art, psycho, queer
Leave a comment

Queer art of failure

Το 2004, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στην αυστριακή Elfride Jelinek. Μια απονομή που δεν προκάλεσε ιδιαίτερα ρίγη υπερηφάνειας στην χώρα της, αλλά προκάλεσε ιδιαίτερες αναταράξεις σε μικρότερα γεωγραφικά πλάτη: Γκρινιάρικη, δυσάρεστη δημόσια πορνογραφία, χυμένο κείμενο δίχως καλλιτεχνική δομή, ανεπανόρθωτο πλήγμα σε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, αφορμή σύγχυσης στην γενικότερη άποψη για την λογοτεχνία ως τέχνη. Πάνω-κάτω αυτά είπε το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας Knut Ahnlund, αποχωρώντας διαμαρτυρόμενος – για να το διατυπώσω ευγενικά. Από την άλλη μεριά, και η συγγραφέας απουσίαζε κατά την τελετή απονομής, πιθανολογουμένως εξαιτίας της αγοραφοβίας της.

Η Jelinek απολαμβάνει με συνέπεια κακές έως χλιαρές κριτικές σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Η ανατομία και στόχευση εκ μέρους της του αυστριακού εθνικού χαρακτήρα, η απεικόνιση των εσωτερικών λειτουργιών της οικογένειας, της οικιακής ζωής και του γάμου στη μεταπολεμική Αυστρία είναι ένα εξημμένο χάος δυσαρέσκειας, πικρόχολων συναισθημάτων, αγκυλωμένων οικειοτήτων και φαύλων αιμομικτικών ερώτων κατά τη γέννηση του φασισμού. Στο βιβλίο «The Piano Teacher», η Jelinek καταγράφει έναν καταστροφικό δεσμό μάνας-κόρης. Ο κύριος χαρακτήρας, η Erika Kohut, είναι μια τριαντάρα ανύπαντρη αυστριακή που μένει στη Βιέννη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί με τη μάνα της και παραδίδει μαθήματα πιάνου στο Κονσερβατουάρ της Βιέννης, στον ελεύθερο χρόνο της. Έρχεται σε σύγκρουση μαζί της για τη μουσική, την Αυστρία, την υψηλή τέχνη και την καλλιτεχνική ανωτερότητα. Υπάρχουν πολλές μέρες που η Erika αφήνει πίσω το σπίτι (μαζί και το δωμάτιο που μοιράζεται με τη κυριαρχική μητέρα της) και απλά περιπλανιέται στην πόλη, λες και ψάχνει διέξοδο από την κλειστοφοβική ζωή της επαγγελματικής βαρεμάρας και των συνεχών μικροκαυγάδων με τη μάνα της. Υπάρχουν κάποιες βραδιές που καταλήγει σε peep show στην τούρκικη μεριά της πόλης. Άλλες βραδιές παίρνει από πίσω ερωτικά ζευγάρια μέχρι να πάνε στο αυτοκίνητό τους και παίρνει μάτι τις σεξουαλικές μάχες τους. Κάπως έτσι κυλά η ζωή της, μέχρις ότου καταφθάνει ένας νέος σπουδαστής στην τάξη της, ο όμορφος Walter Kleemer. Ο Kleemer βλέπει στην περιποιημένη δασκάλα του μια δυνητική κατάκτηση και αρχίζει να τη φλερτάρει. Σύντομα, καταλήγουν σε μια κρυφή σεξουαλική σχέση.

Η αφήγηση της αιμομικτικής σύγκρουσης της Erika με τη μητέρα της φαίνεται επιτέλους να υποχωρεί, χάρη στον Walter, εμπρός σε μια πιο αποδεκτή σχέση μεταξύ ατόμων με μεγάλη διαφορά ηλικίας: τον έρωτα του νεαρού άντρα για την μεγαλύτερη δασκάλα του. Το φλερτ του Walter συγκροτείται από προσπάθειες να γοητεύσει την Erika, η οποία ανταποκρίνεται με συνεχείς προσβολές. Τη ζητά σε ραντεβού – αυτή νιώθει «μια αποστροφή να μεγαλώνει μέσα της». Τη συνοδεύει, αυτή και τη μάνα της σπίτι – αυτή εύχεται να τις παρατούσε μόνες τους. Και όταν τελικά ο αυθάδης νεαρός όντως απομακρύνεται και χάνεται μέσα στη βιεννέζικη νύχτα, η Erika επιστρέφει στο μητρικό κουκούλι της και κλειδώνεται στο μπάνιο.

Με ένα ξυραφάκι κόβει τη δική της, την ιδιωτική της, σάρκα.

Όταν επιτέλους ξεκινά μια ξεκάθαρα σεξουαλική σχέση, η Erika τού στέλνει μια επιστολή όπου του ζητά να την καταχραστεί σεξουαλικά, να την κακομεταχειριστεί, να την σπάσει, να την αφήσει να λιμοκτονήσει, να την αμελήσει. Επιθυμεί να καταστραφεί και επιθυμεί να καταστρέψει τους δικούς της μαθητές κατά την πορεία. Απαιτεί σαδιστική σκληρότητα από τον Walter:

Θα συστρέφομαι σαν σκουλήκι στα άσπλαχνα δεσμά σου, όπου θα με έχεις να κείτομαι για ώρες, στήνοντάς με σε κάθε είδος από διάφορες στάσεις, χτυπώντας ή κλοτσώντας με, ακόμα και μαστιγώνοντάς με!

Η Erika ζητά, με την επιστολή της, να σβήσει εμπρός του, να χαθεί διαμελισμένη: η επίδειξη μιας πολύ βαθιά ριζωμένης υπακοής εκ μέρους της, απαιτεί ακόμα μεγαλύτερους βαθμούς έντασης. Στην «απογραφή του πόνου», όπως αποκαλεί ο Walter το γράμμα της, υπάρχει ένας κατάλογος απο τιμωρίες που είναι βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να τις υπομείνει όλες. Θέλει ο νεαρός άντρας να την λιώσει, να την βασανίσει, να την περιγελάσει, να την φιμώσει, να την απειλήσει, να την κατασπαράξει, να κατουρήσει πάνω της και τελικά να την καταστρέψει. Διαβάζοντας την επιστολή, παρουσία της, αρνείται ευθύς αμέσως να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και αποσύρεται μέσα στη νύχτα, αλλά μόνο για να επιστρέψει αργότερα ώστε να υπακούσει στις οδηγίες του γράμματος για την απογύμνωση και κατάχρησή της.

Η συγγραφέας μελετά στενά, έντονα και βίαια το ντουέτο μάνας-κόρης – κλειδώνοντάς τες σε έναν καταστροφικό και άγονο αιμομικτικό χορό που θα τελειώσει μόνο με τον θάνατό τους. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την πρωταγωνίστρια να παλεύει με την γηρασμένη μάνα της, μετά να την φιλά στο κοινό κρεβάτι τους, τραυματίζοντας κατόπιν μια νεαρή σπουδάστρια που ετοιμαζόταν για ρεσιτάλ. Κατόπιν τραυματίζει τον εαυτό της, μαχαιρώνοντας το κορμί της. Δεν προσπαθεί ακριβώς να αυτοκτονήσει. Θέλει, τουναντίον, να συνεχίσει να πελεκά εκείνο το κομμάτι μέσα της που παραμένει αυστριακό, συνένοχο, φασιστικό και συμμορφούμενο. Η παθητικότητα της Erika είναι ένας τρόπος να αρνηθεί να γίνει δίοδος για ένα επίμονο νήμα φασιστικού εθνικισμού, και ο μαζοχισμός ή η αυτο-παραβίασή της καταδεικνύει την επιθυμία της να σκοτώσει μέσα της τις εκδοχές του φασισμού που εισέρχονται στην ύπαρξη – μέσα από το γούστο, μέσα από συναισθηματικές αντιδράσεις, μέσα από την αγάπη για την πατρίδα, την αγάπη για τη μουσική, την αγάπη για τη μητέρα. Καθώς, στο τέλος του βιβλίου, περιπλανιέται στους δρόμους της Βιέννης, το αίμα της στάζει στο πεζοδρόμιο. Οι τομές στο κορμί της αναπαριστούν την προσπάθειά της να επαναδομηθεί ως κάτι άλλο από μια αποθήκη για την μητέρα της, την πατρίδα και την τάξη της – αλλά τελικά κατασκευάζουν μια εκδοχή γυναίκας που είναι ακατάστατη, αιματηρή, βίαιη και γεμάτη αυτοαπέχθεια, μια εκδοχή που μιμείται ένα κάποιο είδος φασιστικού ήθους για την γυναικεία φύση μεταφέροντας τους όρους του ναζιστικού μισογυνισμού πάνω στο γυναικείο σώμα, με κυριολεκτικό και τρομαχτικό τρόπο Ο μαζοχισμός της Erika στρέφει το μίσος της για τη μάνα της και της «αυστριακότητά» της πίσω, ενάντια στον εαυτό της.


Βασισμένο στο βιβλίο της Judith Halberstam “The Queer Art of Failure”

Leave a Reply