psycho
Leave a comment

Γιατρεύοντας το μυαλό. Γιατί οι ψυχιατρικές θεραπείες αποτυγχάνουν;

Μια θριαμβευτική επιτυχία;

Εάν υπάρχει μια κεντρική διανοητική πραγματικότητα στο τέλος του εικοστού αιώνα, αυτή είναι ότι η βιολογική προσέγγιση στην ψυχιατρική – το να μεταχειρίζεσαι την ψυχική ασθένεια ως μια γενετικά επηρεασμένη διαταραχή της χημείας του εγκεφάλου – υπήρξε θριαμβευτική επιτυχία.

Edward Shorter, A History of Psychiatry

Μια υγρή μυρωδιά διαπερνά το μικρό, δίχως παράθυρα δωμάτιο συνεντεύξεων κάθε φορά που έρχεται να με δει ο Peter. Προσπαθώ να τον βοηθήσω εδώ και πάρα πολύ καιρό. Η εξάμηνη περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ένας κλινικός ψυχολόγος λογικά θα ανέμενε έναν πελάτη να αναρρώνει είχε παρέλθει πάνω από έναν χρόνο πριν. Πάντοτε, όπως φαίνεται, είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μια σπουδαία ανακάλυψη.

Οι συναντήσεις, οι πρώτες του πρωινού, πάντα ξεκινούν με το ίδιο τελετουργικό. Ελέγχει το ρολόι του ενώ εγώ ορμάω μέσα από την πόρτα του κοινοτικού κέντρου ψυχικής υγείας έπειτα από το μακρύ ταξίδι μου από το σπίτι, ο Peter με κοιτάζει περιφρονητικά, και μετά σκάει ένα χαμόγελο και λέει, “Γεια σου, φίλε!”. Περιστασιακά, προσπαθεί να με αγκαλιάσει, αλλά τον αποθαρρύνω, περισσότερο γιατί ανησυχώ για την κακή προσωπική υγιεινή του παρά από φόβο παραβίασης κάποιου επαγγελματικού ορίου. Δεν θα με δει αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν οι παραισθησιογόνες φωνές συχνά αρχίζουν να τον βασανίζουν, οδηγώντας τον πίσω στο μικρό, ακατάστατο διαμέρισμα, όπου χρησιμοποιεί δυνατή μουσική για τις ωθήσει να φύγουν.

Ένας ψηλός, συμπαθής άντρας στις αρχές των τριάντα του, θα μπορούσε να δείχνει γοητευτικός αν μόνο μπορούσε να καθαρίσει τον εαυτό του και να κάνει κάτι για το εκρηκτικό στομάχι του. Οι δυσκολίες του, που μου τις είπαν με την ακρίβεια ενός ανθρώπου που έχει επαναλάβει αυτή την ιστορία πολλές φορές, άρχισαν περισσότερο από 13 χρόνια πριν γνωριστούμε. Ήταν χαρούμενα εργαζόμενος σε μια γραμμή παραγωγής και πατέρας ενός μωρού κοριτσιού. Η ταχτοποιημένη ζωή του ξαφνικά έγινε θρύψαλα όταν η φιλενάδα του ανακοίνωσε ότι δεν θέλει πλέον να μένει μαζί του κι ότι είχε βρει άλλον εραστή. Απόβλητος από το οικογενειακό σπίτι, ήταν αναγκασμένος να μετακομίσει σε ένα ζοφερό στούντιο, βυθίστηκε στην κατάθλιψη και στο τέλος σταμάτησε να εμφανίζεται στη δουλειά. Τελικά έχασε τη δουλειά του και έγινε άστεγος. Ήταν εκεί που κοιμόταν με άγριες συνθήκες στους δρόμους που άρχισε να ακούει φωνές, τις οποίες τις απέδιδε σε πρώην φίλους που επιθυμούσαν να τον βλάψουν. “Πείτε του να βγει!”, έλεγαν “Διατάξτε τον να βγει!”, που το εκλάμβανε να σήμαινε ότι ήθελαν να τον πάνε κάπου και να τον ξυλοκοπήσουν.

Δεν υπάρχει καμία καταγραφή για ψυχική ασθένεια την άμεση οικογένεια του Peter. Παρόλο που κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον θετό πατέρα του όταν ήταν 10 ετών, πέρα από μερικές μεθυσμένες τριβές με την αστυνομία κατά τη εφηβεία, δεν υπήρχε καμία ένδειξη στην προηγούμενη ζωή του ότι προοριζόταν να γίνει ψυχιατρικός ασθενής. Στη θετική πλευρά, σε αντίθεση με πολλούς ασθενείς με παρόμοιες δυσκολίες, έχει καταφέρει να να επανιδρύσει ένα δίκτυο φίλων και απολαμβάνει θερμές σχέσεις με τη μητέρα και την αδερφή του. Έχει επίσης καλές σχέσεις με την έφηβη πλέον κόρη του, την οποία βλέπει τακτικά. Χάρις στα γενναιόδωρα επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης είναι κολλημένος στο χαντάκι των επιδομάτων: προς το παρόν έχει περισσότερα χρήματα από όσα απαιτούν οι ανάγκες του και φοβάται ότι θα είναι χειρότερα οικονομικά αν αποπειραθεί να επιστρέψει στη δουλειά.

Η αρχική επιστολή συστάσεων από τον ψυχίατρο του Peter, σημειώνοντας ότι τα συμπτώματά του επέμεναν παρά την αγωγή μιας δεκαετίας με φάρμακα, ρωτούσε αν θα μπορούσα να παρέχω γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, μια μορφή ψυχολογικής αγωγής, για να τον βοηθήσω με τις φωνές του. Παρά τον σκεπτικισμό στο παρελθόν σχετικά με την αξία της ψυχολογικής αγωγής για ασθενείς με βαριά ψυχιατρική νόσο, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι αυτού του είδους η θεραπεία μπορεί μερικές φορές να βοηθήσει άτομα σαν τον Peter. [1] Κατά τους πρώτους λίγους μήνες που ήμασταν μαζί ακολουθούσα το σύνηθες πρωτόκολλο για αυτού του είδους την αγωγή, ζητώντας του να κρατά αρχεία πότε έρχονταν οι φωνές και πότε φεύγανε, ρωτώντας τον για πιθανές αφορμές και εξετάζοντας πώς οι πεποιθήσεις του για τις φωνές θα μπορούσαν να τις κάνουν πιο επίμονες. Όπως πολλοί ασθενείς που ακούνε φωνές, ο Peter πίστευε ότι είναι πανταχού παρούσες και παντοδύναμες, [2] και έκανα ό,τι μπορούσα για να αμφισβητήσω την πεποίθησή του ότι είναι πανίσχυρες πέρα από κάθε αντίσταση. Επίσης πίστευε ότι άλλα άτομα μπορούσαν να ακούσουν τις φωνές του και θα μπορούσαν να του επιτεθούν ως συνέπεια, επομένως πρότεινα ένα “συμπεριφορικό πείραμα” στο οποίο θα προσπαθούσε να καταγράψει τις φωνές του με ένα μαγνητόφωνο. Παρατηρώντας ότι ήταν μόνιμα πολύ τεντωμένος, κι ότι το άγχος του να αναμένει τις φωνές έδειχνε ότι τις προκαλούσε να εμφανιστούν, του έμαθα επίσης μερικές απλές τεχνικές χαλάρωσης. Σταδιακά, στην περίοδο ενός έτους, αυτή η προσέγγιση έδειχνε να δουλεύει. Το ημερολόγιο του Peter έδειχνε ότι άκουγε λιγότερο συχνά τις φωνές. Ενώ προηγουμένως τις βίωνε σε καθημερινή βάση, τελικά κατάφερε ένα μέγιστο ρεκόρ δεκατριών ημερών χωρίς αυτές. Άρχισε να σκέφτεται για το μέλλον, συζήτησε την πιθανότητα εθελοντικής εργασίας και έγιναν οι διευθετήσεις να μένει σε μια πιο όμορφη γειτονιά.

Μόλις είχα αρχίσει να σκέφτομαι μια εξιτήρια επιστολή για τον ψυχίατρο του Peter, η οποία σιωπηλά θα κόμπαζε για το τι είχαμε καταφέρει μαζί, τα πράγματα πήραν δραματική τροπή. Καταφθάνοντας για να με δει για αυτό που θα ήταν μια από τις τελευταίες συνεδρίες μας, ήταν διεγερμένος και παρανοϊκός, με τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν από μεριά σε μεριά καθώς μου έλεγε ότι οι φωνές δεν τον άφησαν να κοιμηθεί τα δύο τελευταία βράδια. Στο τέλος της συνεδρίας, τον παρακολούθησα να σαρώνει το περιβάλλον του νευρικά, πριν βρει το κουράγιο να βγει έξω στο δρόμο. Τηλεφώνησα κατευθείαν σε μια ψυχιατρική νοσοκόμα της κοινότητας, μια θερμή, υποστηρικτική γυναίκα που σύντομα μετά πήγε να τον επισκεφθεί στο νέο του διαμέρισμα. Οι προσπάθειές της να τον ηρεμήσει ήταν άκαρπες. Μέσα σε μερικές μέρες εισήχθη στο νοσοκομείο για πιο εντατική θεραπεία.

Οι ψυχιατρικές πτέρυγες είναι συχνά τρομαχτικά μέρη. Η τοπική ψυχιατρική μονάδα, χτισμένη περίπου είκοσι χρόνια πριν στα εδάφη ενός Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου και κατά μήκος ενός θορυβώδους αυτοκινητόδρομου, έχει μακριούς, στενούς διαδρόμους και δείχνει παλιά και απρόσωπη. Τα δωμάτια των ασθενών είναι σκοτεινά και κλειστοφοβικά. Οι κοινόχρηστες περιοχές, οι τραπεζαρίες και τα δωμάτια όπου οι ασθενείς περνούν ατελείωτες ώρες βλέποντας τηλεόραση την ημέρα, μυρίζουν ιδρώτα. Οι νοσοκόμες δείχνουν να κρύβονται στο νοσοκομειακό γραφείο τους, χαζεύοντας τους ασθενείς μέσα από παράθυρα με γυαλί ασφαλείας. Στις ανοικτές πτέρυγες, όπου οι ασθενείς μπορούν να έρθουν και να φύγουν όπως επιθυμούν, κάποιοι κάνουν χρήση των εγκαταστάσεων εργοθεραπείας κάπου αλλού στο νοσοκομείο, άλλοι εξαφανίζονται έχοντας πάρει άδεια να επιστρέψουν για λίγο σπίτι έτσι ώστε μπορεί να δοκιμαστεί η ικανότητά τους να ζήσουν στον πραγματικό κόσμο, και άλλοι πάλι λιώνουν σε σιωπηλές σκέψεις, αναμένοντας να δράσουν τα φάρμακά τους. Στις κλειστές πτέρυγες, όπου κρατούνται οι πιο διεγερμένοι ασθενείς, υπάρχει μια απτή ατμόσφαιρα απειλής, υπογραμμισμένη από κραυγές και περιστασιακές βίαιες πράξεις από τους περισσότερο διαταραγμένους ασθενείς που δεν έχουν ακόμη υποκύψει στη ναρκωτική επίδραση της αγωγής τους. Ήταν σε μια τέτοια πτέρυγα που βρήκα τον Peter, ζαρωμένο στο δωμάτιό του, υπερβολικά τρομαγμένο να βγει έξω φοβούμενος ότι θα του επιτεθούν οι άλλοι ασθενείς. Ήταν δύσκολο να υπολογίσει κανείς το βαθμό που ο φόβος του δικαιολογούταν από τις νέες συνθήκες του και το βαθμό που ήταν προϊόν της φαντασίας του.

Ρωτώντας τον Peter, έγινε προφανής η αιτία της ξαφνικής υποτροπής του. Στηριζόμενος στην επιτυχία μας μαζί και, χωρίς να το ξέρω εγώ ή κανείς άλλος στη νοσοκομειακή ομάδα μας, είχε σταματήσει ξαφνικά να παίρνει τα φάρμακά του. Η μετακόμιση, μια πιεστική εμπειρία το λιγότερο, του είχε κοστίσει. Ενόσω παρέμενε στο νοσοκομείο φαινόταν αδύνατο να γίνει οτιδήποτε ιδιαίτερα θεραπευτικό. Μέχρι να πάρει εξιτήριο, να ξαναπάρει φάρμακα, μερικές εβδομάδες μετά, είχα φτάσει απλά να περνώ περιστασιακά και να έχουμε μια φιλική κουβεντούλα, με την ελπίδα να του δείξω ότι δεν τον έχω ξεχάσει.

Παρόλο που συνεχίζω να βλέπω τον Peter, δεν μπορώ να το κάνω επ’ αόριστον. Πρόσφατα αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με μια νέα στρατηγική, εμπνευσμένη από μελέτες που δείχνουν ότι οι βουδιστικές τεχνικές διαλογισμού είναι χρήσιμες στους ασθενείς που δεν έχουν ανταποκριθεί σε πιο παραδοσιακές μορφές ψυχοθεραπείας. [3] Του έμαθα να περνά σύντομες περιόδους καθισμένος στη σιωπή, κατευθύνοντας την προσοχή του στην αναπνοή του και προσέχοντας όταν οι σκέψεις του περιφέρονται αλλού. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν ότι οι ασκήσεις αυτές τους βοηθούν να αναπτύξουν κάποια αποστασιοποίηση από σκέψεις που είναι δυσάρεστες και επίμονες. Ελπίζοντας ότι θα απευθυνθώ στο φόβο που είχε για τις φωνές του, έβαλα τον Peter να επαναλάβει τις λέξεις, “Πείτε του να βγει! Διατάξτε τον να βγει!”, ξανά και ξανά πριν αρχίσει τις ασκήσεις. Κατά τους τελευταίους μήνες, η συχνότητα των φωνών του έχει μειωθεί ξανά και τώρα περνάει πολλές μέρες δίχως αυτές. Πιάνουν οι ασκήσεις; Είναι αυτή η μέθοδος που αναζητούσαμε; Ο Peter αρχίζει να γίνεται περισσότερο αισιόδοξος, και θέλω να είμαι κι εγώ αισιόδοξος, αλλά η εμπειρία με έχει διδάξει ότι η βεβαιότητα είναι συχνά ένα παραπλανητικό συναίσθημα. Μερικές φορές νιώθω λες και απλά υποκρίνομαι ότι είμαι χρήσιμος.

Τι είναι η ψύχωση;

Ο Peter διαγνώστηκε ότι υποφέρει από σχιζοφρένεια. Σύμφωνα με τα ιατρικά εγχειρίδια, οι ασθενείς με αυτή τη διαταραχή τυπικά υποφέρουν από ακουστικές παραισθήσεις (φωνές ανθρώπων που δεν είναι στην πραγματικότητα παρόντες) και ψευδαισθήσεις (παράξενες και παράλογες πεποιθήσεις ανθεκτικές στα αντεπιχειρήματα). Πολλοί ασθενείς έχουν διαταραχές της σκέψης περιστασιακά, μιλώντας ακατάληπτα, ειδικά όταν είναι κάτω από πίεση. Επιπρόσθετα σε αυτά τα θετικά συμπτώματα, που αποκαλούνται έτσι γιατί κανονικά απουσιάζουν στους υγιείς ανθρώπους, πολλοί ασθενείς υποφέρουν από αρνητικά συμπτώματα, που αποκαλούνται έτσι γιατί δείχνουν να αντανακλούν μια απώλεια της συνήθους ικανότητας. Αυτά περιλαμβάνουν την απάθεια, την ανηδονία (αδυναμία να νιώσεις ευχαρίστηση) και την άμβλυνση του συναισθήματος

Η σχιζοφρένεια συνήθως θεωρείται ότι ανήκει σε μια οικογένεια ασθενειών στις οποίες ο ασθενής, όταν είναι πολύ βαριά άρρωστος, δείχνει να χάνει επαφή με την πραγματικότητα. Αυτές οι διαταραχές, που αντιστοιχούν σχηματικά στη λαϊκή αντίληψη περί τρέλας, είναι γνωστές συλλογικά ως οι ψυχώσεις, και είναι η πιο βαριά μορφή ψυχικής ασθένειας. Αυτές συχνά συγκρίνονται με τις νευρώσεις (πιο συχνοί και λιγότερο βαριοί τύποι ψυχικών ασθενειών στις οποίες το άτομο, αν και πολύ αγχωμένο ή κατατεθλιμμένο, έχει επίγνωση ότι είναι άρρωστο, και δεν βιώνει ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις) και τις διαταραχές προσωπικότητας (ισόβια δυσλειτουργικά μοτίβα συσχέτισης με άλλους ανθρώπους).

Ο άλλος κύριος τύπος της ψύχωσης είναι η διπολική διαταραχή, η οποία είναι μερικές φορές επίσης γνωστή ως μανιοκατάθλιψη. Σε αυτή την κατάσταση ο ασθενής βιώνει επεισόδια βαθιάς κατάθλιψης και επίσης επεισόδια είτε μανίας (περιόδους ανεξέλεγκτης έξαψης και εριστικότητας, συχνά συνοδευόμενη από αποδιοργανωμένη σκέψη και ψευδαισθήσεις ειδικών ικανοτήτων, αμύθητου πλούτου ή ειδικής αποστολής στη ζωή) ή υπομανίας (μια λιγότερο ακραία συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ευφορία, έξαψη και παρορμητική συμπεριφορά). Τα τρέχοντα διαγνωστικά συστήματα διαχωρίζουν τώρα μεταξύ διπολικής διαταραχής 1, στην οποία οι ασθενείς βιώνουν κατάθλιψη και μανία, και διπολικής διαταραχής 2, όπου βιώνονται κατάθλιψη και υπομανία αλλά όχι μανία. Και στις δύο καταστάσεις, επεισόδια ακραίας διάθεσης τυπικά διαχωρίζονται από περιόδους ύφεσης ή σχετικά κανονικής λειτουργίας. Η μονοπολική κατάθλιψη (κατάθλιψη με απουσία ιστορικού μανίας) όταν είναι πολύ βαριά, μπορεί επίσης να συνοδεύεται από ψυχωσικά συμπτώματα, για παράδειγμα ακουστικές παραισθήσεις που επικρίνουν σκληρά τον ασθενή ή ψευδαισθήσεις ότι ο ασθενής είναι ένοχος για κάποιου είδους φοβερό έγκλημα. Ο όρος ψυχωσική κατάθλιψη χρησιμοποιείται μερικές φορές για να περιγραφεί αυτού του είδους η κατάσταση.

Χωρίς δισταγμό, οι ψυχώσεις έχουν βαθιά επίδραση στον ανθρώπινο κόσμο. Ο αριθμός των περιπτώσεων με σχιζοφρένεια που αντιμετωπίζονται από ψυχιατρικές υπηρεσίες είναι δύσκολο να μετρηθεί γιατί οι ορισμοί της διαταραχής μεταβάλλονται από μελέτη σε μελέτη, αλλά οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νέων περιπτώσεων κάθε χρόνο σε διαφορετικά μέρη του κόσμου κυμαίνονται σε περίπου 7 με 40 νέες περιπτώσεις ανά 100.000 ανθρώπους και τα νούμερα για τη διπολική διαταραχή είναι όμοια. Ο αριθμός των ανθρώπων που λαμβάνουν διάγνωση σχιζοφρένειας οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή τους είναι σίγουρα πάνω από 0,5 τοις εκατό και, ξανά, η ίδια περίπου εκτίμηση έχει αναφερθεί για τη διπολική διαταραχή. [7]. Από μια ευρύτερη προοπτική, έχει υπολογιστεί ότι ο κίνδυνος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής να υποφέρει κανείς από οποιοδήποτε είδος ψυχωσικής διαταραχής ίσως να είναι τόσο υψηλό όσο το 3 τοις εκατό. [8]. Εφόσον ο τρέχων πληθυσμός της Βρετανίας είναι περίπου 60 εκατομμύρια και αυτός των Ηνωμένων Πολιτειών περίπου 300 εκατομμύρια, αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον 1,8 εκατομμύρια Βρετανοί πολίτες και 9 εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ μπορεί να επηρεάζονται. Κάνοντας μια επέκταση των συμπερασμάτων για τον υπόλοιπο κόσμο, περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν τώρα στη γη είναι πιθανόν να υποφέρουν από ψυχώσεις σε κάποιο σημείο της ζωής τους. Πρόκειται για πάρα πολλούς ανθρώπους.

Η επίδραση αυτών των συνθηκών στην ποιότητα ζωής μπορεί να σταχυολογηθεί από το γεγονός ότι, στον ανεπτυγμένο κόσμο, περίπου το 5 τοις εκατό των ασθενών με σχιζοφρένεια [9] και πάνω από το 7 τοις εκατό των ασθενών με διπολική διαταραχή αυτοκτονούν [10] και πολλοί περισσότεροι αποπειρώνται την αυτοκτονία. Η ανικανότητα να εργαστείς ή να ακολουθήσεις μια καριέρα είναι επίσης σύνηθες. Σε μια πρόσφατη έρευνα για τους ασθενείς με σχιζοφρένεια σε έξι ευρωπαϊκές χώρες, [11] το 41% κρίθηκε βαρέως ανάπηρο όταν πρωτοεκτιμήθηκε. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 25% ήταν ακόμη βαριά ανάπηρο. Για περίπου τα δύο τρίτα αυτών των ασθενών οι στενές σχέσεις τους επηρεάστηκαν (πολλοί έμειναν δίχως συντρόφους) και περίπου το ίδιο ποσοστό ήταν ανίκανο να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο χώρο εργασίας. Για ακόμα μια φορά, μια παρόμοια εικόνα είναι προφανής σε σχέση με τη διπολική διαταρχή. Έχει υπολογιστεί ότι ένας νεαρός ενήλικας που λαμβάνει τη διάγνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί περιμένει να χάσει, κατά μέσο όρο, εννιά χρόνια ζωής, δώδεκα χρόνια φυσιολογικής υγείας και δεκατέσσερα χρόνια εργασίας. [12]. Επιπρόσθετα σε αυτόν τον κατάλογο της μιζέριας, οι ψυχώσεις είναι επίσης η πηγή μεγάλου φόβου για τους απλούς ανθρώπους. Επιλεκτικά ρεπορτάζ στα μμε έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι η σχιζοφρένεια, ιδιαιτέρως, σχετίζεται με μια τάση για ακραία, τυχαία βία. [13]

Είναι, φυσικά, αληθές ότι ψυχωσικοί ασθενείς, στη λαβή των παραισθήσεών τους, μερικές φορές διεξάγουν τρομερά εγκλήματα, αν και αυτό ευτυχώς συμβαίνει σπάνια. Στη Βρετανία, ιδρύθηκε το 1994 μια φιλανθρωπική οργάνωση που ονομάζεται Zito Trust μετά από την παράλογη σφαγή του άντρα της Jayne Zito, του Jonathan, από τον Christopher Clunis, έναν ψυχιατρικό ασθενή. Στις 17 Δεκεμβρίου 1992 ο Clunis βημάτισε μέχρι να φτάσει τον Zito καθώς αυτός περίμενε για ένα τρένο στο σταθμό Finsbury Park και τον μαχαίρωσε δίχως προειδοποίηση. Σε μια επίσημη έρευνα που ακολούθησε τη δολοφονία αποκαλύφθηκε ότι ο Clunis ήταν καλά γνωστός στις τοπικές ψυχιατρικές υπηρεσίες, έχοντας δει τουλάχιστον σαράντα τρεις ψυχιάτρους μέσα σε πέντε χρόνια κι ότι δεν είχε κρατηθεί στο νοσοκομείο παρόλο που διέπραξε έναν αριθμό τυχαίων επιθέσεων τις εβδομάδες που προηγήθηκαν του θανάτου του Ziko. Στο υπόβαθρο τέτοιων και παρόμοιων περιστατικών, πολλές ψυχιατρικές υπηρεσίες έχουν δει τον κύριο ρόλο τους ως ρόλο περιορισμού. Έρευνες που έχουν διεξαχθεί στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλύπτουν τη διαδεδομένη χρήση τόσο του άτυπου όσο και του επίσημου εξαναγκασμού στη διαχείριση ατόμων με ψυχωσικές ασθένειες. [14] Στη Βρετανία και ορισμένα τμήματα των Ηνωμένων Πολιτειών νέα νομοθεσία επιτρέπει τους ψυχιάτρους να εξαναγκάζουν τους ασθενείς να παίρνουν την φαρμακευτική αγωγή τους με την απειλή ότι θα αποβληθούν από το νοσοκομείο εάν δεν το κάνουν.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι τα οικονομικά βάρη που σχετίζονται με τις ψυχώσεις είναι τεράστια, αλλά διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις τοπικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Το ετήσιο κόστος για τη φροντίδα των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει πρόσφατα εκτιμηθεί στα 22,7 δις δολάρια και στη Βρετανία εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 2,2 δις λίρες. [16] Όμως, αυτά τα άμεσα κόστη μερικές φορές φαίνονται πολύ μικρά εμπρός στα έμμεσα κόστη που προκύπτουν, για παράδειγμα, από την απώλεια οικονομικής παραγωγικότητας από τους ασθενείς και τους φροντιστές τους. Το πραγματικό ετήσιο κόστος της σχιζοφρένειας επομένως έχει εκτιμηθεί στα 62,7 δις δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες και στα 4 δις λίρες στη Βρετανία. Με πολλούς τρόπους, φαίνεται, η ψύχωση είναι ένα πρόβλημα που μας αφορά όλους.

Δεδομένων αυτού του ανθρώπινου και οικονομικού κόστους, είναι επιτακτικό να μαζέψουμε οποιουσδήποτε πόρους μπορούμε για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που δημιούργησε για εμάς η βαριά ψυχική νόσος. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να βοηθήσουμε αυτούς που υποφέρουν από ψύχωση ώστε να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους, σε μια προσπάθεια να τους ανακουφίσουμε από τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις τους και να τους επιστρέψουμε σε έναν πλήρη ρόλο στην κοινωνία. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να υποστηρίξουμε τους φροντιστές τους – συχνά τους γονείς – ώστε να μην λυγίσουν από το συναισθηματικό και οικονομικό φορτίο να φροντίζουν τους ταραγμένους και συχνά ταραχοποιούς αγαπημένους τους. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να προστατέψουμε την κοινωνία από οποιουσδήποτε κινδύνους σχετίζονται με την ψύχωση και πρέπει να τα κάνουμε όλα αυτά με έναν οικονομικά πρόσφορο τρόπο, εντός των ορίων των περιορισμένων προϋπολογισμών που είναι διαθέσιμοι για τη χρηματοδότηση των σύγχρονων ψυχιατρικών υπηρεσιών.

Η ιατρική αγωγή της βαριάς ψυχικής νόσου

Η πλειοψηφία των ανθρώπων που βιώνουν ψυχολογικά προβλήματα δεν λαμβάνει ποτέ θεραπεία από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες. Πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από τις λιγότερο βαριές νευρώσεις επιλέγουν να τις υπομείνουν, ελπίζοντας ότι θα νιώσουν λιγότερο αγχώδεις και κατατεθλιμμένοι με την πάροδο του χρόνου, ή όταν οι περιστάσεις αλλάξουν και ζωή γίνει λιγότερο στρεσογόνος (η πλειοψηφία των ανθρώπων των οποίων τα συμπτώματα ικανοποιούν τα κριτήρια για μείζονα κατάθλιψη αναρρώνουν σε μερικούς μήνες [17]). Αν τα συμπτώματα επιμένουν, το πιο πιθανό είναι πως όποια θεραπεία πάρουν θα προέρχεται από τον οικογενειακό γιατρό, ο οποίος μπορεί να συνταγογραφήσει αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ή να παραπέμψει τον ασθενή σε έναν σύμβουλο ή κλινικό ψυχολόγο με τους οποίους μπορεί να συζητήσει τις δυσκολίες του. Όμως, εάν, όπως με τον Peter, ένας ασθενής έχει τη δυστυχία να βιώνει τα πιο σοβαρά συμπτώματα της ψύχωσης, είναι πολύ πιθανό ότι θα βρεθεί να τον φροντίζουν οι ψυχιατρικές υπηρεσίες, και η θεραπεία που θα λάβει μπορεί να εκτείνεται σε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι ασθενείς μπορούν να εισαχθούν στην ψυχιατρική αγωγή μέσα από διαφορετικές διαδρομές. [18] Παρόλο που τα ακριβή βήματα που οδηγούν στην εμπλοκή με τις ψυχιατρικές υπηρεσίες μπορεί να διαφέρουν από τόπο σε τόπο, οι παρακάτω διαδρομές είναι αρκετά τυπικές. Πολύ συχνά ένας οικογενειακός γιατρός θα αποφασίσει ότι τα συμπτώματα που βιώνει ένας ασθενής είναι πολύ σοβαρά για να διαχειριστούν από έναν μη ειδικό, και θα κανονίσει για ένα ραντεβού με κάποιον ψυχίατρο. Μερικές φορές η επαφή με τον ψυχίατρο θα συμβεί μετά από κάποιο είδος κρίσης, για παράδειγμα αφότου ένα άτομο που υποφέρει από παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις οδηγηθεί σε ένα ιατρείο επειγόντων από έναν φίλο που ανησυχεί ή από συγγενή. Περιστασιακά, εμπλέκονται οι δυνάμεις εφαρμογής του νόμου. Στις περισσότερες χώρες η αστυνομία έχει την εξουσία να κρατήσει κάποιον που συμπεριφέρεται με τρομακτικό και ασταθή τρόπο, μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα της ψυχιατρικής εξέτασης. Όπως και να συμβεί όμως, ο ψυχίατρος συνήθως ακολουθεί ένα μοτίβο εργασίας παρόμοιο με αυτό που ακολουθούν οι συνάδελφοί του σε άλλους κλάδους της ιατρικής. Πρώτα, πρέπει να εκτιμηθούν τα συμπτώματα του ασθενή έτσι ώστε ο ψυχίατρος να μπορέσει να κάνει διάγνωση. (Καθώς δεν υπάρχουν βιολογικές εξετάσεις για την ψυχιατρική διαταραχή, η εκτίμηση γίνεται μέσω μιας αναλυτικής εξέτασης-συζήτησης – γνωστή ως εξέταση ψυχικής κατάστασης – κατά τη διάρκεια της οποίας ο ασθενής ερωτάται για παράξενες πεποιθήσεις, εμπειρίες και συναισθήματα.) Τότε, μόλις γίνει η διάγνωση, αποφασίζεται ο τρόπος της θεραπείας.

Αν η συμπεριφορά του ασθενή δείχνει να αποτελεί κίνδυνο για τον ίδιο ή για άλλους (για παράδειγμα, αν φαίνεται να είναι αυτοκτονικός, εκρηκτικά θυμωμένος ή επικίνδυνα παρορμητικός), συνήθως θα εισαχθεί σε μια ψυχιατρική πτέρυγα, όπου θα παραμείνει με τα συμπτώματά του να βελτιωθούν ικανοποιητικά ώστε ο ψυχίατρος να δοκιμάσει να του δώσει εξιτήριο πίσω πάλι στην κοινότητα. Αν είναι αναγκαίο, και αν δεν μπορεί να πείσει τον ασθενή να μπει εθελούσια στο νοσοκομείο, ο ψυχίατρος μπορεί να χρησιμοποιήσει ειδικές νομικές εξουσίες (στην αργκό της νομοθεσίας της Βρετανικής ψυχιατρικής νομοθεσίας, ονομάζονται sections) για να αναγκάσει τον ασθενή να παραμείνει στην πτέρυγα. Η βασική θεραπεία που παρέχεται κατά τη διάρκεια της παραμονής συνήθως θα είναι ψυχιατρικά φάρμακα, παρόλο που άλλες μέθοδοι μπορεί να προσφερθούν, όπως οι ομαδικές συζητήσεις και η εργοθεραπεία (στην οποία ο ασθενής ενθαρρύνεται να εμπλακεί σε διάφορες δραστηριότητες που έχουν νόημα και κίνητρο). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο ασθενής συνήθως θα δει τον ψυχίατρο πολύ αραιά, ίσως μια φορά την εβδομάδα για δέκα λεπτά περίπου, κατά τη διάρκεια των οποίων θα εξεταστούν τα συμπτώματα του ασθενή και θα καθοριστεί αν η θεραπεία έχει την επιθυμητή δράση. Αν η παραμονή του ασθενούς εκτείνεται για πάνω από μερικές εβδομάδες, τότε μερικές φορές γίνονται πιο επίσημες συσκέψεις για την περίπτωση, στις οποίες ο ψυχίατρος, οι νοσοκόμες και άλλοι επαγγελματίες υγείας θα συναντηθούν για να συζητήσουν την πρόοδο του ασθενούς και να καθορίσουν αν αξίζουν κάποιες αλλαγές στη θεραπεία του. Μερικές φορές αυτές οι συζητήσεις θα λάβουν χώρα πίσω από κλειστές πόρτες αλλά συνήθως ο ασθενής θα καλεστεί να εισέλθει ούτως ώστε να εκφράσει τη δική του άποψη για το πώς πηγαίνουν τα πράγματα. Αυτή μπορεί να είναι μια στρεσογόνος εμπειρία καθώς ο ασθενής μπορεί να βρεθεί να κάθεται εμπρός σε μια γραμμή από επαγγελματίες, σχεδόν σαν να παρακολουθούσε συνέντευξη για δουλειά. Αν είναι πολύ αγχωμένος για να φύγει από την πτέρυγα, μπορεί να κρατηθεί για τα συμπτώματά του, γνωρίζοντας ότι λέξεις που δεν είναι προσεκτικά διαλεγμένες μπορεί να ερμηνευτούν από τον ψυχίατρο ως απόδειξη ότι δεν είναι έτοιμος να πάει σπίτι.

Μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, ή από την αρχή εάν η παραμονή στο νοσοκομείο κρίνεται απαραίτητη, η θεραπεία του ασθενή μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα προγράμματα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο ασθενής θα ανταποκριθεί θετικά στη φαρμακευτική αγωγή καθώς η πρόοδός του παρακολουθείται από τον ψυχίατρο κάθε λίγους μήνες, και τελικά ο ψυχίατρος θα αποφασίσει ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν είναι πλέον απαραίτητη. Όμως, είναι πιο πιθανό ο ψυχίατρος να αποφασίσει ότι ο ασθενής θα έπρεπε να συνεχίσει να παίρνει φαρμακευτική αγωγή – για χρόνια ή ίσως ακόμα και δεκαετίες – για να εξασφαλιστεί ότι τα συμπτώματα δεν θα επιστρέψουν. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ένας από τους κύριους σκοπούς των τακτικών αλλά αραιών ψυχιατρικών ραντεβού θα είναι να πείσουν τον ασθενή να συνεχίσει τα φάρμακά του, παρά τις όσες ανεπιθύμητες παρενέργειες μπορεί να έχουν. Οι ασθενείς διακόπτουν συχνά την αγωγή τους και μερικές φορές, όπως ο Peter, το κάνουν δίχως να ενημερώνουν τον ψυχίατρο, φοβούμενοι ότι ανακοινώνοντας την απόφασή τους θα προκαλέσουν αρνητική αντίδραση. Αυτός ο φόβος έχει γερά θεμέλια: εάν υποψιαστούν μη συμμόρφωση, οι ψυχίατροι μπορούν να καταφύγουν σε έναν αριθμό στρατηγικών για να διασφαλίσουν ότι η λήψη της φαρμακευτικής αγωγής συνεχίζεται. Μια προσέγγιση περιλαμβάνει τη διευθέτηση τακτικών επισκέψεων από ψυχιατρική νοσοκόμα της κοινότητας (CPN), η οποία θα αφιερώσει χρόνο για να γνωρίσει τον ασθενή, προσφέροντας συναισθηματική και πρακτική υποστήριξη σε καθημερινή βάση και ενθαρρύνοντας τον ασθενή να συνεχίσει να παίρνει τα χάπια του. Μια άλλη προσέγγιση είναι να συνταγογραφηθεί μια μακράς δράσης αγωγή depot η οποία δίνεται με ένεση στα οπίσθια του ασθενούς κάθε λίγες εβδομάδες, αν και αυτή η προσέγγιση μπορεί να υποσκαφθεί από το ασθενή απλά αρνούμενος να εμφανιστεί στην κλινική όπου γίνεται η χορήγηση ή ευρισκόμενος αλλού όταν η CPN φτάνει με τη σύριγγά της. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι η ψυχιατρική φροντίδα συχνά γίνεται αντιφατική, μια μάχη βουλήσεων μεταξύ της ψυχιατρικής ομάδας και του ασθενούς.

Είμαι βέβαιος ότι κάποιοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα αντιλέγουν ότι ο παραπάνω χαρακτηρισμός πώς δουλεύουν οι ψυχιατρικές υπηρεσίες είναι περίπου υπεραπλούστευση. Φυσικά, οι πολιτικές και οι διαδικασίες διαφέρουν από μέρος σε μέρος. Μερικοί ψυχίατροι δείχνουν ενδιαφέρον στη ψυχοθεραπεία και κάποιες υπηρεσίες προσλαμβάνουν ψυχολόγους ή ειδικά εκπαιδευμένες νοσοκόμες που μπορούν να παρέχουν ψυχολογική θεραπεία σε βαριά ψυχικά άρρωστους. Παρόλα αυτά, οι επίσημες οδηγίες για την θεραπεία της ψύχωσης στη Βρετανία [19] και τις Ηνωμένες Πολιτείες [20] δίνουν έμφαση στις φαρμακευτικές θεραπείες. Η παγκόσμια αγορά για αντιψυχωσικά φάρμακα είναι σήμερα περίπου 15 δις δολάρια ανά έτος. [21] Μεταξύ 1997 και 2004 ο αριθμός των κατοίκων των ΗΠΑ που λάμβανε αυτά τα φάρμακα αυξήθηκε από 2,2 εκατομμύρια σε 3,4 εκατομμύρια και τα έξοδα για αυτούς τριπλασιάστηκαν. [22] Στη Βρετανία, στην περίοδο μεταξύ 1991 και 2001, οι συνταγές για αντιψυχωσικά φάρμακα για ασθενείς που ζουν στην κοινότητα αυξήθηκαν κατά (ένα λιγότερο δραματικό) 23%. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτό φαίνεται να οφείλεται μόνο στους μεμονωμένους ασθενείς που κρατούνται στη φαρμακοθεραπεία επί μακρότερο παρά για μια αύξηση του αριθμού των ασθενών που λαμβάνουν φαρμακοθεραπεία για πρώτη φορά. [23] Η χρήση λιγότερο ισχυρών φαρμάκων για ανθρώπους με λιγότερο βαριές ψυχιατρικές καταστάσεις έχει αυξηθεί πιο απότομα. [24] Πρόσφατα έχει υπάρξει μια κίνηση να ενθαρρυνθούν οι ασθενείς με ψύχωση να πάρουν φάρμακα όσο το δυνατόν νωρίτερα υπό την πεποίθηση ότι μια καθυστέρηση στην αγωγή τους μπορεί να οδηγήσει σε άσχημα αποτελέσματα (θα εξετάσουμε τις αποδείξεις για αυτόν τον ισχυρισμό αργότερα). [25] Αυτή τη στιγμή, υπηρεσίες ειδικών πρώιμης πρόληψης αναπτύσσονται μέσα από το Σύστημα Υγείας και το περισσότερο ευρέως χρησιμοποιούμενο μέτρο της αποτελεσματικότητάς τους είναι η ικανότητά τους να μειώνουν τη διάρκεια της μη θεραπευόμενης ψύχωσης (DUP), η οποία ορίζεται ως το χρονικό διάστημα μεταξύ της εκκίνησης των συμπτωμάτων και της πρώτης αγωγής με αντιψυχωσικά φάρμακα. Κάποιοι ψυχίατροι υποστηρίζουν πλέον ότι θα έπρεπε να δίνουμε αντιψυχωσικά στους ανθρώπους αν υπάρχει υψηλός κίνδυνος να αναπτύξουν ψυχωσική ασθένεια στο μέλλον. [26]

Φυσικά, τα περισσότερα άτομα που τα έλκει η ψυχιατρική είναι ευγενικά και φροντιστικά και θέλουν μόνο το καλύτερο για τους ασθενείς τους. Συχνά αναστατώνονται και απογοητεύονται όταν οι ασθενείς αποτυγχάνουν να ωφεληθούν από τις προσπάθειές τους. Ακολουθούν μια ιατρική προσέγγιση, στην οποία οι κοινωνικές και ψυχολογικές θεραπείες, αν χρησιμοποιούνται καν, αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες στη φαρμακοθεραπεία, γιατί πιστεύουν γνήσια ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να βοηθήσουν τους ασθενείς τους.

Η κύρια βεβαιότητα πίσω από αυτή τη προσέγγιση είναι ότι η ψύχωση είναι μια ασθένεια του εγκεφάλου, μια ιδέα που είναι κυρίαρχη στους ψυχιατρικούς κύκλους για πάνω από έναν αιώνα, και η οποία συνεχίζει να διακηρύττεται στα κείμενα που γράφονται για τους εκπαιδευόμενους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, στα βιβλία που συγγράφουν ψυχίατροι και ψυχολόγοι για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, [27] και στις συμβουλές που δίνονται στους ασθενείς και φροντιστές από τους ιατρούς, τις φαρμακευτικές εταιρίες [28] και διάφορους άλλους οργανισμούς που επιμένουν, για παράδειγμα, ότι “η σχιζοφρένεια είναι μια θεραπεύσιμη ιατρική κατάσταση”. [29] Το νόημα των συμπτωμάτων του ασθενή και το πλαίσιο στο οποίο έχουν συμβεί, αντιμετωπίζονται επομένως ως άσχετα, και οι προσπάθειες που καταβάλλονται από τον ασθενή για να τα συζητήσει, και να ακουστεί η ιστορία του, συχνά αποθαρρύνονται. [30] Αν ο ασθενής ενίσταται σε αυτή τη προσέγγιση, κινδυνεύει να περιγραφεί ως στερούμενος διορατικότητας, όπου η διορατικότητα ορίζεται ως “Η σωστή στάση απέναντι στη νοσηρή αλλαγή στον εαυτό”. [31] Καθώς η έλλειψη διορατικότητας θεωρείται σύμπτωμα της ψύχωσης από μόνη της, [32] κάθε προσπάθεια που γίνεται από τον ασθενή για αμφισβητήσει τη φαρμακευτική αγωγή ή να αμφισβητήσει τις υποκείμενες υποθέσεις της συχνά αντιμετωπίζεται ως επιπλέον ένδειξη ότι ο ασθενής είναι άρρωστος και επομένως ως ένδειξη για ανάγκη πιο δραστικής φαρμακοθεραπείας.

Στα επόμενα κεφάλαια, θα δείξω πώς τα επιστημονικά θεμέλια αυτής της προσέγγισης είναι εξαιρετικά σαθρά. Όμως, θα προσπαθήσω πρώτα να απαντήσω ένα ερώτημα που είναι περισσότερο άμεσης σημασίας για τους ασθενείς και εκείνους που τους φροντίζουν: είναι πραγματικά αποτελεσματική η φαρμακευτική προσέγγιση; Θέτοντας αυτό το ερώτημα, δεν με ενδιαφέρει η αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων θεραπειών (θα ασχοληθώ αργότερα) αλλά αντίθετα με ενδιαφέρει ο ευρύς αντίκτυπος που έχουν στην κοινωνία οι ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Μπορούμε να βρούμε αν αυτός ο αντίκτυπος έχει υπάρξει θετικός εξετάζοντας τρεις πηγές αποδείξεων. Πρώτα, μπορούμε να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν έχουν υπάρξει πρόοδοι στη φαρμακευτική θεραπεία της ψυχικής ασθένειας που έχουν οδηγήσει προφανώς βελτιωμένη προοπτική για τους ψυχωσικούς ασθενείς σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Δεύτερον, μπορούμε να θεωρήσουμε εάν οι ψυχωσικοί ασθενείς που ζούνε σε χώρες με ψυχιατρικές υπηρεσίες υψηλού επιπέδου περνούν καλύτερα από ότι παρόμοιοι ασθενείς σε χώρες που αυτές οι υπηρεσίες είναι απούσες. Τέλος, μπορούμε να κοιτάξουμε προσεκτικά στο τι συμβαίνει στους ασθενείς όταν αναστέλλονται οι συμβατικές ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Έχει υπάρξει πρόοδος στη θεραπεία της ψυχικής ασθένειας;

Δίχως αμφιβολία, ο τελευταίος αιώνας είδε φανταστικές βελτιώσεις στην ικανότητα των γιατρών να θεραπεύουν τις σωματικές ασθένειες (παρόλο, όπως θα δούμε αργότερα, ο βαθμός στο οποίο αυτές οι βελτιώσεις είχαν επίδραση στη δημόσια υγεία έχει αμφισβητηθεί – μερικές φορές υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η καλή διατροφή και η υγιεινή είναι πιο σημαντικά). Ο ιατρικός δημοσιογράφος James Le Fanu [33] κατέγραψε πρόσφατα δώδεκα καθοριστικές στιγμές στην ιστορία της ιατρικής, στις οποίες επήλθαν αυτές οι εξελίξεις. Η ανακάλυψη από τον Alexander Fleming το 1928 ότι η πενικιλλίνη μπορούσε να σκοτώσει μολύνσεις από βακτήρια είναι ίσως η πιο γνωστή καταγραφή στη λίστα του Le Fanu αλλά άλλες, λιγότερο γνωστές εξελίξεις, αξίζουν το ίδιο της προσοχής μας και του θαυμασμού μας. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας πολιομυελίτιδας στην Κοπεγχάγη το 1952, για παράδειγμα, ο αναισθησιολόγος Bjørn Ibsen παρατήρησε ότι πολλά άρρωστα παιδιά πέθαιναν επειδή ήταν υπερβολικά αδύναμα ώστε να αναπνεύσουν, και πειραματίστηκε με απλές τεχνικές τεχνητής αναπνοής (αρχικά, χρησιμοποίησε ομάδες από φοιτητές ιατρικής που εργάζονταν σε βάρδιες για να πιέζουν μηχανικά αέρα μέσα στους πνεύμονες των ασθενών, μια διαδικασία που συνεχιζόταν μέχρι την ανάκαμψη των παιδιών τόσο ώστε να έχουν τη δύναμη να αναπνέουν από μόνα τους). Τα ποσοστά επιβίωσης για τα θύματα της πολιομυελίτιδας στο νοσοκομείο του Ibsen έκαναν άλμα από το 10% περίπου στο 70%.

Μόνο μία από τις διακεκριμένες στιγμές του Le Fanu αφορούσε την ψυχιατρική: η κατά λάθος ανακάλυψη (από έναν Γάλλο χειρούργο του ναυτικού) του πρώτου αποτελεσματικού ψυχιατρικού φάρμακου, τώρα γνωστό ως χλωροπρομαζίνη, το οποίο εισήχθη στις αρχές του ’50. Δύο βραβεία Νόμπελ έχουν απονεμηθεί για βελτιώσεις στην ψυχιατρική θεραπεία αλλά στο ψυχρό φως της ιστορίας είναι εύκολο να δει κανείς γιατί δεν εμφανίστηκαν στην λίστα του Le Fanu. Το πρώτο δόθηκε το 1927 στον βιεννέζο ψυχίατρο Julius Wagner-Jauregg, ο οποίος είχε αναπτύξει μια μέθοδο θεραπείας ασθενών γενικής παράλυσης με άνοια (το τελικό στάδιο της σύφιλης, στο οποίο μολύνεται ο εγκέφαλος). Ο Wagner-Jauregg μόλυνε τους ασθενείς του με ελονοσία και η εμπύρετη ασθένεια που ακολουθούσε προφανώς σταματούσε, ή ακόμη και ανέστρεφε, την πρόοδο της ασθένειας. [34] Η θεραπεία του Wagner-Jauregg (η οποία εν πάση περιπτώσει δινόταν για μια κατάσταση που σήμερα θα θεωρούταν νευρολογική παρά ψυχιατρική) ήταν αμφιλεγόμενη στην εποχή της, και εξέλειπε από τη χρήση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δεύτερο απονεμήθηκε στον πορτογάλο νευροχειρούργο Egas Monitz για την ανακάλυψη της προμετωπικής λευκοτομίας (λοβοτομή), μια εγχείριση του εγκεφάλου στην οποία νευρικές ίνες που οδηγούν από τις εμπρόσθιες περιοχές του εγκεφάλου στις πιο πίσω περιοχές τεμαχίζονται με χονδροειδή τρόπο. Η διαδεδομένη χρήση της προμετωπικής λευκοτομίας θεωρείται τώρα ένα σκοτεινό επεισόδιο στην ιστορία της ψυχιατρικής. Σίγουρα, με πιθανή εξαίρεση την ανακάλυψη της χλωροπρομαζίνης, το είδος των βημάτων προόδου στη θεραπευτική τεχνολογία που έχουν σημαδέψει την πρόοδο της σύγχρονης ιατρικής δεν το μοιράζονται οι ψυχιατρικές υπηρεσίες.

Οι βελτιώσεις στη θνησιμότητα που έγιναν εφικτές χάρις στα επιτεύγματα στη θεραπεία της σωματικής ασθένειας έχουν καταγραφεί σε μελέτες ευρείας κλίμακας. Τα Κέντρα για Έλεγχο Ασθενειών των ΗΠΑ έχουν εκτιμήσει ότι 64% των ενηλίκων των οποίων οι καρκίνοι διαγνώστηκαν μεταξύ 1995 και 2000 επιβίωσαν τουλάχιστον πέντε χρόνια από τη στιγμή που διαγνώστηκαν, σε σύγκριση με το 50% εκείνων που οι καρκίνοι είχαν διαγνωστεί μεταξύ 1972 και 1976. Η συγκρίσιμη βελτίωση στα παιδιά ήταν από 54% σε 79%. [35] Παρομοίως, το Γραφείο Εθνικών Στατιστικών του ΗΒ έχει αναφέρει βελτιώσεις στα πενταετή ποσοστά επιβίωσης μεταξύ 1979 και 1995 για τους περισσότερους τύπους καρκίνου. [36] Ξεκάθαρα κάτι σημαντικό συμβαίνει στο πεδίο της θεραπευτικής ογκολογίας. Τα βρετανικά δεδομένα για στη στεφανιαία καρδιακή νόσο δείχνουν ότι το ποσοστό των ανθρώπων που επιβιώνουν περισσότερες από τέσσερις εβδομάδες μετά από καρδιακό επεισόδιο βελτιώνεται με ρυθμούς περίπου 1,5% από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Συγκρίσιμα δεδομένα για ψυχιατρικά προβλήματα είναι δύσκολο να συναντήσουμε, αλλά στο βαθμό που είναι διαθέσιμα, λένε μιαν άλλη ιστορία.

Η έλλειψη αποδείξεων για βελτιωμένη έκβαση για άτομα που υποφέρουν από βαριές ψυχικές ασθένειες υπογραμμίστηκε για πρώτη φορά από τον ψυχίατρο και ανθρωπολόγο Richard Warner, στο καθοριστικό βιβλίο του 1985 Recovery from Schizophrenia: Psychiatry and Political Economy. [38] Ο Warner μπόρεσε να εντοπίσει εξήντα οκτώ αμερικάνικες και ευρωπαϊκές μελέτες στις οποίες ασθενείς διαγνωσμένοι με σχιζοφρένεια παρακολουθούταν και η έκβασή του μετρούταν, όπου βρίσκονταν ουδεμία απόδειξη μιας συνολικής βελτίωσης από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Είναι σημαντικό ότι ο Warner παρατήρησε ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι οι εκβάσεις είχαν επηρεαστεί από την εισαγωγή της χλωροπρομαζίνης και των άλλων αντιψυχωσικών, αλλά υπήρχε μια κάποια ένδειξη για τη σημασία των οικονομικών περιστάσεων – οι ασθενείς ανέρρωναν λιγότερο καλά κατά τις περιόδους οικονομικής ύφεσης παρά στις περιόδους οικονομικής άνθησης.

Μια επόμενη μελέτη από τον αμερικάνο ψυχίατρο James Hegarty χρησιμοποίησε μια εκλεπτυσμένη στατιστική τεχνική γνωστή ως μετά-ανάλυση για να λάβει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τους ρυθμούς ανάρρωσης των ασθενών με σχιζοφρένεια που είχαν δημοσιευτεί μεταξύ 1895 και 1992. [39] Βρήκε αποδείξεις για μέτριες βελτιώσεις στις εκβάσεις μεταξύ του μέσου του εικοστού αιώνα και των αρχών της δεκαετίας του ’80, και μια χειροτέρευση των εκβάσεων μετά. Παρόλο που αυτό το μοτίβο είναι συνεπές με την πρόταση του Warner ότι οι ρυθμοί ανάρρωσης επηρεάζονται από τη ζωντάνια της αγοράς εργασίας, ο Hegarty ισχυρίστηκε ότι ο κύριος παράγοντας υπεύθυνος για αυτές τις διαφορές ήταν αλλαγές στον τρόπο που γινόταν η διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μεταξύ των αρχικών χρόνων του εικοστού αιώνα και της δεκαετίας του ’70 υπήρχε μια τάση να δίνεται η διάγνωση σε μια όλο και διευρυνόμενη ομάδα ασθενών, συμπεριλαμβανομένων πολλών που έπασχαν από σχετικά μέτριες καταστάσεις. Μετά από αυτή την εποχή, όταν οι ψυχίατροι άρχισαν να ενδιαφέρονται για την αξιοπιστία των διαγνώσεών τους, ο τρόπος που χρησιμοποιούταν ο όρος “σχιζοφρένεια” έγινε πιο αυστηρός, ούτως ώστε περιλαμβάνονταν μόνο οι βαριά πάσχοντες ασθενείς. Συνολικά, τα ευρήματα δεν προτείνουν ότι οι ζωές των ασθενών έχουν μετασχηματιστεί από την εισαγωγή νέων ψυχιατρικών θεραπειών.

Ένας διαφορετικός τρόπος εκτίμησης της επίδρασης της σύγχρονης ψυχιατρικής θεραπείας έχει προταθεί πρόσφατα από τον Robert Whitaker, έναν ερευνητή αμερικάνο δημοσιογράφο που δείχνει ενδιαφέρον για τα ζητήματα ψυχικής υγείας. Ο Whitaker έχει δείξει ότι, παρόλο που ο αριθμός από τις χρησιμοποιούμενες ψυχιατρικές κλίνες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει μειωθεί από την αρχή της δεκαετίας του ’50, σχεδόν κάθε άλλο μέτρο που έχει χρησιμοποιηθεί για να μετρήσει τον αριθμό των ατόμων που υποφέρουν από βαριά ψυχική νόσο έχει να επιδείξει μια δραματική αύξηση. [40] Παίρνοντας δεδομένα από το Υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ, ο Whitaker βρήκε ότι 1.028 “περιστατικά φροντίδας ασθενούς” ανά 100.000 πληθυσμού καταγράφηκαν το 1955, την κατά προσέγγιση χρονολογία που η χλωροπρομαζίνη έγινε ευρέως γνωστή, αλλά το 2000 αυτός ο αριθμός είχε ανέλθει στους 3.806 ανά 100.000, μια σχεδόν τετραπλάσια αύξηση. Φυσικά, θα μπορούσε να επιχειρηματολογηθεί ότι αυτή η αύξηση είναι το αποτέλεσμα της καλύτερης και νωρίτερης ανίχνευσης της ψυχικής ασθένειας, στην οποία περίπτωση θα μπορούσε να αναμένεται ότι ο αριθμός των ανθρώπων που είναι ψυχιατρικά ανάπηροι θα είχε μειωθεί ως συνέπεια της πιο αποτελεσματικής θεραπείας. Επειδή τα άτομα με βαριά ψυχική ασθένεια είναι τώρα, κυρίως, φροντιζόμενα στην κοινότητα, ενώ, πριν την έλευση της χλωροπρομαζίνης ήταν περισσότερο ιδρυματοποιημένα, ο Whitaker χρησιμοποίησε χρήση νοσοκομειακών κλινών πριν το 1955 και πληρωμές αναπηρίας κοινωνικής ασφάλισης στις πιο πρόσφατες δεκαετίες για να υπολογίσει μια – ομολογουμένως χονδροειδή – εκτίμηση του ποσοστού του πληθυσμού που επηρεαζόταν. Με αυτό το μέτρο, ο αριθμός των ψυχικά ασθενών στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκε από το 3,38‰ το 1955 στο 19,69‰ το 2003, περίπου μια εξαπλάσια αύξηση.

Μια συγκρίσιμη ανάλυση της επίπτωσης της ψυχιατρικής θεραπείας στη Βρετανία έχει αναφερθεί από τον ψυχίατρο David Healy και την ιστορικό Margaret Harris, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη Βόρεια Ουαλία. [41] Ο πληθυσμός αυτής της περιοχής, κυρίως αγροτικός με χαμηλό εισόδημα, έχει παραμείνει σταθερός από τα τέλη του δεκάτου ένατου αιώνα μέχρι τη σημερινή μέρα, και, για μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου, εξυπηρετούταν από μια και μοναδική ψυχιατρική μονάδα, το Νοσοκομείο της Βόρειας Ουαλίας στο Denbigh. Εξετάζοντας τα αναλυτικά αρχεία που κρατούταν στο νοσοκομείο, οι Healy και Harris μπόρεσαν αναδρομικά να διαγνώσουν ασθενείς που δέχτηκαν θεραπευτική αγωγή το 1896 και να ιχνογραφήσουν την ψυχιατρική διαδρομή τους, συγκρίνοντάς τους με εκείνους που δέχτηκαν θεραπευτική αγωγή ένα αιώνα μετά. Βρήκαν ότι, παρόλο που οι ασθενείς στη σύγχρονη περίοδο τυπικά απολαμβάνουν πολύ συντομότερες παραμονές στο νοσοκομείο, τους κάνουν εισαγωγές πιο συχνά από ό,τι στο παρελθόν. Το εκπληκτικό ήταν όταν όταν άθροισαν τα κατειλημμένα κρεβάτια, παίρνοντας υπόψη τις πολλές εισαγωγές των σύγχρονων ασθενών και επίσης το γεγονός ότι πολλοί τώρα περνούν μακρές περιόδους της ζωής τους σε ξενώνες αντί για το νοσοκομείο, βρήκαν ότι ήταν περισσότερα το 1996 από ό,τι το 1896.

Τα αίτια αυτών των αλλαγών είναι αναμφίβολα περίπλοκα. Παρόλο που ερευνητές μέσα στην κυρίαρχη ψυχιατρική έχουν επίσης σημειώσει αυτή την “επιδημία ψυχικής ασθένειας”, [42] δεν θα συμφωνούσαν με το συμπέρασμα του Robert Whitaker ότι η σύγχρονη ψυχιατρική θεραπεία στην πραγματικότητα κάνει τους ασθενείς χειρότερα από ό,τι αν τους άφηναν ήσυχους. Όμως, ερμηνεύοντας προσεκτικά τις αποδείξεις, φαίνεται δίκαιο να πει κανείς ότι δεν υπάρχει βάση για να πιστέψει ότι οι πρόοδοι στην ψυχιατρική φροντίδα έχουν οδηγήσει σε βελτιώσεις στην ψυχική υγεία των βιομηχανικών χωρών.

Η καλύτερη ψυχιατρική στον κόσμο;

Συγκριτικές μελέτες αποτελεσμάτων φροντίδας υγείας σε διαφορετικές χώρες επιβεβαιώνουν αυτό που περίμενε ο κοινός νους: ότι η προοπτική ανάρρωσης από μια σοβαρή σωματική ασθένεια είναι καλύτερη σε χώρες που έχουν ολοκληρωμένες και ευρέως διαθέσιμες ιατρικές υπηρεσίες παρά σε χώρες που δεν έχουν. Για παράδειγμα, μια πρόσφατη αναφορά για τις παγκόσμιες στατιστικές καρκίνου, που δημοσιεύτηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο για την Έρευνα στον Καρκίνο, [43] βρήκε εντυπωσιακές αλλά αναμενόμενες διαφορές στην έκβαση μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στα τέλη του ’60 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ξεκίνησε ένα πρόγραμμα, γνωστό ως η Διεθνής Πιλοτική Έρευνα για τη Σχιζοφρένεια (IPSS), για να καθορίσει το βαθμό στον οποίο μπορούσε να βρεθεί η σχιζοφρένεια έξω από τις βιομηχανικές χώρες. Έχω ήδη σημειώσει ότι αυτή η διάγνωση έχει χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους σε διάφορους χρόνους. Δεδομένου αυτού του προβλήματος, ένας μείζων στόχος της έρευνας ήταν να καθορίσει αν μπορούσε να ανακαλυφθεί μια παγκόσμια, πολιτισμικά αδιάφορη μορφή της ασθένειας. Ένας άλλος στόχος ήταν να εξεταστεί ο βαθμός στον οποίο οι ψυχίατροι σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, στην τοπική εξάσκηση του επαγγέλματός τους, την όριζαν, και επομένως έκαναν διάγνωση, με διαφορετικούς τρόπους.

Σε εννιά χώρες – Κολομβία, Τσεχοσλοβακία (πλέον η Δημοκρατία της Τσεχίας), Κίνα, Δανία, Ινδία, Νιγηρία, πρώην Σοβιετική Ένωση, Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες – ψυχίατροι του προγράμματος στρατολόγησαν ένα σύνολο από 1.202 ασθενείς που είχαν πρόσφατα εισαχθεί στις ψυχιατρικές υπηρεσίες και οι αρχικές παρατηρήσεις τους ξεκινούσαν το 1973. [44] Μετά από ανάλυση των δεδομένων, και με μεγάλη έξαψη, οι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι ασθενείς που ικανοποιούσαν ένα στενό ορισμό της σχιζοφρένειας, που είχε συμφωνηθεί πριν τη διεξαγωγή της μελέτης, μπορούσαν να βρεθούν σε κάθε χώρα. Εκ των υστέρων, αυτή η “ανακάλυψη” φαντάζει αναπόφευκτη, καθώς οι ψυχίατροι που αναζητούσαν ασθενείς είχαν αυτή την αντίληψη κατά νου. Όμως, φαίνεται ότι ψυχίατροι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Σοβιετική Ένωση είχαν μια πολύ ευρύτερη τοπική αντίληψη της σχιζοφρένειας – και έτσι ήταν πρόθυμοι να διαγνώσουν πολύ περισσότερους ασθενείς ως σχιζοφρενείς – απ’ ό,τι οι ψυχίατροι αλλού. (Φανερώθηκε αργότερα ότι ο Σοβιετικός ορισμός της σχιζοφρένειας ήταν τόσο ευρύς που περιλάμβανε την πολιτική ανυπακοή. Πολλοί διανοούμενοι που διαφωνούσαν με την Κομμουνιστική κυβέρνηση βρέθηκαν σταλμένοι σε άσυλα και θεραπεύονταν δια της βίας με χλωροπρομαζίνη ή παρόμοια φάρμακα. [45])

Το πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης εμφανίστηκε αργότερα, από μια πενταετή παρακολούθηση που σκόπευε να ανακαλύψει τι συνέβαινε στους ασθενείς. [46] Αυτή αποκάλυψε ότι εκείνοι που ήταν στις αναπτυσσόμενες χώρες τα είχαν πάει πολύ καλύτερα από εκείνους στον βιομηχανικό κόσμο. Για παράδειγμα, ενώ 27% των ασθενών στις αναπτυσσόμενες χώρες βίωνε μόνο ένα επεισόδιο της ασθένειας ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση, αυτό ήταν αληθές μόνο στο 7% των ασθενών από τις βιομηχανικές χώρες. Με το τέλος της περιόδου παρακολούθησης, 65% των ασθενών στις αναπτυσσόμενες χώρες είχε κριθεί ότι είχε ήπια ή καθόλου βλάβη στην κοινωνική λειτουργικότητα σε σύγκριση με το 56% των ασθενών στις βιομηχανικές χώρες.

Το εύρημα ήταν τόσο συγκλονιστικό ώστε ο WHO έστησε μια δεύτερη, πιο φιλόδοξη μελέτη πάνω στις Ορίζουσες της Έκβασης Βαρέων Ψυχικών Παθήσεων. [47] Μια ομάδα από περισσότερους από εκατό ψυχιάτρους προσπάθησε να ταυτοποιήσει άτομα με βαριές ψυχικές ασθένειες σε δέκα χώρες. Καταβλήθηκαν προσπάθειες να πάρουν συνέντευξη από ανθρώπους που μπορεί να μην ήταν γνωστοί στις ψυχιατρικές υπηρεσίες, για παράδειγμα ερχόμενοι σε επαφή με παραδοσιακούς θεραπευτές που εργάζονταν εκτός του ιατρικού συστήματος στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στα δεδομένα μετά από δύο χρόνια μελέτης, 37% των ασθενών από τις αναπτυσσόμενες χώρες υπέφερε από ένα επεισόδιο ακολουθούμενο από πλήρη ανάρρωση, σε σύγκριση με μόνο 16% από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Σχεδόν 16% από τους ασθενείς στις αναπτυσσόμενες χώρες έδειξε βλάβη στην κοινωνική λειτουργικότητα κατά την περίοδο παρακολούθησης, ενώ το ποσοστό για τις ανεπτυγμένες χώρες ήταν σχεδόν 42%. Μετέπειτα μελέτες επιβεβαίωσαν ότι οι ασθενείς στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι πολύ πιο πιθανό να αναρρώσουν από βαριά ψυχική ασθένεια απ’ ό,τι οι ασθενείς στις πλουσιότερες χώρες, που εξυπηρετούνταν καλά από ψυχιάτρους και κλινικούς ψυχολόγους. [48]

Η ίδια προσοχή δεν αφιερώθηκε στην έκβαση λιγότερο βαριών ψυχιατρικών διαταραχών, οπότε τα όποια συμπεράσματα για αυτές πρέπει να είναι δοκιμαστικά. Εντούτοις, κάποιες πληροφορίες για την κατάθλιψη είναι διαθέσιμες από μελέτες που διεξήχθησαν για το Παγκόσμιο Βάρος της Ασθένειας, οι οποίες εκκινήθηκαν από τον WHO στις αρχές του ’90. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να καθορίσει το βαθμό που κράτη επιβαρύνονταν από σωματικές και ψυχικές ασθένειες διαφορετικά μέρη του κόσμου. Μια αρχική αναφορά που δημοσιεύτηκε το 1996 συμπέραινε με εκπληκτικό τρόπο ότι η μονοπολική (απλή) κατάθλιψη ήταν η τέταρτη ιατρική αιτία βάρους, υπεύθυνη για το 3,7% των προσαρμοσμένων στην αναπηρία ετών ζωής (έτη ενεργής ζωής που χάνονταν λόγω αναπηρίας ή πρόωρου θανάτου). [49] Ξεκάθαρα, αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή, ο κόσμος βρίσκεται στο μέσον μιας επιδημίας κατάθλιψης εκπληκτικών αναλογιών, διόλου ένδειξη ότι η ιατρική ψυχιατρική έχει κάποια θετική επίπτωση. (Μια προφανής εναλλακτική εξήγηση είναι ότι η κατάθλιψη που μετράται σε αυτές τις μελέτες δεν είναι μια απλή ιατρική ασθένεια, αλλά περικλείει ένα ευρύ φάσμα της ανθρώπινης μιζέριας. [50])

Σε μια πιο πρόσφατη αναφορά, δεδομένα από μια ποικιλία πηγών συλλέχθηκε για να υπολογιστούν οι εκτιμήσεις βάρους για το έτος 2000. [51] Οι συγγραφείς της αναφοράς σημείωσαν την μεγάλη διαφορά στις αναλογίες βάρους που αποδίδεται στην κατάθλιψη στις πλούσιες χώρες (8,9% επί του συνόλου των προσαρμοσμένων στην αναπηρία ετών) και στις φτωχές (4,1%). Εντούτοις, αυτά τα νούμερα είναι όλα σχετικά στο συνολικό βάρος της αναπηρίας και, όπως δείχνουν οι συγγραφείς, θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τα υψηλά επίπεδα σωματικής αναπηρίας που προκαλούνται από την κακή διατροφή και υγιεινή στα φτωχότερα έθνη. Μια ένδειξη των απόλυτων επιπέδων της αναπηρίας που συσχετίζονται με την κατάθλιψη σε διάφορα μέρη του κόσμου μπορεί να σταχυολογηθεί μόνο με ενδελεχή εξέταση των πινάκων δεδομένων, οι οποίοι δείχνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά στη Βόρεια Αμερική και τα μικρότερα στην Αφρική.

Θεραπεύοντας χωρίς την ιατρική ψυχιατρική

Επειδή τα ευρήματα από ιστορικές και διαπολιτισμικές μελέτες είναι ανοιχτά σε διάφορες ερμηνείες, οι αποδείξεις που παρέχουν για την ανθρώπινη και κοινωνική επίπτωση της σύγχρονης ψυχιατρικής απέχουν πολύ από το να είναι οριστικές. Ένα πείραμα στο οποίο η συμβατική θεραπεία αίρεται θα ήταν σίγουρα καλύτερο. Ευτυχώς, ένα τέτοιο πείραμα έχει διεξαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εμπνευστής του ήταν ο Loren Mosher, ένας αμερικάνος ψυχίατρος ο οποίος ήταν κάποτε ηγέτης αυτού του επαγγελματικού κλάδου, αλλά τελικά αποξενώθηκε τόσο από αυτόν ώστε, το 1998, δημοσίευσε μια οργισμένη επιστολή παραίτησης από τον Αμερικάνικο Ψυχιατρικό Σύνδεσμο. Στην επιστολή δήλωνε: “Ο κύριος λόγος για αυτή την πράξη είναι η πεποίθησή μου ότι στην πραγματικότητα παραιτούμαι από τον Αμερικάνικο Ψυχοφαρμακολογικό Σύνδεσμο”. [52]

Αφού αποφοίτησε από την ιατρική στο Harvard, ο Mosher ανέλαβε μια ερευνητική θέση στο Εθνικό Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ (NIMH), όπου, στην ηλικία των 34, έγινε διευθυντής του νέου του Κέντρου για Μελέτες της Σχιζοφρένειας, μια θέση που κράτησε για 12 χρόνια. [53] Κατά τη διάρκεια της κατοχής αυτής της θέσης κλειδί, ίδρυσε και εξέδωσε το Schizophrenia Bulletin, το οποίο παραμένει ακόμα μια πρώτιστη επιθεώρηση για τους ερευνητές της ψύχωσης.

Το καλοκαίρι πριν γίνει διευθυντής του Κέντρου, ο Mosher ταξίδευσε στο Λονδίνο και επισκέφθηκε το Kingsley Hall, μια θεραπευτική κοινότητα που ιδρύθηκε από τον Ronald Laing, ένα διαφωνόντα βρετανό ψυχίατρο ο οποίος είχε καταστεί εξαιρετικά επικριτικός στο ίδιο το επαγγέλμά του. Ο Laing υποστήριζε ότι η ψύχωση μπορεί μερικές φορές να είναι θεραπευτική, υπερβατική εμπειρία κι ότι όσοι υποφέρουν από αυτή, εάν τους παρασχεθεί κατάλληλη υποστήριξη, θα μπορούσαν να βρουν μια διαδρομή μέσα από την τρέλα τους, αναδυόμενοι στο άλλο άκρο ως πιο δυνατά, πιο δημιουργικά άτομα. [54] Ο Mosher βρήκε ενδιαφέρουσες τις απόψεις του Laing, αν και δεν τον κέρδισαν πλήρως, αλλά απογοητεύτηκε από τον τον χαοτικό τρόπο με τον οποίο υλοποιούνταν. Το Kingsley Hall, όπου μια μικρή ομάδα ατόμων με ψύχωση στηρίζονταν δίχως φαρμακοθεραπεία, ήταν βρώμικο, ο προϋπολογισμός του αποδιοργανωμένος και η συλλογή και προετοιμασία της τροφής, στην καλύτερη περίπτωση, χωρίς κάποια φανερή αρχή οργάνωσης. Ορθά, όπως αποδείχτηκε στο τέλος, ο Mosher ανέμενε ότι οι ένοικοι σύντομα θα έβρισκαν τους εαυτούς τους σε σύγκρουση με την τοπική κοινότητα. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναρωτιόταν τι θα συνέβαινε αν δημιουργούταν μια πιο τακτική εκδοχή του Kingsley Hall. Η νέα του θέση στο NHMI τον τοποθετούσε σε μια ξεχωριστή θέση για να απαντήσει αυτό το ερώτημα.

Ο Mosher βρήκε ένα απλωμένο, διώροφο κτίριο σε μια χτυπημένη από τη φτώχεια περιοχή του Jan Jose στην Καλιφόρνια. Με χωρητικότητα έξι ενοίκων και δύο μέλη προσωπικού πλήρους απασχόλησης, υποστηριζόμενο από προσωπικό μερικής απασχόλησης και εθελοντές βοηθούς, το κτίριο, γνωστό με το ελληνικής προέλευση όνομα Soteria, ξεκίνησε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 1971. Οι συμμετέχοντες στο πείραμα ήταν νέοι άνθρωποι που κατέφευγαν στις ψυχιατρικές υπηρεσίες επειγόντων στην περιοχή San Francisco Bay. Για να μετέχει κανείς έπρεπε να είναι ανύπαντρος και να υποφέρει από το πρώτο ή δεύτερο επεισόδιο ψύχωσης. Ο Mosher ανέθεσε τους μισούς σε συμβατική θεραπεία στις τοπικές ψυχιατρικές πτέρυγες, όπου λάμβαναν φάρμακα, και τους μισούς στο Soteria. Στο Soteria, το προσωπικό, που δεν είχε επίσημη εκπαίδευση στην ψυχιατρική ή την ψυχολογία, εργαζόταν σε 24ωρες και 72ωρες βάρδιες, και επομένως ζούσε μαζί με τους ενοίκους. Εκτός από επείγουσες περιπτώσεις, δεν χρησιμοποιούταν φάρμακα κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι εβδομάδων παραμονής των ενοίκων. Η κύρια αρχή λειτουργίας στο Soteria περιγράφηκε από τον Mosher ως διαπροσωπική φαινομενολογία, εννοώντας με αυτό ότι το προσωπικό πάσχιζε να είναι με τους ενοίκους, “να μπει στη θέση των ενοίκων”, με ένα βαθμιαίο, μη παρεμβατικό τρόπο ενώ προσπαθούσαν να αναπτύξουν μια από κοινού κατανόηση των ψυχωσικών εμπειριών του. Όσο το δυνατόν περισσότερο, το προσωπικό προσπαθούσε να ανεχτεί την όποια εκκεντρική συμπεριφορά. Οι κανόνες ήταν λιγοστοί. Η βία απαγορευόταν, όπως και τα παράνομα ναρκωτικά και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ενοίκων και προσωπικού. Τα επισκεπτήρια ήταν σπάνια και συμφωνούταν εκ των προτέρων με τους ενοίκους. Κατά μέσο όρο, οι ένοικοι έμεναν πέντε μήνες, αν και οι περισσότεροι ήταν σημαντικά καλύτερα στο τέλος των έξι εβδομάδων.

Το πρόγραμμα Soteria σύντομα έγινε πηγή σύγκρουσης μεταξύ του Mosher και των ανωτέρων του στο NIMH. Αντέδρασαν στις πρώιμες ειδήσεις ότι οι ένοικοι τα πήγαιναν καλά αμφισβητώντας αν το πρόγραμμα διεξαγόταν με αμερόληπτο τρόπο (δεν είχε επιδειχθεί ποτέ αθέμιτη πρακτική και η προσέγγιση του Mosher δείχνει να ήταν σχολαστικά επιστημονική). Τελικά απαίτησαν να αναλάβει κάποιος άλλος το καθημερινό τρέξιμο του προγράμματος. Ο Mosher προσχώρησε σε αυτές τις απαιτήσεις αλλά οι σχέσεις του με τους προϊστάμενούς του συνέχισαν να χειροτερεύουν, το δίχως άλλο λόγω του αυξανόμενα δίχως συμβιβασμούς τρόπου που κριτικάριζε την συμβατική ψυχιατρική θεραπεία. Τελικά, περιθωριοποιημένος και αποδιωγμένος από τη θέση του ως Διευθυντής του Κέντρου Μελετών της Σχιζοφρένειας, ο Mosher εγκατέλειψε το NIMH το 1980. Παρόλο που τα αρχικά αποτελέσματα από το πείραμα του Soteria δημοσιεύτηκαν αμέσως, χρειάστηκαν πάνω από δύο δεκαετίες για να αναλυθούν σωστά όλα τα δεδομένα από το πρόγραμμα.

Οι πρώιμες εκδόσεις που περιγράφουν τι συνέβη τις πρώτες έξι εβδομάδες έδειξαν ότι τόσο οι ασθενείς του Soteria (από τους οποίους το 24% λάμβανε φάρμακα) όσο και οι συμβατικά θεραπευόμενοι ασθενείς βίωσαν ισόποσες και σημαντικές βελτιώσεις των συμπτωμάτων τους. Τα αποτελέσματα από τις συνεντεύξεις με τους συμμετέχοντες δύο χρόνια μετά [55] που δημοσιεύτηκαν πολύ αργότερα, βρήκαν ότι το 43% των ενοίκων του Soteria ακόμα δεν είχε λάβει ψυχιατρικά φάρμακα, και ότι, αν μη τι άλλο, υπήρχαν αποδείξεις για μια μέτρια ανωτερότητα της προσέγγισης του Soteria σε σχέση με την συμβατική θεραπεία. Εκείνοι που στο εξής κρίθηκαν ώστε να ανταποκρίνονται στον στενότερο ορισμό της σχιζοφρένειας που εισήγαγε αργότερα ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος κρίθηκαν ότι τα πήγαν ιδιαίτερα καλά. Μια προσπάθεια να επαναληφθεί το πρόγραμμα στη Βέρνη της Ελβετίας, παρήγαγε γενικά συγκρίσιμα αποτελέσματα. [56]

Soteria House

Το πρόγραμμα Soteria ήταν μια όχι τέλεια διερεύνηση του αν η συμβατική ψυχιατρική είναι χρήσιμη στους ανθρώπους με σοβαρή ψυχική ασθένεια. Παρόλο που η φροντίδα των ασθενών αφέθηκε κυρίως στα χέρια ανθρώπων που δεν είχαν ψυχιατρικά προσόντα, και οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την καλοσύνη, ανοχή και κοινό νου όταν αποφάσιζαν τι να κάνουν, κάποιοι ασθενείς όντως έλαβαν φάρμακα. Αλλά το σχέδιο το δίχως άλλο πέτυχε στο να καταδείξει ότι πολλοί άνθρωποι με βαριά ψυχική ασθένεια τα πάνε τουλάχιστον το ίδιο καλά με μια πολύ μειωμένη έκθεση στη θεραπεία της συμβατικής ψυχιατρική απ’ ό,τι τυπικά βιώνουν. Μερικοί, φαίνεται, μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς καθόλου ψυχιατρική.

Η ψυχιατρική δεν δουλεύει

Οι αποδείξεις για την παγκόσμια επίπτωση της φαρμακευτικής ψυχιατρικής δείχνουν προς μια σειρά από εντυπωσιακά συμπεράσματα. Πάνω από ένας αιώνας αναζητήσεων δεν έχει οδηγήσει σε βελτιώσεις στα αποτελέσματα για τους ασθενείς με βαριά ψυχική νόσο. Οι άνθρωποι που βιώνουν ψυχωτικά συμπτώματα σε χώρες με λιγοστούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας τα πάνε καλύτερα από τους ασθενείς σε χώρες με ψυχιατρικές υπηρεσίες με πολλούς πόρους. Η μείωση της έκθεσης των ψυχικά ασθενών στην βιοφαρμακευτική ψυχιατρική σίγουρα δεν τους βλάπτει, και ίσως να τους κάνει καλό. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός από σύγχρονους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ότι έχουν συνεισφέρει στην ανθρώπινη ευεξία φαντάζει σαθρός, τουλάχιστον όσο λαμβάνουμε υπόψη τη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών. Και όμως, όπως δείχνει ο τίτλος αυτού του κεφαλαίου, πολλοί. προφανώς γνωρίζοντες καλά. παρατηρητές έχουν διαφορετική γνώμη.

Αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε μια σειρά από πιεστικές ερωτήσεις. Πώς η βιοφαρμακευτική προσέγγιση κατέστη τόσο κυρίαρχη στην ψυχιατρική, και γιατί αυτό συνεχίστηκε; Ποιές είναι οι υποθέσεις πίσω από αυτή τη προσέγγιση και πώς υποστηρίζονται από επιστημονικές αποδείξεις; Τα ερευνητικά ευρήματα που συλλέγονται με εκθαμβωτικές τεχνολογίες όπως η fMRI και η μοριακή γενετική υποστηρίζουν όντως την άποψη ότι η ψυχική ασθένεια είναι γενετικά επηρεασμένη διαταραχή του εγκεφάλου; Και τι μένει να ειπωθεί για τις αποδείξεις αποτελεσματικότητας των ψυχιατρικών φαρμάκων; Όταν απαντήσουμε αυτές τις ερωτήσεις, θα δούμε ότι τα προστατευμένα συμφέροντα συχνά έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο στη διατήρηση της βιοφαρμακολογικής προσέγγισης παρά το λογικό επιχείρημα, ότι οι ενστάσεις που έγιναν από ασθενείς απέναντι σε ψυχρές και αναποτελεσματικές θεραπείες πιο πολύ αγνοήθηκαν παρά τους δόθηκε προσοχή, και ότι έχει υπάρξει ένας πολλαπλασιασμός της συστηματικής παραπληροφόρησης σχετικά με τις επιδράσεις μερικών από τις πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενες ψυχιατρικές θεραπείες.

 Πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο Doctoring the Mind. Why psychiatric treatments fail”, Richard P. Bentall, Penguin Books 2010

Ο Richard Bentall κατείχε τις έδρες της κλινικής ψυχολογίας στα πανεπιστήμια του Liverpool και του Manchester, και τώρα είναι Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Bangor στην Ουαλία. Γνωστός διεθνώς για τις έρευνές του για τα αίτια και τη θεραπεία βαριών ψυχικών ασθενειών, το προηγούμενο βιβλίο του, Madness Explained: Psychosis and Human Nature κέρδισε το βραβείο βιβλίου της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρίας το 2004. 

Leave a Reply