Latest Posts

tumblr_mtbxsjc3ZX1r8xoupo1_1280

Dead inside

“Μήπως είσαι πολύ καλά;” με ρώτησε ευθύς αμέσως όταν της είπα χαμογελώντας ότι “είμαι καλά”. Φοβόμουν πολύ το “δεν είμαι καλά”, το υγρό δράξιμο της κατάθλιψης, τη νεκρική όψη στο πρόσωπο. Τώρα έμαθα ότι πρέπει να φοβάμαι κι αν είμαι “πολύ καλά”. Το χέρι της όρισε με μια κίνηση στον αέρα μια νοητή, ισχνή γραμμούλα. Να! Εκεί πάνω πρέπει να στέκομαι, να προσέχω να μην πέσω, να έχω το νου μου να μην απογειωθώ. Μια λεπτή, κάτισχνη γραμμούλα όπως αυτή στο βιβλίο του Σαμαράκη: “Περπατάτε πάνω στη γραμμή που χάραξε για εσάς το κράτος. Μόνο τότε βρίσκεστε εν ασφαλεία”. Ντουζίνες από κλωστές με κρατάνε καρφωμένο πάνω στη λεπτή γραμμή. Τα ονόματά τους τα ξέρει μόνο αυτή, εγώ ξέρω ότι σέρνομαι σαν σκουλήκι πάνω στη γραμμή, καμπουριάζω, μαζεύομαι, τεντώνομαι, πάω παραπάνω, πάω παρακάτω. Που και παρακάτω που πάω το ίδιο είναι σε αυτόν τον μονοδιάστατο κόσμο – αλλά τουλάχιστον δείχνω ότι κινούμαι, ότι είμαι ζωντανός. Πίνω, τρώω, κατουράω, χέζω, αναπνέω, μετακινούμαι – Ω! Σίγουρα είμαι ζωντανός.

Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα νιώθω να γλιστρούν μέσα μου σαν χέλια, να με ηλεκτρίζουν και να μου προκαλούν τινάγματα σαν στον βάτραχο του Γκαλβάνι. “I want to take it easy” τους τραγουδώ πονεμένα Sex Gang Children, “ήρεμα θα ’ναι όλα” μου ανταπαντούν αυτά. Τυλίγομαι σε γάζες, ούτε πόνος, ούτε χαρά, “είσθε ευσυγκίνητος πολύ” μου είχε πει τότε αυτή, μα έλα που το ταχτοποιήσαμε κι αυτό. Είμαι ερωτευμένος με τα φάρμακά μου, τα πίνω με τη δέουσα ευλάβεια. Και τώρα έμαθα ότι μου το ανταποδίδουν: είμαι σωματικά εξαρτημένος στα Tavor 2,5 mg. Κοιτάζω το χλωμό φως που βγάζει η οθόνη του PC, εδώ πάνω, στον 6ο όροφο, εδώ ψηλά, εδώ που κάποιες φορές αρνείται να ανέβη το ασανσέρ, εδώ-τώρα σε μια λίμνη από ηλεκτρονικό φως και γύρω μου απέραντο σκοτάδι πληκτρολογώ: θα μπορούσα να είμαι και νεκρός. Θυμάμαι ακόμα να συσπάω τους μύες του προσώπου για να δείχνω ότι υπάρχει ένα ίχνος χαμόγελου, ένα πτώμα molto bello, ένα πτώμα tres jollie, ένα πτώμα magnifique, ένα πτώμα που καπνίζει. Και περιμένει. Να δει τι θα γίνει παρακάτω. Δεν έχει τέλος ο Γολγοθάς μου.

SILENCE=DEATH

Ήταν χειμώνας. Έπειτα από ένα χρόνο που έλειπα, έμεινα εμβρόντητος βλέποντας τη σκληρή οπτική παρουσία της επιδημίας στους παράδρομους κάτω από την Δέκατη τέταρτη Οδό. Έχοντας την ίδια θλιβερή, εύθραυστη εμφάνιση, ήμουν τέλεια ταιριαστός. Η Δρ. Waitkevicz με στρίμωξε στο υπερφορτωμένο πρόγραμμά της. Στεκόμουν ενώπιον της γυμνός καθώς έσερνε τα ζεστά της χέρια κατά μήκος του κορμιού μου ψάχνοντας για όγκους στους λεμφαδένες μου. Δεν βρήκε τίποτα. Μελέτησε την πληγή στο ισχίο μου με ένα βιαστικό χαμόγελο: ήταν ένας τύπος κρεατοελιάς, τίποτα για να ανησυχώ.

Αλλά η οστεώδης εμφάνισή μου και η κοιλιακή δυσφορία μου της προκάλεσαν αστάθεια. Με έστειλε σε μια κλινική που ειδικευόταν στις τροπικές ασθένειες, όπου διέγνωσαν ένα φάσμα μολύνσεων από βακτήρια και πρωτόζωα. Συνταγογράφησαν Flagyl, ένα ισχυρό αντιβιωτικό τόσο ανηλεές που έβγαζα αίμα στα κόπρανά μου, μούδιαζαν τα δάχτυλά μου και νόμιζα ότι συμπιέζεται ο εγκέφαλός μου. Επισήμως, το Εθνικό Τοξικολογικό Πρόγραμμα “ανέμενε δεόντως” ότι το Flagyl ήταν καρκινογόνο, αλλά εξυπηρετούσε το σκοπό του και με οδήγησε στην ανάρρωση.

Παρά το γεγονός ότι είχα αρχίσει να βάζω βάρος, η Waitkevicz ήθελε να με δει σε ένα δεύτερο ραντεβού. Μου έκανε ένα σωρό ερωτήσεις για πιθανές εκθέσεις και δείκτες μόλυνσης. Οι απαντήσεις μου κατέληγαν στην ασφαλή μεριά μέχρι μου με ρώτησε για έρπητα. Δεν το είχα σκεφτεί να της το πω νωρίτερα. Δεν είχε αφήσει ουλές και δεν είχε επιστρέψει.

Μπορεί να σημαίνει ότι έχεις αδύναμο ανοσολογικό σύστημα” είπε, πράγμα που ήξερα, αλλά βιαστικά πρόσθεσε, “κάποιες φορές – όχι πάντα. Το απλό στρες μπορεί να το επιφέρει. Κάποιες φορές δεν υπάρχει καν αφορμή”, είπε. “Αλλά θα ήθελα να σκεφτείς ένα τεστ HIV.”

Με τα άκρως θετικά νέα για τις δοκιμές ΑΖΤ να ηλεκτρίζουν τον αέρα, είχε αναστρέψει την άποψή της για το τεστ. Οι συνάδελφοί της είχαν συστήσει κάμποσους από τους πελάτες της στην Burroughs Wellcome, όπου είχαν λάβει το πειραματικό φάρμακο δωρεάν. Αν ήμουν μολυσμένος, θα έκανε το ίδιο για εμένα.

Διστακτικά, συμφώνησα, θεωρώντας ότι μια θετική διάγνωση δεν θα μπορούσε να με πειράξει περισσότερο ψυχολογικά από το να μην ξέρω, πράγμα που με έτρωγε.

Ήταν πλέον εφικτό να στέλνεις αίμα σε εμπορικά εργαστήρια για δοκιμή. Αλλά το ρίσκο ήταν ακόμα υπερβολικά μεγάλο. Οι ασφαλιστικές εταιρίες απέρριπταν τους πελάτες που έβγαιναν θετικοί. Τα εργαστήρια ανέφεραν τα θετικά αποτελέσματα στο Υπουργείο Υγείας. Το δυναμικό για σοβαρές, περίπλοκες επιπτώσεις ήταν πραγματικό. Έτσι η Waitkevicz πρότεινε τη χρήση ενός δικτύου “εναλλακτικών εμπιστευτικών εργαστηρίων δοκιμών” που είχε συστήσει το CDC. Αφού έλαβε δείγμα από το αίμα μου, συμπλήρωσε μια φόρμα που απέδωσε στο δείγμα έναν κωδικό αριθμό που ήταν αδύνατο να ανιχνευτεί ανάποδα, καθώς υπήρχε μόνο μέσα στα ιατρικά αρχεία της. Έπειτα μου έδωσε στο χέρι τη φόρμα και τον σκούρο κόκκινο σωλήνα.

“Πήγαινε αυτό στο Τμήμα Υγείας στην Πρώτη Λεωφόρο” είπε. “Το αφήνουν στο λόμπι – μην υπογράψεις ως επισκέπτης, απλά πες τους ότι αφήνεις ένα δείγμα αίματος”.

Έκανα αυτό που είπε. Στη Πρώτη Λεωφόρο αρ. 455, πέρασα μέσα από καναδυό γυάλινες πόρτες θαμπές από την παραμέληση. Το λόμπι ήταν ρυπαρό και σχεδόν άδειο με εξαίρεση ένα παλιό γκρι μεταλλικό τραπέζι πάνω στο οποίο ένας φρουρός με στολή ξεκούραζε έναν τεμπέλικο αγκώνα. Του έδειξα το κόκκινο του σωλήνα μου και χωρίς λέξεις μου έδειξε μια εσοχή δίπλα στον ανελκυστήρα. Εκεί στεκόταν ένα απλό λευκό ψυγείο, του είδους που θα περίμενες να συναντήσεις σε μια προαστιακή κουζίνα. Ανοίγοντας τη πόρτα καχύποπτα, δεν βρήκα τίποτα μέσα παρά μόνον ένα καλάθι από χοντρό χαρτόνι που περιείχε κι άλλα από αυτό που είχα φέρει: σωλήνες από αίμα με εμπιστευτικές φόρμες ταυτοποίησης στερεωμένες με λάστιχο πάνω τους. Έβαλα το δικό μου στην κορυφή της στοίβας, προσευχόμενος το επόμενο άτομο που θα άνοιγε το ψυγείο δεν θα ανακάτευε διεστραμμένα τις φιάλες και τις φόρμες, δίνοντάς μου τη διάγνωση κάποιου άλλου.

Κατόπιν περίμενα δύο άυπνες εβδομάδες για τα αποτελέσματα.

Η διάθεση στη Νέα Υόρκη είχε αρχίσει να αλλάζει στην απουσία μου. Με είχε εντυπωσιάσει που έμαθα για την ακτιβιστική ομάδα Lavender Hill Mob. Ένα πρωί του Δεκέμβρη, οι στάσεις των λεωφορείων και τα παράθυρα των τραπεζών σε ένα μεγάλο μέρος του Μανχάταν ήταν καλυμμένα με δυσοίωνες μεγάλες αφίσες, που είχαν ένα ροζ τρίγωνο να πλέει σε ένα μαύρο υπόβαθρο. Αυτό ήταν σημαντική υπενθύμιση, κάθε άλλο παρά διακριτική, του πώς σημαδεύονταν οι γκέι από τους Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το κίνημα είχε οικειοποιηθεί εδώ και πολύ καιρό το ροζ τρίγωνο ώστε να σημαίνει ελευθερία. Κονκάρδες με ροζ τρίγωνα ήταν στα ευπώλητα του Oscar Wilde Memorial Bookshop. Ήταν το σύμβολο που χρησιμοποιούταν για τις παρελάσεις gay pride, στο εξώφυλλο γκέι περιοδικών, σε T-shirt από γκέι κρουαζιέρες. Αλλά στη μυστηριώδη αφίσα, το τρίγωνο είχε αντιστραφεί – δεν έδειχνε πλέον προς τα κάτω σαν οδική σήμανση, απεικονίζονταν σαν να ήταν πυραμίδα, επικαλούμενη κοσμική ενέργεια και δύναμη. Κάτω από αυτή την εικόνα βρισκόταν ένα εντυπωσιακό μήνυμα σε χοντρά λευκά γράμματα: SILENCE=DEATH.

Τρεις χιλιάδες από αυτές τις αφίσες είχαν ανέβη, από το Ιστ Ρίβερ μέχρι τον Χάτσον και απλώνονταν βόρεια από Βίλατζ μέσα αό το Τσέλσι στο Hell’s Kitchen και το Upper West Side και έφθανε νότια μέχρι το SoHo – όχι μόνο στο γκέι γκέτο αλλά στα σημεία των καλλιτεχνικών κοινοτήτων όπου σύμμαχοι θα μπορούσαν να βρουν το μήνυμα. Για ένα γεμάτο μήνα ήταν αυτό για το οποίο μιλούσαν όλοι. Ποιος τις είχε φτιάξει; Τι σήμαιναν; Ήταν προφανές ότι οι αφίσες απευθύνονταν εκείνους που ζούσαν μέσα στην επιδημία. Ένα μέρος του μηνύματος ήταν εύκολο να διακριθεί: με την τρέχουσα πορεία, οδεύαμε σίγουρα στην καταστροφή. Λιγότερο ξεκάθαρο ήταν τι μας ζητούσαν να κάνουμε αυτές οι αφίσες. Το σύνθημα υπονοούσε μια συνέπεια. Ξέραμε ποιο ήταν το αντίθετο του θανάτου. Αλλά ποιο το είδος της μη σιωπής ήταν αυτό που γινόταν επίκληση;

Όταν ήταν καιρός, επέστρεψα στο γραφείο της γιατρού για τα αποτελέσματά μου. Ήταν αρνητικά. Ανακουφίστηκα τόσο πολύ που κόντεψα να λιποθυμήσω. “Αλλά μη ζεις τη ζωή σου διαφορετικά”, είπε η γιατρός. “Μπορεί να είναι ψευδές αρνητικό. Ή να υπάρχει περίοδος επώασης. Δεν ξέρουμε. Και τέλος πάντων΄, είπε δείχνοντας το βάζο με τα προφυλακτικά στο ράφι της ρεσεψιονίστ, “όλοι οι άλλοι είναι θετικοί, επομένως οι κανόνες ισχύουν”.

Από το βιβλίο “How to survive a plague” του David France

invirase_011

“Κανείς μας δεν πίστευε ότι θα τα κατάφερνε ζωντανός”

Ο David France μιλώντας για το βραβευμένο βιβλίο του “How to survive a plague” (που ακολούθησε το ομώνυμο ντοκιμαντέρ) λέει για την ιστορική επιστημονική ανακάλυψη των αναστολέων πρωτεάσης του 1996: “Η τεράστια ανακάλυψη το 1996 ήταν αποπροσανατολιστική. Κανένας μας δεν πίστευε ότι θα ήταν μια επιτυχία με διάρκεια, επομένως δεν υπήρχε τίποτα προς εορτασμό. Καθώς πέρασαν τα χρόνια και φάνηκε ότι επρόκειτο να είναι δυνατόν να επιβιώσεις μιας μόλυνσης από HIV, μας κυρίεψε κυρίως θλίψη – μια θλίψη που δεν την είχαμε επεξεργαστεί σε εκείνη την 15ετή περίοδο γιατί ήταν απλά υπερβολικά τεράστια. Αν ήξερες ένα άτομο που πέθανε, ήξερες ντουζίνες”.

Το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής σε εκείνους τους επαναστάτες ακτιβιστές οροθετικούς, της περιόδου πριν τα νέα φάρμακα. “Η γκέι κοινότητα δεν διαθέτει στην πραγματικότητα ήρωες”, λέει ο France. “Για κάποιο λόγο, η γκέι ιστορία τυπικά δεν καταγράφεται ή εκδίδεται ή διδάσκεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρουμε τι πέτυχαν οι προκάτοχοί μας και ούτε κανείς άλλος ξέρει. [Ο ακτιβισμός για το AIDS] ήταν μια ηρωική εργασία που μετασχημάτιζε τον άνθρωπο και η οποία δεν έχει αναγνωριστεί. Το Aids μας έδωσε τον γκέι γάμο”.

Για του λόγου το αληθές, παραθέτουμε τον υποτονικό τρόπο που ανακοινώθηκε η μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη των αναστολέων πρωτεάσης από τον ελληνικό γκέι τύπο. Το άρθρο που ακολουθεί είναι από τον “πόθο”, τεύχος Β4, Σεπτέμβριος 1996.

Νέα παράταση ζωής

Η 11η Διεθνής Διάσκεψη για το AIDS στο Βανκούβερ του Καναδά έδωσε νέες ελπίδες για την αντιμετώπιση του AIDS.

Αιτία ήταν οι πρόσφατες επιτυχίες στη μείωση της ποσότητας του ιού στον οργανισμό και η αύξηση του αριθμού των κυττάρων CD4 του ανοσοποιητικού συστήματος με το συνδυασμό των παλαιών φαρμάκων (AZT, ddI, ddC, d4T, 3TC) μεταξύ τους ή/και με τους νέους αναστολείς πρωτεάσης (saquanvir [Invirase], indinavir [Crivixan], ritonavir [Norvir]). Η επιτυχία αυτώ των πανάκριβων συνδιαστικών αγωγών, μαζί με την πρόοδο στην αντιμετώπιση των περιστασιακών μολύνσεων, θα σημαίνει ότι οι άνθρωποι με AIDS θα ζουν πολύ περισσότερο, τουλάχιστον οι πλούσιοι της Δύσης. Καθώς το κόστος της ετήσιας θεραπείας θα ανέρχεται σε περίπου 2.500.000 δραχμές ανά άτομο, ο φτωχός τρίτος κόσμος δεν έχει κανένα όφελος να δει από τις νέες θεραπείες. Η Roche έχει πάντως προχωρήσει σε τετρασέλιδες (παρακαλώ!) έγχρωμες καταχωρήσεις σε μεγάλα γκέι περιοδικά, διαφημίζοντας το προϊόν της Invirase.

Αγωγές

Μερικές από τις αγωγ΄ς μειώνουν τη συγκέντρωση του ιού σε μη ανιχνεύσιμα σημεία. Κάποιοι κάνουν υποθέσεις ότι η μακροχρόνια πίεση του ιού με τέτοια φάρμακα θα μπορούσε να σκοτώσει τελικά τον ιό σε ορισμένα άτομα. Στο Συνέδριο ανακοινώθηκε ότι ο συνδυασμός Ritonavir, Crivixan, Saguinavir και AZT μειώνει κατά 99,6% την παρουσία του ιού HIV στον ανθρώπινο οργανισμό. Προς το παρόν ο στόχος είναι να καταστεί το AIDS μια χρόνια ασθένεια – δηλαδή να υπάρξει δραματική επιμήκυνση της διάρκειας ζωής των ασθενών. Ο συνδυασμός αντι-πρωτεάσης με άλλα φάρμακα επιμηκύνει τη ζωή των πασχόντων από AIDS κατά 5-6 χρόνια.

Υπάρχουν φυσικά προβλήματα. Οι περισσότεροι ασθενείς αναπτύσσουν αντιστάσεις στα φάρμακα αλλά και τα φάρμακα έχουν παρενέργειες. Για παράδειγμα το Norvir προκαλεί ναυτία, αδυναμία και άλλα προβλήματα σε τέτοιο βαθμό που να υποβαθμίζεται πολύ η ποιότητα ζωής. Οι αλληλεπιδράσεις που έχει με άλλα φάρμακα εμποδίζουν την παράλληλη χρήση με πληθώρα στάνταρ φαρμάκων κατά του AIDS. Τέλος όλα τα φάρμακα κατά του HIV προκαλούν περιφερειακή νευροπάθεια, μια καταστροφή των νεύρων που πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Όλοι πάντως περιμένουν τα αποτελέσματα κλινικής δοκιμής σε εννέα προσβεβλημένα από AIDS άτομα. Τα άτομα άρχισαν να δέχονται θεραπεία με το νέο κοκτέιλ φαρμάκων δύο μήνες από τη στιγμή της μόλυνσής τους. Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται τον Σεπτέμβριο, οπότε ο πρώτος εθελοντής συμπληρώνει ένα χρόνο θεραπείας.

Πολιτική

Ο πρωθυπουργός του Καναδά Jean Chretien αρνήθηκε να εγκαινιάσει τη διάσκεψη φοβούμενος το κράξιμο για την αποτυχία του να ανανεώσει την Εθνική Στρατηγική κατά του AIDS. Ίσως και να θυμόταν την 5η Διεθνή Διάσκεψη για το AIDS στο Μόντρεαλ το 1988. Τριακόσια μέλη των ACT-UP/New York, Reaction SIDA και AIDS Action Now κατέλαβαν την έδρα για μία ώρα, διαλύοντας την τελετή έναρξης. Ο τότε πρωθυπουργός είναι να αντιμετωπίσει στην 20λεπτη ομολία του το ανελέητο βρισίδι και την ειρωνεία τους.

Στην Ελλάδα

Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ) έχει ήδη παραγγείλει την πρώτη παρτίδα. Τα φάρμακα θα δίνονται από τα νοσοκομεία με διάθεση από τους θεράποντες ιατρούς και διευθυντές των κλινικών με εποπτεία από το Κ.Ε.Ε.Λ. (Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων). Μια επιτροπή – έχει ήδη συσταθεί – θα συντάξει τις γενικές οδηγίες βάσει των οποίων θα χορηγούνται τα φάρμακα και ο θεράπων ιατρός θα κάνει την επιλογή της εξειδικευμένης θεραπείας ανάλογα με το περιστατικό.

Το Δημόσιο θα καλύπτει το κόστος της θεραπείας η οποία θα είναι δωρεάν και θα αρχίσει να εφαρμόζεται το Φθινόπωρο. Εξετάζεται το ενδεχόμενο να συμμετέχουν μερικά και τα ασφαλιστικά ταμεία αν και τα τελευταία προσπαθούν να αποφύγουν τη μεγάλη χρηματική επιβάρυνση, επικαλούμενοι το ιατρικό απόρρητο. Η θεραπεία θα εφαρμόζεται αρχικά μόνο σε ασθενείς, αν όμως αποδειχτεί ότι η χρήση της σε φορείς έχει σημαντικά αποτελέσματα, οι οικονομικές επιπτώσεις για την οικονομία της χώρας, και όλων των χωρών, θα είναι δραματικές καθώς το ετήσιο κόστος ανά άτομο ανέρχεται στα 2,5 εκατομμύρια δραχμές. Ο φόβος για το υπερυψηλό κόστος θεραπείας είναι μάλλον και ο λόγος που ο ΕΟΦ προνόησε να προμηθευτεί φάρμακα για 250 άτομα μόνο (σύνολο ασθενών: 1.100, φορείς: περίπου 15.000). Η διανομή θα γίνει με κριτήρια την κλινική κατάσταση, την ηλικία και τις προηγούμενες αποτυχίες θεραπευτικών αγωγών. Σε άτομο πάντως που νοσιλεύεται στο ΑΧΕΠΑ και που του/της χορηγήθηκε πειραματικά η θεραπεία, τα κύτταρα 4Τ ανέβηκαν [από] 7 σε 70.

Με 22.000.000 φορείς παγκοσμίως τα κέρδη των πολυεθνικών φαρμακοβιομηχανιών αναμένεται ότι θα είναι μυθικά. Το ξεπούλημα της ζωής μας συνεχίζεται…

Από την εφημερίδα “Ο Πόθος” της Ομάδας Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης, τ. Β4, Σεπτέμβριος 1996
kraximo

H πρόσληψη του HIV/AIDS από το «ΑΜΦΙ» και το «ΚΡΑΞΙΜΟ» κατά τη δεκαετία του 1980

Γκελτής Θεοδόσης, Υποψήφιος διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Εισαγωγή

Η παρούσα ανακοίνωσηi έχει θέμα την πρόσληψη του HIV/AIDS από τα δύο μεγάλα πολιτικά περιοδικά των – ομοφυλόφιλων κυρίως – ακτιβιστών, το ΑΜΦΙ και το Κράξιμο. Χρονικά καλύπτουμε τη δεκαετία του 1980, στην οποία κυριαρχεί ο εντονότερος ηθικός πανικός, ο οποίος εξασθενεί σταδιακά από το 1990 και μετά, οπότε το AIDS χάνει ένα μέρος του στίγματός και της ταύτισής του με τις πληθυσμιακές ομάδες των ομοφυλόφιλων και των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών. Έκτοτε, όλοι καταλαβαίνουν ότι είναι εν δυνάμει φορείς του ιού και ότι αυτός δεν αφορά μόνο τις ατυχώς χαρακτηρισμένες ως «ομάδες υψηλού κινδύνου» (Boulé 2002).

Εκκινώντας από την ιδέα ότι η ιστορία του HIV/AIDS μπορεί να ιδωθεί και ως ιστορία των Λόγων (discourses) για αυτό (Heaphy 1996), θα αναδείξουμε τους εναλλακτικούς λόγους που άρθρωσαν οι ομοφυλόφιλοι ακτιβιστές. Πρόθεσή μας φυσικά δεν είναι να ανασυστήσουμε ένα ιστορικό δικαστήριο που θα αποφανθεί για το ορθολογικό ή όχι των αποφάσεων τους. Περισσότερο, θα συναρτήσουμε τις αποκρίσεις τους στο AIDS με την προγενέστερη συλλογική τους μνήμη, τις κοινωνικές αναπαράστασεις και τα συναισθήματά τους.

Κατά τη μελέτη των δύο αυτών περιοδικών αναδύθηκαν τέσσερα μοτίβα τα οποία χρησιμοποίησαν οι ακτιβιστές όταν προσέγγιζαν το ζήτημα του HIV/AIDS: τη στρατηγική του de – gaying ή αλλιώς του mainstreaming, την ιατρική πληροφόρηση, την καταγγελία των διακρίσεων με τη παράλληλη διατύπωση αιτημάτων προς το κράτος και τέλος την πρόσληψη του AIDS με όρους άρνησης και συνωμοσιολογίας.

Η εισήγηση αυτή έχει ένα ιστορικό και συνάμα ένα πολιτικό κίνητρο. Δεχόμαστε το παράπονο των Christopher Castiglia και Christopher Reed ως δικαιολογημένο (Castiglia and Reed 2012), για το ότι δηλαδή η κρίση του AIDS έγινε ένας τόπος για ισχυρή συγκέντρωση πολιτισμικών δυνάμεων, οι οποίες κατέστησαν (και συνεχίζουν να καθιστούν) το σύνδρομο έναν παράγοντα αμνησίας, ο οποίος ξεριζώνει τις μνήμες, όχι μόνο του τι συνέβη πριν από αυτό, αλλά και των εντυπωσιακά ζωντανών και ευφάνταστων τρόπων με τους οποίους οι γκέι κοινότητες απάντησαν στην καταστροφή της ασθένειας και τον θάνατο.

Συνεπώς, επιλέγουμε να λειτουργήσουμε θεραπευτικά στην αμνησία αυτή.

Πάντως , δε μπορούμε παρά να παραδεχτούμε πως η δημιουργική ικανότητα των γκέι ακτιβιστών στον δυτικό κόσμο ήταν αξιοθαύμαστη. Επινόησαν ουσιαστικά την έννοια των ασφαλών σεξουαλικά πρακτικών (safe sex), εκπαίδευσαν και εκπαιδεύτηκαν, διαμαρτυρήθηκαν, διεκδίκησαν ποιοτική αγωγή, κατήγγειλαν τις διακρίσεις στο ιατρικό σύστημα, επαναπροσδιόρισαν τις συνήθειές τους. Όπως το έθεσε κάπως φορτισμένα ο ιστορικός Βerube, που είδε τον σύντροφό του να χάνεται από AIDS την δεκαετία του 80:

«Παίρνουμε την ευθύνη για τις ενέργειες του παρελθόντος και αποδεχόμαστε τις συνέπειες, χωρίς μίσος για τον εαυτό μας. Εκπαιδεύουμε ο ένας τον άλλον για το ασφαλέστερο σεξ και άλλες ασφαλείς πρακτικές. Ζητάμε για βοήθεια και την προσφέρουμε. Απαιτούμε τις υπηρεσίες που αξίζουμε από τις κυβερνήσεις μας. Μαθαίνουμε πως να ζούμε καλά στο παρόν. Δίνουμε περισσότερη προσοχή στην υγεία μας και εξερευνούμε όλες τις πιθανές θεραπείες. Γιορτάζουμε τις ζωές μας μαζί. Αντιμετωπίζουμε τον θάνατο των άλλων και τον δικό μας. Θυμόμαστε, θρηνούμε και ελπίζουμε. Ανταποκρινόμαστε στο AIDS, όπως θα κάναμε και σε άλλες θανατηφόρες καταστάσεις. (Bérubé 2011)».

Σήμερα, 36 χρόνια μετά από την εμφάνιση των πρώτων ευκαιριακών ασθενειών που ταυτοποιήθηκαν ως σύνδρομο ΑΙDS, γνωρίζουμε πλέον πολλά για τη φύση του ιού που το προκαλεί και τους τρόπους μετάδοσής του. Η ανίχνευση των αντισωμάτων του οργανισμού, που υποδεικνύουν την HIV μόλυνση γίνεται μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, ενώ οι θεραπευτικές πρακτικές βελτιστοποιήθηκαν βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής του οροθετικού ατόμου και αυξάνοντας το προσδόκιμο ζωής.

Τα πράγματα φυσικά δεν ήταν πάντα έτσι. Τον Ιούνιο του 1981, σε Λος Άντζελες και Νέα Υόρκη, άνδρες νεαρής ηλικίας διαγιγνώσκονται με Pneumocystis carinii pneumonia (PCP) και με σάρκωμα Kaposi. Αμφότερες οι ασθένειες αφορούσαν μέχρι τότε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Η πρώτη υπόθεση των γιατρών, όπως αποτυπώθηκε σε ιατρικά άρθρα που τότε εκδόθηκαν, αναζητούσε την αιτιολογία της ασθένειας σε κάποια πτυχή του «ομοφυλόφιλου lifestyle» (Brier 2004), με άλλα λόγια θεώρησαν εσφαλμένα πως «οι μεταβλητές που έχουν να κάνουν με τον τρόπο ζωής θα μπορούσαν να είναι η γενεσιουργός αιτία του AIDS» (Nettleton 2002)

Η υπόθεση αυτή αντανακλάται και στην πρώτη ονομασία που δόθηκε σε αυτή την κλινική εικόνα: Gay related Immune Defficiency(GRID).

Ήδη έναν μήνα αργότερα οι New York Times κάνουν λόγο για μια σπάνια μορφή καρκίνου που έχει παρατηρηθεί σε 41 ομοφυλόφιλους (Broqua 2016). Η ανταπόκριση των γκέι ακτιβιστών ήταν άμεση και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1982, συγκροτήθηκε η οργάνωση Gay Men Health Crisis. (Broqua 2016). Ως προς τα επιδημιολογικά δεδομένα είναι ξεκάθαρο πως το 1985 το 63% των κρουσμάτων πανευρωπαϊκά αφορούσε άντρες που είχαν σεξουαλικές σχέσεις με άντρες (UNAIDS, WHO 2003), ενώ το 1992 το ποσοστό αυτό απομειώνεται στο 43%. Στην Ελλάδα ο ετήσιος αριθμός νέων διαγνώσεων είναι σχετικά χαμηλός με εξαίρεση το 1999 οπότε καταγράφηκαν 1281 νέα περιστατικά που διαγνώστηκαν κυρίως το 1998 (Nielsen και Lazarus 2006).

Στην Ελλάδα τα πρώτα καταγεγραμμένα περιστατικά AIDS ήταν το 1983 (Σιβρή 2001). Την ίδια κιόλας χρονιά εκκινά και η υποχρεωτική δήλωση των κρουσμάτων AIDS, καθώς και η συγκρότηση της Εθνικής Eπιστημονικής επιτροπής Ελέγχου AIDS (Σιβρή 2001). Ο υποχρεωτικός έλεγχος του προς μετάγγιση αίματος για αντισώματα HIV ξεκινά το 1985, την ίδια ακριβώς χρονιά που οι επιστήμονες κατασκευάζουν το πρώτο τεστ αντισωμάτων(Μάρτιος 1985) και το οποίο εφοδιάζονται όλες οι τράπεζες αίματος στις ΗΠΑ μέσα σε δύο μήνες (Curran 1998). H πρώτη χρηματοδοτούμενη από το κράτος εκστρατεία ενημέρωσης γίνεται την ίδια πάλι χρονιά 2 χρόνια αργότερα από την Ολλανδία, αλλά δύο χρόνια νωρίτερα από τη Γαλλία (Boulé 2002).

Degaying AIDS – Απομείωση πανικού

Η πρώτη αναφορά στο σύνδρομο του AIDS μας δίνεται στο περιοδικό ΑΜΦΙ στο ενδέκατο τεύχος του. Συγκεκριμένα, στην «ιατρική στήλη» του περιοδικού αναφέρονται οι ομοφυλόφιλοι ασθενείς με το σάρκωμα Kaposi και τη PCP πνευμονία. Η είδηση αυτή μεταφέρεται με τους όρους και το λεξιλόγιο της εδώ πολιτικής ατμόσφαιρας, για αυτό κρίνεται αναγκαίος ένας συνοπτικός σχολιασμός της:

Το ΑΚΟΕ(απελευθερωτικό κίνημα ομοφυλοφίλων Ελλάδας) αναδύεται το 1976 με την κυκλοφορία μιας Διακήρυξης, η οποία μοιράστηκε από χέρι σε χέρι στην Αθήνα και αφηγηματοποιεί τη βία που υφίστανται οι ομοφυλόφιλοι. Συγκροτεί, δηλαδή, μια αφήγηση αυτής της βίας που ξεκινά από τον Μεσαίωνα και τη χριστιανική ηθική, περνάει από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταλήγει στις σταλινικές διώξεις. Οι ομοφυλόφιλοι άντρες, όμως, πέρα από δέκτες μιας εκτεταμένης βίας εμφανίζονται πλέον ως δρώντα υποκείμενα και διατυπώνουν αιτήματα που απευθύνουν στο κράτος, στον Τύπο, στα κόμματα και τις πολιτικές νεολαίες (Θεοδωρακόπουλος 2005). Αξιοποιώντας τις πολιτικές ευκαιρίες που δίνει η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος με την έντονη ριζοσπαστικοποίηση της οι ομοφυλόφιλοι διεκδικούν τη θέση τους στο δημόσιο λόγο.

Το δικαίωμα αυτό στον αυτοπροσδιορισμό, στην εκφορά του λόγου συνιστά και την πεμπτουσία του κινήματος. «Βασικός σκοπός (…) είναι να ακουστεί αλογόκριτος ο λόγος των Ελλήνων ομοφυλόφιλων πάνω στην ομοφυλοφιλία» διαβάζουμε στο editorial του ΑΜΦΙ, του περιοδικού του ΑΚΟΕ, το οποίο εκδίδεται το 1978.

Η υλική συνθήκη που συσπείρωσε τα υποκείμενα του ΑΚΟΕ ήταν ο φόβος για την επικείμενη ψήφιση ενός νομοσχεδίου από την πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή, που θα ποινικοποιούσε τη δημόσια έκφραση της ομόφυλης επιθυμίας υπό τον φόβο ή το πρόσχημα της μετάδοσης των αφροδίσιων νοσημάτων. Το νομοσχέδιο αυτό, έμπνευσης των συνταγματαρχών, αρχικά επρόκειτο σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής να προβλέπει ότι:

“πᾶς ἄρρεν τιμωρεῖται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, εφ᾽ ὅσον: Περιφέρεται εις τας οδούς, πλατείας, δημόσια κέντρα ἤ ἄλλους χώρους ἐπί ἐμφανεί σκοπῶ προσελκύσεως αρρένων προς τέλεσιν ἐπί του ἰδίου παρά φύσιν ἀσέλγειας.”

Ο αγώνας του ΑΚΟΕ επικεντρώθηκε στην εναντίωση με κάθε τρόπο σε αυτή την συνθήκη. Ο δημόσιος χώρος ήταν ζωτικής σημασίας για τα ομοφυλόφιλα υποκείμενα δεδομένου ότι προσέφερε τις προϋποθέσεις για ερωτικές αλληλοδράσεις, φλερτ, φιλικές γνωριμίες, και ανάπτυξη της αίσθησης της ταυτότητας. Ο δημόσιος χώρος μακρυά από τα αδιάκριτα εργασιακά βλέμματα, τα ομοφοβικά κηρύγματα της οικογένειας γίνοταν παραδόξως ένα safety zone. Όπως το έθεσε εύγλωττα ο Berube «οι ομοφυλόφιλοι έγιναν ειδικοί(experts) στο να κλέβουν στιγμές ιδιωτικότητας και στο να βρίσκουν τις κοινωνικές ρωγμές στις οποίες θα μπορούσαν να συναντήσουν ο ένας τον άλλον και να μην πιαστούν» (Bérubé 2011).

Η πρόσληψη του HIV/AIDS, συνεπώς, στο ελληνικό συμφραζόμενο της δεκαετίας του ΄80 δε μπορεί να εκληφθεί ξέχωρα από το συλλογική καχυποψία που είχαν εκθρέψει συγκεκριμένες θεσμικές πρακτικές: επιχειρήσεις της αστυνομίας στα στέκια που πύκνωναν οι ομόφυλες επιθυμίες, προσπάθεια δια του νόμου να περιοριστεί η ομόφυλη ερωτική έκφραση στον ιδιωτικό χώρο και συνεπώς να αποδυναμωθεί και διάχυτη βία.

H πρώτη απόκριση για την «ξενόφερτηii», οιωνεί εξωτική, ασθένεια κουβαλάει αυτές τις ανησυχίες, προσπαθεί να διαχειριστεί τη συνθήκη της ενοχής και της κοινωνικής απόρριψης που υπήρχε ήδη στην προ – AIDS εποχή:

«Δε μας αρκεί ο μύθος των αφροδισίων σαν αφορμή για κάθε είδους δίωξη των ομοφυλόφιλων. Δεν είναι αρκετές οι προκαταλήψεις που μας κάνουν συνέχεια τη ζωή δύσκολη. Δύο «καινούργιες αρρώστιες που προσβάλλουν τους ομοφυλόφιλους» έρχονται να προστεθούν στο πάνθεον της σεξιστικής τρομοκρατίας».

Η καχυποψία για τις προθέσεις του Τύπου και της ιατρικής κοινότητας συμπορεύονται με την τακτική de – gaying, την αποσύνδεση δηλαδή της ασθένειας από την ομοφυλοφιλία. «Αλλά το κακό πολύ απέχει από το να χαρακτηριστεί σαν πανδημία στην αμερικάνικη κοινωνία των ομοφυλόφιλων». «(…) Η εξέλιξη της κατάστασης παρουσιάζει τους «ετερό» σαν τα πιθανότερα μελλοντικά θύματα.iii» Η προσπάθεια να γίνει το AIDS mainstream συνεχίζεται και αργότερα, χωρίς απαραίτητα να εξεικονίζει τους ομοφυλόφιλους ως μη δυνητικούς ασθενείς.

Διαβάζουμε το 1986: «Βλέπουμε πως αν και το AIDS εμφανίζεται κατ’ αρχήν σε ομοφυλόφιλους, σίγουρα δεν περιορίζεται σε αυτούςiv».

Γιατί, όμως, στο φαντασιακό των Ελλήνων ακτιβιστών το AIDS είναι ασθένεια του δυτικού «Άλλου;» Οι πρώτες αιτιολογίες που πρότειναν οι γιατροί για την ερμηνεία της υπερεκπροσώπησης των ομοφυλόφιλων στις δύο αυτές ασθένειες(Kaposi και πνευμονία PCP) ήταν η χρήση των poppers, εισπνεόμενων δηλαδή ουσιών οι οποίες δρουν αγγειοδιασταλτικά και προκαλούν προσωρινή ευφορία (Mcvinney and Shernoff 1998), και χρησιμοποιούνται κατά την σεξουαλική συνήθως επαφή. Δεδομένης της περιορισμένης χρήσης τους στην Ελλάδα, η ιατρική ομάδα του ΑΜΦΙ αποφαίνεται πως «Οι Έλληνες ομοφυλόφιλοι ούτε πόππερς ούτε διεγερτικά χρησιμοποιούν και συνεπώς δεν υπάρχει πρόβλημα». Η συγγραφική ομάδα του άρθρου προτρέπει τους αναγνώστες να μην πανικοβληθούν.

Άρθρο που φέρει την ημερομηνία «Αύγουστος 1982» κινείται στην ίδια γραμμή. Ελλείψει στοιχείων για την φύση της ασθένειας, ο συγγραφέας αρνείται την ύπαρξη κινδύνου και θεωρεί σύμπτωση την εμφάνιση ομοφυλόφιλων ασθενών με σάρκωμα Καπόζι. Χρησιμοποιεί την εμφάνιση ανάλογων συμπτωμάτων σε αυτοπροσδιοριζόμενο ως ετεροφυλόφιλο πληθυσμό της Αϊτής προς επίρρωση του επιχειρήματός του. Είναι η στρατηγική του de – gaying που αναφέραμε παραπάνω.

«Για άλλη μια φορά, οι αυτοκηρυγμένοι «φύλακες της ηθικής» γελοιοποιήθηκαν. Αμέσως μόλις το σάρκωμα Καπόζι παρουσιάστηκε σε ανοιχτά ομοφυλόφιλο άτομο, έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν «καρκίνο των ομοφυλόφιλων»(1), το δε τυχαίο γεγονός ότι τα αμέσως κατοπινά κρούσματα αφορούσαν ομοφυλόφιλους έσπευσαν τους «ειδικούς» διαφόρων επιστημών να συμφωνήσουν με αυτόν τον ορισμό έστω και προσωρινά. Η έλλειψη βασικών ιατρικών στοιχείων, η άγνοια και η ομοφυλοφοβία, άπλωσαν ένα μεσαιωνικό σκοτάδι στην πληροφόρηση του κοινού. Ιεροκήρυκες και κομπλεξικοί ηθικολόγοι βιάστηκαν να ονομάσουν το σύνδρομο Καπόζι… θεόσταλτη κατάρα για τους ομοφυλόφιλους.v»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και μας δείχνει το πως τα νέα που φτάνουν από την Αμερική φιλτράρονται μέσα από τα συναισθήματα και τις αναπαραστάσεις των ομοφυλόφιλων κινηματικών αντρών. Η κατίσχυση της ομοφοβίας, του σεξισμού, του συντηρητισμού και του σεξουαλικού αρνητισμούvi θεωρούνται ως κινητήριες δυνάμεις των νέων ειδήσεων. Μια σχέση εμπιστοσύνης που ποτέ δεν καλλιεργήθηκε ανάμεσα στους εκπροσώπους της θεσμικής εξουσίας, την ιατρική κοινότητα και τους ομοφυλόφιλους εκβάλλει στην αμφισβήτηση των «ειδικών», με το «μεσαιωνικό σκοτάδι» που τους περιβάλλει, μεταφορά που συναντάμε συχνά στα περιοδικά της εποχής.

Η στρατηγική του degaying ενδύεται συχνά μια σαρκαστική γλώσσα. Το χιούμορ και η ειρωνεία ανήκουν σταθερά στο λεκτικό οπλοστάσιο των ακτιβιστών και χρησιμοποιούνται ενάντια στους «αντιπάλους». Το περιοδικό cine 7 σε άρθρο του για τα γκέι μπαρς κάνει συχνές αναφορές στο AIDS με αποτέλεσμα να προκαλεί την οργή του συντάκτη του ΑΜΦΙ, ο οποίος σχολιάζει για τον συνάδελφό του δημοσιογράφο πως «δε θα γνωρίζει ότι ο ιός ενδειμεί(sic) ευρέως και στα κολπικά υγρά, το δε μεγαλύτερο ποσοστό των φορέων στην Ελλάδα είναι ετεροφυλόφιλοι.vii»

Η αντίδρασή των ομοφυλόφιλων δεν είναι μόνο θυμική. Συνομιλεί με την ανησυχία πολλών στοχαστών για τη χρήση του AIDS ως συμβόλου στα πλαίσια ενός πιο υποδόριου πολέμου ενάντια στη σεξουαλική απελευθέρωση και τις εναλλακτικές σεξουαλικότητες.

«Το σύνδρομο, οι ειδικές του ποιότητες και η μεταδοτικότητά του χρησιμοποιούνται για να ενισχυθούν παλιοί φόβοι, δηλαδή ότι η σεξουαλική δραστηριότητα, η ομοφυλοφιλία και η πολυγαμία οδηγούν στην αρρώστια και στον θάνατο. (Rubin 2006)». Το AIDS έριξε φως στον ηθικό απολυταρχισμό(moral absolutism) που είναι βαθιά ριζωμένος στην κοινωνία μας (Weeks 2003).

Ο φόβος των κινηματικών υποκειμένων συνίσταται ακόμα στο ότι το AIDS θα αλλάξει άρδην την ζωή των gay κοινοτήτων που συγκροτήθηκαν στα μητροπολιτικά κέντρα της δύσης:

«Τα αποτελέσματα της τρομοκρατικής αυτής εκστρατείας από μέρους του Τύπου ήταν να δημιουργηθεί ένα είδους πανικού στον γκαίη(sic) πληθυσμό των ΗΠΑ. Πανικός, που, αν και άρχισε να διαλύεται, οι επιπτώσεις του είναι ακόμα αισθητές σε πόλεις σαν την Νέα Υόρκη. Εκατομμύρια άτομα υιοθέτησαν ένα πιο συντηρητικό στυλ στις καθημερινές ερωτικές τους δραστηριότητες, περιορίζοντας τα ξενύχτια στις μεγάλες disco(Studio 54, Saint, Xenon κ.λ.π.) ενώ η κίνηση στα λουτρά, τα sex clubs, τα κέντρα παραθερισμού στο Fire Island μειώθηκαν φέτος.viii»

Εν πολλοίς το AIDS είναι ένας κίνδυνος για τη αρτιγεννηθείσα ελληνική ομοφυλόφιλη ακτιβιστική κοινότητα:

«Είναι αλήθεια ότι το AIDS έχει προκαλέσει έναν αριθμό από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα σύνθετα και συχνά οδυνηρά, που θέτουν σε σκληρή δοκιμασία την ομοφυλόφιλη κοινότητα και εμάς τους ίδιους ατομικά.ix»

Βέβαια ανάλογα με το ποιος και πότε κρατά τη γραφίδα του ΑΜΦΙ, η νέα κατάσταση που δημιουργεί το ΑΙDS μπορεί να χαιρετίζεται ως θετική με την έννοια ότι:

«Το ΑΚΟΕ θέλει να πιστεύει πως μέσα από τον κίνδυνο και το φόβο, οι ομοφυλόφιλοι θα δουν την ευκαιρία να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο και να ζήσουν την ψυχολογική ομοφυλόφιλη κοινότητα και να εξερευνήσουν τις πολλές διαστάσεις μιας ομοφυλόφιλης σχέσης που προς το παρόν παραμένουν άγνωστες στην πλειοψηφία των Ελλήνων ομοφυλόφιλωνx»

Ιδιαίτερα εύγλωττο ως προς την απομείωση του κινδύνου είναι το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Κράξιμο του 1986: «Ο έρωτας AIDS δε φοβάται». Το πρωτοσέλιδο ισορροπεί ανάμεσα στην αποσόβηση του πανικού και στην πληροφόρηση. Με ένα παραινετικό ύφος απευθύνεται στους αναγνώστες και τους καλεί να συνεχίσουν να ερωτεύονται και να απολαμβάνουν το σεξ:

«Άνθρωποι που κάνετε ελεύθερα έρωτα, συνεχίστε με τον ίδιο ρυθμό – αλλά με την ανάλογη προσοχή. Ο έρωτας μας έμεινε σ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο και είναι αυτός που μας κάνει να υπάρχουμε, να αισθανόμαστε άνθρωποι. Το AIDS δεν πρέπει να γίνει η αφορμή να κατασταλεί περισσότερο η σεξουαλικότητα όλου του κόσμου. Επιτέλους, μέσα στη γενική αθλιότητα και παρακμή, ξεπεράστε τις δειλίες σας, «ΓΑΜΑΤΕ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ» που λέει και το τραγούδι, και που μπροστά στη νέα ιδεολογική απειλή, αποδεικνύεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.xi»

Η απώθηση του φόβου που επιδίωξε η ελληνική ακτιβιστική κοινότητα δεν ευθυγραμμίζεται πάντα με τη στρατηγική που ακολουθήθηκε αλλού. Για παράδειγμα, πολλοί ακτιβιστές από άλλες δυτικές χώρες προσπάθησαν να υποδαυλίσουν τον φόβο, για να τον μετασχηματίσουν όμως σε πολιτική δράση και αλλαγές στο προσωπικό τρόπο ζωής. Ήδη το 1982 ο Κράμερ γράφει σε ένα γκέι περιοδικό της Νέας Υόρκης άρθρο με τίτλο «1112 και ακόμα μετράμε». Εκεί αναφέρει πως «Αν αυτό το άρθρο δεν κατάφερε να σας κατατρομάξει, είμαστε αντιμέτωποι με μεγάλους μπελάδες. Αν αυτό το άρθρο δε σας προκαλέσει τον θυμό, τη μανία, την οργή και τη δράση, οι ομοφυλόφιλοι μπορεί να μην έχουν μέλλον σε αυτόν τον πλανήτη. Η συνέχιση της ύπαρξής μας εξαρτάται από το πόσο θυμωμένοι μπορείτε να νιώσετε. (Broqua 2016)».

Σε τελική ανάλυση, οι ακτιβιστές έπρεπε να σχοινοβατήσουν σε μια λεπτή κλωστή: Από τη μία, η αναφορά των ομοφυλόφιλων από το κράτος και τα media στο συγκείμενο του AIDS, μπορούσε να οδηγήσει σε διακρίσεις προς αυτούς. Από την άλλη, η συστηματική αποσιώπησή τους από το δημόσιο λόγο θα τους έθετε σε μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν (Boulé 2002).

Συνωμοσιολογία και άρνηση

Συνωμοσιολογία και άρνηση συνιστούν δύο διαφορετικές στρατηγικές απόκρισης στην επιδημία του HIV/AIDS. Η πρώτη δεν αρνείται την ύπαρξη του ιού, αλλά την εγγράφει σε μια ευρύτερη προσπάθεια βιολογικού πολέμου της Αμερικής σε άλλους στόχους, που λάθρα έπληξε και τον γηγενή πληθυσμό. Η δεύτερη αρνείται την ύπαρξη του ιού. Πρόκειται για δύο μειοψηφικές τάσεις που, ωστόσο, τις απαντήσαμε στα περιοδικά και οι οποίες επικοινωνούν με την ανησυχία των γκέι ακτιβιστών σε όλη τη Δύση και όπως λέει ο οροθετικός Daniel: «Θυμάμαι ότι είχα διαβάσει στον γκέι Τύπο ότι ήταν μια μηχανορραφία για να σταματήσουμε να κάνουμε σεξ» (Heaphy 1996).

Η συνωμοσιολογική πρόσληψη του AIDS συνομιλεί με ευρύτερα αντιαμερικανικά σενάρια. Επινοεί τη γενεαλογία της στα φερόμενα ως μικροβιολογικά πειράματα των ΗΠΑ ενάντια στους αυτόχθονες πληθυσμούς και στην Κούβα. Ο τίτλος ενός μακροσκελούς άρθρου σε περιοδικό του 1984 είναι ενδεικτικός: «AIDS: μια μακρά βρώμικη ιστορίαxii». Ο συγγραφέας δεν αρνείται την ύπαρξη της ασθένειας, αλλά την συνδέει με τον «Αφρικανικό πυρετό Χοίρων(ΑSV)», που κατά αυτόν στόχευε σε πολέμιες χώρες των ΗΠΑ.

«Οι νεώτερες πληροφορίες για το A.I.D.S. όχι μονάχα δεν αναιρούν τη σύνδεση της ασθένειας με τον «Αφρικανικό Πυρετό των Χοίρων», αλλά αντίθετα την ενισχύουν.»

Πάντως, παρότι οι συγγραφείς διαγιγνώσκουν μια αμερικανική σκηνοθεσία, βιώνουν το AIDS σαν μια υλική απειλή. «Εμείς, βλέποντας τα πράγματα ρεαλιστικά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε, μπροστά σε μια νέα αρρώστεια(sic) – μάστιγα, για ολόκληρη την ανθρωπότητα.xiii»

Την ίδια στιγμή, έχουμε και καταγγελία της άρνησης πολλών ατόμων να αλλάξουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους απέναντι στο σεξ. Σε συνέντευξη του Claude Vandevyver η μη τήρηση των πρακτικών του ασφαλούς σεξ χαρακτηρίζεται ως αυτοκαταστροφική και ανεύθυνη στάση, ως κάποιου είδους άρνηση της πραγματικότητας. Μάλιστα, κλιμακώνει την κριτική του χαρακτηρίζοντας την άρνηση αυτή ως «εφηβική αντίδρασηxiv»

Η πιο ηχηρή προσπάθεια άρνησης και συνωμοσιολογίας αρθρώνεται από τα χείλη του ποιητή Ντίνου Χριστανιόπουλου σε συνέντευξη που του παίρνει η Πάολα εκ μέρους του περιοδικού Κράξιμο το 1989. Ο συνεντευξιαζόμενος χωρίς να έχει ερωτηθεί ζητάει να τοποθετηθεί για το ζήτημα του AIDS.

«Θέλω να σας πω τη γνώμη μου για το AIDS, που το θεωρώ ένα μεγάλο ψέμα. Έχω συζητήσει το θέμα με πολλούς γιατρούς. Είναι και αυτοί, οι πιο πολλοί, χεσμένοι, τρομοκρατημένοι μέχρι τα μπούνια. Κανείς, όμως, απ’ όσους συζήτησα πλην ενός ειδικού, δεν έτυχε να δει ποτέ έστω και μια περίπτωση AIDS. Ό,τι ξέρουν το διάβασαν από εδώ κι από εκεί. Τίποτα δεν είδαν. Ο ειδικός που συζήτησα, και ήταν εκείνος που είχε δει δύο περιπτώσεις όλες κι όλες στη ζωή του. Εγώ όμως πριν ακόμα συζητήσω ήμουν σίγουρος πως δεν υπάρχει AIDS. Κι ας με πουν παλαβό. Ξέρετε ότι η αμερικανική κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να μπορέσει να αντιμετωπίσει όλες τις ομάδες των πάρκων που δεν αντιμετωπίζονται ούτε με μπασκίνες, ούτε με επιχειρήσεις αρετής, ούτες με κουάκερους, ούτε με πάστορες κι εκκλησίες, ούτε με τίποτα, κατάλαβε ότι το μόνο όπλο είναι η τρομοκρατία. Και μέσω του αμερικανικού υπουργείου δημόσιας υγιεινής εξαπέλυσε μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία τρομοκράτησης των πάντων, προβάλλοντας σαν μπαμπούλα τις πιο σπάνιες αρρώστιες σ’ όλο τον κόσμο. Αυτή λοιπόν τη πολύ σπάνια αρρώστια την εμφάνισε ως πολύ συνηθισμένη, ως πολύ διαδεδομένη και ότι από αυτήν κινδυνεύουν οι πάντες ανά πάσα στιγμή. Φυσικά οι πάντες είναι οι ανήθικοι και οι ανεξέλεγκτοι, γιατί όσοι πηγαίνουν μόνο με τη γυναικούλα τους δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Μ’ αυτό τον τρόπο τρομοκράτησε όλον τον κόσμο, γιατί όλοι τρέμουν για τη ζωούλα τους. (…) Την ίδια νέκρωση που κυρίαρχησε στη Θεσσαλονίκη με τον σεισμό(σ.σ. 1978) τη βλέπω τώρα και με το AIDS. Και είναι τραγικό αν σκεφτεί κανείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τον έρωτα στον φόβο. (…).xv»

O ποιητής καταλήγει σε ένα τσιτάτο άρνησης και διακινδύνευσης: «Εάν το AIDS είναι ικανό να πεθάνει τον έρωτα, προτιμώ να πεθάνω από AIDS για τον έρωτα!». Ενώ, έμμεσα, προσπαθεί να κατευθύνει και το δυνητικό του ακροατήριο στην άρνηση αυτή: «Χαρά σε όποιον θέλει να με ακούσει».

Η άρνηση ενίοτε γίνεται προσωπική στρατηγική διαχείρισης του φόβου που δημιουργεί η ασθένεια του AIDS. Δεν είναι άρνηση απέναντι στην ύπαρξη του ιού, αλλά κάποιου είδους απώθηση με την ψυχαναλυτική έννοια. «Το να μιλάς για το κακό είναι σαν να το κάνεις να υπάρχει», όπως θα το έθετε ο M. Duval (Γιαννακόπουλος 1998). Ο λογοτέχνης Γιάννης Παλαμιώτης αφηγηματοποιεί την επιθυμία του να μη διαγνωστεί και να μη λάβει θεράπεια. Τη θεωρεί μάταιη.

«Θα μπορούσα να ξέρω αν προσβλήθηκα, αρκεί να κάνω σχετικές εξετάσεις, αλλά δεν πρόκειται. Φοβάμαι την παρατραβηγμένη πιθανότητα ν΄ανήκω στους ελάχιστους, προς το παρόν, άτυχους. Θα πέθαινα πρόωρα από μαρασμό εκτός κι αν αυτοκτονούσα. Προτιμώ να σαπίζω αργά αργά με την αμφιβολία συμπαραστάτη.xvi»

Αυτή η στρατηγική εγγράφεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε μια συνωμοσιολογική θέαση της ασθένειας. Λίγο παρακάτω ο Παλαμιώτης διαπιστώνει με μια δόση ειρωνείας και εσωτερικευμένης ομοφοβίας: « Οι επιστήμονες που, κατόπιν εντολών εφηύραν τον θάνατό μας, πρέπει να ήταν μεγαλοφυείς. Ιός που ευκολότερα απορροφάται από το πολυχρησιμοποιημένο παχύ έντερο των ομοφιλόφυλων, δεν είναι εύκολη και αστεία υπόθεση…»

Ιατρική πληροφόρηση

Τα κινηματικά περιοδικά ασκούν έναν παιδαγωγικό ρόλο για την κοινότητα των ομοφυλόφιλων. Εκπαιδεύουν τους αναγνώστες για τις ασφαλείς πρακτικές με έναν τρόπο πιο ευθύ, που ενίοτε παίρνει διαζύγιο από την αστική ευγένεια. Επρόκειτο για επικοινωνιακή πολιτική του σοκ. Η πρώτη τηλεοπτική επώνυμη εμφάνιση ενός άντρα ομοφυλόφιλου γίνεται το 1985 από τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο, μέλος τότε του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλόφιλων Ελλάδος, για να τοποθετηθεί στο ζήτημα του AIDS. Επιλέγει να πει «να χύσει μες στο σώμα του άλλου» αντί του «κοσμιότερου», «εκσπερματίσει» και δικαιολογεί την υφολογική επιλογή του από τηλεόρασης λέγοντας «προτιμώ ένα χωριό σοκαρισμένο από ένα χωριό μολυσμένο»xvii.

Υφολογικά ο λόγος των ακτιβιστών γίνεται πιο αυστηρός, ειδικά από το 1986 και μετά, όταν έχουν συνέλθει από το πρώτο μούδιασμα:

«Καλούμε όλους τους φίλους και αναγνώστες μας να εκλάβουν το κείμενο αυτό πολύ σοβαρά, γιατί το AIDS μπορεί να γίνει η σοβαρότερη απειλή για την απελευθέρωση της ομοφυλοφιλίας. Εξ’ άλλου δεν υπάρχει εγγύηση ότι η φρικτή αυτή επιδημία δε θα πλήξει θανάσιμα ένα μεγάλο αριθμό ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων.xviii».

Το εκτενές άρθρο του ΑΜΦΙ στο εικοστό τεύχος παρέχει πληροφορίες για τη φύση, τη συμπτωματολογία, τον τρόπο μετάδοσης, τα μέτρα προστασίας. Μάλιστα συνιστά αυτό που απευχόταν και ξόρκιζε λίγα χρόνια πριν, τη μείωση δηλαδή του αριθμού των διαφορετικών ερωτικών συντρόφων. Δίνει συμβουλές, που εγγράφονται σε αυτό που θα λέγαμε «υγιεινό lifestyle», το οποίο είναι εν μέρει απάντηση στην επιδημία του HIV/AIDS. Καταδικάζεται η άρνηση του κινδύνου ως «μη υγιής αντίδραση». Ενδεικτικό, επίσης είναι ότι το ΑΚΟΕ και το ΑΜΦΙ παρέχουν γραμμή για τηλεφωνική επικοινωνία παντός ενδιαφερομένου με τα θέματα αυτά.

Οι πληροφορίες που παρέχονται διακρίνονται από οικονομία λόγου και απλότητα. Λόγου χάρη: «Η είσοδος του ανδρικού οργάνου στον πρωκτό(χωρίς προφυλακτικό) είναι ο κυριότερος τρόπος μετάδοσης του ιού και για τους δύο. Το μολυσμένο σπέρμα εισέρχεται εύκολα στο αίμα. Αλλά και το ανδρικό όργανο που έρχεται σε επαφή με τα τοιχώματα του ορθού όπου υπάρχουν μολυσμένα κύτταρα μπορεί να μολυνθεί από αφανείς αμυχές.xix» Αλλού: «ο αυνανισμός(μαλακία) αμοιβαίος ή όχι δεν είναι επικίνδυνος. Όλες οι μορφές ερωτικής απόλαυσης με επαφή δερματική, χάϊδεμα, τρίψιμο κ.λ.π. δεν είναι επικίνδυνες.xx»

Επιστρατεύεται αριστοτεχνικά το χιούμορ στη διαμεσολάβηση που κάνουν οι κινηματίες μεταξύ ιατρικής γνώσης και κοινωνικού σώματος:

«Εντάξει, υπάρχει και το AIDS. Και τι πρέπει να κάνουμε; Να πεθάνουμε από το φόβο μας; Εγώ δηλαδή τι να πω που κάνω και πορνεία; Ε; … Απλά χρησιμοποιείτε ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ!!! Υπάρχουν μάλιστα και σε διάφορα χρώματα που τα χρησιμοποιείτε ανάλογα με το χρώμα των ματιών του παρτενέρ σας για να είναι ασορτί. Εγώ μάλιστα για να είναι η φάση με στυλ τους βάζω και φιόγκο στο τέτοιο τους. Χαράλαμπε, τι θα έλεγες για κανέναν φιόγκο; Προσοχή!!! Μηνχρησιμοποιείτε βαζελίνη. Η σύνθεσή της σπάει το προφυλακτικό.xxi»

Φυσικά δε λείπουν οι συνεντεύξεις από γιατρούς και ειδικούς πάνω στον HIV/AIDS, όπως αυτή που δίνει στο Κράξιμο ο καθηγητής επιδημιολογίας και βιοστατιστικής της υγειονομικής σχολής Αθηνών, Γεώργιος Παπαευαγγέλου τον Μάη του 1986. Ο καθηγητής εμφορείται από ψυχραιμία και αφίσταται από τον ηθικό πανικό που κατακλύζει τον δημόσιο λόγο. Αναφέρει σε ένα σημείο: « Το AIDS είναι μια αρρώστια που δεν είναι δυνατό να καταπολεμηθεί με αστυνομικά μέτρα. Θα καταπολεμηθεί μόνο με σωστή πληροφόρηση και αντιμετώπιση, χωρίς να πανικοβληθεί κανείς.xxii

Καταγγελία διακρίσεων

Η γραφίδα των συντακτών καταφέρεται συχνά εναντίον των διακρίσεων στον εργασιακό χώρο, στο σύστημα υγείας και γενικά ενάντια στην άλογη συμπεριφορά που στιγματίζει και ταπεινώνει τους φορείς του HIV ή όσους εκλαμβάνονται στους φορείς. Τα κινηματικά υποκείμενα καταγγέλλουν σταθερά τις στιγματιστικές και διακριτικές συμπεριφορές. Ένα αξιοσημείωτο περιστατικό που αποτυπώνει τον πανικό και την ελλιπή πληροφόρηση είναι το ακόλουθο:

«Ο πιλότος της πτήσης 471 ΟΑ στις 6:20 π.μ. της 19.8.87 ενημέρωσε το πλήρωμα για την παρουσία ενός Αυστραλού υπηκόου, που έπασχε από AIDS και συνοδευόταν από γιατρό. Το πλήρωμα αναστατώθηκε και κατέβηκε από το αεροπλάνο αρνούμενο να ταξιδέψει και ζήτησε να κατέβει ο επιβάτης και να γίνει απολύμανση στο αεροπλάνο. Συζητήσεις 30 λεπτών οδήγησαν στην έξοδο του επιβάτη που υποχρεώθηκε να ταξιδέψει με άλλη εταιρία, ενώ το πλήρωμα δεν επέμεινε στο θέμα της απολύμανσης. Η ΟΑ δεν έκανε καμμιά ανακοίνωση για την καθυστέρηση ή τη στάση του πληρώματος.xxiii»

Δε λείπουν καταγγελίες για απολύσεις εργαζομένων φορέων του HIV, για πλημμελή άσκηση των ιατρικών καθηκόντων και για δημόσιο στιγματισμό. Ενίοτε οι ακτιβιστές υιοθετούν ένα πολεμικό ύφος απέναντι στους γιατρούς:

«Πρόσφατα γράφτηκε στις εφημερίδες ότι οι γιατροί του «Ιπποκράτειου» αρνήθηκαν να νοσηλεύσουν ασθενή με AIDS. Τη στιγμή που αποδεδειγμένα πλέον ο ιός δε μεταδίδεται με την απλή “κοινωνική επαφή”, πώς μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς αυτά τα υποκείμενα που κάποτε είχαν δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη; Και

πόση είναι η ευθύνη τους σαν ηθικά υπεύθυνοι για τη συμβολή τους με την ενέργεια αυτή στην αύξηση της κοινωνικής απομόνωσης των θυμάτων και του ιού; Φρίκη και αηδία…xxiv»

Κείμενα σαν το παραπάνω είναι διάτρητα από συναισθήματα και μας αναγκάζουν τον μελετητή της συλλογικής δράσης να τα λάβει σοβαρά υπόψη. Πένθος, φόβος οργή, δέσμευση για δράση ίσως συμπυκνώνουν το συναισθηματικό εύρος των κινηματιών. Δεδομένου δε ότι τα κοινωνικά κινήματα αφενός παρέχουν ένα κοινό λεξιλόγιο αφετέρου ασκούν έναν παιδαγωγικό ρόλο σχετικά με το ποια συναισθήματα είναι «έγκυρα» και ποια όχι, μπορούμε να εικάσουμε ότι τέτοια ήταν και τα συναισθήματα του ακροατηρίου τους (Gould 2009).

Το «ΑΜΦΙ» και το «ΚΡΑΞΙΜΟ» αποδίδουν ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την αύξηση των διακριτικών συμπεριφορών στον mainstream Τύπο. Τα παραδείγματα είναι πολλά, ιδιαίτερα εύγλωττο είναι όμως αυτό που αναδημοσιεύει το ΑΜΦΙ από την εφημερίδα Έθνος:

«Προσοχή: τραβεστί έχουν ΑΙDS. Στην οδό Σπύρου Λούη μένουν δύο τραβεστί, ένας ξανθός και ένας καστανός. Εξακριβώθηκε πως έχουν AIDS. Καλλιθεάτες ξεσηκωθείτε και κάντε τους να φύγουν από την περιοχή μας. Να γλιτώσουμε από την εστία της μολύνσεως. Σώστε τα παιδιά μας. Το κείμενο αυτό κυκλοφόρησε στους δρόμους και στα σπίτια της Καλλιθέας. Το δημοσιεύουμε γιατί δείχνει ξεκάθαρα που μπορεί να οδηγήσει η κυβερνητική αδράνεια.xxv»

Οι ομοφυλόφιλοι ακτιβιστές αναφέρονται –ορθά – σε πρακτικές υψηλού κινδύνου και όχι σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Η προβληματική έννοια της «ομάδας υψηλού κινδύνου» υπαινίσσεται πως a priori oι ομοφυλόφιλοι άνδρες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κινδύνο ως να επρόκειτο για κάποιου είδους άφευκτο πεπρωμένο που τους χαρακτηρίζει. Η εστίαση στις πρακτικές είναι ασφαλέστερη και για να δανειστούμε τα λόγια της Nettleton «Εσείς και εγώ αντιμετωπίζουμε τον ίδιο ακριβώς κίνδυνο να μολυνθούμε από τον ιό με έναν ομοφυλόφιλο που κάνει ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών και ζει στο Εδιμβούργο(μια πόλη με συγκριτικά υψηλή επίπτωση του AIDS), αν ακολουθούμε «επισφαλείς» πρακτικές (Nettleton 2002). Έτσι, η παραίνεση του «Ελεύθερου Τύπου» στους αναγνώστες να «μην κάνουν ομοφυλόφιλες σχέσεις» κρίνεται ως απαράδεκτη από το περιοδικό «ΑΜΦΙxxvi».

Οι διακρίσεις προς τα οροθετικά άτομα μας εκπλήσσουν σε μέγεθος, ευρηματικότητα και ανορθολογικότητα. Μαγαζιά αρνούνται τις συναλλαγές με φορείς του HIV, τα γραφεία κηδειών ζητούν πολλαπλάσια αμοιβή, τα παιδιά των φορέων δε γίνονται δεκτά σε παιδικούς σταθμούς. Οι φορείς που η κατάστασή τους γινόταν γνωστή κινδύνευαν με εξώσεις από τα σπίτια τους, με περιθωριοποίηση, ακόμα και με διακριτικές συμπεριφορές από το ιατρικό προσωπικό (Σιβρή 2001).

Θεσμικές διεκδικήσεις

Τα κινηματικά υποκείμενα επαινούν επίσης τις πρακτικές εκείνες που κρίνουν ως θετικές και ζητούν έμμεσα την υιοθέτησή τους από την ελληνική κοινωνία. Έτσι, λόγου χάρη, επικροτούν λόγου χάρη την απόφαση των ισλανδικών αρχών να χορηγήσουν δωρεάν προφυλακτικά σε κάθε έφηβο άνω των 15 ετών ως καλή πρακτική πρόληψηςxxvii και αναμένουν κάτι τέτοιο και από την ελληνική πολιτεία. Απαιτούν ποιοτικό έλεγχο στα προφυλακτικά, γιατί όπως λένε «δε θέλω να βρεθώ στον άλλο κόσμο εξαιτίας ενός χαλασμένου προφυλακτικούxxviii».

Βέβαια, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Ζητούν οι ενημερωτικές εκστρατείες να συμπεριλάβουν οδηγίες για τη σωστή χρήση του προφυλακτικού, αλλά και να πληροφορηθούν οι πολίτες για πιο ασφαλείς πρακτικές όπως ο αμοιβαίος αυνανισμόςxxix.

Τα κινηματικά υποκείμενα διεκδικούν ανώνυμο τεστ και προαιρετικό, γιατί σε αντίθετη περίπτωση οι φορείς θα έρθουν αντιμέτωποι με διακρίσεις στο επίπεδο της εργασίας, της υγείας και της κοινωνικής ζωής.

Το AIDS ήταν ευχή και κατάρα μαζί για την ελληνική gay κοινότητα. Συνέπεσε με τα πρώτα κινηματικά βήματα, της αφαίρεσε πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό, επανάφερε τα στερεότυπα που χρησιμοποιούν την ασθένεια σαν μεταφορά για τους γκέι άντρες. Από την άλλη διασύνδεσε το κίνημα των ομοφυλόφιλων με άλλα κινήματα και το κατέστησε θεσμικό συνομιλητή με πιο ενδεικτικό παράδειγμα το υπουργείο υγείας που ενέταξε λόγου χάρη τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο σε συμβουλευτική επιτροπή για το AIDS.

Βιβλιογραφία

Bérubé, Allan. 2011. My Desire for History: Essays in Gay, Community, and Labor History.

Edited by John D’Emilio and Estelle B. Freedman. Chapel Hill: The University of North Carolina Press.

Boulé, Jean – Pierre. 2002. HIV histories: The Archaeology of AIDS Writing in France, 1985- 1988. Liverpool: Liverpool University Press.

Brier, Jennifer. 2004. AIDS and people with AIDS. Vol. 1, in Encyclopedia of lesbian, gay,

bisexual, and transgender history in America, by Marc Stein, 27-34. New York: Charles Scribner’s Sons, Gale Group.

Broqua, Cristophe. 2016. “AIDS Activism from North to Global.” In The Ashgate Research

Companion to Lesbian and Gay Activism, by David Paternotte and Manon Tremblay, translated by Sharon Calandra, 58-72. New York: Routledge.

Castiglia, Christopher, and Christopher Reed. 2012. If memory serves: gay men, AIDS, and the

Promise of the Queer Past. Minneapolis, London: University of Minnesota Press.

Curran, James. 1998. “Foreword the eras of AIDS.” In Encyclopedia of AIDS: a social, cultural, and scientific record of the HIV epidemic, by Smith A. Raymond. Chicago, London: Fitzroy Dearborn Publishers.

Gould, Dborah B. 2009. Moving Politics: Emotion and ACT UP’s Fight against AIDS. Chicago: University of Chicago press.

Heaphy, Brian. 1996. “Medicalisation and Identity Formation: Identity and Strategy in the Context of AIDS and HIV.” In Sexual Cultures Communities, Values and Intimacy, by Jeffrey

Weeks and Janet Holland, 139-160. London: Macmillan Press.

Mcvinney , Donald, and Michael Shernoff. 1998. “Drug Use.” In Encyclopedia of Aids: A social, political, cultural, and scientific record of the HIV epidemiv, by Raymond A. Smith, 264- 267. Chicago, London: Fitzroy Dearborn Publishers.

Nettleton , Sarah. 2002. Κοινωνιολογία της υγείας και της ασθένειας. Translated by Ανθή Βακάκη. Αθήνα: Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός.

Nielsen, Stine, and Jeffrey V. Lazarus. 2006. “HIV/AIDS country pro les for the WHO European Region.” In HIV/AIDS In Europe: Moving from death sentence to chronic disease management, by Srdan Matic, Jeffrey V. Lazarus and Martin C. Donoghoe. Copenhagen: World Health Organization.

Rubin, Gayle. 2006. “Σκέψεις για τη Σεξουαλικότητα.” In Σεξουαλικότητα: θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας, by Κωστας Γιαννακοπουλος, translated by Λιόπη Αμπατζή, 401-469. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

UNAIDS, WHO. 2003. History of the HIV/AIDS epidemic with emphasis on Africa. New York: United Nations Secretariat.

Weeks, Jeffrey. 2003. Sexualtity. 2nd edition. New York: Routledge.

Γιαννακόπουλος, Κώστας. 1998. “Πολιτικές σεξουαλικότητας και υγείας στην εποχή του AIDS.” Σύγχρονα Θέματα (66): 76-86.

Θεοδωρακόπουλος, Λουκάς. 2005. “ΑΜΦΙ” και Απελεθεύρωση. Αθήνα: Πολύχρωμος Πλανήτης.

Ιωαννίδη, Νικ. Ελισάβετ. 1996. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της σεξουαλικής συμπεριφοράς στην αντιμετώπιση του AIDS. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Σιβρή, Χρυσάνθη. 2001. Το AIDS ως κοινωνική νόσος: η περίπτωση της Ελλάδας. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο.

i Ανακοίνωση στην ημερίδα προς τιμήν της ιστορικού Κατερίνας Γαρδίκα από τους μαθητές της. Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών, 8/12/2017

ii Πράγματι, η πληροφόρηση για το AIDS στην Ελλάδα προηγείται της εμφάνισης των πρώτων περιστατικών. Για αυτό και ΣΕΑΑ(σύνδρομο επίκτητης ανοσοβιολογικής ανεπάρκειας) δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρέως και αντ’ αυτής επικράτησε ο διεθνής όρος AIDS (Ιωαννίδη 1996). Η αναπαράσταση του AIDS ως ξενόφερτης ασθένειας είναι σχετικά ανθεκτική και όπως λέει ο Γιαννακόπουλος «οι Έλληνες θεωρούν ότι η χώρα τους έχει τον μικρότερο αριθμό οροθετικών και αρρώστων του AIDS στην Ευρώπη» (Γιαννακόπουλος 1998).

iii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τύχος 16-17, Αθήνα, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1984, σελ, 88-89

iv ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 14

v ΑΜΦΙ, Β’ περίοδος, τεύχος 12-13, Αθήνα, Χειμώνας 1982, σελ. 83

vi Πρόκειται για μια ιδεολογική φόρμα που επηρεάζει βαθιά την σκέψη μας για το σεξ και αφορά στο ότι «οι δυτικοί πολιτισμοί γενικά θεωρούν το σεξ ως μια επικίνδυνη, καταστροφική, αρνητική δύναμη. Το μεγαλύτερο μέρος της χριστιανικής παράδοσης, ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο, υποστηρίζει ότι το σεξ είναι εγγενώς αμαρτωλό.(…) Το σεξ θεωρείται ένοχο μέχρι να αποδειχτεί αθώο. (Rubin 2006)

vii ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ.6

viii ΑΜΦΙ, Β’ περίοδος, τεύχος 12-13, Αθήνα, Χειμώνας 1982, σελ. 84

ix ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 16

x ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 16

xi Το Κράξιμο, τεύχος 6, Αθήνα, Μάιος 1986

xii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 16-17, Αθήνα, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1984, σελ, 86

xiii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 16-17, Αθήνα, Άνοιξη – Καλοκαίρι 1984, σελ, 88

xiv Κράξιμο, τεύχος 8, Αθήνα, Απρίλης – Μάης 1988.

xv Κράξιμο, τεύχος 9, Αθήνα, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1989, σελ. 15

xvi Κράξιμο, τεύχος 7, Αθήνα, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1987, σελ. 2

xvii Συνέντευξη του Γρηγόρη Βαλλιανάτου στον Αντώνη Μποσκοϊτη, στη διαδικτυακή Lifo, 4/12/2017, http://www.lifo.gr/articles/lgbt_articles/171505, τελευταία επίσκεψη 4/12/2017

xviii ΑΜΦΙ, Β΄περίοδος, τεύχος 20, Άθήνα ,Άνοιξη 1986, σελ. 14

xix ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ.6

xx ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ.6

xxi Κράξιμο, τεύχος 7, Αθήνα, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1987.

xxii Κράξιμο, τεύχος 6, Αθήνα, Μάιους 1986, σελ. 4

xxiii ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1987, σελ. 7

xxiv Κράξιμο, τεύχος 6, Αθήνα, Μάιους 1986, σελ. 2

xxv ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, τεύχος 2, Αθήνα. Ιούλιος – Αύγουστος 1987,σελ. 44

xxvi ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος, τεύχος 2, Αθήνα. Ιούλιος – Αύγουστος 1987,σελ. 46

xxvii ΑΜΦΙ, Γ΄περίοδος τεύχος 1, Αθήνα, Μάϊος 1987, σελ. 7

xxviii Κράξιμο, τεύχος 10, Αθήνα, τέλη 90, σελ. 7

xxix Κράξιμο, τεύχος 8, Αθήνα, Απρίλης – Μάης 1988.

amfi

ΑΚΟΕ και απελευθέρωση

Το Φθινόπωρο του 1976 κυκλοφόρησε η παρακάτω ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ:

“ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ μας καίγανε δίπλα σε μια μάγισσα, στο όνομα της Χριστιανικής Ηθικής. Οι Ναζί μας κολλούσαν ένα ροζ τρίγωνο στο πέτο και μας έστελναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο σταλινισμός, αναιρώντας τους φιλελεύθερους νόμους της Οκτωβριανής επανάστασης, μας εκτόπιζε ή μας έκλεινε στα ψυχιατρεία.

ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ οι Έλληνες ομοφυλόφιλοι. Περάσαμε αιώνες καταπίεσης κρυμμένοι και κυνηγημένοι διότι η εκάστοτε ιδεολογία του κοινωνικού συστήματος μας θεωρούσε “διεστραμμένους”, “έκφυλους”, “κοινωνική πληγή”, κλπ. Σήμερα βγαίνουμε ενωμένοι στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής της χώρας μας για να συζητήσουμε μαζί, να καταλάβετε και να καταλάβουμε ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να υπάρχει και να μεταχειρίζεται το σώμα του όπως αυτός νομίζει καλύτερα. Χωρίς την επέμβαση της κοινωνίας που διαχωρίζει αυθαίρετα με ετικέτα τους ρόλους και δίνει στα άτομα ανάλογη τοποθέτηση.

ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ από τη μητριαρχία στην πατριαρχία άρχισε να διαμορφώνεται η σημερινή ανδροκρατική κοινωνία σύμφωνα με τις αξίες που τις απέδιδε ο παραδοσιακά “δημιουργός άνδρας”. Αυτός επέβαλλε τη δική του ιδεολογία και η εξέλιξη μέχρι το σημερινό σύστημα έγινε κάτω από τη δική του εξουσία. Κι έτσι δικτατορικά καθορίστηκαν οι έννοιες “ομαλός”, “ανώμαλος”, αυθαίρετοι ορισμοί, τελείως ξένοι προς την ίδια τη φύση. Στο εγχείρημά του αυτό τον ακολουθεί μια ολόκληρη ορχήστρα από “αντικειμενικές επιστήμες”: ιατρική, κοινωνιολογία, νομική, ψυχιατρική κλπ.

ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ στον αναπτυγμένο καπιταλισμό παύει η επιτακτική ανάγκη για πληθυσμιακή ανάπτυξη που περιόριζε τη σεξουαλικότητα στις γενετήσιες λειτουργίες της. Ο ηθικός πουριτανισμός της άρχουσας ιδεολογίας όμως παραμένει σταθερός στις Μεσαιωνικές του θέσεις, ένας από τους λόγους είναι ο φόβος του παραδοσιακού άντρα να χάσει την απόλυτη κυριαρχία του πάνω στους άλλους.

ΤΟ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ ΕΝΑ πρόβλημα των ομοφυλόφιλων σήμερα στην Ελλάδα είναι η συνειδητοποίηση της καταπίεσης που υφίστανται. Και ο βασικότερος τρόπος που λειτουργεια η καταπίεση αυτή είναι ο ανεπίσημος αλλά αποτελεσματικότατος αποκλεισμός τους από το δικαίωμα λόγου:

Ι. Πολλοί κρύβουν την ομοφυλοφιλία τους από τον ίδιο τους τον εαυτό τους.

ΙΙ. Κανείς δεν τολμάει να τη δηλώσει δημόσια, άρα

ΙΙΙ. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι καταπιέζεται, να αναλύσει τους τρόπους που καταπιέζεται και ν’ αρχίσει ν’ αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΑΣ για ύπαρξη, αναγνώριση και ισότητα είναι αναμφισβήτητο. Άρχισε να συνειδητοποιείται μέσα μας όταν ήρθανε αντιμέτωποι με το ισχυρό τείχος της μισαλλοδοξίας στα πλαίσια:

1. της οικογένειας 2. του σχολείου 3. των φιλικών σχέσεων 4. των σεξουαλικών σχέσεων 5. της εργασίας 6, και γενικά των κοινωνικών σχέσεων.

ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ μια βαθύτερη απελευθέρωση σημαίνει την κατάργηση “ρόλων” με τους οποίους η κοινωνία εγκλωβίζει τα άτομα. Έτσι, όχι μόνο δημιουργούνται πολίτες Α και Β κατηγορίας, αλλά καλλιεργείται και διαιωνίζεται η φασιστική νοοτροπία στην ευρύτερή της έννοια.

ΖΗΤΟΥΜΕ τη συμπαράσταση κάθε προοδευτικού ατόμου και κάθε προοδευτικής ομάδας, που πιστεύουν στη βαθύτερη απελευθέρωση του ανθρώπου.

Καλούμε κάθε Κόμμα και Πολιτική Νεολαία να πάρει θέση στην υπόθεση “ομοφυλοφιλία”.

Ζητάμε φιλοξενία απ’ όλο τον προοδευτικό ημερήσιο και περιοδικό τύπο.

Απαιτούμε ίση μεταχείριση.

Δεν ανεχόμαστε πια οποιαδήποτε διάκριση μέσα στο κοινωνικό σύνολο που ζούμε.

Σχεδιάζουμε δημόσια συνάντηση και συζήτηση με κάθε προοδευτικό άνθρωπο.

Επιτροπή για την ίδρυση του
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ”

Η επιτροπή αυτή αποτελούνταν από πεντ’ έξι έλληνες φοιτητές του εξωτερικού (Γαλλία, Ιταλία), επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αντρέας Βελισσαρόπουλος.

Το νομοσχέδιο “Περί Αφροδισίων”

Η Διακήρυξη αυτή, που τα μέλη της επιτροπής μοίρασαν σ’ εφημερίδες, σε περιοδικά, σε gay bars, κινηματογράφους, ακόμα και στους κεντρικούς δρόμους και πλατείες της πρωτεύουσας, έγινε δεκτή με έκπληξη και περιέργεια για το ασυνήθιστο περιεχόμενό της, συζητήθηκε, σχολιάστηκε ευρύτατα (σε μερικές περιπτώσεις με πολύ ευνοϊκό τρόπο), αλλά παράλληλα αντιμετώπισε και την έντονη αντίδραση, την ειρωνεία και το χλευασμό μεγάλης μερίδας του ημερησίου και περιοδικού τύπου. Η έκπληξη οφειλόταν κυρίως στον συγκροτημένο και επιστημονικό λόγο της Διακήρυξης, καθώς και στις πολιτικές της προεκτάσεις που υπερακόντιζαν τα δοσμένα κομματικά σχήματα, ταυτόχρονα όμως και στο ήθος ή την “εικόνα” των παιδιών που μοίραζαν τη Διακήρυξη. Έχοντας συνηθίσει στις ομοφυλόφιλες καρικατούρες της Επιθεώρησης, του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου και της τηλεόρασης, απ’ όπου, χάρη στους “νόμους της αγοράς” ποτέ δεν λείπουν τα γραφικά αυτά πλάσματα (πολλοί ηθοποιοί – ομοφυλόφιλοι και μη – κάνουν καριέρα υποδυόμενοι κατά καιρούς τέτοιους ρόλους), οι άνθρωποι έβλεπαν ξαφνικά αγόρια να περιφέρονται ανάμεσά τους, χωρίς ν’ ακκίζονται, δηλώνοντας άμεσα και σοβαρά πως είναι ομοφυλόφιλοι, πως δεν ντρέπονται γι’ αυτό και απαιτώντας μάλιστα ίση μεταχείριση και διακαιώματα με τους άλλους πολίτες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε φυσικά ότι βρισκόμαστε στο 1976, δηλαδή δύο μόλις χρόνια μετά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, οι οποίοι, αφού διαγούμισαν την Ελλάδα και κατέστρεψαν την Κύπρο, αναγκάστηκαν να φύγουν κακήν κακώς μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αφήνοντας πίσω τους, σαν κουτσουλιά, εκτός των άλλων, κι ένα φασιστικό νομοσχέδιο, απόρροια νοσηρών εγκεφάλων, το διαβόητο “Περί της εξ αφροδισίων νοσημάτων προστασίας και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων”, το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, το φακέλωμα των ομοφυλόφιλων, τους απειλούσε με ενός χρόνου φυλάκιση αν τους συνελάμβανε να αναζητούν σύντροφο στους δρόμους και τα πάρκα και τους έστελνε στην εξορία.

tha ekdidontai

Μέσα στην ατμόσφαιρα σχετικής ελευθερίας που δημιούργησε ο σχηματισμός της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης Καραμανλή, τα μηνύματα του παρισινού Μάη του ’68 που έρχονταν στην Ελλάδα με καθυστέρηση σχεδόν 10 ετών, την έντονη πολιτικοποίηση που εκδηλώθηκε μ’ ένα πλήθος ιδεολογικοπολιτικών εντύπων και βιβλίων, με διοργανώσεις Φεστιβάλ από τις κομματικές νεολαίες, ιδίως τις αριστερές, ο κόσμος που είχε δοκιμάσει στο πετσί του το εφτάχρονο “γύψωμα”, και ιδιαίτερα το πιο προωθημένο τμήμα αυτού του κόσμου, είχε αναπτύξει μια αξιοπρόσεχτη ευαισθησία απέναντι στα θέματα των καταπιεζόμενων μειονοτήτων (ομοφυλόφιλοι, ψυχιατριζόμενοι, φυλακισμένοι, γυναίκες ελευθερίων ηθών κλπ.) που έθεταν τα επονομαζόμενα “κοινωνικά κινήματα” που ξεπήδησαν από το γενικότερο κίνημα Αμφισβήτησης των προηγούμενων δεκαετιών. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή είναι το γεγονός ότι, μετά τη ίδρυση του ΑΚΟΕ που ακολούθησε τη Διακήρυξη και την ανάληψη από μέρους έπτά (αριθμός 7) υπουργείων της κυβέρνησης Καραμανλή, με επικεφαλής το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας υπό τον Σπ. Δοξιάδη, επεξεργασίας του επαίσχυντου νομοσχεδίου, οι διαμαρτυρίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με συλλογή υπογραφών ανώνυμων και επώνυμων ανθρώπων, με παραστάσεις και διαδηλώσεις μπροστά στα ελληνικά προξενεία από μέρους ομοφυλόφιλων και άλλων οργανώσεων, ήταν τόσες πολλές και έντονες, ώστε ανάγκασαν την κυβέρνηση να δηλώσει ότι θα σεβαστεί τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, απάλειψε τον όρο “κίναιδοι” με τον οποίο χαρακτήριζε συλλήβδην τους ομοφυλόφιλους αντικαθιστώντας την με τη λέξη “πρόσωπα”, έκανε σημαντικές αλλαγές στα διάφορα άρθρα του, και τελικά το παραμέρισε, κληροδοτώντας το σε μια άλλη κυβέρνηση της Δεξιάς.

ektopisi

Η ίδρυση του Α.Κ.Ο.Ε.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθούν ορισμένα γεγονότα που προηγήθηκαν της ίδρυσης του ΑΚΟΕ και έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξή του. Πριν η ομάδα των φοιτητών που αναφέραμε κυκλοφορήσει τη Διακήρυξη, ο συχωρεμένος πια Ανδρέας Βελισσαρόπουλος, επισκέφτηκε τον Κώστα Ταχτσή, επώνυμο ομοφυλόφιλο συγγραφέα ήδη, και του ζήτησε να βοηθήσει στην ίδρυση του ΑΚΟΕ. Όπως γράφει ο ίδιος στο μεταθανάτιο βιβλίο του “Το Φοβερό Βήμα”, όχι μονάχα δεν τον βοήθησε, αλλά προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον αποτρέψει από μια παρόμοια ενέργεια, αναπτύσσοντας τις δικές του – αισθητικές περισσότερο παρά πολιτικές – αντιλήψεις πάνω στο θέμα. Μάταια ο Βελισσαρόπουλος προσπάθησε να τον πείσει επικαλούμενος το επερχόμενο Νομοσχέδιο. Ο Ταχτσής ήταν ανένδοτος. Ύστερα από αυτό, η ομάδα προχώρησε στην κυκλοφορία της Διακήρυξης και έστρεψε την προσοχή της σε άλλες κατευθύνσεις. Έτσι μια μέρα πήρα ένα τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Βελισσαρόπουλο που μου έλεγε ότι είχε διαβάσει το βιβλίο μου “Ο Καιάδας” (μια περιπέτεια τριάντα ομοφυλόφιλων επί δικτατορίας που ο υπουργός Γιάννης Λαδάς, υπουργός Δημόσιας Τάξης το 1967 διαπόμπευσε δια των εφημερίδων χωρίς να έχουν διαπράξει κανέναν αδίκημα) με ρωτούσε αν είχα διαβάσει τη Διακήρυξη, και μου ζητούσε να συμμετάσχω στο Κίνημα, πράγμα που αποδέχτηκα αμέσως. Ύστερα από μια δυο μέρες ήρθε σπίτι μου με μερικά από τα άλλα παιδιά και συζητήσαμε. Ακολούθησαν συγκεντρώσεις σπίτι του, στο σπίτι του αρχιτέκτονα Γιώργου Ράνου, στην Πλάκα και άλλου. Το πρόβλημα που απασχολούσε το ΑΚΟΕ από τα πρώτα του βήματα ήταν το πρόβλημα των τραβεστί και οι σχέσεις που θα μπορούσε (ή θα ’πρεπε) να έχει μαζί τους. Κατά τις συζητήσεις που είχαμε μεταξύ μας αλλά και με τους ίδιους τους τραβεστί, είχαμε διαπιστώσει πως τα προβλήματά τους ήσαν πολύ διαφορετικά από τα προβλήματα των άλλων ομοφυλόφιλων (διεκδικούσαν το δικαίωμα να εκδίδονται και ζητούσαν τη σχετική ταυτότητα) και συνεπώς δεν ήταν σωστό, ακόμα και για λόγους πολιτικής προς τους άλλους ομοφυλόφιλους (τους οποίους η εικόνα των τραβεστί τρόμαζε και τρομάζει ακόμα), να ενταχθούν στις τάξεις του ή αποτελέσουν κομμάτι του. Δεδομένου όμως ότι, πέρα από τις οποιεσδήποτε διαφορές, δεν έπαυαν να είναι ομοφυλόφιλοι, και μάλιστα δεινά καταδιωκόμενοι από την αστυνομία, ενώ παράλληλα αποτελούσαν εξ αντικειμένου την πιο ανατρεπτική εικόνα των προτύπων και των ρόλων, αποδείχνοντας με τη μεταμφίεσή τους τη σχετικότητα των φύλων, το ΑΚΟΕ δεν έπρεπε και δεν μπορούσε να τους απορρίψει, αλλά αντίθετα όφειλε να τους συμπαρασταθεί και να τους βοηθήσει γενικά στον αγώνα τους για επιβίωση. Αυτό ήταν το σκεπτικό πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι σχέσεις του ΑΚΟΕ με τους τραβεστί – ένα σκεπτικό που τόσες παρεξηγήσεις και τόση εχθρότητα προκάλεσε. Ακόμα και ο Ταχτσής, τραβεστί ο ίδιος, δεν έπαυε έκτοτε να επαναλαμβάνει με μονότονη επιμονή ότι το ΑΚΟΕ ιδρύθηκε “κάτω απ’ τις φούστες των τραβεστί!” Κατά τη γνώμη του – γνώμη που επαναλάμβανε σε όλες σχεδόν τις συνεντεύξεις του – όχι μονάχα οι τραβεστί, αλλά ούτε οι γυναίκες “ελευθερίων ηθών” είχαν δικαίωμα ή ήταν άξιες να κάνουν συνδικαλισμό και να προβάλλουν αιτήματα!

Οι πρώτες νίκες

Την άνοιξη του 1978 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του ΑΜΦΙ (στο εξώφυλλο, ένας σούπερμαν, όρθιος, με ανοιχτά πόδια και χέρια, σε πολύ “αντρική” στάση, κάτι λέει στον ξαπλωμένο στα πόδια Αδάμ του Μιχαήλ Άγγελου, απλώνοντάς του το χέρι και κοιτάζοντάς τον ικετευτικά καθώς του απαντάει: τι λένε δεν ξέρουμε – οι “αμπούλες” πάνω από τα κεφάλια τους είναι άδειες) και γίνεται ανάρπαστο (η ζήτησή του ήταν τέτοια που ανατυπώθηκε).

cover

Τους μήνες που ακολούθησαν τη Διακήρυξη, η ομάδα του ΑΚΟΕ εργάζεται εντατικά: μοιράζει προκηρύξεις παντού, παίρνει μέρος στην επέτειο του Πολυτεχνείου, μαζεύει υπογραφές ενάντια στο Νομοσχέδιο, γράφει συνθήματα στους τοίχους, με ομοφυλόφιλο περιεχόμενο, για πρώτη φορά. Στο τεύχος αυτό δημοσιεύονται 250 ονόματα “επώνυμων” και “ανώνυμων” πολιτών που διαμαρτύρονται για το Νομοσχέδιο, γίνεται απολογισμός της συγκέντρωσης των τραβεστί στο “Λουζιτάνια” και δημοσιεύονται άρθρα που διαβάστηκαν σ’ αυτή. Στο δεύτερο τεύχος, η διαμαρτυρία ενάντια στο Νομοσχέδιο έχει εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη: γάλλοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες στους οποίους συμμετέχουν οι Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, Λουί Αλτουσέρ, Ρολάν Μπαρτ, Φρανσουά Σατελέ, Ζυλ Ντασέν, Ζιλλ Ντελέζ, Ζαν Ελλενστέν, Μισέλ Φουκώ, Κώστας Γαβράς, Νίκος Πουλαντζάς, Φρανσουά Ρουσσώ, Φιλίπ Σολέρς, Ρενέ Σερέρ, Φελίξ Γκουαταρί, κ.ά. διαμαρτύρονται στον Σταύρο Δοξιάδη για το Νομοσχέδιο, ενώ απ’ όλα τα έλληνικά προξενεία του Εξωτερικού καταφθάνουν ειδήσεις που μιλάνε για συγκεντρώσεις και ψηφίσματα ομοφυλόφιλων και άλλων οργανώσεων για το ίδιο θέμα. Ο Δοξιάδης αναγκάζεται, με επιστολές του, να καθησυχάσει την εξεγερμένη Ευρώπη και επιφέρει σοβαρές αλλαγές στο κατάπτυστο νομοσχέδιο. Το ΠΑΣΟΚ, όντας ακόμα στην Αντιπολίτευση, έχει ήδη πάρει θέση ενάντια στο υπουργείο Δημόσια Τάξης της κυβέρνησης Καραμανλή με τις “Επιχειρήσεις Αρετή” που στρέφονται κατά κύριο λόγο εναντίον των τραβεστί και των ομοφυλοφίλων. Η Μελίνα Μερκούρη και ο Πέτρος Βάλβης καταθέτουν επερώτηση στη Βουλή σχετικά με την πολιτική αυτή την οποία καταδικάζουν, ενώ ο αρχηγός τους ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου, υπακούοντας στα μηνύματα των καιρών, δηλώνει σε μια συνέντευξή του στην “Ελευθεροτυπία” στις 13.10.1981: Είναι φανερό ότι στα πλαίσια των γενικών μας αρχών που αφορούν τα δικαιώματα του πολίτη, θα καταργηθούν οι διακρίσεις σε βάρος των μειονοτήτων. Τα μέλη τους θ’ αντιμετωπίζονται σαν ισότιμοι πολίτες και θα έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στο νόμο και την πολιτεία με όλους τους Έλληνες.” Χαρακτηριστικό επίσης για το κλίμα της εποχής (την αντιδραστικότητα της Δεξιάς και τη φιλελεύθερη στάση της κεντροαριστεράς – πλην του Κ.Κ.Ε.) είναι το γεγονός ότι συνήγοροι στη δίκη του υποφαινόμενου, σαν “υπεύθυνου σύμφωνα με το νόμο” του περιοδικού “Αμφί”, για ένα ποίημα του αείμνηστου Νίκου Σπάνια όπου αναφέρονται οι φράσεις “φουριόζικο καβλί” και “δυνατό καβλί” — μια δίκη όπου τελικά το “Αμφί” αθωώθηκε – ήταν (χωρίς αμοιβή) οι Θόδωρος Πάγκαλος, Τάκης Παπάς και Κατερίνα Ιατροπούλου, ενώ ανάμεσα στους πολυπληθείς μάρτυρες υπεράσπισης, συγκαταλέγονταν προσωπικότητες αναμφισβήτητου πνευματικού κύρους και αξίας (Βιργινία Τσουδερού, Ελένη Βακαλό, Αντρέας Μπαχαριάν, Πέτρο Βάλβης, Γιώργος Βέλτσος, κ.ά.)

Στις 26 Γενάρη 1981 έγινε στα Προπύλαια η πρώτη υπαίθρια εκδήλωση του ΑΚΟΕ με αφορμή το Νομοσχέδιο, τη συζήτηση του οποίου, ύστερα από επανειλημμένες αναβολές και καθυστερήσεις, άρχιζε πλέον μια άλλη κυβέρνηση της Δεξιάς: η κυβέρνηση Ράλλη. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, το ΑΚΟΕ είχε καλέσει στα γραφεία του “Αμφί” (Ζαλόγγου 6Α) τους δημοσιογράφους των αθηναϊκών εφημερίδων για συνέντευξη, έχοντας πετύχει παράλληλα, με δική μου μεσολάβηση, και τη συμμετοχή του Κώστα Ταχτσή, ο οποίος ήρθε πράγματι στο “πουστουπόγειο” (έτσι χαρακτηρίζει τα γραφεία του “Αμφί” στο μεταθανάτιο βιβλίο του “Φοβερό Βήμα”) για να δηλώσει ότι παρίσταται “σαν πνευματικός άνθρωπος”, πράγμα που προκάλεσε την απορία της Μπέλλας Μηλοπούλου της “Βραδυνής”, μας έδωσε ένα κείμενό του να διαβαστεί στη συγκέντρωση, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει και να το διαβάσει ο ίδιος. Στην εκδήλωση, όπου μαζί με τα παιδιά του ΑΚΟΕ (τα περισσότερα με μάσκες για πολλούς και ευνόητους λόγους) και τις τραβεστί, συμμετείχαν και αρκετοί συμπαθούντες, μέλη αριστερίστικων ομάδων κυρίως (όλοι μαζί καμιά 500 άτομα περίπου), διαβάστηκαν κείμενα του ΑΚΟΕ, της Μπέττης και του Ταχτσή και εγκρίθηκε ψήφισμα που επιδόθηκε στη Βουλή το ίδιο βράδυ.

Με τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές που ακολούθησαν, στις 18 Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση αποφασίζει να καταργήσει το αντιδραστικό Ν.Δ. 1193/81. Για το λόγο αυτό συστήνει μια επιτροπή για τη σύνταξη ενός άλλου, “ριζικά διαφορετικού” (όπως δήλωνε ένα από τα μέλη της) από το προηγούμενο και, σαν επιβεβαίωση της πρόθεσης αυτής, ζητάει και τη συμμετοχή του ΑΚΟΕ στην επιτροπή. Το ΑΚΟΕ, διατηρώντας πολλές επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα οποιουδήποτε ειδικού νομοσχεδίου (αφού κατά την αντίληψή του, οι υπάρχοντες νόμοι εκάλυπταν επαρκώς το θέμα των αφροδισίων) ανταποκρίνεται στην πρόσκληση και στις 19/3/82 δίνει στην επιτροπή ένα Υπόμνημα με τις απόψεις του.

Τελικά, κανένα καινούριο νομοσχέδιο δεν συντάχθηκε και, μέσα στη γενική αλλαγή πολιτικού κλίματος που ακολούθησε, το θέμα ξεχάστηκε. Εκείνο που έμεινε ίδιο για κάποιο διάστημα ήταν οι εξορμήσεις της αστυνομίας στα στέκια που σύχναζαν ομοφυλόφιλοι (Ομόνοια, Πεδίον του Άρεως, Ζάππειο) και οι ταπεινωτικές προσαγωγές τους στα τμήματα “για εξακρίβωση”, καθώς και η απηνής καταδίωξη των τραβεστί στη Συγγρού και αλλού.

voukourestiou

Χαρακτηριστικό της αλλαγής που ανέφερα, είναι το εξής γεγονός: σε επίσκεψή μας στο υπουργείο Δημόσιας Τάξεως, μετά την πορεία διαμαρτυρίας των τραβεστί στο Καστρί, ο τότε υπουργός κ. Σκουλαρίκης, σε παράπονά μας για τη συμπεριφορά της αστυνομίας, ζήτησε την επιείκειά μας, επικαλούμενος το μορφωτικό επίπεδο των περισσότερων αστυνομικών και υποσχέθηκε ότι φροντίδα της “σοσιαλιστικής κυβέρνησης” θα ήταν ν’ ανεβάσει πολιτιστικά αυτό το επίπεδο με συγκεκριμένα μέτρα, όπως, για παράδειγμα, την αδυναμία ένταξης στο αστυνομικό Σώμα χωρίς απολυτήριο Γυμνασίου, πράγμα που νομίζω εφαρμόστηκε αργότερα και εφαρμόζεται μέχρι σήμερα.

Στο μεταξύ, χωρίς ποτέ, είναι αλήθεια, να καταφέρει να εκδίδεται σε τακτά διαστήματα, λόγω της έλλειψης συνεργατών σε επαγγελματική βάση – μια έλλειψη που οφείλονταν σε οικονομικά αλλά και ιδεολογικά αίτια – (δεν μπορούσε, κατά την αντίληψή μας, ένα επαναστατικό, περιθωριακό περιοδικό να έχει κερδοσκοπικό, επαγγελματικό χαρακτήρα), το “Αμφί” και το ΑΚΟΕ συνέχισαν την πορεία τους, κερδίζοντας περισσότερο το ετεροφυλόφιλο παρά το ομοφυλόφιλο καινό. Το τελευταίο αυτό, στη μεγάλη του πλειοψηφία, καταλογίζοντάς μας τη συμπαράσταση προς τους τραβεστί, αλλά στην ουσία, εμπνεόμενο από μια ατομικιστική νοοτροπία και μη θέλοντας να θέσει σε κίνδυνο το κοινωνικό του status, παρέμεινε μακριά από το ΑΚΟΕ, αφήνοντας μια μικρή ομάδα να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. (Για φανταστείτε, αλήθεια, να μη συνέπεφτε η ίδρυση του ΑΚΟΕ με το νομοσχέδιο, και η πρώτη κυβέρνηση της Δεξιάς μετά την Μεταπολίτευση, ψήφιζε, έστω και ελαφρά τροποποιημένο – για τα μάτια – το χουντικό Νομοσχέδιο, τι θα γινόταν! Δεν θα τολμούσε ομοφυλόφιλος να βγει στο δρόμο…)

Αυτή ήταν προφανώς η βασική αιτία που, μαζί με την απογοήτευση και το φυσικό κάματο, έκανε πολλά μέλη του Κινήματος να αρχίσουν να αποχωρούν, σε μια στιγμή που ένας πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος, ένας θανάσιμος εχθρός, είχε κάνει την εμφάνισή του, το Έιτζ, σκορπίζοντας μέσα σε μια στιγμή, με τον πανικό που προκάλεσε, ό,τι είχαν μέχρι τότε καταφέρει τα ομοφυλοφιλικά και άλλα κοινωνικά κινήματα για τη σεξουαλική απελευθέρωσή. Και είναι μεν αλήθεια ότι, με την πάροδο του χρόνου, ο πανικός αυτός έχει μετριαστεί, ότι η αρρώστια δεν έχει καμιά ιδιαίτερη προτίμηση στις επονομασθείσες “ομάδες υψηλού κινδύνου” και αντίθετα “μπαίνει” όπου της επιτρέπουν να μπει, αλλά, από την άλλη μεριά, είναι απόλυτα βέβαιο ότι το πρόβλημα των καταπιεζόμενων μειονοτήτων κάθε είδους και κυρίως – λόγω της ιδιομορφίας τους – το πρόβλημα των ομοφυλοφίλων που αποτελούν το 4% τουλάχιστον του πληθυσμού αυτής της χώρας, δεν πρόκειται να βρει τη λύση του αν τα άτομα που ανήκουν σε αυτή τη μειονότητα δεν συνειδητοποιήσουν τη διαφορά τους, δεν απαλλαγούν από την ενοχή που τους έχουν φορτώσει και δεν ενεργοποιηθούν, προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, εντασσόμενοι σε κάποια από τις υπάρχουσες ομοφυλόφιλες ομάδες ή ιδρύοντας κάποια καινούρια με τους φίλους τους – αν δηλαδή δεν αντιληφθούν ότι το ατομικό τους πρόβλημα είναι πλατύτερα κοινωνικό και πολιτικό και ότι μόνο με τη συνεργασία μεταξύ τους μπορούν, πιέζοντας την κάθε είδους εξουσία, να βελτιώσουν τη θέση τους. Η πείρα του ΑΚΟΕ απ’ αυτή την άποψη είναι πολύ διδακτική και πολύ χρήσιμη: μια μικρή ομάδα ανθρώπων (καμιά διακοσαριά άτομα) κατάφεραν, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, να αποτρέψουν ή να τροποποιήσουν ένα φασιστικής έμπνευσης νομοθέτημα που θα έκανε πιθανόν ακόμα δυσκολότερη τη ζωή των ομοφυλόφιλων. Αλλά το ΑΚΟΕ, με την πορεία και την εξέλιξη του, απέδειξε και κάτι άλλο βασικό: ότι οι οργανώσεις αυτού του είδους, αντιεξουσιαστικές από τη φύση τους, διαταξικές από τη σύστασή τους (αφού η ομοφυλοφιλία είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες τις τάξεις), αδύνατο να μαζικοποιηθούν χωρίς ν’ αναπαράγουν τις δομές εξουσία των κάθε λογής οργανώσεων και κομμάτων ή να συμμετάσχουν, διατηρώντας το χαρακτήρα τους, σ’ αυτές τις οργανώσεις και σ’ αυτά τα κόμματα, μοίρα τους και προορισμός τους είναι, εκμεταλλευόμενες τις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες, να ασκούν πίεση ή να παρεμβαίνουν όπου μπορούν για να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους και να συμβάλλουν στη διαφώτιση της κοινής γνώμης για ένα θέμα που είναι ακόμα ταμπού ή που διαστρεβλώνεται από ηθικολόγους φαλλοκράτες και εξαχρειωμένους επαγγελματικά ψυχιάτρους.

Αν είναι αλήθεια – και όπως αποδείχνουν ιστορικά τα πράγματα είναι – ότι οι άνθρωποι οργανώνονται και κατεβαίνουν στους δρόμους μονάχα όταν δεν μπορούν πλέον να επιβιώσουν μέσα στις δοσμένες συνθήκες, το σημερινό φιλελεύθερο καθεστώς, με τις πολλαπλές διεξόδους που παρέχει στο ομοφυλόφιλο άτομο, δεν προσφέρεται για παρόμοια οργάνωση και διαμαρτυρία. Ωστόσο, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που, βιώνοντας διαφορετικά το πρόβλημά τους, φτάνουν στο σημείο να αντιληφθούν την πολιτική του διάσταση, και δρώντας πλέον σαν πολίτες και όχι σαν άτομα, νιώθουν την ανάγκη να συνεργαστούν με τους άλλους, δημιουργώντας έτσι μικρές νησίδες αλληλεγγύης και άμυνας μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον. Τέτοιες νησίδες άμυνας – και όχι μόνο – αποτελούν σήμερα η Ελληνική Ομοφυλοφιλική Κοινότητα (ΕΟΚ) και το ΑΚΟΕ στην Αθήνα, και η Ομάδα Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης (ΟΠΟΘ). Είναι φανερό ότι, όσο αυτές οι ομάδες θα πληθαίνουν και θ’ απλώνονται γεωγραφικά, έτσι που κάθε πολύ της Ελλάδας, ακόμα και η μικρότερη, ν’ αποχτήσει τη δική της, τόσο η θέση των ομοφυλόφιλων θα βελτιώνεται και η φωνή τους θα φτάνει στα κέντρα των αποφάσεων της κάθε εξουσίας. Γιατί – κι αυτό είναι επίσης διαπιστωμένη ιστορική αλήθεια – καμιά διεκδίκηση και κανέναν δικαίωμα δεν χαρίζεται, αλλά αντίθετα καταχτιέται με επίμονους αγώνες και θυσίες.

Το κείμενο “ΑΚΟΕ και απελευθέρωση”, γράφτηκε από τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο για το ένθετο τεύχος “Πούστριξ” που κυκλοφόρησε την 26 Ιούνη 1997 μαζί με την εφημερίδα “Ο πόθος” της Ομάδας Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης (ΟΠΟΘ).

Πώς η alt-right χρησιμοποιεί το σεξ και το camp για να προσελκύσει γκέι άνδρες στο φασισμό

Τα ομοφυλόφιλα άτομα δεν έχουν ανοσία στις φασιστικές παρορμήσεις.

Στο συνέδριο του 2015 του National Policy Institute, την ετήσια φιέστα του σταρ της alt-right Richard Spencer, ένα ομιλητής με το όνομα Jack Donovan παρότρυνε το πλήθος “να αφήσει τον κόσμο με τον τρόπο που εισήλθε σε αυτόν, κλωτσώντας και ουρλιάζοντας και καλυμμένος με το αίμα κάποιου άλλου”. Την ίδια χρονιά, στις σελίδες του The Occidental Observer, ενός από τα πλέον διακεκριμένα webzine των λευκών εθνικιστών, ένα άλλο μέλος της alt-right, ο James J. O’Meara, αναφέρθηκε για το πώς “πίσω από τον Νέγρο, καλά κρυμμένη, όπως πάντα, είναι η σκοτεινότερη, πιο μοχθηρή εικόνα του Ιουδαίου. Ο Νέγρος είναι η ομάδα εφόδου. Ο Εβραίος είναι ο τελικός επωφελούμενος”. Πέρα του ότι είναι ανοιχτά φασίστες και “λευκοί φυλετιστές”, οι Donovan και O’Meara έχουν ακόμα ένα πράγμα κοινό: Είναι ανοιχτά γκέι άντρες.

Στο βιβλίο του The Homo and the Negro, ο O’Meara λέει ότι οι λευκοί γκέι άντρες αντιπροσωπεύουν ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Δυτική κουλτούρα εξαιτίας της “ευφυίας” και της “ομορφιάς” τους, κι ότι οι “Νέγροι” αντιπροσωπεύουν το χειρότερο, όντες ανίκανοι για “επιτεύγματα”. Ο Donovan αποκαλεί τις γυναίκες “πόρνες” και “σκύλες” και όταν τον ρώτησαν στο Reddit για τις απόψεις του για το Ολοκαύτωμα, απάντησε, “Τι είναι αυτό το πράγμα με το Ολοκαύτωμα; Δεν ξέρω τίποτα”.

Και οι δύο έχουν γίνει μορφές με επιρροή στην alt-right. Το τρομακτικό είναι πως δεν είναι οι μόνοι γκέι άνδρες που ανταποκρίνονται σε έναν κλάδο ελαίας που προσφέρεται τελευταία από τον λευκό εθνικισμό. Το άνοιγμα αυτού του κινήματος στους cisgender άνδρες είναι μια ριζοσπαστική αλλαγή, “μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έχω δει στη δεξιά μέσα σε 40 χρόνια” λέει ο Chip Berlet, ένας από τους συγγραφείς του Right-Wing Populism in America. Στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ευρώπη, οι φανεροί γκέι άντρες δεν ήταν ποτέ καλοδεχούμενοι στις ομάδες λευκών ακραίων ρατσιστών. Η [Ku Klux] Klan και οι νεοναζιστικές ομάδες, οι κύριες προηγούμενες ενσαρκώσεις του λευκού μίσους σε αυτή τη χώρα, ήταν και ακόμα είναι βίαια αντι-ομοφυλόφιλες. Και, ενώ ένα υποσύνολο ανοιχτά γκέι ανδρών πάντα ήταν συντηρητικό (ή, όπως σε όλους τους πληθυσμούς, αδιάφορα ρατσιστικό), δεν επιζήτησαν ποτέ να ενωθούν με τη ρατσιστική δεξιά.

Έτσι ήταν πριν διάφορες ομάδες όπως το NPI, η Counter-Currents Publishing και η American Renaissance αρχίσουν να στρώνουν το χαλάκι καλωσορίσματος. Από το 2010, μερικές (αλλά σε καμία περίπτωση όλες) ομάδες στην ηγεσία του λευκού εθνικιστικού κινήματος προσκαλούν φανερούς cis γκέι άντρες για να μιλήσουν στα συνέδριά τους, να γράφουν στα περιοδικά τους και να δίνουν συνεντεύξεις στις επιθεωρήσεις τους. Ο Donovan και ο O’Meara, μακράν στα δεξιά του ατιμασμένου προβοκάτορα Milo Yannopoulos, είναι οι πραγματικοί ομοφυλόφιλοι αστέρες του λευκού εθνικιστικού κινήματος. Αλλά υπάρχουν και άλλοι στις τάξεις του, όπως ο Douglas Pearce της δημοφιλούς neofolk μπάντας Death in June. Και υπάρχουν πολύ περισσότεροι γκέι άνδρες (και μερικές τρανς γυναίκες) που έχουν επηρεαστεί βαθέως από δύο λευκές εθνικιστικές ιδέες: την “απειλή” που ασκείται από το Ισλάμ και τον “κίνδυνο” που αποτελούν οι μετανάστες.

Ο Donovan προσπαθεί να χρυσώσει το χάπι όσον αφορά τις δικές του ρατσιστικές απόψεις όταν μιλάει στη κύρια βάση των οπαδών του, γκέι άντρες που τους αρέσει η μάτσο εμφάνισή του και στρέιτ άνδρες από την κουλτούρα του “pickup artist” και την “manosphere οι οποίοι προσπαθούν απεγνωσμένα να μάθουν από αυτόν πώς να είναι ανδροπρεπείς. Αντίθετα, στρέφοντας στο άλλο μισό του Ναζιστικού βιβλίου στρατηγικής, προτιμά να υπογραμμίζει το μίσος του για τη “θηλυπρέπεια”, τον φεμινισμό και την “αδυναμία”. Ένας όμορφα μυώδης άντρας 42 ετών που έχει τελειοποιήσει ένα βλοσυρό αρρενωπό ύφος στις πολλές φωτογραφίες που ο ίδιος ανεβάζει στο δικτυακό τόπο του και στη σελίδα του στο Facebook, λειτουργεί σαν δόλωμα για την υπόθεση των νεοφασιστών. Έχει στοιχηματίσει το κεφάλαιο της μπουτς γοητείας του σε ένα brand, βγάζοντας χρήματα από μια σειρά t-shirt και περικαρπίων που λένε πράγματα όπως ΒΑΡΒΑΡΟΣ και μια σειρά από βιβλία που επιζητούν να δώσουν οδηγίες τόσο σε στρέιτ όσο και σε γκέι άντρες για το πώς να γίνουν πιο αρρενωποί και συγκεκριμένα, πιο “βίαιοι”.

Ένας από τους φίλους μου στο Facebook, ένας πολιτικά liberal γκέι άντρας που θα αποκαλώ Frank, είναι οπαδός της σελίδας του Donovan στο Facebook “εξαιτίας των εικόνων. Μου αρέσει η εμφάνισή του – εννοώ, είναι καραφλός με τατουάζ. Πραγματικά αποπνέει πάρα πολύ σεξ”. Στον Frank αρέσει επίσης που ο Donovan “διαλύει όλη αυτή τη γκέι σκηνή των κλαμπ”, την οποία ο Frank βρίσκει κομφορμιστική και αποξενωτική.

Αλλά όταν ο Donovan λέει βία, εννοεί βία. Δεν πρόκειται για BDSM. “Η ικανότητα να χρησιμοποιούν τη βία αποτελεσματικά είναι η υψηλότερη αξία για τους αφέντες”, είπε ο Donovan σε μια ομιλία του 2017 σε μια φασιστική δεξαμενή σκέψης στη Γερμανία. “Είναι η κύρια αξία εκείνων που δημιουργούν τάξη, που δημιουργούν κόσμους. Η βία είναι μια χρυσή αρετή. Η βία βασιλεύει. Η βία δεν είναι κακή – είναι στοιχειώδης”. Παρόλο που ο Donovan προσπαθεί να εξορύξει μέχρι τέλους την λανθάνουσα σεξουαλικότητα της βίας, είναι, στην πραγματικότητα, εναντίον του συναινετικού BDSM, καταδικάζοντάς το σε ένα δοκίμιο του 2010 ως μέρος μιας μακριάς λίστας από κακά που νιώθει ότι διαιωνίζονται από την γκέι κουλτούρα: “ακραία ακολασία, σαδομαζοχισμός, παρενδυσία, τρανσεξουαλικότητα και επιδεικτική θηλυπρέπεια” που προωθούνται από εκείνους που έχουν “ροζ μαλλιά πανκ ροκ [και είναι] θετά παιδιά του φεμινισμού”, τους γκέι ακτιβιστές. Όχι, αυτό που επιδοκιμάζει είναι στρέιτ άτομα που πληγώνουν και σκοτώνουν άλλα άτομα.

Και περί τίνος πρόκειται όλη αυτή η βία; Περί της κατασκευής μικρών, αποκεντρωμένων “πατρίδων” σε αυτή τη χώρα διαχωρισμένες από – έκπληξη! τη φυλή. Εναγκαλίζεται ενθουσιωδώς μια αντίληψη που η alt-right αποκαλεί “παν-αποστασία[pan-secessionism] , υπό την οποία, όπως λέει ο Donovan στο βιβλίο του A Sky Without Eagles, συμμορίες” από λευκούς άντρες θα δημιουργούσαν “αυτόνομες ζώνες” για τους ίδιους και τις λευκές γυναίκες, όπου οι γυναίκες “δεν θα επιτρέπονταν να ηγούνται ή να παίρνουν μέρος στην πολιτική ζωή”. Οι συμμορίες θα επέβαλλαν φυλετικές οριακές γραμμές, γιατί, όπως το θέτει ο Donovan, οι λευκοί έχουν “ριζικά διαφορετικές αξίες [και] κουλτούρες” από τους άλλους ανθρώπους και γιατί η πίστη απαιτεί προτιμήσεις. Απαιτεί διακρίσεις”.

Σε ένα δοκίμιο του 2011, το “Mighty White”, ο Donovan λέει, “η φυλή δεν είναι το αγαπημένο θέμα μου για γράψιμο” γιατί “ξέρω πολύ καλά ότι αποσπά την προσοχή του κόσμου από τον κύριο όγκο της δουλειάς μου” για το πόσο σέξυ είναι η βίαιη αρρενωπότητα. (Αν ο κόσμος τον συνέδεε περισσότερο με τον λευκό εθνικισμό παρά με το πόσο μάτσο είναι, θα μπορούσε να βλάψει τις πωλήσεις της σειράς ρούχων του, των βιβλίων, των patch και των τατουάζ που πουλάει σε ένα γυμναστήριο της περιοχής του Πόρτλαντ). Και πράγματι, προς το τέλος του Μάη, ο Donovan ανέβασε ένα μακρύ, παραληρηματικό ποστ στον ιστότοπό του προσπαθώντας να απομακρυνθεί από τον λευκό εθνικισμό. Αυτή η ανάρτηση μπορεί να ήταν μια αντίδραση στην τεράστια δημόσια οργή στο Πόρτλαντ του Όρεγκον (όπου ζει ο Donovan), που ακολούθησε την δολοφονία από το λευκό εθνικιστή Jeremy Christian δύο ανδρών που υπερασπίστηκαν μια έγχρωμη γυναίκα σε ένα τοπικό τρένο στις 26 Μαΐου. Στο δοκίμιο, ο Donovan ισχυρίστηκε ότι δεν θέλει να οργανώσει οποιονδήποτε πολιτικά, αλλά “προτιμά απλά να κάνει παρέα στα δάση με … τους ανθρώπους που μας συνδέουν όρκοι, τη φυλή μου, τους Wolves of Vinland” – μια λευκή, “νεοπαγανιστική”, ημι-στρατιωτική αδερφότητα που έχει αναγνωριστεί ως ομάδα μίσους από το Souther Poverty Law Center. (Το μέλος των Wolves of Vinland, Maurice Michaely, πέρασε πρόσφατα δύο χρόνια στη φυλακή γιατί έκαψε μια μαύρη εκκλησία στη Βιρτζίνια).

Αλλά η πρόσφατη ανάρτηση από τον Donovan δεν σβήνει το γεγονός ότι στον ιστότοπό του επανειλημμένα έλεγε ότι πραγματικοί άντρες θέλουν να “ελέγξουν τα σύνορά μας”, επέκρινε την “αναλογία εγκλήματος μεταξύ μαύρων και λευκών”, αποκήρυξε την “βαθιά περιχαρακωμένη προκατάληψη ενάντια στους λευκούς” στην κουλτούρα μας και είπε, “Υποστηρίζω τους Λευκούς Εθνικιστές” τους οποίους “αποκαλώ … ‘The Mighty Whites’”. Πρόσφατα, πήρε με θαυμασμό μια συνέντευξη από δύο νέους άντρες που ηγούνται του ταυτοτικού κινήματος ενάντια στους Αφρικανούς και ενάντια στους Άραβες. Στο podcast του, οι άνδρες, ένας από τους οποίους παλιά ανήκε σε νεοναζιστική ομάδα στην Αυστρία, κομπάζουν που επιτέθηκαν σε ένα τζαμί και διέσπασαν ένα θέατρο μεταναστών. Έχει αρχίσει ήδη να εξυμνεί ψιθυριστά τον Julius Evola, τον Ιταλό αντι-σιμήτη και φασίστα μου κατετάγη στα SS του Χίτλερ.

Αν ο Donovan είναι μια καρικατούρα του γκέι ναζιστή ισχυρού άνδρα – σχεδόν μια ενσάρκωση της φράσης “body fascism” (η οποία χρησιμοποιούταν αρχικά από τους γκέι άντρες για να ασκήσουν κριτική την εμμονή άλλων γκέι ανδρών με τα τέλεια κορμιά γυμναστηρίου) – το ταίρι του, ο James O’Meara, είναι μια ενσάρκωση αυτού που δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε μέχρι τώρα: ναζιστικό camp. Διστάζω να γράψω αυτή την φράση, γιατί είναι σχεδόν επώδυνο να αναγνωρίζεις ότι το camp – αυτό το ανατρεπτικό, γκέι “αναποδογύρισμα” της σοβαρότητας σε παιχνιδιάρικη διάθεση και των στρέιτ αφηγήσεων σε αντίστοιχες γκέι – θα μπορούσε να εξασκηθεί από έναν Ναζί. Αλλά φυσικά και μπορεί: Αν η ανάδυση των φανερών γκέι λευκών εθνικιστών δείχνει κάτι, αυτό είναι ότι τα LGBTQ άτομα πράγματι βρίσκονται παντού, για καλό και για κακό. Και δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να θεωρούμε ότι οι ομοφυλοφιλικές αλληγορίες είναι εγγενώς και δια-ιστορικά, προοδευτικές.

Πολύ πιο femme από τον Donovan τόσο σε εμφάνιση όσο και σε τόνο, ο O’Meara γράφει για το Counter-Currents δοκίμια που εναλλάξ μειδιούν ή είναι παιγνιώδη σχετικά με τα ρούχα των αντρών, τον κρυφό Καρδινάλιο Spellman, τον “ομο-ρομαντισμό” των προσκόπων και την πολιτική οικονομία των The Gilmore Girls. Ο O’Meara αγαπά ανοιχτά τον Χίτλερ, αλλά χορεύει επίσης στους ρυθμούς του σοσιαλιστή Oscar Wilde, και, σε μια συνέντευξη στο webzine Alternative Right, παραθέτει με θαυμασμό τον “Bunny” Rogers, τον Βρετανό γκέι δανδή και ήρωα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ως λέγοντα ότι “Τώρα που σκότωσα τόσους πολλούς Ναζί, ο Daddy οφείλει να μου αγοράσει ένα μαύρο παλτό”. Αλλά οι “διασκεδαστικές” παράγραφοί του πάντα τελειώνουν με την ίδια μη παιχνιδιάρικη κατάληξη: “Οι Ιουδαίοι είναι πάντα εκεί και φράσσουν το δρόμο” σκορπίζοντας “σήψη” σε όλη την Αμερικάνικη κουλτούρα. “Ο Εβραίος” καταστρέφει επίτηδες τη χώρα κατασκευάζοντας “Νέγρους” και προωθώντας “την ξένη, άσωτη, δαιμονική κουλτούρα των Αφρικανών”. Σε ένα podcast, o Ο’Meara είπε, “Οι μαύροι γκαστρώνουν τις γυναίκες τους μόλις γίνουν 15 και έχουν 30 διαφορετικά παιδιά με 10 διαφορετικές γυναίκες” εξαιτίας της Εβραϊκής μηχανορραφίας: “το δηλητήριο που εισαγάγει ο εβραϊκός τρόπος σκέψης” προωθεί το ετεροφυλοφιλικό σεξ και την “τρέλα για τα κορίτσια” αντί για την ένδοξη gayness που θα κυριαρχούσε “αν οι Εβραίοι δεν είχαν αναλάβει το Χόλιγουντ”.

Φυσικά, ούτε ο O’Meara ούτε ο Donovan υποστηρίζουν στην πραγματικότητα τα γκέι δικαιώματα. Αυτό οφείλεται εν μέρει επειδή δεν πιστεύουν σε “πολιτικά δικαιώματα”. Παρόλο που ο O’Meara επιθυμεί να είμαι μέρος μιας φαντασιακής ελίτ ομάδας ανδρών που αγαπούν ο ένας τον άλλον και κυβερνούν την κοινωνία – η δική του εκδοχή μιας Άρειας φαντασίωσης που ονομάζεται Männerbund – δεν θέλει να υποστηρίξει, όπως το έθεσε σε μια συνέντευξη στο Alternative Right, “κάποια κλαψιάρα αδερφή που απαιτεί ‘τα δικαιώματά μου!’ … ‘τα δεινά του ομοφυλόφιλου’ είναι ένας αριστερίστικος μύθος”. Ο Donovan λέει ξεκάθαρα ότι πρέπει να δοθούν περισσότερη εξουσία και προνόμια στον στρέιτ κόσμο παρά στους γκέι, γιατί η “αναπαραγωγική σεξουαλικότητά” τους είναι ανώτερη από τη δική μας. Και οι δύο άντρες απεχθάνονται ανοιχτά τις λεσβίες και τους τρανς και τα genderqueer άτομα: Ο Donovan αποκαλεί το κίνημα των τρανς ως “άντρες που θέλουν να κόψουν τα πουλιά τους και γυναίκες που θέλουν να κόψουν τα βυζιά τους”. Και φυσικά, καμία λευκή εθνικιστική οργάνωση πουθενά δεν υποστηρίζει τα LGBTQ δικαιώματα σε κοινωνικό ή νομικό επίπεδο. Η νέα “υποστήριξή” τους περιορίζεται στο να επιτρέπουν cis γκέι άντρες που είναι λευκοί ρατσιστές να ενωθούν μαζί τους,

Οπότε γιατί οι λευκοί εθνικιστές χαμογελούν προς την κατεύθυνσή μας; Το πιο σημαντικό είναι γιατί έπιασε στην Ευρώπη. Στην Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία και Σουηδία οι λευκοί εθνικιστές χρησιμοποίησαν επίτηδες LGBTQ άτομα και τους μουσουλμάνους ως σφήνα του ενός ενάντια στον άλλον. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πάνω από το ένα τρίτο των Γάλλων γκέι ανδρών υποστήριξε τη Le Pen στις πρόσφατες εκλογές παρά την υπόσχεσή της ότι θα θέσει τέρμα στο ομόφυλο γάμο, και στη Γερμανία, το ακροδεξιό AfD πρόσφατα αξιοποίησε μια φανερή λεσβία τραπεζίτισσα για να είναι υποψήφια για την καγκελαρία. (Το AfD είναι ακόμα πιο εχθρικό στις πολιτικές υπέρ των γκέι από ότι είναι οι το γαλλικό National Front). Το φασιστικό κόμμα της Σουηδίας οργάνωσε μια LGBTQ παρέλαση pride που περνούσε μέσα από τις μουσουλμανικές γειτονιές και, φυσικά, στην Ολλανδία, ο Pim Fortuyn και πιο πρόσφατα ο Geert Wilders προσπάθησαν να καταστήσουν το “Ισλάμ” συνώνυμο με το “μίσος για τους γκέι. Ο τελικός σκοπός τους ήταν να κάνουν το μίσος για τους μετανάστες “προοδευτικό”.

Το άνοιγμα στους ομοφυλόφιλους, και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, είναι ένας τρόπος για να μεγαλώσει το νεοφασιστικό κίνημα. Είναι επίσης ένας τρόπος προσέγγισης των millenials, οι οποίοι είναι συνεπείς στην υποστήριξη των γκέι δικαιωμάτων ακόμα κι όταν γίνονται συντηρητικοί σε άλλα ζητήματα. Είναι μια διαβεβαίωση του γεγονότος ότι, καθ’ ορισμένους τρόπους, το ομοφυλοφιλικό κίνημα έχει ήδη κερδίσει τη μάχη για την κοινή γνώμη. Η άκρα δεξιά δεν μπορεί να μας χτυπήσει, οπότε αποφάσισε να ενωθεί μαζί μας – με τον πιο επιφανειακό τρόπο. Τελικά, είναι μια μορφή pinkwashing, το οποίο το YouDictionary ορίζει ως “η πρακτική του να αναπαριστάς κάτι … ως φιλικό προς τους γκέι με σκοπό να μαλακώσεις ή να υποβιβάσεις όψεις της φήμης του που θεωρούνται αρνητικές”. Πώς θα μπορούσε η Le Pen ή ο Wilders, ή άλλοι ανοιχτά ρατσιστές να είναι τόσο κακοί αφού αγαπούν τα ομοφυλόφιλα άτομα;

Υπάρχει κι ένα άλλο δυνητικό όφελος: Αν οι λευκοί ακραίοι ρατσιστές μπορέσουν να εξισώσουν τους “μουσουλμάνους” με τις επιθέσεις σε βάρος LGBTQ ατόμων – και γυναικών – θα μπορούσαν να έχουν τη δύναμη να ελκύσουν liberal και κεντρώους σε ένα είδος αντι-μεταναστευτικής “μεγάλης πτέρυγας”. Αυτό θα συμπλήρωνε την προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τον ρατσισμό ως “υπερ των εργατών”. Δεν είναι καθόλου σύμπτωση που τόσο ο Donovan όσο και ο O’Meara βλέπουν τους εαυτούς τους ως αντι-καπιταλιστές. Όπως οι πολλοί γκέι άντρες που κατατάχθηκαν στα SA του Χίτλερ (η μονάδα υπό την ηγεσία του του ανοιχτά γκέι Ερνστ Ρεμ), βλέπουν ότι ένα κίνημα σαν των Ναζί προσφέρει κατά κάποιον τρόπο σωτηρία και από την αντι-γκέι και από την οικονομική καταπίεση. (Φυσικά, ο Χίλτερ τελικά έσφαξε τον Ρεμ και τους άλλους γκέι άνδρες των SA τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών).

Η ακροδεξιά προσπαθεί να αποπλανήσει τους γκέι άντρες με μερικούς από τους ίδιους τρόπους που το πρώιμο Ναζιστικό κίνημα ανοίχτηκε σε αυτούς, πριν το κλάδεμα των ομοφυλόφιλων στο όνομα των φασιστικών ιδανικών. Μόνο δύο μέρες μετά τη σφαγή στο ναιτ-κλαμπ Pulse στο Ορλάντο την προηγούμενη χρονιά, ο λευκός εθνικιστής και παραγωγός meme (και περήφανος ομοφοβικός) Butch Leghorn έγραψε στον alt-right ιστότοπό του The Right Stuff ότι “Αυτοί οι πυροβολισμοί [είναι] ένα πολύ πολύτιμο ζήτημα σφήνας … Απλά πρέπει να τη χτυπήσουμε με το σφυρί … Να εξαπλώσουμε αυτή τη συνάντηση. Να καθοδηγήσουμε τη σφήνα. Να σπάσουμε τον συνασπισμό τους. Να κάνουμε cool να είσαι αντι-μουσουλμάνος εξαιτίας του liberalism”. Ο Butch και οι ακτιβιστές που είναι μαζί του κυκλοφόρησαν μια πληθώρα από meme για την περίσταση με, για παράδειγμα, μια σημαία του ουράνιου τόξου και τις λέξεις FUCK ISLAM και τις φράσεις “Το να είσαι υπέρ του Ισλάμ σημαίνει ότι είσαι ενάντια στους Γκέι … ο Μπαμπάκας θα χτίσει ένα τείχος και θα σε κρατήσει ασφαλή”. Ο Leghorn είπε στο The Right Stuff: “Σπρώχνουμε τώρα αυτή τη σφήνα όσο πιο βαθιά μπορούμε ώστε να σπάσουμε τον συνασπισμό υπέρ των γκέι και να τον οδηγήσουμε στο στρατόπεδο του Trump”.

Ένα από τα πολλά γκέι άτομα που έλαβε, και ξεκίνησε να στέλνει αχόρταγα, τέτοια meme ήταν ο Peter Boykin, ένας 39χρονος, παντρεμένος, λευκός από τη Βιρτζίνια που οκτώ χρόνια πριν ήταν καχύποπτος για τον Ομπάμα γιατί, όπως μου είπε σε μια τηλεφωνική συνέντευξη, “Το όνομά του είναι σαν Οσάμα Μπιν Λάντεν. Δεν έχουμε το πιστοποιητικό γεννήσεώς του και ήρθε από το πουθενά”. Ο Boykin, που μεγάλωσε με συντηρητικούς καθολικούς γονείς που είχαν διαδηλώσει υπέρ του Ρόναλντ Ρήγκαν, ίδρυσε μια οργάνωση με το όνομα “Gays for Trumpαφού παρακολούθησε ένα πάρτι με το ίδιο όνομα στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων τον προηγούμενο Ιούλιο. Μετά τους πυροβολισμούς στο Pulse, λέει, “ο κόσμος ερχόταν μαζικά στην ομάδα. Ήταν σαν μια έκρηξη”. Ο Boykin λέει ότι δεν φοβάται το αντι-γκέι ιστορικό του γενικού εισαγγελέα Jeff Sessions: “Όταν τον συνάντησα, μου έκανε χειραψία και έβαλε μάλιστα την επαγγελματική μου κάρτα στο παλτό του. Ήταν πολύ καλός μαζί μου. Δεν νομίζω ότι είναι καθόλου αντι-γκέι”. Αλλά ο Boykin ανησυχεί βαθέως για τους μουσουλμάνους μετανάστες (οι οποίοι, σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση από την Pew, είναι στην πραγματικότητα πιθανότερο να πιστεύουν στην ανοχή της ομοφυλοφιλίας απ’ ό,τι οι ευαγγελικοί χριστιανοί) που θέλουν να του κάνουν κακό: “Συνέχεια βλέπω βίντεο που μου στέλνει κόσμος όπου αποκεφαλίζουν εκείνα τα 13χρονα αγόρια και πετάνε κόσμο από τις ταράτσες”.

Ο επί μακρόν LGBTQ οργανωτής Scot Nakagawa αντιμάχεται τα λευκά εθνικιστικά κινήματα για πάνω από 30 χρόνια, και είναι τώρα μείζων συνεργάτης στο ChangeLab, μια δεξαμενή σκέψης πάνω στη φυλετική δικαιοσύνη. Ο Nakagawa λέει “Πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμα και οι ρατσιστές γκέι άντρες είναι ακόμη πολύ ευάλωτοι στις διακρίσεις” γιατί είναι γκέι. “Όταν κάποιος βρίσκεται κάτω από επίθεση” — όχι από φαντάσματα μουσουλμάνων, αλλά από πραγματικούς κυνηγούς των γκέι από τη γειτονιά – “σηκώνει κανείς όποια ασπίδα μπορεί”, ακόμη και ασπίδες όπως ο ρατσισμός που δεν πρόκειται να καταπολεμήσουν την πραγματική απειλή. Στα γραπτά του Donovan, είναι καθαρό ότι είναι αυτό που τον τρομοκρατεί περισσότερο απ’ όλα είναι η “αδυναμία”, ιδιαίτερα η ανδρική αδυναμία. (Σημειώνει ότι νιώθει “αποκρουστικός” αν δεν πάει σε ένα γυμναστήριο “για λίγες μέρες”.) Δεν χρειάζεται ψυχαναλυτής για να μαντέψει ότι, κατά βάθος, νιώθει βαθιά αδύναμος και ευάλωτος. Ο O’Meara, από τη μεριά του, φοβάται ότι θα καταστραφεί από την αφροαμερικάνικη και εβραϊκή “σαπίλα” και μόλυνση. Δεν χρειάζεται ψυχαναλυτής για να μαντέψει κανείς ότι αισθάνεται βρώμικος και σε κίνδυνο να παρακμάσει από μέσα.

Αντί απλά να διαγράψουμε τους γκέι άντρες που μπορεί να ελκύονται από τον λευκό εθνικισμό, ο Nakagawa λέει: “Είναι πραγματικά σημαντικό να σκεφτούμε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους”. Ο Nakagawa νιώθει ότι η αριστερά έχει συμπεριφερθεί υπερβολικά συχνά λες και ο ρατσισμός και ο σεξισμός είναι ζητήματα προσωπικού χαρακτήρα, αντί για βαθιές κοινωνικές δομές που οι ελίτ – το 1 τοις εκατό – χρησιμοποιούν για να εδραιώσουν την εξουσία τους.

“Είναι κακή επιλογή να φαντάζεσαι ότι όλοι αυτοί οι άνδρες είναι απίστευτα πλούσιοι”, προσθέτει. Αντί να δαιμονοποιούμε τους άντρες που μπορεί να εύχονται θερμά για μια ισχυρή αδερφότητα για να τους προστατεύσει σε μια κοινωνία που είναι αυξανόμενα μη ασφαλής και δεν προσφέρει πνευματική ικανοποίηση για όλους μας, θα έπρεπε να αντι-οργανωθούμε μεταξύ τους και να έχουμε τις ερευνητικές και με δέσμευση συζητήσεις για τον ρατσισμό και τον σεξισμό που υπερβολικά συχνά διαφεύγουν της γκέι κοινότητας. Σε αυτούς τους καιρούς μεγάλου κινδύνου και για τους LGBTQ και για όλη τη χώρα, ο μόνος πραγματικός τρόπος για να καταπολεμηθεί ο φασισμός είναι να προσφέρεις ένα ανταγωνιστικό όραμα, για μια κοινωνία που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων αντί, όπως θα το έθετε ο Donovan, τις ανάγκες “των λύκων” που αναζητούν να επιβεβαιώσουν “κυριαρχία και έλεγχο”. Γιατί στο τέλος της μέρας, κανένας από εμάς δεν είναι λύκος – ή για να το πω με έναν άλλο τρόπο, ακόμα και οι λύκοι είναι ευάλωτοι.

Donna Minkowitz, 5 Ιουνίου 2017, το αρχικό άρθρο εδώ.

You are triggering me! Η νεοφιλελεύθερη ρητορική της βλάβης, του κινδύνου και του τραύματος

του Jack Halberstam

Παρακολουθούσα πρόσφατα το The Life of Brian (1979) από τους Monty Pythons, ένα ξεκαρδιστικό ξαναγράψιμο της ζωής και του θανάτου του Χριστού, και διαπίστωσα πόσο αισχρά θα έδειχναν σήμερα τα αστεία από την ταινία. Στην πραγματικότητα, η ταινία, με τη θρησκευτική σάτιρα και τις σκηνές του Χριστού και των ληστών να τραγουδούν στο σταυρό, δεν θα προβαλόταν ποτέ σε ένα σημερινό σινεμά. Το The Life of Brian σαφώς έγινε δεκτό ως αμφιλεγόμενο στις μέρες του αλλά όταν οι λογοκριτές προσπάθησαν να καταστείλουν την ταινία σε αρκετές διαφορετικές χώρες, η ομάδα των Monty Pythons χρησιμοποίησε την ανθηρή αίσθηση του χιούμορ της προς όφελός της. Έτσι, όταν η ταινία απαγορεύθηκε σε κάποια μέρη, της έδωσαν ένα σλόγκαν όπως: “Τόσο αστεία που απαγορεύθηκε στη Νορβηγία!”

Το χιούμορ, γενικά, βασίζεται στο απρόσμενο (“Κανείς δεν αναμένει την Ισπανική Ιερά Εξέταση!”), στην επανάληψη σε σημείο γελοιότητας “μπορείς έχεις αυγά, μπέηκον και σπαμ – σπαμ, αυγά, σπαμ και λουκάνικο – ή σπαμ, σπαμ, σπαμ και σπαμ!”), χαζομάρα, ασυνέχειες, καρικατούρες και ένα αναρχικό χαρμάνι σοβαρού και σατιρικού. Και το χιούμορ είναι κάτι για το οποίο οι φεμινίστριες ιδιαίτερα, αλλά οι ριζοσπαστικές πολιτικές γενικότερα, κατηγορούνται ότι έχουν έλλειψη. Πρόσφατες διαμάχες μέσα στις κουήρ κοινότητες γύρω από τη γλώσσα, την αργκό, τη σατιρική ή ειρωνική αναπαράσταση και τις αντιλήψεις της βλάβης ή του προσβλητικού έχουν δημιουργήσει αρκετή διαμάχη με πολύ λίγο χιούμορ πρόσφατα, οδηγώντας σε απαιτήσεις για απαγορεύσεις, λογοκρισία και αλλαγές ονομάτων.

Οι λογομαχίες μεταξύ ανθρώπων που μοιράζονται ουτοπικούς σκοπούς, στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι καινούργιο. Θυμάμαι που φανερώθηκα στα 70s και στα 80s μέσα σε έναν κόσμο πολιτισμικού φεμινισμού και λεσβιακού σεπαρατισμού. Μετά δυσκολίας θα υπήρχε μια εκδήλωση τα χρόνια εκείνα δίχως κάποια να αισθανθεί παραβιασμένη, πληγωμένη, τραυματισμένη από την άσχημα διατυπωμένη ερώτηση κάποιας, την κακή επιλογή λέξεων άλλου ατόμου ή απλά από έστω την υποψία αρώματος στο δωμάτιο. Άτομα με διάφορα είδη εξάντλησης, εύκολα ενεργοποιήσιμων αλλεργιών, άσχημα διαχειριζόμενου τραύματος σταματούσαν διαρκώς τις διαδικασίες για να φωνάξουν με δυνατές φωνές πόσο άσχημα ένιωσαν γιατί κάποια είπε, κάπνισε ή ψέκασε κάτι κοντά τους ώστε είχε βρομίσει τον χώρο που ανέπνεαν. Άλλες προχωρούσαν σε προσαρμογές, ελάττωναν τη χρήση αποσμητικού, προσπαθούσαν να αποφύγουν την πατριαρχική γλώσσα, σκέφτονταν πριν μιλήσουν, κρατούσαν η μία την άλλη, έκλαιγαν, μελαγχολούσαν και τελικά αποσυνθέτονταν σε ένα ακατάστατο, απαράδεκτο έλος κλαψουριασμένων, υπο-αλλεργικών, ψυχοσωματικών, anti-sex, anti-porn, pro-drama, υπέρ της επεξεργασίας μετα-πολιτικά υποκείμενα.

Οι πολιτικοί καιροί αλλάζουν και καθώς τα 80s δώσανε τόπο στα 90s, καθώς ο κλαψιάρης λευκός φεμινισμών των κυριών έδωσε τόπο για να αποκαλυφθεί ένας πολυφυλετικός, μεταδομιστικός, διαθεματικός φεμινισμός πολύ μεγαλύτερης προέλευσης, ο κόσμος άρχισε να γελά, να χαλαρώνει, άτομα υπερνίκησαν τους εαυτούς τους και άρχισαν να μιλούν και να αναγνωρίζουν ότι ο εχθρός δεν ήταν ανάμεσά μας αλλά ήταν ενθυλακωμένος σε νέα, άπληστα οικονομικά συστήματα. Είναι περιττό να πω ότι για τις γυναίκες των έγχρωμων φεμινισμών τα στοιχήματα ήταν πάντα υψηλότερα και οι πολιτικές ταυτοτήτων είχαν διαδραματιστεί διαφορετικά. Αλλά, στα 90s, βιβλία για τον νεοφιλελευθερισμό, τον μεταμοντερνισμό, την έμφυλη επιτελεστικότητα και το φυλετικό κεφάλαιο έστρεψαν την προσοχή μακρυά από τον πληγωμένο εαυτό και βρήκαμε τους εχθρούς μας και, καθώς μιλούσαμε ανοιχτά και παρατηρούσαμε ότι νεοφιλελεύθερες μορφές του καπιταλισμού κάλυπταν την οικονομική εκμετάλλευση με γλώσσα ελευθερίας και απελευθέρωσης, φάνηκε σαν να είχαμε παρατήσει τις πληγωμένες εαυτές μας για νέες δημιουργίες πληθών, συλλογικοτήτων, συνεργασιών και σχεδίων λιγότερα κεντραρισμένων στα άτομα και τις συμφορές τους. Φυσικά, ισοπεδώνω κάθε είδους ιστορικών και πολιτισμικών εκδοχών μέσα σε πολλαπλές ιστορίες φεμινισμού, queerness και κοινωνικών κινημάτων. Αλλά είμαι πρόθυμη να το πράξω ώστε να υπογραμμίσω εδώ την επανεμφάνιση της ρητορικής της βλάβης και του τραύματος που φωτίζει όλες τις κοινωνικές διαφορές με όρους πληγωμένων συναισθημάτων και διαιρεί πολιτικά συνασπισμένα υποκείμενα σε ιεραρχίες βαθμών πληγώματος,

Στο σημείο αυτό, θα έπρεπε να θυμηθούμε την παρωδία “τέσσερις άντρες από το Γιορκσάηρ” από τους Monty Pythons όπου οι τέσσερεις παλιόφιλοι θυμούνται τα στερημένα παιδικά τους χρόνια – ο ένας λέει “ζούσαμε σε ένα μικρό ετοιμόρροπο σπίτι…” ο επόμενος απαντά “Σπίτι; Ήσασταν τυχεροί που ζούσατε σε σπίτι. Εμείς ζούσαμε σε δωμάτιο…” Και πετάγεται ο τρίτος με: “Δωμάτιο; Ήσασταν τυχεροί που είχατε δωμάτιο, εμείς έπρεπε να μένουμε στο διάδρομο!” Ο τέταρτος συμπληρώνει τον κύκλο: “Διάδρομος! Εμείς ονειρευόμασταν να μέναμε στο διάδρομο!” Αυτοί οι διαγωνισμοί κακουχιών, αλλά χωρίς το χιούμορ, είναι δεδομένα κομμάτια για τη “γενιά triggered” και πραγματικά, σπάνια πάω σε ένα συνέδριο, φεστιβάλ ή μάζωξη χωρίς να αναδυθεί μια διαμαρτυρία για κάποιον τρόπο αναπαράστασης που έκανε trigger κάποιον κάπου. Και καθώς ο κόσμος “εγκαλεί ο ένας τον άλλον” σε μια χορωδία από δάχτυλα που κροταλίζουν, δείχνουμε ότι χάνουμε γρήγορα κάθε αίσθηση προοπτικής και αντί να χτίζουμε συμμαχίες, αποσυναρμολογούμε σκληρά κερδισμένους συνασπισμούς για τους οποίους πολεμήσαμε.

Μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησης της προσβολής και της βλάβης έχει εστιαστεί στη γλώσσα, αργκό και ονοματοθεσία. Για παράδειγμα, ξεκίνησαν διαμάχες τους τελευταίους λίγους μήνες για την ονομασία ενός παλιού νάιτ κλαμπ στο San Francisco: “Trannyshack”, και εμφανίστηκαν επιχειρήματα για το αν η λέξη “tranny” θα έπρεπε καν να χρησιμοποιείται. Αυτές οι διαμάχες απέσπασαν την προσοχή από κάποιο κόσμο και η θρυλική queer performer, Justin Vivian Bond, ανέβασε μια ανοιχτή επιστολή στη σελίδα της στο Facebook που έλεγε στους αναγνώστες και οπαδούς ξεκάθαρα ότι “οργίζεται από αυτές τις ασήμαντες μαλακίες”. Η Bond θύμισε στους αναγνώστες ότι πολλοί άνθρωποι “είναι ευχαριστημένοι που είναι trannies” και δεν είναι ευχαριστημένοι που πρέπει να σιωπήσουν ντροπιαστικά χάριν της “αστυνομίας λέξεων”. Η Bond και άλλες έχουν επίσης αναφερθεί στο queer έθιμο της επανοικειοποίησης όρων κακομεταχείρησης και μετατροπής τους σε στοργικούς όρους αγάπης. Όταν εξαλείφουμε όρους όπως το “tranny” στο κυνήγι της αξιοπρέπειας και ενσωμάτωσης, στην πραγματικότητα ταΐζουμε πάλι τις ίδιες ακριβώς ιδεολογίες που προκαλούν την ομο- και τρανς-φοβία αρχικά! Στο The Life of Brian, ο Brian τελικά αρνείται να συμμετέχει στον αντισημιτισμό που κάνει την μητέρα του να το αποκαλεί “Ρωμαίο”. Σε μια γενναία “coming out” ομιλία λέει: “Δεν είμαι Ρωμαίος μαμά, είμαι Οβριός, yid, heebie, ένας γαμψομύτης, είμαι kosher μαμά, είμαι ένας πεζός της Κόκκινης Θάλασσας και περήφανος για αυτό!”

Και τώρα για κάτι τελείως διαφορετικό… Η διαμάχη σχετικά με τον όρο “tranny” δεν είναι ένα μοναδικό συμβάν. Τέτοιες συμπλοκές έχουν γίνει ένα μάλλον προβλέψιμο και τακτικό κομμάτων όλων των ειδών από συνέδρια και συναντήσεις. Πράγματι, γίνεται δύσκολο να μιλήσεις, να εκτελέσεις μια εργασία, να προσφέρεις έργο στις μέρες μας δίχως κάποια, κάπου να ισχυρίζεται ότι αισθάνεται βλάβη, ότι επανατραυματίζεται από ένα πολιτιστικό γεγονός, μια ζωγραφιά, ένα θεατρικό έργο, μια ομιλία, μια χαλαρή χρήση της αργκό, έναν χαρακτηρισμό, μια καρικατούρα και ούτως καθεξής είτε ο “βλαπτικός” λόγος/χαρακτηρισμός συμβαίνει εντός ενός περίπλοκου αισθητικού έργου είτε όχι. Σε ένα συνέδριο, ένα θεατρικό έργο που έφερνε στο προσκήνιο τον ακρωτηριασμό του γυναικείου σώματος στο 17ο αι. απορρίφθηκε ως τρανς-φοβικό και κατέστη η ευκαιρία για πολλαπλές δημόσιες συζητήσεις για να συζητηθεί η βλάβη που επέβαλλε σε τρανς άτομα παρόντα στην παράσταση. Ένα άλλο κομμάτι σε αυτήν την παράσταση στο συνέδριο είχε έναν χαρακτήρα “μάντισσας” που κατηγορήθηκε για οριενταλιστική στερεοτυπία. Σε μια άλλη εκδήλωση που παρακολούθησα η οποία εστίαζε στις κουήρ αρρενωπότητες, οι διοργανωτές κατηγορήθηκαν ότι περιθωριοποιούσαν τις κουήρ θηλυκότητες. Και σε ένα μάθημα που παρέδιδα πρόσφατα ήταν ένα νεαρό άτομο που υποτίθεται ότι ανησυχούσε μην τυχόν κάνει “trigger” μια τρανς φοιτήτρια χρησιμοποιώντας τις λάθος αντωνυμίες σε σχέση με έναν τρίτο φοιτητή που δεν έδειχνε να ενοχλείται από αυτό! Μια άλλη φοιτήτρια μου είπε πρόσφατα ότι είχε γίνει “triggered” σε ένα μάθημα για την αποικιοκρατία με την προβολή του The Battle of Algiers. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι προσβεβλημένες ομάδες απαιτούν απολογίες και δίνονται υποσχέσεις ότι μελλοντικές επαναλήψεις του τάδε ή του δείνα θεατρικού κομματιού θα έχει κομμένα όλα τα προσβλητικά μέρη. Ή, όπως στην περίπτωση του “Trannyshack”, το όνομα του κλαμπ άλλαξε.

Όσο αναγωγιστικές έχουν γίνει τέτοιες αντιδράσεις σε αισθητικό και ακαδημαϊκό υλικό, τόσο έχουν υπερ-απλουστευθεί οι ορισμοί του τραύματος μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Υπάρχουν περίπλοκοι λόγοι για το τραύμα άμεσα διαθέσιμοι ως συνέπεια εργασία δεκαετιών για τη μνήμη, την πολιτική βία και κακοποίηση. Αυτό το έργο μάς έχει προσφέρει πολλαπλές θεωρίες για τους τρόπους που η φορτισμένη μνήμη του πόνου, της κακοποίησης, του βασανιστηρίου ή της φυλάκισης μπορεί να επαναφλεγεί από καταστάσεις ή συσχετισμούς που προκαλούν βαθιά κρυμμένες μνήμες να υπερχειλίσουν πίσω στο σώμα με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Αλλά όλη αυτή η δουλειά, από τις Shoshana Felman Macarena Gomez-Barris, Saidiya Hartman, Cathy Caruth, Ann Cvetkovic, Marianne Hirsch και άλλες, έχει σπρωχτεί στην άκρη κατά το τρέχον κύμα των πολιτικών των θλιμμένων.

Ισχυρισμοί ότι γίνεσαι triggered απεργάζοται τις κυριολεκτικές αντιλήψεις περί συναισθηματικού πόνου και διαμορφώνουν τα τραυματικά γεγονότα ως ελάχιστα θαμμένη βλάβη που μπορεί εύκολα να ανέλθει ξανά στην επιφάνεια σε σχέση με οποιαδήποτε μορφή αναπαράστασης ή συσχετισμού που προσομοιάζει ή ακόμα απλά αναπαριστά το θέμα της αρχικής επίπονης εμπειρίας. Και έτσι, ενώ στο παρελθόν, στρεφόμασταν στα μυστικιστικά σημειωματάρια του Φρόυντ για να σκεφθούμε τη μνήμη ως ένα παλίμψηστο, θάβοντας υλικό κάτω από στρώσεις αναγραφών, τώρα βλέπουμε τη μνήμη σαν ένα ενεργό καλώδιο που στέκεται στην ψυχή περιμένοντας για ένα σπινθήρα. Εκεί που κάποτε βλέπαμε την ανάκληση του τραύματος ως ένα σύνολο από αινιγματικά συμπτώματα που κινούνται στο σώμα, τώρα ο κόσμος αναγάγει την επαναφορά στην επιφάνεια μιας επίπονης μνήμης στον γενικό όρο “trigger”, φανταζόμενος ότι ο συναισθηματικός πόνος είναι κατά κάποιο τρόπο παρόμοιος με ένα τραβηγμένο μυ – ως κάτι που πονά όποτε χρησιμοποιείται, και ως ζημιά που χρήζει προστασίας.

Δεκαπέντε με είκοσι χρόνια πριν, βιβλία σαν το States of Injury της Wendy Brown (1995) και το The Melancholy of Race: Psychoanalysis, Assimilation and Hidden Grief της Anna Cheng (2001) ρωτούσαν τις αναγνώστριες να σκεφτούν πώς τα παράπονα γίνονται πένθος, πώς οι πολιτικές φθάνουν να απαιτούν ζημία και πώς μια νεοφιλελευθερη ρητορική του ατομικού πόνου συσκοτίζει τις βίαιες πηγές της κοινωνικής ανισότητας. Αλλά, νεώτερες γενιές από κουήρ δείχνουν να έχουν ακούσει μόνο ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας και αντί να αναγνωρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός ακριβώς δουλεύει ψυχολογικοποιώντας την πολιτική διαφορά, εξατομικεύοντας δομικές εξαιρέσεις και μυστικοποιώντας την πολιτική αλλαγή, κάποιοι πρόσφατοι ακτιβιστές φαίνεται ότι έχουν εξισώσει τον κοινωνικό ακτιβισμό με περιγραφικές δηλώσεις σχετικά με την ατομική βλάβη και τον ψυχικό πόνο. Επιτρέψτε μου να είμαι ξεκάθαρη – το να λες ότι νιώθεις πληγωμένη από την χρήση από ένα άλλο κουήρ άτομο μιας επαναοικειοποιημένης λέξης όπως tranny και το να οργανώνεσαι ενάντια στη χρήση αυτής της λέξης ΔΕΝ είναι κοινωνικός ακτιβισμός. Είναι λογοκρισία.

Σε μια κοινωνία μετα-καταφατικής δράσης, όπου ακόμα και οι πρόσφατες ιστορίες πολιτικής βίας όπως η δουλεία ή το λυντσάρισμα παρουσιάζονται σαν ένα μακρινό και άσχετο παρελθόν, όλοι οι ισχυρισμοί στις δυσκολίες έχουν παρουσιαστεί ως ίσοι. Και μερικοί σπουδαστές, συνηθισμένοι να πετάνε βιαστικά ιστορίες από επίπονα γεγονότα της παιδικής ηλικίας τους (νεκρά κατοικίδια/παπαγάλοι, κάποιος τραυματισμός σε άθλημα) στις αιτήσεις των κολεγίων και άλλων τέτοιων ιδρυμάτων, έχουν φτάσει να θεωρούν τους εαυτούς τους ως κοινότητες γυμνών, τρεμουλιαστών, ταραγμένων μικρών εαυτών – υπερβολικά ευάλωτων για να σηκώσουν ένα αστείο, υπερβολικά κατεστραμμένων για να πουν κάποιο. Στις κουήρ κοινότητες, μερικοί άνθρωποι είναι τώρα δεσμευμένοι σε μια εκδοχή “It Gets Better” της καλλιέργειας της συνείδησης εντός της οποία αυτοκτονικοί, κατατεθλιμμένοι και θύματα του bullying νεαροί γκέι και λεσβίες μάχονται σαν αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι σε ένα κατεστραμμένο αρκτικό τοπίο να τα καταφέρουν να διανύσουν τον χειμώνα της παιδικής ηλικίας. Με τη βοήθεια φιλικών ενήλικων, ψυχοθεραπείας, κουήρ νεανικών ομάδων και εθνικών εκστρατειών, αυτοί οι ίδιοι νέοι εξωτερικεύουν αφηγήσεις βλαβών που οι ίδιοι μπορεί να έχουν βιώσει ή μπορεί και όχι στην πραγματικότητα. Οι κουήρ ομάδες νεολαίας ιδιαίτερα εγκαθιστούν μια αφήγηση τραύματος και ενθαρρύνουν την LGBT νεολαία να θεωρεί τον εαυτό της ως “σε κίνδυνο” και “αβέβαιο” είτε νιώθει είτε δεν νιώθει έτσι για τον εαυτό της, είτε το coming out ως LGB ή T κατέληξε όντως σε κακοποίηση είτε όχι! Και τότε, όταν πια ξεπεράσουν ηλικιακά τις ομάδες νεολαίας τους, αυτοί οι ίδιοι LGBT νέοι γίνονται υπερευαίσθητοι σε όλα τα σημάδια και τις αποδείξεις της κακοποίησης που έχουν μάθει.

Τι σημαίνει όταν νεαρά άτομα που ωφελούνται από αρκετές γενιές πλέον κουήρ κοινωνικού ακτιβισμού από ανθρώπους στα 40 ή τα 50 τους (που στην παιδική ηλικία τους δεν είχαν καταφύγιο εκστρατείες κατά του bullying ή κοινωνικές υπηρεσίες ή πολλαπλές αναπαραστάσεις άλλων κουήρ ατόμων να χτίζουν τις ζωές τους) αισθάνονται κακομεταχειρισμένα, τραυματισμένα, εγκαταλελειμμένα, παρεξηγημένα, χτυπημένα και κατεστραμμένα; Αυτά τα νεαρά άτομα, με τις συμμαχίες τους γκέι-στρέτ, τους υποστηρικτικούς γονείς τους και το νέο δικαίωμά τους στο γάμο εκδίδουν τακτικά επικλήσεις για “ασφαλείς χώρους”. Όμως, όπως το βραβευμένο βιβλίο από το Lambda Literary Safe Space: Neighborhood History and the Politics of Violence της Christina Hanhardt δείχνει, η ατζέντα του safe space εργάστηκε σε συνδυασμό με αστικές πρωτοβουλίες για να αυξηθεί η αστυνόμευση των φτωχών γειτονιών και ο εξευγενισμός άλλων. Το Safe Space: Gay Neighborhood History and the Politics of Violence ιχνηλατεί την ανάπτυξη των LGBT πολιτικών στις ΗΠΑ το διάστημα 1965-2005 και εξηγεί πώς ο LGBT ακτιβισμός μεταμορφώθηκε από ένα πολυφυλετικό κίνημα συνασπισμών από τα κάτω με στενούς δεσμούς με ομάδες κατά της φτώχειας και αντιρατσιστικές οργανώσεις σε ένα mainstream κίνημα κατά της βίας με φιλοδοξίες για κρατική αναγνώριση.

Και, καθώς οι LGBT κοινότητες καθιστούν στην “ασφάλεια” πρώτη προτεραιότητα (κι αυτό κατά τη διάρκεια μιας εποχής μιλιταριστικής επένδυσης σε καθεστώτα ασφάλειας) και εδράζουν το κυνήγι τους για ασφάλεια σε ανταγωνιστικές αφηγήσεις για το τραύμα, η μάχη ενάντια σε επιθετικές νέες μορφές εκμετάλλευσης, ο παγκόσμιος καπιταλισμός και τα διεφθαρμένα πολιτικά συστήματα ξεχνιούνται και μένουν πίσω.

Αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος; Όταν ομάδες που μοιράζονται κοινό σκοπό, ουτοπικά όνειρα και μια από κοινού αποστολή βρίσκουν φταίξιμο μεταξύ τους αντί να ρίχνουν τις τράπεζες και τους τραπεζίτες, τους πολιτικούς και το κοινοβούλια, τους πρυτάνεις των πανεπιστημίων και τους Διευθύνοντες Σύμβουλους; Αντί να συνειδητοποιούμε, όπως το θέτουν οι Moten και Hearny στο The Undercommons, ότι “χρωστάμε η μία στην άλλη τα πάντα”, θεσπίζουμε τιμωρίες η μία για την άλλη και παρασυρόμαστε μακρυά από σχέδια που θα μπορούσαν να μας ενώσουν, και κουλουριαζόμαστε σε μικρές ομάδες νιώθοντας ερωτικά δεμένες μέσα από την αυταρέσκειά μας.

Θέλω να κάνω ένα κάλεσμα για έναν καιρό ευθύνης και εξειδίκευσης: δεν είναι όλοι οι LGBT νεολαίοι αυτοκτονικοί, ούτε υπήρξαν όλα τα LGBT άτομα υποκείμενα σε βία και bullying, και πραγματικά η τάξη και η φυλή παραμένουν πολύ περισσότερο ζωτικοί παράγοντες στη λογοδοσία για την ευαλωτότητα στη βία, τη βαρβαρότητα της αστυνομίας, τον κοινωνικό βασανισμό και την μειωμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση και τις ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Ας ρίξουμε όλες μια μακρά σκληρή ματιά στα προνόμια που συχνά αναδύονται σε δημόσιες αναπαραστάσεις πένθους και οργής. Ας αναγνωρίσουμε ότι το να είσαι κουήρ δεν σημαίνει πλέον αυτόματα ότι σε έχουν μεταχειριστεί βίαια και ας ζητήσουμε για πολύ πιο κείμενες αξιώσεις στην περιθωριοποίηση, το τραύμα και τη βία. Ας μην παίζουμε βιολί ενώ καίγεται η Ρώμη (ή το Παρίσι), ας μην παθαίνουμε trigger καθώς ανεβαίνει το νερό, ας μην θρηνούμε καθώς τα σκουπίδια συσσωρεύονται. Ας αναγνωρίσουμε αυτούς τους εσωτερικούς πολέμους ως τον περισπασμό που ήταν κάποτε. Μια φορά κι έναν καιρό, η ονομασία “κουήρ” σήμαινε μια αντίθεση στις πολιτικές ταυτοτήτων, μια δέσμευση στον συνασπισμό, ένα όραμα για εναλλακτικούς κόσμους. Τώρα έχει γίνει ένας ασθενής όρος ομπρέλα για μια συνομοσπονδία ταυτοτικών υποθέσεων. Είναι καιρός να προχωρήσουμε, να συγχύσουμε τον εχθρό, να γίνουμε ακατάληπτοι, αόρατοι, ανώνυμοι. Με τα λόγια του José Muñoz, “δεν υπήρξαμε ποτέ κουήρ”. Με τα λόγια του μεγάλου ιππότη από τους Monty Python και το Ιερο Δισκοπότηρο, “δεν είμαστε πια οι Ιππότες που λένε Ni, είμαστε τώρα οι Ιππότες που λένε ‘Ekki-ekki-ekki-ekki-PTANG. Zoom-Boing, z’nourrwringmm.’”

Φαρμακευτική καινοτομία στο τέλος της εποχής του ασύλου

Ένα χαρακτηριστικό της αλληλεπίδρασης μεταξύ ψυχίατρου και ασθενούς είναι ότι αν η μεριά του ασθενούς ληφθεί εκτός πλαισίου, όπως γίνεται στην κλινική περιγραφή, τότε αυτή μπορεί να ακούγεται πολύ παράξενη. Η μεριά του ψυχίατρου, εν τούτοις, εκλαμβάνεται ως η ίδια η λυδία λίθος για την κοινή μας άποψη της κανονικότητας. Ο ψυχίατρος, ως ipso facto σώφρων, δείχνει ότι ο ασθενής βρίσκεται εκτός επαφής μαζί του. Το γεγονός ότι είναι εκτός επαφής με τον ασθενή δείχνει ότι υπάρχει κάτι στραβό με τον ασθενή, αλλά όχι με τον ψυχίατρο.

R.D. Laing, The Politics of Experience and the Bird of Paradise

Οι ψυχιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία στις αρχές του εικοστού αιώνα είναι δίχως αμφιβολία τυχεροί που οι γιατροί τους δεν καταφεύγουν πλέον στη ψυχοχειρουργική ή τη θεραπεία κώματος ινσουλίνης, και χρησιμοποιούν το ηλεκτροσόκ με φειδώ. Οι περισσότερες από τις θεραπείες που χρησιμοποιούνται αντ’ αυτών αναπτύχθηκαν σε μια περίοδο έντονης καινοτομίας που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ανακαλύψεις αυτής της περιόδου επομένως σχημάτισαν τον τρόπο που εφαρμόζεται η ψυχιατρική σήμερα σε όλο τον κόσμο. Αποκάλυψαν επίσης μια διαλεκτική ένταση η οποία υπήρξε σταθερό μοτίβο στην ιστορία της ψυχιατρικής φροντίδας, μεταξύ εκείνων που αναζητούσαν τεχνικές συνταγές για ψυχιατρικά προβλήματα και εκείνων που έχουν επιχειρηματολογήσει ότι η ενσυναίσθηση και η θέρμη είναι τα πλέον ισχυρά θεραπευτικά όπλα διαθέσιμα στον κλινικό ιατρό.

Στις περισσότερες χώρες, η εμφάνιση των νέων θεραπειών συνέπεσε με το τέλος της εποχής του συστήματος ασύλου. Αφού αυξήθηκε από μερικές χιλιάδες το 1860 σε περισσότερες από 150.000 στις αρχές του 1950, ο ψυχιατρικός πληθυσμός στα νοσοκομεία της Βρετανίας μειώθηκε σταθερά στο δεύτερο μισό του αιώνα πέφτοντας περίπου στις 60.000 στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας. Αυτό δεν οφειλόταν επειδή λιγότεροι άνθρωποι αναζητούσαν θεραπεία αλλά γιατί οι ασθενείς που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο έπαιρναν εξιτήριο πιο γρήγορα. Το 1961 ο Υπουργός Υγείας Enoch Powell ανακοίνωσε την πρόθεση της βρετανικής Κυβέρνησης να καταργήσει εντελώς τα άσυλα στις κομητείες. Μία παρόμοια κατεύθυνση ακολουθήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το 1963 ο Πρόεδρος Κένεντι υπέγραψε τον κοινοτικό νόμο της ψυχικής υγείας και για πρώτη φορά οι πολιτείες δέχονταν την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση που απαιτούνταν για να για να ιδρύσουν τοπικά Κέντρα Ψυχικής Υγείας. Ως συνέπεια ο αριθμός των ψυχιατρικών ασθενών στα νοσοκομεία κατέρρευσε ακόμα πιο δραματικά από ότι στη Βρετανία από περίπου πάνω από μισό εκατομμύριο το 1950 σε μόλις 60.000 τα μέσα του 1990.

Διάφορες ονομασίες έχουν δοθεί σε αυτήν την τάση αλλά η πιο συχνή είναι η αποασυλοποίηση, ένας όρος που αναγνωρίζει έμμεσα τη βλάβη που προκαλούσε η κράτηση μακράς διάρκειας σε εκείνους που βρίσκονταν εντός των τειχών των ψυχιατρείων, κάποιοι εκ των οποίων δεν θα έπρεπε να είναι εκεί ποτέ αρχικά (στις αρχές του ’70 μία σειρά άρθρων στην εφημερίδα Guardian εξέτασε το σκάνδαλο γηραιών γυναικών που κρατούνταν σε βρετανικά άσυλα τα οποία οι οποίες είχαν εισαχθεί ως έφηβες όταν γέννησαν παράνομα παιδιά). Οι δυνάμεις πίσω από αυτή τη διαδικασία έχουν εξεταστεί πολύ και με πάθος αλλά κάποιες είναι δίχως αμφιβολία οικονομικές. Οι φορολογούμενοι εμφανίζονται όλο και πιο διστακτικοί να πληρώνουν τα τεράστια κόστη λειτουργίας μεγάλων ψυχιατρικών νοσοκομείων που απαιτούσαν οι ασθενείς να τρέφονται, να πίνουν και να στεγάζονται συχνά επ’ αόριστον. Ένα σύστημα στο οποίο οι ασθενείς ζούσαν στην κοινότητα, επιστρέφοντας στις ψυχιατρικές πτέρυγες κατά τη διάρκεια περιόδων κρίσης, υποσχόταν να είναι πολύ φθηνότερο.

Εξίσου σημαντική ήταν η αυξανόμενη ενημερότητα του κοινού των τρόπων που το σύστημα ασύλων κατέστρεφε ζωές. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι τρομακτικές καταστάσεις στα μεγάλα Αμερικάνικα άσυλα αποκαλύφθηκαν από αντιρρησίες συνείδησης που υπηρετούσαν στην Πολιτική Κοινωνική Υπηρεσία, ένα αναγνωρισμένο από την κυβέρνηση οργανισμό που χρηματοδοτούνταν από θρησκευτικές ομάδες που εναντιώνονταν στον πόλεμο. Σε πολλούς είχε ανατεθεί μια εργασία ως βοηθοί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία ως εναλλακτική των στρατιωτικών υποχρεώσεων. Οι παρατηρήσεις τους, που περιλάμβαναν μεγάλο μέρος συνηθισμένης και τακτικής βίας κάτω των ασθενών από πληρωμένους βοηθούς, τελικά δημοσιεύτηκαν σε ένα άρθρο στο περιοδικό Life. Αποκαλύψεις στις εφημερίδες και εκστρατείες που οργανώνονταν από ομάδες όπως το Εθνικό Συμβούλιο Για τις Πολιτικές Ελευθερίες συνέβαλαν κάπως ώστε να αποκαλυφθούν παρόμοιες βιαιότητες στη Βρετανία. Αυτές οι ανησυχίες ενισχύθηκαν στη λαϊκή κουλτούρα, με ταινίες όπως το Family Life του Ken Loach (1971) και βιβλία όπως το One Flew Over the Cuckoo’s Nest (1962) του Ken Kesey και το Zen and the Art of Motorcycle Maintenance (1974) του Robert Pirsig, τα οποία απεικόνιζαν προφανώς σώφρονες παρίες (μια έγκυο έφηβη, έναν μικροεγκληματία κι έναν παραπλανημένο φιλόσοφο αντίστοιχα) που απογυμνώνονταν από τις ταυτότητές τους από βιολόγους ψυχιάτρους που έφεραν μαχαίρια λευκοτομίας και μηχανές ηλεκτροσπασμοθεραπείας.

Σήμερα συχνά υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η διαθεσιμότητα των νέων φαρμακοθεραπειών έπαιξε επίσης ένα σημαντικό ρόλο στην εγκατάσταση της ψυχιατρικής θεραπείας στην κοινότητα, και ότι, δίχως τις κρίσιμες προόδους στη φαρμακολογία, το κλείσιμο των ασύλων δεν θα ήταν δυνατό. Οι νέες φαρμακευτικές αγωγές, υποστηρίζεται, έχουν επιτρέψει ανθρώπους με ψύχωση να ζουν σχετικά κανονικές ζωές ενώ προηγουμένως θα είχαν ανάγκη νοσοκομειακής φροντίδας. Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι απλά ιστορικός αλλά είναι μέρος της ρητορικής που χρησιμοποιείται για να δικαιολογείται η συνεχιζόμενη προτεραιότητα που δίνεται σήμερα στα φάρμακα. [Εδώ θα αναφέρουμε τις φαρμακολογικές εξελίξεις της εποχής, δίνοντας χώρο στις άλλες εξελίξεις σε μετέπειτα ανάρτηση]

Το πρώτο φάρμακο που δούλεψε

Πολλοί ιστορικοί ιχνηλατούν τη σύγχρονη εποχή της ψυχιατρικής σε ένα μεμονωμένο γεγονός, το οποίο οδήγησε στην ανανέωση του ενδιαφέροντος στις βιολογικές θεραπείες ακριβώς όταν ο ενθουσιασμός για αυτές έφθινε. Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, οι γιατροί των ασύλων είχαν χρησιμοποιήσει ένα ευρύ φάσμα από φάρμακα, για παράδειγμα βρωμίδια και βαρβιτουρικά για να δαμάσουν τη διέγερση και διεγερτικά για ασθενείς που ήταν κατεθλιμμένοι και ναρκώδεις, αλλά κανένα δεν είχε δείξει να έχει αποτελέσματα διαρκείας στη συμπεριφορά των ασθενών. Το ρήγμα εμφανίστηκε με τη μορφή ενός φαρμάκου που τώρα είναι γνωστό ως χλωροπρομαζίνη το οποίο, όταν εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας του 1950, έδειξε γρήγορα ότι είχε αποτελέσματα που εμφανίζονταν να είναι τόσο εξειδικευμένα όσο και διαρκείας. Ειρωνικά, ίσως, το άτομο που έκανε τα πρώτα βήματα για να φέρει αυτό το φάρμακο στην ψυχιατρική δεν ήταν ένας ψυχίατρος αλλά ένας γραφικός και ενεργητικός Γάλλος χειρούργος του ναυτικού που ονομαζόταν Henri Laborit. (Μετέπειτα στη ζωή του, ο Laborit συνέχισε ως δημοφιλής συγγραφέας εκλαϊκευμένης επιστήμης, διαδήλωσε κατά του ράλυ Παρίσι-Ντακάρ γιατί απεχθανόταν τους διαγωνισμούς και πρωταγωνίστησε – ως ο εαυτός του – στην ταινία Mon oncle d’Amerique του Alain Resnais, 1980.)

To 1949 o Laborit, τότε στα 35 του και διορισμένος στην Τυνησία, έψαχνε για τρόπους να αποφύγει το χειρουργικό σοκ, μια κατάσταση που περιλαμβάνει ξαφνική απώλεια πίεσης αίματος πράγμα που μερικές φορές προκαλούσε τους ασθενείς να πεθαίνουν στο χειρουργικό τραπέζι. Πιστεύοντας ότι το σοκ μπορεί να προκαλείται από μια ακραία αντίδραση ισταμίνης, άρχισε να πειραματίζεται με συνθετικές αντιισταμίνες που ανήκαν σε μια οικογένεια χημικών γνωστών ως φαινοθειαζίνες, που του παρείχε η Rhône-Poulenc, μια κορυφαία φαρμακευτική εταιρία. Παρατήρησε ότι μερικά από τα σκευάσματα που διερευνούσε φαινόταν να έχουν χαρακτηριστικές επιπτώσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, καθιστώντας τους ασθενείς του πιο ανεκτικούς στον πόνο και αδιάφορους για το άμεσο περιβάλλον τους, μερικές φορές επιφέροντας μια ασυνήθιστη κατάσταση νάρκωσης που περιέγραψε ως “ευφορική ηρεμία”.

Ο Laborit μετέφερε τις παρατηρήσεις του στον Paul Charpentier, έναν χημικό που εργαζόταν για την Rhône-Poulenc, ο οποίος συνέθεσε κι άλλα σκευάσματα με την ελπίδα να κεφαλαιοποιήσει εκείνες τις “δευτερεύουσες επιδράσεις”. Η Simone Courvoisier, μια φυσιολόγος που εργαζόταν για την εταιρία, ανέπτυξε μια μέθοδο προληπτικού ελέγχου των νέων σκευασμάτων για τις ψυχολογικές τους ιδιότητες. Τοποθετώντας αρουραίους σε ένα κουτί με ένα κατακόρυφο σχοινί, χτυπούσε ένα καμπανάκι ενώ παρείχε ένα ηλεκτρικό σοκ μέσω του πατώματος του κουτιού. Οι αρουραίοι έμαθαν γρήγορα να σκαρφαλώνουν στο σχοινί, ακόμα κι όταν χτυπούσε το καμπανάκι απουσία ηλεκτρικού σοκ – ένα φαινόμενο που τώρα είναι γνωστό ως conditioned avoidance. Όταν είχαν χορηγηθεί με ένεση στους αρουραίους με τα πιο ισχυρά από τα νέα σκευάσματα, δεν σκαρφάλωναν πλέον στο σχοινί όταν άκουγαν μόνο το καμπανάκι, αλλά προσπαθούσαν το ίδιο έντονα να δραπετεύσουν από το σοκ εφόσον αυτό είναι ασκηθεί. Τα φάρμακα έδειχναν να αποτρέπουν τους αρουραίους από την αποφυγή των σοκ, αλλά δεν είχαν επίδραση στο βαθμό που βιώνονταν ως δυσάρεστα. Αυτή η ιδιότητα τελικά χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος για να ταυτοποιηθούν υποσχόμενα σκευάσματα πριν επιλεγούν για δοκιμή σε ασθενείς.

Το 1951 η Rhône-Poulenc έδωσε στην κυκλοφορία το πλέον ισχυρό από τα νέα φάρμακα του Charpentier, που τότε ονομαζόταν 4560RP, σε ένα μικρό αριθμό Γάλλων ψυχιάτρων. Αυτή την εποχή ο Laborit είχε μετατεθεί στο νοσοκομείο Val-de-Grâce στο Παρίσι, και προσπαθούσε να ανακαλύψει αν το πάγωμα των ασθενών του μπορούσε να τους προστατέψει από το σωματικό στρες της εγχείρισης. Καθώς το 4560RP έγινε γνωστό ότι απέτρεπε την ικανότητα του σώματος να ρυθμίζει τη θερμοκρασία, προσπάθησε να το χορηγήσει στους αναισθητοποιημένους ασθενείς του πριν τους πακετάρει με πάγο. Εντούτοις, παρέμεινε πεπεισμένος ότι είχε περισσότερο δυναμικό ως ψυχιατρική θεραπεία.

Στις 9 Νοεμβρίου 1951 ο Laborit έπεισε μια φίλη ψυχίατρο, την Dr Cornelia Quarti, να συμφωνήσει σε μια ενδοφλέβια ένεση του 4560RP ώστε να βιώσει τις ψυχολογικές του επιδράσεις. Η αρχική αντίδραση της Quarti ήταν δυσμενής – ένιωσε βαθέως κατατεθλιμμένη και σχεδόν λιποθύμησε. Όμως, μετά από δύο ώρες άρχισε να βιώνει μια κατάσταση “ευφορικής χαλάρωσης”, πράγμα που ήταν αρκετά ενθαρρυντικό για να δικαιολογήσει ένα πείραμα με ασθενή. Δύο μήνες αργότερα ένα ψυχίατρος του Val-de-Grâce, ο συνταγματάρχης Joseph Hamon, χορήγησε 4560RP σε συνδυασμό με ένα βαρβιτουρικό σε έναν βαριά μανιακό που απέτυχε να ανταποκριθεί στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία ή το πεντοθάλ (ένα αναισθητικό που τότε κάποιες φορές χρησιμοποιούσαν για θεραπεία ακραίων καταστάσεων). Η αντίδραση του ασθενή ήταν αξιοσημείωτη, και είκοσι μέρες μετά την πρώτη δόση του στις 19 Ιανουαρίου 1952 κρίθηκε ‘ικανός για κανονική ζωή’.

Αργότερα εκείνη τη χρονιά, μια σειρά από πειράματα με το 4560RP που διεξήχθηκαν στο Ψυχιατρικό Κέντρο της Αγίας Άννης στο Παρίσι προκάλεσαν το ενδιαφέρον ψυχιάτρων που εργάζονταν αλλού στον κόσμο. Τα πειράματα διεξάγονταν από τον Jean Delay, έναν από τους πιο αξιοσέβαστους Γάλλους ψυχιάτρους της εποχής, και του βοηθού του, του Pierre Deniker. Ο Delay είχε πρώτα ακούσει για το 4560RP από τον κουνιάδο του Deniker, έναν αναισθησιολόγο που είχε προσπαθήσει να επαναλάβει την πειραματική χρήση από τον Laborit του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγχείρησης. Αρχικά, οι Delay και Deniker σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν σωρούς πάγου για να ψύξουν ασθενείς που τους είχε χορηγηθεί το 4560RP, ακολουθώντας την ιδέα του Laborit ότι αυτό θα αύξανε την ανοχή στο στρες. Όμως, όταν το νοσοκομειακό φαρμακείο ξέμεινε από συσκευασίες πάγου, οι νοσοκόμες συνέχισαν και έδωσαν το φάρμακο χωρίς αυτές. Ξεπερνώντας γρήγορα το θαυμασμό τους εμπρός στο γεγονός ότι η ψύξη δεν είναι απαραίτητη, οι Delay και Deniker συνέχισαν δίνοντας το 4560RP – που σύντομα θα μετονομάζοταν σε χλωροπρομαζίνη – σε έναν αριθμό από (κυρίως μανιακούς) ασθενείς, επιτρέποντάς τους να διεξάγουν μια πιο αυστηρή εκτίμηση των αποτελεσμάτων του. Αποφάσισαν γρήγορα να ονομάσουν το φάρμακο νευρολητικό, μια λέξη που προέρχεται από τα Ελληνικά και σημαίνει “άδραγμα των νεύρων”, και αυτός ο όρος χρησιμοποιούταν για να περιγράψει όλα τα φάρμακα που ανήκαν στην ίδια γενική κλάση μέχρι το 90s, οπότε ο όρος αντιψυχωσικό υιοθετήθηκε ευρύτερα.

Μια αναξιοπρεπής διαμάχη μεταξύ Laborit και Delay και Deniker για το ποιος θα έπρεπε να πάρει τις τιμές για την εισαγωγή της χλωροπρομαζίνης είναι πιθανόν ο μόνος λόγος που κανένας δεν έλαβε βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψή της. Μπήκε πρώτα στην Αμερικάνικη αγορά σαν φάρμακο για τη ναυτία, και προσκάλεσε την προσοχή των βορειοαμερικάνων ψυχιάτρων μόνο αφού ένας γαλλόφωνος Καναδός ψυχίατρος που εργαζόταν στο Μόντρεαλ, ο Hans Lehman, έλαβε τις εργασίες των Delay και Deniker από έναν αντιπρόσωπο της Rhône-Poulenc. Ο Lehman τις διάβασε ενώ μούλιαζε στο μπάνιο ένα απόγευμα και αμέσως την επόμενη μέρα δοκίμασε το φάρμακο σε ορισμένους από τους ασθενείς του. (Είχε πρόβλημα να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της βιαστικά οργανωμένης δοκιμασίας του, γιατί οι κριτικοί τα θεώρησαν υπερβολικά καλά για να είναι πραγματικά.) Μελέτες που διεξήχθηκαν αργότερα από το Εθνικό Ινστιτούτο για την Ψυχική Υγεία εδραίωσαν ότι, αν και είχε υπνωτική δράση σε πολύ μεγάλες δόσεις, η επίδραση της χλωροπρομαζίνης στα ψυχωσικά συμπτώματα, ιδιαίτερα στις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, δεν είχε συσχετισμό με αυτή την επίδραση: ασθενείς που τους δόθηκε μια ισοδύναμα ναρκωτική δόση βαρβιτουρικών δεν βελτιώθηκε με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον έρευνα πρότεινε ότι ήταν ένας αποτελεσματικός προφυλακτικός φορέας, ο οποίος μπορούσε να δίνεται στους ασθενείς που είχαν πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο, βοηθώντας τους να μην αρρωστήσουν ξανά. Τον καιρό αυτό, αρχές των 70s, η χλωροπρομαζίνη χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως μια εξειδικευμένη θεραπεία για τη σχιζοφρένεια, παρά το γεγονός ότι η πρώιμες Γαλλικές μελέτες είχαν όλες δείξει ότι ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στους ασθενείς που υπέφεραν από μανία.

Η ανακάλυψή της χλωροπρομαζίνης ενεργοποίησης έντονη δραστηριότητα στη φαρμακευτική βιομηχανία, η οποία αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, τα σημαντικά ποσά χρημάτων που μπορούσαν να προκύψουν από την ανάπτυξη φαρμάκων για τις ψυχιατρικές διαταραχές. Σχεδόν αμέσως με την εισαγωγής της χλωροπρομαζίνης για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μεπροβαμάτη ή Miltown, το πρώτο ‘ελάσσων ηρεμιστικό’ έγινε διαθέσιμο για τη θεραπεία του άγχους, επεκτείνοντας το πεδίο της νέας επιστήμης της κλινικής ψυχοφαρμακολογίας πέρα από το άσυλο στην κλινική των εξωτερικών ασθενών. Παρόλο που ήταν αρχικά μια τεράστια επιτυχία με όρους πωλήσεων, και στη διαβεβαίωση του κοινού για την αποδοχή θεραπειών με φάρμακα για λιγότερο σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, οι επόμενες μελέτες έγειραν αμφιβολίες για το αν το Miltown ήταν πιο αποτελεσματικό από τα κοινά ηρεμιστικά.

Η μεπροβαμάτη με τη σειρά της ακολουθήθηκε από τα πρώτα αντικαταθλιπτικά, στα οποία σκόνταψαν οι φαρμακοβιομηχανίες ψάχνοντας για νέα αντιψυχωτικά. Το άτομο που ξεκίνησε αυτή την εξέλιξη ήταν ο Roland Kuhn, ένας περιθωριακός σαν τον Laborit, που εργαζόταν στο κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Münsterlingen στην Ελβετία. Δοθέντων δειγμάτων του G22355, ενός σκευάσματος παρόμοιου με τη χλωροπρομαζίνη που είχε συντεθεί από τον ελβετικό γίγαντα Geigy, ο Kuhn απογοητεύτηκε που δεν είχε επίδραση στις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις των ασθενών του. Εντούτοις, του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι οι ασθενείς που το λάμβαναν κάποιες φορές εμφανίζονταν λιγότερο μίζεροι. Αφού το χορήγησε σε τρεις βαθέως καταθλιπτικούς ασθενείς βεβαιώθηκε ότι επρόκειτο για ένα εντελώς νέο είδος θεραπείας. Η φαρμακευτική βιομηχανία άργησε να αναγνωρίσει ότι υπήρχε αγορά για θεραπείες της κατάθλιψης, αλλά τελικά το G22355 πουλήθηκε ως ιμιπραμίνη, και αναγνωρίστηκε ως το πρώτο μιας νέας κατηγορίας φαρμάκων, των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών. Παρόλο που τώρα είναι λιγότερο δημοφιλής από ότι οι πρόσφατα ανακαλυφθέντες επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), η ιμιπραμίνη χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

Μια τελευταία κατά λάθος ανακάλυψη που έδειξε να ολοκληρώνει το οπλοστάσιο του βιολογικού ψυχίατρου ήταν ένα φάρμακο που εμφανιζόταν να σταθεροποιεί τις διακυμάνσεις διάθεσης ασθενών που είχαν διαγνωστεί ότι υπέφεραν από διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη). Το άτομο που ήταν περισσότερο υπεύθυνο για αυτή την ανακάλυψη ήταν πάλι κάποιος στο περιθώριο, ο John Cade, ο ιατρικός επιβλέπων του Repatriation Mental Hospital στη Bundoora της Αυστραλίας, του οποίου οι παρατηρήσεις χρειάστηκαν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν στα αυτιά του ψυχιατρικού κατεστημένου.

Ο Cade, όπως και ο Kraepelin πριν από αυτόν, πίστευε ότι η ψυχική ασθένεια θα μπορούσε να προκαλείται από αυτοδηλητηρίαση και ξεκίνησε να δοκιμάσει τη θεωρία του κάνοντας ένεση σε ινδικά χοιρίδια με ούρα από τους ασθενείς του. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων που πρόσεξε ότι το ανθρακικό λίθιο, το οποίο αναμείγνυε με τα ούρα σε μια προσπάθεια να τα κάνει περισσότερο ανεκτό κατά την ένεση, έδειχνε να κάνει τα ζώα ληθαργικά και χαλαρωμένα. Παρόλο που αναφέρθηκε σε μια εργασία που δημοσιεύτηκε στο Medical Journal of Australia το 1949, οι μετέπειτα παρατηρήσεις του Cade ότι το ανθρακικό λίθιο μείωνε την έξαψη των μανιακών ασθενών παρέμειναν δίχως να τις προσέξει κανείς μέχρι πολύ αργότερα, και το φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα 70s. Η αργή εισαγωγή του αντικατόπτριζε όχι μόνο το γεγονός ότι ο Cade ήταν σχετικά ένα τίποτα, προερχόμενος από μια απομακρυσμένη περιοχή του κόσμου, αλλά επίσης και τον δισταγμό της φαρμακοβιομηχανίας να επενδύσει σε ένα σκεύασμα που είναι άφθονο στη φύση, αδύνατον να πατενταριστεί, και επομένως δύσκολο να μετατραπεί σε κέρδος.

Από το βιβλίο Doctoring the Mind –Why psychiatric treatments fail του Richard P. Bentall. Υποψήφιο για Mind Book της χρονιάς.

001

“Αρκετά κωλοπετσωμένοι για να μας πτοούν αυτά”

Συνέντευξη με τον Άρη Μπατσιούλα σε μια κατάδυση στη δεκαετία των 90s. Η συνέντευξη κυκλοφόρησε στο 11ο τεύχος του 0151 ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ, Ιούνιος 2017

Το 151 προσπαθεί να σκάψει στη … μακρινή δεκαετία του ’90. Μας φαίνεται πολλαπλά ενδιαφέρουσα αυτή η δεκαετία γιατί έχουν λάβει χώρα σημαντικές εξελίξεις που θα λέγαμε ότι μας κυνηγάνε μέχρι σήμερα οι συνέπειές τους αλλά μάλλον δεν τις έχουμε καταλάβει και τόσο καλά, τουλάχιστον σε συλλογικό επίπεδο. Οι Αλβανοί μετανάστες και η υποδοχή που τους επιφυλάξανε οι έλληνες. Ιδιωτική τηλεόραση, δηλαδή ρατσισμός, ομοφοβία και σεξισμός με καλύτερο περιτύλιγμα και πιο πλατιά διάδοση. Λάϊφσταιλ και νεοπλουτισμός. Η επιθετική εμφάνιση του ελληνικού εθνικισμού φυσικά με αφορμές τα ‘μακεδονικά συλλαλητήρια’ στη σαλονίκη, την ελληνοσερβική φιλία, τα Ίμια κτλ. Αραδιάζουμε κάπως τα σημεία ενδιαφέροντός μας. Ταυτόχρονα εδώ κι εκεί πρωτοβουλίες μικρών ομάδων που την ψάχνουν αλλιώς, ριζοσπαστικές μειοψηφίες που χαλάνε κάπως την όλη σούπα. Έχουμε τον «Πόθο» κάπως έτσι στο μυαλό μας. Αλλά καλύτερα πες μας εσύ, για να ξεκινήσουμε κάπως αυτή τη συνέντευξη… Είσαι από τη Θεσσαλονίκη καταρχάς έτσι, από ποια γειτονιά και πως ξεκινάς; Και μετά πάμε και στα άλλα.

Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Χαλκιδικής και στην τρίτη δημοτικού ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Η γειτονιά μου ήταν η Χαριλάου, δίπλα από το γήπεδο του Άρη. Οι γονείς μου ήταν άκρως συντηρητικοί, θρησκευόμενοι και φοβισμένοι από την πόλη. Όταν διαπίστωσαν ότι έχουν έναν ομοφυλόφιλο γιο που μεγαλώνει στα πόδια τους, έγιναν ακόμα πιο φοβικοί: μεγάλωσα σε ένα ιδιότυπο καθεστώς εγκλεισμού, φυλακισμένος κυριολεκτικά στο σπίτι (κι ας μην ξεχνάμε ότι δεν υπήρχαν κινητά ή ίντερνετ) σε μια γειτονιά που δεν γνώρισα και δεν αγάπησα ποτέ. Αργότερα, όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο στην ίδια πόλη, γειτονιά μου έγινε το ευρύτερο κέντρο κι εκείνη η παραλιακή περιοχή κοντά στο Μακεδονία Παλλάς όπου ψωνίζονταν πολύς κόσμος κι εγώ την προτιμούσα για τον γκέι αέρα της. Επίσης αργότερα ανέβαινα Άνω Πόλη με τον φίλο μου και ξεκινούσαμε μεγάλες κατρακύλες προς τα κάτω, με σημείο εκκίνησης τη Βίλα Βαρβάρα. Για ένα διάστημα η ακαθόριστη περιοχή μεταξύ Βιολογικού και παλιού στεκιού στη Φιλοσοφική έδινε σε κάποιες νύχτες μου τις μεγαλύτερες υποσχέσεις για ελευθερία.

Η δεκαετία του ’90 ήταν έτσι όπως περιγράφεται στην ερώτηση με ένα σημαντικό επιπλέον στοιχείο που ίσως ξεχνάμε: η ροή της πληροφορίας δεν ήταν αμφίδρομη. Με αυτό εννοώ ότι σήμερα υπάρχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πιο πριν υπήρχαν σε άνθηση τα μπλογκ και σε πιο ιδιωτικό επίπεδο λίστες αλληλογραφίας και αποθήκες πληροφοριών στο διαδίκτυο. Υπάρχει πλέον η δυνατότητα σχολιασμού σε πραγματικό χρόνο. Η δεκαετία του ’90 ήταν η τελευταία όπου όλα αυτά τα ερεθίσματα από τα μμε και όχι μόνο εκπέμπονταν μονόδρομα, αμείλικτα, κατακλυσμιαία και δίχως δυνατότητα αντιλόγου στον πληθυσμό. Αυτό έκανε ακόμα περισσότερο σημαντική την ύπαρξη της κοινωνικής ραδιοφωνίας, δηλαδή, στη Θεσσαλονίκη, του Ράδιο Κιβωτός (στο οποίο είχαμε εκπομπή, ως ΟΠΟΘ – Ομάδα Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης) και του Ράδιο Ουτοπία. Ίσως να ήταν, επίσης, υπέρ του δέοντος σημαντικό να γράφεται συμπυκνωμένα σε γκέι έντυπο το σύνθημα “Εμπιστεύσου την ελληνική αστυνομία. Ξέρει καλό σημάδι” – δεν υπήρχε αυτή η διάχυση στις αντιδράσεις, το έσχατο όριο των οποίων σήμερα είναι τα σχόλια στο facebook.

Το συλλαλητήριο για το “Μακεδονικό” ήταν από τις πρώτες πολιτικές εκδηλώσεις που έλαβα μέρος. Αφού βαρέθηκα να ακούω τις ανταποκρίσεις (μέσω καρτοτηλεφώνου) των παιδιών από το Ράδιο Ουτοπία για τις εντυπωσιακές εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που συρρέουν, αποφάσισα να κατέβω κι εγώ στο μεγαλύτερο συλλαλητήριο στην ιστορία της πόλης, κοντά στο ένα εκατομμύριο κόσμο είχε. Με είχαν πάρει στο κατόπι και κόντεψα να φάω ξύλο, γιατί δεν έπαιρνα ελληνικές σημαίες και γιατί έμοιαζα ενδυματολογικά με Αλβανός – κατά πώς με φωνάζανε από πίσω μου. Χώθηκα/χάθηκα όμως στον κόσμο και έφτασα στην καρδιά του κτήνους, κάτω από την εξέδρα. Θα χρειαζόταν είκοσι χρόνια ακόμα για να γράψει η Τζούντιθ Μπάτλερ για τη μεγαλύτερη συγκίνηση από όλες, τη συγκίνηση της επιθυμίας να σε επιθυμεί το κράτος. Με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, ανοιγόκλεινα κι εγώ το στόμα λέγοντας αρλούμπες για να μη με πάρουν πρέφα και διαπίστωσα δύο πράγματα. Το ένα, πόσο εύκολο είναι να αφεθείς στη λήθη της αγκαλιάς του όχλου και πόσο γεμάτο ανταμοιβές φάνταζε να είσαι κι εσύ ένας από το ένα εκατομμύριο. Το δεύτερο, πόσο εύκολο τελικά είναι είναι να περιφρονείς αυτό το ένα εκατομμύριο, να το χλευάζεις και να απολαμβάνεις τη μοναξιά στο πιο πυκνό σε ανθρώπους σημείο της πόλης. Επειδή χαχάνιζα, την έκανα εγκαίρως για την ασφάλειά μου, ήταν όμως το πρώτο από μια μακριά σειρά μαθημάτων να μη φοβάμαι να είμαι μόνος – μόνος και ενάντια.

Τι υποκείμενα υπάρχουν γύρω από τον Πόθο; Ποια είναι τα κοινωνικά και τα πολιτικά του δίκτυα;

Να διευκρινίσουμε πάντα ότι μιλάμε για την Β΄ περίοδο του “Πόθου”, δηλαδή αυτή που κυκλοφόρησε ως το πρώτο γκέι free press μεγάλης κυκλοφορίας κι όχι τις λιγοστές φωτοτυπίες της Α΄ περιόδου. Ήμασταν άτομα που προερχόμασταν από την εκπομπή που κάναμε για χρόνια στο Ράδιο Κιβωτός, οπότε είναι αρκετά προφανές ότι μιλάμε για αριστερό και αντιεξουσιαστικό χώρο. Η έναρξή του έγινε σχεδόν ταυτόχρονα με την διστακτική διείσδυση του διαδικτύου στον ελλαδικό χώρο – κυρίως μέσα από πανεπιστημιακές οδούς. Σύντομα, μέσα από λίστες αλληλογραφίας και άλλων πόρων στο ίντερνετ βρεθήκαμε πάρα πολύ δικτυωμένοι σε ένα διεθνές επίπεδο. Ήταν ακόμα η εποχή που κυκλοφορούσαν κατάλογοι με γκέι ταχυδρομικές θυρίδες και μας ερχόταν απρόσκλητο πολύ υλικό, ό,τι μπορείς να φαντασταστείς. Με κάποιους από αυτούς προχωρήσαμε σε ανταλλαγές παρά το φράγμα της γλώσσας. Έτσι βρεθήκαμε σε κατάσταση να παρακολουθούμε από προνομιακή θέση και μέσα από φιλικά μάτια τις εξελίξεις στην Αμερική: το Sex Panic, τα hate crimes και την ψήφισή τους, το boy-love, την υπόθεση με το στρατό και τον γάμο και πολλά άλλα. Με κάτι γάλλους bdsm-άδες είχαμε πάρε δώσε με ένα εκπληκτικό περιοδικό, το Projet X. Γίναμε επίσης μέλη του ILGA – The International Lesbian and Gay Association, μιας οργάνωσης με πάνω από 450 ομάδες, είτε grassroots activism είτε εθνικής εμβέλειας. Βέβαια, να πω εδώ πως το κάναμε περισσότερο για να μην νιώθουμε τόσο μόνοι και ακάλυπτοι εδώ χάμω: επιμελούμενος πρόσφατα το αρχείο της ομάδας, βρήκα μπόλικα newsletter από τον ILGA που είκοσι χρόνια μετά ήταν ακόμα σφραγισμένα και περιφρονητικά αδιάβαστα, θα έλεγα ότι μας απωθούσε ο θεσμικός συνδικαλισμός του.

0

Η διεθνής δικτύωσή μας ήταν τόσο εντυπωσιακή που κατέληξε δύο φορές στις σελίδες του “Ιού της Κυριακής”. Η μία ήταν “τα βαλκάνια των ‘στρέητ’”, ένα οχτασέλιδο αφιέρωμα για τη βαλκανική περιοχή βασισμένο αποκλειστικά σε πληροφορίες δικές μας που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις – οι LGBT ήταν αόρατοι και έτσι έπρεπε να παραμείνουν, απαράδεκτοι ακόμα και ως μια διεθνής λιτανεία θυμάτων. Η άλλη φορά ήταν μια συνέντευξη που πήρα από έναν νεαρό σέρβο γκέι ακτιβιστή, μέσα από το “ισοπεδωμένο” Βελιγράδι, καταμεσίς του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία – ενός πολύ έμφυλα φορτισμένου πολέμου. Ήταν τότε που είχε πει ο Χριστόδουλος το “είμαστε αρρενωποί Έλληνες”.

Στην Ελλάδα υπήρχε σε κάποια μορφή ακόμα το ΑΚΟΕ με το οποίο διατηρούσαμε μια σχέση και η ΕΟΚ (Ελληνική Ομοφυλοφιλική Κοινότητα) με την οποία είχαμε ψυχρή σχέση, βοηθούσης της προσωποπαγούς οργάνωσης της Κοινότητας. Αν και ο “Πόθος” ήταν εκ των πραγμάτων ουσιαστικά ανδρικό περιοδικό, σχετικά πρόσφατα θυμήθηκα την άφθονη αλληλογραφία με γυναίκες, κυρίως στην επαρχία, καθώς κι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συνδρομητριών μας ήταν γυναίκες. Είχαμε βέβαια και υπόψη μας κινήσεις στην Αθήνα, όπως αυτή που έβγαζε το “Μαντάμ Γκου”.

Μια μοναχική παρουσία που μας συνόδευσε από κάποιο τεύχος και μετά ήταν ο ποιητής της πόλης Ντίνος Χριστιανόπουλος. Τον είχαμε γνωρίσει σε μια συνέντευξη με αφορμή την κυκλοφορία των “Τραγουδιών της αμαρτίας”, σε μελοποίηση Χατζιδάκι και στίχους δικούς του. Ο Χατζιδάκις είχε βάλει έναν παράξενο μεταθανάτιο όρο, κι αυτός ήταν ότι ο ερμηνευτής των πούστικων τραγουδιών να μην είναι γκέι, να είναι στρέητ. Εν μέσω λοιπόν συνεντεύξεων όπου οι καλλιτεχνικοί συντελεστές φρόντιζαν να ξεκαθαρίζουν φαρδιά πλατιά πόσο απολαυστικά στρέητ είναι, μιλήσαμε με τον κύριο Ντίνο. Αυτή ήταν η αρχή μιας γνωριμίας, που πέρασε αρχικά από κριτική για κάθε τεύχος, μέχρι την εμπιστοσύνη να μας παραδώσει μικρά και μεγάλα κείμενα του για δημοσίευση, και να είναι η αφορμή για πλείστα άλλα.

Μαζί μας, ηθικά και με κείμενα αλλά και συζητήσεις ακόμα και καθοδήγηση ήταν παιδιά από την ομάδα “Κράξιμο”, ο Θοδωρής κι ο Ντέιβηντ – που ήταν πραγματικά μεγάλος δάσκαλος. Αργότερα έτυχε να γνωρίσω και την ίδια την Πάολα σε κάτι εκδρομές στην Αθήνα.

Από δικό μου ενδιαφέρον βρισκόμουν σε επαφή με το queercore κίνημα στην Αμερική, είτε μέσα από το δίκτυο είτε μέσα από φανζινάκια που λάμβανα. Ήταν ένας θαυμαστός παραμυθένιος κόσμος, ένα παραμύθι που επιμένω να συντηρώ έστω και μόνο για να κοιμάμαι πιο ήσυχος τα βράδια.

Τέλος στη Θεσσαλονίκη είχαμε ένα βιβλιοδισκοπωλείο που το είχε ένας κιβωτάριος και συχνάζαμε όλοι και όλες για μουσική, φανζίν, κασετοσυλλογές και ντέμο ή απλά για να μιλήσουμε μεταξύ μας σύντροφοι και συντρόφισσες.

Αυτό το αρκετά μοναχικό πλαίσιο ήταν και το πλαίσιο δράσης του περιοδικού.

1

Πες και το όνομα του βιβλιοδισκοπωλείου αν το θυμάσαι. Προσέξαμε επίσης ότι δεν αναφέρθηκες τόσο σε φεμινιστικές ομάδες της εποχής, πλην της Μαντάμ Γκου, που είχε έναν τέτοιο πολιτικό χαρακτήρα. Γνωρίζουμε από άλλες αφηγήσεις ότι η δεκαετία του ’90 ήταν μια δεκαετία κινηματικής ξηρασίας και για τους φεμινισμούς, όπως και για όλα τα άλλα. Επίσης, θυμηθήκαμε ότι έχουμε μιλήσει με κάποιες παλιές φεμινίστριες και μερικές μας έχουν επισημάνει την έκπληξή τους με το ραγδαίο αντι-αλβανισμό της εποχής και άλλες βέβαια έχουν αποδώσει ακριβώς στους Αλβανούς μετανάστες την ‘επιστροφή της πατριαρχίας στην ελληνική κοινωνία’! Όλες συμφωνούν πάντως ότι σε σχέση με το γυναικείο ζήτημα, ή μάλλον αυτό της ελληνικής πατριαρχίας, υπήρξε μια τεράστια οπισθοδρόμηση, ειδικά σε σχέση με τα 80s. Αναρωτιόμαστε αν έχεις γνώμη για τα παραπάνω. Αλλά επίσης θέλαμε να ρωτήσουμε: που ήταν οι Αλβανοί μετανάστες στη Θεσσαλονίκη των 90s; Φανταζόμαστε δουλεύανε σε χωράφια και οικοδομές και ένα τεράστιο κοινωνικό τείχος τους χώριζε από τους έλληνες. Αλλά, θυμάσαι να ήταν κάπως αλλιώς ορατοί στην πόλη ή στον πολιτικό λόγο κάποιας ομάδας;

Το όνομα του βιβλιοδισκοπωλείου είναι “Λωτός”, ο παλιός “Λωτός” στην οδό Καστριτσίου, πίσω από την Αγ. Σοφίας. Υπάρχει και σήμερα, σε άλλη διεύθυνση. Εκεί, λοιπόν, στο υπόγειο, είχαμε κάνει την έκθεση ομοφυλοφιλικού εντύπου και με τον σύντροφο που το είχε είχαμε συνεργαστεί αρκετές φορές να παίξει μουσική στα πάρτι μας. Θα έλεγα ότι είχαμε την πιο προχωρημένη μουσική πάρτι στην πόλη, εφόσον οι πηγές γνώσης για τη μουσική περνούσαν ακριβώς μέσα από τέτοια καταστήματα και όχι από το ίντερνετ. Και θα πρόσθετα ότι για πολύ γκέι κόσμο, η νεόκοπη τότε trance δεν ήταν ένα καλοδεχούμενο είδος μουσικής.

Θυμάμαι σε μια πολιτική εκδήλωση να είναι παρούσες γυναίκες από τη φεμινιστική ομάδα “Κατίνα”. Όμως δεν είχα καν καταλάβει αν ήταν ενεργές ή ό,τι άλλο. Δυστυχώς η μνήμη μου δεν με βοηθά να θυμηθώ κάτι άλλο.

Όσον αφορά τους Αλβανούς, θα ξεκινήσω μεταγράφοντας το ελληνικό κομμάτι από ένα σχετικό δίγλωσσο ραδιοφωνικό σποτ του Ράδιο Ουτοπία: Για πολλά χρόνια, ζούσαμε σε μια χώρα απομονωμένη από παντού, χωρίς να ξέρουμε τι γίνεται στον έξω κόσμο. Ζούσαμε σε μία κοινωνία που τη χαρακτήριζε ο ρατσισμός ενάντια στους ξένους, στις μειονότητες και σε οποιονδήποτε ήταν διαφορετικός. Δουλεύαμε σαν σκλάβοι πολλές ώρες και τα χρήματα που παίρναμε δεν μας έφταναν για να ζήσουμε. Η βία του κράτους μας παραμόνευε καθημερινά. Αν διαμαρτυρόμασταν για το δίκιο μας, ξέραμε τι μας περίμενε: η φυλακή. Άνοιξαν τα σύνορα, ήρθε η δημοκρατία. Αρκετοί από εμάς, για να επιζήσουν, αναγκαστήκαν να πάνε μετανάστες σε άλλες χώρες με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής – Ιταλία, Γερμανία, Ελλάδα, παντού. Κι όμως δεν είδαμε διαφορά. Βία το κράτος, εκμετάλλευση απ’ τ’ αφεντικά, καταπίεση, ρατσισμός, καθημερινοί εξευτελισμοί, φυλακίσεις, απελάσεις. Φτάνει πια. Δε θα μείνουμε άλλο θεατές. Η αδιαφορία και ο φόβος μας να γίνει οργή ενάντια σε καθετί που μας καταπιέζει. Έλληνες και Αλβανοί εργάτες: αδέρφια. Εκπομπές αλληλεγγύης στους οικονομικούς πρόσφυγες [ώρες] με τη συμμετοχή συντρόφων μεταναστών από την Αλβανία. Ράδιο Ουτοπία 107,7 FM. Είναι κρίμα που η αναγνώστρια δεν μπορεί να ακούσει την εκφορά του λόγου ή τη συνοδευτική μουσική (ή μάλλον να ακούει την Ουτοπία από το ραδιόφωνό της!). Είναι επίσης κρίμα που δεν βλέπει ολόκληρα χωριά να ταμπουρώνονται, να παίρνουν τα όπλα στα χέρια τους, για να αμυνθούν στην αλβανική απειλή.

Επιστρέφοντας στη φεμινιστική κριτική για τους Αλβανούς, θα προσθέσω μια γκέι ανδρική διάσταση στην όλη συζήτηση. Οι Αλβανοί ήταν αρκετά φετιχοποιημένοι, οπότε ένας “φυσικός” χώρος για αυτούς, πέρα από τα χωράφια και τις οικοδομές, ήταν τα πάρκα και οι χώροι ψωνίσματος. Εκεί συμπλέκονταν ο φόβος, η ερωτική επιθυμία, η πολιτισμική διαφορά, η τάξη αλλά και τα πατριωτικά αντανακλαστικά. Ας πάρουμε για παράδειγμα μια συνομιλία στο main του #gayhellas η οποία μου έχει εντυπωθεί τόσο που ισχυρίζομαι ότι τη θυμάμαι απ’ έξω: “Ξεραΐλα, τίποτε δεν κινείται απόψε…” “Ευτυχώς που είναι οι Αλβανοί και μας γαμάει κάνας άντρας” “Αλβανοί, αυτό ξανά πέσ’ το” “Παιδιά, μην αφήνετε Αλβανούς να σας γαμάνε! Θυμηθείτε ότι εκτός από ομοφυλόφιλοι, είστε και Έλληνες!” Θα έλεγα ότι η φετιχοποίηση είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις, αλλά όχι πρωτόγνωρες: Το έργο του Γάλλου Guy Hocquenghem, για μεταφραστικούς λόγους, παρέμεινε για πολύ καιρό στη θέση ενός άκαρπου κλάδου της κουήρ θεωρίας, διότι αλλιώς, ο επιμελής αναγνώστης των “Αλλοπαρμένων Κώλων” εύκολα θα αναθυμόνταν τους εκρηκτικούς εκείνους νεαρούς που φώναζαν στον Άραβα παραλήπτη “η μπουρζουαζία σε εκμεταλλεύεται, ο πατέρας μου σε εκμεταλλεύεται, έλα και γάμα με!” στο φυλλάδιο “Οι Άραβες κι Εμείς”. Όπως και με τους Άραβες των Γάλλων ομοφυλόφιλων του ’70, έτσι και με τους δυνατούς, ανδροπρεπείς Αλβανούς των Ελλήνων του ’90, ενδεχομένως για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Jonathan Dollimore στο “Επιθυμία και Διαφορά” ο εορτασμός του εξωτικού πολιτισμικού/φυλετικά άλλου είναι απλά το αντίστοιχο της δαιμονοποίησης του άλλου από τον ρατσιστή.

Επειδή φανταζόμαστε ότι θα μας πεις τα καλύτερα, πρέπει να το ρωτήσουμε. Ποια είναι η στάση της ελληνικής αριστεράς –και της αντιεξουσιαστικής εκδοχής- για το ομοφοβικό ζήτημα; Κάποιοι από εμάς ερχόμενοι το 1999 στη Θεσσαλονίκη είδαμε έναν καθαρά στρέιτ κινηματικό χώρο. Μας έχει μεταδοθεί από άλλους συντρόφους που φεύγανε για λίγο καθαρό αέρα στην Αθήνα ότι για gay και λεσβίες κυριαρχούσε ένα κλίμα ασφυξίας. Τι είχε προηγηθεί;

Έχω ζήσει σε παράξενες συνθήκες. Θέλω να πω ότι μια “βαριά και ανίατη ψυχική ασθένεια” που ξεκίνησε νωρίς, στα τέλη των 90s, μού στέρησε το μεγαλύτερο κομμάτι από τα 00s, μέχρι να καταφέρω να ορθοποδήσω και να μπορώ να διαπραγματευτώ ορισμένα λειτουργικά θέματα του πόνου αυτού απαραίτητα για τη επιβίωσή μου. Θα έλεγα ότι, για μια ακόμα φορά, έζησα έγκλειστος στο σπίτι μου, πλήρως αποκομμένος και αντικοινωνικός (δεν ξέρω αν πρέπει να “ευχαριστήσω” τους γονείς μου για αυτές τις α-δεξιότητες). Αλλά η θετική μεριά του να περνάς σημαντικό μέρος της ζωής σου στην κατάψυξη και μετά να ξυπνάς, είναι ότι έχεις χάσει όλη εκείνη τη διαδρομή που οδηγεί “κάπου” και απλά βρίσκεσαι ενώπιον μιας εκπληκτικά νέας συνθήκης. Είναι επομένως πιο χρήσιμο να μιλήσω με παραδείγματα-σημάδια έκπληξης ή αφέλειας.

2

Με την επάνοδό μου στα πράγματα, πέρασα από το Μωβ Καφενείο και τον χώρο της κατάληψης της Υφανέτ. Θυμάμαι λοιπόν που ζητούσα οργισμένα/φοβισμένα εξασφαλίσεις ότι δεν θα αρχίσει κάποιος να με κράζει εκεί πέρα, κι έλαβα μια καθησυχαστική διαβεβαίωση-εγγύηση ότι αυτά “δεν συμβαίνουν πλέον”. Άραγε, λοιπόν, τι μου είχε συμβεί δέκα χρόνια πριν και το κουβαλούσα μαζί μου; Τι “δε συνέβαινε πλέον”;

5

Θυμάμαι που το workstation στο πανεπιστήμιο to 1993 δεν είχε εκτυπωτή ή δισκέτα, οπότε με μια δική μου εκδοχή στενογραφίας περνούσα στο τετράδιο τις πληροφορίες για να τις διαβάσω στην εκπομπή στην Κιβωτό. Αυτά που είχα σημειώσει ήταν για την κατάσταση στη Ρουμανία – μια χώρα του ανατολικού μπλοκ που επιθυμούσε να μπει στην ΕΕ μη θέλοντας όμως να αφήσει την ορθόδοξη παράδοση πίσω της. Το αποτέλεσμα ήταν πάνω από 150 ομοφυλόφιλοι στη φυλακή, διώξεις, λαοσυνάξεις κατά της ομοφυλοφιλίας και μια νυχτερινή ζωή γεμάτη συγκινήσεις: Όχι μόνο γινόταν έφοδοι στα πάρκα με λυκόσκυλα, αλλά το μοναδικό γκέι μπαρ βρισκόταν στην κορυφή μιας εγκαταλελειμμένης πολυκατοικίας, που στο ισόγειο είχε μπαρ που το διαχειρίζονταν η μαφία (οπότε δεν υπήρχαν μπάτσοι). Αυτές είναι εκπληκτικές ειδήσεις, για μια εποχή που το μόνο που ξέραμε για αυτές τις χώρες ήταν το χρώμα στο χάρτη.

Είναι, λοιπόν, ακαταμάχητη η εικόνα του θύματος στην γοητεία της, ειδικά όταν προστίθενται τέτοιες γραφικές λεπτομέρειες όπως να σε ορμάνε λυκόσκυλα. Αναπόφευκτα λάβαμε πολλά συγχαρητήρια από συντρόφους (μαζί με εντυπωσιασμό για τις πηγές πληροφόρησής μας).

Την επόμενη Κυριακή επιλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα παλιό χιουμοριστικό ερωτηματολόγιο του “Αμφί”, με ερωτήσεις (και απαντήσεις) “βγαλμένες από τη ζωή”. Θυμάμαι μόνο την ερώτηση 7, “Στο μεσημεριάτικα γεμάτο λεωφορείο για Σταυρούπολη ένα τσόλι σας πιάνει τον κώλο. Τι κάνετε;” (α, β, γ, δ, κλπ). Θα έλεγα ότι ως ομοφυλόφιλο άντρα αυτή η ερώτηση με σημάδεψε, διότι ακόμα και σήμερα παίζω με το ποια θα μπορούσε να είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση. Θα έλεγα επίσης ότι το όλο κουίζ ήταν πικρά διδακτικό και εύθυμα δηκτικό, αλλά αυτό δεν φάνηκε να εκτιμάται από τους συντρόφους ακροατές: ελλείψει ανθρωποφάγων λυκόσκυλων, η παρατήρηση αυτή τη φορά ήταν να σοβαρευτούμε και τι πράγματα είναι αυτά.

Ήμουν αρκετά μικρός ακόμα ώστε να μην έχω διαβάσει τι έγραφε αφοριστικά ο Ρέντζο Νοβατόρε για περιπτώσεις σαν κι αυτές: “Αλληλεγγύη: ο μακάβριος βωμός που χρησιμοποιούν ικανοί παλιάτσοι κάθε είδους για να επιδείξουν το παπαδίστικο ταλέντο τους να βγάζουν λόγους. Όσοι τελικά ωφεληθούν πληρώνουν όχι λιγότερα από 100% εξευτελισμό”.

6

Την εποχή εκείνη δεν είχε πολιτογραφηθεί η λέξη “ομοφοβία” στο πολιτικό λεξιλόγιο. Αναπόφευκτα, δεν είχαμε λόγια να περιγράψουμε σκηνικά όπως το παρακάτω.

Ένα πρωινό σηκωθήκαμε ο φίλος μου κι εγώ να κατέβουμε από Κορδελιό στο κέντρο. Εγώ ήμουν ντυμένος συμβατικά, εκείνος φορούσε ένα κολλητό lycra σορτς ποδηλάτη με έντονα χρώματα. Πήγαμε στο οικείο βιβλιοδισκοπωλείο να χαζέψουμε και σύντομα μπήκε μέσα ένας σύντροφος που χαιρέτησε. Τρία λεπτά αργότερα είχε επιστρέψει σε εμάς μαζί με την απορία του: “γιατί το φοράς αυτό, μπαλαρίνα είσαι;” Νόμιζα ότι είμαι ετοιμόλογος, αλλά η μπαλαρίνα-φίλος μου με ξεπέρασε: “εσύ γιατί φοράς παραλλαγή, σ’ αρέσει ο στρατός;” “Διότι έχουμε πόλεμο…”, ψέλλισε ο σύντροφος και οπισθοχώρησε.

Επρόκειτο, αναμφίβολα, για κάποια ομοφοβικά περιστατικά. Αρκούν 2-3 (ή περισσότερα) συμβάντα για να αμαυρώσουν μια ολόκληρη εποχή; Η μνήμη μου πλέον με γελά. Από τη μία θυμάμαι να μην ντρέπομαι, να μην αισθάνομαι άβολα ποτέ και πουθενά, να έχω ενθουσιασμό για τους συντρόφους μου, από την άλλη μια τεράστια οργή αποθηκευμένη που δεν μπορώ πάντα να καταλήξω σε κάποια ιστορία όπως παραπάνω για να την εξηγήσω.

Μάλλον, μαθημένοι από τα κραξίματα στο δρόμο, ήμασταν αρκετά κωλοπετσωμένοι για να μας πτοούν τέτοια περιστατικά. Αυτό, μαζί με γενναίες δόσεις ρομαντισμού, μας ώθησε για παράδειγμα να κρίνουμε σκόπιμο να εγκαινιάσουμε, μια βραδιά, τη Βίλα Βαρβάρα με τα γκέι φιλιά μας.

Θα έλεγα ότι υπάρχει μια δίνη συμπεριφορών και αντιλήψεων αρκετά απλή στη λειτουργία της. Αν ως θύμα (ειδικά αν αυτό περιλαμβάνει μπάτσους ή το κράτος) προκαλείς συγκίνηση και συγκατάνευση αναγνώρισης, τότε μια αυτόνομη εξερεύνηση της σεξουλικότητάς σου, του ερωτισμού σου, ζητημάτων πιο υπαρξιακών ή βιωματικών θα επιφέρει αποδοκιμασία, νουθεσία για ελαφρότητα, απώθηση ή κατηγορίες για πάρεργο. Εδώ πολλές και πολλοί δεν παύουν να θυμούνται έναν αγώνα για αντίσταση, εν τέλει αγώνα για αυτονομία, ο οποίος ακόμα κι αν εκφράζει απαιτήσεις προς το κράτος, παραμένει έξω από την οντολογική τάξη της κυριαρχίας του κράτους. Μάταιο, όμως, μιας και ο αγώνας θα βαπτισθεί θεσμικός και σίγουρα όχι αρκετά επαναστατικός, με διάφορα ευχολόγια να βρεις το δρόμο σου κλπ.

Αυτή η δίνη, που φαίνεται ότι πίπτει επί δικαίων και αδίκων, ελάχιστα μας απασχόλησε μιας και είχαμε από πολύ νωρίς ξεκαθαρίσει ότι δεν είμαστε εκπρόσωποι, αγωνιστές, βουλευτές, απολογητές για λογαριασμό κανενός και καμίας – ούτε καν της ομάδας μας. Ό,τι έγινε, έγινε από προσωπική εσωτερική ανάγκη έκφρασης, από το σκουλίκι που μας έτρωγε, από την “γκάβλα” μας όπως γράφαμε τότε – ή έναν πρωτόλειο μηδενισμό ορισμένων θα έλεγα σήμερα κοιτάζοντας πίσω. Με τη μέθοδο αυτή αποφύγαμε παρόμοιες απογοητεύσεις και στενάχωρες καταστάσεις, που σίγουρα υπήρχαν στα 90s αλλά θα συμφωνούσαμε ίσως όλοι και όλες ότι δεν είναι ίδιον της δεκαετίας.

Θα κλείσω εδώ με τη συντρόφισσα που πήγε να μου αφαιρέσει το λόγο σε μια συνέλευση διότι “εί[μ]αι προϊόν του καπιταλισμού”. Μας χάρισε χρόνια άφθονου γέλιου κι ακόμα χαμογελώ όταν τη σκέφτομαι σε τέτοια επετειακά κείμενα.

9

Είπες στην αρχή της απάντησής σου για «τη ζωή στην κατάψυξη». Σκεφτήκαμε αντανακλαστικά πόσο ‘ανθυγιεινό’, πόσο μη-προστατευτικό είναι συνήθως το περιβάλλον των πολιτικών χώρων μας γύρω από τον ψυχικό πόνο που νιώθει κανείς/καμιά. Είναι, βασικά, άλλο ένα μεγάλο θέμα το οποίο δεν μπορεί να μιληθεί πολιτικά παρά μόνο σε ένα θεωρητικό πλαίσιο έκθεσης της ψυχιατρικής, δίπλα στις άλλες μορφές καταστολής. Κατά τα άλλα, στους πολιτικούς μας χώρους βλέπεις συχνά ό,τι και στην υπόλοιπη κοινωνία: από εχθρότητα και προκαταλήψεις μέχρι αδιαφορία, για να μην πούμε και τίποτα χειρότερο. Έχεις βρει κάτι διαφορετικό σε πολιτικό επίπεδο στο δρόμο σου, ή έχεις προσπαθήσει να το θέσεις εσύ, από τα 90s μέχρι σήμερα;

Διακρίνω από τη στιγμή της διάγνωσης μέχρι σήμερα τρεις περιόδους. Η πρώτη είναι αρκετά κοινή, φαντάζομαι, σε όσους έχουν διαγνωστεί με κάποια ψυχωσική διαταραχή, μια ενημέρωση από τη γιατρό δηλαδή ότι πάσχεις από μια βιολογική ανωμαλία που ναι μεν δεν μπορεί να θεραπευτεί αλλά μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο με τη χρήση συνταγογραφούμενων ουσιών. “Όπως λοιπόν ο διαβητικός παίρνει τακτικά την ινσουλίνη του, παίρνεις κι εσύ το αντιψυχωσικό σου”. Ήταν μια περίοδος ύπνωσης, άκρως καταθλιπτική, με πνιγηρή ατμόσφαιρα λόγω των αντιψυχωσικών (που δεν ήταν μόνο ένα), χέρσα από συναισθήματα και ερεθίσματα πέρα από αυτά που επέτρεπε το θεραπευτικό σχήμα. Εν τέλει, η πολυφαρμακία (το γνωστό “κοκτέιλ” στο οποίο καταλήγουν συχνά τέτοιες περιπτώσεις), οι ραγδαίες σωματικές επιπτώσεις από την αγωγή και κυρίως η λοβοτομημένη σκέψη και συναίσθημα καθώς και κάποια διαβάσματα, με οδήγησαν στη διακοπή της αγωγής: έζησα κατόπιν 3 χρόνια δίχως φάρμακα, με τη στήριξη της ψυχοθεραπείας και ήμουν σαν ένα μικρό παιδί να μαθαίνει τον κόσμο ξανά – από το μπουσούλισμα και τις πρώτες λέξεις του. Αν και ήταν υπέροχα μέσα στο The right to be free, The right to be me!” που λέει και το σύνθημα των Mad Pride, υπήρχε φόβος, σκοτάδι, πανικός. Χρησιμοποιούσα μερικές φορές, σε δημόσιο χώρο, ουσίες όπως βενζοδιαζεπίνες ή υπνωτικά χάπια σε συνδυασμό με αλκοόλ, σε μια προσπάθεια να καταλαγιάσω τους χτύπους της καρδιάς μου ή τον πανικό που μου προκαλούσε η ανθρώπινη παρουσία. Ήταν εκεί που κατάλαβα ότι πέρα από την δική μου παράνοια, ορισμένοι άνθρωποι έχουν στ’ αλήθεια βλέψεις για εμένα. Το πρώτο σοκ ήταν όταν με πλησίασαν στα έγκατα της Υφανέτ και μέσα στο σκοτάδι μου σφύριξαν αυστηρές απειλές να είμαι πιο χαρούμενος και λιγότερο αυτοκαταστροφικός. Το δεύτερο σοκ ήταν όταν το πρωί μετά από ένα καφενείο, με γερές δόσεις ουσιών και έχοντας κακή επαφή με το περιβάλλον, ξύπνησα σπίτι μου διαπιστώνοντας ότι έχω έναν απρόσκλητο ολόγυμνο άντρα δίπλα μου. Μου είχε κάνει σεξ; Αυτοϊκανοποιήθηκε δίπλα μου; Με άγγιζε; Απλώς ζεσταινόταν; Αυτό θα μπορούσε να είναι κάλλιστα μια ιστορία φροντίδας, ότι με συνόδεψε ευγενικά κάποιος σπίτι στην εκτός επαφής κατάστασή μου, αλλά η βαθύτερη γνώση των περιστάσεων δείχνει ότι πρόκειται για μια περίπτωση όπου το phazed-out ψυχ άτομο θεωρείται κοινόχρηστο – κοινό – και διαθέσιμο σε κάθε χρήση, αγγίζοντας την παραβίαση ή την παρενόχληση. Οι αντιδράσεις αυτές, που έδειχναν ένα κοινωνικό ενδιαφέρον απέναντι μου κι όχι την πολυπόθητη α-ορατότητα που επιθυμούσα, με οδήγησαν αναγκαστικά στην εντονότερη πολιτικοποίηση του λόγου μου.

8

Διάβασα αρκετά, διαπιστώνοντας με έκπληξη πόσα πολλά έχει δανειστεί το Mad κίνημα από το ριζοσπαστικό LGBT. Διάβασα επίσης θεωρητικούς μα στο τέλος κατέληξα ότι πρέπει να διαμορφώσω και να εξασκήσω μια δική μου πολιτική για τη δική μου ζωή. Συντάσσομαι πάρα πολύ στον παραλληλισμό Mad/LGBT (που για πρώτη φορά συνάντησα στο “Ένα πρώτο πολιτικό κείμενο από ένα queer toxic άτομο”) διότι μου επιτρέπει να μεταφέρω δεξιότητες, στις οποίες είμαι άρτιος, στο πεδίο της τρέλας. Είναι η τρίτη περίοδος, η περίοδος που μπαίνω πρώτη φορά στο ψυχιατρείο, μια εμπειρία που μου υπέδειξε πόσο μακριά βρίσκομαι από μια γενική θεωρία της τρέλας αλλά πολύ κοντά σε μια προσωπική θεωρία για τον εαυτό μου. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των εμπειριών, ερεθισμάτων και βιωμάτων ήταν να θέλω πάρα πολύ να μιλήσω, με έναν εκρηκτικό τρόπο, λίγο πούστικο, λίγο τρελούτσικο και λίγο αναρχικό. Το αποτέλεσμα ήταν δύο φανζίν, το Desperately Seeking Susan και το Ebola. Σε αυτά, έχω την εκτίμηση ότι έμεινα πιστός στην πεποίθηση ότι το βίωμα γυμνό ίσον με τίποτα: ναι, υπάρχουν πολλές ιστορίες, αλλά ακόμα πιο πολλές εικονογραφήσεις και θεωρητικά κείμενα. Υπάρχει μεγάλη ικανοποίηση που στην παρουσίαση του Ebola (στην εκδήλωση “3 fanzines που συναντήθηκαν”, κατάληψη Terra Incognita), αυτός ο λόγος μου βρήκε συγκινητική ανταπόκριση.

Παράλληλα, άρχισε μέσα στο μυαλό μου να παίζει ένα bingo με τα πράγματα που μου λέγανε και των οποίων τη μετάφραση αναλάμβανα λ.χ. “προσπάθησε να είσαι όσο πιο νευροτυπικός γίνεται μαζί μας = δε με νοιάζει τι κάνεις στο κρεβάτι σου”, “δεν είσαι συντροφικός = δεν είσαι σαν κι εμάς”, “ο Α. έχει την τάδε ψύχωση και μάλιστα το λέει = ο Α. είναι αδερφή και μάλιστα δηλωμένη”, “είσαι πολύ επιθετικός = υποφέρω, με ρουφά ένα ψυχωσικό επεισόδιο”, “δεν είναι έτσι όπως τα λες = έχω έναν φίλο γκέι που δε σου μοιάζει καθόλου”, “χαμογέλα λίγο βρε = μην κάθεσαι αδερφίστικα σταυροπόδι”, “system error = αυτοκτονώ, βοήθεια. Το αγαπημένο μου είναι με τον ελέφαντα, δηλαδή να μιλάνε σε συνελεύσεις ή σε virtual χώρους σε τρίτο πρόσωπο για μένα, παρουσία μου, και να λένε “μην ξεχνάμε και τον ελέφαντα στο δωμάτιο”. Αυτά τα λίγα μάλλον εικονογραφούν ένα κομμάτι από το ψυχιατρικό στίγμα και το βίωσα εδώ και πουθενά αλλού, εδώ στον “χώρο”, γιατί εδώ κινούμαι κι εδώ θέλω να ζω.

Κάποτε στους massqueerraid, που είχα τη χαρά να είμαι μαζί τους από την αρχή μέχρι το τέλος, κάναμε αυτομόρφωση από το βιβλίο με τον καθ’ όλα δηκτικό τίτλο “How To Be Gay” του queer ακαδημαϊκού David Halperin. Στις σελίδες του περιγράφεται το βάσανο της ηχογράφησης ενός welcome message στον τηλεφωνητή από έναν γκέι άντρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε ηχογραφήσει τη φωνή του 36 φορές, προσπαθώντας να είναι αρκετά αρρενωπός και αρκετά όχι αδερφή. Δεν θα ήθελα να ζήσω αυτό το μαρτύριο σε όλη τη ζωή μου, το μαρτύριο να κρύβεσαι και να ευθυγραμμίζεσαι, θέλω να είμαι φανερός και ευθύς και τις ηλιόλουστες μέρες αλλά και τις μέρες της καταιγίδας και τις μέρες που πέφτω κάτω και σέρνομαι. Καταθλιπτικός, αυτοκτοκτονικός, καλά, μανιακός, ψυχωσικός: Όλα αυτά είμαι εγώ, δεν έχω να ανακαλέσω τίποτα ή να αρνηθώ τον εαυτό μου για να ικανοποιήσω την ανάγκη άλλων για μια νευροτυπική εικόνα μου.

Τούτες οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό της συνέντευξης είναι ίσως από τις λιγότερο δομημένες ή επεξεργασμένες. Μου θυμίζουν, μάλιστα, πολύ έντονα τις πρώτες μέρες του “Πόθου”, όπου ένα μάτσο από ετερόκλητα κείμενα, πολύ πείσμα και οργή από νεαρά άτομα και καθόλου παίδευση στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής φιλοδοξούσαν να εκφράσουν κάτι. Αν το καταφέραμε εν τέλει μία φορά, ίσως το καταφέρω κάποτε ξανά κι εγώ.

3

Τον τελευταίο χρόνο σχεδίασα ένα λεύκωμα μεγάλων διαστάσεων και 176 σελίδων που του έδωσα τον μεγαλεπήβολο τίτλο “Πουστιά, Ψυχική Ασθένεια και Μουσική Πανκ”. Με έναν τρόπο θεωρητικό, βιωματικό, με στίχους, κολάζ, φωτογραφίες και πολύ ξεκάθαρη και σαφή αισθητική συμπυκνώνω εκεί μέσα ό,τι με έχει απασχολήσει, ό,τι έχω σκεφτεί εγώ μέχρι τώρα κι αυτά από τα οποία έχω τραφεί. Είναι κατά κάποιο τρόπο το τρίτο φανζίν που βγάζω. Θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι και ελπίζω να είναι το τέλος μιας μοναχικής πορείας. Ελπίζω με άλλα λόγια ότι χάρις στο λεύκωμα αυτό θα υπάρχει ένα υπόστρωμα για να φυτρώσουν συζητήσεις, γνωριμίες, συνασπισμοί και άλλα πολλά που θα προσθέσουν σε αυτό όσα δεν μπόρεσα εγώ.

Στο δρόμο μου βρήκα την ομάδα “Παθογέννημα” – για μια διέξοδο από το ψυχιατρικό οικοδόμημα – που δέχτηκε με ενδιαφέρον και καλοσύνη το de-briefing μου από το ψυχιατρείο.

Σήμερα η κοινωνική πραγματικότητα όσον αφορά τα lgbt θέματα φαίνεται να έχει αλλάξει από τα 90ς. Σύμφωνο συμβίωσης, περισσότερες ομάδες που ασχολούνται, ένα pride πολύ μαζικό, μεγαλύτερη ορατότητα στα διεθνή μμε, σε μικρότερο βαθμό και στα ελληνικά. Όλα καλά άρα;

Η ερώτηση μού θυμίζει μια υπόθεση εργασίας και μια συζήτηση που έχει ήδη δρομολογηθεί, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Η υπόθεση εργασίας είναι η εξής: Με την πανδημία του AIDS ένα νέο κύμα ακτιβισμού ξεκίνησε στην Αμερική. Ήταν πάνω από όλα ένα κίνημα, αθέλητης και ηθελημένης, ορατότητας και κατόπιν ένα κίνημα που περιστρεφόταν πρώτα γύρω από την ίδια την επιβίωση και δευτερευόντως ενδεχομένως γύρω από άλλα ζητήματα. Το όνομα της ACT UP θα ήταν εμβληματικό εδώ. Διαδηλώσεις, παρεμβάσεις, δρώμενα, παραγωγή λόγου ακτιβιστικού και ακαδημαϊκού, πορείες και μια έκρηξη ορατότητας ήταν η συνέπεια του ακτιβισμού του AIDS. Εδώ πάνω από όλα δομήθηκε η ταυτότητα, σφυρηλατήθηκε η αίσθηση της κοινότητας και του ανήκειν. Αυτή η κινητικότητα οδήγησε με μια λογική συνοχή (που τους μηχανισμούς της δεν θα εξετάσουμε εδώ, ενδεχομένως και να μην μπορούμε) σε επόμενα στάδια του κινήματος μέχρι και σήμερα, τα οποία, καλώς ή κακώς, ήταν οι LGBT στο στρατό και ο LGBT γάμος.

Κοιτάζοντας την ίδια περίοδο στον ελλαδικό χώρο, διαπιστώνουμε μια νεκρική σιγή. Θα ήταν πραγματικά κοινότοπο και σε όλες γνωστό να αναφέρω ότι δεν υπήρχαν διαδηλώσεις, πορείες, παραγωγή πολιτικού λόγου και πολιτικής παρακαταθήκης (πέρα από το μερτικό μας στον “Πόθο”). Δεν θα ήταν κοινοτοπία, όμως, να αναφερθώ σε ένα περιστατικό που συνέβη το 1997. Ήταν σε ένα βαλκανικό συνέδριο για τον HIV/AIDS που έγινε στη Θεσσαλονίκη και έτυχε να παρακολουθώ. Στο μεγάλο διάλειμμα κατευθύνθηκα προς το ελληνικό πηγαδάκι, με άτομα διακεκριμένα, που τα ονόματά τους ακόμα εμφανίζονται στις ειδήσεις και τα νέα. Απαίτησα να μάθω γιατί έχουμε 1997 και δεν έχει κυκλοφορήσει καν ένα φυλλάδιο για ασφαλέστερο σεξ μεταξύ ανδρών. Ας κρίνει η αναγνώστρια τη στάση σώματος των ερωτώμενων: με κεφάλια σκυφτά, γεμάτα σύνεση, μου εξήγησαν ότι όσο η Εκκλησία είναι κοινωνικός εταίρος στο ΚΕΕΛΠΝΟ το φυλλάδιο που ζητώ δεν πρόκειται να υπάρξει.

Κρατώ από την ιστορία αυτή τα σκυφτά κεφάλια, γερτά, σιωπηλά, αδύναμα, υποταγμένα, πάνω από τα σώματα ομοφυλόφιλων ανδρών που πέθαιναν από την άγνοια και τα αντιπαραβάλλω με την εισβολή μελών και φίλων της ACT UP/NY σε καθεδρικό ναό της Νέας Υόρκης, όπου διέκοψαν τη λειτουργία και εγκάλεσαν τον καθολικό αρχιεπίσκοπο.

Ήταν μια νύχτα. Κι αυτό το ταξίδι μέσα στη νύχτα, στο οποίο κινήσεις όπως ο “Πόθος” δεν ήταν παρά μικρά γιορτινά φωτάκια, έλαβε κάποτε σιγά σιγά τέλος. Μετά από πάνω από μια δεκαετία σιωπής, κάτι άρχισε να κινείται ξανά, καταλήγοντας στην κατάσταση που περιγράφει η ερώτηση.

Η δική μου ερώτηση εδώ είναι, με ποια ιστορική φόρτιση, με ποια γνώση και εμπειρία από το παρελθόν, βασισμένοι σε ποιους πολιτικούς, κινηματικούς, ακτιβιστικούς, ακαδημαϊκούς λόγους, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, ζητώντας (αν πρέπει να ζητάμε) αυτά που ζητάμε, συγκινούμενοι από αυτά που όντως “αξίζει” κανείς να συγκινηθεί, νιώθοντας συλλογικά αυτό που είναι αρμόζον να συναισθανθεί κανείς, έχοντες μια νεοπαγή ταυτότητα άγνωστης αρχαιολογίας, προέλευσης και μνήμης.

Κεντρικό σημείο στο σημερινό λόγο κατέχει το έργο της Τζούντιθ Μπάτλερ. Κάνοντας μια τρομαχτική υπεραπλούστευση των καλύτερων και των όχι και τόσο καλών στιγμών της, θα έλεγα ότι στην ιδεολογία της ταιριάζει ο τίτλος “ριζοσπαστικός περιεκτισμός”. Αυτές οι δύο λέξεις εξηγούν το άρωμα θυματοποίησης που υποκρύβεται όχι τόσο πίσω από τις φράσεις της αλλά πίσω από τις φράσεις φανατισμένων ακτιβιστών οπαδών της. Θα ήθελα να δω μια διέξοδο από αυτόν τον “μπατλερισμό” και για εμένα αυτή είναι απλά το κομμάτι εκείνο που ονομάζεται anti-social και anti-communitarian queer ή απλά “μηδενιστικό queer”.

Σε μια φιλική συζήτηση που είχα, εξέφρασα με άλλα λόγια αυτή την απορία. Στο τ.19 του “Πόθου” η προμετωπίδα γράφει “Να καταλάβουμε τους δρόμους” κι αυτό μου είναι υπερβολικά οικείο μιας και το έγραψα εγώ. Δεν ήταν μια πρόσκληση για μια επετειακή πορεία, για μια γκέι πράηντ, αλλά ένα κάλεσμα καθημερινής ορατότητας στο δημόσιο χώρο – ένας πούστης στημένος σε κάθε πεζοδρόμιο, μια αδερφάρα σε κάθε σταυροδρόμι. Ήταν ένα κάλεσμα και σε ατομικό επίπεδο: η εξέγερση ενάντια στην εξουσία οφείλει να περιλαμβάνει μια μικρο-πολιτική εξέγερση η οποία λαμβάνει χώρα στο επίπεδο της επιθυμίας του υποκειμένου. Αντί αυτού παρατήρησα στο συνομιλητή μου δίνεται μεγάλη έμφαση σήμερα σε μια αντίστροφη, κεντρομόλο κίνηση – να περιοριστούμε, να ασφαλιστούμε, να υποχωρήσουμε σε περίκλειστους, αστυνομευόμενους εξωτερικά και εσωτερικά χώρους, χώρους που ονομάζουμε με ευκολία και δογματισμό “safe spaces”. Το ότι η ιδεολογία του “safe space” έχει τις ρίζες του, αν πιστέψουμε τον Halberstam στο “You are triggering me”, στα gentrified areas κι ότι το gentrification της ζωής έμελλε να γίνει και gentrification της πολιτικής – για να παραφράσω τη Sarah Schulman – είναι μια άγνωστη, ανώδυνη, μη-διαπίστωση για τους περιφρουρητές αυτής της ασφάλειας.

Είναι καιροί αναστοχασμού, εσωστρέφειας, μου ειπώθηκε. Αυτό είναι απολύτως σεβαστό και ενδιαφέρον, θα επιθυμούσα όμως μέσα σε αυτή την περίσκεψη να μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη όσα ερωτήματα τέθηκαν στο παρελθόν και πολλά από αυτά παραμένουν ακόμα επώδυνα ανοιχτά.

Περιγράφει λοιπόν η ερώτηση ένα κλίμα κατακτήσεων σε ζητήματα ορατότητας αλλά και δικαιωμάτων. Φευ! Διαθέτουμε ακόμα και γκέι μπάτσο που τα λέει και ωραία. Τόσο ωραία που θα του αναθέσω ένα θέμα για την επόμενη αγαπησιάρικη έκθεσή του. Δεν ξέρω για αυτόν όταν είναι σε υπηρεσία αλλά οι συνάδελφοί του, διαχρονικά, κακοποιούν σεξουαλικά τις τρανς στο δρόμο (και δεν είμαστε δα και τόσο μακριά από τους διωγμούς των τρανς στη Θεσσαλονίκη τις μέρες του Γκέη Πράηντ). Νομίζω δεν υπάρχει τίποτα πιο μπρουτάλ και σκληρό από τον ακτιβισμό ορισμένων τρανς σε εποχές ακόμα πιο βαθιά πίσω στο χρόνο, φερ’ ειπείν 1985. Ήταν τότε, σύμφωνα με την αφήγηση της Πετρωνίας, που οι μπάτσοι βίασαν κάποιες τρανς ένα βράδυ. Η Πετρωνία μάζεψε τις καπότες, έγραψε τα ονόματα των διόλου άγνωστων αστυνομικών οργάνων πάνω τους, και πήγε και τις πέταξε στο γραφείο του διοικητή την άλλη μέρα. Αν ο γκέι μπάτσος νομίζει ότι η δουλειά του θα είναι τα ταξινομεί αλφαβητικά καπότες για χάρη του διοικητή του και να μην βγαίνει σε αποστολές κάνοντας αυτά που κάνουν τα ρουνά, ε, τι να πω, σου έχω νέα, φιλαράκι.

Όλα καλά άρα;”

Στη δεύτερη από τις έξι δολοφονίες ομοφυλόφιλων αντρών που συνέβησαν το παγωμένο καλοκαίρι του 1996, επισκέφθηκα βραδιάτικα το ερημωμένο πάρκο που είχαν βρει τον στραγγαλισμένο. Υπήρχε σιωπή αλλά και ένα ανελέητο θρόισμα των φύλλων και άλλοι νυχτερινοί μικροθόρυβοι της υπαίθρου. Ίσως μια καλή ιδέα θα ήταν να είμαι με παρέα εκείνη τη βραδιά, επέλεξα όμως τη γνώριμη μοναχικότητα, την επαφή με τον κίνδυνο, το θάνατο και το τέλος. Πώς τελειώνει λοιπόν κανείς; αναρωτήθηκα. Πώς τελειώνει κανείς; Ίσως και με 36 μαχαιριές κι έναν μπάτσο να ρωτά σαρκαστικά αν ήξερες κι εσύ αυτή την πουστάρα. Πώς τελειώνει κανείς και πώς συνεχίζει; Το σκοτάδι στο πάρκο, σε εκείνο το υποθετικό παγκάκι που υπολόγιζα ότι είχε συμβεί το έγκλημα, έμπαινε μέσα μου και ψάχνοντας να βρω αν έχω τίποτα άλλο πέρα από νύχτα μέσα μου, βρήκα μια μαύρη, γλυμμένη πέτρα: Ήμουν 15 χρονών όταν είχα διαβάσει τον “Ξένο” του Καμύ και στα 23 μου καταλάβαινα ότι είχα φάγει το βιβλίο τούτο, το είχα εγγράψει μέσα μου. Ήταν μια μοναξιά που θα την έλεγα και πούστικη. Αν όχι τον θεό, κάποιον έπρεπε να ευχαριστήσω που ήμουν ακόμα ζωντανός κι όμως παράδοξα απονεκρωμένος.

Όλα καλά άρα;”

Εργάστηκα πολύ σκληρά για να έχει αυτή η πόλη γκέι πράηντ. Την πρώτη φορά σχεδόν τα καταφέραμε. Πωρωμένοι από τις ανταποκρίσεις από την ευρύτερη περιοχή, τη λάγνα επιθυμία και την κατάσταση στον ελλαδικό χώρο, στο τρίτο και πιο μεγάλο ημιυπαίθρο gay pride party που οργανώσαμε (1999) κάποιοι διέδιδαν ότι θα γίνει πορεία με σημείο εκκίνησης τον Λευκό Πύργο. Χωρίς ευτυχείς δημαρχιακές συγκυρίες, χωρίς πολλές σκέψεις, χωρίς μέτρημα δυνάμεων. Από τα κάτω. Η πορεία δεν καλέστηκε ποτέ κι ήταν ο τελευταίος χρόνος του “Πόθου”. Δεν έμελλε να υπάρξει ποτέ αυτή η πορεία.

Πολλά χρόνια μετά, πάλι θα εργαζόμουν νυχθημερόν για να υπάρξει το κατάλληλο κλίμα και, δοθείσης της εξευτελιστικής αφορμής ενός φιλικού δημάρχου, υπήρξε ξανά ένα κάλεσμα, ένα κάλεσμα που κάναμε δυο άτομα και επέμενα να είναι όσο πιο ανοιχτό γίνεται, ένα κάλεσμα που γνώρισε ανταπόκριση και το απώτερο αποτέλεσμά του ήταν αυτό που έχουμε σήμερα στην πόλη ως πράηντ. Ένα κομμάτι μου έχει τύψεις που δεν εργάστηκα πιο πολύ για να έχει τα χαρακτηριστικά που επιθυμώ κι ένα άλλο κομμάτι νιώθει μια αμείλικτη επιθανάτια παγωνιά να κατεβαίνει μέσα μου. Θα έλεγα ότι παραδόξως δεν με ενδιαφέρει πια και τόσο αυτό για το οποίο τόσο εργάστηκα τόσο πολύ. Ίσως να είναι πιο ταιριαστή η θέση του σιωπηλού θεατή – ταιριαστή, πρωτόγνωρη και τόσο οικεία τελικά.

Όλα καλά άρα;”

Αν ρωτάτε προσωπικά εμένα, θα κλείσω κλείνοντας έναν λογαριασμό από το παρελθόν και συγκεκριμένα του μικρού τίτλου, που σε μια άσχετη σελίδα του “Πόθου” αλλά όχι με μια άσχετη διάθεση έγραφε “ουτοπία ή θάνατος”. Κάποιο ουτοπικό στοιχείο – είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι – είναι ουσιαστικό κομμάτι της ριζοσπαστικής πολιτικής. Επειδή δεν συνηθίζω να μην πιστεύω αυτά που γράφω, θα έλεγα ότι στη ζωή μου το φάσμα της ουτοπίας ήταν τόσο χλωμό ώστε συνάντησα πολλές φορές τον θάνατο. Για εμένα αν κάτι αξίζει στην τωρινή εποχή θα ήταν το φάσμα της ουτοπίας να αστράψει πιο λαμπερό κι εγώ να σταματήσω να σέρνομαι στο έδαφος. Δεν ξέρω αν αυτό είναι μια έγκυρη ή επίκαιρη ή συλλογική επιθυμία, πάρτε το ως το βίτσιο ενός μοναχικού παλιόπουστα. Έτσι κι αλλιώς, σε όλη αυτή την ιστορία που ανέπτυξα, ένα πράγμα επιμελήθηκα αδιάκοπα: τη μοναχικότητα, τον ατομικισμό και τον πόνο της συνδιαλλαγής με τον μηδενισμό.

Από όλα όσα θα μπορούσε να μου προκαλέσει αυτή η συνέντευξη, πάνω από όλα θα επιθυμούσα να διαβάσω ξανά τον “Ξένο”. Λέγεται ότι δεν είναι καλό να διαβάζει κανείς αυτό το βιβλίο σε εφηβικές εποχές: το μυαλό ταξιδεύει επικίνδυνα, παράξενες σκέψεις γεννιώνται. Μα τώρα που έχω ζήσει πάνω από τη μισή μου ζωή, έχω επενδύσει σε αυτό το τευχίδιο – ακούγεται σαν μια μέθοδος να είμαι ελεύθερος. Που δεν είναι καθόλου το ίδιο με το να είμαι ευτυχισμένος ή “περήφανος”.

Καταλάβαμε μέσα από τις διάφορες απαντήσεις σου ότι εστίασες αρκετές φορές στα συνθήματα αλλά και στα μέσα της μετάδοσης τους και δεν κρύβουμε ότι μας άρεσε αυτό. Ο αναστοχασμός γύρω από τα μέσα του λόγου είναι πάντα χρήσιμος, θεωρούμε. Επίσης, η συμπύκνωση του λόγου σε ένα εύστοχο σύνθημα είναι μια πολιτική αρετή, όπως και να το κάνουμε… για να πούμε δύο μόνο από τα πολλά που μας έρχονται στο μυαλό. Σε άλλο σημείο είπες για τα βιώματα της ομοφοβίας στη Θεσσαλονίκη, για τα οποία τότε δεν ήταν τόσο διαδεδομένη η λέξη ‘ομοφοβία’ να τα περιγράψει. Ωστόσο, μια χαρά βάζατε τους ομοφοβικούς στη θέση τους και χωρίς τις λέξεις αυτές, όπως το περιέγραψες. Είναι ενδιαφέρον αυτό, να έχεις ζήσει όχι μόνο μια εποχή με μικρότερες δυνατότητες διάδοσης του λόγου σου αλλά και με λιγότερα εργαλεία στο λεκτικό ας πούμε οπλοστάσιο. Φαίνεται σα να κινούμαστε με μια διττή τροχιά. Κάποια νοήματα έχουν κατοχυρωθεί λεκτικά. Παρόλα αυτά μερικές φορές οι δυνατότητες επικοινωνίας πίσω από αυτές τις ‘μεγάλες’ λέξεις φαίνονται φτωχότερες… Έχεις μια παρόμοια αίσθηση;

Μιλώντας για πολιτική αρετή όσον αφορά τα πετυχημένα συνθήματα, να πω χωρίς αιδώ ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία σε ένα δικό μου: “Δεν θέλουμε παιδιά, θέλουμε τους γιους σας”. Είναι σχετικά πρόσφατο αλλά εγγυώμαι ότι είναι ξεκάθαρα τρελά 90s φάση. Αλλά αυτό είναι ακόμα μια άλλη ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έμαθα με την επάνοδό μου στη “σκηνή” ήταν να μιλώ πιο συμπυκνωμένα, αντιλαμβανόμενος ότι υπάρχουν οι κατάλληλες ‘μεγάλες’ λέξεις για να αντικαταστήσουν τις περιφράσεις μου. Πέρασε αρκετός καιρός, χρόνια, για να αρχίσω να υποψιάζομαι ότι υπάρχει μια ομίχλη γύρω από αυτές τις λέξεις που συσκοτίζει αντί να διαυγάζει το περιεχόμενό τους. Με άλλα λόγια, η πολιτική τους πυκνότητα απέκτησε μια άγευστη ποιότητα.

4

Θα πρότεινα να είμαστε τριπλά φροντιστικοί με τις λέξεις αυτές. Μία φορά να είμαστε φροντιστικοί απέναντί τους, φειδωλοί με τη χρήση τους, δίνοντας την ευκαιρία να ειπωθούν δυο τρεις ή όσες κουβέντες παραπάνω αναλογούν στην περίσταση. Μια δεύτερη φορά να είμαστε φροντιστικοί απέναντι στις εαυτές μας, προκρίνοντας τις δυνατότητες επικοινωνίας και ανάλυσης που έχει η περίφραση, δίνοντας χώρο σε αντιφάσεις, πολλαπλές τομές, δυναμικές, διαδρομές, αμηχανίες παρά σε στιβαρές και υπερβολικά οριστικές κρίσεις. Μια τρίτη φορά να είμαστε φροντιστικοί απέναντι στις κοινότητες που ανήκουμε, φροντίζοντας τουλάχιστον να πλέουμε σε καθαρά νερά, μίλια μακριά από τα μολυσμένα χωρικά ύδατα προβληματικών καταστάσεων λόγω υπερβολικά εύκολης χρήσης των λέξεων αυτών – όπως η κουλτούρα του name-calling. Όσο κι αν μας δίνουν τη δύναμη να μιλάμε από ισχυρότερη θέση και πιο συμπυκνωμένα, ειδικά απέναντι στους αντιπάλους μας, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν εξ ολοκλήρου άλλες μεθόδους επικοινωνίας μεταξύ μας – στις οποίες περιλαμβάνεται και το να μιλάμε, βάζοντας προσωρινά στην άκρη τον φόβο μήπως εκφραζόμαστε με ασάφεια, με αντιφάσεις, ελλιπώς ή ακόμη προσβλητικά ή προκαλούντες αμηχανία. Για να το πω διαφορετικά, η φτώχεια πίσω από τις δυνατότητες επικοινωνίας μέσα από τις ‘μεγάλες’ λέξεις διαγράφεται πολύ καθαρά σε πολιτικά κείμενα που έχουν μια generic ποιότητα αντί για μια οξύτητα στην παρατήρηση και στο λόγο.

queer trance party

Μερικές φορές οι ‘μεγάλες’ λέξεις είναι οι ‘μικρές’. Κάποτε είπα: “Θέλω να ζήσω ελεύθερος” και μου αντιγύρισαν λέγοντας – ίσως ειρωνικά ενώπιον μιας ενδεχόμενης αφέλειας – “τι θα πει ‘ελεύθερος’;”. Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση και θα έλεγα ότι είναι μια από τις κεντρικές “ερωτήσεις μας”, τις ερωτήσεις όλων μας, πέρα κι από το κουήρ και το έμφυλο. (Και γιατί να μη βάλω εδώ και ένα ερωτηματικό στο τι σημαίνει “θέλω να ζήσω”, δεδομένου του πόσο λιγοστά ικανοποιητικό ή αυτονόητο είναι ότι επιβιώνω ή διατηρούμαι ‘ζωντανός’ — λόγω του ψυχικού πόνου). Θα μου άρεσε λοιπόν μια συζήτηση για τα περιεχόμενα και τις μορφές της ελευθερίας για εμάς (άλλωστε κι ο Milton Friedman “Καπιταλισμός και Ελευθερία” ονόμασε το βιβλίο του), αλλά για κάποιο λόγο μια τέτοια συζήτηση δεν φαίνεται να είναι επίκαιρη σε μια έμφυλη συνέλευση.

Ίσως είναι καιρός για μια παύση, για έναν αναστοχασμό στο ποιες είμαστε, πού το πάμε και τι εργαλεία επιλέγουμε να χειριζόμαστε.

dark party B 001-01