Latest Posts

Τα πάθη της γκέι ταυτότητας

Πολύ γκέι * λίγο dark

Μια εκτεταμένη γκέι δράση έλαβε χώρα μετά τα Χριστούγεννα και λίγο πριν την Πρωτοχρονιά του 2023. Περίπου 200 ασπρόμαυρες αφισέτες κολλήθηκαν πάνω από την Εγνατία και κάτω από Αγ. Δημητρίου, στις παράλληλες και κάθετες οδούς. Όλες έφεραν ένα γκέι ανδρικό σώμα σε δράση με ένα άλλο, ή ημίγυμνο μόνο του ή σε περιπτύξεις και φιλιά. Από κάτω το μόττο MUCHO GAY * POCO DARK.

Processed with VSCO with preset

Τα αγόρια στη φωτογραφία δεν συνοδεύονται από κάποια διεκδικητική ή επιθετική συνθηματολογία. Τουναντίον, στέκονται παθητικά στο παρατηρητικό βλέμμα, ιδιαίτερα στο στρέητ ανδρικό βλέμμα, ασχολούμενα με το σεξ μεταξύ τους ή ποζάροντας λάγνα και ηδονικά. Ήταν επιλογή μας, αυτές τις γιορτινές μέρες, να προσφέρουμε ένα όμορφο δώρο στους γκέι περιπατητές της περιοχής και μια αφορμή αναστοχασμού στους στρέητ συναδέρφους τους.

Οι πρώτες μορφές αντικειμενοποίησης του ανδρικού σώματος στον κινηματογράφο λέγεται ότι έγιναν για χάρη του γυναικείου κοινού. Η Susan Sontag στο The Double Standard of Aging το 1972, έγραφε ότι ο Rock Hudson και του Paul Newman εμφανίζονταν διαρκώς σε αφίσες δωματιών που απευθύνονταν αποκλειστικά σε γυναικεία υποκείμενα, σε αντίθεση με αντίστοιχες αφίσες γυναικείων ηθοποιών που απευθύνονταν τόσο προς θηλυκά, όσο και προς αρσενικά υποκείμενα. Οι κούκλοι ηθοποιοί του τότε έπρεπε φυσικά να ενσωματώνουν τις κυρίαρχες αναπαράστασεις περί αρρενωπότητας, δηλαδή να γίνεται εμφανής η δύναμη τους και η εξουσία τους.

Παρόλα αυτά είναι εμφανές ότι τις τελευταίες δεκαετίες αλλάζει όλο και περισσότερο. Οι άλλοτε πολλά βαρύς και ασήκωτοι στρέητ που απλά γαμούσαν αλλά δεν ήταν αδερφές έχουν λυγίσει πολλάκις τα γόνατα και έχουν σκύψει το κεφάλι. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα δεν ντρέπονται να το αρθρώνουν κιόλας (πάντα φυσικά με ένα «αλλά» να περισσεύει).

Οι άνδρες αντικειμενοποιούνται και σεξουαλικοποιούνται περισσότερο και επιπλέον μπαίνουν στη διαδικασία να αυτο-φετιχοποιούνται και να πειθαρχούν στα πρότυπα ομορφιάς. Η αντικειμενοποίηση τους πλέον δεν απευθύνεται μόνο σε γυναικεία υποκείμενα, αν και ίσως κανείς θα μπορούσε να πει ότι ποτέ δεν συνέβαινε αυτό σε ολοκληρωτικό βαθμό. Άλλωστε και ο Hudson και ο Newman όλο και κάποιο κρυφό γκομενάκι είχαν που θα τους σκεφτόταν αλλιώς.

Γενικά οι άνδρες που θεωρούνται ότι έχουν θηλυκά σωματικά χαρακτηριστικά ή επιτελέσεις συχνά στιγματίζονται και υφίστανται διακρίσεις αλλά και αντικειμενοποιούνται και να φετιχοποιούνται με τρόπο που ενισχύει τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων και ενισχύει την ανισότητα των φύλων.

Αλλά από την άλλη η επανοικειοποίηση και η αντιστροφή του στιγματισμού μέσω της πουστιάς, του camp ή και του drag έδωσε μία χείρα βοηθείας σε συγκεκριμένα αγόρια για να αντισταθούν, να αντεπιτεθούν ή ακόμα και να σταματήσουν να είναι ακριβώς άνδρες. Πλέον μπορούν να κοιτάζουν το κοινό, αληθινό ή φανταστικό, στα μάτια και να το προσκαλέσουν σε μία περιπέτεια δίχως τέλος. Σε μία περιπέτεια για την επιθυμία που δεν έχει φύλο.

\Η περιοχή της αφισοκόλλησης έχει πολλά φοιτητικά, ή όχι, μπαρ και καφέ. Είναι επίσης πέρασμα για αφισοκολλήσεις. Είχαμε λοιπόν μια μικρή αγωνία πώς θα συμπεριφερθούν στα διάπυρα αγόρια μας. Αυτό που βασικά διαπιστώσαμε ήταν μια διακριτική ευγένεια από τους επόμενους αφισοκολλητές – όπου είχαμε πάνω από δύο αφίσες, πατούσαν μόνο τη μία. Κάποια σχισίματα εδώ κι εκεί, κι αυτό ήταν όλο.

Μια μικρή ανασκόπηση παρόμοιων δράσεων

Το σχετικά οριοθετημένο κέντρο της Θεσσαλονίκης προσφέρεται για δράσεις που εύκολα θα μαθευτούν. Θα θυμηθούμε ορισμένες μόνο από αυτές.

Φιλιά στην Παραλία

Η δράση ήταν μια ιδέα του περιοδικού Screw και απαιτούσε από δύο μουσάτα νεαρά αγόρια να κάνουν περίπατο εμπρός από τις καφετέριες της παραλίας, με τα χέρια πιασμένα και ανταλλάσσοντας φιλιά. Σε ασφαλή απόσταση, δύο συνεργάτες του περιοδικού κατέγραφαν τις αντιδράσεις. Όπως, συνήθως, συμβαίνει οι περισσότερες αντιδράσεις ήταν οι τεττριμένες. Με εξαίρεση στο τέλος, όταν όλοι μαζί καθήσανε σε ένα γκέι καφέ να ξεκουραστούν, συνεχίζοντας φυσικά τα φιλιά. Ήταν εκεί που δέχτηκαν την παρατήρηση από την ιδιοκτήτρια να σταματήσουν.

Αγαπάτε Αλλήλους

Η αφορμή για αυτή τη δράση ήταν το διακριτικό φλερτ της αφίσας του 5ου Pride Θεσσαλονίκης με το υπερπέραν. Μια ταπεινή υπενθύμιση, έτσι όπως μας μάθανε στα θρησκευτικά, ότι πρέπει να αγαπάμε αλλήλους – και κυρίως να μας αγαπάνε αυτοί που τώρα μας μισούν. Πολύ σύντομα, σχεδόν ακαριαία, κυκλοφόρησε αρχικά σαν τρολιά μια παραλλαγή αυτής της αφίσας, που όμως δεν φείδονταν στην ένταση και την απαίτηση των θρησκευτικών αιτημάτων. Ένας Εσταυρωμένος κι ένας ισχυρισμός ότι “σταυρώθηκε και για μας”. Το αποτέλεσμα ήταν μήνυση κατ’ αγνώστων από τον Αμβρόσιο, με συνημμένα τα 6 σημεία βλασφημίας πάνω στην αφίσα.

 

Πολύ γκέι * Λίγο dark

Αποφασίσαμε αυτή τη δράση διαβάζοντας τη μετάφραση ενός αποσπάσματος του βιβλίου How to be gay του ακαδημαϊκού David Halperin. Μας κίνησε το ενδιαφέρον ο σχολιασμός του για τα όρια και τους περιορισμούς της γκέι ταυτότητας (ένα βασικό εργαλείο, ακόμα και σήμερα, για αρκετές πολιτικές ομάδες και ακτιβιστές). Με τη δράση μας θελήσαμε να υπογραμμίσουμε την αποσεξουαλικοποίηση του να είσαι γκέι, προς όφελος του γενικότερου Σκοπού και Δημόσιων Σχέσεων.

Πλέον ακόμα και στην ελληνική πραγματικότητα, λανσάρεται το άτυπο μοντέλο ή αλλιώς η ρητορική του «καλού γκέι». Ακολουθώντας την ρητορική του «καλού μετανάστη» αυτό το μοντέλο συνήθως εκφράζεται με ευπρέπεια, ταπεινότητα και αξιοπρέπεια, επιθυμώντας την ισότιμη ένταξη και αντιπροσώπευση στην κοινωνία, στην πολιτική, στο εγχώριο σταρ σύστεμ κ.α. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το πλασάρισμα του εαυτού ως εργατικού, νομοταγούς και αφομοιωμένου στην κυρίαρχη-εθνική κουλτούρα. Η ρητορική του «καλού μετανάστη» ή του «επιτυχημένου μετανάστη» χρησιμοποιείται συχνά για να αντιπαρατεθεί με τον «κακό μετανάστη», ο οποίος λογίζεται ως τεμπέλης, εγκληματίας και απρόθυμος να αφομοιωθεί. Αντίστοιχα δηλαδή βλέπουμε, όλο και πιο έντονα, να αναδεικνύεται η κατηγορία του «καλού και επιφανούς γκέι», που εκφράζεται μέσα από πολλαπλές και συχνά αντιφατικές κατηγορίες.

Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα στο σήμερα, βλέπουμε ότι απέναντι στο πολλαπλό μοντέλο «του καλού γκέι» αναδύονται συνεχώς γνώριμοι μας εχθροί. Φασίστες, ρατσιστές, ελληνορθόδοξοι βλαμμένοι αλλά και καθημερινοί έλληνες πατριώτες της διπλανής πόρτας φωνάσκουν και επιτίθενται στα μέσα κοινωνική δικτύωσης αλλά και στις γειτονιές και στους δρόμους. Γενικότερα οι πατριώτες τη σημέρον ημέραν αυτοθυματοποιούνται, φτιάχνουν τα δικά τους (Macedonian και Straight pride), μιλάνε για τον κίνδυνο της απώλειας των ελληνικών αξιών της ελληνικής οικογένειας και ξερνάν το μίσος απέναντι σε τρανς, γκέι και μεταναστευτικά υποκείμενα διεκδικώντας την αυτοδιάθεση του έθνους και των παραδοσιακών ρόλων. Οπότε μέσα σε αυτή τη συνθήκη δεν θα μπορούσαμε να πούμε – ελαφρά τη καρδία – ότι βρισκόμαστε κάθετα απέναντι σε όλους όσους ενστερνίζονται και αναπαράγουν το συγκεκριμένο μοντέλο. Δεν βρισκόμαστε απέναντι σε όσους διεκδικούν την κοινωνική ένταξη με συμβολικούς όρους, αλλά δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μπροστά στις παγίδες που παράγει ο εγκλωβισμός στους θεαματικούς ορίζοντες και στις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες. Συχνά δηλαδή η ανάγκη για ενσωμάτωση που εκφράζεται, ίσως κινδυνεύει να είναι άλλη μία περίπτωση ενσωμάτωσης δια μέσω του αποκλεισμού. Δηλαδή μέσω του αποκλεισμού όσων διαδρομών, συμπεριφορών, επιθυμιών και πρακτικών διαφεύγουν από τα συγκεκριμένα μοντέλα.

Πραγματικά τελευταία δείχνει να υπάρχει ένα διαγωνισμός γκέι μπαμπάδων, μεταξύ άλλων, που δεν προτάσσουν απλά κάποια ευπρέπεια αλλά επιθυμούν να είναι παράδειγμα επιτυχίας αλλά και δημόσιου λόγου. Φαίνεται ότι η ταυτοτική άποψη δεν διαφέρουμε από σας, παρά μόνο σε μια μικρή λεπτομέρεια κερδίζει ολοταχώς έδαφος εις βάρος αυτής της μικρής λεπτομέρειας. Αντί να αναφερθούμε στο χαρούμενο (και όχι kid-friendly;) καρναβάλι ξέκωλων, γυμνών ανδρών και BDSMers στα πράηντ και τα βαρετά σχόλια που πάντα ακολουθούν – ότι έτσι χάνετε το δίκιο σας κλπ – προτιμήσαμε να μπούμε στον κόπο να μεταφράσουμε όλο το απόσπασμα όπου ο David Halperin μιλά για την ταυτότητα.

Δεν κρύβουμε ότι συντασσόμαστε έντονα μαζί του, αλλά ελπίζουμε σε αναγνώσεις άλλων που θα συνεισφέρουν σε μια συζήτηση που κρίνουμε επίκαιρη και ίσως και επείγουσα.

SUBBOY25
E. JONES

Διαβάστε το απόσπασμα του David Halperin για την γκέι ταυτότητα εδώ.

Οι δύο κόκκινες αδελφές

Βλέπω έναν εφιάλτη.

Δύο αδελφές σιαμαίες κόβουν παπαρούνες μέσα σ’ ένα κατακόκκινο λιβάδι. Η μία κόβει λουλούδια για την άλλη, τα φουστάνια τους είναι κι αυτά κατακόκκινα, τρέχουν, είναι ιδρωμένες και γελάνε. Τα μαλλιά τους είναι κατάμαυρα, ανεμίζουν πάνω τους, είναι τόσο μακριά, που σκεπάζουν το λιβάδι και φτάνουν μέχρι τη θάλασσα.

“Θα ’θελες να ζεις χωρίς εμένα;” ρωτάει η μια την άλλη.

“Μα δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Αν σε σκοτώσω, θα πεθάνω κι εγώ. Ενωμένες είμαστε δυνατές”.

“Η κάθε σου κίνηση μου προκαλεί πόνο”, λέει η άλλη. “Αλλά γι’ αυτό σ’ αγαπώ”.

Μέσα στο όνειρό μου σκέπτομαι: Μα δύο αδελφές σιαμαίες δεν μπορούν να τρέχουν μέσα στους κάμπους.

Γυρίζουν και με κοιτάνε.

“Λώρα, ποια από τις δυο μας προτιμάς; Ή μας αγαπάς το ίδιο; Εμείς σε λατρεύουμε κι οι δυο. Χωρίς εσένα δε ζούμε. Μας τρέφεις και μας διατηρείς ζωντανές”.

Εγώ απάντησα:

“Διπολικέ μου εραστή, ξάπλωσε στα πόδια μου να σε χαϊδέψω λίγο, δώσε μου τη Θεία Μανία του Διονύσου, ή την έσχατη κατάντια του πιο θλιμμένου θνητού, είμαι δικιά σου…”

“Δεν είμαστε εραστής, είμαστε γυναίκες!” φωνάζουν και οι δύο θυμωμένες. “Είμαστε μαινάδες, είμαστε ερωμένες” κι ανεμίσανε τα μαύρα τους μαλλιά, ο κάμπος σκοτείνιασε, τόσο μακριά ήταν τα μαλλιά τους.

Σηκώθηκα, σήκωσα τα χέρια μου ψηλά.

“Φτερωτές θεές”, φώναξα, “πιάστε με στα νύχια σας και πάρτε με ψηλά, να δω τον Ήλιο και τη Σελήνη ν’ ανατέλλουνε συγχρόνως. Τι είναι ο θάνατος μπροστά στις ηδονές που θα μου δώσετε; Είμαι δικιά σας. Κι αν σας μισώ, είναι από έρωτα και μόνο. Κι ο τρόμος που μου προκαλείτε, πάλι από έρωτα είναι. Αν θέλετε το θάνατο, θανατώστε με σαν τα σκυλιά, ξέρετε εσείς. Μόνον πριν, δώστε μου λίγο χρόνο για να σας υμνήσω, να ζηλέψουν οι κοινοί θνητοί. Δώστε μου λίγο χρόνο, λίγο, σε σας θα τον αφιερώσω, όπως σας έχω χαρίσει κι όλα τ’ άλλα”.

Οι δύο αδελφές γελάνε, πλέκουνε ατέλειωτες κοτσίδες τα μαλλιά τους.

“Αδελφές του Σκότους, πάρτε με μαζί σας…”

“Γλυκιά μου θνητή, ζωντανή σε θέλουμε. Αν πεθάνεις, θα μας ξεφύγεις, και με τι θα παίζουμε όταν θα είσαι νεκρή; Κι εσύ είσαι από τις αγαπημένες μας, γιατί μας ξέρεις καλά και μας μάχεσαι. Και το θάνατό σου εμείς θα τον ορίσουμε, όταν θα έρθει η ώρα. Ούτε ο θάνατος σου πια δε σου ανήκει. Μικρή μας, αγαπημένη πολεμίστρια, πάψε να μας πολεμάς, αφού είμαστε μέσα σου, είμαστε εσύ. Τα φάρμακα που παίρνεις μας αρέσουν, μας κατευνάζουν κι εμάς λιγάκι, κάνουμε βάρδιες και κοιμόμαστε. Αλλά για να ξυπνήσουμε θηρία, πιο δυνατές, πιο σφριγηλές, έτοιμες πάλι για τρομερά παιχνίδια. Μήπως όμως ήρθε η ώρα να τελειώνουμε; Εμείς θα ’μαστε δίπλα σου, οικείες, τρυφερές. Μη βασανίζεσαι πια, αφήσου σε μας…

”Σ’ τα έχουμε πάρει όλα. Θέλουμε όμως και τη ζωή σου…”

Ανάβουμε κάτι λεπτά, μακρόστενα πουράκια. Καπνίζουν νευρικά. Τα πουράκια μυρίζουν λιβάνι και γιασεμί. Είναι κόκκινα σαν τα φουστάνια τους.

Δε λένε τίποτα. Με κοιτάζουν με τα μαύρα αστραφτερά τους μάτια. Μέσα στο όνειρο νυχτώνει. Οι κόκκινες παπαρούνες, τα φουστάνια τους, γίνονται ένα με το χώμα.

“Κουράστηκα”, τους λέω. “Ελάτε να με πάρετε, κοιμίστε με βαθιά, να ξεμπερδεύω”.

Οι αδελφές σιαμαίες με πλησιάζουν. Μόλις πάνε να μ’ αγγίξουν, βγάζω μια κραυγή που ηχεί σ’ όλο τον κάμπο:

“Σας μισώ!”

Με το που το λέω, οι αδελφές γίνονται πιο αχνές, το κόκκινο χρώμα στα φουστάνια τους ξεθωριάζει. Το βλέμμα τους γίνεται ουδέτερο.

Ξυπνάω. Σηκώνομαι απότομα. Πάω στον καθρέφτη. Το πρόσωπό μου είναι σχισμένο στα δύο. Η μία του μεριά κλαίει σπαρακτικά. Η άλλη γελάει τόσο πολύ, που τα χείλη στην άκρη έχουνε ματώσει…

Μ.Κ.

peter-pan

Σε υπεράσπιση του boy love

“Όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μεγαλώνουν. Σύντομα μαθαίνουν ότι θα μεγαλώσουν, και ο τρόπος που το έμαθε η Γουέντι ήταν αυτός. Μια μέρα, όταν ήταν δύο χρονών, έπαιζε σε κάποιο κήπο και έκοψε ένα ακόμα λουλούδι κι έτρεξε μ’ αυτό στη μητέρα της. Φαντάζομαι ότι πρέπει να έδειχνε πολύ χαριτωμένη, γιατί η κ. Ντάρλιγκ ακούμπησε το χέρι στην καρδιά της και φώναξε ‘Αχ, γιατί να μην μπορείς να μείνεις για πάντα έτσι!’ Αυτό ήταν το μόνο που αντάλλαξαν μεταξύ τους πάνω στο ζήτημα, αλλά στο εξής η Γουέντι γνώριζε ότι πρέπει να μεγαλώσει. Πάντα το ξέρεις μετά τα δύο. Δύο χρονών είναι η αρχή του τέλους”.

Στις 19 Μαΐου συμπληρώθηκαν 77 χρόνια από το θάνατο ενός ξεχωριστού αγοριού. Το όνομά του ήταν Michael Llewelyn-Davies και ήταν το αγαπημένο αγόρι του J.M. Barrie που είχε στενές σχέσεις με την οικογένειά τους. Δυστυχώς, πρώτα ο πατέρας τους Άρθρουρ πέθανε από καρκίνο και ακολούθησε η μητέρα τους Σύλβια. Τα αγόρια έμειναν ορφανά και ο J.M. Barrie τα υιοθέτησε το 1911.

Η τραγωδία συνεχίστηκε, όταν το 1918 ο George σκοτώθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ηλικία 21 ετών, κι όταν στις 19 Μαΐου 1921, ενώ σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο Michael βρέθηκε πνιγμένος στην πισίνα του Sandford, στην αγκαλιά ενός άλλου φοιτητή, του Rupert Buxton. Και οι δύο ήταν γυμνοί.

Ο Michael και ο Barrie διατηρούσαν μια μακροχρόνια καθημερινή αλληλογραφία, που καταστράφηκε το 1952 από τον αδερφό του εκδότη του Barrie, επειδή “παραήταν…!”.
Ο Michael ποζάριζε για τον Barrie με το κοστούμι του Πήτερ Παν και θεωρείται η σημαντικότερη επίδραση από όλα τα αγόρια στη δημιουργία αυτού του μύθου. Γιατί ο “Πήτερ Παν” δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξέλιξη των συναρπαστικών ιστοριών που ο Barrie αφηγούταν στα πέντε αγόρια.

“Ο Πήτερ Παν ή το αγόρι που δεν μεγάλωσε ποτέ” ανέβηκε ως παράσταση για πρώτη φορά στις 27 Δεκεμβρίου 1904 και δημοσιεύτηκε ως αφήγημα με τίτλο “Πήτερ και Γουέντυ” το 1911 και ως θεατρικό έργο το 1928. Ο Πήτερ Παν, μεταφρασμένος σε πάρα πολλές γλώσσες και πασίγνωστος από την ομώνυμη ταινία της Disney (βγήκε στους κινηματογράφους το 1953, έπειτα από 14 χρόνια παραγωγής), αλλά και το πιο πρόσφατο “Hook” του Σπήλμπεργκ, είναι πια ένας ήρωας που έχει πάρει τη θέση του στην Αγγλική παράδοση. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε έναν φανταστικό κόσμο όπου υπάρχουν μόνο παιδιά και η έλξη που ασκεί σε όλους τους αναγνώστες και θεατές είναι αυτή η διάχυτη και πανταχού παρούσα αγάπη προς τα παιδιά.
Όσο συναρπαστική όμως είναι για τους νεαρούς αναγνώστες, άλλο τόσο τραγική φαντάζει στους ενήλικες αυτή η αγάπη – η οποία πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι αποτελεί μια έκφραση της παιδοφιλίας του Barrie. Η έλξη του Barrie προς τα αγόρια έχει καταγραφεί διεξοδικά στα βιβλία “J.M. Barrie and the Lost Boys” (Andrew Birkin, London, Constable, 1979), “The Death of Narcissus” (Morris Fraser, London, Secker and Warbung, 1976) και “Secret Gardens; a study of the golden age of children’s literature” (Humphrey Carpenter, London. George, Allen & Unwin, 1985). Τέλος, ο James Kinkaid προσφέρει μια έξοχη ψυχολογική ανάλυση του ρόλου του τρομαχτικού Κάπταιν Χουκ στον Πήτερ Παν, στο βιβλίο “Child-Loving; the Erotic Child and Victorian Culture” (London, Routledge, 1993).

Απόσπασμα από το “The Little White Bird” του J.M. Barrie (ένα πρωτότυπο των περιπετειών του Πήτερ Παν, η διήγηση του θαυμασμού ενός μεσήλικα εργένη για ένα μικρό αγόρι. Είχε συγκεντρώσει διθυραμβικές κριτικές όταν δημοσιεύτηκε, πράγμα που μας λέει μερικά πράγματα για το πώς άλλαξαν οι αντιλήψεις τα τελευταία εκατό χρόνια).

“…Γνώριζα από διαίσθηση ότι περίμενε εμένα να του βγάλω τις μπότες. Τις έβγαλα με όλη τη σταθερότητα ενός χεριού κάποιας ηλικίας, και κατόπιν τον κάθισα στο γόνατό μου και του έβγαλα τη μπλούζα. Ήταν μια θαυμάσια εμπειρία, αλλά πιστεύω ότι παρέμεινα υπέροχα ήρεμος μέχρι που συνήλθα κάπως ξαφνικά από τα μικρά του αγκαλιάσματα, τα οποία με αναστάτωσαν βαθιά. Δεν μπορώ να συνεχίσω δημόσια με το γδύσιμο του Ντέιβιντ…

‘Ε, Ντέιβιντ’, είπα καθώς ανακάθισα, ‘θέλεις να έρθεις στο κρεβάτι μου;’ Η μητέρα είπε ότι δεν κάνει να το θέλω εκτός κι αν το θέλεις εσύ πρώτος’, τσίριξε, και χωρίς άλλη φασαρία η μικρή φιγούρα σηκώθηκε και πετάχτηκε προς τη μεριά μου. Το υπόλοιπο της βραδιάς ήταν ξαπλωμένος επάνω μου και διαγώνιά μου, και μερικές φορές τα πόδια του ήταν στην άκρη του κρεβατιού και μερικές στο μαξιλάρι, αλλά πάντα διατηρούσε την κυριότητα από το δάχτυλό μου…

Σκεφτόμουν ξαπλωμένος αυτό το μικρό αγόρι, το οποίο, στη μέση του έργου του, καθώς τον έγδυνα, είχε ξαφνικά θάψει το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατά μου… Τη μικρή μορφή του Ντέιβιντ να στάζει νερά στο μπάνιο και το πώς αποπειρώμουν να τον πιάσω καθώς γλιστρούσε μέσα από τα χέρια μου σαν πέστροφα. Ή το πώς είχα σταθεί στην ανοιχτή πόρτα ακούγοντας την γλυκιά αναπνοή του, είχα σταθεί τόσο πολύ που είχα ξεχάσει το όνομά του…”

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο γκέι zine “Ο πόθος” τ.21, Θεσσαλονίκη, Χειμώνας 1998

imerida 1

Ο Ντ. Χριστιανόπουλος στην ημερίδα Ομοφυλοφιλία και Κοινωνία (1991)

Ντίνος Χριστιανόπουλος

λογοτέχνης

Η ΗΘΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Τώρα τι να σας πω; Εγώ ήρθα κυρίως για ν’ ακούσω κι όπως βλέπω ήρθα τόσο αργά και δεν μπόρεσα να ακούσω τίποτα.

Αλλά ίσως και καλύτερα έτσι, γιατί από το λόγο που άκουσα το ρίξατε πολύ στην κουλτούρα και στη θεωρία και κατάντησε το θέμα ουσιαστικά σαν ένα πτώμα κατάλληλο προς ανατομία, ενώ μου φαίνεται ότι το θέμα μάς “τσούζει” σαν κάτι το ζωντανό κι όχι το πεθαμένο.

Για το τι λέει ο νόμος και ποια είναι η πρακτική; Μπορούμε να συζητήσουμε ώρες ολόκληρες. Αλλά δεν είναι έτσι. Με ενοχλεί η όλη αυτή τοποθέτηση που θεωρητικοποιεί τα πράγματα και αρχίζουν θεωρίες κι οι ατελεύτητες απόψεις γύρω απ’ αυτήν την ιστορία. Χώρια που δεν βλέπω και κανένα πρακτικό όφελος: Εσύ είπες αυτό, εγώ είπα αυτό, ένας άλλος σηκώνεται λέει κάτι άλλο. Και τι έγινε τελικά; Εν τω μεταξύ το θέμα είναι τόσο καυτό ώστε νομίζω ότι ο καθένας που ήρθε ουσιαστικά για να πάρει μια βοήθεια ή μια απάντηση, όχι για να γεμίσουν τα αυτιά του από παχιά λόγια.

Από την άποψη αυτή, φοβούμαι ότι θα σας απογοητεύσω. Μην ξεχνάτε ότι ανήκω σε μια παλαιότερη γενιά, τουλάχιστον κατά τριάντα χρόνια παλαιότερη από το μέσο όρο της δικής σας ηλικίας. Κι έχω εντελώς άλλη νοοτροπία, κι έχω διαμορφώσει τη ζωή μου με εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις.

Πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια που πρόλαβα να ζήσω και να έχω βιώματα, ακόμα και η τόσο επιστημονικά ηλίθια λέξη “ομοφυλοφιλία” ήταν άκρως επικίνδυνη. Δεν μπορούσες ούτε να την πεις χωρίς να κοκκινίσεις. Και κινδύνευες και από κανένα χαστούκι στη μέση του δρόμου.

Αλλά και όλα τα λαϊκά της υποκατάστατα ήταν φοβερά επικίνδυνα. Έγινε μεγάλη πρόοδος προς αυτήν την κατεύθυνση και να λέμε τη λέξη αυτή χωρίς να κοκκινίζουμε, αμφιβάλλω όμως αν η πρόοδος είναι ουσιαστική και θα σας πω γιατί.

Γιατί εμείς στην εποχή μας ξέραμε ότι αυτή η ιστορία είναι μια τρομερή διαστροφή. Δεχόμασταν a priori την ενοχή που κουβαλούσε αυτό το σύμπλεγμα μέσα του. Σήμερα, όλοι, ιδίως μετά την εμφάνιση του κινήματος των gay στην Αμερική θεωρούν τη διαστροφή σαν κάτι το πολύ ντεμοντέ και τη σεξουαλική διαφοροποίηση σαν μια μικροδιαφορά. Μέσα στο τσουκάλι της εποχής μας που χωρούν όλα τ’ άλλα, χωράει κι η ομοφυλοφιλία. Επομένως, σκέφτονται σήμερα οι νέοι, γιατί να ντρέπομαι; Θα βγω, θα παλέψω και θα το καυχηθώ. Έτσι φτάσαμε στο σημείο να γίνουν ακόμη και σωματεία. Πράγμα κατά τη γνώμη μου κακό. Γιατί τα σωματεία διαιωνίζουν την κατάσταση της γκετοποίησης, ενώ θα έπρεπε να κοιτάξουμε να μπορέσουμε να διαλυθούμε μέσα στην κοινωνία, όπως και το αλάτι διαλύεται μέσα στο φαΐ.

Αντίθετα, αυτή η γκετοποίηση δεν βλέπω σε τι οδηγεί, εκτός από το να διαιωνίζουμε το σταμπάρισμα και να προκαλούμε με ποικίλους τρόπους, ακόμα και επιστημονικούς, ακόμα και συνεδριακούς, την καχυποψία και σιχαμερή προκατάληψη, που εξακολουθούσε, εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να υπάρχει, γιατί η προκατάληψη δεν προέρχεται από το νόμο, προέρχεται από τα ένστικτα. Και τα ένστικτα κανείς δεν μπόρεσε να τα αλλάξει. Επανέρχομαι, λοιπόν, στο ότι έχω εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις κι αμφιβάλλω, αν ούτε ένας από σας θα μπορούσε να συμφωνήσει μαζί μου. Κι αυτό το ζήτημα, ότι δηλαδή κοιτάζω την ομοφυλοφιλία με μια προσωπική ενοχή, φέρνει ένα άλλο ακόμη τρομερότερο:

Και πώς αντιμετωπίζεται;

Στο σημείο αυτό, νομίζω ότι δεν έχω καμιά σχέση με τους προλαλήσαντες. Γιατί βλέπω πως όλος ο καημός σας ήταν η κοινωνία. Δηλαδή το τι κάνουν οι άλλοι: πώς στέκεται το κράτος απέναντι στην ομοφυλοφιλία, πώς στέκεται ο νόμος, πώς στέκεται ο κόσμος, πώς στέκονται οι άντρες. Κανείς δεν θέλησε να αναρωτηθεί:

Εμείς σαν άτομα πώς το αντιμετωπίζουμε προσωπικά; Άτομα; Γιατί αυτό βέβαια είναι ένας ατομικός καημός, δεν είναι συνδικαλιστικό σχήμα με σωματεία και δραστηριότητες. Ή το αντιμετωπίζεις με μια δική σου ηθική ή αλλιώς κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μεταθέτοντας όλα τα προβλήματα και το φταίξιμο στην κοινωνία. Και ξέρετε τι εύκολο είναι αυτό; Οι άλλοι φταίνε, οι μπάτσοι φταίνε, τα υποκείμενα που τριγυρνάνε στα νυχτερινά στέκια, οι πάντες φταίνε! Και μόνο εμείς είμαστε οι αθώες παρθένες που από παντού τρώμε χαστούκια (ας πούμε) κι όλο αναρωτιόμαστε εξ αιτίας του ότι: “Τι έχουμε τέλος πάντων; Μια μικροδιαφορά αυτό είναι όλο κι όλο. Γιατί τόση αδικία; Γιατί τόσος κατατρεγμός;” Αλλά καταλαβαίνετε πως με μια τέτοια λογική δεν βρίσκεις άκρη. Γι’ αυτό σας λέω: αφήστε κατά μέρος το κράτος, το νόμο και την κοινωνία, και κοιτάξτε τι κάνει ο καθένας αυτήν τη στιγμή για να να αντιμετωπίσει το ατομικό του πρόβλημα.

Τι κάνει; Το βασικότερο απ’ όλα είναι να έχει συγκροτήσει έναν ηθικό κανόνα ζωής. Απο τη στιγμη, λόγου χάρη, που σουλατσέρνεις τη νύχτα στα στέκια, βεβαίως θα τύχει κάποτε να ξυλοκοπηθείς. Τι διαμαρτύρεσαι, μετά, που ξυλοκοπήθηκες; Δεν θέλεις να ξυλοκοπηθείς; Μη σουλατσέρνεις. Βρες έναν άλλον τρόπο για μα λύσεις το πρόβλημά σου. Αλλά μη λέμε ότι φταίνε…

Ακροατής: Πείτε έναν άλλο τρόπο.

Χριστιανόπουλος: Καταρχήν, δεν είμαι ούτε ηθικοδιδάσκαλος ούτε ήρθα για να δώσω απαντήσεις για τη λύση του προβλήματος. Τοποθετώ κι εγώ με τη σειρά μου μερικά γενικά πλάνα κι από κει και πέρα, ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει. Δεν θα δώσω εγώ [δυσανάγνωστο]

Ακούστε να δείτε. Επιμένω πάρα πολύ:

Πρώτον: Στο ότι το θέμα είναι, κατεξοχήν, θέμα ατομικό και όχι συλλογικό κι όχι κοινωνικό.

Δεύτερον: Αυτό το ατομικό θέμα, μόνος του ο καθένας θα προσπαθήσει να το αντιμετωπίσει και να βρει μια λύση που του πάει.

Τρίτον: Ποια θα είναι η λύση; Υπάρχουνε πάρα πολλές όπως ξέρεις. Ο Ωριγένης λ.χ. έκοψε την τσουτσού του! Δεν θα φτάσουμε βέβαια εκεί. Ούτε μου αρέσει και η περίπτωση των κρυφοομοφυλόφιλων που για κάποιον καθωσπρεσπισμό κόβουν το ίδιο το ένστικτό μέσα από τη ζωή τους. Αλλά ένας μοναχικός βίος μπορεί να διαμορφωθεί ανάλογα με το πώς βλέπουμε αυτό το πάθος και το τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε. Ας ακούσουμε τον Καβάφη που λέει ότι:

Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς
μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου
μες στις πολλές κινήσεις και ομιλίες

Λοιπόν, μην την εξευτελίζεις. Πείτε μου, ποιος ομοφυλόφιλος σκέφτηκε σοβαρά να μην εξευτελίζει τη ζωή του; Αντίθετα, φιρί-φιρί το πάμε, θαρρείς και υπάρχει ένας υποδόριος μαζοχισμός, για να επιτύχουμε την άκρα εξευτέλιση.

Ακροάτρια: Τι σημαίνει εξευτέλιση; Ο καθένας έχει μια προσωπικότητα.

Χριστιανόπουλος: Δεν θέλω θεωρίες. Το τι σημαίνει εξευτέλιση, δείτε το στην εγκυκλοπαίδεια. Στο κάτω-κάτω, τι με νοιάζει εμένα; Αλλά το τι πράγμα μάς εξευτελίζει, αυτό το ξέρουμε και χωρίς να γνωρίζουμε το νόημά του. Λοιπόν, να μην κοροϊδευόμαστε και να μην κάνουμε την πάπια. Το πράγμα είναι πολύ πιο σαφές και πιο οδυνηρό από τους εννοιολογικούς ορισμούς. Λοιπόν, προσέξτε. Ας το πάρουμε απόφαση: για όλα όσα τραβάμε, φταίει κυρίως ο εαυτός μας. Αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Διότι, απ’ τη στιγμή που δίνουμε συγχωροχάρτι στον εαυτό μας και από τη στιγμή που για όλα φταίνε οι άλλοι, χάσαμε τον έλεγχο της ευκαιρίας από τα χέρια μας. Θα σας πω ένα παράδειγμα:

Κάποιος σε εκμεταλλεύεται. Φρικτό πράγμα, μια ολόκληρη ζωή να βαστάει η ερωτική εκμετάλλευση με χρήματα, με εκβιασμούς και άλλα.

Ναι, αλλά εσύ γιατί δέχτηκες να γίνεις το υποκείμενο μιας εκμετάλλευσης;

— Μα είχα μια αδυναμία και πήγα κι έπεσα σ’ αυτό το μούτρο.

— Να ήσουν λίγο πιο προσεχτικός. Να μην πέφτεις τόσο εύκολα στα μούτρα.

— Μα έχω ανάγκη από σεξ.

— Βεβαίως, το καταλαβαίνω, όλοι μας έχουμε ανάγκη από σεξ. Αλλά γιατί ταυτίζεις τη λαχτάρα του έρωτα με τη λύσσα της πουτανιάς;

Είναι μεγάλο πρόβλημα αυτό, από το οποίο βέβαια δεν έχω γλιτώσει ούτε εγώ, σας εξομολογούμαι την αμαρτία μου. Αλλά θέλω να σας πω πόσο, αν καθίσει να τα σκεφτεί κανείς όλα αυτά τα πράγματα, θα ιδεί ότι τελικά φτάνουμε σε κάποιες τοποθετήσεις, όπου δεν ενδιαφέρει αν είσαι άντρας ή γυναίκα. Τα προβλήματα είναι ίδια.

— Δηλαδή λαχταράς αγάπη;

— Ναι.

— Κι έγινες πουτάνα; Γιατί;

Και η κάθε γυναίκα που λαχταράει την αγάπη κι αυτή πρέπει να πάει και να γίνει πουτάνα;

Αλλά όπως βλέπετε οι πιο πολλοί και οι πιο πολλές απόψεις ότι θα φτάσουν στην πουτανιά – υπάρχει αυτό που λέμε αυτοσυγκρατημός.

Δεν είναι δυνατό εγώ, επειδή έχω ανάγκη να αγαπήσω και να αγαπηθώ, να φτάσω στα έσχατα όρια να τρέχω τις νύχτες από δω κι από κει. Ούτε όταν φάω τα μούτρα μου τότε να τα ρίχνω όλα στους άλλους.

Λοιπόν, θέλω να σας πω (δε σας συμβουλεύω τίποτα): Θέλετε να τρέξετε; Τρέξτε. Θέλετε να βρείτε; Βρείτε. Άλλωστε, είτε το θέλετε είτε όχι, θα περάσετε κι από αυτό το κανάλι. Θα φάτε και κανένα ξυλοκόπημα και να είστε ευχαριστημένοι αν το φάτε μόνο μία φορά στη ζωή σας.

Το θέμα δεν είναι τί θα πάθει ο καθένας. Το θέμα είναι πώς βλέπει το πρόβλημα ο καθένας και γιατί αποφεύγει να παραδεχτεί ότι η λύση είναι καθαρά ατομική.

Αυτό για μένα είναι το πιο λεπτό και το πιο κρίσιμο σημείο. Διότι, αν παραδεχτούμε ότι έτσι είναι τα πράγματα, το επόμενο βήμα θα είναι, είτε θέλουμε είτε όχι, να μιλήσουμε για ηθική.

Ποια είναι λοιπόν η ηθική μας; Και τι έχει να πει ο καθένας γι’ αυτό το ζήτημα; Και με ποια δικαιολογία φτάσανε οι νεώτεροι, η ηθική τους να είναι να τα θέλουν όλα για πάρτη τους; Πώς είναι δυνατόν να απαιτούν μόνο τα δικαιώματά τους και να ξεχνούν τις υποχρεώσεις τους; Να απαιτεί από τον άλλον να σέβεται το κουσούρι του, το βίτσιο του, την ομοφυλοφιλία του, αλλά ο ίδιος να επιμένει να κουνιέται και να μην σκέφτεται καθόλου, ότι όσο πιο πολύ κουνιέται, τόσο πιο πολύ προκαλεί τον άλλον.

Δεν υπάρχει τέλος πάντων καμία ισορροπία κοινωνικών σχέσεων; Τίποτα; Δηλαδή και την πίτα σωστή και το σκύλο χορτάτο; Και να μου κουνιέσαι στο δρόμο και να απαιτείς οι άλλοι να σε σέβονται; Δεν γίνονταν αυτά τα πράγματα. Η κοινωνία είναι απερίγραπτα πιο μοχθηρή.

Άσε που και όμως προσπαθείς να μην προκαλείς και πάλι ακούς τα εξ αμάξει. Πόσο μάλλον και ν’ αρχίσεις το ξεσάλωμα. Λοιπόν θα μπορούσαμε, επάνω σε αυτό το μοτίβο, να πούμε πολλά. Δυστυχώς είμαι άρρωστος και κουρασμένος και δεν μπορώ να συνεχίσω παραπέρα.

Σας δηλώνω μονάχα το εξής: Δεν θα απαντήσω σε καμία απολύτως ερώτηση. Θέλω να το σκεφτείτε μόνοι σας, με τον εαυτό σας. Εγώ ένα μέρος απ’ αυτά που είχα να σας πω τα είπα. Από κει και πέρα σκεφτείτε τα μόνοι.

Συντονιστής συζήτησης: Ευχαριστούμε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Ήταν όντως μια νέα οπτική γωνία, αυτή που μας παρουσίασε. Συνεχίζουμε τις τοποθετήσεις — “ερωτήσεις” προς τον κ. Χριστιανόπουλο.

Ακροάτρια: Θα ήθελα να πω σ’ αυτό που είπε ο κ. Χριστιανόπουλος, ότι οι ομοφυλόφιλοι τριγυρνούν στα διάφορα στέκια, πως μου θυμίζει αυτό που λένε χρόνια τώρα στην πατριαρχική κοινωνία μας, ότι οι γυναίκες φταίνε που βιάζονται στο δρόμο γιατί κυκλοφορούν το βράδυ. Είναι ένας παραλληλισμός. Δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, αντιφάσκει. Αυτό ήθελα να πω σαν αρχή.

Επίσης, ως τώρα δεν έγινε κανένας συσχετισμός της ομοφυλοφιλίας με το γυναικείο κίνημα – έγινε μόνο κάποια αναφορά. Και θέλω να πω:

1ο: Η γυναίκα καταπιέζεται διπλά: Πρώτα σαν γυναίκα, σαν φύλο.

2ο: Για την ερωτική-πολιτική επιλογή της σαν λεσβία, ομοφυλόφιλη. Και πρέπει και άνδρες και γυναίκες, ομοφυλόφιλες και ομοφυλόφιλοι, να έχουνε μία αναφορά στο γυναικείο ζήτημα γιατί το ότι κατέληξε να καταπιέζονται αυτοί οι άνθρωποι είναι αποτέλεσμα της πατριαρχίας. Είπαμε στην αρχή ότι η ομοφυλοφιλία δεν συμβάλλει στην αναπαραγωγή. Γι’ αυτό υπάρχει άμεση σχέση και αναφορά – τονίζω – με το γυναικείο. Και νομίζω το ότι δεν έγινε αναφορά για το γυναικείο, αυτό προσβάλλει όλες τις γυναίκες και εμένα προσωπικά. Να μιλήσουμε και για προσωπικό καημό, κύριε Χριστιανόπουλε!

Χριστιανόπουλος: Μα δεν είχα καμία σχέση με τις λεσβίες, πώς να μιλήσω γι’ αυτές;

Βαλλιανάτος: Δε θέλω να κάνω ερώτηση στον κύριο Χριστιανόπουλο, ήθελα μόνο να πω τρία πράγματα για την τοποθέτησή του. Κατ’ αρχήν, τον σέβομαι και τον εκτιμώ για ο,τι έχει κάνει. Δεύτερο, δεν θα τολμούσα ποτέ τρεις ώρες, μετά από μία συζήτηση, να κρίνω τι είπαν οι ομιλητές. Και τρίτο, οι απόψεις του είναι παλιές, δεν είναι καινούριες. Εγώ κρατώ από όσα έχει επανειλημμένα και έχει δώσει να μαγνητοφωνηθούν, ότι ανήκει στη γενιά που παραδίδει και, επιτέλους, υπάρχει μια γενιά που παραλαμβάνει.

Ακροατής: Εγώ δε θα είμαι τόσο ευγενικός, όσο ο κύριος Βαλλιανάτος, απέναντι στον κύριο Χριστιανόπουλο. Όταν άκουσα ότι ο κ. Χριστιανόπουλος ήταν ένας από τους εισηγητές ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα. Οι μέχρι τώρα απόψεις του, ιδίως τα ποιήματά του και κυρίως εκείνο το ποίημά του για κινήματα, δεν μου επέτρεπαν να φανταστώ την παρουσία του εδώ πέρα. Ο κ. Χριστιανόπουλος ήρθε στο τέλος και εξέφρασε τις απόψεις του και ομολογώ ότι πάντα είμαι ευγενικός. Πρώτη φορά διακόπτω άλλο ομιλητή και το έκανα γιατί με πρόσβαλε και με εξόργισε.

Εξέφρασε τις απόψεις του ένας άνθρωπος που έχει δηλώσει ανοιχτά ότι είναι ομοφυλόφιλος – δεν το κρύβει. Αλλά εξέφρασε τις πιο αντιδραστικές απόψεις που υπάρχουν πάνω στο θέμα, εξωραϊσμένες βέβαια μ’ ένα μαϊντανό λογοτεχνίζοντα. Πράγμα που απαλύνει λιγάκι στη σκληρότητα και την οξύτητα των απόψεών του. Τέτοιο μοιρολατρισμό ομολογώ, κ. Χριστιανόπουλε, δεν έχω ξαναδεί. Λίγο ακόμα και θ’ άρχιζα να κλαίω, ειλικρινά.

Θέλω επίσης να πω κάτι που άκουσα και με εξόργισε: Ο καθένα θα πρέπει να αντιμετωπίζει το ατομικό του πρόβλημα από μόνος του, γιατί το πρόβλημα είναι ατομικό, όχι συλλογικό, όχι πολιτικό και όχι κοινωνικό. Με συγχωρείτε, κ. Χριστιανόπουλε, αν αυτή τη στιγμή εγώ βγω με τον φίλο μου στην Τσιμισκή και είμαστε αγκαλιασμένοι και φιλιόμαστε, τι αντίδραση πιστεύετε θα υπάρξει; Δεν με ενδιαφέρει η αντίδραση του κόσμου αλλά θα υπάρξει μια κάποια αντίδραση, την οποία γνωρίζετε. Δεν είναι κοινωνικό πρόβλημα, κ. Χριστιανόπουλε; Πού ζω; Στην έρημο ζω;

Χριστιανόπουλος: Φιληθείτε με τον φίλο σας στο δωμάτιό σας και να πάψετε να σκανδαλίζετε στη μέση του δρόμου.

Ακρ.: Δηλαδή ο άνδρας που φιλάει τη φίλη του δεν σκανδαλίζει;

Χριστιανόπουλος: Όχι.

Ακρ.: Όχι;

Χριστιανόπουλος: Μη τα θέλετε όλα δικά σας, κρατηθείτε λίγο.

Ακρ.: Κύριε Χριστιανόπουλε, μιλάτε για ετεροφυλόφιλα πρότυπα. Μιλάτε ετεροφυλόφιλα.

Χριστιανόπουλος: Τι να σας πω!

Ακρ.: Το ότι υπήρχαν στο παρελθόν κάποια νομοσχέδια που ποινικοποιούσαν στην ουσία την ομοφυλοφιλία – μιλάω για εδώ πέρα, για την Ελλάδα (μιλάω εν έτει ’77-’78, για το νομοσχέδιο του Δοξιάδη) – δεν αποδεικνύει ότι είναι πολιτικό το πρόβλημα;

Χριστιανόπουλος: Τι να σας πω. Έτσι κι αλλιώς αυτά τα πράγματα από τότε που μπήκαμε στην ΕΟΚ θα άλλαζαν κάπως.

Ακρ.: Θα ήθελα να σας σας ευχαριστήσω, που ενώ είπατε πως δεν θα απαντήσετε σε ερωτήσεις απαντάτε.

Ακροάτρια: Εγώ ήθελα να σας πω ότι στην αρχή χάρηκα πολύ με την παρέμβασή σας, όπως επίσης θα έπρεπε να χαρούν και οι υπόλοιποι. Για ποιο λόγο: Χάρηκα κατ’ αρχάς που μπήκε το πρόβλημα της απενοχοποίησης ενός ομοφυλόφιλου. Συμφωνώ απόλυτα με την άποψη πως ένας ισορροπημένος ομοφυλόφιλος είτε λειτουργώντας μέσα σε κίνημα είτε λειτουργώντας στο δρόμο είτε σ’ ένα μπαράκι, προφανώς αντιμετωπίζει πολύ καλύτερα τη λαθεμένη στάση της κοινωνίας. Στη συνέχεια, όμως, μου τα χαλάσατε. Φάνηκε δηλαδή ότι η ενοχή είναι μια “λυδία λίθος” του – υιοθετώ τη φράση σας — “προβλήματός μας”, αν και δεν συμφωνώ καθόλου με τον όρο. Γίνατε ένα με όλους αυτούς που θεωρούν την ομοφυλοφιλία σαν μια νεύρωση ή σαν μια διαστροφή. Δέχομαι απόλυτα ότι ένας νευρωτικός ομοφυλόφιλος πρέπει να εκλείψει και τη θέση του να πάρει ένας ισορροπημένος ομοφυλόφιλος – εάν είναι δυνατόν, ο κ. Μπαϊρακτάρης θα μας βοηθήσει. Στη συνέχεια ο κ. Χριστιανόπουλος άρχισε να βάζει ορισμένες λέξεις που σύγχρονα αποδείχνουν τη δική του ενοχή όλων αυτών των χρόνων – κατά τη δική μου άποψη. Μπήκε η λέξη ηθική. Μπήκε η ηθική ως ένα εξωτερικό πλαίσιο με προφορές του δρόμου όπως “ψωνίζομαι” κτλ. Η ηθική! Όπως καταλαβαίνετε, κ. Χριστιανόπουλε, και στο σπίτι σαν να μείνετε μ’ ένα παιδί ή να μένατε, θυμηθείτε λίγο ένα από τους πρώτους σας δεσμούς ή τις πρώτες σας νύχτες, αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σχετικό. Δηλαδή μπορεί να αγαπάς, να θυσιάζεσαι, αλλά να μην έχεις ηθική εάν θέλετε να μιλήσουμε με ψυχαναλυτικούς όρους. Ήταν δικαίωμά σας να βγάλετε τη δική σας ενοχή. Σας προσφέρω μια αφετηρία. Δεν ξέρω αν η θέση σας ως λογοτέχνη, το φολκλόρ στοιχείο που συχνά υιοθετείτε – κινησιολογικά και στην ομιλία – αποτελεί έναν υπέροχο τρόπο άμυνας, τον οποίο εγώ που έχω σπυράκια, πιθανώς, κι έτσι βαριά προφορά, δεν μπορώ να τον κάνω. Δεν τυχαίνω ευρύτατης αποδοχής σ’ έναν κύκλο που μπορεί να είναι π.χ. λογοτέχνες. Πείτε μου, στο αντίβαρο της άμυνας την οποία πολύ σωστά αποκομίζετε τόσα χρόνια, μέσω του λόγου έστω, σκεφτήκατε ποτέ την αγάπη, την υγεία του σώματος, την αποενοχοποίηση εν τέλει; Γιατί κι εγώ συμφωνώ ότι ένας ομοφυλόφιλος με ενοχές θα δημιουργήσει και ένα γκέτο από μέσα, εκτός από το γκέτο που υπάρχει απ’ έξω. Είναι εξαιρετικά προκλητικό να ξεκινάτε μια κουβέντα σωστά και έπειτα να την εκλαϊκεύετε για να αποσπάσετε την επιβεβαίωση μέσω γέλιου νεαρών ατόμων.

Μπαϊρακτάρης: Συμφωνώ απόλυτα με την έκφραση που διατύπωσε ο κ. Χριστιανόπουλος “σαν αναγκαιότητα διάχυσης στην κοινωνία”, πράγμα που προφυλάσσει από κάτι, το οποίο ήταν μέχρι σήμερα, πολλές φορές, μία συνέπεια της λειτουργίας του εγκεφάλου. Εκεί που θα διαφωνήσω όμως, και εκεί είναι η αντίφαση, κατά την άποψή μου, σ’ αυτά που είπε ο κ. Χριστιανόπουλος, είναι το ότι η αναγκαιότητα αυτής της κοινωνικής διάχυσης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από το οικοδόμημα το οποίο έχει στήσει, δηλ. της ατομικής λύσης ή της ατομικής πια αντιμετώπισης τους προβλήματος ή της επιθυμίας, πράγμα που πολλές φορές, αν το πάρει κανείς αρκετά παρατραβηγμένα, μπορεί να οδηγήσει ή να οδηγεί στη δημιουργία αυτού που μλέγεται ατομικό γκέτο και με τη συγκεκριμένη έκφραση του παραδείγματος που ανέφερε “να μη φιληθείτε στο δρόμο” ή “φιληθείτε στο κλειστό σας δωμάτιο”. Νομίζω ότι το να φιληθούν στο δρόμο ήδη συντελεί στην κοινωνική διάχυση – στη διάχυση μέσα στην κοινωνία – ενώ το να φιληθούν μέσα στο δωμάτιο είναι αυτό που συμβάλλει στην ανατροπή αυτής της αναγκαιότητας – δεν την προωθεί καθόλου – της κοινωνικής διάχυσης.

Παρασκευόπουλος: Πρέπει να πω κάτι για λόγους προσωπικής αισθητικής. Μου ’τυχε πολλές φορές να μιλήσω σε ακροατήρια π.χ. συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, που ήτανε ιδιαίτερα συντηρητικά. Όταν έλεγα αποδεκτές απόψεις μου, έλεγαν είναι σωστά αυτά που λες. Όταν έλεγα κάτι και δεν άρεσε στο ακροατήριο, μου έλεγαν: “Αυτά που λες είναι θεωρίες”. Επομένως, όποιος μου λέει: “Αυτά που λες είναι θεωρητικά” έχω συνηθίσει να καταλαβαίνω ότι απλώς δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο των όσων είπα και όχι ότι αυτά τα οποία είπα δεν μπορούν να επενεργούν σε ένα ακροατήριο, δεν μπορούν να αλλάξουν αντιλήψεις ή δεν έχουν σχέση με πρακτικές που αναπτύσσονται. Επί της ουσίας: το ζήτημα είναι ατομικό; Είναι κοινωνικό;

Να ξεκινήσω λοιπόν από τις απεχθείς θεωρίες μου. Λένε οι κοινωνιολόγοι ότι τον ίδιο άνθρωπο, αν τον πάρεις από κάποιες σχέσεις και τον βάλεις σε κάποιες άλλες, δρα διαφορετικά. Αν πάρεις το Γιώργο και τον βάλεις στο κέντρο της πόλης, από το χωριό, θα δράσει διαφορετικά. Αν ξαναπάει στο χωριό, θα δράσει όπως παλιά, πάλι διαφορετικά. Είναι ο Γιώργος του χωριού ή ο Γιώργος της πόλης; Πώς θα καταλάβει αυτός τον εαυτό του, αν δεν καταλάβει το κοινωνικό του περιβάλλον;

Άλλο παράδειγμα: Αλλιώς οδηγεί ο μετανάστης στη Γερμανία κι αλλιώς στην Ελλάδα. Ο Γερμανός τουρίστας αλλιώς οδηγεί, πειθαρχημένα και με σεβασμό στη Γερμανία, κι αλλιώς στην Ελλάδα, ο ίδιος ο Γερμανός όταν μπει στον ελληνικό χώρο.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι σε μεγάλο βαθμό την απόφασή σου, τον εαυτό σου, την προσωπικότητά σου, την καθορίζουν οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες βρίσκεσαι.

Ο άνθρωπος πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει τον εαυτό του. Και για να αλλάξει τον εαυτό του, πρέπει να καταλάβει τον εαυτό του. Αλλά ο άνθρωπος επειδή δε ζει μέσα σ’ ένα δοκιμαστικό σωλήνα με την ηθική του και με τα ένστικτά του, για να καταλάβει τον εαυτό του, πρέπει να καταλάβει και τους άλλους.

Ακροατής: Κύριε Χριστιανόπουλε, ομοφυλοφιλία δε σημαίνει να κάνεις έρωτα με έναν ομοφυλόφιλο. Το να βρεθώ μ’ ένα άλλο αγόρι σ’ ένα δωμάτιο και το να κάνω έρωτα, αυτό δε σημαίνει ότι είμαι και ομοφυλόφιλος. Είναι μια πρακτική, είναι τρόπος ζωής, ο οποίος δεν περιορίζεται μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Βγαίνει προς τα έξω. Βγαίνει προς τα ότι θα πάω με τον φίλο μου σε μια κοινωνική εκδήλωση, θα βγω μαζί του για ψώνια, θα βγω μαζί του να πάω να πιω καφέ, θα μας καλέσουν κάποιοι φίλοι για τραπέζι και χίλια δυο πράγματα. Δεν περιορίζεται στο κρεβάτι, κ. Χριστιανόπουλε!

Ακροατής: Πριν μία βδομάδα, διάβασα στην “Ελευθεροτυπία” από άρθρο του Τσαγκαρουσιάνου ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν τάση αλκοολισμού στο σεξ.

Χριστιανόπουλος: Με γεια του με χαρά του να χρησιμοποιεί ο,τι όρο θέλει.

Ακροατής: Μόνο αυτή είναι η απάντηση; Εσάς τι σας λέει ο αλκοολισμός;

Χριστιανόπουλος: Τώρα τι να σας πω; Δεν μπορούμε με πέντε κουβέντες να λύσουμε προβλήματα που κρατάνε μια ολόκληρη ζωή. Και είναι αστείο το ότι οι πιο πολλοί απάντησαν σε μια παρανυχίδα που έθιξα: αν θα πρέπει να φιληθούν μέσα ή έξω και πώς. Αστεία πράγματα! Εδώ υπάρχει ολόκληρος χείμαρρος σχέσης, νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Εγώ ήθελα να βεβαιωθείτε πόσο “αντιδραστικός” είμαι. Από τη στιγμή που βεβαιωθήκατε, είμαι ευχαριστημένος. Από ’και και πέρα ασχοληθείτε με την κοινωνία όσο θέλετε, κι αν θέλετε φιληθείτε, αν θέλετε μη φιληθείτε. Δεν με ενδιαφέρει. Αλλού είναι η ουσία. Πάντως, νομίζω ότι ο Τσαγκαρουσιάνος μ’ έχει αδικήσει λιγάκι. Είμαι σούπερ ερωτικός. Κι εδώ ακριβώς θα ήθελα να σας μπούνε ψύλλοι, ένα τόσο ερωτικό άτομο και με τόση πείρα, γιατί εμφανίζεται τόσο “αντιδραστικό”; Βλάκας είναι;

Ακροατής: Μια παρατήρηση που ίσως συνδυάζει τις δύο οπτικές. Επειδή παραλείπεται πάντα να μπει το ζήτημα της προσωπικής στάσης του καθένα, που εκεί είναι και το ζήτημα της ηθικής, πράγμα που αντιλήφθηκα από την τοποθέτηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, νομίζω ότι θα πρέπει να πει ο καθένας και κυρίως οι ετεροφυλόφιλοι, πώς αντιμετωπίζουν αυτοί την ομοφυλοφιλία και μετά να πούμε αν φταίει η κοινωνία, το σύστημα, ο καπιταλισμός, ο σοσιαλισμός, η ψυχολογία. Νομίζω ότι πρέπει να μπει ως πρόταγμα.

 

xristianopoulos1

Ο Ντ. Χριστιανόπουλος στο Κράξιμο

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ανήκει στις μορφές και στα «είδη» των πνευματικών ανθρώπων που κι αν ακόμα διαφωνείς ή και δυσφορείς με τα τσουχτερά λεγόμενά τους ή αμφισβητείς ένα μέρος τους έργου τους, σου υποβάλλουν την εκτίμηση και το σεβασμό (Χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό γιατί η περίπτωση του Χριστιανόπουλου πιστεύουμε πως είναι μοναδική).

Ο Χριστιανόπουλος ό,τι έχει να πει το λέει στα ίσα, «ντεκλαρέ» (προσφιλής του έκφραση). Κι αυτή η ευθύτητά του έχει καταπολεμηθεί λυσσωδώς από δεκάδες μικρόψυχους και ανεγκέφαλους.

Ο Χριστιανόπουλος δεν αποζητάει τα εγκώμια κι ούτε τα χαρίζει εύκολα στους άλλους ο ίδιος. Είναι πρώτ’ απ’ όλα σκληρός με τον εαυτό του. Χρόνια τώρα, με το περιοδικό του, τη «Διαγώνιο», και τις εκδόσεις της, με την ομώνυμη γκαλερί του, με τις συμβουλές του και τις υποδείξεις του σε νέους λογοτέχνες, με τα σύντομα – συνήθως – ποιήματά του που κυκλοφορούν και θα κυκλοφορούν σαν εκρηκτικοί μηχανισμοί από στόμα σε στόμα, με τη γραφική του παρουσία στις «πιάτσες», με την καυστική γλώσσα της προσωπικής του Αλήθειας, με τη στωικότητά του, ο Χριστιανόπουλος έγινε σύμβολο της Θεσσαλονίκης, «εξωτικό πτηνό» για τους Αθηναίους, ήθος και ύφος που δεν έχει αντίστοιχό του.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο γραφειάκι του, που είναι συγχρόνως και γκαλερί – ένα μικρό πνευματικό τέμενος ηλικίας δεκαπέντε χρόνων, παράδοξα «στημένο» σ’ ένα απρόσωπο κέντρο δικηγορικών και άλλων γραφείων στο κέντρο της πόλης· παρόντες η Πάολα, ο Γιάννης Παλαμιώτης, μαζί και δυο νεαρότεροι φίλοι και συνεργάτες, ο Χρίστος Κυριαννάς και ο Βασίλης Λυμέρης.

Η κουβέντα ξεκίνησε φιλικά, εγκάρδια, χωρίς τρακ και παγωμένες ατμόσφαιρες. Ο Χριστιανόπουλος, πάντα χειμαρρώδης και λαλίστατος, απαντάει σε όλους με κέφι. Σιγά σιγά το ενδιαφέρον φούντωσε τόσο πολύ, που το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι της Πάολας ξεχάστηκε κλειστό. Όταν πια το θυμόμαστε έχουμε χάσει πολλά. Το ανοίγουμε – και ακούγεται ο ποιητής να απαντάει στο Γιάννη Παλαμιώτη για το αν και κατά πόσο είναι ηθικολόγος…

«Εάν η ποίησή μου ήταν συνειδητά ομοφυλόφιλη, θα απευθύνονταν σε μερικούς ανόητους ομοφυλόφιλους, που νομίζουν ότι πρέπει να γράφουμε αποκλειστικά για τις ιδιαιτερότητές μας, μ’ έναν τρόπο που να αρέσει μόνο σε μας».

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Ναι, βλέπω ότι ελαφρώς ηθικολογώ πότε πότε. Πάντως αυτό δεν είναι εμφανές στα ποιήματά μου. Τα ποιήματά μου έχουν ένα αμφίδρομο πλέγμα ηθικολογίας και ανηθικολογίας.

Γιάννης Παλαμιώτης: Δηλαδή, τα ποιήματά σας είναι ανοικτά σε αναγνώσεις πολλαπλές και πολύτροπες;

Ντ.Χ.: Βέβαια! Δεν απευθύνομαι σ’ ένα μικρό κοινό. Μάλιστα μπορώ να σας πω, ότι, κατά τη γνώμη μου, οι άνθρωποι είναι τεσσάρων ειδών: οι «κανονικοί» άντρες, οι «κανονικές» γυναίκες, οι «μη κανονικοί» άντρες και οι «μη κανονικές γυναίκες». Τα ποιήματά μου απευθύνονται τουλάχιστον σε τρεις από τις τέσσερις αυτές ομάδες.

Γιάννης: Με το ίδιο πάθος;

Ντ. Χ.: Με το ίδιο πάθος, ναι. Βγάζω μόνο την πρώτη περίπτωση, αλλά για τις υπόλοιπες τρεις, είμαι σίγουρος. Αυτό σας το λέω για αστείο. Γιατί αν μιλούσαμε σοβαρά, θα έλεγα ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε σαν τα κλάσματα· διαφέρουμε ως προς τον αριθμητή, αλλά μοιάζουμε όλοι ως προς τον παρονομαστή. Επομένως, εάν εγώ υποφέρω επειδή δεν βρίσκω ερωτικό ταίρι κι εσύ πάσχεις από το στομάχι σου, το θέμα είναι ότι υποφέρουμε και οι δυο, έστω και από διαφορετική αιτία. Μας ενώνει και τους δυο ο κοινός πόνος. Δύο τόσο διαφορετικοί πόνοι μας φέρνουν στο ίδιο σημείο επαφής, δηλαδή στον κοινό παρονομαστή.

Γιάννης: Παρ’ όλα αυτά, έχω διαπιστώσει ότι κυρίως οι ομοφυλόφιλοι είναι αυτοί που τα ποιήματά σας τους πυροδοτούν ένα πάθος μεγαλύτερο. Δεν ξέρω τι γίνεται με τις άλλες κατηγορίες.

Πάολα: Κι όμως. Έχω δει στα μηνύματα του ΣΧΟΛΙΑΣΤΗ πολλά κορίτσια να γράφους στ’ αγόρια τους ή στους χαμένους εραστές τους, χρησιμοποιώντας στίχους όπως «όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι» ή «τις νύχτες που γυρνώ στη μοναξιά μου». Πολλές φορές. Πάντως κοπέλες τα γράφανε.

Ντ.Χ.: Πολλοί ομοφυλόφιλοι είναι οι χειρότεροι αναγνώστες μου. Κατ’ επανάληψη έχω πει ότι δεν κάνω ομοφυλόφιλη ποίηση και μερικοί νομίζουν ότι μασώ τα λόγια μου, ή υπαναχωρώ. Εγώ όμως ξέρω πολύ καλά τι λέω. Εάν η ποίησή μου ήταν συνειδητά ομοφυλόφιλη, θα απευθύνονταν σε μερικούς ανόητους ομοφυλόφιλους που νομίζουν ότι πρέπει να γράφουμε αποκλειστικά για τις ιδιαιτερότητές μας, μ’ έναν τρόπο που να αρέσει μόνο σε μας. Αυτό είναι άστοχο. Πάρτε σαν παράδειγμα τη διαφορά ανάμεσα στους χριστιανούς ποιητές και τους ποιητές των κατηχητικών σχολείων. Τα κατηχητικά έχουν ποιητές δικούς τους, που οι κατηχητικοί τους διαβάζουν κι ευχαριστούνται. Οι ίδιοι οι κατηχητικοί που ευχαριστούνται με το Βερίτη είναι ανίκανοι να ευχαριστηθούν με τον Παπατσώνη, που είναι χριστιανός, αλλά όχι του κατηχητικού. Με τον ίδιο τρόπο διαφέρουν και οι ομοφυλόφιλοι ποιητές από τους ποιητές που γράφουν για τους ομοφυλόφιλους. Εγώ παρομοιάζω την ποίησή μου μ’ ένα ποτάμι που, καθώς κυλάει ανάμεσα από διάφορα κοιτάσματα, παίρνει από το καθένα τα συστατικά του. Όταν αυτό το ποτάμι κυλάει κι από το ομοφυλόφιλο κοίτασμα, παίρνει κι από κει μερικά συστατικά. Λοιπόν, ένα μέρος της ποίησής μου είναι ομοφυλόφιλο, γιατί περνάει από το κοίτασμα αυτό· πολλά όμως μέρη της ποίησής μου περνούν και από άλλα κοιτάσματα. Να γιατί δεν κάνω ομοφυλόφιλη ποίηση, αλλά απλώς εκφράζω, θέλοντας και μη, ορισμένα ομοφυλόφιλα αισθήματα. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατό να είμαι αγαπητός στους ομοφυλόφιλους που θέλουν να έχουν τους δικούς τους ποιητές. Έτσι λ.χ. κάποιο φυλλάδιο, το ΡΕΜΑΛΙ, μου έκανε κάποτε έναν πρόστυχο λίβελλο για το ποιηματάκι μου «ξέρω πενήντα αδερφές στο Βαρδάρη». Τότε κατάλαβα ότι το ποίημα αυτό ενοχλούσε μερικούς ομοφυλόφιλους, όπως ενδεχομένως τους ενοχλούσαν και ορισμένα άλλα. Με τον ίδιο τρόπο, μερικά ποιήματά μου ενοχλούν τους χριστιανούς, τους κομμουνιστές, τους εθνικιστές και διάφορους άλλους. Πάντως, στόχος μου δεν είναι να καλλιεργήσω ένα συγκεκριμένο είδος έκφρασης, για μια συγκεκριμένη ομάδα, ούτε το να αρέσω σε κάποιους, αλλά να εκφράσω τα βαθύτερα αισθήματά μου που θα αγγίξουν τα βαθύτερα αισθήματα των άλλων. Να γιατί σας είπα ότι οι χειρότεροι αναγνώστες μου είναι μερικοί ομοφυλόφιλοι, και μάλιστα οι συνειδητοποιημένοι, οι ιδεολόγοι, οι εντεταγμένοι σε ομάδες. Αυτοί που ξεχνούν ότι η ανθρώπινη μοίρα στηρίζεται κυρίως στον πόνο και στη μοναξιά και ότι όλα αυτά τα πάθη και οι αποκλίσεις είναι μια έκφραση του κοινού πόνου και της κοινής μοναξιάς.

Επιμένω με τη θεωρία του παρονομαστή. Θα με ρωτήσετε, βέβαια: Μα, αν επιδιώκεις τον παρονομαστή, γιατί μιλάς για τα εντελώς ιδιαίτερα; Μιλώ γιατί, αν δεν μιλήσουμε για τα πολύ ιδιαίτερα, θα πέσουμε στη λούμπα της γενίκευσης. Είναι εύκολο να πεις «αγάπη μου», αλλά θέλει κότσια να πεις «αγόρι μου». Το φύλο πρέπει να φανεί από την πρώτη στιγμή. Να παίζουμε με ανοιχτά χαρτιά. Αυτές οι ευκολίες του να αποκαλέσεις τον άλλον «αγάπη μου» και μέσα σ’ αυτή την άχρωμη αγάπη να χωρούν αρσενικά και θηλυκά δεν κάνουν για μένα.

Γιάννης: Το έκανε όμως ο Προυστ…

Ντ. Χ.: Ο Προυστ ήταν μεγάλος. Έχω την εντύπωση όμως, ότι αν ο Προυστ έχει πέσει λίγο μεταπολεμικά, είναι κι αυτό μια αιτία. Να μάθουμε λοιπόν να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

Πάολα: Μόλις είχα διαβάσει τη συνέντευξή σας στον ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ και πέτυχα το ίδιο βράδυ τον Ταχτσή. Γυρνάω λοιπόν και του λέω: «Ο Χριστιανόπουλος, Κώστα μου, λέει ότι η ομοφυλοφιλία είναι καημός. Εσύ τι λες;» Με κοίταξε μ’ εκείνο το πικραμένο βλέμμα του και είπε: «Εμ, δεν είναι, βρε Πάολα, δεν είναι;» Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Μετά από λίγες μέρες τον σκότωσαν! Εσείς πώς αντιμετωπίσατε αυτή σας την ανορθοδοξία;

Ντ. Χ.: Το 1950 δημοσίευσα την ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΙΣΧΝΩΝ ΑΓΕΛΑΔΩΝ, σε ηλικία δεκαεννέα χρονώ. Ξέρετε τι ήταν αυτό; Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο τολμηρή πράξη ήταν. Προϋπήρξε μόνο ο Λαπαθιώτης το 1910 από πλευράς τόλμης. Έκτοτε επικράτησαν διάφοροι καθωσπρεπισμοί.

Χρίστος Κυριαννάς: Προϋπήρξε και ο Καβάφης.

Ντ. Χ.: Ο Καβάφης τα είπε μασημένα, και τα ξέρουμε τώρα εκ των υστέρων. Τα ποιήματά του κυκλοφορούσαν σε πολύ λίγους. Ο Λαπαθιώτης τα δημοσίευσε κανονικά. Το 1950 λοιπόν, τόλμησα να τα πω ντεκλαρέ. Δεν το ’κανα για να φανώ έξυπνος ή για να κερδίσω ένα κοινό που λαχταρούσε κάποιες αποκαλύψεις. Το ’κανα για έναν άλλο, βασικό λόγο: διότι η εξομολόγηση λυτρώνει. Τα ξέρασα όλα και αισθάνθηκα ανακουφισμένος.

Πάολα: Κι αυτό είναι πολύ πιο επαναστατικό από τα ομοφυλόφιλα κινήματα…

Ντ. Χ.: Βεβαίως, γιατί το έκανα μόνος μου και δεν στηριζόμουν πουθενά. Και ήξερα τι είχα να αντιμετωπίσω: γονείς, θείους, θείες που μου ’κλειναν πόρτες, που με βρίζαν.

Γιάννης: Δεν είμαι κι εγώ καθόλου υπέρ των κινημάτων αυτών. Αλλά ξέρω πως ανακουφίζουν κι αυτά με τον τρόπο τους το πολύ κόσμο, που δεν έχει επιχειρήματα και συμπαράσταση ν’ αντιμετωπίσει τις λοιδωρίες.

Ντ. Χ.: Εγώ θα χρησιμοποιήσω άλλη λέξη. Όχι «ανακουφίζουν» αλλά «ντοπάρουν». Κι αλίμονο σε κάποιους, όταν λείψουν τα ντοπαρίσματα. Είναι οι πιο θλιβερές υπάρξεις.

Γιάννης: Τα λέτε ίσως αυτά γιατί εσείς είστε ποιητής. Τα ομοφυλόφιλα κιμήματα όμως δίνουν δύναμη σε πολλούς ν’ αντικρούσουν με σθένος τους γονείς, τους θείους, τις θείες που αναφέρατε κι εσείς πριν. Τον κόσμο που επιτίθεται. Ακόμα, συντελούν σε μια ζωή κάπως πιο τακτοποιημένη, αποενοχοποιημένη και ασφαλή.

Ντ. Χ.: Δεν ξέρω. Νομίζω όμως ότι επόμενο βήμα μετά την τακτοποίηση είναι το ξεσάλωμα. Και πάρα πολύ σοβαρά φοβάμαι τα παιδιά που εν ονόματι του πάθους τους ξεσαλώνονται. Αν ξεσαλώνονται στα δεκατέσσερά τους, τι θα γίνει μετά; Τι στιρήγματα θα βρουν αργότερα, όταν θα έχει περάσει η μπογιά τους; Είναι μεγάλο πρόβλημα αυτό. Ένα νέο παιδί πρέπει να περάσει από μεγάλες αγωνίες ολομόναχο, ανυπεράσπιστο, για να μπορέσει να βρει κάποιες δυνάμεις από μέσα του και να στηριχτεί στα πόδια του. Μετά, ας κάνει ό,τι θέλει.

Χρίστος: Όταν όμως έρχεται μια ανώτερη δύναμη, όπως το κράτος, να τους φράξει, μόνοι θα το αντιμετωπίσουν;

Ντ. Χ.: Εγώ έζησα μια ολόκληρη ζωή δίχως να υποστώ ούτε καν τη σκιά του κράτους.

Πάολα: Εμένα με λιανίσανε.

Ντ. Χ.: Τα θέλατε. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει στην περίπτωσή σας κρυφός μαζοχισμός. Έχω κάνει παρέα με πολλές τραβεστί στην Θεσσαλονίκη. Αυτές ήταν δύο ειδών: αυτές που προκαλούσαν κι αυτές που ήταν συμμαζεμένες. Οι συμμαζεμένες δεν έπαθαν τίποτα. Οι άλλες μόλις δουν μπασκίνα να περνάει, αρχίζουν να τον βρίζουν. Κι αυτός, στην αρχή θα κάνει ότι δεν τους ακούει, αλλά στο τέλος θα τους γραπώσει. Πιστεύω δηλαδή ότι είναι θέμα προσωπικής αντιμετώπισης. Μπορείς να ζήσεις χωρίς να χωθεί το κράτος στη ζωή σου. Ο νόμος στην Ελλάδα είναι πιο ελαστικός απ’ ό,τι σ’ άλλα μέρη. Μην προκαλείς τη δημόσια αιδώ και κανείς δεν πρόκειται να σε πειράξει. Αυτό το λέω γιατί κι εγώ όλη μου τη ζωή την έφαγα στο πεζοδρόμιο. Μα και στο πεζοδρόμιο κατάφερα να μην προκαλέσω ποτέ αυτό που λέγεται δημόσια αιδώ.

Χρίστος: Ναι, αλλά κάτω από το σκοτάδι.

Ντ. Χ.: Εμένα μου λες! Όταν η άλλη ξεβρακώνεται στη μέση της οδού Πολυτεχνείου και πέφτουν όλα τα φώτα των αυτοκινήτων πάνω της…

Πάολα: Είναι ακραίες περιπτώσεις. Είναι τραβεστί που έχουν ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας και νομίζουν ότι, άμα τα κάνουν αυτά, θα τους προσέξουν. Δεν είναι όλα τα τραβεστί έτσι. Πάντως, μια και το έφερε η κουβέντα, θα ήθελα να σας ρωτήσω τι γνώμη έχετε για τον Ταχτσή;

Ντ. Χ.: Ο Ταχτσής δεν είναι σπουδαίος λογοτέχνης. Γιατί, δηλαδή, επειδή πέθανε τόσο τραγικά και επειδή ήταν ένας συμπαθής άνθρωπος, πρέπει να του δώσουμε τεράστιες διαστάσεις; Καταρχήν, είμαι ο πρώτος, νομίζω, που είχα γράψει επαινετική κριτική για το ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ – αμέσως μόλις βγήκε. Παρόλο που ήμασταν τσακωμένοι. Ήμασταν μαλωμένοι από το ’56 και έκτοτε δεν φιλιωθήκαμε ποτέ. Ο Ταχτσής έγραψε ένα ωραίο βιβλίο· ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Ζωντανός λαϊκός λόγος, ζουμερή λαϊκή ζωή. Βέβαια, για όσους ξέρουν τα μυστικά της τέχνης, είναι ωραίο μόνος προς τα τρία τέταρτα, στην αρχή. Προς το τέλος πέφτει. Δεν ξέρω αν τον βοήθησε το μαγνητόφωνο να καταγράψει αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις της κυρά-Εκάβης. Ξέρω όμως ότι όλα τα υπόλοιπα βιβλία του είναι μέτρια. Μου θυμίζει τον Χάκκα. Κι ο Χάκκας έγραψε ένα ωραίο πεζό, το ΚΟΙΝΟΒΙΟ, δηλαδή ούτε πενήντα σελιδίτσες καλά καλά.

Βασίλης Λυμέρης: Μα κι ο Καβάφης έγραψε επίσης λίγα.

Ντ. Χ.: Δεν μιλάμε για ποσότητα μόνο. Είναι και η ποιότητα στη μέση. Ο Καβάφης είναι τεράστιος ποιητής. Οι διάφοροι Ταχτσήδες τι είναι; Πάντως, είναι προς τιμήν του ότι θα μείνει με ένα καλό βιβλίο. Οι πιο πολλοί λογοτέχνες μας δεν έχουν ούτε ένα καλό βιβλίο. Το ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ είναι καλό αλλά δεν μετράει – δεν μπορείς να διαβάζεις μια ζωή τα κουτσομπολιά της κυρά-Εκάβης…

Χρίστος: Είναι όμως και η Ελλάδα μέσα στο βιβλίο του…

Ντ. Χ.: Η Ελλάδα σε μια νέα έκδοση ηθογραφίας. Ο Ταχτσής βλέπει πολύ επιδερμικά τα πράγματα και σκαλώνει στις λαϊκές γραφικότητες.

Πάολα: Ξέρω την αγάπη σας για τον Λαπαθιώτη. Τα ΣΑΤΥΡΙΚΑ του τα έχετε διαβάσει;

Ντ. Χ.: Τα έχω διαβάσει και μάλιστα αρνήθηκα να τα εκδώσω όταν κάποιοι μου το πρότειναν. Είναι ποιήματα κάτω του μετρίου, ανάξια ενός Λαπαθιώτη. Αν είσαι αδελφή και ειρωνεύεσαι τις άλλες αδελφές, φτού σου! Πάντως, και διότι τα ποιήματα ήταν μέτρια, και διότι ήταν αχρεία, εγώ αρνήθηκα να τα εκδώσω. Έχει άλλα ποιήματα, εξαιρετικά.

Πάολα: Την ταινία για τη ζωή του την είδατε;

Γιάννης: Ο Χριστιανόπουλος δεν πάει σινεμά…

Ντ. Χ.: Δεν την είδα, διότι φοβήθηκα πως θα ήταν παρωδία. Δηλαδή δεν θα παρουσίαζε τον Λαπαθιώτη, αλλά κάποιον «τοιούτο» που έγραφε και ποιήματα. Αυτά τα πράγματα με εξοργίζουν πολύ.

Γιάννης: Θέλω να σας ρωτήσω κάτι άλλο. Βλέπω στα βιβλία που βγαίνουν από τη «Διαγώνιο» μια εμφανέστατη επίδραση των ποιημάτων σας στους φίλους σας.

Ντ. Χ.: Δυστυχώς, αυτό είναι πραγματικότητα. Πρέπει όμως να σου πω ότι εκείνοι που με μιμήθηκαν ήταν πολύ περισσότεροι. Στη «Διαγώνιο» μπήκε ένα μικρό μέρος· αυτό, στο οποίο δεν θα μπορούσα να πω όχι. Κλασική περίπτωση είναι ο Θεοδωρακόπουλος. Ο Θεοδωρακόπουλος είναι ένας ποιητής που εκτιμώ πολύ. Γι’ αυτό το λόγο, αν και με αντιγράφει, αναγκάστηκα να του δημοσιεύσω μερικά ωραία ποιήματά του, παρά τις ξένες επιδράσεις. Υπάρχουν όντως καμιά ντουζίνα ποιητές, οι οποίοι ξεκινούν από μένα, και που, παρά τις υποδείξεις μου, δεν θέλησαν ν’ αλλάξουν. Τυπική περίπτωση είναι η φίλη μου Θεοδώρα Ντάκου.

Γιάννης: Εννοείτε τη γνωστή αστρολόγο;…

Ντ. Χ.: Καλά, μόνο τις αστρολογίες της ξέρετε; (γέλια). Είναι καλό ταλέντο. Κι αν δεν της πέταξα ποιήματα! Κράτησα μόνο τα λιγότερο χριστιανοπουλικά. Δεν ήταν δυνατόν να αντιδράσω σε όλους αυτούς. Ήταν δυνατό να αντιδράσω μόνο συμβουλευτικά. Έτσι, νομίζω ότι είμαι εντάξει με τον εαυτό μου. Δεν ζήτησα ούτε οπαδούς, ούτε ακολούθους. Τους βοήθησα στα πρώτα και βασικά βήματά τους. Μετά τους άφησα να δουν ότι με τη μίμηση θα φαν τα μούτρα τους.

Γιάννης: Κάποιοι θα μπορούσαν πάντως να πουν ότι ευθύνεστε. Ότι αφήσατε να δημοσιευτούν αυτά επίτηδες, για να φανεί η καλύτερη ποιότητα των δικών σας…

Ντ.Χ.: Όποιος δεν ξέρει…

Πάολα: Αγαπήσατε γυναίκες στη ζωή σας;

Ντ. Χ.: Γιατί χρειάζεται ν’ αγαπούμε και γυναίκες; Αστεία ερώτηση.

Πάολα: Σαν ινδάλματα…

Ντ. Χ.: Εγώ λάτρεψα πάρα πολύ τη Σαπφώ. Είναι η μεγαλύτερη ερωτική ποιήτρια του κόσμου. Αγάπησα επίσης τις ερωτικές ποιήτριες Έντνα Σαιντ-Βίνσεντ Μίλλαιυ και Αχμάτοβα. Επίσης στα νιάτα μου είχα εντυπωσιαστεί για ένα διάστημα από την Ιταλίδα ηθοποιό Συλβάνα Μάγκανο, που έπαιξε το 1948 στο «Πικρό ρύζι» και που είχε ελληνικό τίτλο «Πόθοι στους βάλτους». Αυτό το έργο με συγκλόνισε· το είδα έντεκα φορές. Σημαντική πνευματική σχέση στη ζωή μου ήταν και η εφηβική φιλία μου με την ποιήτρια Ζωή Καρέλλη. Από τις συνεργάτριές μου στη «Διαγώνιο», οπωσδήποτε η Θεοδώρα Ντάκου υπήρξε η σπουδαιότερη και θεωρώ θλιβερό το γεγονός ότι εγκατέλειψε πρώτα τη Θεσσαλονίκη και μετά την ποίηση. Αν προσθέσουμε βέβαια και τη μητέρα μου, που θα ’πρεπε να την αναφέρω πρώτη πρώτη και που με επηρέασε πάρα πολύ, βγαίνουν έξι-επτά γυναίκες στη ζωή μου;

Πάολα: Αν ζούσατε Αθήνα, πού θα θέλατε να μένατε; Πού θα περνούσατε τις ώρες σας τα βράδια;

Ντ. Χ.: Πρώτα πρώτα δοξάζω τον Πανάγαθο που με φώτισε ώστε να μη θελήσω να κατέβω ποτέ στην Αθήνα. Προτίμησα να θαφτώ εδώ. Φυσικά, ακόμα και πεθαμένος δεν θα πήγαινα. Οι έξι φορές που κατέβηκα ήταν για μία ή δύο ημέρες. Ένας μήνας, που έζησα ως φαντάρος μέσα στην Αθήνα, υπήρξε ο χειρότερος μήνας της ζωής μου – άλλωστε το πλήρωσα με μια φοβερή αδενοπάθεια.

Χρίστος: Ο χαρακτηρισμός «ερωτική πόλη» για τη Θεσσαλονίκη είναι δικός σας;

Ντ. Χ.: Εγώ ανέκαθεν αντέδρασα γι’ αυτόν τον χαρακτηρισμό. Είναι, νομίζω του Κωστή Μοσκώφ.

Πάολα: Είναι ερωτική μάλλον για τους Αθηναίους που έρχονται εδώ…

Ντ. Χ.: Όλοι οι Αθηναίοι είναι ερωτευμένοι, όπως όλοι όσοι κάθονται στα μέγαρα τους αρέσει να φωτογραφίζουν τις γραφικές παράγκες. Εσείς μάλιστα γράψατε και δυο ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη, μόνο που αυτά που λέτε μέσα στα ποιηματά σας θα μπορούσαν να είχαν συμβεί οπουδήποτε. Θα μπορούσατε να την είχατε βρει και άσχημη, όπως και είναι. Εγώ δεν της βρίσκω καμιά ομορφιά. Άλλωστε για ομορφιά θα μιλήσουμε ή για χώρο ζωής; Διανοηθήκατε να ρωτήσετε ποτέ ένα δέντρο αν του αρέσει το περιβάλλον όπου φύτρωσε; Το μόνο που κάνει το δέντρο είναι να ομορφαίνει το περιβάλλον του: να λουλουδίζει και να χαρίζει πλούσια σκιά. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι ωραία πόλη και λυπούμαι γι’ αυτές τις σαχλές μυθολογίες. Είναι άσχημη πόλη από πλευράς στοιχειώδους ομορφιάς και κακή πόλη από πλευράς χαρακτήρων. Έχει όλα τα κόμπλεξ της επαρχίας και της συνοικίας. Τι να κάνουμε; Έγώ πάντως αισθάνομαι σαν το δέντρο. Δεν μιλάω για το χώρο, αλλά για το πόσο εγώ μπορώ να τον ομορφαίνω.

Πάολα: Τα τελευταία δύο χρόνια η ζωή στα πάρκα έχει αλλάξει. Πριν τέσσερα-πέντε χρόνια τα πάρκα ήταν φίσκα από αγόρια.

Ντ. Χ.: Από χρόνο σε χρόνο η ποιότητα ζωής χειροτερεύει. Αυτό είναι το θέμα της ποιητικής μου συλλογής «Νεκρή Πιάτσα», που είναι ολόκληρη γραμμένη σε αυτό το μοτίβο. Αλλά προσέξτε· γι’ αυτή τη «νεκρή πιάτσα» δεν φταίει η ίδια η πόλη. Φταίει το σύνολο πολλών κοινωνικών παραγόντων, κι αυτό ισχύει και για άλλες πόλεις. Καταρχή υπάρχει μια ευμάρεια, που ερημώνει τις ερωτικές πιάτσες. Υπάρχει μια μετατόπιση του στρατού στα νησιά. Και οι έξυπνοι, βέβαια, μπορούν να κάνουν εκδρομές στη Λήμνο. Εμείς οι φουκαράδες όμως που δεν μπορούμε, καθόμαστε εδώ και κλαίμε τη μοίρα μας. Κατόπιν υπάρχει ένα ερωτικό άνοιγμα από τις γυναίκες. Οι γυναίκες πριν είκοσι χρόνια ήταν πιο συμμαζεμένες – τώρα πια έχουν ξεσαλωθεί. Οποιοσδήποτε μπορεί οπουδήποτε να βρει θηλυκό, ενώ κάποτε έπρεπε να ψάχνει με πολλή αγωνία σε σινεμάδες και στέκια. Υπάρχουν λοιπόν πολλοί λόγοι, κοινωνικοί, για τους οποίους δε φταίει η Θεσσαλονίκη. Πάντως το θέμα είναι ότι ερήμωσε ο τόπος. Και έρχονται και κάτι κουτορνίθια από την Αθήνα, που νομίζουν ότι εδώ είναι το μέλι και το γάλα, και τους λέω «είστε με τα σωστά σας; Τρέξτε κι εσείς στη Λήμνο κι αφήστε μας ήσυχους στη στεναχώρια μας» (γέλια).

Χρίστος: Απ’ όλα αυτά που λέτε, καταλαβαίνω ότι για σας η ομοφυλοφιλία είναι η «παραδοσιακή» παθητική σεξουαλική δραστηριότητα.

Ντ. Χ.: Δεν υπάρχει ενεργητική ομοφυλοφιλία στους άντρες. Αυτό είναι μύθος. Ούτε μ’ ενδιαφέρει η διαβάθμιση από τον καθαρό άντρα μέχρι τα ψευτοαντράκια. Εγώ μόλις μυριστώ ότι κάποιο αντράκι πάσχει από έλλειψη ανδρισμού, στρίβω. Και, τέλος πάντων, τι σας ενδιαφέρουν οι θεωρίες; Εμένα δε μ’ ενδιαφέρουν αυτά τα προβλήματα.

Χρίστος: Μα, μ’ ενδιαφέρει γιατί δεν είναι δυνατόν μια ζωή οι ομοφυλόφιλοι να ζουν δαχτυλοδειχτούμενοι με το καρναβάλι της «αδελφής» από τη μια μεριά και τη χυδαιολογία περί «πούστηδων» από την άλλη.

Ντ. Χ.: Δε συμφωνώ καθόλου. Εγώ μια ολόκληρη ζωή είμαι στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής της Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα κάνω και τη ζωούλα μου.

Πάολα: Είναι, νομίζω, θέμα βαθμού προσωπικότητας η περιθωριοποίηση.

Ντ. Χ.: Είναι πολλά πράγματα. Πάντως νομίζω ότι όποιος μπορεί να παλεύει με τα πάθη του, αυτός δεν θα καταντήσει ποτέ στο περιθώριο.

Χρίστος: Οπότε, τι γνώμη έχετε για τους ομοφυλόφιλους δεσμούς κατά τα δυτικά πρότυπα;

Ντ. Χ.: Αυτοί οι δεσμοί πολύ μου τη δίνουν. Και δυστυχώς αυτό θα είναι το μέλλον. Άμα και οι δύο έχουν μέσα τους το μικρόβιο, τι σόι έρωτας θα γίνει; Όταν ο ένας παίζει το ρόλο κλειδιού, κι ο άλλος το ρόλο κλειδαριάς, πώς θα γίνει η σχέση με δυο κλειδιά ή με δυο κλειδαριές; Δεν μπορώ να καταλάβω. Εγώ είμαι παλιός και δεν αλλάζω με τίποτα. Εσάς σας χαρίζω σε όλους τους πιθανούς και απίθανους συνδυασμούς και σε όλα τα φρούτα, που μας έρχονται από την Αμερική. Μαζί με τις μερέντες και τις κοκακόλες μας ήρθαν τώρα και τα φλωράκια που το κάνουν μεταξύ τους. Αυτά τα λέω στη «Νεκρή Πιάτσα». Τι θλιβερό! Αυτό θα είναι, δυστυχώς, το μέλλον της ανωμαλίας.

Πάολα: Γιατί χρησιμοποιείτε τον όρο «ανωμαλία»;

Ντ. Χ.: Εσείς χρησιμοποιείστε όποιον όρο θέλετε. Για μένα ο σοβαρότερος όρος είναι η «σεξουαλική διαστροφή». Κι ας μην το θέλουν οι μοντέρνοι, κι ας ενοχλούνται τρομερά. Είναι μια διαστροφή.

Χρίστος: Βαριά κουβέντα…

Ντ. Χ.: Όλοι οι νέοι τη θεωρείτε βαριά κουβέντα. Κι όμως, αυτή είναι η κυριολεξία. Επειδή δεν το αντέχεις το μουρουνόλαδο, παίρνεις και μια κουταλιά ζάχαρη από πάνω και βολεύεσαι. Αλλά το μουρουνόλαδο δεν πάει να βρωμάει. Εγώ δεν προσπαθώ να εκφράσω τα νέα παιδιά, αλλά τον εαυτό μου. Αν ο εαυτός μου προσφέρει κάποιες δυνατότητες κατανόησης για τους νέους, καλά. Διαφορετικά, προτιμώ το αντίθετο· να βρεθεί κάποια κατανόηση απ’ τους νέους. Δυστυχώς, οι πιο πολλοί νέοι θέλουν χαϊδέματα. Με χαϊδέματα όμως δεν χτίζεται ζωή και κανένας δεν έχει αντιληφθεί ότι η ζωή είναι αγώνας. Ιδίως οι νέοι ούτε κατά διάνοια φαντάζομαι ότι θα χρειαστεί να αγωνιστούν. Νομίζουν ότι όλα θα ’ρθουν εύκολα, θέλουν χαϊδάκια, γλυκά λογάκια, και γι’ αυτό στο τέλος λυγίζουν οι πιο πολλοί από τις κατραπακιές της ζωής.

Πάολα: Τι σας θλίβει περισσότερο σήμερα; Η Ελλάδα σας θλίβει;

Ντ. Χ.: Αν όλα παν’ κατά διαόλου σήμερα, ας μην ξεχνούμε ότι μπορεί να υπάρχουν και μερικά πράγματα που εξακολουθούν να μας συγκινούν, λ.χ. ένα ποιηματάκι ή αυτή η δεκαοχτούρα που έρχεται κάθε μέρα στο παραθυρό μου και μου κάνει παρέα. Η ζωή είναι τόσο ανεξάντλητη στο να μας δίνει λογιώ λογιώ συγκινήσεις. Πολλές φορές συγκινήσεις υπό μορφή υποκατάστατου· δεν έχεις ερωτική συγκίνηση; Θα σου δώσει μια άλλη συγκίνηση. Μονάχα στις εφημερίδες και το ραδιόφωνο δε βρίσκω καμιά συγκίνηση.

Πάολα: Κι όμως αναπτύξατε μεγάλη δημοσιότητα από τις εφημερίδες…

Ντ. Χ.: Ναι, είναι πολύ θλιβερό. Κάθε δυο και τρεις, συνέντευξη. Οι καμιά δεκαριά συνεντεύξεις που είδατε πέρυσι ήταν κατά κανόνα σε πρόσωπα φιλικά, στα οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ. Οι συνεντεύξεις είναι μάστιγα, και κάνουν κακό. Μας αναγκάζουν πιο πολύ να μιλούμε και λιγότερο να δημιουργούμε, και συνηθίζουν τους αναγνώστες να διαβάζουν πιο πολύ τα κους-κους και λιγότερο τα γραφτά μας.

Πάολα: Την επίθεση του Γεωργουσόπουλου πώς την εξηγείτε;

Ντ. Χ.: Ο κύριος αυτός παριστάνει και τον ποιητή με το ψευδώνυμο Μύρης. Κάποτε μου έστειλε μια ποιητική συλλογή που ήταν εντελώς απαράδεκτη. Του το ’γραψα, και φαίνεται ότι μου το κράτησε. Κατάλαβα όμως περί τίνος πρόκειται, όταν είδα μια τραγωδία που είχε κατασκευάσει με συρραφές αποσπασμάτων από τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. Λεγόταν, νομίζω, «Ο Κύκλος των Ατρειδών». Ο Γεωργουσόπουλος έκανε το κολλάζ αυτό, που ήτανε όχι μόνο εξάμβλωμα, αλλά κάτι χειρότερο: ανοσιούργημα. Τότε κατάλαβα ότι αυτός που τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο, πρέπει να είναι ακαταλόγιστος. Όταν έγραψε αυτά που έγραψε για μένα, δεν παραξενεύτηκα. Οι «Ατρείδες» του ήταν μεγαλύτερη αχρειότητα από αυτή που έδειξε απέναντί μου. Δεν έβριζε ουσιαστικά εμένα, αλλά μια ομάδα ανθρώπων και αναρωτιέμαι για πιο λόγο; Τι του φταίξανε; Γιατί αναζωπύρωσε τις κοινωνικές προκαταλήψεις; Στο κάτω-κάτω αν έσφαλα, το σφάλμα ήταν δικό μου και κανενός άλλου. Πρόκειται πάντως για ένα μηδενικό, και τα μηδενικά, όταν καταλαβαίνουν ότι έχασαν το παιχνίδι, κάνουν πολλά τέτοια.

Πάολα: Τα πιο αγαπημένα σας ποιήματα ποια είναι;

Ντ. Χ.: Εγώ αγαπώ πολλά ποιήματα, θα σας αναφέρω όμως μόνο ένα. Λέγεται «Στο Φάληρο» και είναι της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη. Η Παπαδάκη ήταν μια ποιήτρια του μεσοπολέμου, όχι τίποτα σπουδαίο. Στο ποίημά της λοιπόν αυτό, που μάλιστα είναι σονέτο, η Παπαδάκη μιλάει για ένα ζευγάρι που πηγαίνει κάποιο σούρουπο στο Φάληρο να κάνει έρωτα – το Φάληρο, βέβαια, του 1930 που ήταν ακόμα μια ερημιά κατάλληλη για ερωτικές τσαϊράδες. Είχε βγει εν τω μεταξύ και λίγη ψύχρα. Εκεί ήταν κι ένα άλλο ζευγάρι. Φαίνεται όμως ότι το ζευγάρι δεν τα πήγαινε καλά. Και λέει ο νεαρός: «Αισθάνομαι λίγη ψύχρα, δεν πάμε να φύγουμε;» Και φύγανε. Το άλλο όμως ζευγάρι έμεινε. Γιατί το άλλο ζευγάρι αισθανόταν μόνο τον έρωτα και διόλου την ψύχρα. Είχα πει κάποτε, ότι αν ήταν να μετρήσουμε του μεγάλους μας ή του καλούς μας ποιητές, δεν θα τους βγάζαμε ούτε σαράντα. Κι όμως, ας μη βιαστούμε να απογοητευτούμε: μπορεί να υπάρχουν λίγοι καλοί ποιητές, αλλά υπάρχουν πολλά ωραία ποιήματα – αρκεί να είμαστε σε θέση να τα ανακαλύψουμε.

Γιάννης: Το σωστό ένστικτο ή η διαίσθησή σας, που έχω ακούσει κάποτε να επικαλείστε, σας βοηθάει στις επιλογές σας;

Ντ. Χ.: Έχω μεγάλη διαίσθηση όχι μόνο για τα γραφτά αλλά και για τους ανθρώπους. Δεν έπεσα σχεδόν ποτέ έξω στο να επισημαίνω τα ταλέντα ή τις κάλπικες δεκάρες.

Πάολα: Σας κατηγορούν για στριφνό. Έχετε πολλές αντιπάθειες…

Ντ. Χ.: Είμαι ευτυχής γι’ αυτό! Αν είχα μόνο συμπάθειες, δεν θα ένιωθα καλά, γιατί οι άνθρωποι που μας συμπαθούν, μπορεί να μας πουλούν και αγάπη. Οι άνθρωποι όμως που μας βρίζουν είναι πιο ειλικρινείς απέναντί μας. Πάντως ξεκίνησα με πάρα πολλές αντιπάθειες και τερματίζω με πάρα πολλές συμπάθειες. Μη μου πείτε ότι αυτό δεν είναι συγκινητικό…

Πάολα: Στα αγάλματα, ξέρετε, μπορεί να δει κανείς γκράφιτι με στίχους σας όπως «τα πρόβατα απήργησαν, ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής».

Ντ. Χ.: Αυτό έχει γραφτεί σ’ όλα τα ντουβάρια (γέλια). Έχει γίνει σλόγκαν. Το χρησιμοποίησαν σε πανό και στη Θεσσαλονίκη. Είναι παράξενο το πόσο αγαπήθηκε αυτό το δίστιχο. Και λέω παράξενο, γιατί αν συνειδητοποιήσει κανείς το νόημα αυτού του ποιήματος, θα πάψει να είναι επαναστάτης, θα πάψει να πηγαίνει σε διαδηλώσεις, θα πάψει να κρατάει πανό.

Πάολα: Πώς περνάτε τώρα τη ζωή σας;

Ντ. Χ.: Ξεκίνησα πάρα πολύ άσχημα, με πολλές δυσκολίες, και σιγά σιγά όλα μου ’ρχονται καλά. Ιδίως μετά το θάνατο της μητέρας μου το ’81 μπορώ να πω πως είμαι πιο ήσυχος. Ζω ολομόναχος σε μια λαϊκή γειτονιά, σ’ ένα σπίτι χωρίς τηλέφωνο. Εκεί δεν με επισκέπτεται σχεδόν κανείς, γιατί όλοι με επισκέπτονται εδώ στο γραφείο. Έτσι ζω σε μια γαλήνη και γι’ αυτό μπορώ και δουλεύω. Δουλεύω από τις εφτά το πρωί μέχρι τις εφτά το βράδυ, οπότε έρχομαι εδώ. Εδώ με επισκέπτονται πολλοί φίλοι: λογοτέχνες, καλλιτέχνες, επιστήμονες. Αυτοί μου δίνουν πολλή χαρά, όσο κι αν καμιά φορά με κουράζουν. Υπάρχει και κάποιο αίσθημα που με αποζημιώνει κάπως, ύστερα από εννέα αποτυχημένους και δραματικούς έρωτες. Παράλληλα, εξακολουθώ να είμαι ακόμη αρκετά δημιουργικός. Εκεί όπου νόμιζα ότι στέρεψε η πηγή, βλέπω ότι ευτυχώς εξακολουθεί να αναβλύζει.

Χρίστος: Επαγγελματικά, τι ακριβώς κάνετε;

Ντ. Χ.: Αναλαμβάνω συγγράμματα διαφόρων επιστημόνων και τα διορθώνω ως χειρόγραφα και ως τυπογραφικά δοκίμια. Είμαι δηλαδή διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων. Δόξα τω Θεώ, βγάζω τόσα λεφτά για να ζω μετρημένα και να μένουν και λίγα στην πάντα για την έκδοση των βιβλίων μου. Γιατί, όπως θα ξέρετε, τα βιβλία μου τα τυπώνω με δικά μου έξοδα κι έχω τυπώσει ως τώρα καμιά εξηνταριά βιβλία και ετοιμάζω άλλα δέκα. Θέλω να πω ότι αυτή την ισορροπία που ζω τώρα και που είναι τόσο δημιουργική, δεν την έζησα ποτέ άλλοτε. Είμαι πολύ ικανοποιημένος, γιατί αυτή η ηρεμία και αυτή η τάξη δεν είναι αποτέλεσμα συμβιβασμών. Είναι η προσπάθεια να χτίσω τη ζωή μου όπως τη θέλω, και ύστερα από απερίγραπτες δυσκολίες τα κατάφερα.

Χρίστος: Δεν είναι λυπηρό που χρειάστηκαν τόσα χρόνια;

Ντ. Χ.: Καθόλου. Κάθε τι που αναλώνεται, γίνεται δύναμη και ενέργεια ζωής. Αυτό το λέει πολύ ωραία το ευαγγέλιο. Το σιτάρι, αν δεν το θάψεις μέσα στη γη για να σαπίσει, δε δίνει καρπό. Μια ολόκληρη ζωή το σιτάρι μου σάπισε, και τώρα βγάζει καρπούς στο εκατονταπλάσιο. Όλες οι αγωνίες, οι αποτυχίες, οι διαψεύσεις, όλα τα χαστούκια μιας ζωής, έγιναν τελικά δύναμη. Μου δίδαξαν πως τίποτα δεν πάει χαμένο.

Πάολα: Δεν δίνετε, λέτε, εύκολα συνεντεύξεις. Στο «Κράξιμο», που είναι και ομοφυλόφιλο περιοδικό, πώς δεχτήκατε;

Ντ. Χ.: Εκτιμώ το «Κράξιμο» επειδή είναι προσπάθεια ενός ατόμου και όχι ενός σωματείου. Επιμένω σ’ αυτό. Όταν ένας άνθρωπος παλεύει ολομόναχος για κάτι, είτε είναι το πιστεύω του, είτε είναι το πάθος του, αυτό μου αρέσει πολύ. Βέβαια, άλλα κείμενα στο «Κράξιμο» μ’ αρέσουν κι άλλα όχι. Με ενοχλούν μερικά σχόλια, και μερικές γυμνές φωτογραφίες. Το περιοδικό δεν πρέπει να γίνει υποκατάστατο ενός πορνοφυλλαδίου. Πρέπει να κρατάει τη σοβαρότητά του. Πάντως, παρ’ όλες τις ατέλειές του, εύχομαι να εξακολουθήσει να βγαίνει και να είναι πάντα το περιοδικό της Πάολας και όχι κανενός αδελφάτου.

Χρίστος: Η μοναξιά του ηλικιωμένου ομοφυλόφιλου δε μοιάζει να έχει αντίκρισμα σε σας.

Ντ. Χ.: Έβλεπα παλαιότερα στο πάρκο κάτι γριές αδερφές. Τι θλιβερό θέαμα! Θυμάμαι το Μπωντλαίρ που μιλάει για δυο ξοφλημένες γριές πουτάνες, που κάθονται έξω από την πόρτα του σπιτιού τους και προσπαθούν να θυμηθούν τα νιάτα τους και μέσα από αυτές τις αναμνήσεις να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή. Την ίδια θλιβερή εντύπωση μου έκαναν και κάτι αδελφές εβδομήντα χρονών που γυρνούσαν στο πάρκο. Αντίθετα, άμα έχεις μέσα σου τσαγανό, η ηλικία δεν επηρεάζει. Εγώ νιώθω τόσο ζωντανός, που και να γεράσω θα εξακολουθώ να είμαι όπως τώρα. Βέβαια, είχα ανέκαθεν πολύ καλή υγεία. Αλλά δεν είναι μόνο θέμα σωματικής υγείας. Είναι και το πόση δύναμη, κουράγιο και ψυχικά εφόδια έχει κανείς στη ζωή του. Αποδείχτηκε με πολλούς αυτό που σας είπα στην αρχή. Στα νιάτα τους είχαν ντοπαριστεί με διάφορα συνθήματα και ιδέες και μετά, όταν ξόφλησαν, έγιναν αυτές οι περιφερόμενες κατάρες. Σημασία έχει κατά πόσο μπόρεσες στα νιάτα σου να βάλεις γερά θεμέλια. Και κατά πόσο κρατάς ρεζέρβα την αντοχή σου. Αν κουτουρντίσεις απ’ τα δεκατέσσερά σου, στα εικοσιτέσσερα θα έχεις βγει μπιελάρ. Εγώ έβαλα βάσεις. Το ότι δεν έγινα, ας πούμε, καθηγητής, δεν είναι τυχαίο. Το ότι δεν παντρεύτηκα, δεν είναι τυχαίο. Πόσους δεν ξέρω κρυπτοομοφυλόφιλους, που παντρεύτηκαν για να ρίξουν στάχτη στα μάτια της κοινωνίας.

Πάολα: Συμφωνώ μαζί σας, αλλά ας πούμε ότι ήταν δικαίωμα επιλογής σας…

Ντ. Χ.: Σίγουρα ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει την επιλογή του, μα όταν η επιλογή του είναι σκάρτη, τότε τι γίνεται; Όταν μιλούμε για επιλογές, είναι σαν να αναζητούμε συγχωροχάρτια. Όμως, τι καθόμαστε και συζητούμε για επιλογές, όταν υπάρχουν πολύ σπουδαιότερα πράγματα να συζητήσουμε…

Πάολα: Σαν τι;

Ντ. Χ.: Μα, εγώ περίμενα να με ρωτήσετε για το Aids.

Πάολα: Μάλλον έχετε δίκιο – μας διέφυγε. Δε το σκεφτήκαμε.

Ντ. Χ.: Θέλω να σας πω τη γνώμη μου για το Aids, που το θεωρώ ένα μεγάλο ψέμα. Έχω συζητήσει το θέμα με πολλούς γιατρούς. Είναι και αυτοί, οι πιο πολλοί, χεσμένοι· τρομοκρατημένοι μέχρι τα μπούνια. Κανείς όμως απ’ όσους συζήτησα, πλην ενός ειδικού, δεν έτυχε να δει ποτέ έστω και μια περίπτωση Aids. Ό,τι ξέρουν το διάβασαν από δω κι από κει· τίποτα δεν είδαν. Ο ειδικός που συζήτησα, και ήταν ο μόνος που είδε, είχε δει δυο περιπτώσεις όλες κι όλες στη ζωή του. Εγώ όμως, πριν ακόμα συζητήσω, ήμουν σίγουρος πως δεν υπάρχει Aids. Κι ας με πουν παλαβό. Ξέρετε ότι η αμερικάνικη κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να μπορέσει να αντιμετωπίσει όλες τις ομάδες των πάρκων που δεν αντιμετωπίζονται ούτε με μπασκίνες, ούτε με επιχειρήσεις αρετής, ούτε με κουακέρους, ούτε με πάστορες και εκκλησίες, ούτε με τίποτα, κατάλαβε ότι το μόνο όπλο είναι η τρομοκρατία. Και μέσω του αμερικάνικου υπουργείου δημόσιας υγιεινής εξαπέλυσε μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία τρομοκράτησης των πάντων, προβάλλοντας σαν μπαμπούλα μια από τις πιο σπάνιες ασθένειες στον κόσμο. Αυτή λοιπόν την πολύ σπάνια αρρώστια την εμφάνισε ως πολύ συνηθισμένη, ως πολύ διαδεδομένη και ότι από αυτή κινδυνεύουν οι πάντες ανά πάσα στιγμή. Φυσικά, οι πάντες είναι οι ανήθικοι και οι ανεξέλεγκτοι, γιατί όσοι πηγαίνουν μόνο με τη γυναικούλα τους δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε. Μ’ αυτό τον τρόπο τρομοκράτησε όλο τον κόσμο, γιατί όλοι τρέμουν για τη ζωούλα τους. Σίγουρα σκέφτηκαν ότι μέχρι να αντιδράσει το ένστικτο του τρομοκρατημένου, θα περάσουν τέσσερα-πέντε χρόνια με ησυχία. Θυμούμαι τι τρομοκρατία είχε επικρατήσει και παλαιότερα με το φιλί. Κάποιοι επιστήμονες είχαν ανακαλύψει ότι με κάθε φιλί μεταδίδονται πέντε εκατομμύρια μικρόβια. Διαδόθηκε έτσι μια λαϊκή υποχονδρία: «Φιλιά δε θέλω!». Δεν υπάρχει αηδιαστικότερο πράγμα από το να χώσεις ανάμεσα σε δυο κορμιά το φόβο. Έχω μια σκηνή στο βιβλίο μου «Οι Ρεμπέτες του Ντουνιά», όπου στο βαρδάρι, μόλις πέσει λίγο χιόνι, τα τεκνά εξαφανίζονται. Αυτά είναι τα σπουδαία αντράκια! Ενώ οι αδελφές, εκεί! Σούζα! Αυτοί που την κλάνουν για λίγο χιονάκι, δεν θα την κλάσουν με το πρώτο Aids για τη ζωούλα τους; Κι έτσι οι Ενωμένες Πολιτείες, αφού μας πάσαραν τα μπλουτζήν, την κόκα κόλα, τη μερέντα, το μπέιμπυ-λίνο, μας πασάρουν τώρα και το φόβο. Τρομερό πράγμα! Και είναι τρομερό γιατί κραδαίνουν μια ασθένεια σπανιότατη η οποία έχει χιλιάδες θύματα κι εκατομμύρια φορείς. Λοιπόν, σας το λέω καθαρά: Κάντε έρωτα και μη φοβάστε τίποτα. Κάτω τα προφυλακτικά! Και μόνο η ύπαρξη αυτού του αηδιαστικού πράγματος καταστρέφει τις αισθήσεις και τη γλύκα της σωστής επαφής. Το πόσο ο κόσμος φοβάται με το παραμικρό, το διαπίστωσα και το 1978 με τους σεισμούς. Είδα τότε τους ανθρώπους μιας ολόκληρης πόλης κατουρημένους απ’ το φόβο τους. Πώς είναι δυνατό να νεκρωθεί μια πόλη εξαιτίας ενός φόβου; Ε, λοιπόν, τη νέκρωση που κυριάρχησε για τέσσερις μήνες στη Θεσσαλονίκη με το σεισμό, την ίδια νέκρωση τη βλέπω και τώρα με το Aids. Και είναι τραγικό αν σκεφτεί κανεί ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τον έρωτα στο φόβο.

Χρίστος: Τον έρωτα όχι, αλλά και τη ζωή;

Ντ. Χ.: Σκεφτήκατε ποτέ τι είναι ηρωισμός; Όταν ένας στρατιώτης στον ελληνοϊταλικό πόλεμο σκοτώνεται θεληματικά, για να υπερασπίσει την ελευθερία και την πατρίδα, έχει ένα ιδανικό μέσα του: την ελευθερία και την πατρίδα. Αλλά μήπως και ο έρωτας δεν είναι ένα μεγάλο ιδανικό; Για έναν σωστό έρωτα, δεν αξίζει να πεθάνουμε; Και τι θα γίνει αν κατουριόμαστε για μια ζωή γεμάτη φόβο και συμβιβασμό; Είναι ζωή αυτή; Μα θα μου πείτε: αυτά τα λες γιατί πρόλαβες και έζησες. Κι όμως τα ίδια θα έλεγα και νέος, γιατί εγώ έχω ιδανικά μέσα μου, την ποίηση και τον έρωτα, και τα ιδανικά αυτά δεν εννοώ να τα προδώσω με τίποτα. Ακόμη κι αν η άποψή μου για το Aids δεν είναι απόλυτα σωστή, η αντιμετώπισή μου γι’ αυτό το θέμα, νομίζω ότι είναι. Χαρά σ’ όποιον θέλει να μ’ ακούσει. Εάν το Aids είναι ικανό να πεθάνει τον έρωτα, προτιμώ να πεθάνω από Aids για τον έρωτα!

Η συνέντεξη δημοσιεύτηκε στο Κράξιμο το ’80.

decriminalization

Η νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας στην Κύπρο

Δημοσιεύτηκε στην γκέι εφημερίδα των 90s “ο πόθος”

Το 1993 εκδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων η υπόθεση «Α. Μοδινός εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας», με θέμα την άρση της απαγόρευσης της ανδρικής ομοφυλοφιλίας στην Κύπρο. Η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν πως η απαγόρευση — τιμωρούμενη με μέχρι πέντε χρόνια φυλάκισης — βρισκόταν σε αντίθεση με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή.

Η κυπριακή κυβέρνηση αντέδρασε στέλνοντας μια πρόταση νομιμοποίησης της ομοφυλοφιλίας μεταξύ συναινούντων ενηλίκων και ο γενικός εισαγγελέας κ. Αλέκος Μαρκίδης παρότρυνε τους βουλευτές να αναγνωρίσουν το γεγονός ότι η Κύπρος πρέπει να ακολουθήσει την απόφαση του Δικαστηρίου. Αντιμετωπίζοντας όμως την κατακραυγή της πανίσχυρης Ορθόδοξης Εκκλησίας και των παραθρησκευτικών οργανώσεων, η συντριπτικά ανδροκρατούμενη προηγούμενη βουλή ακολούθησε τον εύκολο δρόμο: έπνιξε το ζήτημα σε ένα λαβύρινθο επιτροπών και γραφειοκρατίας.

Πέρασαν τρία χρόνια από τότε και, ξαφνικά, στα τέλη Απριλίου, ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων, κ. Παναγιώτης Δημητρίου, έστειλε μια επιστολή στον πρόεδρο της Βουλής Σπύρο Κυπριανού, όπου του εξηγούσε πως πρέπει τελικά να πάρουν την απόφαση τα πολιτικά κόμματα — το πολύ μέχρι την επόμενη εβδομάδα! Η αιτία αυτής της ξαφνικής βιασύνης κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετη ήταν. Η Κύπρος περιφρονώντας συστηματικά επί τρία χρόνια την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, έθεσε εαυτή σε δεινή θέση όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το θέμα έφτασε στο Υπουργικό Συμβούλιο της ΕΕ — που προειδοποίησε την Κύπρο ότι θα θέσει το ζήτημα στην ατζέντα της επόμενης συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν η χώρα δεν συμμορφωθεί με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Ισως όμως να μην ήταν ούτε οι παρατηρήσεις της ΕΕ, ούτε η διεθνής αναξιοπιστία της χώρας — η οποία, ενώ διαμαρτύρεται διακαώς για παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων από την Τουρκία, αρνείται η ίδια να τακτοποιήσει τα του οίκου της — που δημιούργησαν αυτό το κλίμα επίσπευσης. Στο ίδιο Δικαστήριο και με τον ίδιο δικηγόρο, τον κ. Αχιλλέα Δημητριάδη, εκδικάστηκε μια άλλη ιστορική υπόθεση — που σε αντίθεση με την προηγούμενη, δέχτηκε θερμής προβολής από τα ελληνικά μέσα. Πρόκειται για την υπόθεση της Τιτίνας Λοϊζίδου, πρόσφυγα από την Κερύνεια, στην οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα αποζημίωσης από τον Τούρκο εισβολέα. Μέχρι στιγμής, καμία χώρα δεν έχει αψηφήσει απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οπότε και οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης άρνησης της Κύπρου είναι άγνωστες. Είναι πάντως βέβαιο ότι η απόφαση υπέρ της Τιτίνας Λοϊζίδου τίθεται σε κίνδυνο.

Με τα μηνύματα να έρχονται σωρηδόν από το εξωτερικό — όπως αυτό του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι περίμενε αρκετά και δεν θα ανεχτεί πλέον άλλη καθυστέρηση ή αυτό της Διεθνούς Αμνηστίας ότι θα θεωρεί οποιονδήποτε φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της ομοφυλοφιλίας του φυλακισμένο συνείδησης — το νομοσχέδιο αποποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας έφτασε επιτέλους στο Κοινοβούλιο. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε το μένος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, που κατακεραύνωσε το νομοσχέδιο μέσα από εγκύκλιο που διαβάστηκε την Κυριακή στις εκκλησίες. Παράλληλα, πολλές θρησκευτικές οργανώσεις, σε συνεργασία με άλλα αντιδραστικά σωματεία, όπως ο Σύνδεσμος Πολυτέκνων, προχώρησαν σε διαδηλώσεις πρωτοφανούς φανατισμού.

Η πρώτη διαδήλωση έγινε στις αρχές του Μάη έξω από το κοινοβούλιο και περιελάμβανε περίπου 100 μοναχούς, ιερείς και υποστηρικτές τους. Ανάμεσα σε πλακάτ που έγραφαν συνθήματα όπως «όχι στη σοδομία» και «ομοφυλοφιλία — μιζέρια, ενοχή, AIDS» οι ιερείς και οι οπαδοί τους απέκλεισαν την είσοδο της Βουλής για μια περίπου ώρα και απείλησαν ότι θα επιστρέψουν δριμύτεροι την άλλη εβδομάδα. Πραγματικά, η «Πανκυπριακή Επιτροπή Δράσης Κατά της Αποποινικοποίησης της Ομοφυλοφιλίας» κάλεσε τους πολίτες να διαδηλώσουν ενάντια στα

δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, τα οποία η Εκκλησία χαρακτήρισε «αντίθετα στη θρησκεία, τις αξίες και τις παραδόσεις μας». Στις 15 Μαΐου, η Επιτροπή είχε κανονίσει να μεταφέρει με πούλμαν στη Λευκωσία διαδηλωτές από όλη την Κύπρο — Λάρνακα, Λεμεσό, Πάφο — στη μεγάλη διαδήλωση μπροστά στη Βουλή, η οποία θα συζητούσε το νομοσχέδιο εκείνο το απόγευμα. Τελικά συγκεντρώθηκαν 1000 και πλέον άτομα, που έλπιζαν ότι θα είχαν την ευκαιρία να κράξουν βουλευτές που θα ψήφιζαν υπέρ. Απογοητεύτηκαν όμως, μιας και το ζήτημα δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ηταν η δεύτερη εβδομάδα αναβολής της συζήτησης, σε μια προσπάθεια να καταφέρουν οι βουλευτές να πάρουν επιτέλους μια απόφαση.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το νομοσχέδιο θα συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία. Όλοι οι βουλευτές του ΔΗ.ΚΟ (το κεντροδεξιό Δημοκρατικό Κόμμα του Σπύρου Κυπριανού, με 10 έδρες) και αρκετοί βουλευτές τουΔΗ.ΣΥ. (Δημοκρατικός Συναγερμός) έχουν δηλώσει ότι θα είναι εναντίον. Από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα Α.Κ.Ε.Λ. (Κομμουνιστικό κόμμα, Δημήτρης Χριστοφιάς) και Ε.Δ.Ε.Κ. (Σοσιαλιστικό, Βάσος Λυσσαρίδης) αμφιταλαντεύονται. οι μόνοι που υποστηρίζουν ανοιχτά την αποποινικοποίηση είναι οι Ενωμένοι Δημοκράτες του Γιώργου Βασιλείου (με 2 έδρες, επί συνόλου 56 εδρών).

«Αν θέλεις να ξαναγίνεις πρόεδρος, μην ψηφίσεις το νόμο», προειδοποίησε διαδηλωτής τον πρώην πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά τη διάρκεια του δεύτερου συλλαλητηρίου. Η εικόνα του χώρου έξω από τη Βουλή την ημέρα εκείνη θα μπορούσε να αποκαλεστεί θλιβερά γελοία, αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Εν μέσω κλίματος φανατισμού, που είχαν καλλιεργήσει πληρωμένες καταχωρίσεις θρησκευτικών οργανώσεων στον τοπικό τύπο, τα 1000 περίπου άτομα επιδόθηκαν σε ένα σόου μισαλλοδοξίας και σκοταδισμού. Ενώ τα πλήθη ούρλιαζαν ενάντια σε όσους βουλευτές αντιπαθούσαν και χειροκροτούσαν αυτούς που συμπαθούσαν, o Λουκάς Παναγιώτου, από τον εκκλησιαστικό σταθμό «Λόγος», σκλήριζε μέσω ενός μεγαφώνου, εξηγώντας ότι «αν η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιηθεί, θα είναι μια τραγωδία για όλους μας.» Μια γυναίκα φώναζε «Είμαστε Κύπριοι — όχι Αμερικάνοι», ενώ παπάδες με επιβλητικές γενειάδες σκαρφάλωναν σε εξέδρες και έδιναν πύρινους λόγους, κηρύττοντας τα κακά που θα φέρει η αποποινικοποίηση. Τελικά, μια αντιπροσωπία ιερέων έγινε δεκτή στη Βουλή, όπου παρέδωσε έκκληση να μην ψηφίσουν υπέρ. Μια τέτοια ψήφος «θα δικαίωνε αυτούς που έχουν παρεκτραπεί ή αυτούς που έχουν διαστρέψει τους νόμους του Θεού.»

Η τεταμένη κατάσταση στην Κύπρο γύρω από το ζήτημα της αποποινικοποίησης πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τα ελληνικά ΜΜΕ ασφαλώς όχι εξαιτίας έλλειψης πληροφόρησης. Τις ίδιες περίπου μέρες, είχε γίνει στην Κύπρο η συναυλία των Ρουβά και Κουτ, την οποία κάλυψαν λεπτομερώς ειδικοί απεσταλμένοι όλων των media σε πολυσέλιδα αφιερώματα. ΙΙροτίμησαν όμως τα ειρωνικά σχόλια για τη σεξουαλική του τραγουδιστή, συντασσόμενοι στην πλευρά των σκοταδιστικών.

Για άτομα που δεν περίμενε κανείς, υπενθυμίζει ότι το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας δεν έχει λυθεί στην Ελλάδα, αλλά η φαινομενική ηρεμία οφείλεται στην έλλειψη ανακίνησης σε μεγάλη κλίμακα του ζητήματος των δικαιωμάτων των γκέι. Αν ποτέ πραγματικά φτάσει κι εδώ ο κόμπος στο χτένι — ίσως νωρίτερα από ότι νομίζουν μερικοί — θα υπάρξουν πολλές εκπλήξεις και απρόσμενες συμπεριφορές.

Στην Κύπρο πάντως είχαμε μια από τις συναρπαστικότερες αποκαλύψεις. Πρόκειται για τον αρχιμανδρίτη Παγκράτιο Μερακλή, οποίος είχε κατηγορηθεί πριν από μήνες ότι είναι ομοφυλόφιλος. οι «συκοφαντίες» αυτές αποδόθηκαν τότε στη μάχη για τα αξιώματα, ενώ ταραχές είχαν ξεσπάσει από φανατικούς οπαδούς του «στρέιτ» Μερακλή. Αντιγράφουμε από δελτίο του Cyprus Mail, Λευκωσία, για τη δεύτερη διαδήλωση: «…οι διαδηλωτές, εκατοντάδες από τους οποίους είχαν ταξιδέψει από όλο το νησί, ήταν ακλόνητοι στις ενστάσεις τους για την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Ανάμεσα στα πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών που κουβαλούσαν πλακάτ, υπήρχαν δεκάδες Ελλήνων Ορθόδοξων ιερέων και καλογριών. Σ’ αυτούς περιλαμβανόταν και ο αρχιμανδρίτης Παγκράτιος Μερακλής, ο ιερέας που την προηγούμενη χρονιά είχε κατηγορηθεί από τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο ότι ήταν γκέι, σε μια προσπάθεια να τον αποτρέψει να αναλάβει την επισκοπή της Μόρφου. Αλλά χθες οι πιστοί υποστήριζαν σταθερά την Εκκλησία καθώς παρενοχλούσαν με τις φωνασκίες τους βουλευτές που βρίσκονταν καθ’ οδό για την εβδομαδιαία συνεδρίαση της βουλής. Ο ίδιος o Μερακλής αρνήθηκε να κάνει δηλώσεις. Προτιμάμε να αφήσουμε το γεγονός ασχολίαστο — μέχρι νεωτέρας.

…και ο Σάκης Ρουβάς

«Λένε πως η σχέση Τουρκίας-ΗΠΑ είναι ‘ανώμαλη ερωτική’. Από κει και μετά μπορείτε να σκεφτείτε.» — Στέλιος Παπαθεμελής, απαντώντας στην ερώτηση «τι συμβαίνει με τον Έλληνα και τον Τούρκο καλλιτέχνη;» των «Πολιτικών παρασκηνίων» της «Ελευθεροτυπίας».

«Αυτοί για κα’να γιουσουφάκι πάνε εκεί κάτω.» – Νίκος Κακαουνάκης

«…o Σάκης Ρουφάς…» – Θύμιος Καρακατσάνης

«…επαναπροσέγγιση με ροζ χάπενιγκ…» – Γιώργος Νταλάρας

«Γαμιέται o Ντενκτάς και o Ρουβάς!» – σύνθημα που φώναζαν στην Κύπρο

«Η συναυλία αυτή πλήττεται κύρια από την Εκκλησία που είναι ενάντια στην αλλαγή του νόμου για την ομοφυλοφιλία. Ο βουλευτής κ. Ματσάκης (.. .) δήλωσε πρώτος ότι ‘πρόκειται για συναυλία επαναπροσέγγισης ομοφυλοφίλων’ (…) Μετά τη συγκέντρωση που έγινε έξω από το κυπριακό Κοινοβούλιο ενάντια στην αλλαγή του νόμου περί ομοφυλοφιλίας, έστρεψαν τα πυρά τους στο Ρουβά. Προσπάθησαν να τα συνδέσουν και o άνθρωπος που είναι υπεύθυνος και για τις δύο κινητοποιήσεις είναι o Άρης Χατζηπαναγιώτου, ανιψιός του αρχιεπισκόπου.» – Ανδρέας Παπαγιώτου, εκδότης των κυπριακών περιοδικών «Τρένο στην πόλη» και «θκιάνεμα».

«Ο κ. Ρουβάς θα σταθεί αιτία να χυθεί αίμα.» – Άρης Χατζηπαναγιώτου, ανιψιός του αρχιεπισκόπου.

Κύπρος του 1997…

«Ο θεός είναι ενάντιά της, Το απέδειξε όταν κατέστρεψε τα Σόδομα και Γόμορρα. Πρέπει να διαφυλάξουμε την ηθική μας.» – Ευαγόρας Ερμογενίδης, 39 ετών, διαδηλωτής.

«Η αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλία θα αποτελέσει κτύπημα για το γάμο και την οικογένεια. .. θα ενθαρρύνει τη διαστροφή και την αισχρότητα και θα έχει σαν αποτέλεσμα την παραπέρα εξάπλωση διάφορων μολυσματικών ασθενειών όπως το AIDS.» – Από εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκλησίας της Κύπρου που διαβάστηκε την Κυριακή στις εκκλησίες.

«Το κόμμα μας θα απορρίψει την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις επιπτώσεις αυτής της θέσης» – Νίκος Πιποκοπίτης, βουλευτής ΔΗ.ΚΟ. και κραυγαλέος αντι-ομοφυλοφιλικός διαδηλωτής.

«Το βρίσκω γελοίο πολιτικοί, σε μια χώρα όπως η Κύπρος που έχει υποφέρει ατελείωτες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων από την Τουρκία, να μην είναι ικανοί να καταλάβουν την ανάγκη να τακτοποιήσουν τα του οίκου τους.» – Αχιλλέας Δημητριάδης, δικηγόρος του Αλέκου Μοδινού και της Τιτίνας Λοϊζίδου.

«Οι ομοφυλόφιλοι δεν διώκονται. Ούτε μία περίπτωση δεν έχει πάει στο δικαστήριο.» – Νίκος Πιττοκοπίτης βουλευτής ΔΗ.ΚΟ, σε δηλώσεις προς το πρακτορείο Reuters.

 

modinos

Ο Αλέκος Μοδινός μιλά στον «Πόθο»

Δημοσιεύτηκε στη γκέι εφημερίδα των 90s “ο πόθος”

K. Μοδινέ, μετά τη νίκη σας κατά την προσφυγή σας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ποιο ήταν το κλίμα στην Κύπρο απέναντι σε σας, ειδικότερα, και τους ομοφυλόφιλους γενικότερα;

Ο απλός κόσμος, άγνωστοι άνθρωποι, με συγχαίρονταν στο δρόμο. Μπορεί να μη γνώριζαν τίποτε για το θέμα ομοφυλοφιλία, αλλά με θαύμαζαν για το θάρρος μου. Φυσικά, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων ατόμων- είναι για τα δικαιώματα του καθενός που κατά την άποψή του καταπατούνται. Ήταν ένα μάθημα για τους δικαστές, του πολιτικούς, για όλους τους ανθρώπους με εξουσία ότι έχουν να δώσουν λόγο και σε οργανισμούς έξω από την Κύπρο και επομένως έλπιζα ότι θα ήταν πιο προσεκτικοί στη λήψη αποφάσεων.

Ποιοι ήταν αυτοί που σας στήριξαν κατά την προσφυγή; Υπάρχει οργανωμένο γκέι κίνημα στην Κύπρο;

Το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Κύπρου – Α.Κ.Ο.Κ. υπάρχει από το 1987. Έχουμε πάρα πολλά άτομα – άντρες και γυναίκες, οι πιο πολλοί άντρες – που στη μεγάλη πλειοψηφία τους είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη και τις Ε.Π.Α., όπου έζησαν ελεύθεροι μια και έζησαν σε ένα χώρο που δεν τους καταπίεζε. Συμμετείχαν σε ομάδες, περιοδικά, πορείες για την ομοφυλόφιλη υπερηφάνεια κι επιστρέφοντας στην Κύπρο έβρισκαν ότι πνίγονταν, αναγκασμένοι να φορέσουν μια μάσκα για να κρύψουν την ομοφυλοφιλική τους ταυτότητα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αργά ή γρήγορα, εντάσσονταν στο ομοφυλόφιλο κίνημα και είναι γι’ αυτούς τους νέους περισσότερο, παρά για τον εαυτό μου που έκανα τον «αγώνα» εκείνο, την προσφυγή. Όχι μόνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, διότι το θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα μπορούσε να περιμένει- εκείνο που δεν μας έδινε χρόνο ήταν ο ιός του Aids, σκοτώνει νέους ανθρώπους.

Με αυτούς μεγάλωσαν στην Κύπρο πώς είναι τα πράγματα;

Εχουμε πολλή συμπαράσταση από την ομοφυλόφιλη γραμμή. Τολμούν και τηλεφωνούν από τα χωριά κι από τις πόλεις άνθρωποι όλων των ειδών, και νέοι και μεγαλύτεροι. Ήταν συγκινητική η ανταπόκρισή τους. Κάθε φορά που πήγαινα στο Στρασβούργο, είτε για την ακρόαση, το 1990, είτε για τη δίκη, το 1992, μου τηλεφωνούσαν για να μου ευχηθούν καλή επιτυχία.

O νόμος κατά της ομοφυλοφιλίας είναι ανενεργός εδώ και πολλά χρόνια. Πέρα όμως από τον κίνδυνο ποινικής δίωξης, ποια άλλα είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κύπριοι ομοφυλόφιλοι;

Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ανεξάρτητα από το αν η αστυνομία ή o Γενικός Εισαγγελέας πιστεύει ότι ο νόμος είναι νεκρό γράμμα, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι πως είναι δεν είναι καθόλου ένα νεκρό γράμμα. Εκείνο που θα τον κάμει να μην ισχύει είναι η κατάργησή του από τη νομοθεσία. H άποψη του Γενικού Εισαγγελέα, μπορεί να αλλάξει από τη μια εποχή στην άλλη και να να διώκει ομοφυλόφιλα άτομα. Εκτός από αυτό, μια άλλη εποχή, έρχεται δεύτερος Γενικός Εισαγγελέας. Τώρα είναι o κ. Μαρκίδης, στη θέση του κ. Τριανταφυλλίδη. θα μπορούσε κάλλιστα να διώκει, διότι ο νόμος είναι πολύ ζωντανός. Επομένως, το μόνο που τον κάνει ανενεργό είναι η κατάργηση του. Επίσης η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι ότι η ύπαρξη του νόμου, έστω κι αν η αστυνομία δεν διώκει τα ομοφυλόφιλα άτομα, είναι αρκετή καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, διότι επηρεάζει ψυχολογικά τα άτομα. Είναι ολοφάνερο ότι σε ένα νησί που έχει σχεδόν 700.000 κόσμο (μιλώ για ολόκληρη την Κύπρο, δεν μιλώ μόνο για τις ελεύθερες περιοχές το ότι δεν έχουμε βγει επώνυμα περισσότερα από 4-5 άτομα, είναι αποτέλεσμα της τρομερής καταπίεσης από την ύπαρξη και μόνο του υφιστάμενου νόμου. Οι Κύπριοι ομοφυλόφιλοι είναι νομικά εγκληματίες, η εκκλησία μας θεωρεί αμαρτωλούς, μας φοβερίζει και με αφορισμό και στέρηση χριστιανικών δικαιωμάτων, όπως χριστιανική ταφή – που είναι τρομερό αν το σκεφτεί κανείς — αλλά και κοινωνικά οι Κύπριοι ομοφυλόφιλοι είναι στιγματισμένοι.

Οι κινητοποιήσεις οργανώνονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου. Πόσο μετρά για σας η άποψη της επίσημης Εκκλησίας;

Δεν έχω καμία απολύτως απαίτηση από την εκκλησία της Κύπρου. Είναι δικαίωμα της να με θεωρεί αμαρτωλό. Εκείνο που πιστεύω είναι ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα είναι να παρεμβαίνει και να εμποδίζει το κράτος από το να μας θεωρεί, νομικά τουλάχιστον, πρώτης κατηγορίας πολίτες.

Για τις δηλώσεις των βουλευτών ότι θα καταψηφίσουν το νομοσχέδιο αποποινικοποίησης – μόνο ένα μικρό κόμμα έχει πάρει θέσει υπέρ – τι πιστεύετε; Θα διατηρήσουν μέχρι τέλους αυτή τη θέση;

Ομολογώ ότι δεν είμαι πολιτικός. Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον και πολλή αγωνία, πρέπει να παραδεχτώ, τι γίνεται στη Βουλή. Λυπούμαι που οι βουλευτές μιλούν χωρίς να σκέφτονται και ρίχνουν τις γέφυρες, δυσκολευόμενοι έπειτα να πάρουν μια σωστή απόφαση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει καταδικάσει την Κύπρο για καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μου. Η αντι-ομοφυλόφιλη νομοθεσία πρέπει οπωσδήποτε να καταργηθεί. 0 Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Υπουργός Εξωτερικών κι όλες οι επιστημονικές οργανώσεις του Τόπου λένε ξεκάθαρα ότι ελάχιστες επιλογές έχει η Κυπριακή Δημοκρατία: Να συμμορφωθεί και να εκσυγχρονίσει τη σχετική νομοθεσία – διαφορετικά, μπορεί να επιβάλει κυρώσεις το Συμβούλιο της Ευρώπης στην Κύπρο και να την υποχρεώσει να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία. Οι άλλες επιλογές είναι να φύγει η Κυπριακή Δημοκρατία από το Συμβούλιο της Ευρώπης και η τρίτη και χειρότερη επιλογή – που δεν βρίσκω ότι είναι δυνατόν να γίνει – είναι να μας πετάξουν έξω. Αυτό δεν γίνεται εύκολα. Επομένως κάποια στιγμή θα υποχρεωθεί η Κυπριακή Βουλή να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία καταργώντας τον παλιό νόμο.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια αλλαγή που δεν θα επέλθει μέσα από την κυπριακή κοινωνία, αλλά επιβάλλεται από έξω.

Εκείνο που βρίσκω τρομερά λυπηρό είναι ότι αναγκάστηκα να απευθυνθώ σε ξένους οργανισμούς διεκδικώντας βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι λυπηρό ότι εδώ και τέσσερα χρόνια ορισμένοι Κύπριοι βουλευτές δεν έχουν προβληματιστεί για το θέμα και, εντελώς επιπόλαια κατά την άποψή μου, εξέφρασαν απόψεις που πίστευαν ότι θα ευχαριστούσαν τον κόσμο, με την εντύπωση ότι θα έπαιρναν κάποια ώρα περισσότερες ψήφους.

στρατος

Καθαρά χέρια

Ήταν νεαρός, συνομήλικος μου σχεδόν, όμορφος, περιποιημένος και από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη συνέλευση έδειχνε διάθεση για πρωτοβουλίες. Και πολύ σύντομα πήρε μια από αυτές: “Θέλετε να διαβάσουμε στην εκπομπή ιστορίες από ομόφυλα ζευγάρια;” ρώτησε. Αποδείχτηκε πως είχε στην κατοχή του έναν από εκείνους τους ογκώδεις γκέι τόμους που ήταν της μοδός στα 90s – 1000+1 ομοερωτικά ποιήματα, λεξικό γκέι συγγραφέων, 500 ιστορίες coming out και ούτως καθ εξής. Του είπαμε “ναι, φυσικά” και την επόμενη Κυριακή ήταν μαζί μας καμαρωτός στο στούντιο του Ράδιο Κιβωτός με έναν μεγάλο σκληρόδετο μπλε τόμο με χρυσά γράμματα.

Έγιναν οι συστάσεις κι εγώ παρακολουθούσα καχυποπτα ποια ιστορία θα είχε διαλέξει. Είχα βέβαια λόγους για την καχυποψία μου: εκείνη την περίοδο τα γκέι δικαιώματα στην Αμερική προωθούταν παράλληλα σε δύο μέτωπα, τον γάμο και την υπηρεσία στα στρατιωτικά σώματα. Συγκεκριμένα για το δεύτερο ήταν η περίοδος του Don’t Ask, Don’t Tell. Για κάποιο λόγο οι λεβέντες στα σώματα ασφαλείας, στο ναυτικό, την αεροπορία και το πεζικό έκλεβαν πάντα την παράσταση, εξαγάγωντας ακόμα ένα δάκρυ συγκίνησης για τις άδικες ταλαιπωρίες τους αλλά και τις γενναίες θυσίες τους.

Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, άρχισε να διαβάζει: “Ο Ρον, 25, είναι αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και ο Ματ, 29, ανώτερος αξιωματικός στο ίδιο σώμα”.

Ακούμπησα απαλά το βιβλίο και το αφαίρεσα από τα χέρια του.

Όχι τέτοιες ιστορίες”, του είπα.

Δημοκρατία δεν έχουμε;”, απάντησε αρπαγμένος.

Κοίτα γύρω σου, τότε”.

Στα ντουβάρια του στούντιο έχασκαν ξεκολημμένες αφίσες για αρνητές στρατευσής, κατά του στρατού και αντιμιλιταριστικό υλικό.

Όχι, εδώ μέσα δεν έχουμε ‘δημοκρατία’”, απάντησα στο τέλος.

Έφυγε και δεν ξανάρθε. Στεναχωρέθηκα γι’ αυτό μα πιο πολυ στεναχωρέθηκα μήπως τον μάλωσα παραπάνω από όσο έπρεπε. Ακόμα δεν έχω βρει το ζύγι σε αυτό το θέμα.

tumblr_p2736b032R1uuyf9ro1_1280

Στην Ολυμπιακή Ακτή

Μετά το ποταμάκι που ξέβγαζε φυτοφάρμακα και λύματα από ένα έλος ήταν η δική μας μεριά. Εκεί μαζευόμασταν όλοι οι γυμνιστές, γκέι και στρέιτ. Εμείς βέβαια ήμασταν τότε, πάνω απ’ όλα, περήφανοι. Πράγμα που σήμαινε ότι κάναμε αισθητή την παρουσία μας, με γέλια και πειράγματα αλλά, κυρίως, με μια σημαία του ουράνιου τόξου που σίγουρα αυτός που την είχε φέρει από τον εξωτερικό την προόριζε για λάβαρο σε ένα φανταστικό πράιντ στην Ελλάδα. Ήταν τεράστια αλλά εκεί πάντα φυσούσε κι έτσι ανέμιζε επαρκώς ώστε να κάνει τη δουλειά της.

Η δουλειά της ήταν απλή αλλά και δύσκολη: να μαρκάρει εκείνη τη λωρίδα άμμου που μαζεύονταν οι γκέι άντρες, προσκαλώντας άγνωστους μέχρι τώρα παραθεριστές από όλες τις χώρες (κυρίως Ανατολικής Ευρώπης) να κάτσουν στη μεριά μας και να γνωριστούμε καλύτερα έστω κι από μακρυά. Ή ίσως κι από κοντά. Το μολυσμένο έλος είχε αφθονία από αμμόλοφους με καλάμια, ένας πραγματικός παράδεισος για αυτόν που γύρευε την περιπέτεια και το κάτι παραπάνω.

Ήμουν κι εγώ περιπετειώδης κι έτσι κατά το ντάλα μεσημέρι σκαρφάλωσα εκεί πάνω για να βρω το ταίρι μου. Δεν μιλούσε ελληνικά, μόνο στεκόταν αγέρωχος μπροστά μου και με κοίταζε. Μαθημένος καλά από τις συνήθειές μου, τον άρπαξα από τον λαιμό για να του δείξω ότι πρέπει να γονατίσει. Και τότε το απερίγραπτο συνέβη: μου έβαλε τρικλοποδιά κι έπεσα με τα μούτρα πάνω στην καυτή άμμο και τα κοντά καλάμια που μου τρυπούσαν το στήθος. Πριν το καταλάβω, ήρθε από πίσω μου, με γάμησε κι όταν τελείωσε, αμίλητος πάντα, σηκώθηκε κι έφυγε.

Κατέβηκα προς την ακροθαλασσιά, μακριά απ’ όλους, και βούτηξα στα ρηχά για να ξεπλυθώ. Έμεινα εκεί κάμποση ώρα. Κι ύστερα, με βήμα λυγερό και φουσκωμένο, επέστρεψα στη σημαία του ουράνιου τόξου. Οι φίλοι μου τρώγανε κάτι σαλάμια μα αρνήθηκα να φάω κι εγώ, σαν να ήθελα να κρατήσω τη γεύση του γαμησιού όσο πήγαινε.

Είχαμε πάει από νωρίς εκείνη την Κυριακή, για να πιάσουμε το καλύτερο μέρος αλλά και γιατί θέλαμε να περάσουμε όσο περισσότερο χρόνο γινόταν στη θάλασσα. Η ίδια η θάλασσα δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, ένας βούρκος θολός από την ίλη που κατέβαζαν στα παράλια ο Αξιός κι ο Αλιάκμωνας, με φύκια που επέπλεαν. Καμιά φορά που φυσούσε ανάποδα καθάριζε λιγάκι και τότε δεν βγαίναμε σχεδόν καθόλου έξω. Αυτή είναι η μοίρα των γυμνιστών και των γκέι, δυσπρόσιτα μέρη, υποβαθμισμένα, επικαλυμμένα με τόση λαχτάρα ελευθερίας που φάνταζαν παράδεισοι.

Πολύ αργά το απόγευμα, ακούστηκαν φωνές στον μικρό μας παράδεισο. Άμα σηκωνόσουν ίσα που μπορούσες να δεις τα πρώτα σπίτια του χωριού, μικρά, σαν σπιρτόκουτα, φωτεινά στο φως του ηλιοβασιλέματος. Ένα τρακτέρ πλησίαζε με φόρα σηκώνοντας πίσω σκόνη και άμμο. Πέρασε όλη την έρημο με τα αγκάθια, ανέβηκε το υπερυψωμένο τέλος της παραλίας και σταμάτησε με ένα αφηνιασμένο τετακέ εμπρός, σχεδόν πάνω, στην τέντα μας. Την τέντα με το ουράνιο τόξο.

Ένας οχετός από βρισιές ξεχύθηκε από το στόμα του οδηγού, από τον οποίο θυμάμαι μόνο το “γαμιέστε σαν τα γαϊδούρια” και να σηκωθούμε να φύγουμε. Σηκωθήκαμε όρθιοι και, μα τον αντίχριστο, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τρεις αδελφές που ξεβολεύονται με τέτοιο τρόπο. Ανοίξαμε τα στόματά μας και ασταμάτητα τον αρχίσαμε στις βρισιές ανάμεικτα με πατριωτικές νότες στο ρυθμό κυματισμού της σημαίας μας. Τα ’χασε ο χωριάτης, τι ’ναι τούτοι οι τοιούτοι θα σκέφτηκε, ξανάβαλε μπρος το τρακτέρ, έκανε μεταβολή και χάθηκε σε ένα σύννεφο σκόνης, έτσι όπως είχε έρθει.

Λίγο αργότερα, τα μαζέψαμε κι εμείς, παίρνοντας γελώντας τον μακρύ δρόμο της επιστροφής για το βραδινό τρένο. Γελούσαμε, τότε, είναι αλήθεια, γελούσαμε με όλη τη δύναμη των νιάτων μας και δεν ξέραμε ότι, είκοσι πέντε χρόνια μετά, ένας από μας θα έγραφε αυτή την ιστορία μόνος στο σπίτι του, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέσα από αναμνήσεις. Πολλές σημαίες ανεμίζουν τώρα στα πράηντ, αλλά η δικιά μας είναι η πιο παλιά και η πιο περήφανη γιατί δόξασε τα νιάτα που έγιναν σκιές και χάθηκαν.

Processed with VSCO with x3 preset

Πρωτοχρονιά του 1994

Από το μυθιστόρημα “Κωνσταντίνος” του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, εκδ. Καστανιώτη, 1997

Περνάει πάλι καιρός. Τον παίρνει πού και πού να του ζητήσει να κοιτάξει αν ήρθε ο τάδε δίσκος – ο Κωστής τον ακούει τώρα που μιλάει σαν να μην έχει μεσολαβήσει ο χρόνος, σαν να βρίσκονται ακόμα στον ίδιο ατελείωτο πρώτο χειμώνα. “Άμα φτιάξει ο καιρός, παίρνουμε τρεις τέσσερις μέρες το αυτοκίνητο και χωρίς να το καταλάβουμε, βρισκόμαστε Πιερία, Σέρρες, όπου θέλεις, ε, τι λες; Παίρνουμε και κανένα γραμμάριο κόκα για να μην καταλάβουμε τη διαδρομή και ύστερα θεσσαλικά προϊόντα, τσίπουρα και τέτοια”. Κι ακόμα ο Κωστής λέει ναι, χωρίς να τον πιστεύει αλλά θέλοντας, θέλοντας να ηχήσουν πάλι στ’ αυτιά του οι βιομηχανικές μουσικές, τα άναρθρα εμβατήρια, θέλοντας να γίνει ο νόμιμος ωτακουστής του κόσμου που κλειδοκράτοράς του είναι ο Κωνσταντίνος. “Και θα βρέχει, θα βρέχει, θα ’ναι ψώνιο”. Θα βρέχει κι αυτοί θα είναι κάτοχοι όλου του απλού λαβύρινθου της ελληνικής υπαίθρου και μεθυσμένοι θα παίζουν με τα κλειδιά του: η ελιά, το ούζο, τα μουσκεμένα χώματα, οι παλάμες των δέντρων παγωμένες στον ουρανό του Νοέμβρη, τα χαρακωμένα πρόσωπα.

Τέτοια μεγάλα τηλεφωνήματα είναι όμως πια σπάνιες αναλαμπές. Τόσο σπάνιες, που σε μια υποτροπή – μυριοστή – διάθεσης να τον ξαναέχει, ο Κωστής μαγνητοφωνεί μια απ’ αυτές τις συνομιλίες, όχι γιατί λέγεται κάτι ιδιαίτερο μα γιατί φοβάται πως κάποτε δε θα του ’χει μείνει το παραμικρό για να θυμάται τον Κωνσταντίνο. Δε φοβάται, απλά θέλει να μην είναι για πάντα χαμένο αυτό το κομμάτι της ζωής του. Θέλει λοιπόν ίχνη, τεκμήρια, κι έτσι μαγνητοφωνεί μια τους συνδιάλεξη κι ύστερα χάνει την κασέτα, δεν τη χάνει, την αφήνει να μπερδευτεί με τις υπόλοιπες, την αφήνει και την ξεχνάει. Σε φίλους όμως που γνωρίζουν την ιστορία, ακούει τον εαυτό του να λέει από καιρού εις καιρόν πως αν ήταν να μπορούσε να είναι με κάποιον, θα διάλεγε ακόμα εκείνον το γιατρό. Ξέρετε, εκείνον που είχε πάθος με τη μουσική.

Τώρα, όταν πηγαίνει στο πάρκο, περνάει πρώτα απ’ τα σταματημένα αυτοκίνητα, απ’ το μέρος που συνήθως άφηνε το δικό του ο Κωνσταντίνος. Τα περνάει τώρα γρήγορα με το βλέμμα, να βεβαιωθεί πως ο άλλος δεν είναι εκεί, να βεβαιωθεί για να μπορέσει να μπει αυτός, λες και η παρουσία του Κωνσταντίνου τον αποκλείει.

Είναι χειμώνας, όπως τότε, και τα δάχτυλά του έχουν ξυλιάσει, ο Παναγιώτης είναι πια στα τελευταία του και τον έχουν πάει έξω να δει κάτι γιατρούς στο Παρίσι, τον Κωνσταντίνο έχει να τον δει μήνες, τόσο που ξεχνάει τις λεπτομέρειες της ανατομίας του, και είναι σήμερα παραμονή Πρωτοχρονιάς, κάνει κρύο και το πάρκο στις πέντε το πρωί είναι τυλιγμένο σ’ ένα σκοτεινό αφύσικο ουρανό, και είναι πολυάσχολο σαν να είναι μεσημέρι και ’χει γίνει μια παράδοξη έκλειψη ηλίου, με τους ανθρώπους να στριφογυρίζουν φορτισμένοι από τον αφύσικο μαγνητισμό σε κύκλους και ευθείες, διασταυρώνοντας τα βλέμματά τους μες στο γαλακτερό σκοτάδι σαν προβοσκίδες αρειανών πλασμάτων. Όλο και καινούριες φυσιογνωμίες ξεπετάγονται απ’ τους θάμνους, πίσω από τα δέντρα και τις στροφές κάθε αλέας, άλλοι κουμπώνοντας βιαστικά το παντελόνι, άλλοι βάζοντας το χέρι τους μπροστά, ανάμεσα στα πόδια, με νόημα, σαν να κρύβουν τη γύμνια τους με τα ίδια κλαδιά που ένας μακρινός πρόγονος είχε χρησιμοποιήσει για να μη σοκάρει τα νεαρά κορίτσια κάποιας βασιλικής συνοδείας.

Σαν να γιορτάζεται εδώ σήμερα, εκτός απ’ τα πρώτα βήματα ενός χρόνου καινούριου, εκτός από κάποιες αποφάσεις ηρωικές που θέλουν τώρα λουσμένες μέσα στο καζάνι του ποτού να κάνουν περήφανη παρέλαση, και μια ώρα όπου όλοι οι νόμοι κάθε φόβου και αναστολής έχουν παγώσει και δεν ισχύουν, μια αργία του Θεού που έχει κλείσει τα μάτια του και δε βλέπει, μια παύση λιγόωρη των φυσικών νόμων, που σε κάθε άλλη περίσταση θα έθεταν σε κίνδυνο τους ανέμελους καταπατητές τους.

Και όλα τα μάτια είναι ξαναμμένα και κοιτάνε ταυτόχρονα προς όλες τις μεριές κι αιχμαλωτίζουν σαν μεγάλα λάσα, για να γυρίσουν αμέσως αλλού με την ίδια ευκολία, ξεχνώντας, για να προχωρήσουν παρακάτω. Γιατί σήμερα εδώ το ζητούμενο δεν είναι η ικανοποίηση της ανάγκης, ούτε καν η ποιότητα μόνη, αλλά η μεγαλειώδης ποσότητα. Γι’ αυτό και τα γούστα πλαταίνουν, οι παλάμες παίρνουν φωτιά και λάμπουν μες στο σκοτάδι, τα πόδια γίνονται φτερωτά, σαν αγίων της προδοσίας και της επιπολαιότητας, μια μεγάλη αδελφότητα εγκληματιών που υποκρίνονται με μεγαλείο και ευθυμία την απολυτότητα, κρύβοντας κάτω απ’ το μανίκι τους το φόβο.

Κι ύστερα από λίγο αυτοί που έχουν πιει λιγότερο απ’ τους άλλους, αυτοί που κάθε ανάσα τους είναι κι ένα βήμα προς την επίφοβη νηφαλιότητα, έχοντας ήδη εξαντλήσει, με όλους τους πιθανούς γεωμετρικούς συνδυασμούς, τους χώρους του πάρκου, αρχίζουν να γίνονται έρμαια της ανυπομονησίας. Επικαλούνται μέσα τους τη δύναμη που μέχρι πριν λίγο στην περίσσεια της δεν τους άφηνε ν’ ανησυχήσουν, την επικαλούνται όπως ο άφρων που δεν έκανε καλή χρήση του πλούτου του και τώρα γυρίζει και παραπονιέται σε όποιον θεό πιστεύει, να του ξαναδώσει πίσω λίγο απ’ αυτό που είχε για να μπορέσει, τσιγκούνικα πια και νευρικά, να μεγαλουργήσει. Στόματα συναντάνε άλλα στόματα, και λαιμούς και μέλη χυμένα έξω από ρούχα βιαστικά κατεβασμένα. Ενώ οι νεοφερμένοι, με όλη τους τη δύναμη ακόμη ανέπαφη, στέκονται για μια στιγμή προσπαθώντας με αγαλλίαση να διαλέξουν, έχοντας φτάσει εδώ σαν τέρμα μιας μεγάλης βραδιάς, μιας πορείας που έχουν θελήσει εύθυμη και αξιομνημόνευτη, μιας πορείας που έχει αγκαλιάσει και σαβανώσει, μες στην προϊδεασμένη της γιορταστική μυσταγωγία, οικογένεια στην αρχή, φίλους μετά, χώρους γλεντιού και μουσικής, για να κατευθυνθεί, όσο μεγαλώνουν οι μικρές ώρες της πρώτης αυτής νύχτας, σε όλο και πιο ιδιόρρυθμες απολαύσεις, σε όλο και πιο μυστικά καταγώγια, κι έπειτα, επειδή το σκοτάδι κρατάει ακόμα, και οι υποσχέσεις κρατάνε ακόμα, τα βήματα οδηγούνται εκεί όπου μπορούν ν’ αφήσουν τα ίχνη τους στο χώμα, ένα χώμα τόσο απρόσωπο όσο κι ένα κράσπεδο, αλλά πόσο πιο καλεστικό.

Ο Κωστής χώνεται κι αυτός μέσα σ’ όλο αυτό το σιωπηλό πανδαιμόνιο. Γιατί εδώ δεν παίζουν μουσικές, κι όλοι, αν θέλουν να πουν κάτι, το ψιθυρίζουν, γιατί εδώ όλοι μιλάνε με τόσο ζήλο μέσα τους, που αν άνοιγαν τα χείλη, οι κραδασμοί θα έσπαζαν και τα πιο ανθεκτικά τύμπανα. Περνάει κι αυτός από παντού μετρώντας τις φάτσες από μακριά, ακολουθώντας σκιές, αποφεύγοντας άλλες. Ζεσταίνει τα χέρια στις τσέπες του δερμάτινου μπουφάν και κουνάει τα δάχτυλα των ποδιών μες στα παπούτσια. Δεν είναι μεθυσμένος, προσδοκά όμως τα ίδια και ακόμα πιο πολλά απ’ τους άλλους.

Τριγυρίζει μες στον κόσμο, τριγυρίζει πλέοντας ορατά νήματα, αφήνοντας τους άλλους να πλέξουν κι αυτοί τα δικά τους γύρω του. Μια δύναμη τον τραβάει στο γνωστό μέρος, στο μέρος με τις πανύψηλες λεύκες, εκεί όπου έχουν αφήσει αποτύπωμα τόσες φορές η πλάτη και τα χέρια του. Μπαίνει στο σύδεντρο και πιάνει αμέσως με τα μάτια τις σκιές, τις παρουσίες, τον κύκλο. Ένας κύκλος ανθρώπινος, ανάμεσα σε δύο δέντρα, ένας κύκλος που με αργές κινήσεις, ιδωμένος από μακριά, είναι σαν μια σύναξη πιστών που θυμιατίζει σκύβοντας λιγάκι προς τα κει όπου ξεκινάει από τη γη, ορθώνεται, ανεβαίνει και τους ξεπερνάει.

Στο κέντρο του κύκλου, που απαρτιζόταν περίπου από δέκα ανθρώπους, ήταν ένας νεαρός που δε θα πρέπει να είχε πολλή ώρα αφότου είχε έρθει, ένας νεαρός που η ομορφιά δεν ήταν τέτοια, που να μπορεί να πει κανείς ότι όμοιά της σπάνια περνούσε τα μονοπάτια αυτού του πάρκου, αλλά που σίγουρα ήταν τόση, ώστε συνήθως οι κάτοχοί της να μην την δίνουν άσκεφτα στον οποιονδήποτε, αλλά να την περιφέρουν μάλλον με συγκατάβαση και να την κρατάνε για κάποιον ισάξιό τους. Πράγμα που άφηνε πίσω τους μια μικρή ομίχλη, ένα βόρειο σέλας φθόνου σιωπηρού, που διαλυόταν χωρίς να υλοποιηθεί ποτέ σε πράξεις ή σε λόγια. Ένας τέτοιος νέος ήταν τώρα εδώ ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που η η απροσδόκητη διαθεσιμότητά του είχε μαζέψει γύρω του σαν κάποια νευρικά τελετουργικά σαλιγκάρια. Ο νεαρός ήταν πιο ψηλός απ’ όλους και μέσα στα ελάχιστα αντιφεγγίσματα του σκοταδιού τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έδιναν μια χειροπιαστή εντύπωση άκακης στιβαρότητας, μιας νιότης που έσφυζε κι απλώνονταν ανεμπόδιστη. Μια μύτη σχεδόν αρχαιοελληνική, ένα στόμα κατακόκκινο που σκέπαζε χαλαρά μεγάλα ομοιόμορφα δόντια.

Είχε το παντελόνι του ήδη κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα και έπαιζε με το περιεχόμενο ενός λευκού εσώρουχου που φορούσε ακόμα. Ίσως αυτή ήταν η στάση που είχε επιλέξει απ’ την αρχή μόνος του ακόμα, αυτή που είχε τραβήξει γύρω του αμέσως τόσο πλήθος. Και όλοι τώρα διστακτικά, σκύβοντας λιγάκι προς το μέρος του, αβέβαιοι μην και τους έδιωχνε τελικά με μια κίνηση του χεριού αποφασιστική, δοκίμαζαν αγγίγματα σε διάφορα σημεία του κορμιού του, σαν να περίμεναν την έγκριση, το σημάδι που θα φανέρωνε την κλίση και τα γούστα του νεαρού και θα τους έδινε την άδεια να προχωρήσουν υποδείχνοντάς τους μαζί και τον τρόπο. Τα μάτια του, μέρος του κεφαλιού του που προεξείχε απ’ όλα τα υπόλοιπα και δεν κοιτούσε στ’ αλήθεια κανέναν τους ακόμα, αλλά πέρα, θολά, μες στα δέντρα, δεν του έδιναν την ένδειξη που περίμεναν, η αδιαμαρτύρητη όμως στάση του σε κάθε χάδι ήταν από μόνη της αρκετή για να κάνει τον κύκλο να στενέψει γύρω απ’ αυτό το ανέλπιστο θήραμα και να αρχίσουν τώρα πιο συγκεκριμένα διαβήματα. Το εσώρουχο κατέβηκε κι αυτό να συναντήσει το τζιν παντελόνι στα γόνατα, τα χέρια άρχισαν κάτω απ’ το λευκό τίσερτ να ανεβαίνουν στο στήθος και να ψάχνουν τις ρώγες και τα πλευρά. Ο νεαρός σταμάτησε αυτό που έκανε ως εκείνη τη στιγμή, μιας και άλλα πιο πρόθυμα χέρια προσφέρθηκαν τώρα να εκτελέσουν το ίδιο καθήκον με τρεμάμενο ζήλο. Εξάλλου είχε κι αυτός κάποια πράγματα να κάνει. Έβγαλε το δερμάτινο σακάκι, το μόνο που φορούσε από πάνω, και το κρέμασε με μία κίνηση – που, μες στην τυφλή ακρίβεια με την οποία βρήκε το στόχο της, ήταν περίλαμπρη απόδειξη ενός νόμου παγκόσμιας ενορχήστρωσης, στην οποία το μόνο παράσιτο ήταν η επίγνωση – σ’ ένα κλαδί που βρισκόταν αθέατο πίσω του. Ύστερα ανέβασε το τίσερτ με μια πρώτη κίνηση μέχρι πάνω απ’ το στήθος του κι αμέσως με μια δεύτερη το πέρασε πάνω απ’ το κεφάλι του και πίσω απ’ το λαιμό του χωρίς να το βγάλει απ’ τα χέρια. Έτσι ήταν τώρα σχεδόν γυμνός μέσα στην απόλυτη παγωνιά του ξημερώματος που αν και αργούσε ακόμα να φανεί στο στερέωμα, δεν ήταν τελείως αόρατο στα πρόσωπα των ανθρώπων.

Τα χέρια κάλυψαν τον κορμό του, έτσι ώστε να μοιάζουν σαν να έβγαιναν από μέσα του, φυτρωμένα ξαφνικά όπως στο σώμα κάποιας ανατολικής αιμοσταγούς θεάς. Μετά τα χέρια τα χείλη δεν άργησαν να κάνουν την επίσκεψή τους πρώτα στο στήθος κι έπειτα δειλά, συνεσταλμένα, σαν αυτό να ήταν το μεγαλύτερο ταμπού, στα δικά του χείλη, και μετά στην κοιλιά, κι ανάμεσα στα πόδια του, με ασυνήθιστα αργούς ρυθμούς, σαν να μην μπορούσε ακόμα η ομήγυρη να πιστέψει σε τέτοια εύνοια της θεάς τύχης. Συστολή που όμως γρήγορα εγκαταλείφθηκε, για να πλησιάσουν όλοι τώρα πιο ξεθαρρεμένοι, δικαιωματικά σχεδόν, όσο οι αντιδράσεις του νεαρού άντρα, που είχαν φοβηθεί και προϋπολογίσει, δεν έλεγαν να φανούν. Κι όσο αυτός τους άφηνε να του κάνουν ό,τι θέλουν, όσο οι διστακτικές τους δοκιμές δεν έβρισκαν ποτέ αντίσταση από μέρους του – και τα χέρια ταξίδευαν κιόλας στο πίσω μέρος του κορμιού του, τα δάχτυλα έκαναν την είσοδό τους στο υγρό του εσωτερικό, τα στόματα δάγκωναν τις ρώγες του, διεγερμένα όργανα έκαναν ήδη προσπάθειες να τον εκπορθήσουν – σιγά σιγά όλοι άρχισαν να τον διεκδικούν σαν από φυσικό και σκληρό τους δικαίωμα, τα χέρια να σπρώχνουν άλλα χέρια, τ’ ανοίγματα του κορμιού του απ’ τη στιγμή που κατέχονταν από κάποιον πια να κρατιούνται πεισματικά. Κι αυτός όχι μόνο χωρίς να αντιστέκεται σε τίποτα, αλλά απλώνοντας τα χέρια του και γυμνώνοντας άλλα μέλη, τους κατόχους των οποίων ούτε καν γύριζε να κοιτάξει, σκύβοντας το μεγαλόπρεπο αυτό στιβαρό, και λίγο πιο παχύ στην κοιλιά, αν κανείς έπαιρνε μια απόσταση και αποφάσιζε να εφαρμόσει κανόνες κάλλους, κορμί για να κάνει πιο εύκολη τη διείσδυση ερεθισμένων μελών που περίμεναν το ένα μετά το άλλο τη σειρά τους, γονατίζοντας στο τέλος στο παγωμένο χώμα, στερώντας έτσι τους πίσω του από ηδονές βιαστικές και νευρικές στην απορία τους, αλλά έχοντας πια στο ύψος του στόματός του όλους αυτούς που με κατεβασμένα παντελόνια έπαιζαν σπασμωδικά μπροστά του με το ένα χέρι, χαϊδεύοντας με το άλλο κάποιο μέρος του δικού του κορμιού. Πήρε τον πρώτο που βρήκε μπροστά του, τον τράβηξε στο πρόσωπό του με προσοχή αλλά πάλι χωρίς να βλέπει, σαν να τραβούσε ένα ζώο απ’ το χαλινάρι να ’ρθει κοντά του, και ήταν πια φανερά πως βρισκόταν στο στάδιο μιας σχεδόν ηθελημένα ακινητοποιημένη μέσα στο χρόνο μέθης, και ύστερα τον έβαλε στο στόμα του, απ’ όπου μια περίσσεια σάλιων ξεχείλισε αμέσως, κι άρχισε να κουνάει το κεφάλι με επιμέλεια και επιμονή θεράποντος υπηρέτη.

Αυτή η τροπή των πραγμάτων έκανε τώρα όλους να τον θεωρήσουν πράγματι υπηρέτη των μικρών και περιορισμένων τους επιθυμιών και αυτό τους έκανε για μια στιγμή να ξεφαντώσουν – μια στιγμή μόνο, γιατί μετά αφομοίωσαν αυτή την ηδονική έκπληξη και την καθαίρεσαν κόβοντάς την στο μέγεθος του πόθου και της τόλμης τους. Ο νεαρός τούς τα έδινε όλα, αλλά δεν έχανε γι’ αυτό τίποτε από τη λάμψη του που τώρα τους είχε κάνει δέσμιους ακόμα περισσότερο.

Άλλα χέρια τού έσπρωχναν το κεφάλι, άλλα του χάιδευαν το κορμί, άλλα του ’διναν μικρά χτυπήματα στο σβέρκο και τους γλουτούς. Είχε τώρα μαζευτεί ακόμα περισσότερος κόσμος και συνωστιζόταν γύρω του προσπαθώντας ν’ αγγίξει κάτι, περιμένοντας τη σειρά τους, προσπαθώντας να είναι έτοιμοι περιμένοντας, κι άλλοι θέλοντας μόνο να δουν, με μεγάλα μυωπικά μάτια μες στο μισοσκόταδο. Κάποιοι άρχισαν να κοιτάζουν τώρα κάποιους άλλους ερωτικά, κάποιοι απ’ τον κύκλο, και ν’ απλώνουν το χέρι σε διπλανούς που είχε προσελκύσει το ξεφάντωμα αυτό στο μικρό ξέφωτο, διπλανούς που έβρισκαν κι αυτούς ωραίους και τους οποίους ήλπιζαν τώρα ν’ αποκτήσουν για λίγο μέσα στη γενική παραζάλη γύρω απ’ το κορμί του μεγαλόσωμου νεαρού. Σαν τα κοράκια που περίμεναν πάντα με υπομονή, αισθάνονταν τώρα αυτή τη νύχτα, που ήταν, βέβαια, τόσο ιδιαίτερη, τους κόπους τους να ανταμείβονται. Αισθάνονταν με χτυποκάρδι πως η νύχτα αυτή – το όνομά της, η ηλικία της, τα ποτάμια του αλκοόλ και των ουσιών που κόχλαζαν στους κόλπους της – έσπαζε τα φράγματα και όλοι βρίσκονταν στην ίδια αγκαλιά, στον ίδιο κύκλο, όμορφοι και άσχημοι, γέροι και νέοι, αρτιμελείς και ανάπηροι, οικογενειάρχες και έξαλλα παιδιά, κατηφείς εργένηδες και φαντασμένοι κοσμικοί και καλλιτέχνες. Έξυπνοι και κουτοί, μετριοπαθείς και παθιασμένοι, συντηρητικοί και απόλυτοι. Άρχισαν λοιπόν ν’ απλώνουν μικρά χεράκια σε παντελόνια διπλανά, να χαϊδεύουν καβάλους και μετά να περνάνε δάχτυλα μέσα από ζώνες και κουμπιά. Οι περισσότεροι δεν είχαν καμία αντίρρηση. Κάποιοι άλλοι έφευγαν, για να ξαναγυρίσουν πάλι λίγο αργότερα και να ελέγξουν την πορεία των πραγμάτων.

Ο Κωστής πλησίασε κι αυτός και μέθυσε μονομιάς αναπνέοντας τα χνότα και τη λάσπη, αναπνέοντας την καθαρή ξέπνοη εικόνα, αναπνέοντας τον πόθο που για λίγο είχε γίνει ασυγκράτητος. Χέρια του χάιδεψαν το σώμα, κάποιος τον φίλησε στο λαιμό κι αυτός τραβήχτηκε, πλησιάζοντας όμως ακόμα πιο πολύ τον γονατιστό νέο, που βρισκόταν σε κάποιου είδους έκσταση. Θεός, είδωλο άψυχο και υπηρέτης. Θεράπων ακλόνητος, αδιαμαρτύρητος και αδιάκριτος, όταν το σπέρμα φτάνει αναβλύζοντας στο στόμα του, στα δόντια, στα χείλη του, γυρίζει το πρόσωπο στο πλάι και φτύνει ενώ με το χέρι συνεχίζει ν’ αδειάζει το περιεχόμενο αυτού που έχει γίνει ένα είδος τελετουργικού σκεύους, αυτού που τινάζεται διαλαλώντας την ανακούφιση και την απόσταση. Το αδειάζει, με ψύχραιμο πάντα χέρι, πάνω στο χώμα και τα φύλλα, πάνω στους κορμούς ενώ όλοι, σαν συνεννοημένοι, ανοίγουν τον κύκλο, που έχει γίνει τώρα ένα κουβάρι, τον ανοίγουν βιαστικά μήπως άθελά τους λερωθούν, μη θέλοντας να κουβαλήσουν στο σπίτι νωπά τα ενοχοποιητικά και γκροτέσκα αυτά τεκμήρια της πρώτης νύχτας του χρόνου. Το αδειάζει ενώ δίπλα στο στόμα του βρίσκεται κιόλας ο επόμενος μνηστήρας, αυτός που ελπίζει να κρατάει ακόμα η τύχη και να έχει όση ευκαιρία είχε κι ο προηγούμενος. Έχει γίνει ο νεαρός μια μάζα από χνότα καυτά, μια φωτιά που έχει ακόμα ένα σχήμα, απλώς και μόνο για να μπορεί να καίει ακόμα καλύτερα. Αναδίνει απ’ το σώμα του ατμούς ζεστούς, που σπάνε την παγωνιά και τον κάνουν διπλό σε μέγεθος, ροδαλό τώρα και αναμαλλιασμένο σαν φιγούρα κάποιου παραμυθιού σε μαγεμένο δάσος. Αν του βάλεις χιτώνες μουσκεμένους σε παγωμένα νερά λίμνης ορεινής, θα στεγνώσουν ο ένας μετά τον άλλο μέχρι τον αριθμό εφτά ή δώδεκα, κι ύστερα η δοκιμασία του θα έχει τελειώσει με άνεση και έχει χριστεί κι αυτός κάτι στην ιεραρχία των ανώτερων όντων.

Καθένας που τελείωνε σκούπιζε το χέρι του, που πιθανώς είχε λερωθεί κι αυτό, στον κορμό ή στα φύλλα κάποιου θάμνου, μάζευε τα παντελόνια του και χωρίς να κοντοστέκεται πια, έχοντας επιτελέσει αυτό για το οποίο ήταν εκεί, με μια αίσθηση τώρα πως έπρεπε να αφήσει το χώρο και για άλλους, ενθυμούμενος τελικά το προχωρημένο της ώρας, έφευγε βιαστικά χωρίς να γυρίσει το κεφάλι πίσω, λες και αυτό να ήταν όρος να μη διαλυθεί η εικόνα, να μπορέσει να την πάρει σπίτι του, αν ήθελε να τη φυλάξει, πιστεύοντάς την, ή απλώς να την ξεχάσει. Κάποιος, ένας απ’ τους νεαρότερους του κύκλου, ένα μετρίου αναστήματος παιδί, παχουλό αλλά με σάρκα σφιχτή και λάμψη στο πρόσωπο, τελειώνοντας μέσα και έξω από το στόμα του γονατιστού νέου, τον σήκωσε όρθιο και με ένα μικρό χαμόγελο, κάτι μεταξύ ευγνωμοσύνης, αγαλλίασης και λύπης, τον καληνύχτισε μ’ ένα φιλί στα χείλη. Είχαν στ’ αλήθεια φιληθεί με πάθος και πιο πριν, ο κοντούλης ξέροντας ποιον φιλάει και τι κάνει, ο άλλος φιλώντας μέσα σ’ έναν πυρετό που ήταν αποκλειστικά δικός του, έναν πυρετό που τον διέλυε και τον έκανε ταυτόχρονα έναν πέτρινο άνθρωπο, άτρωτο και απρόσωπο, που ανήκε σε όλους, άρα που έτρεμε να ανήκει σε έναν μέσα σε τόση παγωνιά, ένα στοιχείο της φύσης αδιάφορο, μια πηγή απ’ όπου όλοι μπορούσαν να πιουν αλλά όχι και να διακόψουν τη ροή της που τους καθρέφτιζε μόνο στιγμιαία.

Η ένταση στο κέντρο του κουβαριού ήταν τόσο μεγάλη, που οι επιμέρους προσπάθειες για κάποια παράλληλα ζευγαρώματα έπεφταν τελικά στο κενό και όλα τα μάτια και τα μέλη γύριζαν πάλι προς τη φωτιά που έκαιγε ακόμα εκεί ασίγαστη και τους ζέσταινε.

Μια καινούρια παρουσία ήρθε να δώσει το αίμα της στην ξαναμμένη ομάδα. Μια ψηλόλιγνη σκιά, που αφού έριξε πρώτα μια εξεταστική ματιά να καταλάβει τι ακριβώς γινότανε, άρχισε – χωρίς καθυστέρηση, σαν να είχε έρθει ακριβώς γι’ αυτό – να παίζει το ρόλο του βοηθού του νεαρού που ήταν γονατισμένος, προετοιμάζοντας με το ένα χέρι αυτούς που περίμεναν τη σειρά τους, παίρνοντας με το άλλο το κεφάλι του νεαρού και βοηθώντας την κίνηση πάνω στο ερεθισμένο μέλος μες στο στόμα του. Ο ίδιος δεν έκανε τίποτε άλλο απ’ αυτό, φανερά ευχαριστημένος επειδή έκανε τους άλλους να κουρδίζονται πάνω στους ρυθμούς που ο ίδιος με τα χέρια του έδινε. Ήταν κι αυτός βυθισμένος σε ένα είδος εκστασης που τον έκανε να μην κοιτάει πρόσωπα και να διαλέγει. Έπιασε ψηλαφητά ανάμεσα στα πόδια του Κωστή, που ήταν ο κοντινότερος διπλανός του εκείνη τη στιγμή. Εκείνος για μια στιγμή τον άφησε, όταν όμως γύρισε και κοίταξε τον νεοφερμένο, αναγνώρισε πως αυτό το χέρι που πήγαινε τώρα να του λύσει τη ζώνη του μπλουτζίν ήταν το χέρι με τα μακρόστενα και γεμάτα δάχτυλα του Κωνσταντίνου. Τραβήχτηκε τότε όσο λιγότερο βίαια μπορούσε, τραβήχτηκε και έστρεψε το πρόσωπό του απ’ την άλλη, εκεί όπου βασίλευε ακόμα πιο βαθιά σκιά. Κι ο άλλος όμως, χωρίς να επιμείνει, μιας και ήταν εκεί σαν ένα καλοκάγαθο πνεύμα, που όμως θα βοηθούσε μόνο όσους ήθελαν να το επικαλεστούν, στράφηκε αμέσως σε κάποιον άλλο, που αυτός όχι μόνο δεν τον αρνήθηκε, αλλά στάθηκε – ήταν σχετικά νέος, κοντός κι αυτός, με μούσι και κάτι το στιβαρό στο σκαρί του –, κατέβασε μόνος το παντελόνι του και ο Κωνσταντίνος δεν αρκέστηκε τώρα να τον προετοιμάσει με τα χέρια, αλλά έκανε λίγη απ’ τη δουλειά του άλλου, βάζοντας τον ο ίδιος μες στο στόμα του, πριν τον παραδώσει όμως τελικά στον γονατιστό νεαρό, μόλις εκείνος θα είχε την ευκαιρία.

Τώρα πια είχαν απομείνει ελάχιστοι, δυο τρεις ηλικιωμένοι. Ο ένας σχεδόν γκροτέσκα κονόχοντρος, ανατριχιαστικά αστείος στην προσπάθειά του να μπορέσει να αποκτήσει μια ευπρεπή στύση, ώστε ο όμορφος νέος της νύχτας που πλησίαζε στο τέλος της να τον κρατήσει μέχρι τέλους στο στόμα του, για να μπορέσει να ξεκινήσει το έτος με έναν οργασμό που μπορεί, τέτοιος, να ήταν κι ο τελευταίος του. Δεν τα κατάφερε. Έδωσε τη θέση του στον επόμενο ο οποίος όμως δεν το αποτόλμησε καν. Ο νεαρός βρέθηκε χωρίς αντικείμενο κι αφού περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, σηκώθηκε όρθιος. Ο Κωνσταντίνος τον αγκάλιασε με το ένα χέρι απ’ τους ώμους και με το άλλο άρχισε να βοηθάει αυτόν με τη σειρά του. Εκείνος έδειξε την ίδια ψύχραιμη έξαψη, την ίδια αδιάφορη απεραντοσύνη που είχε δείξει για όλες τις προηγούμενες πράξεις. Την τελευταία στιγμή, με μανία πια και γρηγοράδα, που χωρίς αυτήν φαίνεται πως δε θα κατάφερνε να τελειώσει, πήρε απ’ το χέρι του Κωνσταντίνου αυτό που τελικά ήταν πάντα δικό του και κοιτάζοντας με μισόκλειστα μάτια πάλι πέρα μέσα στα δέντρα, ελευθέρωσε, δίνοντας το δικό του ρυθμό, εκείνο που τόση ώρα περίμενε μέσα του υπομονετικά τη στιγμή του, αυτό που τώρα, πριν καλά καλά προλάβει να υγράνει το χώμα μπροστά του, άρχισε να τον κάνει, μέσα από συγκρατημένα ξεφυσήματα και μουγκρητά, από στοιχείο της φύσης απρόσωπο να επανακτά μια δική του, θολή στην αρχή κι αμέσως μετά χειροπιαστή προσωπικότητα, και χωρίς να νοιάζεται για όσους ακόμα, λίγοι πια, περίμεναν τη συνέχεια αυτής της τόσο ηφαιστιώδους σκηνής, αυτούς που περίμεναν παίζοντας με υπομονή, καθώς τον κοίταζαν, με τον εαυτό τους, αγγίζοντάς τον απλώς τώρα πια ή φιλώντας τον, και όχι στα χείλη, ντύθηκε, πέρασε το τίσερτ πάλι μπροστά στο στήθος του, κούμπωσε το τζιν του, έπιασε, κοιτάζοντας τώρα προς τα πίσω του, το μπουφάν του, το φόρεσε και εξαφανίστηκε με γρηγοράδα αβίαστη, που όμως ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με την πλήρη διαθεσιμότητά του μερικές στιγμές πριν, όταν για λίγο είχαν πιστέψει πως αυτός ο νέος άντρας σχεδόν τους ανήκε. Ο Κωστής που, αφότου αντιλήφθηκε τον Κωνσταντίνο, είχε οπισθοχωρήσει λίγο και παρακολουθούσε από μικρή απόσταση, μισοκρυμμένος πίσω από κάποιο κορμό, ακολούθησε για λίγο τον νεαρό, φεύγοντας και ο ίδιος μ’ αυτή την ευκαιρία, μη θέλοντας να χρονοτριβήσει άλλο, διακινδυνεύοντας έτσι μια πιθανή συνάντηση, τον ακολούθησε και τον είδε, βγαίνοντας απ’ το σύδεντρο, να κατευθύνεται προς τα έξω όπου ήδη αόριστα χάραζε κάποιο γαλάζιο, να ψαρεύει απ’ την τσέπη του με ακρίβεια κάποια κλειδιά αυτοκινήτου, να ανοίγει την πόρτα, να μπαίνει και να ξεκινάει χωρίς ούτε ένα ελάχιστο βλέμμα προς τα πίσω, σαν να ανήκε ήδη κάπου αλλού. Οδηγώντας ένα αυτοκίνητο κάποτε κόκκινο, αφήνοντας τον Κωστή σε απορία και τώρα πια λιγάκι ερεθισμένο, μες στην αυγή, την πιο κρύα ώρα της μέρας.