν κάνουν, τόσο προσδεμένοι είμαστε με την παιδαριώδη εξεγερτικότητά μας, πρόσφατα ενσαρκωμένη στον ακτιβισμό του AIDS. Δίνει αποδείξεις απλά του πόσο ακραίες είναι αυτές οι προσκολλήσεις γράφοντας για έναν “μακροχρόνιο ακτιβιστή του AIDS” που αντιδρά στη πολλά υποσχόμενη προοπτική που φέρνει μια νέα γενιά αντί-ρετροϊκών φαρμάκων για άτομα με HIV: “‘Πρέπει να είναι σκληρό να διαπιστώνεις ότι είσαι οροθετικός τώρα’, είχε πει σκοτεινά. ‘Είναι σαν να έχασες στ’ αλήθεια το πάρτι.’” Αυτό το “σκοτεινά” υπονοεί την απόλαυση του Sullivan αυτού που θεωρεί ότι οι αναγνώστες του θα κατανοήσουν ως τη διαστροφή που παραβρίσκεται σε τέτοιες παιδιάστικες απελευθερωτικές πολιτικές όπως ο ακτιβισμός του AIDS. Εδώ είναι το τμήμα της ιστορίας “AIDS=ωριμότητα” που μας λέει ο Sullivan στο “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες”:

Πριν από το AIDS, η γκέι ζωή – σωστά ή λανθασμένα – ταυτιζόταν με την ελευθερία από την ευθύνη, παρά με το αντίθετό της. Η γκέι απελευθέρωση γινόταν συνήθως αντιληπτή ως μια απελευθέρωση από τους περιορισμούς των παραδοσιακών νορμών, σχεδόν μια απαλλαγή που επέτρεπε στους ομοφυλόφιλους την απουσία της υπευθυνότητας με αντάλλαγμα μια συγκατάθεση για καθεστώς πολίτη β΄ κατηγορίας. Αυτή ήταν η φαουστική συμφωνία της ντουλάπας πριν το AIDS: Οι στρέιτ έδιναν στους ομοφυλόφιλους ένα συγκεκριμένο ποσό ελευθερίας. Σε αντάλλαγμα, οι ομοφυλόφιλοι πρόδωσαν την αξιοπρέπειά τους. Αλλά με το AIDS η ευθύνη κατέστη ένα κεντρικό, επιβλητικό χαρακτηριστικό της γκέι ζωής […] Άτομα που πίστευαν ότι δεν νοιάζονται για κανέναν άλλον βρέθηκαν ικανά να το κάνουν. Σχέσεις που δεν είχαν κοινωνική υποστήριξη βρέθηκαν να είναι το ίδιο ισχυρές με οποιοδήποτε ετεροφυλόφιλο γάμα. Άνδρες που εδώ και καιρό ήταν μαθημένοι να αναλώνουν τις ζωές τους ήρθαν αντιμέτωποι με τη πιθανότητα ότι στην πραγματικότητα όντως νοιάζονταν για τους εαυτούς τους […]”

Παρόλο που ο Sullivan μπορεί να πίστευε ότι αφηγείται μια αισιόδοξη ιστορία για την αξιοσημείωτη πρόοδο των γκέι ανδρών, με τον τρόπο αυτό, αναπαριστά τους γκέι πριν το AIDS ως το πλέον απεχθές είδος πλασμάτων – άνδρες που ήταν τόσο υπερβολικά πρόθυμοι να παζαρέψουν την αυτοεκτίμηση τους και την εκτίμηση για τους άλλους ώστε να κερδίσουν μια μορφή ελευθερίας που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ελευθερία από τις υποχρεώσεις. Για εκείνους από εμάς που τα καλύτερά μας χρόνια εκτείνονταν χονδρικά ανάμεσα στο Στόνγουολ και την έλευση της επιδημίας (αυτά ήταν τα χρόνια των είκοσι-κάτι και των τριάντα-κάτι μου – ήταν επίσης, φυσικά, τα χρόνια με τη μεγαλύτερη αύξηση του λεσβιακού και γκέι κινήματος και της γκέι κουλτούρας στις ΗΠΑ), είναι βαθιά προσβλητικό να διαβάζει για εμάς ότι ήμασταν εντός της ντουλάπας, ότι αποδεχόμασταν θέση πολίτη β΄ κατηγορίας, ότι ενδιαφερόμασταν λίγο ο ένας για τον άλλον, ότι δεν είχαμε ιδέα ότι μπορούσαμε να σχηματίσουμε ισχυρές σχέσεις, ότι χαραμίζαμε τις ζωές μας. Αλλά αυτό συμβαίνει όταν στρατολογείσαι ως το περιτύλιγμα της ηθικολογικής αφήγησης κάποιου.

Θα επιστρέψω στην αντίληψη του Sullivan περί αυτής της “Φαουστικής συμφωνίας”, γιατί με ενδιαφέρει η επανεμφάνισή της ως εξήγηση για το πώς αυτός μολύνθηκε με τον HIV. Προς το παρόν, όμως, θέλω να κοιτάξω στο δεύτερο μέρος αυτής της αφήγησης του AIDS=ωριμότητα, το μέρος σχετικά με την καινοφανή αποδοχή των γκέι ανδρών από την κοινωνία. “Το AIDS έχει δραματικά μεταβάλλει την ψυχολογική κατασκευή της ομοφοβίας”, γράφει ο Sullivan. “Αυτό που κάποτε ήταν ένας ισχυρός φόβος της ομοφυλοφιλικής διαφοράς, αποκρύπτοντας μια κυρίως σιωπηρή επίγνωση της ομοφυλοφιλικής ανθρωπιάς, έγινε το αντίθετο. Η ανθρωπιά σιγά σιγά επισκίασε τη διαφορά. Ο θάνατος, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν μια ισχυρή εμπειρία για όλη την οικουμένη”. Είναι αξιοθαύμαστο που, στην άποψη του Sullivan, χρειάζεται μόνο η αναγνώριση ότι ομοφυλόφιλοι πεθαίνουν ώστε ο ομοφοβικός να έρθει σε επαφή με τα καταπιεσμένα αισθήματά του για την ανθρωπινότητά μας. Ακόμα πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι η ομοφοβία δεν ήταν τελικά καθόλου μίσος, απλά μια προσποίηση μίσους. Ο φόβος της διαφοράς, στο τέλος, δεν έχει ψυχική πραγματικότητα. Μπορεί έτσι εύκολα να “επισκιαστεί” από αυτόν τον μαγικό εξισορροπιστή στον οποίον ο φιλελευθερισμός στοιχηματίζει τα πάντα: το οικουμενικό.

Η εξάρτηση του Sullivan από τη μαγική σκέψη για να κατατροπώσει τόσο την ομοφοβία όσο και το AIDS δεν είναι, όμως, κάποιο είδος οπτιμισμού. Αντίθετα, είναι απλά ευχή καταξίωσης. Η συνεχιζόμενη παρουσία της ασθένειας και ο θάνατος από AIDS σε όλον τον κόσμο και στις δικές μας ζωές είναι, για τον Sullivan, όπως και για μεγάλο μέρος της αμερικάνικης κοινωνίας, τόσο καταπιεσμένη ώστε για κάθε στοιχείο που επιβεβαιώνει αυτή τη συνεχόμενη παρουσία υπάρχει μια άρνηση είτε της πραγματικότητας είτε της σημασίας. Επιπλέον, οποιοσδήποτε διαμαρτύρεται ότι η κρίση του AIDS απέχει πολύ από το να τελειώσει προκαλεί την επίπληξη του Sullivan. Προσκολλόμαστε στο AIDS σαν μελαγχολικοί που αδυνατούμε να θρηνήσουμε τις απώλειές μας και να συνεχίσουμε με την υπόθεση της ζωής, και ζούμε τώρα στον κόσμο των κανονικών ενηλίκων ευθυνών και γνήσιας ελευθερίας – ελευθερίας από την ομοφοβική αποδοκιμασία. Αλλά το επιχείρημα μου θα αντέστρεφε την κατηγορία. Είναι η αντίληψη του Sullivan που είναι μελαγχολική, και η ηθικολογία του είναι το καθαρότερο σύμπτωμα. Ο Sullivan αδυνατεί να αναγνωρίσει το πόσο ανένδοτη είναι η ομοφοβία γιατί η μελαγχολία του συνίσταται ακριβώς στην ταύτισή του με την απόρριψή του ιδίου από τον ομοφοβικό. Και η ηθικολογία του αναπαράγει αυτή την απόρριψη προβάλλοντάς την πάνω σε άλλους γκέι άντρες ανάμεσα στους οποίους απαρνείται ότι βλέπει τον εαυτό του. Αλλά αυτό που λέω εδώ δεν έχει σκοπό να διαγνώσει τον Sullivan. Αντιθέτως αποπειρώμαι να εξηγήσω μια διαδεδομένη ψυχοκοινωνική αντίδραση στη συνεχιζόμενη κρίση του AIDS.

Δεν θα κατέπληττα κανέναν αν ισχυριζόμουν ότι το AIDS έδωσε μια επικίνδυνη νέα ζωή στην ηθικολογία της αμερικάνικης κουλτούρας. Αλλά αυτός δεν είναι ακριβώς ο ισχυρισμός μου. Παρόλο που πολλά από τα γραπτά μου σχετικά με το AIDS προσπαθούν να αντιταχθούν στις ηθικοπλαστικές αντιδράσεις στην επιδημία, ιδιαίτερα επειδή αυτές οι αντιδράσεις έχουν δολοφονικές συνέπειες, τα γραπτά μου επιζητούν επίσης να καταλάβουν την ηθικολογία που υιοθετήθηκε από τους ίδιους τους ανθρώπους που αρχικά χτύπησε πιο βαριά το AIDS στις Ηνωμένες Πολιτείες: τους γκέι άνδρες. Με απασχολεί, με άλλα λόγια, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ολέθρου και αυτο-υποβίβασης, μεταξύ μελαγχολίας και ηθικολογίας, μεταξύ της στροφής μακριά από το AIDS και της στροφής προς συντηρητικές γκέι πολιτικές.

Η στροφή μακρυά από το AIDS δεν είναι απλό ζήτημα. Κανείς δεν αποφάσισε μια μέρα, ότι αρκετά με το AIDS – και μετά έγραψε ένα άρθρο “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες”. Ούτε η στροφή μακρυά από το AIDS ήρθε τόσο αργά όσο το 1996, όταν ο Sullivan έγραψε το άρθρο του στο New York Times αντιδρώντας στην υπόσχεση των αναστολέων πρωτεάσης. Από τη μια μεριά, τη στροφή μακρυά από το AIDS μπορεί κανείς να τη δει ως μια αντίδραση στην επιδημία από τη στιγμή που αναγνωρίστηκε το 1981. Είτε ως άρνηση ότι όντως συνέβαινε, ότι συνέβαινε εδώ, ότι συνέβαινε σε ανθρώπους σαν κι εμάς, είτε ως άρνηση του μεγέθους και της κλίμακάς του, ο φόβος απέναντι στο AIDS πάντοτε επέφερε αυτή την τάση στην αποκήρυξη. Από την άλλη πλευρά, εκείνους που όντως αναμετρήθηκαν με το AIDS ως κρίση, συχνά γιατί είχαν λίγες ή καμία επιλογή να πράξουν διαφορετικά, συχνά τους κατέπινε το τεράστιο μέγεθος και η επιμονή της τραγωδίας, και αναζητούσαν κι αυτοί την προσχηματική ανακούφιση του να το βάλουν στα πόδια. Αλλά αυτή η δεύτερη στροφή είναι πιο περίπλοκη από την πρώτη. Η πρώτη εμπεριέχει φοβική άρνηση – “αυτό δεν συμβαίνει”, “αυτό δεν μπορεί να με επηρεάζει”, “δεν έχω τίποτα κοινό με εκείνους τους ανθρώπους”. Η δεύτερη περιλαμβάνει υπερβολικά μεγάλες απώλειες – “δεν μπορώ πλέον να το αντέξω”. Εάν, σε αυτή την τελευταία περίπτωση, η ανακούφιση έδειχνε πιθανή, ποιος δεν θα την άρπαζε; Η άρνηση στην περίπτωση αυτή προέρχεται λιγότερο από την πραγματικότητα του ίδιου του AIDS παρά από τις κατακλυσμιαίες επιδράσεις των συσσωρευτικών απωλειών. Αυτό, επίσης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μελαγχολία.

Έχω ισχυριστεί ότι η ηθικολογική αποκήρυξη από τον Andrew Sullivan των γκέι ανδρών στα χρόνια πριν το AIDS είναι ένα σύμπτωμα της μελαγχολίας, αλλά τώρα έχω παραδεχτεί ότι η άρνηση της απώλειας μπορεί να παραγάγει μελαγχολία επίσης. Ποια είναι τα συμπτώματά της, αν όχι η ηθικολογία; Πώς διαφέρουν αυτές οι μορφές μελαγχολίας μεταξύ τους;

Η διακήρυξη του τέλους του AIDS από τον Andrew Sullivan διαγνώστηκε ως φετιχιστική από τον Phillip Brian Harper σε μια δηκτική κριτική που άσκησε στο “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες”. Χρησιμοποιώντας την κλασική ψυχαναλυτική φόρμουλα για τον φετιχισμό – “Ξέρω πολύ καλά, αλλά από την άλλη…” (επομένως, μια ομολογία που είναι συνάμα μια αποποίηση) – ο Harper μεταφράζει την κατάσταση άγνοιας του Sullivan εμπρός στα εκατομμύρια ανθρώπων για τους οποίους η ανάπτυξη των αναστολέων πρωτεάσης ξεκάθαρα δεν μπορεί να σημαίνει “το τέλος της επιδημίας” ως “Ξέρω ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που έχουν AIDS είναι αμερικάνοι λευκοί, αλλά στη δική μου αφήγηση είναι”. Ο Harper εξηγεί:

Εάν ο Sullivan μπορεί να προτείνει ότι “οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτή την επιδημία” βιώνουν την ανάπτυξη των αναστολέων πρωτεάσης ως ένα σημαντικό συμβάν (ειλικρινά ως το “τέλος” του AIDS) ενώ παράλληλα παραδέχεται ότι “η τεράστια πλειοψηφία οροθετικών ατόμων στον κόσμο” έκδηλα στις Ηνωμένες Πολιτείες οι μαύροι και οι latinos – δεν θα έχει πρόσβαση στα νέα φάρμακα και, πράγματι, πιθανά θα πεθάνει, τι μπορεί να σημαίνει αυτό παρά ότι, κατά τη αντίληψη του Sullivan, “οι περισσότεροι άνθρωποι στη μέση αυτής της επιδημίας” δεν είναι μη-λευκοί ή μη-κάτοικοι των ΗΠΑ; Επομένως, ενώ μπορεί να είναι αυστηρά αληθές ότι, όπως το θέτει ο Sullivan, οι λέξεις του δεν “έχουν σκοπό την άρνηση” του γεγονότος των συνεχιζόμενων σχετιζόμενων με το AIDS θανάτων, η μορφή που αναλαμβάνει η διακήρυξή του όντως συνιστά μια αποποίηση – όχι του θανάτου per se αλλά της σπουδαιότητας των θανάτων εκείνων που δεν συμπεριλαμβάνονται στην αντίληψη του της φυλετικής και εθνικής κανονικότητας. Εκείνοι οι θάνατοι συνεχίζουν να υφίστανται στο σενάριο που σκιαγραφεί ο Sullivan στο άρθρο του, αλλά δεν είναι αφομοιώσιμοι στην αφήγηση περί του “τέλους του AIDS” που επιθυμεί να γνωστοποιήσει, σημαίνοντας, για τον Sullivan, ότι ουσιαστικά δεν συνιστούν καν θανάτους από AIDS.

Ο φετιχισμός του Sullivan τον δεσμεύει επίσης στο γεγονός ότι παίρνει τη δική του εμπειρία της ανάπτυξης των αναστολέων πρωτεάσης όχι ως την εμπειρία ενός προνομιούχου υποκειμένου – λευκού, ανδρικού, που κατοικεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, που έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας – αλλά ως ενός οικουμενικού υποκειμένου. Με τον τρόπο αυτό ο φιλελεύθερος οικουμενισμός του Sullivan δεν είναι η διαφωτισμένη πολιτική θέση που νομίζει ότι είναι. Είναι μάλλον ένα κοινωνικοπολιτικό φετίχ, που δομείται μέσα από τον ψυχικό μηχανισμό της αποποίησης.

Αναγνωρίζοντας τη λανθασμένη αναγνώριση από τον Sullivan της δικής του υποκειμενικότητας, ο Harper ξεκινά το άρθρο του απομακρυνόμενος από τον Sullivan: “Για κάμποσο καιρό τώρα, υποψιάζομαι έντονα ότι ο Andrew Sullivan κι εγώ κατοικούμε σε τελείως διαφορετικούς κόσμους”. Παρόλο που γνωρίζω ότι η διατύπωση των διαφορών του Harper από τον Sullivan με αυτόν τον τρόπο είναι εσκεμμένα θανάσιμες, συνεχίζω να ελκύομαι από αυτές. Όσο σύμφωνος κι αν είμαι με την κριτική του Harper, δεν μπορώ να νιώσω ότι η διαφωνία μου με τον Sullivan είναι το αποτέλεσμα του ότι κατοικούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Πράγματι, μερικές φορές έχω το κλειστοφοβικό αίσθημα ότι ο Andrew Sullivan κι εγώ κατοικούμε ακριβώς στον ίδιο κόσμο.

Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος των καλά πληροφορημένων αλλά παρόλα αυτά πρόσφατα μολυσμένων γκέι ανδρών που δυσκολεύονται να το εξηγήσουν, ακόμα και στους εαυτούς τους, πώς επιτρέψαμε να συμβεί το χειρότερο σε αυτούς. Ας το αναπτύξω περισσότερο. Αυτό που μοιράζομαι με τον Sullivan είναι ότι η μόλυνση μου από HIV συνέβη αφού ο HIV και το AIDS μού ήταν γνωστά, χωρίς άγνοια των βαθμών επικινδυνότητας σε σχέση με διάφορες σεξουαλικές πρακτικές, ούτε επειδή αποτύγχανα να υιοθετήσω το ασφαλές σεξ ως συνήθη πρακτική. Όπως κι ο Sullivan, κατοικώ σε έναν γκέι κόσμο που είναι ιδιαίτερα ενημερωμένος για κάθε άποψη του HIV, από τρόπους μετάδοσης μέχρι αγωγές θεραπείας. Επίσης όπως ο Sullivan, το ότι είμαι γκέι είναι μέρος της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής μου ταυτότητας, και οι δοσοληψίες με το AIDS έχουν σχηματίσει ένα μεγάλο κομμάτι της πρόσφατης επαγγελματικής μου ζωής. Έχω αφιερώσει αμέτρητες ώρες στη σκέψη, στη συγγραφή και στη δημόσια ομιλία σχετικά με το AIDS, ένα προνόμιο που, φερ’ ειπείν, ένας νεαρός αφροαμερικάνος ή latino γκέι άνδρας είναι απίθανο να μοιράζεται. Αυτό το προνόμιο μονάχα αυξάνει την ντροπή που διακινδύνευσα τη μόλυνση.

Αυτό που δεν μοιράζομαι με τον Andrew Sullivan είναι η εξήγηση γιατί ανέλαβα αυτό το ρίσκο. Ο Sullivan αποδίδει την μόλυνσή του από HIV στην αποτυχία του να ζήσει στο ύψος του ηθικού ιδανικού του μιας δεσμευμένης μονογαμικής σχέσης. Εδώ είναι ένα κομμάτι απ’ όσα λέει για την επικίνδυνη συμπεριφορά του στην έκδοση του “Όταν τελειώνουν οι επιδημίες” έτσι όπως έχει αναπτυχθεί για το βιβλίο του Love Undetectable.

Θυμάμαι συγκεκριμένα τον συναισθηματικό σπασμό που ένοιωσα στο χαλαρό σχόλιο ενός παλιού και καλού φίλου μου από το Λύκειο, όταν του είπα ότι είχα μολυνθεί. Με ρώτησε ποιός με μόλυνε. Και του είπα, χωρίς να θυμάμαι κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό μη ασφαλούς σεξ, ότι πραγματικά δεν ήξερα. Ο χρόνος μεταξύ του αρνητικού και του θετικού τεστ μου ήταν πάνω από ένα έτος, εξήγησα. Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. “Οποιοσδήποτε;” με ρώτησε, δύσπιστα. “Με πόσους ανθρώπους έχεις πλαγιάσει, για τ’ όνομα του Θεού;” Ο Θεός ξέρει ότι ήταν υπερβολικά πολλοί. Υπερβολικά πολλοί για να δοθεί νόημα και αξιοπρέπεια στον καθένα τους, υπερβολικά πολλοί για να είναι παρών ο έρωτας στον καθένα τους…

Βρίσκω αυτό το απόσπασμα βαθειά αποκρουστικό. Πρώτα, θέλω να αντιδράσω, ποιού είδους φίλος, όταν μαθαίνει ότι έχεις γίνει οροθετικός, ρωτάει “Ποιός σε μόλυνε;” και μετά σε επιπλήττει που είχες υπερβολικά πολύ σεξ; Αλλά το πιο σημαντικό, θέλω να ρωτήσω πόσοι σεξουαλικοί παρτενέρ είναι υπερβολικά πολλοί; Πως ποσοτικοποιείς το νόημα; την αξιοπρέπεια; τον έρωτα; Μπορεί κανείς μόνο να θεωρήσει ότι ο Sullivan γράφει ότι αυτές οι ποιότητες επαναφέρουν στο σωστό δρόμο το σεξ, αλλά το κάνουν μόνο σε αντίστροφη αναλογία με τον αριθμό των σεξουαλικών παρτενέρ. Αυτό είναι ηθική;

Λοιπόν, φυσικά, αυτό είναι που περνά για ηθική στη θρησκεία του Sullivan, η οποία απαιτεί όντως το σεξ να λυτρώνεται – μέσω της τεκνοποίησης – και ότι οφείλει να λαμβάνει χώρα εντός του ιερού μυστηρίου του γάμου. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτό που είναι καινούργιο είναι ότι παρέχει επίσης στον Sullivan μια έτοιμη δικαιολογία για το δικό του “σφάλμα”: “Όσον αφορά την ομοφυλοφιλία, δεν κληρονόμησα καμία ηθική ή θρησκευτική διδαχή η οποία θα μπορούσε να με οδηγήσει στην επιτυχία ή την αποτυχία […] Μέσα σε πάνω από τριάντα χρόνια εβδομαδιαίου εκκλησιασμού ποτέ δεν άκουσα ένα κήρυγμα που θα αποπειρώταν να εξηγήσει πώς ένας γκέι άνδρας θα έπρεπε να ζει ή πώς θα έπρεπε να εκφράζεται η σεξουαλικότητά του”. Κι όμως ο Sullivan όντως κληρονόμησε μια σεξουαλική ηθική, διότι είναι ικανός για τις πιο τετριμμένες ηθικοπλαστικές δηλώσεις για τη σεξουαλική ελευθεριότητα, οι οποίες είναι την ίδια στιγμή, φυσικά, τυπικές εκδοχές της ομοφοβίας. Οι ακόλουθες φράσεις και προτάσεις εμφανίζονται εντός λίγων σελίδων στο Love Undetectable:

[…] οι σεξουαλικές παθολογίες που μαστίζουν τους ομοφυλόφιλους […]

[…] δεν προκαλεί ίσως έκπληξη ότι η ηθική και σεξουαλική συμπεριφορά (των ομοφυλόφιλων) καθίσταται αγρίως αλλοπρόσαλλη. Εκτρέπεται από καταναγκαστική δραστηριότητα στη ντροπή και την απόσυρση. Αναισθητοποιείται από ναρκωτικά και αλκοόλ ή παραμορφώνεται θανάσιμα από την πλαστή, χονδροειδή ιδεολογία εύκολων προφητών. [… οι υπέρ της γκέι απελευθέρωσης] δόμησαν και υπερασπίστηκαν και έπλεξαν το εγκώμιο των σφαγείων της επιδημίας, ακόμα κι όταν γνώριζαν ακριβώς τι συμβαίνει. Ναι, φυσικά, επειδή η έσχατη εμπάθεια τους κείτεται σε εκείνους που έχουν παγιδευτεί σε αυτόν τον κύκλο, ήταν πιο ηθικά δικαιολογίσιμοι παρά καταδικασμένοι ή σε άγνοια παρίες. Αλλά δεν βοήθησαν την κατάσταση, με μια αντανακλαστική υπεράσπιση της ολέθριας αυτο-καταστροφής, ενδεδυμένης ως προχωρημένης θεωρίας.

Δεν υπάρχει μεγάλη αμφιβολία ότι η ιδεολογία πως τα ανθρώπινα όντα είναι απλές κοινωνικές κατασκευές κι ότι το σεξ βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό διευκόλυναν έναν κόσμο στο οποίο οι γκέι άνδρες κυριολεκτικά σκότωναν ο ένας τον άλλον ανά χιλιάδες.

Η διατριβή του Sullivan ενάντια στη σεξουαλική κουλτούρα των γκέι άνδρών – της οποίας τα “σφαγεία” μ’ όλα ταύτα βρίσκει αρκετά θελκτικά ώστε να τα επισκέπτεται τακτικά – ενώνεται σε αυτά τα τελευταία αποσπάσματα με επιθέσεις στις πολιτικές της απελευθέρωσης και την κουήρ θεωρία. Ως κάποιος που δημοσίευσε “προχωρημένη” θεωρητική υπεράσπιση της συνεχιζόμενης ελευθεριότητας εν όψει του AIDS, μπορώ μόνο να υποθέσω ότι αυτό το δηλητήριο προορίζεται για μένα. Επομένως όσο κι αν μοιράζομαι τον κόσμο του Sullivan, ξεκάθαρα δεν μοιράζομαι τίποτα από την άποψή του για τον κόσμο.

Αλλά επιστρέφω σε αυτό που όντως μοιραζόμαστε: τις πρόσφατες μολύνσεις μας από τον HIV. Χαρακτηρίζω την εξήγηση του Sullivan για την μόλυνσή του ως ενδεικτική μιας μελαγχολίας επειδή εμπεριέχει αυτο-υποβιβασμό, έναν αυτο-υποβιβασμό που στην περίπτωση του Sullivan είναι επίσης μια εκλογίκευση. Ο Sullivan τοποθετεί τον εαυτό του εντός της ηθικοπλαστικής αφήγησης σχετικά με τους γκέι άντρες και το AIDS που σκιαγράφησα πιο πάνω. Ως κάποιος που μεγάλωσε πριν το AIDS, θεωρεί τον εαυτό του μια αμετάκλητα κατεστραμμένη ψυχή, καταδικασμένος από την ομοφοβία της εκκλησίας του να βιώσει τη σεξουαλική ζωή του στο ηθικό κενό που ήταν η γκέι ζωή πριν την επιδημία. Δεν μπορεί ποτέ να φθάσει την υπεύθυνη ενηλικίωση που βλέπει ως το μεγάλο δώρο του AIDS στους γκέι άνδρες γιατί είναι υπερβολικά θεμελιωδώς παραμορφωμένος από την Καθολική ομοφοβία ώστε να επιτύχει ποτέ τα ιδανικά του. Μπορεί μονάχα να στηρίζει τα ιδανικά του για την επόμενη γενιά. “Ναι”, γράφει ο Sullivan, “επιθυμούσα μια σχέση που θα μπορούσε να επιλύσει αυτές τις αντιφάσεις, που θα διοχέτευε το σεξ στον έρωτα και τη δέσμευση και την υπευθυνότητα, αλλά, για τους όποιους λόγους, δεν τη βρήκα. Αντίθετα εόρτασα και τόνισα την πιθανότητα της και έκανα ό,τι μπορούσα για προωθήσω τη μέρα που τέτοιες σχέσεις θα ήταν το κανονικό”. Παρουσίασε την περίπτωσή του ακόμα πιο αξιολύπητα στον Charlie Rose του τοκ σόου του PBS το 1997: “Κάπως νιώθω ότι είναι πολύ αργά για μένα. Είναι πολύ αργά για τη γενιά μου. Η ζημία έχει ήδη γίνει. Αγωνιστήκαμε ήδη για χρόνια για να υπερνικήσουμε τα κατώτερα πρότυπα που θέταμε για τους εαυτού μας όταν ήμασταν επτά και οκτώ και εννιά”. Νιώθω την υποχρέωση να τραβήξω την προσοχή στην πονηρή μετατόπιση του Sullivan σε αυτή τη δήλωση από το να κατηγορεί την ομοφοβία για τη ζημιά που έγινε στη γενιά του των γκέι ανδρών στο να κατηγορεί απλά την γενιά του από γκέι άνδρες. Αλλά το θέμα μου είναι ακριβώς το αντίθετο: ο Sullivan καταφεύγει σε αυτή την αντίληψη ότι είναι πολύ αργά γι’ αυτόν ώστε να απαλλάξει τον εαυτό του από τις ευθύνες ακριβώς που απαιτεί από τους άλλους. “Μεγαλώστε”, επιμένει, “ακόμα κι αν εγώ δεν χρειάζεται, γιατί, ξέρετε, είμαι για πάντα κατεστραμμένος”. Ο Sullivan έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.

Να μεγαλώσεις; Στ’ αλήθεια δεν είναι τόσο εύκολο, τουλάχιστον όχι όταν σημαίνει να γίνεσαι γηραιότερος. Η Bette Davis είχε δίκιο: “Η μεγάλη ηλικία δεν είναι για τις αδερφές”. Δεν ξέρω αν εννοούσε το είδος των αδερφών που λατρεύουν τη Bette Davis, αλλά για αυτή την αδερφή η αύξηση της ηλικίας ήταν καταραμένα σκληρή. Έτσι η ηθικοπλαστική επίπληξη του Sullivan στους γκέι άνδρες να μεγαλώσουν έχει μια προσωπική διάσταση για μένα. Όπως είπα παραπάνω, είμαι μία γενιά μεγαλύτερος από τον Sullivan, είμαι στη γενιά της γκέι απελευθέρωσης που τόσο αγαπά να δυσφημεί. Έτσι ήταν μόλις όταν κατέφθανα στη μέση ηλικία που η επιδημία του AIDS έγινε ο πιο καθοριστικός παράγοντας στην γκέι ζωή στις ΗΠΑ. Αυτό σήμαινε ότι πολλά από τα οποία ήταν ζωτικά για τη ζωή μου – τα πιο περιπετειώδη, πειραματικά και αναζωογονητικά, τα πιο αυτό-καθοριστικά και το πιο αυτό-εκτεινόμενα – άρχισαν βαθμιαία, αλλά στα σίγουρα, να εξαφανίζονται. Ένας κόσμος, ένας τρόπος ζωής, έσβησε, και μετά εξαφανίστηκε. Φίλοι και εραστές πέθαναν, το ίδιο έκαναν οι γνωστοί, οι δημόσιες προσωπικότητες και τα πρόσωπα στο πλήθος τα οποία είχα συνηθίσει. Άνθρωποι των οποίων η ενέργεια και οι πόροι είχαν καταναλωθεί για την εφεύρεση της γκέι ζωής είτε υπέκυπταν είτε έστρεφαν την προσοχή τους στη διαπραγμάτευση με τον θάνατο. Γκέι πολιτιστικά και σεξουαλικά ιδρύματα που επεκτείνονταν εδώ και είκοσι χρόνια, άρχισαν να συρρικνώνονται καθώς βρέθηκαν υπό επίθεση ή προέκυψε ότι συσχετίζονταν υπερβολικά πολύ με την ασθένεια και τον θάνατο. Και καθώς όλα αυτά συνέβαιναν – αυτό μπορεί να ακούγεται τετριμμένο, αλλά για μένα δεν ήταν – η νεανική μου σεξουαλική εμπιστοσύνη και η αίσθηση του να είσαι επιθυμητός έφθιναν. Η κρίση μέσης ηλικίας που είναι ένα τετριμμένο γεγονός στη ζωή του κάθε προνομιούχου ατόμου, ήταν υπέρ του δέοντος καθοριστική για εμένα διότι συνέβη στη μέση μιας επιδημίας που κατέστρεφε τον κόσμο μου. Η αντιμετώπιση της θνητότητάς μου – το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της κρίσης – ήταν βαθιά περίπλοκο γιατί αναλωνόμουν από αυτό σε μια στιγμή που η πραγματικότητα της κατάστασης ήταν ότι ήμουν υγιής και ζωντανός ενώ δεκάδες χιλιάδες σαν κι εμένα πέθαιναν.

Δεν μπορώ να πω ακριβώς ποια η σημασία αυτής σύγχυσης για τη διακινδύνευση εκ μέρους μου μιας μόλυνσης από HIV. Επιζητούσα υποσυνείδητα να επιλύσω το παράδοξο της καλής μου υγείας ενώ “έπρεπε” να είμαι άρρωστος; Επιζητούσα να ανακτήσω την περιπέτεια και την χαρά του νεότερου εαυτού μου; Το μόνο που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι αυτά τα αισθήματα απώλειας διαπότιζαν τη ζωή μου. Ένιωθα μια πλημμύρα απώλειας απλά περπατώντας τους δρόμους της Νέας Υόρκης, της πόλης που από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μού είχε δώσει την αίσθηση να είμαι πραγματικά ζωντανός. Αυτό ήταν σίγουρα μελαγχολία επίσης, αλλά διαφορετική από τη μελαγχολία που παράγει ηθικοπλαστική αθλιότητα, αυτή ήταν το αντίθετο. Η δική μου εκδοχή της μελαγχολίας με απέτρεψε από το να ενδώσω στη συγκαταβατικότητα και επομένως να θρηνήσω το χαμό μιας κουλτούρας που μου είχε δείξει μια ηθική εναλλακτική σε σχέση με τη συμβατική ηθική, μια κουλτούρα που μου έμαθε αυτό που ο Thomas Keenan υποδεικνύει στο Fables of Responsibility η μόνη υπευθυνότητα που αξίζει να λέγεται έτσι”, υπευθυνότητα που “έρχεται με την άρση των λόγων, την απόσυρση των κανόνων ή της γνώσης στην οποία θα μπορούσαμε να βασιστούμε για να πάρουμε αποφάσεις για λογαριασμό μας. Έλλειψη λόγων σημαίνει έλλειψη άλλοθι, κανέναν άλλον τόπο όπου θα μπορούσαμε να συστήσουμε την περίπτωση της απόφασής μας,…Είναι όταν δεν ξέρουμε ακριβώς τι θα έπρεπε να κάνουμε, όταν τα αποτελέσματα και οι συνθήκες των πράξεών μας δεν μπορούν πλέον να υπολογιστούν, και όταν δεν έχουμε πού αλλού να στραφούμε, ούτε καν πίσω στον ‘εαυτό’ μας, τότε συναντάμε κάτι σαν υπευθυνότητα”.

Ενώ ο Andrew Sullivan βλέπει τους γκέι άνδρες ως ανεύθυνους γιατί η ομοφοβία απέτρεψε τους κριτές της ηθικής να μας παρέχουν κανόνες με τους οποίους να ζούμε, δημιουργώντας έτσι ένα ηθικό κενό, εγώ βλέπω αυτό το κενό ως την προϋπόθεση για την πραγματικά ηθική ζωή που οι γκέι άνδρες αγωνίστηκαν να δημιουργήσουν. Το AIDS δεν έκανε τους γκέι άνδρες να μεγαλώσουν και να γίνουν υπεύθυνοι. Το AIDS έδειξε σε οποιονδήποτε ήθελε να προσέξει πόσο αυθεντικά ηθική ήταν η εφεύρεση της γκέι ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η γκέι ζωή δεν είναι σχισμένη από συγκρούσεις ή ότι το να είσαι γκέι σου απονέμει αυτόματα ηθικές αξιώσεις. Αλλά η άρση των λόγων που ο Keenan βλέπει ως την αρχή μιας αυθεντικής υπευθυνότητας είναι όρος για να είσαι γκέι στην Αμερική – απλά γιατί οι λόγοι που μας δίνονται είναι αυτοί που μας αποκλείουν από την αρχή. Καλώ επομένως αυτή τη αυθεντική υπευθυνότητα κουήρ. Και θα προτείνω ότι είναι πανομοιότυπη ή συστατική της ζωτικότητας που ένιωθα από τη συμμετοχή μου στην κουήρ ζωή πριν την επιδημία. Προφανώς αυτό δεν είναι το μόνο μέρος που μπορεί κανείς να βιώσει την ιλιγγιώδη έλξη της, αλλά είναι εκεί που τη βίωσα εγώ. Με άλλα λόγια η αυθεντική υπευθυνότητα μπορεί να βιωθεί στον συναρπαστικό αποπροσανατολισμό του ίδιου του σεξ. Έτσι υπευθυνότητα δεν είναι κάτι που θα μας ανάγκαζε να τροποποιήσουμε ή να περιορίσουμε το σεξ, ή να το δικαιώνει ή να το επαναφέρει στο σωστό δρόμο. Τουναντίον, η υπευθυνότητα μπορεί κάλλιστα να πηγάζει από το σεξ. Αυτό έχει κάνει το σεξ τρομαχτικά παράδοξο για τους γκέι άνδρες κατή τη διάρκεια μιας επιδημίας ενός σεξουαλικά μεταδιδόμενου θανάσιμου συνδρόμου. Το παράδοξο σημαίνει ότι είχαμε να ζήσουμε με ένα ιδιαίτερα βαρύ φορτίο σύγκρουσης, με βαθιά και ανθεκτική αμφιθυμία. Και έπρεπε να διακρίνουμε και αντισταθούμε στις εύκολες απαντήσεις που οι ηθικοπλαστικές στάσεις απέναντι στο σεξ θα παρείχαν ώστε να επιλύσουν λανθασμένα τη σύγκρουση και την αμφιθυμία μας. Και, για να γίνει η κατάσταση ακόμα χειρότερη, είχαμε να παρακολουθήσουμε καθώς τα media των ΗΠΑ έδιναν όλο και πιο διακεκριμένο βήμα σε γκέι ομιλητές οι οποίοι δίχως δισταγμό ήταν η φωνή της ηθικοπλασίας, γκέι άντρες που βγαίνουν στο Nightline και στον Charlie Rose και, με άμετρη πεποίθηση για τον εαυτό τους, να αναλάβουν την υπευθυνότητα που τους αρμόζει.

Του Douglas Crimp, από το Melancholia and Moralism: Essays on AIDS and Queer Politics (2002)

001

Ο άνθρωπος πίσω από το “How to Survive a Plague” μας δίδαξε πώς να είμαστε ακτιβιστές

Του Steven Petrow, The Washington Post

Ο Dave France κατάφερε ταυτόχρονα να ραγίσει την καρδιά μου και να αναζωπυρώσει την οργή μου μόλις στις πρώτες σελίδες του συναρπαστικά σημαντικού νέου βιβλίου του “Πώς να επιβιώσετε από μια επιδημία: Η κρυφή ιστορία πώς πολίτες και επιστήμονες τιθάσευσαν το AIDS” (Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε την τελευταία εβδομάδα του Νοέμβρη του 2016, βασίζεται στον ντοκιμαντέρ με το ίδιο όνομα, το οποίο ήταν υποψήφιο για Όσκαρ το 2012). Στον πρόλογο, που ονομάζεται “Η Τελετή του Μνημόσυνου”, ο Frances μάς συστήνει τον Spencer Cox, έναν από τους πιο διακεκριμένους ακτιβιστές AIDS της γενιάς του και αστέρα του βιβλίου αυτού. “Λίγοι άνθρωποι προσωποποιούσαν την μακρά ιστορία της επιδημίας στην Αμερική όπως ο Cox”, γράφει ο France.

Ο Cox είχε διαγνωστεί με AIDS στην ηλικία των 20 το 1989 και – όπως σε όλους εκείνη την εποχή – του δόθηκαν μόνο λίγοι μήνες για να ζήσει. Αλλά δεν πέθανε. Αντίθετα αντιπολέμησε και έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της ACT UP, της ομάδας συνηγορίας για το AIDS που ιδρύθηκε από τον θεατρικό συγγραφέα Larry Kramer. Ο Cox ήταν βασικός παίκτης στην εύρεση των φαρμακευτικών θεραπειών που σταματούν τον HIV από το να είναι μια σχεδόν βέβαιη θανατική καταδίκη. Και τότε, περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά, κατά τρόπο ανεξήγητο σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακα. Ο Cox πέθανε το 2012, και εκείνη την εποχή ο ακτιβιστής Mark Harrington έγραφε στους New York Times, “Έσωσε τις ζωές εκατομμυρίων, αλλά δεν μπόρεσε να σώσει τη δική του”.

Ο Cox ήταν ένας φίλος που συνεισέφερε τη σοφία του και την ιδιαίτερη εκδοχή του γκέι camp σε αυτή τη στήλη στις αρχικές μέρες της ως μέλος του ερασιτεχνικού υπουργικού συμβουλίου μου από έμπιστους. Του άρεσε να επιχειρηματολογεί μαζί μου για το ποιά ήταν η “κατάλληλη” συμπεριφορά. Όπως πολλοί άλλοι, έπαθα σοκ από τον θάνατό του. Μου υπενθυμίστηκε επίσης η γενιά των ακτιβιστών που πάλεψαν με επιμονή ενάντια σε μια αδιάφορη κυβέρνηση, φαρμακευτικές εταιρίες που βρήκαν την ευκαιρία να θησαυρίσουν και ανεξέλεγκτη ομοφοβία. Αυτή ήταν, στο κάτω κάτω, η περίοδος που ο τότε γερουσιαστής Jesse Helms (Ρεπουμπλικάνος, Νότια Καρολίνα) είχε κάνει έκκληση για λιγότερα έξοδα για το AIDS γιατί “πρέπει να έχουμε κοινή λογική όσον αφορά μια ασθένεια που μεταδίδεται από άτομα που εμπλέκονται ηθελημένα σε αφύσικες πράξεις”.

Η καθηλωτική ιστορία του France μού μίλησε με βαθιά προσωπικούς τρόπους, και έκλαιγα καθώς θυμόμουν ξανά υπερβολικά πολλούς φίλους και συναδέλφους που πέθαναν αναίτια από αυτή την επιδημία. Σκανδάλισε τη μνήμη του δικού μου τρόμου όταν διαγνώστηκα με AIDS το 1986. Ευτυχώς, αποδείχτηκε αργότερα ότι είχε γίνει λανθασμένη διάγνωση, παραδινόμενος με φούρια στην κρίση διότι ήμουν ένας νέος, σεξουαλικά ενεργός γκέι άντρας.

Το βιβλίο είναι επίσης ένας πρακτικός οδηγός για τον ακτιβισμό. Οι ακτιβιστές της ACT UP απέκλεισαν τον αμερικανικό ΕΟΦ, παρεμπόδισαν την πρόσβαση στα κτίρια των φαρμακευτικών και τοποθέτησαν, μάλιστα, ένα τεράστιο προφυλακτικό στο σπίτι του Helms. Οι προσπάθειές τους έκτισαν νέες και ανθεκτικές γέφυρες μεταξύ ακτιβιστών, επιστημόνων και αυτών που που ασχολούταν με την πολιτική καθώς εγκαθίδρυαν ένα πλάνο για κοινωνική αλλαγή. Ο France ήταν εμφατικός όταν μου είπε ότι το μάθημα από την εποχή του AIDS είναι σαρωτικό: Ενάντια σε κάθε πιθανότητα, δήλωσε, “η εμψύχωση και η νίκη είναι δυνατές”. Αυτή είναι μια σημαντική διαπίστωση για να θυμάται κανείς κατά την την ανατολή της διοίκησης από τον Trump.

Αλλά το νήμα της αφήγησης που με συνεπήρε πιο πολύ ήταν η ηθικοδιδακτική ιστορία που πλέκεται κατά την εξέλιξη του βιβλίου. Μαθήματα για τους καλούς τρόπους – ή η απουσία τους – στην εποχή του Ρίγκαν είναι πολισχιδή. Η πρώτη οικογένεια σίγουρα είχε μια φήμη για λεπτούς τρόπους (ενσαρκωμένους στα πολλά κρατικά δείπνα της διοίκησης Ρίγκαν, από τις επώνυμες τουαλέτες της Νάνσι Ρίγκαν και τη συλλογή της από 4.370 τεμάχια πορσελάνης) αλλά ο 40ος μας πρόεδρος ήταν πάρα πολύ λίγος όσον αφορά τους καλούς τρόπους. Όπως έγραψε η Emily Post, “Οι καλοί τρόποι αντανακλούν κάτι από τα εσώτερα – μια εγγενή αίσθηση περίσκεψης για τους άλλους”. Σήμερα, αυτό το ονομάζουμε απλά ενσυναίσθηση.

Ο Ρίγκαν, λέει ο Frances, είναι ο πρόεδρος με την παγωμένη καρδιά που θα μπορούσε να είχε θέσει σε έλεγχο την επιδημία. Αλλά ήταν επίσης ο πρόεδρος που είχε αρνηθεί ακόμα και να αναφέρει τις λέξεις HIV/AIDS μέχρι το 1986 και ο οποίος μείωσε τον προϋπολογισμό για την έρευνα στον HIV σε μια στιγμή που οι διαγνώσεις και οι θάνατοι αυξανόταν εκρηκτικά. “Πολλοί – ίσως οι περισσότεροι – τέτοιοι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί”, μου είπε ο Frances. “Ο Ρίγκαν ήταν τυφλός απέναντι στα βάσανα της γκέι κοινότητας”. Ο Frances υπογραμμίζει ότι “δυστυχώς το μέλλον μπορεί να επιφυλάσσει την ίδια τυφλότητα για τους ΛΟΑΤ αμερικάνους, τους αφροαμερικάνους, τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους”.

Πράγμα που με επιστρέφει στον Cox, έτσι όπως τον περιγράφει ο φίλος τους και σύντροφος στην ACT UP, ο John Voelcker, ως “εντυπωσιακό και ελκυστικό” για να μην αναφέρουμε “έξυπνο και αστείο”. Αλλά ο Cox είχε ενσυναίσθηση. Όχι πολύ πριν τον θάνατό του, ο France είχε πάρει συνέντευξη από τον Cox για το ντοκιμαντέρ και ρώτησε, “Τι έμαθες;”

“Συνεχίζεις να ελπίζεις μέχρι να πεθάνεις. Πράγμα που θα γίνει κάποια μέρα. Κάνεις τη ζωή σου να έχει όσο περισσότερο νόημα γίνεται. Να μην φοβάσαι σε ποιον δεν θα αρέσεις ή ‘αν είσαι αρμόζων’. Ανησυχείς για πράγματα όπως το να είσαι ευγενικός: ανησυχείς για πράγματα όπως το να είσαι γενναιόδωρος. Αν δεν πρόκειται για αυτό, τότε για τι στο διάολο πρόκειται; Αυτά είναι όσα έμαθα”.

Νομίζω ότι ο Cox είναι πολύ μετριόφρων. Ο Cox και η ομάδα τους προσηλωμένων πολιτών δεν έκανε τίποτα λιγότερο από το να αλλάξει τον κόσμο. Τώρα εναπόκειται σε εμάς να προστατέψουμε αυτόν και σε εμάς να μη γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Όπως μας έμαθαν αυτοί οι ακτιβιστές, όταν παίζεις το μεγάλο παιχνίδι, η ενσυναίσθηση και η καλοσύνη θα θριαμβεύσουν επί των τυμπανοκρουσιών και της μεγαλοπρέπειας κάθε φορά.

sk

4.48 Ψύχωση

verse

απόσυρση σε βαθμό να είναι

δυσάρεστο
απαράδεκτο
ανέμπνευστο
αδιαπέραστο

άσχετο
ανίερο
ανόσιο
αμετανόητο

αντιπαθώ
αποδιαρθρώνω
αποσωματώνω
αποδομώ

δε φαντάζομαι
(καθαρά)
ότι μια ψυχή
μπορούσε
θα ήθελε
θα έπρεπε
ή θα

και αν αυτοί ναι
εγώ δεν νομίζω
(καθαρά)
ότι μια άλλη ψυχή
μια ψυχή σαν τη δική μου
μπορούσε
θα ήθελε
θα έπρεπε
ή θα

ασχέτως

Ξέρω τι κάνω τώρα
και πολύ καλά μάλιστα

Δε ορίζω γλώσσα

παράλογη
ασυμμάζευτη
αλύτρωτη
αγνώριστη

εκτροχιασμένη
ξέφρενη
παραμορφώνω
μορφή ελεύθερη-ρώνω

σκοτεινό σε βαθμό να είμαι

 

 

Αληθές    Ορθό     Σωστό
Κάποιος     ή     όποιος
Ένας     καθένας     όλοι

 

να πνίγομαι σε μια θάλασσα λογικής
αυτή η τερατώδης κατάσταση τρομώδους παράλυσης

 

 

 

 

μονίμως άρρωστη

 

– – – – –

 

Συμπεράσματα: Δεν τρώει, δεν κοιμάται, δε μιλάει, καμία διάθεση για σεξ, σε απόγνωση, θέλει να πεθάνει.

Διάγνωση: Πένθος παθολογικό.

Σερτραλίνη (Sertraline), 50 mg. Επιδεινούμενη αϋπνία, έντονο άγχος, ανορεξία (απώλεια βάρους 17 κιλά) αύξηση των αυτοκτονικών σκέψεων, σχεδίων και προθέσεων. Διεκόπη μετά την εισαγωγή στο νοσοκομείο.

Ζοπικλόνη (Zopiclone), 7,5 mg. Κοιμήθηκε. Διεκόπη κατόπιν εμφάνισης εξανθήματος. Η ασθενής επεχείρησε να εγκαταλείψει το νοσοκομείο παρά τις ιατρικές συστάσεις. Αναχαιτίστηκε από τρεις άρρενες νοσηλευτές δύο φορές το ανάστημά της. Ασθενής απειλητική και μη συνεργάσιμη. Παρανοϊκές σκέψεις – πιστεύει ότι το προσωπικό του νοσοκομείου επιχειρεί τώρα να τη δηλητηριάσει.

Μελερίλ (Melleril), 50 mg. Συνεργάσιμη.

Λοφεπραμίνη (Lofepramine), 70 mg, αυξήθηκε στα 140 mg, μετέπειτα στα 210 mg. Αύξηση βάρους 12 κιλά. Απώλεια πρόσφατης μνήμης. Καμία άλλη αντιδραση.

Λογομαχία με ειδικευόμενη ιατρό την οποία την κατηγόρησε για προδοσία. Κατόπιν ξύρισε το κεφάλι της και έκοψε με ξυράφι τα χέρια της.

Η ασθενής εξήχθη και παρεδόθη στη φροντίδα της έξω κοινότητας εξαιτίας της αφίξεως οξέος ψυχωτικού περιστατικού στα επείγοντα το οποίο έχρηζε μεγαλυτέρας ανάγκης νοσοκομειακής κλίνης.

Σιταλοπράμη (Citalopram), 20 mg. Πρωινά ρίγη. Καμία άλλη αντίδραση

Οι Λοφεπραμίνες και οι Σιταλοπράμες διεκόπησαν γιατί η ασθενής τα ’παιξε από τις παρενέργειες και την έλλειψη εμφανούς βελτιώσεως. Συμπτώματα διακοπής: Σκοτοδίνη και σύγχυση. Η ασθενής συνεχώς κατέρρεε, λιποθυμούσε και πεταγόταν στο δρόμο μπροστά στα αυτοκίνητα. Παραληρητικές ιδέες – πιστεύει ότι ο επιμελητής είναι ο αντίχριστος.

Υδροχλωρική Φλουοξετίνη (Fluoxetine hydrochloride), στον αγορά Prozac, 20 mg, αυξήθηκε στα 40 mg. Αϋπνία, ασταθής όρεξη, (απώλεια βάρους 14 κιλά), ισχυρό άγχος, ανίκανη να φτάσει σε οργασμό, δολοφονικές σκέψεις εναντίον ορισμένων ιατρών και φαρμακοβιομηχανιών.
Διεκόπη.

Διάθεση: Έξω φρενών.
Συναίσθημα: Έξαλλη.

Θοραζίνη (Thorazine), 100 mg. Κοιμήθηκε. Πιο ήρεμη.

Βενλαφαξίνη (Venlafaxine), 75 mg, αυξήθηκε στα 150 mg, μετέπειτα στα 225 mg. Σκοτοδίνες, υπόταση, πονοκέφαλοι.
Καμία άλλη αντίδραση.
Διεκόπη.

Η ασθενής αρνήθηκε να της χορηγηθεί το Σεροξάτ (Seroxat). Υποχονδρία – προφασίζεται σπαστικό τικ των βλεφάρων και σοβαρή απώλεια μνήμης ως ενδείξεις όψιμης δυσκινησίας και όψιμης άνοιας.

Αρνήθηκε κάθε περαιτέρω αγωγή.

100 ασπιρίνες και ένα μπουκάλι βουλγάρικο Cabernet Sauvignon, 1986. Η ασθενής ξύπνησε μέσα σε μια λίμνη εμετού και είπε “Κοιμήσου με τους σκύλους και ξύπνα μες στους ψύλλους”. Οξύς στομαχικός πόνος.
Καμία άλλη αντίδραση.

 

– – – – –

 

Μπουκαπόρτα ανοίγει
Ξερό φως

 

η τηλεόραση μιλάει
όλο μάτια
τα πνεύματα της όρασης
και τώρα φοβάμαι τόσο

Τώρα βλέπω πράγματα
Τώρα ακούω πράγματα
Δεν ξέρω ποια είμαι

 

 

γλώσσα άουτ
σκέψη στοπ

 

η βαθμιαία κατάρρευση του μυαλού μου

 

Πού αρχίζω;
Πού σταματάω;
Πώς αρχίζω;
(Αφού εννοώ να συνεχίζω;)

 

Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;
Πώς σταματάω;               Μια ταμπλέτα πόνου
Πώς σταματάω;               Σφάζει τα πνευμόνια μου
Πώς σταματάω;               Μια ταμπλέτα θανάτου
Πώς σταματάω;               Στραγγίζει την καρδιά μου
Θα πεθάνω
όχι ακόμα
αλλά είναι εκεί

 

Παρακαλώ…
Λεφτά…
Ερωμένη…

Κάθε πράξη είναι ένα σύμβολο
που το βάρος του με τσακίζει

Μια διακεκομμένη γραμμή γύρω από το λαιμό
ΚΟΨΕ ΕΔΩ

ΜΗΝ ΤΟ ΑΦΗΣΕΤΕ ΑΥΤΟ ΝΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ
ΑΥΤΟ ΘΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΤΣΑΚΙΣΕΙ ΚΑΙ
ΘΑ ΜΕ ΣΤΕΙΛΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Σας παρακαλώ σώστε με από αυτή την τρέλα που με τρώει
ένας υποβολιμιαίος θάνατος

Πίστευα δε θα ’πρεπε να ξαναμιλήσω πια
αλλά τώρα ξέρω ότι υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό και απ’ την
επιθυμία

ίσως με σώσει
ίσως με σκοτώσει

Ένα θλιβερό σφύριγμα, δηλαδή η κραυγή του μαύρου
σπαραγμού, γύρω γύρω στην κολασμένη γούβα στο ταβάνι
του μυαλού μου

 

μιλιούνια οι κατσαρίδες

σταμάτα αυτόν τον πόλεμο

Με κομμένα πόδια μου
Χωρίς λέξεις στόμα μου
Να έτσι χορεύει η τρέλα