Latest Posts

Τι θέλουν οι γκέι άντρες;

του David Halperin

Σύμφωνα με ορισμένα πρόσφατα μυθιστορήματα, οι γκέι άντρες θέλουν απλά μιαν αγκαλιά. Σύμφωνα με ορισμένα σύγχρονα γραπτά για την πρόληψη του HIV/AIDS, οι γκέι άντρες θέλουν στην πραγματικότητα να φονευθούν. Σύμφωνα με τις περισσότερες κριτικές μελέτες στο πλαίσιο των κουήρ σπουδών – λοιπόν, οι περισσότερες κριτικές εργασίες στις κουήρ σπουδές δεν έχουν να πουν τίποτα για το ζήτημα.

Η σιωπή των κουήρ σπουδών στο θέμα της γκέι ανδρικής υποκειμενικότητας – της εσωτερικής ζωής της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, του τι είναι αυτό που θέλουν οι γκέι άντρες –δεν είναι τυχαία. . Το κίνημα της Γκέι Απελευθέρωσης του ’60 και του ’70 μπορεί να είχε τις ιδεολογικές του ρίζες σε έναν συνδυασμό μαρξισμού και φροϋδισμού και μπορεί να είχε αντιληφθεί τις δύσκολες, στοχευμένες μάχες τόσο ενάντια στην ψυχική καταστολή όσο και την πολιτική καταπίεση, αλλά το είδος των λεσβιακών και γκέι σπουδών που αναδύθηκε στη Μεγάλη Βρετανία και τη Βόρεια Αμερική στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 έδειχνε κατά βάση ελάχιστο ενδιαφέρον για την εξερεύνηση ερωτημάτων γύρω από τη λεσβιακή και γκέι ανδρική υποκειμενικότητα. Ο λόγος είναι ότι η υποκειμενικότητα εκείνη την εποχή έτεινε να γίνεται αντιληπτή με ψυχολογικούς όρους και η ψυχολογία εκπροσωπούσε για πολύ καιρό έναν σκοτεινό κλάδο για τις λεσβίες, τους γκέι άντρες και άλλους σεξουαλικούς αντιφρονούντες.

Για πάνω από έναν αιώνα, κάθε παρέκκλιση από τα πολύ αυστηρά πρότυπα της κανονιστικής παρουσίασης του φύλου και της ετεροφυλοφιλικής συμπεριφοράς θεωρούνταν, και αντιμετωπίζονταν, ως σημάδι ψυχολογικής ασθένειας, που την περιέγραφαν με διάφορους όρους όπως “ηθική παραφροσύνη”, “σεξουαλική διαστροφή”, “διαταραχή προσωπικότητας”, “ψυχική ασθένεια” ή “δυσκολία προσαρμογής”, αλλά είχε το χαρακτηριστικό σε κάθε περίπτωση ενός είδους ανώμαλης ψυχολογίας. Ακόμη και μέχρι τη δεκαετία του ’70 και του ’80,, πολλοί ευυπόληπτοι ψυχίατροι και ψυχαναλυτές εξακολουθούσαν να διατείνονται με κάθε σοβαρότητα ότι οι ομοφυλόφιλοι ήταν άρρωστοι. Και ακόμα και στο πρόσφατο 1999, ένας διακεκριμένος ψυχολόγος μπορούσε να ισχυριστεί, στις σελίδες μια επιστημονικής έκδοσης, ότι “η ομοφυλοφιλία εκπροσωπεί μια παρέκκλιση από τη φυσιολογική ανάπτυξη και σχετίζεται με άλλες παρόμοιες παρεκκλίσεις που μπορεί να οδηγούν στην ψυχική ασθένεια”. Στον απόηχο περισσότερου από έναν αιώνα ιατρικής και εγκληματολογικής αντιμετώπισης της ομοφυλοφιλίας ως ψυχιατρικής παθολογίας ή παρέκκλισης, οι λεσβίες και οι γκέι άντρες της εποχής μετά το Stonewall κατέβαλλαν μεγάλη πολιτική προσπάθεια στο ξήλωμα της υπόθεσης ότι υπήρχε κάτι θεμελιωδώς στραβό με εμάς. Σε αυτό το πλαίσιο, φάνταζε απαραίτητο να αποκλειστεί το σύνολο του ζητήματος της γκέι υποκειμενικότητας από την αξιοσέβαστη έρευνα, έτσι ώστε να προληφθεί ότι η gayness δεν θα γίνει ποτέ ξανά κατανοητή ως ασθένεια.

Στην επιδίωξη αυτού του στόχου, το λεσβιακό και γκέι κίνημα έχει παραγάγει έναν αξιοσημείωτα πιστευτό και πειστικό νέο ορισμό της ομοφυλοφιλίας με πολιτικούς αντί για ψυχολογικούς όρους. Το να είσαι γκέι, σύμφωνα με αυτόν τον νέο ορισμό, δεν αφορά την επίδειξη μιας κουήρ υποκειμενικότητας, αλλά το να ανήκεις σε μια κοινωνική ομάδα. Η ομοφυλοφιλία δεν αναφέρεται σε μια ατομική ανωμαλία, αλλά σε μια συλλογική ταυτότητα. Παρόλο που κατ’ αυτήν την άποψη, η ομοφυλοφιλία ίσως απλά είναι μια φυσική ανθρώπινη διακύμανση, έχει εντούτοις καταστεί το αντικείμενο κοινωνικής έχθρας και έντονης και παράλογης προκατάληψης, που οδηγούν σε ευρείες και αναιτιολόγητες διακρίσεις σε βάρος των γκέι ανθρώπων. Το να είσαι γκέι, επομένως, σημαίνει να φέρεις, χωρίς δικό σου σφάλμα, το στίγμα που προέρχεται από την επίμονη κοινωνική απόρριψη και εξαίρεση. Αυτό που είναι κοινό στους γκέι ανθρώπους, επομένως, δεν είναι μια ψυχολογική διαταραχή αλλά ένας κοινωνικός αποκλεισμός. Μοιραζόμαστε επίσης μια μακρά ιστορία από άγρια, ακόμα και γενοκτονική καταπίεση, η οποία μας παρέχει το δικαίωμα σε άμεσες πολιτικές διεκδικήσεις για κοινωνική ανοχή, απαλλαγή από διακρίσεις και συνολική βελτίωση των ευκαιριών ζωής.

Βάσει του ορισμού τους με τον τρόπο αυτό, ως μέλη μιας στιγματισμένης ομάδας, αλλά κατά τα άλλα χωρίς να διαφέρουν σε τίποτα από τους “κανονικούς ανθρώπους”, οι λεσβίες και οι γκέι άντρες έχουν αποκτήσει μια συλλογική ταυτότητα ισοδύναμη με αυτή οποιασδήποτε εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας που είναι σημαδεμένη κοινωνικά μέσα από την εκλαμβανόμενη διαφορά της από τους απλούς ανθρώπους. Από τη στιγμή που οι λεσβίες και οι γκέι άντρες πετύχαμε να πείσουμε εμάς τους ίδιους και τα στρέητ άτομα να μας αντιλαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο, με τη βοήθεια του προηγούμενου που έχει τεθεί από παλαιότερες εκστρατείες ενάντια στο κοινωνικό στίγμα (κυρίως το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων και ένα πλήθος αγώνων του τρίτου κόσμου για αποαποικιοποίση), μπορέσαμε να πετύχουμε έναν κάποιο βαθμό κοινωνικής αποδοχής καθώς επίσης και ενσωμάτωση στην κοινωνία γενικότερα. Επομένως, η πρακτική του να φέρνουμε στο προσκήνιο την γκέι ταυτότητα και να σέρνουμε στο παρασκήνιο την γκέι υποκειμενικότητα έχει αποδειχτεί ότι έχει μια πολιτική ανταμοιβή την οποία δεν θα είχαμε το περιθώριο να περιφρονήσουμε. Και μας έχει επίσης σώσει από το επίμονο φάσμα της ψυχοπαθολογίας. Οπότε, εύλογα, εξακολουθούμε να διστάζουμε να εγκαταλείψουμε αυτήν την πολιτική στρατηγική και αγχωνόμαστε όταν κάποιος παρεκκλίνει από αυτή.

* * *

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο πολλοί ειδήμονες των λεσβιακών και γκέι σπουδών τείνουν στις μέρες μας να αποφεύγουν το θέμα της γκέι υποκειμενικότητας είναι το γεγονός ότι παραμένουν βαθιά επηρεασμένοι από το έργο του Μισέλ Φουκό, ενός γάλλου φιλοσόφου και ιστορικού που ήταν επίσης γκέι άντρας. Στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1976 και μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1978, ο Φουκό προήγαγε μια δυνατή κριτική της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Υποστήριξε, απροσδόκητα αλλά πειστικά, ότι ο αγώνας ενάντια στην ψυχική καταστολή, αντί να απελευθερώνει τη σεξουαλική επιθυμία και να οδηγεί σε ανατροπή του καθεστώτος του κανονικού, κάποιες φορές στην πραγματικότητα καταλήγει σε νέους και πιο ύπουλους τρόπους φυσικοποίησης και επιβολής της σεξουαλικής κανονικότητας. Διότι, εννοούμενες στο επαναστατικό πρόγραμμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, υπάρχουν πολλές ανεξερεύνητες, φαινομενικά αυταπόδεικτες, αλλά πολύ φορτισμένες και άκρως κανονιστικές παραδοχές για το τι είναι η σεξουαλικότητα, πώς διαμορφώνει την ανθρώπινη φύση και ποιοι είναι οι πλέον δόκιμοι, υγιείς τρόποι για να εκφραστεί.

Προκειμένου να αμφισβητηθούν αυτές οι υποθέσεις, ο Φουκό ανέπτυξε μια ριζοσπαστικά πολιτική προσέγγιση στη σεξουαλικότητα. Όρισε εκ νέου τη σεξουαλικότητα ως ένα απαιτούμενο στοιχείο εσωτερικό στη λειτουργία του σύγχρονου φιλελεύθερου κράτους και των συστημάτων εξουσίας του. Η πολιτική αντίληψη της σεξουαλικότητας από τον Φουκό έδωσε έμφαση στην απρόσωπη λειτουργία των λόγων, των θεσμών και παρόμοιων κοινωνικών πρακτικών, δίνοντας ελάχιστη σημασία στις λειτουργίες της ατομικής εσωτερικότητας και εκτοπίζοντας σκόπιμα ανταγωνιστικές προσεγγίσεις που τοποθετούσαν τη σεξουαλικότητα στον πυρήνα του ανθρώπινου υποκειμένου. Μέσα από την έμφασή της στην κοινωνική και πολιτική χρησιμότητα της σεξουαλικότητας για τη διακυβέρνηση των ατόμων, η εκπληκτική άποψη του Φουκό για τη σεξουαλικότητα αποδείχτηκε ότι ανταποκρινόταν πλήρως στις ανάγκες της γκέι και λεσβιακής αντίστασης τη δεκαετία του ’80, όταν η άνοδος της Νέας Δεξιάς και η εμφάνιση της επιδημίας του HIV/AIDS εξέφραζε μια στάση κοινή για να καταργήσουν τις κουήρ κοινότητες και να καταργήσουν πολλά από τα κοινωνικά οφέλη μας που κερδήθηκαν με τόσο κόπο.

Ο Φουκό πρόσφερε, επίσης, τη μόνη θεωρητική προσέγγιση στη σεξουαλικότητα που ήταν επαρκώς ουσιαστική και πρωτότυπη ώστε να αναμετρηθεί με την ψυχανάλυση – και να προσφέρει μια ουσιαστική διανοητική εναλλακτική λύση σε αυτήν εντός του πεδίου των σπουδών της σεξουαλικότητας. Εφόσον η ψυχανάλυση είχε συμμετάσχει επί μακρόν στην παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, και εφόσον η επανα-παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας ήταν ακριβώς αυτό που είχαν να αντιμετωπίσουν οι λεσβιακές/γκέι πολιτικές κατά τη διάρκεια της έναρξης της πανδημίας του HIV/AIDS, δεν είναι απορίας άξιο που τόση πρώιμη δουλειά στις λεσβιακές/γκέι σπουδές και στην κουήρ θεωρία άντλησε την αρχική έμπνευσή της και πήρε ιδέες για πολλά από τα αποφασιστικής σημασίας αξιώματά της από τον Φουκό.

Ένας άλλος τρόπος να το θέσουμε είναι να πούμε ότι οι λεσβίες και οι γκέι άντρες είχαν πολλούς λόγους ανεξάρτητους από τον Φουκό που δεν ήθελαν να σκέφτονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κουήρ υποκειμενικότητας. Δεδομένης της μακράς ιστορίας της μεταχείρισης των σεξουαλικών διαφορών όχι ως άκακων διαφοροποιήσεων αλλά ως ασθενειών ή βδελυγμάτων, θα ήταν ριψοκίνδυνο, πράγματι, να αποδοθούν οποιαδήποτε ιδιαίτερα υποκειμενικά χαρακτηριστικά ή πρακτικές στην ομοφυλοφιλία, διότι οποιοδήποτε γνώρισμα μοναδικό στις εσωτερικές ζωές των λεσβιών ή γκέι αντρών θα ερμηνευόταν πιθανά ως σύμπτωμα ή έκφραση παθολογίας. Όταν ο Φουκό δήλωσε το 1981 ότι “το σύνολο της τέχνης της ζωής συνίσταται στην εξολόθρευση της ψυχολογίας” (L’art de vivre, c’est de tuer la psychologie), εξέφραζε μια στάση κοινή σε πολλές λεσβίες και γκέι άντρες της γενιάς του οι οποίοι, όπως κι αυτός, είχαν περάσει μια ζωή αγωνιζόμενοι ενάντια στη δική τους αίσθηση της ψυχολογικής παρέκκλισης, ενώ προσπαθούσαν παράλληλα να αντιπαρέλθουν τις μη κολακευτικές κρίσεις των ειδικών της ψυχολογίας και να αποφύγουν τις επίμονες, πολυετείς κατηγορίες για διαστροφή, αρρώστια και ανωμαλία.

Το πρόβλημα με την εξολόθρευση της ψυχολογίας, όμως, ήταν ότι για περισσότερο από εκατό χρόνια η ψυχολογία, και κατόπιν η ψυχανάλυση, παρείχαν τα κύρια μέσα πρόσβασης στην φαντασιακή αλήθεια της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Η εξολόθρευση της ψυχολογίας σε ένα τέτοιο πλαίσιο σήμαινε ότι αποκόπτουμε κάθε πρόσβαση στην ίδια την κατηγορία της γκέι υποκειμενικότητας, ταξινομώντας την ως αντικείμενο μιας γκέι διερεύνησης, κι επομένως καθιστώντας αδύνατο να θέσει κανείς, πόσο μάλλον να απαντήσει, την ερώτηση “Τι θέλουν οι γκέι άντρες;”. Αυτό, πράγματι, ήταν ακριβώς το νόημα: να καταστεί ο κόσμος ασφαλής για τις λεσβίες και τους γκέι άντρες εστιάζοντας στην πολιτικά αποδεκτή κατηγορία της γκέι ταυτότητας και μετατοπίζοντας την προσοχή από τις ανησυχητικές και εν δυνάμει δυσφημιστικές λεπτομέρειες της γκέι υποκειμενικότητας. Ο στόχος ήταν να μετακινηθεί η προσοχή των στρέητ από οτιδήποτε σχετικό με την γκέι κουλτούρα που θα μπορούσε να τους κάνει να νιώσουν άβολα με αυτό, καχύποπτους για αυτό, ή αποκλεισμένους από αυτό, και, αντίθετα, να τους κάνει να συμπάσχουν με τις πολιτικές (και για τον λόγο αυτό λιγότερο ενστικτωδώς ενοχλητικές) απαιτήσεις για ίση μεταχείρηση, κοινωνική αναγνώριση και διαδικαστική δικαιοσύνη. Αυτό είναι το είδος των απαιτήσεων, στο κάτω κάτω, που είναι πιθανότερο να θεωρηθούν λογικές από τον κόσμο που δεν έχει ιδιαίτερα θερμά συναισθήματα για τους γκέι ανθρώπους αλλά μπορούν να υποκινηθούν ώστε να μας ανέχονται, ή τουλάχιστον να μη μας κακομεταχειρίζονται, όταν κανείς κάνει έκκληση στη βασική τους αίσθηση δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας. Ο αποκλεισμός του ερωτήματος της γκέι υποκειμενικότητας ήταν ένα μικρό τίμημα για την καταστροφή ενός ψυχολογικού μοντέλου ομοφυλοφυλικής διαφοράς βασισμένης στη σεξουαλική ανωμαλία και για την αντικατάστασή του από ένα πολιτικό πρόγραμμα εδρασμένο σε μια μη ψυχολογική αντίληψη της gayness ως μια ημι-εθνικής κοινωνικής ταυτότητας.

Ένα μικρό τίμημα, λοιπόν – αλλά όντως αναγκαίο; Τι θα γινόταν αν η ψυχολογία δεν ήταν ο μόνος τρόπος πρόσβασης στην υποτιθέμενη αλήθεια της υποκειμενικότητας; Τι θα γινόταν αν ο ψυχισμός δεν ήταν απαραίτητα η βασιλική οδός προς τη γνώση των εσωτερικών διεργασιών του γκέι υποκειμένου; Ακόμα και κατά τη διάρκεια της ανόδου τους, η ψυχολογία και η ψυχανάλυση επισκιάζονταν από μια εναλλακτική παράδοση, ίσως όχι τόσο μια συνεπή παράδοση όσο μια σταθερή παρόρμηση, ορατή εμφανώς (αν και όχι αποκλειστικά) στα έργα ενός πλήθους από γκέι άνδρες συγγραφείς. Με τον ιδιαίτερο τρόπο ο καθένας, οι Ουόλτερ Πάτερ, Όσκαρ Ουάιλντ, Αντρέ Ζιντ, Μαρσέλ Προυστ, Ζαν Ζενέ και Ρολάντ Μπαρτ, όλοι προσπάθησαν να φανταστούν και να αναπαραστήσουν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα δίχως να προσφύγουν στην ψυχολογία. Και όπως ξεκαθαρίζεται στο ύστερο έργο του Φουκό, ο ίδιος ο Φουκό καθόλου δεν προσπαθούσε να επιβάλλει ολοκληρωτική απαγόρευση σε κάθε έρευνα πάνω “στην ερμηνευτική του υποκειμένου”: αυτός, εξάλλου, ήταν ο τίτλος που έδωσε στις διαλέξεις του στο Collège de France τον χειμώνα και την άνοιξη του 1982. Αντίθετα, ο Φουκό προέτρεπε τον εαυτό του, και εμάς, να βρούμε τρόπους προσέγγισης της υποκειμενικότητας που δεν θα δρομολογούνταν μέσα από την ψυχολογία ή μέσα από τις ήδη οικείες και αυξανόμενα τετριμμένες εννοιολογικές κατηγορίες της ψυχανάλυσης.

* * *

Σίγουρα ο Φουκό δεν είχε πολλά να πει, ακόμα και σε εκείνες τις διαλέξεις του 1982, σχετικά με το το πώς θα μπορούσε να είναι μια αντι-ψυχολογική ερμηνευτική της υποκειμενικότητας. Στην πραγματικότητα, δεν είχε πολλά να πει σχετικά με οποιοδήποτε είδος ερμηνευτικού ή επεξηγηματικού υποδείγματος του εαυτού. Παρά τον τίτλο στον οποίο κατέληξε για το μάθημά του, ο Φουκό αποφάσισε να προσεγγίσει τις σχέσεις μεταξύ υποκειμένου και αλήθειας – το κύριο θέμα του – μέσα από τη μελέτη της θεωρίας και της εξάσκησης της “φροντίδας του εαυτού” στην ελληνιστική και ρωμαϊκή φιλοσοφία περίπου πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Ο Φουκό επέλεξε να εστιάσει σε εκείνη τη μακρινή, μεταβατική περίοδο στην ιστορία της δυτικής σκέψης ακριβώς γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο, μια κάποια ερμηνεία του υποκειμένου με τη σύγχρονη έννοια ήταν εντυπωσιακά, αποκαλυπτικά απούσα από αυτή. Με άλλα λόγια, ο Φουκό αποφάσισε να την εξετάσει τόσο στενά, εξαιτίας της σχέσης του υποκειμένου με την αλήθεια στον φιλοσοφικό λόγο της εποχής που δεν λάμβανε τη μορφή ενός ψυχολογικού κανόνα εσωστρέφειας και αποκωδικοποίησης – μιας πραγματικής “ερμηνευτικής”. Στη θέση μιας σύγχρονης επιστήμης του υποκειμένου που θεωρεί τον εαυτό ως επίκεντρο ψυχολογικού βάθους, ως μέρος μιας εσωτερικότητας η οποία είναι κρίσιμο να εξερευνηθεί και να χαρτογραφηθεί (έτσι ώστε να διακριθούν τα φυσιολογικά είδη νοητικής λειτουργίας από τα διεστραμμένα αντίθετά τους), ο Φουκό ήθελε να προωθήσει “μια ανάλυση των μορφών αναστοχασμού … που συνιστούν το υποκείμενο ως τέτοιο.” Ο Φουκό ενδιαφερόταν, επομένως, σχεδόν αποκλειστικά για τις τεχνικές αυτο-δημιουργίας – και για τα διάφορα είδη υποκειμένων που μπορούσαν να δημιουργήσουν οι διαφορετικές σχέσεις με τον εαυτό. Παρουσίασε αυτές τις τεχνικές αυτο-δημιουργίας ως μια ιστορική εναλλακτική αν όχι αντίθεση στην στις πρακτικπές της αυτο-ανάλυσης οικείες σε μας από τη χριστιανική και φροϋδική κουλτούρα. Το αναγνώρισε μάλιστα κι ο ίδιος, τονίζοντας στη δημοσιευμένη περίληψη του μαθήματός του στο Annuaire του Collège de France ότι η ελληνική και ρωμαϊκή “φροντίδα του εαυτού” που είχε περιγράψει στις διαλέξεις του ήταν “ακόμη πολύ μακριά από αυτό που [αργότερα] θα καθίστατο μια ερμηνευτική του υποκειμένου.”

Παρόλα αυτά, σε κάποιες φευγαλέες παρατηρήσεις του Φουκό στις διαλέξεις του το 1982 πάνω στις διαφορές μεταξύ της αρχαίας γνώσης του εαυτού, από τη μία μεριά, και τη χριστιανική και φροϋδική εξήγηση του εαυτού, από την άλλη, μπορούμε να αρχίσουμε να διακρίνουμε το περίγραμμα μιας πιθανής μη πειθαρχικής ερμηνευτικής του υποκειμένου. Αναδυόμενο από τις επίπονες προσπάθειες του Φουκό να ορίσει μια ιστορική μορφή των σχέσεων μεταξύ του υποκειμένου και της αλήθειας που θα πρόσφερε μια εναλλακτική στις σύγχρονες μεθόδους χαρτογράφησης και ανάλυσης του ψυχικού εσωτερικού κόσμου και θα αποτελούσε μια πρακτική γνώσης του εαυτού αντίθετη, ή τουλάχιστον αντιτάξιμη, με πιο πρόσφατες χριστιανικές και φροϋδικές τεχνικές. Ο Φουκό προσπαθούσε να ανακτήσει και να περιγράψει ένα μοντέλο γνώσης του εαυτού που ήταν εξέχον στο παρελθόν, που ήταν διακριτό από “τις επιστήμες του μυαλού, την ψυχολογία, την ανάλυση της συνείδησης”, και που δεν εντοπιζόταν στις πηγές τους. Ενάντια “στην αντικειμενοποίηση [l’objectivation] του εαυτού σε έναν αληθινό λόγο”, χαρακτηριστικό τόσο του χριστιανισμού όσο και της ψυχολογίας, η αρχαία “φροντίδα του εαυτού” επέτρεπε μια ριζικά διαφορετική δυνατότητα: “την υποκειμενοποίηση ενός αληθινού λόγου μέσα σε μια πρακτική και άσκηση του εαυτού πάνω στον εαυτό”.

Ο Φουκό υποστήριξε ότι αυτός ο μη-εξηγητικός τρόπος γνώσης του εαυτού, αν και σε μεγάλο βαθμό παραμελημένος από τη σύγχρονη φιλοσοφία και πολιτισμό στη Δύση, δεν είχε ποτέ σβήσει εντελώς. Πράγματι, “ένα ολόκληρο τμήμα της σκέψης του 19ου αιώνα μπορούσε να αναγνωστεί ξανά ως μια δύσκολη προσπάθεια, μια σειρά από δύσκολες προσπάθειες, να ανασυσταθεί μια ηθική και μια αισθητική του εαυτού”. Στις συνεντεύξεις που έδωσε στον γκέι τύπο περίπου την ίδια περίοδο που παρέδιδε αυτές τις διαλέξεις, ο Φουκό καθιστούσε ξεκάθαρο ότι έβλεπε την υπόσχεση του λεσβιακού και γκέι κινήματος υπό ένα παρόμοιο πρίσμα. Η κουήρ πολιτική ήταν ένας τρόπος για να εξοντωθεί η ψυχολογία και να επανεργοποιηθεί μια ηθική του εαυτού που θα συνίστατο όχι στην την ανάλυση του εαυτού, ούτε στην προσκόλληση σε κανόνες κατάλληλης, υγιούς λειτουργίας, αλλά σε “μια αισθητική της ύπαρξης”. Ο Φουκό βρήκε σε ορισμένες πτυχές της κουήρ ζωής νέες δυνατότητες για αυτοδιαμόρφωση και αυτογνωσία. Παρόλο που εκείνοι οι κουήρ τρόποι ζωής μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικοί από τις αρχαίες πρακτικές του εαυτού με τις οποίες ασχολούταν ο Φουκό στην ακαδημαϊκή δουλειά του, έμοιαζαν με τους αρχαίους προγόνους τους στον βαθμό που προσέφεραν μια εναλλακτική λύση στους επιστημονικούς και κανονιστικούς κλάδους του εαυτού που ευνοούνται από τον μεταχριστιανικό, μεταφροϋδικό πολιτισμό μας. Τουλάχιστον, αυτή ήταν η ριζοσπαστική ελπίδα που ο Φουκό είδε φευγαλέα στο λεσβιακό και γκέι κίνημα.

Αν θέλουμε να κρατήσουμε αυτή την ελπίδα ζωντανή, θα πρέπει να σφυρηλατήσουμε κουήρ εναλλακτικές στη σύγχρονη, επιστημονική κουλτούρα του εαυτού και της ψυχολογικής ερμηνευτικής του υποκειμένου. Η κουήρ κουλτούρα έχει στην πραγματικότητα δείξει ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στο να εφευρίσκει απτές εξόδους διαφυγής από την αυτοανάλυση, κυμαινόμενες από γκέι εκκλησίες μέχρι γκέι σάουνες. Και αρκετοί γκέι άντρες συγγραφείς, όπως έχω αναφέρει, έχουν ήδη αναπτύξει διάφορες αντιψυχολογικές προσεγγίσεις στην αναπαράσταση του κουήρ υποκειμένου. Επομένως, τα κουήρ άτομαι έχουν μια πλειάδα κοινωνικών και διανοητικών πόρων για να εμπνευστούν όταν πρόκειται να ανακαλύψουν πώς να έχουν μια υποκειμενικότητα, και ιδιαίτερα μια σεξουαλική υποκειμενικότητα, χωρίς να την εννοιοποιούν ή να τη βιώνουν με όρους ψυχολογίας ή ψυχανάλυσης.

Γιατί αυτή είναι πράγματι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σήμερα όταν προσπαθούμε να σκεφτούμε την υποκειμενικότητα, τη σεξουαλικότητα, την αλήθεια και την εξουσία μετά τον Φουκό. Είναι λιγότερο ένα ερώτημα εύρεσης νέων θεωριών σεξουαλικότητας και περισσότερο κινητοποίησης κουήρ δυνατοτήτων φαντασίας και αναπαράστασης της υποκειμενικής ζωής του σεξ – της υποκειμενικής ζωής της ομοφυλοφιλίας, πιο συγκεκριμένα – και, αν είναι αναγκαίο, της απελευθέρωσής μας από την αυθεντία της Θεωρίας και από τους δογματικούς και επιστημονικούς περιορισμούς που πλέον ασκεί στο τι μπορεί κανείς να πει και να σκεφτεί. Δεν είναι ζήτημα παντελούς διάψευσης ή απόρριψης της ψυχανάλυσης, ούτε καταδίκης και δαιμονοποίησης του ακαδημαϊκού τομέα της Ψυχολογίας στο σύνολό του – ο οποίος, στο κάτω κάτω, περιλαμβάνει τους ριζοσπαστικούς υποτομείς της κοινωνικής ψυχολογίας και της κριτικής ψυχολογίας, που είναι τόσο χρήσιμοι για την καταγραφή συλλογικών πρακτικών και σχηματισμών υποκειμενικοτήτων και για τον εντοπισμό μέσα στην ίδια την υποκειμενικότητα ενός δυνατού τόπου πολιτικής αντίστασης. Είναι μάλλον ένα ζήτημα αμφισβήτησης της διάχυτης κουλτούρας της ψυχολογίας στη νεωτερικότητα, των πρακτικών και λόγων της ψυχολογίας του συρμού (δηλαδή, της ψυχολογίας με πεζό ψ), μαζί με την πειθαρχική, ακαδημαϊκή βάση τους στην ψυχολογία του βάθους, την ψυχολογία της προσωπικότητας, αλλά και αμφισβήτησης των ψυχολογικών επιστημών του ατόμου. Ο στόχος δεν είναι τόσο να κηλιδωθεί η ψυχολογία ως πνευματικό έργο όσο να διαφύγουμε από έναν τρόπο σκέψης που αντιλαμβάνεται το πρόσωπο με όρους ατομικής εσωτερικότητας και κρίνει τη ζωή του υποκειμένου σύμφωνα με ένα κανονιστικό πρότυπο υγιούς λειτουργικότητας.

Και αυτό δεν πρόκειται να είναι εύκολο. Οι εξειδικευμένες, εννοιολογικές γλώσσες της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης έχουν διαμορφωθεί για πάνω από έναν αιώνα. Παρέχουν ένα συστηματικό, περίπλοκο, εκτενές και αναγνωρισμένο λεξιλόγιο για Για την αναπαράσταση των ψυχικών διαδικασιών. Καμία άλλη γλώσσα χαρτογράφησης του εσωτερικού κόσμου των ανθρώπινων όντων δεν μπορεί πλέον να τις ανταγωνιστεί στην περιγραφική ή αναλυτική δύναμή τους (οι γλώσσες της χριστιανικής πνευματικότητας κάποτε είχαν πλησιάσει πολύ). Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα. Η άκρως ανεπτυγμένη θεωρητική και μεθολογική κατάσταση της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης δίνει τη λάθος εντύπωση ότι είναι αληθείς, ότι οι όροι με τους οποίους διατυπώνονται βρίσκονται σε σχέση αντιστοιχίας ένας-προς-έναν με τις ψυχικές διαδικασίες που ισχυρίζονται ότι αναπαριστούν. Ακόμα χειρότερα, δίνει έναυσμα σε ένα είδος γλωσσικής και εννοιολογικής μονοκαλλιέργειας, στην οποία δεν υπάρχει παρά μόνο ένα εφικτό λεξιλόγιο για να περιγράψει τους υποκειμενικούς μας κόσμους. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι να μας κάνει να νιώθουμε ότι οποιοιδήποτε άλλοι τρόποι να μιλάμε για τους εαυτούς μας είναι απελπιστικά ιμπρεσιονιστικοί, ότι στερούνται ακρίβειας, ότι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις επιστήμες ή να μας προσφέρουν ουσιαστική πρόσβαση στον εσωτερικό κόσμο μας.

Και όμως, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι οι γλώσσες της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης δεν είναι απαραίτητα οι ορθοί τρόποι ή οι καλύτεροι τρόποι για να μιλήσουμε για την υποκειμενική ύπαρξή μας. Όταν, για παράδειγμα, πρόκειται για την αποτύπωση των εμπειριών της απώλειας, της θλίψης και του πένθους – ή του πόθου, της σύνδεσης και της αγάπης – οι γλώσσες της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης είνα άκρως πτωχές, αδέξιες, μηχανικές, ανακριβείς και ανεπαρκείς. Χρειαζόμαστε, πέραν αυτών, άλλους τρόπους να μπορούμε να μιλάμε για εμάς, για τις εμπειρίες μας, τα συναισθήματά μας και, ιδιαίτερα, για την υποκειμενική ζωή του σεξ και της σεξουαλικότητας.

Η κουήρ κουλτούρα ήδη μας προσφέρει κάποιες από τις εναλλακτικές που χρειαζόμαστε. Χρειάζεται απλά να μάθουμε πώς να αναγνωρίζουμε, πως να εκτιμούμε και πώς να προασπιζόμαστε τις κουήρ πολιτιστικές παραδόσεις που μας κληροδοτήθηκαν. Αυτές οι παραδόσεις μάς παρέχουν εύγλωττα παραδείγματα για το πώς να σκεφτόμαστε για τη σεξουαλικότητα πέρα και έξω από την ψυχανάλυση – και πώς να σκεφτόμαστε για την σεξουαλική υποκειμενικότητα χωρίς την ψυχολογία. Η κουήρ σκέψη μπορεί να μην έχει την ίδια λάμψη της επιστημονικής αντικειμενικότητας ή την ίδια στιλπνότητσ με τη ψυχολογία ή την ψυχανάλυση. Στην πραγματικότητα, μπορεί να φαίνεται εντελώς γελοία ως επιστήμη. Αλλά αυτό, στο παρόν πλαίσιό μας τουλάχιστον, είναι απολύτως προς όφελός της.

Ή αυτό ελπίζω να δείξω σε ό,τι ακολουθεί.

Πουστιά, ψυχική ασθένεια και μουσική πανκ. ΑΣΟΕΕ 09.11.2023

Ι. Για μια αισθητική αποτίμηση του βιβλίου

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΣΕΤΕ ΤΟ ZINE ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ (PDF)

Κατα τον Άσγκερ Γιόρν ο αισθητικός νόμος είναι αυτός των επιθυμιών μας, που εμπλουτίζει ποικιλόντας το καθορισμένο θέμα της ανθρωπινης ηθικής.

Στο βιβλίο του subboy25 κυριαρχούν κολάζ εικόνων, σκληρή πορνογραφία, αντικοινωνικοί αφορισμοί, ωμή αρνητικότητα, διάλυση ψευδαισθήσεων, αγάπη προς το άσεμνο, μίσος προς το κανονικό. Το σκληρό κόντραστ του υπόσχεται πόνο. Τα μέρη που όλα φαντάζουν δυστοπικά και το μόνο που μένει είναι το μοίρασμα της ηδονής με την ταυτόχρονη εμβύθιση στο μαύρο.

Οι συνεχόμενες εικόνες δημιουργούν την δική τους διαλεκτική. Σύμφωνα με τον Σωσσυρ η παράθεση των εικόνων με την κοντινή σύνταξη παράγει ένα τρίτο σημαίνον λόγω του συσχετισμού τους. Στο τέλος τους έρχεται να προστεθεί και ο λόγος με την μορφή μικρών φράσεων διαμορφώνοντας την τελική αφήγηση. Οι εικόνες, η εναλλαγή τους οι λέξεις λειτουργούν σαν χτύπημα. Χτύπημα που έχει απώτερο σκοπό να αποτελέσει φορέα νοημάτων διεισδύοντας στην σκέψη, σπέρνοντας την αμφιβολία για την όποια θετικότητα.

Η βιαιότητα της αφήγησης μας υπενθυμίζει συνεχόμενα ότι εχθρος είναι η εργασία, η οικογένεια, το έθνος,η ετεροκανονικότητα, η νευροκανονικότητα, η νηφαλιοκρατία, η βανίλα κυριαρχία, ο χριστιανισμός ως πυλώνες συστημικών μηχανισμών εξόντωσης του άλλου, του ανώμαλου, του ψυχασθενη, του φρικιού, του ναρκωμανή, του/της ερωμένου/ης της άρνησης. Εχθροί δύσκολοι,αδυσώπητοι και δολοφονικοί που [πρόσφατα] μας στέρησαν τον Ζακ.

Απο τις πρώτες σελίδες βρισκόμαστε απέναντι σε μια διακύρηξη της απουσίας μέλλοντος και σε ανυπαρξία υποσχέσεων για ότι καλύτερο. Η οσμή του θανάτου μας περιμένει σε κάθε γωνία. Η απόλαυση της καταστροφής, αποτυπώνεται ως σκισμενη αφίσα στους τοίχους της μητρόπολης, ως κόκκος στις φωτογραφίες, ως έλλειψη χρωμάτων, ως ενεργοπαθητικός λόγος. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά “Τα πιο όμορφα αυτοκόλλητα και τα πιο όμορφα αγόρια είναι τα ξεσκισμένα”

Ο subboy25 βαλλεται εναντιον καθε καθαροτητας. Η φθορα πρωταγωνιστει στο εργο του, η φθορα που λειτουργει ως αυτοαλλοίωση της υπαρξης και σηματοδωτεί την αποδοχή όλων αυτών που η κοινωνία προσπαθεί να θεσμίσει ως μη ορατά ωθώντας τα στο περιθώριο.

Η εξύψωση της παρακμής και της διαστροφής ως αναπόσπαστο τμήμα της γνωριμίας με το επικίνδυνο παιχνίδι της χειραφετησης. Γιατί κάθε διατάραξη του κύκλου, κάθε επανακαθορισμός της κατεύθυνσης, κάθε είδος ανακάλυψης αποτελεί κίνδυνο.

Οι Καταστασιακοί έλεγαν ότι σκοπός τους είναι η άμεση συμμετοχή σε μια παθιασμένη και πολυποίκιλη ζωή μέσω στιγμών που είναι όσο εφήμερες όσο και συνειδητά ελεγχόμενες με την ταυτόχρονα μετατροπή της τέχνης απο απλή ερμηνεία των αισθήσεων σε δημιουργία νέων πιο εξελιγμένων. Η ομορφιά στον κόσμο του subboy25 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πάθος. Πάθος όμως στην ολότητα του δηλαδή με την ταυτόχρονη παραδοχή του πόνου που επιφέρει και την συνειδητη αποδοχή του αυτοκαταστροφικού του χαρακτήρα.

“In bondage there is no choice”. Ο subcultural φετιχισμός. Ο χορός των γυμνών ανδρών με bdsmική σημειολογία. Εδώ έχουμε την υπέρβαση της punk πρόκλησης. Τα αντρικά σώματα δεν φορούν κολάρα με slaverings προκειμένου να σοκάρουν τους γύρω τους, η αξία τους είναι καθαρά ηδονική παραπέμποντας στο ερωτικό παιχνίδι της υποταγής. Οι αρβύλες δεν φοριούνται ως στράτευση στην επανάσταση όπως τις φόραγαν οι καταστασιακοί και οι σουρεαλιστές, αλλά ως φορέας απόλαυσης φετιχιστικού αντικειμένου. To fly παύει να αποτελεί σημαίνον χουλιγκανιστικής κοινωνικοποίησης και επανανοηματοδωτείται ομοερωτικά. Στις σελίδες πρωταγωνιστούν άντρες με δεμένα τα άκρα τους, γλυκά αγόρια που καπνίζουν, leathermen, φιστοκώλια σε νεουορκέζικα bdsm bar και πίπες. Στην τελική καλύτερα αντικείμενο, παρά υποκείμενο, Γιατί σύμφωνα με τον υποτακτικό Philip στο rituals of love είναι πολύ παρήγορο το να σου πούνε τι να κάνεις, είναι υπέροχο. Η παθητικότητα έχει την δική της απελευθερωτική ποιητική. Και σύμφωνα με τον dom τού, Franko, ο Philip έχει περισσότερη δύναμη.

Θα θελα να σταθω σε μια εικόνα που έχω δει να την χρησιμοποιεί συχνά ο subboy25. Είναι μια εικόνα ενός αγοριού 16-20 χρονών που βρίσκεται απέναντι απο μία ανοιχτή πόρτα αυτοκινήτου. Στο βλέμμα του βρίσκεται η λαχτάρα ανακάλυψης ενος νέου κόσμου, η διαφυγή από την οικογένεια. Μέσα στο αυτοκίνητο περιμένει η ερωτική επιθυμία, η έξοδος απο την αγνότητα, η είσοδος στο παιχνίδι των σωμάτων.

“Πες μου ποια είναι η επιθυμία σου και θα σου πω ποιος είσαι, αν είσαι φυσιολογικός ή όχι, και μετά μπορώ να νομιμοποιήσω ή να ακυρώσω την επιθυμία σου. Η επιθυμία δεν είναι συμβάν αλλά σταθερό χαρακτηριστικό του υποκειμένου: παρέχει μια βάση στην οποία μπορεί να προσκολληθεί όλος αυτός ο ψυχολογικό-ιατρικός οπλισμός” μας τονίζει ο Μ. Φουκώ

Ο λόγος για την ταυτότητα της νευροδιαφορετικότητας είναι κάτι που λείπει από την εγχώρια αμφισβήτηση. Η πολιτική κριτική στον εγκλεισμό, την νευροκανονικότητα, το ακόλουθο κοινωνικό στίγμα και την διαχείριση της φαρμακευτικής αγωγής αποτελεί ένα κεφάλαιο που σπάνια θίγεται απο ριζοσπαστικές ομάδες.

Από το βιβλίο δεν θα μπορούσε να λείπει η μουσική επένδυση. Τα pop κομμάτια μεταστρέφονται. Η επανασυγκειμενοποίηση τους επιτυγχάνεται χάρη στον συγκερασμό τους με εικόνες εξεγέρσεων, γαμησιού, μέθης και απαισιοδοξίας. Ο Φουκώ, ο Ζενέ, ο Ουάιλντ, η Μπατλερ, ο Μπαροουζ, χορεύουν μαζί με γυμνούς skinheads και punks υπο την συνοδεία των γενιά του χάους, των limp wrist, του σακη ρουβά, των χαοτικό τέλος, της diamanda galas. Στο τέλος μπορεί όλοι να πεθαίνουν αλλά το μόνο σίγουρα είναι πως έζησαν.

Η αντι-ομορφιά που παράγεται απο την “παρέκλιση” των κατεστημένων ρόλων, τα βιωματικά κείμενα, τα πολιτικά προτάγματα, το πανκ, η εξέγερση και η πορνογραφια συνθέτουν το σύμπαν του subboy25 ένα σύμπαν που το ταξίδι σε αυτό είναι ικανό να σε αλλάξει για πάντα.

“Κάθε φορά που γαμιέστε κάνετε μια καλή πράξη, πάτε τον κόσμο ένα κλικ πιο πάνω, προωθείτε την εξεγερτική διάθεση, φέρετε το φως”

Francis Krummel

* * *

1.

Καταστρέφουμε τους εαυτούς μας στη σιωπή και επομένως κάνουμε ολάκερο τον κόσμο συντρίμμια. Ή τουλάχιστον αυτό θέλουμε. Είμαι αιώνια πεσσιμιστής για το αντίκρισμα που έχει όλη αυτή η καταστροφικότητά μας. Αλλά ο ήχος από τις αλυσίδες που κροταλίζουν, δίνει χρώμα στο αίμα μου.

2.

Το να ερχόμαστε στη ζωή σημαίνει, το να βρισκόμαστε με τους άλλους. Η δημιουργία συνεργατικών ομάδων είναι υψίστης σημασίας. Δεν υπάρχει χώρος εκτός του κεφαλαίου, αλλά μια συλλογική άρνηση των νόμων και των ηθών της μπουρζουαζίας, μπορεί να μας επιτρέψει να διοχετεύσουμε την αρνητικότητά μας σε μια μεγαλύτερη κλίμακα, δίνοντας μας παράλληλα χώρο να ανασάνουμε.

3.

Κάποιοι από μας δε μπορούμε να βρισκόμαστε με τους άλλους, είμαστε μόνοι, επιπλέουμε ναυαγισμένοι στα χλιαρά νερά της καπιταλιστικής ζωής. Ανάβουμε φωτιές στο σκοτάδι και προσευχόμαστε πυρετωδώς να τελειώσουν όλα αυτά σύντομα, όμως η ελπίδα μας είναι μικρή και η πίστη μας αδύναμη. Καταλήγουμε νεκροί από τα ναρκωτικά, στη φυλακή, να βάζουμε αυτοσχέδιες βόμβες στη δουλειά μας και να γράφουμε ποίηση. Για εμάς δεν υπάρχουν απαντήσεις, δεν υπάρχουν λύσεις, υπάρχει μόνο η ατελείωτη αναζήτηση για συντροφικότητα και αγάπη.

4.

Δε θα φτιάξουμε ένα καλύτερο κόσμο.

5.

Το χτίσιμο της κομμούνας είναι μια άσκηση δημιουργίας αρνητικών χώρων εξέγερσης. Η έρημος εξαπλώνεται συνεχώς, καταβροχθίζοντας όλες τις προσπάθειες δημιουργίας μιας εναλλακτικής κουλτούρας. Το αυτο-οργανωμένο περιβόλι, η κοοπερατίβα ποδηλάτων, η αυτοοργανωμένη κουζίνα, όλα καταλήγουν να υπηρετούν το εμπόρευμα. Αντίθετα, πρέπει να χτίσουμε την εξέγερση, να πανηγυρίζουμε στο άκουσμα βομβιστικών απειλών, να δημοσιοποιούμε τις αποδράσεις από τις φυλακές. Αυτές οι πράξεις, έχουν αυτό που ο Genet αποκαλούσε μια αισθητική έλξη από μόνες τους, αλλά όταν συνενωθούν, μπορούν να δημιουργήσουν μια δύναμη ικανή να καταστρέψει την κοινωνία.

Από «απέχθεια» (2017)

ΙΙ. Για την ισότητα στο γάμο

Σε κάποιο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Βρετανίας. Ένα πλήθος από γυναίκες και παιδιά (με μικρές σημαίες να κυματίζουν στα χέρια ή με μεγάλες σημαίες να κυματίζουν αγέρωχα στο υπόβαθρο) περιμένει να ανοίξουν οι πόρτες του μεταγωγικού αεροσκάφους. Και από εκεί, από ψηλά, από μακριά, μια σειρά από άψογους, γαλανομάτηδες, λευκούς, υγιείς, ατσαλάκωτους άντρες κατεβαίνει τις σκάλες προσεγγίζοντας το έδαφος.

Ένας δημοφιλής ευφημισμός για τον πόλεμο και το θάνατο είναι το “καθήκον προς την πατρίδα” και αυτοί οι άντρες φαίνεται πως κάνανε άψογα το καθήκον τους. Τυχεροί που γύρισαν ζωντανοί και αρτιμελείς (για να μην πούμε και με άψογη επιδερμίδα, σε πείσμα της ερήμου), πέφτουν στην αγκαλιά των γυναικών, των μανάδων και των παιδιών τους. Πέφτουν στην αγκαλιά της χώρας τους. Είναι μια ιερή στιγμή. Είναι η στιγμή που “συντριβόμαστε από καθαρό συναίσθημα”, η στιγμή που “κλαίμε τόσο πολύ”. Όπως μας εκπαιδεύσανε.

Εκείνα τα πέντε-δέκα λεπτά που η κάμερα και τα μάτια του έθνους είναι στραμμένα επάνω τους, αυτοί οι νεαροί ήρωες δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους. Κάθε κοινωνική, οικονομική, ταξική ή άλλου είδους διαφορά μεταξύ τους ωχριά και φθίνει εμπρός στην κορύφωση και το θαύμα της καθαρής και απαστράπτουσας “βρετανικότητάς” τους. Εκείνα τα πέντε-δέκα λεπτά απόλυτης ισοτιμίας και αγνών συναισθημάτων, είναι η καταλληλότερη στιγμή για να βγάλει ένας φαντάρος τις βέρες και, γονατιστός, να κάνει πρόταση γάμου στον καλό του που τον περίμενε. Διότι εκείνα τα πέντε-δέκα λεπτά εθνικής ανάτασης και ενότητας, ο γκέι φαντάρος κερδίζει την άδεια να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μια αδερφή της σειράς. Όπως λέει το βιντεοκλίπ στο τέλος του:

“ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΕΣ,

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΖΥΓΟΙ”

Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο από την αρχή στο βίντεο, είναι ότι οι στρατιώτες – ένα μικρό δείγμα της κοινωνίας και του τι θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως συνεκτικό υλικό σε αυτή – πολύ σύντομα διαχωρίζονται. Μέσα από μια διαδικασία αναγνώρισης των οικογενειών, παιδιών, συζύγων τους, αναγνωρίζουμε κι εμείς ποιοι είναι οι “νόμιμοι”. Και μέσα από την απουσία μιας τέτοιας αναγνώρισης, αναγνωρίζουμε κι εμείς τον “παράνομο”. Η πρόταση γάμου του στρατιώτη στον καλό του εκπέμπει μια βεβαιότητα ότι ο “παράνομος” είναι στην πραγματικότητα απλά “όχι ακόμα νόμιμος”, μα όχι για πολύ ακόμα.

Η λεπτή αλλά δύσβατη απόσταση που χωρίζει τον “νόμιμο” από τον “όχι ακόμα νόμιμο” διαμορφώνεται από ένα πλέγμα ηθικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, εθνικών και ταξικών κανονιστικών προτύπων ώστε η σχεδόν ανέφικτη άρση τους να γίνεται εδώ με έναν επικό, μεγαλειώδη τρόπο, με ένα άλμα επί κοντώ που με μιας τα ξεπερνά όλα αυτά και στην συναρπαστική καμπύλη-τροχιά του περιγράφει την ουσία της “κοινής” σε όλες μας ιδιότητας της πολίτισσας ενός έθνους. Δεν είναι τυχαίο που το κίνημα για το δικαίωμα στον γάμο στις ΗΠΑ, διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με το κίνημα για το δικαίωμα των LGBT στη στράτευση, ή ότι οι συγκλονιστικές viral φωτογραφίες από τις αποστολές και δράσεις του αμερικάνικου στρατού είναι ακριβώς reunions ομόφυλων ζευγαριών πίσω στη μητέρα πατρίδα.

Με άλλα λόγια, αυτή η μιλιταριστική νικηφόρος διαφήμιση πρόκειται ουσιαστικά, χρησιμοποιώντας στρατιωτικούς όρους, για μια άνευ όρων παράδοση και συνθηκολόγηση. Απέχοντας πολύ από οποιαδήποτε κριτική, στοχεύει στην καρδιά του ζητήματος και υπογράφει ενθουσιωδώς από τη μεριά της στο τέλος του βιντεοκλίπ τη συνθήκη ότι “όλοι οι άντρες μπορούν να είναι ήρωες” αναμένοντας μέσα στο συναισθηματικά φορτισμένο πλαίσιο, επιτέλους, τη συγκατάνευση και την υπογραφή της άλλης πλευράς. Εφόσον επιτευχθεί αυτή η σωματική, πολιτική και ηθική πρόσβαση στον μιλιταριστικό (και όχι μόνο) “ηρωισμό”, το οικοδόμημα των διακρίσεων δεν μπορεί παρά να καταρρεύσει: “Όλοι οι άντρες μπορούν να είναι ήρωες, [οπότε] όλοι οι άντρες μπορούν να είναι σύζυγοι (μεταξύ τους)”. Πρόκειται για την Αθάνατη Λεβεντιά όχι ως ζήτημα προς συζήτηση, όχι ως αξία με εσωτερική ψυχική, αισθητική, έμφυλη, ταξική, εθνική και πολιτική ζωή, αλλά ως κάτι που αδιαμφισβήτητα δεν τέμνεται περαιτέρω. Επομένως οι απαιτήσεις που έχει (παθητικά, ως ακυρώσεις, ή ενεργητικά, ως διαμόρφωση πράξεων και σκέψεων) χαίρουν αδιαμφισβήτητης αξίας με έναν σχεδόν φανατικό θρησκευτικό τρόπο. Με τα λόγια του Άγγλου πρωθυπουργού James Cameron: “Δεν είναι ότι είμαι υπέρ του γκέι γάμου, παρόλο που είμαι Συντηρητικός. Είμαι υπέρ του γκέι γάμου, ακριβώς επειδή είμαι Συντηρητικός”.

ΙΙΙ. Γεννήθηκα για να πονώ

Ένα απόγευμα έφεραν οι μπάτσοι στο ψυχιατρείο έναν παππού. Όπως είθισται από το πρωτόκολλο, αφού τον βάλανε στο απέναντι διαγώνια θάλαμο, του δέσανε το πόδι στο κρεβάτι. Και φύγανε. Μετά από μια ώρα περίπου άρχισε να εκπέμπεται ένας μονότονος θρήνος από τον θάλαμο: “Αγία Αναστασία μου… Αγία Αναστασία μου… Αγία Αναστασία μου… Αγία Αναστασία μου…” για ώρες. Είχε και κορυφώσεις, όταν χτυπούσε βίαια, με γδούπο, με την πλαστική πάπια του το μεταλλικό κρεβάτι και το σημείο που ήταν δεμένο το πόδι. Εμείς (εγώ) στην αρχή συμπάσχαμε, μα σύντομα βαρεθήκαμε. Περνούσαμε αδιάφοροι στο διάδρομο, μπροστά από την πόρτα του, καπνίζοντας. “Αγία Αναστασία μου…” Δεν σε ακούει! Το ’χει κλειστό! Έχει πεθάνει! Έχει δουλειές! Αχαχα! Ήρθε κι ο νοσοκόμος με τα χοντρά χρυσά γυαλιά κι άρχισε να λέει στο παππούλη “Σκάσε! Σκάσε! Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;” και στο χέρι μια βελόνα με Αλοπερτιν κι ο παππούλης να λέει “Λύστε με, λύστε με και θα ’μαι φρόνιμος…” μα κανένας δεν το έκοβε ότι φρόνιμος θα ήταν διότι το έλεγε χτυπώντας πάλι με μανία την πλαστική πάπια σε μια άγνωστη επιφάνεια που έκανε μεγάλη φασαρία. Του δέσανε και το χέρι, λοιπόν, του κάνανε και την ένεση και λίγο βούβαξε. Μα αργά το βράδυ, όταν είχαν χαμηλώσει τα φώτα, για μια φορά ακόμα η πτέρυγα γέμισε από ένα θρήνο. Ο παππούλης είχε αφήσει την δίχως ανταπόκριση Αγία Αναστασία και είχε στραφεί στα ανώτερα κλιμάκια. “Θεούλη… Θεούλη… Θεούληηηηη… Πού είσαι, Θεούλη;” Κι ο συγκρατούμενος του βγήκε στο διάδρομο, “κάντε τον να σκάσει”, “δεν μπορώ ούτε να κοιμηθώ πια”, και ήρθε η μεταμεσονύκτια βάρδια, και κάτι του κάνανε, κάτι του κάνανε, και δεν ακούστηκε ποτέ ξανά τίποτα από τον παππούλη. Και πήγαμε όλοι στις δουλειές μας, άλλοι για ύπνο, εγώ να φυτεύω γόπες στη γλάστρα, οι νοσοκόμοι στο σταθμό τους και όλοι ταχτοποιηθήκαμε και ταχτοποιήθηκε κι ο παππούς. Δεν ξανακούστηκε ποτέ τίποτα από αυτόν.

Σε μια εκδήλωση από τα Αυτόνομα Σχήματα για τα ψυχιατρικά, όπου ήταν κι ο Μπαϊρακτάρης, ο τελευταίος πήρε τον λόγο κι αφού παίνεψε την καλή θέληση, την κατάρτιση, τις συζητήσεις στα έδρανα και στην είσοδο της κατειλλημένης Πρυτανείας, τις θεωρίες και τις βιογραφίες, μίλησε για τον πόνο και την άφωνη τραγωδία του να βλέπεις να καταρρέουν εμπρός στην ωμή βία, εμπρός στο τρελό, παλαβό, έκτακτο περιστατικό εντός ενός ψυχιατρικού καταστήματος, τα ίδια τα εργαλεία σου. Κι αυτός ήταν ο τρόμος και η αφωνία μου όταν ήμουν κλεισμένος μέσα: πραγματικά δεν ήξερα τι να πω, τι να κάνω, τι να σκεφτώ.

Οι τελείως τρελοί βρίσκονται σε μια χαρακτηριστικά μειονεκτική θέση: είτε είναι αποκομμένοι από το περιβάλλον τους, είτε έχουν χάσει κάθε έλεγχο πάνω σε αυτό. Οι τοίχοι, οι άνθρωποι, τα αυτοκίνητα, ένα βήξιμο, ένας ήχος, όλα πέφτουν καταιγιστικά πάνω τους και τους πλακώνουν αμείλικτα. Ο κόσμος είναι μια απειλή και πουθενά δεν υπάρχει ασφάλεια, ούτε καν στη μοναξιά της σκέψης τους.

Οι άνθρωποι που είναι λίγο πολύ λογικοί βρίσκονται σε μια προνομιακή θέση: μόνοι ή συνασπιζόμενοι, μπορούν ή προσπαθούν ή επιθυμούν να επηρεάζουν το περιβάλλον τους, για την ασφάλεια και τη ευημερία τους. Όμως, πιστεύω ότι η εμπειρία του ψυχιατρείου θα ήταν ωφέλιμη πολύ για όλους τους λογικούς, για όλους και όλες όσες διαθέτουν το προνόμιο να ασκούν ακόμα έναν κάποιον έλεγχο. Διότι, σύμφωνα με το πνεύμα των λόγων του Μπαϊρακτάρη, από την εμπειρία αυτή θα κάμπτοταν μια κάποια αλαζονία ότι μπορείς “να κάνεις τα πράγματα καλύτερα” για σένα – έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα γίνουν χειρότερα για κάποια άλλη. Θα κάμπτοταν μια κάποια αλαζονία ότι με την εφαρμογή θεωρητικών εργαλείων θα μπορείς να ασκήσεις έλεγχο, να μορφοποιήσεις τον πολτό που λέγεται περίγυρος, να κάνεις τον κόσμο πιο ασφαλή για εσένα και τους άλλους.

“Μα οι ίδιοι μας ζητάνε να τους δέσουμε, για το καλό τους” με είπε ο ψυχίατρος στην αποχαιρετιστήρια συνέντευξη. Ίσως και να είμαι ο μόνος που σκέφτεται έτσι, τελικά. Αλλά όταν βγεις από τον λάκκο όπου κείτεσαι τελείως γυμνός, ανήμπορος, δίχως περιθώρια αντίστασης, τελείως εκτεθειμένος στις ορέξεις του άλλου, σαν πούστης στα τέσσερα με το πρόσωπο στο στρώμα, καταλαβαίνεις πολλά. Καταλαβαίνεις πολλά, αλλά δεν ξέρεις ακόμα τι κατάλαβες. Δεν έχεις ακόμα τα λόγια να το πεις, παρά μόνο ξέρεις όταν βγεις ότι ακόμα σε λένε Άρη, αλλά ένα κομμάτι σου δεν είναι, και δεν πρόκειται ποτέ να είναι, αυτό που κάποτε ονομαζόταν “Άρης”.

Γεννήθηκα για να πονώ –https://youtu.be/trXFNtl-pYU

IV. Ζούμε στο σκοτάδι

Ένα βραδάκι, πολλά χρόνια πριν, είδα μια αφίσα που σε (με) προσκαλούσε να παρακολουθήσω μια προβολή σε μια κατάληψη. Ο τίτλος της ήταν «Πάρε αυτά τα σπασμένα φτερά» («Take these broken wings») και επρόκειτο για την ιστορία δύο γυναικών που κατάφεραν να βγουν από την ψύχωση μετά από δέκα χρόνια ψυχοθεραπείας – η οποία είχε έναν όρο: δεν θα ληφθεί φαρμακευτική αγωγή παράλληλα. Δεν είναι spoiler για το ντοκιμαντέρ αν πω ότι και οι δύο γυναίκες τα κατάφεραν, ζώντας πλέον μια «ήσυχη» ζωή – η μία ασχολούμενη με την άγρια πλευρά της κηπουρικής και η άλλη με τις «ήπιες» τέχνες. Τέλος καλό, όλα καλά – όχι όμως για εμένα, που το βασανιστήριό μου ξεκίνησε πολλές μέρες πριν την προβολή. Βλέπετε, για δω την ταινία – μια ταινία, πρώτα απ’ όλα, που αφορούσε εμένα – έπρεπε να μετακινηθώ στον χώρο της κατάληψης, να τοποθετήσω το σώμα μου ανάμεσα σε σώματα άλλων ανθρώπων, να υπομείνω το small talk – που πονούσε σαν μαχαιριές στο στήθος – και γενικά να προσπαθήσω να απαλλαγώ από την αίσθηση ότι βρίσκομαι πίσω από ένα διάφανο, αόρατο τείχος από πλεξιγκλάς ή, για την ακρίβεια, ότι είμαι μονωμένος από το περιβάλλον μου ευρισκόμενος κάτω από έναν γυάλινο κώδωνα. Αυτή μόνιμη αίσθηση του γυάλινου κώδωνα, που άλλοτε προσπαθούσα να σπάσω εγώ κι άλλες φορές επιθυμούσα κρυφά να παραβιάσουν οι άλλοι. Όμως ποτέ δε βρισκόταν ο κατάλληλος τρόπος και τόπος. Είτε εγώ «κρυβόμουν», οφθαλμοφανώς παρών και ορατός από τους πάντες, είτε κάθε εξωτερική προσπάθεια διάρρηξης (μια χειραψία, μια αγκαλιά, μια απεύθυνση του λόγου) οδηγούσε σε επώδυνα ρίγη, μικρά ηλεκτροσόκ, ζαλάδα, απώθηση και τάση για κλάματα. Ο γυάλινος κώδωνας ήταν η καταδίκη μου αλλά και η σωτηρία μου, η περιέργειά μου για το τι υπάρχει στην άλλη μεριά του φράχτη αλλά και η προστασία μου από μια ενδεχόμενη περίπτωση τάσεων εξερεύνησης.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί πώς είναι να είσαι «μαζί» αλλά και χώρια με τους άλλους, πώς είναι η ζωή σε τέτοιες παράδοξες συνθήκες απομόνωσης ή φυλάκισης – όπως το ένιωθα συχνά πυκνά.

Υπάρχει λοιπόν τεράστια μοναξιά. Σύμφωνα με το βιβλίο «Crip Negativity» (J. Logan Smilges), και δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, η μοναξιά παίρνει τη μορφή ενός ιδιαίτερου τρόμου για όσους ζουν στην απομόνωση. Αν δεν το έχεις βιώσει ο ίδιος, είναι δύσκολο να καταλάβεις πλήρως τον πόνο να βλέπεις τους υπόλοιπους να ζουν τις ζωές τους ενώ εσύ νιώθεις ότι απλά μεγαλώνεις. Δεν είναι ο φόβος ότι μπορεί να χάσεις πράγματα, είναι απλά ότι τα χάνεις. Μέρα με τη μέρα, εποχή με την εποχή, χρόνο με το χρόνο που δεν είσαι αρκετά υγιής, που δεν είσαι αρκετά δυνατός, αρκετά έξυπνος, αρκετά ελκυστικός, αρκετά χαρούμενος (…) Δεν γνωρίζω, λέει ο συγγραφέας, ούτε ένα ανάπηρο άτομο που δεν έχει νιώσει σε κάποιο σημείο, όσο εφήμερο ή φευγαλέο και να ήταν αυτό, ότι δεν είναι, τελικά, παρά ένα βαρίδι. Πόνος, ενοχές, ντροπή, αμηχανία, εξάντληση, φόβος και θυμός. Αυτά συναντάς μέσα στον γυάλινο κώδωνα όπου όμως επειδή είσαι ορατός από όλους πρέπει διαρκώς να υποκρίνεσαι ότι είσαι κουλ. Κουλ, γιατί δεν υπάρχει θέση αλλιώς για σένα ή κουλ, για να γίνεις αποδεκτός ως ένα σπάνιο δείγμα ζώου στον οικείο ζωολογικό κήπο.

Αλλά ας επανέλθω στην απομόνωση και την οργή που τη συνοδεύει.

Είναι απολύτως φυσικό ότι αυτή η οργή, άγνωστο ακόμα προς ποιον στρέφεται –σε σένα; στους άλλους; στο σύμπαν; — να αναζητήσει να εκτονωθεί. Και τότε συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα.

Από εδώ και πέρα θα μιλήσω αυστηρά για μένα, μιας και τα βιώματα είναι ξεχωριστά και ιδιαίτερα, όπως και η επεξεργασία που κάνει κανείς σε αυτά.

Επισκέφθηκα για πρώτη φορά την ψυχαναλύτριά μου έναν Ιούλιο. Με άφησε να μιλάω για μένα και το πάθος μου ήταν τόσο μεγάλο που έπεσα από το ντιβάνι. Με άφησε να κείτομαι στο πάτωμα και σχολίασε, «μιλάς για τον εαυτό σου σαν να είσαι Τέρας» και ζήτησε να δει τα χαρακωμένα χέρια. Άγγιξε τις πληγές και μουρμούρισε «τι σου έχουν κάνει εσένα…;». Η ξαφνική διαπίστωση ότι ενδέχεται να μη φταίω απολύτως εγώ για τα χάλια μου και η παρηγορητική επαφή των σωμάτων μας, επισφράγισε το ψυχαναλυτικό συμβόλαιο: με αυτή τη γυναίκα θα έκανα την τελευταία και μεγάλη προσπάθεια να αναπνεύσω. Ή να ελευθερωθώ. Ή, ίσως, να ξαναγεννηθώ.

Δεν είναι, ίσως, έκπληξη για όσους γνωρίζουν έστω και λίγα για την ψυχαναλυτική διαδικασία ότι στραφήκαμε προς την οικογένεια – τον Μπαμπά και τη Μαμά. Εκεί διαπίστωσα πόσο πολύ ποθούσα να με αποδεχτούν ως πρωτότοκο γιο κι ας είχα κάνει 3-4 επαναστάσεις εναντίον τους. Προς μεγάλη μου έκπληξη, εγώ, ο αναρχικός, ο δεν-δίνω-δεκάρα, ο έχω-χρόνια-να-τους-δω, ο να-πάνε-να-ψοφήσουν, επιζητούσα το βλέμμα τους, την επιδοκιμασία τους, το χάδι τους – ψάχνοντας διαρκώς να τα βρω σε ακατάλληλα μέρη. Παράλληλα, άρχισε να σχηματίζεται μια υποψία για την αλλόκοτη συμπεριφορά τους όταν ήμουν έφηβος και κλειδωμένος μέσα στο σπίτι. Παρά τα επαναλαμβανόμενα ενήλικα coming out μου ώστε να χωνέψουν επιτέλους ότι είμαι αδερφή, ο Μπαμπάς και η Μαμά ήδη από όταν ήμουν μικρός έβλεπαν μια αδερφή να βλασταίνει μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, παίρνοντας διαρκώς παρανοϊκά, ενίοτε σαδιστικά, μέτρα για να αποφευχθεί αυτή η ανάπτυξη.

Από τα κομβικότερα σημεία της ανάλυσης ήταν όταν, μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία, άφησα τους γονείς μου πίσω. Μια ζωή κατεστραμμένη από μια ύπουλη ομοφοβία και ψυχική κακοποίηση. Δεν τους συγχώρεσα, φυσικά, αλλά ανακουφίστηκα που ένα μέρος της οργής μου τόσα χρόνια, που έμοιαζε με μπουνιές σε τσιμεντένιο τοίχο, είχε φύγει.

Ο, καθόλου ευθύγραμμος, δρόμος για την ανάρρωση είχε ανοίξει.

Μετά το πρώτο ψυχιατρείο (ακολούθησαν άλλα τέσσερα) ένοιωσα μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας. Της είπα: «Στέκομαι έξω, εμπρός από τη φυλακή μου (μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά μιας και η τρύπα με τους μαύρους τοίχους που έμενα ήταν άλλη μία φυλακή) και σκέφτομαι τι έρχεται μετά. Να πάω αριστερά, να πάω δεξιά, να πάω απέναντι; Ποια είναι η σωστή διαδρομή; Είμαι χαρούμενος που είμαι έξω, αλλά παράλληλα φοβάμαι και σχεδόν νοσταλγώ το κελί μου».

Μου απάντησε με μια ιστορία, μου αξίζει να μεταφέρω εδώ.

«Όταν έγινε το σκάνδαλο με τη Λέρο, έπρεπε να εκκενωθεί συντεταγμένα το εκεί ψυχιατρείο. Εγώ, με μια ομάδα από ψυχολόγους και ψυχιάτρους είχαμε αναλάβει να ελευθερώσουμε τους «βαρυποινίτες». Τους λέγανε έτσι γιατί ήταν άτομα χαμένα μέσα στην ψύχωση ώστε τους είχαν σε κελιά με κάγκελα μπροστά. Από εκεί τους πετούσαν το φαγητό τους, εκεί μέσα έχεζαν, ρακένδυτοι, σχεδόν γυμνοί, και με ένα λάστιχο τους καθάριζαν αυτούς και το πάτωμα. Δεν θα έβγαιναν ποτέ έξω.

Βρήκαμε τα κλειδιά και ανοίξαμε τις πόρτες. Δεν κάναμε τίποτε άλλο. Δεν ασκήθηκε κανενός είδους βίας. Απλά ανοίξαμε τα κελιά και περιμέναμε. Κάποιοι είχαν ήδη καταλάβει τι είχε συμβεί και φιλούσαν το πάτωμα από το κελί τους. Ανοίξαμε τα κελιά και περιμέναμε να βγουν. Περιμέναμε μέρες.»

Την επόμενη μέρα ξεκίνησα το πρώτο μου φανζίν, το «Desperately Seeking Suzan». Ακολούθησε σύντομα το «Ebola». Και τώρα αυτό, το τρίτο. Δεν ξέρω πώς η ιστορία με τη Λέρο με οδήγησε να βρω καταφύγιο και εκτόνωση στο γράψιμο. Ο τρόπος που γράφω είναι απλός: αν δεν τα γράψω, θα μου βγουν από τα αυτιά. Γράφω οργισμένα αλλά και με μια ψυχαναλυτική κόντρα. Μου αρέσει το μαύρο, οι φλόγες, τα αγόρια και η περιφρόνηση. Δεν έχω σκοπό να πείσω κανέναν για οτιδήποτε, αλλά μου αρέσει να μιλάω με άλλους γι’ αυτά λ.χ. σε εκδηλώσεις. Γράφω πρώτα απ’ όλα για μένα και γιατί μου αρέσει το τυπωμένο χαρτί.

Και αυτή είναι η σύντομη ιστορία πώς φτάσαμε, το βιβλίο κι εγώ, να στεκόμαστε ενώπιον σας σήμερα.

Κανείς ποτέ δεν έκανε τέχνη, παρά για να βγει από την κόλαση.

Antoine Artaud

Ίαν Πάρκερ – Νταβίντ Παβόν-Κουεγιάρ· “Ψυχανάλυση και Επανάσταση” • Μανιφέστο για μια “κριτική ψυχανάλυση” (βιβλιοπαρουσίαση)

By Χρήστος Μπελόπουλος • belopoulos.blogspot.com

Μπορεί η ψυχανάλυση αντί να είναι ένα μέσο ψυχολογικοποίησης,
ένα ακόμη εργαλείο προσαρμογής,
να αποτελέσει ένα όπλο κατά της εξουσίας;

Στο βιβλίο τους “Ψυχανάλυση και Επανάσταση”,[1] ο Ίαν Πάρκερ(καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ, λακανικός ψυχαναλυτής και μέλος της επαναστατικής-τροτσκιστικής οργάνωσης Anti-Capitalist Resistance) και ο Νταβίντ Παβόν Κουεγιάρ(μαρξιστής καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας και λακανικής ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο του Μιτσοακάν, στο Κεντρικό Μεξικό) ασκούν έντονη κριτική στην ψυχιατρική, την ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία αλλά και την συμβατική-συντηρητική ψυχανάλυση, την ψυχανάλυση όπως αυτή ασκείται από την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών ψυχαναλυτών, υιοθετώντας τις κριτικές που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί από την μαρξιστική αριστερά, την αντιψυχιατρική[2] και τα ριζοσπαστικά φεμινιστικά κινήματα.

Τα “ψ-επαγγέλματα”, της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας συμπεριλαμβανομένης, ακόμη και όταν εμφανίζονται με “ανθρωπιστικές” ή “μεταρρυθμιστικές” μεταμφιέσεις -και ίσως περισσότερο με αυτές-, δεν μπορούν παρά να λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου και τεχνικές προσαρμογής: Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα που οι ίδιοι δηλώνουν, εκπαιδεύονται για να ανάγουν τα προβλήματα που προκαλούνται από την καταπίεση, την εκμετάλλευση, τις διακρίσεις, την αλλοτριωτική πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής στο επίπεδο της ατομικής ψυχολογίας, αλλοτριώνοντας έτσι διπλά τους ανθρώπους που προσφεύγουν σ’ αυτούς. Μας “θεραπεύουν” και μας “ενδυναμώνουν” όχι για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά για να μπορέσουμε να τον αντέξουμε όπως αυτός είναι, να πάψουμε να δυσφορούμε, να προσαρμοστούμε στην νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική πραγματικότητα, και αυτήν “την προσαρμογή που διαιωνίζει ό,τι μας καταπιέζει” είναι που οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι αποκαλούν πολύ συχνά ψυχική υγεία. “Υπόσχονται μια θεραπεία της δυσφορίας σε έναν κόσμο δομικά οργανωμένο γύρω από την αλλοτρίωση.” Υπόσχονται ν’ αλλάξουν το άτομο για παραμείνουν τα πράγματα όπως ακριβώς είναι: Η ψυχιατρική, η ψυχολογία, η ψυχοθεραπεία, διαβάζουμε, “αυτά τα τρία στοιχεία του ψ-συμπλέγματος αυτό το πυκνό δίκτυο θεωριών και πρακτικών για το ανθρώπινο υποκείμενο που εγγυάται και ενισχύει την εξουσία υπό τον καπιταλισμό και την πατριαρχία, συνυφαίνεται σε μια παγκόσμια ιδεολογική διαδικασία ψυχολογικοποίησης, συμβάλλοντας στην προέλαση του ψυχολογικού εις βάρος του πολιτικού, του κοινωνικού και του πολιτισμικού […] Η ψυχολογικοποίηση, στις διάφορες ανταγωνιστικές πτυχές της, ανάγει τα ποικίλα πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα σε ψυχολογικούς μηχανισμούς” (σελ. 202)· το πολιτικό από-πολιτικοποιείται, υποβιβάζεται στο ψυχολογικό, “στην προσωπικότητα, στον εσωτερικό κόσμο των υποκειμένων, στα ένστικτα, στα συμπλέγματα, στο φαντασιακό ή στην παθολογία”. Η ψυχιατρική και η ψυχολογία “επιτελούν ένα έργο διαχωρισμού, κλείνοντας τον καθένα από εμάς στη δική του προσωπική ‘ασθένεια’, κάνοντας μας να ξεχνάμε την κοινή προέλευση των δεινών μας”.

Η ψυχανάλυση, ωστόσο, είναι η μόνη από τις συνιστώσες του “ψ-συμπλέγματος” που διέθετε αρχικά μια απελευθερωτική-επαναστατική διάσταση, έναν ριζοσπαστικό πυρήνα, υποστηρίζουν οι συγγραφείς του βιβλίου (όπως υποστήριζαν πριν από αυτούς και οι φροϋδομαρξιστές του περασμένου αιώνα). Αυτός ο αρχικός ριζοσπαστικός πυρήνας με την πάροδο του χρόνου και τους συνεχείς συμβιβασμούς εκφυλίστηκε και επισκιάστηκε από συντηρητικές και αντιδραστικές αντιλήψεις. Είναι επιτακτικά αναγκαίο σήμερα να επιχειρήσουμε ξανά μια κριτική “επιστροφή στον Φρόυντ”, να αναδείξουμε τις κρυμμένες επαναστατικές πτυχές της ψυχανάλυσης και να τις θέσουμε στην υπηρεσία των κινημάτων απελευθέρωσης αναδιατυπώνοντάς τες από μια μαρξιστική σκοπιά. Αυτός είναι και ο ομολογούμενος στόχος του βιβλίου.[3]

Η ψυχανάλυση θα μπορούσε έτσι να γίνει μια αυθεντική μορφή κριτικής ψυχολογίας, μιας κριτικής ψυχολογίας που δεν θα περιοριζόταν να είναι μόνον μια ακαδημαϊκή ενασχόληση. Αυτή η κριτική και μάχιμη ψυχανάλυση θα μπορούσε να μας βοηθήσει στην πράξη να συνειδητοποιήσουμε ατομικά και συλλογικά τους τρόπους που η εξαθλιωμένη εξωτερική πραγματικότητα σχετίζεται με την αποκαλούμενη “εσωτερική” ζωή μας, τα ψυχολογικά μας προβλήματα, την ψυχική δυσφορία που μας έχουν μάθει να αποκαλούμε “ψυχική ασθένεια”. Να μας βοηθήσει “να κατανοήσουμε τη φύση της ενδόμυχης σχέσης ανάμεσα στην πραγματικότητα και σ’ αυτό που νιώθουμε βαθιά μέσα μας για να μπορέσουμε να αγωνιστούμε ενάντια σε ό,τι μας καταπιέζει, μας εκμεταλλεύεται και μας αποξενώνει […]:Αν αρρωσταίνουμε από κάτι αυτό είναι το πολιτικο-οικονομικό σύστημα, η πατριαρχία και η αποικιοκρατία. Δεν μπορούμε παρά να ζούμε σ’ αυτόν τον εξαθλιωμένο κόσμο, κι όταν νιώθουμε κατάθλιψη ή άγχος, άδειοι ή διωκόμενοι, όταν ακούμε φωνές που οι άλλοι δεν ακούν, όταν δεν είμαστε σε θέση να εργαστούμε ή να συγκεντρωθούμε, όταν αδυνατούμε να σχετιστούμε με τους άλλους ανθρώπους με έναν προοδευτικό και εποικοδομητικό τρόπο, είναι γιατί υποφέρουμε από αυτόν τον εξαθλιωμένο κόσμο… “.(σελ. 185)

“Είναι απαραίτητο λοιπόν να αντιμετωπίσουμε την ασθένειά μας ως ένα σύμπτωμα της ζωής και όχι ως ένδειξη μιας προσωπικής παθολογίας”. Η ψυχική δυσφορία, όσο σοβαρή και οδυνηρή κι αν είναι, διαφέρει από τα πραγματικά σωματικά προβλήματα. Δεν είναι “παθολογία”. Δεν είναι μια ασθένεια όπως όλες οι άλλες, όπως προσπαθούν να μας πείσουν παραπλανώντας μας οι ενσωματωμένοι στο σύστημα επαγγελματίες ψυχικής υγείας.[4] Ο όρος “ψυχική ασθένεια”, όπως έλεγε ο Τόμας Σας, είναι μια μεταφορά για τη δυσφορία μας που εκλαμβάνεται ως κυριολεξία.[5]“Δεν είμαστε εμείς το πρόβλημα. Η ‘ασθένεια’ μας αποτελεί ένα σημάδι αλλά ενδεχομένως κι ένα φάρμακο κατά του πραγματικού προβλήματος. Πρέπει […] να μιλήσουμε γι’ αυτήν και να την στρέψουμε κατά της εξουσίας· πρέπει να την επεξεργαστούμε καθώς αρθρώνουμε λόγο για την επιθυμία μας και να δράσουμε συλλογικά πάνω σ’ αυτήν.” (σελ.185)Να μετατρέψουμε την ασθένεια μας σε όπλο, προσθέτουν οι συγγραφείς του βιβλίου, δανειζόμενοι το κεντρικό σύνθημα της επαναστατικής Σοσιαλιστικής Κοινότητας Ασθενών της Χαϊδελβέργης (SPK), του πιο ριζοσπαστικού αντι-ψυχιατρικού κινήματος στη δεκαετία του 1970 που κατεστάλη με ιδιαίτερο βίαιο τρόπο από τις γερμανικές αρχές.

Το ψυχολογικό είναι, εν τέλει, πολιτικό, όπως διακήρυξαν πρώτα τα φεμινιστικά κινήματα και ακολούθως τα ριζοσπαστικά κινήματα των πρώην χρηστών και των επιζώντων της ψυχιατρικής. Ο προσωπικός εσωτερικός αγώνας οφείλει να συνδεθεί άμεσα με τον πολιτικό αγώνα, η θεραπεία με την πολιτική αντίσταση[6] αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε οριστικά την αθλιότητα αυτού του κόσμου -πραγματική και μόνιμη πηγή της δυστυχίας και της δυσφορίας μας. Η κριτική ψυχανάλυση θα μπορούσε (;) να είναι για κάποιους ανθρώπους το μέσο για να ανακαλύψουν και να κατανοήσουν τη σύνδεση αυτή.

Σ. Κ.

Σημειώσεις

1. Ian Parker & David Pavón-Cuéllar, Ψυχανάλυση και Επανάσταση – κριτική ψυχολογία για τα κινήματα απελευθέρωσης [Psychoanalysis and Revolution: Critical Psychology for Liberation Movements], εκδ. Oposito, 2023.

2. Η αντιψυχιατρική (στις δεκαετίες 1960 και 1970) και τα ριζοσπαστικά αντι-ψυχιατρικά κινήματα μαζί με τις θεωρίες και τις πρακτικές της θεσμικής ψυχιατρικής αμφισβήτησαν σε μεγάλο βαθμό και τις θεωρίες και πρακτικές της ψυχανάλυσης (και της ψυχολογίας), θεωρώντας τες ψευδοεπιστήμες, μεταμφιεσμένους μηχανισμούς ελέγχου και προσαρμογής στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τους “αφορισμούς” του Τόμας Σας[a], τις κριτικές απέναντι στην ψυχανάλυση (και ιδιαίτερα απέναντι στους οπαδούς του Λακάν) θέσεις του κοινωνιολόγου και μέλους της γαλλικής αντιψυχιατρικής κίνησης Ρομπέρ Καστέλ στο βιβλίο του “Le Psychanalysme”[b]ή ακόμη τον Μισέλ Φουκώ για τον οποίο “ένα αδιάσπαστο νήμα καταλήγει από τον μίζερο ασυλιακό κοιτώνα στο κερδοφόρο ντιβάνι του ψυχαναλυτή”.[c] Κατηγορούσαν την ψυχανάλυση της εποχής τους ότι παραγνωρίζει το κοινωνικο-πολιτικό πεδίο, εξατομικεύει τις μορφές της ψυχικής δυσφορίας και οδηγεί τα άτομα μέσα από τη δυαδική σχέση σε ένα είδος κοινωνικής και πολιτικής αναπηρίας και παραίτησης.
Η ψυχανάλυση, πρόσθεσε λίγο αργότερα ο φιλόσοφος και κοινωνικός ανθρωπολόγος Έρνεστ Γκέλνερ[d], είναι μια νέα κοσμική θρησκεία που ευαγγελίζεται την προσαρμογή και οδηγεί στον πολιτικό εφησυχασμό· δεν υπάρχει τίποτα το επαναστατικό σ’ αυτήν: “από την πρώτη στιγμή […] υπαινικτικά ή απροκάλυπτα κήρυττε την αποδοχή του κοινωνικού συστήματος”. a. Thomas Szasz – Karl Kraus, Αφορισμοί για την ψυχιατρική και την ψυχανάλυση, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2007.
b. Robert Castel, Le psychanalysme. L’ordre psychanalytique et le pouvoir [Ο “ψυχαναλυσμός”. Η ψυχαναλυτική τάξη και η εξουσία], édit. Maspero, 1973.
c. Michel Foucault. Σχολιάζοντας το έργο tου Τhomas Szasz… (Συνέντευξη)
d. Ernest Gellner, Το ψυχαναλυτικό κίνημα – η πανουργία του παραλόγου, εκδ. Αρμός, 2015.

3. Αναδιατυπώνοντας την έννοια του ασυνειδήτου
Το ασυνείδητο, γράφουν οι συγγραφείς του βιβλίου, δεν είναι μια σκοτεινή και αινιγματική άβυσσος κρυμμένη κάτω από τη συνειδητή μας επιφάνεια· δεν είναι όπως “το παρουσιάζουν πολλά ψυχολογικά και ψυχιατρικά εγχειρίδια ένα παγόβουνο που δεν μπορούμε να δούμε παρά μόνο την κορυφή του”. Το ασυνείδητο είναι κοινωνικό και εξωτερικό. Είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που μας καθορίζουν πέρα από τον έλεγχο της συνείδησής μας. Αναδύεται στη γλώσσα που μοιραζόμαστε με τους άλλους ανθρώπους, στα σύμβολα της κοινωνίας που ζούμε:
«Όπως μας διδάσκει ο μαρξισμός, είμαστε όλοι το ‘σύνολο των κοινωνικών μας σχέσεων’, ένα δίκτυο που καθορίζει τη συλλογική μας φύση ως ανθρωπίνων όντων και εντοπίζεται στο ασυνείδητο, όχι στο εγώ. […] Το ασυνείδητο δεν είναι κάτι συσκοτισμένο που κρύβεται στα αντικοινωνικά βάθη του καθενός από εμάς, αλλά ξεδιπλώνεται στις κοινωνικές σχέσεις που μας συγκροτούν. Αυτές οι σχέσεις ανακαλούν τους άλλους, τις σχέσεις του παρελθόντος μας και βρίσκονται πέρα από τον συνειδητό μας έλεγχο· ωστόσο αποφασίζουν το ποιοί είμαστε και τι μπορούμε να ελέγξουμε, διαμορφώνουν τον εαυτό μας και την αυτοσυνείδησή μας. […] Θεωρούμενο διαλεκτικά, είναι μέσα μας ακριβώς επειδή κάποτε ήταν και εξακολουθεί να είναι έξω από εμάς· είμαστε μέσα του επειδή βρίσκεται εκεί που είμαστε.» (σελ. 64, 67)

4. Με το παραπλανητικό σύνθημα “η ψυχική ασθένεια είναι μια ασθένεια σαν όλες τις άλλες”, έγραφε ο Ροζέ Ζεντίς, η νεο-ψυχιατρική της “ψυχιατρικής μεταρρύθμισης” (νεο-ψυχιατρική όπως νέο-αποικιοκρατία) συνεχίζοντας να αγνοεί το πραγματικό νόημα της “τρέλας” και τις βαθύτερες αιτίες της, επιχειρεί ν’ αλλάξει μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, να περισώσει την ψυχιατρική εξουσία, να μεταφέρει απλώς τους πάσχοντες από το ψυχιατρικό άσυλο στο γενικό νοσοκομείο ιατρικοποιώντας τους ακόμη περισσότερο… (Roger Gentis, “Τα τείχη του ασύλου”, 1970)

5. Thomas Szasz“Η έννοια της ‘ψυχικής ασθένειας'”. Στη δίτομη συλλογική έκδοση: “Η τρέλα. Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης του 1976”, εκδόσεις Χατzηνικολή, 1978.

6. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική θεραπεία χωρίς πολιτική συνειδητοποίηση και δράση, υποστήριζε ήδη από την εποχή της αντιψυχιατρικής ο Ντέιβιντ Κούπερ και τα ριζοσπαστικά κινήματα των επιζώντων της ψυχιατρικής. (David. Cooper, “Τί είναι η αντιψυχιατρική”)

Το ποτάμι

Του Αντώνη Σαμαράκη

Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.

Τους διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους τη διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε,

Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.

Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.

Και στις δυο όχθες του ποταμιού, σε μεγάλο βάθος ήταν δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχαν στρατοπεδεύει κι οι μεν και οι δε.

Οι πληροφορίες τους ήταν πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.

Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοια διάλειμμα σαν και τούτο.

Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!

Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.

Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε κατά κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μόνο πυροβολισμούς και μετά σιωπή.

Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.

Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ’ ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμιση χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας…

* * *

Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! Είπε μέσ’ από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.

Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.

Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!

Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι. Ύστερα το ποτάμι μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Μια νέα γυναίκα, μελαχρινή, με σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμένη στο γρασίδι, τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός μπροστά της, δεν έπεφτε πάνω της. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι.

Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν είχε ακόμα φέξει…

* * *

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.

Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά… Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.

Σ’ ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στο κορμί, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μία πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.

Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που τα δύο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ’ ένα σφουγγάρι μέσα του και να τάσβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.

Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια…

Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήτανε παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.

Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.

Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ’ ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.

Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.

Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.

Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.

Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να είναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να είναι ένας από τους Άλλους.

Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε και κατά τη συνήθεια του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την απέναντι όχθη. Κι αυτός δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη μ’ όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.

Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκασι μέτρα μονάχα μακριά.

Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.

Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σας έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

“Το Άλλο Μισό”

Το 1997 η ΕΤ3 ξεκίνησε μια σειρά φιλόδοξων ντοκιμαντέρ με τίτλο “Ο δρόμος προς τον πλησίον είναι μακρύς”. Σκοπός του να εξοικειώσει τους τηλεθεατές με τον συχνά αόρατο (κι όμως αναμεσά μας) πλησίον — ρομά, μετανάστη, ομοφυλόφιλο… Αυτό είναι το επεισόδιο για τους γκέι άντρες, με τίτλο “Το άλλο μισό” εμπνευσμένο από τον μύθο του Πλάτωνα για την ερωτική έλξη μεταξύ των ανθρώπων.

Μας ζητήθηκε να οδηγήσουμε το crew στα αγαπημένα μας σημεία στην πόλη (τους πήγα στις γραμμές των τρένων εκεί στο ύψος του Κορδελιού, στην παραλία για ντεμέκ ψωνιστήρι και στο ιστορικό Berlin, γιατί ήθελα να μιλάω στον κόκκινο καναπέ όπου αράζουν οι πάνκηδες και κοιμούνται.)

Είναι μια ματιά πώς έβλεπαν οι απελευθερωμένοι γκέι άντρες του ’90 τον κόσμο, αλλά και πώς έβλεπε το μάτι της σκηνοθέτιδος τους άντρες αυτούς.

Δύο τεχνικές σημειώσεις: Ο ήχος είναι χάλια από τη βιντεοκασέτα στην αρχή, αλλά βελτιώνεται αισθητά. Επίσης το ντοκιμαντέρ δεν είναι πλήρες, λείπουν σκηνές που αυτός που μου εμπιστεύτηκε το σπάνιο υλικό είχε αφαιρέσει για τους δικούς του λόγους.

Καλή θέαση, καλή βουτιά στα ’90ς!

Το αγοράκι με τα σπίρτα

Του Αλέξη Μπίστικα, για το Κράξιμο. Φωτό: Πάολα

Η υπεράσπιση έπρεπε πάλι να στηθεί. Από τότε που ο φίλος μου αναδύθηκε από την αμαρτωλή λεωφόρο επαναστατικός, καταπιεστικός, καταδιωγμένος, τα πρωινά στα δικαστήρια ήτανε πάντα μέσα στο πρόγραμμα. Κάθε δίωξη και μια υπεράσπιση, κάθε τέτοιο άυπνο πρωινό και μια ευκαιρία για το διαολοσκορπισμένο κύκλωμα ν’ ανεμομαζωχτεί.

Στοιχειοθετημένες εμπάθειες; Γνωστικές τηρήσεις αποστάσεων; Όχι σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Το άρρωστο στόμα της εξουσίας χαμογελούσε αποκρουστικά κι αυτό ήταν αρκετό για ν’ αρχίσει η συρροή από λοφία, καμπούρες, φακέλους, μαγνητόφωνα, αναλύσεις, επιφωνήματα και τη ζέστα της ευκαιριακής επανασύνδεσης. Στο καφενείο των δικαστηρίων οι εκτιμήσεις, οι αντιρρήσεις και οι στρατηγικές μας παφλάζαν και λαμπύριζαν όπως τα κίτρινα ζαχαρώδη υγρά, αναμειγνύονταν χορευτικά όπως το γάλα με τ’ αξεδιάλυτα ύδατα των αφρωδών ποτηριών, και καταλάγιαζαν σε πικρό κατακάθι. Απ’ έξω, ήταν το πλήθος. (Πάγκοι υπεξαιρέσεων, πηγαδάκια τραμπουκισμών, όμιλοι πρόχειρα ξεβαμμένων γυναικών, χαροκαμμένες γωνιές, σκαμνάκια της απελπισίας, απλανή μάτια και χέρια). Αν ρωτούσε εμάς, πάντως, ο πόνος που κατοικούσε το βρώμικο κτίριο των δικαστηρίων ανήκε σε μια απρόσωπη και ανώνυμη μάζα.

Το καυσαέριο διάβρωνε μεθοδικά τις προσόψεις και το αγκομαχητό της πόλης εφορμούσε κάθετα στην αυλή, όταν και η τελευταία δανεική καρέκλα μπήκε στο σκιερό κύκλο του καφενείου. Το μείγμα από: δικολαβία, διεθνείς αντιδράσεις, φιλοσοφικές τοποθετήσεις, πολιτικές κορώνες και ανοιχτές καταγγελίες έδεσε σφιχτά και μοιράστηκε στους μάρτυρες. Τώρα ο φίλος μου έπρεπε να ηρεμήσει περιμένοντας τη δίκη, οπότε του πρότεινα να βολτάρουμε λιγάκι. Κρατημένοι απ’ το μπράτσο αρχίσαμε να διασχίζουμε την αυλή, όταν, ξαφνικά, η απρόσωπη και ανώνυμη μάζα μίλησε. Άρθρωσε με ορμή μια μόνο λέξη, το όνομα με το οποίο ο φίλος μου ποτέ του δε βαφτίστηκε, μα που το διατηρεί για να κρατήσει την ευαισθησία που τη σκοτώνει ο αντρισμός. Η λέξη τούτη άρκεσε για να λοξοδρομήσουμε. Πλησιάσαμε με κάποια περιέργεια.

Στα σκονισμένα του μαλλιά φούντωνε με αυθάδεια η παιδική του ηλικία. Στα ρούχα του δύσκολα θα βρισκόταν ένας λεκές καθαριότητας. Τα πόδια του κλεισμένα άκαλτσα σε ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, σου δημιουργούσαν τη διάθεση να τόνε δεις ξυπόλητο. Όλος ο κόσμος αν τον κοίταζε στα μάτια του που μας χαμογελούσαν, θα έβλεπε μόνο την πονηριά να τρεμοπαίζει. Μα όχι εγώ. Γιατί έντρομος είχα ήδη διακρίνει πίσω απ’ αυτήν, και πιο βαθιά κρυμμένο, το απροσδόκητο γαλάζιο ενός πρωινού με αχνό φεγγάρι. Περασμένο στο άπληστα βρώμικο χέρι του ήταν το βραχιολάκι της διαπόμπευσης, συνδέοντας τον με το φίλο του που καθόταν δίπλα του στον πάγκο. Τα χάλια τους ήτανε τόσο τρομερά που σου ’φερναν γέλια. Είχαν, όπως έγινε γρήγορα κατανοητό, γνωρίσει το φίλο μου σε κάποια προχωρημένα νυχτερινά περπατήματα, από αυτά που αφήνουν συχνά συμπάθεια και παραδοχή. Καθώς λοιπόν περίττευσαν οι πιο πολλές περιγραφές, οι δυο μικροί υποψήφιοι ποινικοί άρχισαν να μας δίνουνε το στίγμα των λογαριασμών τους με τη Δικαιοσύνη. Και κάτω απ’ το υπερτασικό αυτί του συνοδού τους ξετυλίχτηκε η αυτόφωρη τους περιπέτεια.

Τους πιάσαν ξημερώματα γι’ απόπειρα εμπρησμού. Είχανε, λέει, βγάλει το βράδυ στο δασωμένο λόφο που στάθηκε ανέκαθεν η προτίμηση των κουρελιών της πόλης μας, μα και που μια παράφραση του ονόματος του – ο λόφος που διαστρέφη – τον έφερνε συχνά στα αντικομφορμιστικά μας λογοπαίγνια. Προς το πρωί η βαρεμάρα και το κρύο λυσσομανούσαν κι αποφασίσανε ν’ ανάψουν μια φωτιά. Αδειάσανε τα δυο πακέτα κι άπλωσαν τα τσιγάρα τους σε κύκλο. Πρώτα ο αναμμένος θαυμασμός, ύστερα μια μικρή θερμότητα, κι αμέσως έπειτα οι φωνές, η σύλληψη, σπρωξίματα, το τμήμα, οι βρισιές, ο πάγκος κι η δικαστηριακή αναμονή. Χωρίς δικηγόρο κι υπεράσπιση, μ’ εμφάνιση και λέγειν που δύσκολα θα συγκινούσανε το δικαστή, σ’ επαγγελματικό τουλάχιστον επίπεδο, πήγαιναν φαίνεται για σίγουρη καταδίκη. Το δε θερμόμετρο του καύσωνα αντιστρατεύονταν επίμονα τις αιτιάσεις τους. Όμως γιατί να θέλουν να κάψουν αυτόν ειδικά το λόφο, σκεφτόμουνα, και υπολογίζοντας και την παράλογη θυσία των τσιγάρων τους, αντιστεκόμουν στα καλέσματα της λογικής. Ο έφηβος κατηγορούμενος κι ο φίλος του έπρεπε να είναι αθώοι κι ακόμη έπρεπε να βοηθηθούν.

Δεν ήταν δα και δύσκολο. Στο καφενείο περίμενε σε πλήρη ετοιμότητα ο καλοκουρντισμένος μας μηχανισμός. Χωρίς καμιά επιπλέον προσπάθεια, η ευκαιριακή του ύπαρξη θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους δυο μικρούς κατηγορούμενους. Πόσο άλλωστε μικρόψυχη μια εγωιστική αυτοκατανάλωση μπροστά στην έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης. Να τους δανείσουμε λοιπόν κανένα μάρτυρα. Σε κάποια τσάντα υπάρχουν παντελόνια να αλλάξουνε. Εσύ να χτενιστείς. Να τους δώσουμε περιοδικά να ‘χουν μαζί τους. Ξέρετε τι να πείτε; Λοιπόν. Θα πείτε πρώτα για το λόφο. Ότι είναι χώρος για συναυλίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις και άρα γιατί να θέλετε να τον κάψετε. Θα πείτε πως είσαστε οικολόγοι – το θυμάστε; – και προστατεύετε το περιβάλλον. Να δείξετε τα περιοδικά και να πείτε πως ήτανε ανοησία σας να ανάψετε τα τσιγάρα και πως το μετανιώσατε, αλλά είσαστε οι τελευταίοι άνθρωποι που θα μπορούσανε να κάψουνε το λόφο. Κι ακόμα να μη χάσετε τα λόγια σας και να δείξετε ψυχραιμία… Ξεσπάσαμε σε ιδέες, προτάσεις και σοφίσματα, παρασυρόμενοι απ’ τις αλληλοσυμπληρώσεις μας κι από τη μπερδεμένη έκπληξη που έλαμπε στα μάτια των παιδιών. Μα εκεί που ήμασταν έτοιμοι ν’ ανακεφαλαιώσουμε αδρά τούτη την υπεράσπιση της έκτακτης ανάγκης, κατέφτασε παρατρεχάμενος αγγελιοφόρος με ένα διψασμένο μήνυμα για μας. Κάποια ασάφεια είχε προκύψει σε ένα νομικό έγγραφο ουσιώδους σημασίας κι η δικηγόρος – που θα ήταν αναγκαστικά η πρώτη γυναίκα αεροπόρος αν τα αεροπλάνα τύχαινε να εφευρεθούν στην εποχή μας – απαιτούσε γρήγορα την παρουσία μας. Το πράγμα δε χωρούσε αναβολή. Δικαιολογηθήκαμε και απομακρυνθήκαμε φουριόζοι.

Στο καφενείο επικρατούσε ένα θριαμβικό κομφούζιο. Οι αντεγκλήσεις πετούσαν και συμπλέκονταν με τα λοφία, οι φάκελοι κατάπιναν τα χέρια που χειρονομούσαν και κίτρινα ζαχαρώδη επιχειρήματα ξένιζαν καθώς ξεβράζονταν από στόμα σε στόμα. Η δικηγόρος επιχειρούσε κάθετους θεαματικούς ελιγμούς με το πηδάλιο ξεριζωμένο στα χέρια της, ενώ το έγγραφο κοιμόταν ήσυχο επάνω στο τραπέζι. Ο φίλος μου, με το υπερτροφικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης που τον διακρίνει, αποφάσισε πως δεν είχε άλλη επιλογή από το να τους κατευνάσει συνετά και μεθοδικά και να τους προσγειώσει στο ελικοδρόμιο κάποιας ξερής νομικίστικης ερμηνείας. Μα πώς στ’ αλήθεια να κατασβεσθεί τόση απελευθερωμένη υστερία; Οι φιλότιμες προσπάθειες να τεθεί η κατάσταση υπό έλεγχο προσέκρουαν στο αδηφάγο πείσμα μιας απίστευτα εμπρηστικής ρητορικής. Απόμερα, στο τσίγκινο τραπεζάκι, με το κεφάλι χωμένο στα χέρια, απελπίστηκα συντροφιά με μια αγέννητη κραυγή που με απειλούσε μέσα απ’ το λαρύγγι μου. Όταν, εντέλει, η ώρα έφτασε να μαζευτεί ο συρφετός για να μετακομίσει στην αίθουσα της δίκης, εγώ δεν μπόρεσα να τους ακολουθήσω. Ήτανε από μια μεριά η πείρα μου που μου ’λεγε πως τους περίμενε ακόμη πολλή ώρα αναδευόμενης αναμονής. Κι ήταν ακόμη ένα πιάσιμο στο στομάχι, που μου υπενθύμιζε πως μέσα στα αυτοϊκανοποιημενα αποκαΐδια τους, είχε χαθεί και ξεχαστεί η υποσχεμένη βοήθεια στα δυο αλυσσόδετα κουρέλια.

Τα πάντα πήρανε ένοχα την έκφραση της σκόνης: Περπάτησα μονάχος μου μες στην κουφόβραση των σκέψεων μου, κι ο ουρανός είχε συννεφιάσει για να βρέξει λες φωτιά. Ποιος ξέρει πού θα με οδηγούσαν τα βήματα μου αν δε με διέκοπτε εκείνη η διστακτικά υψωμένη φωνή. Ήταν η μάζα που ξαναμιλούσε, μα αυτή τη φορά είχε προφέρει το όνομα μου, κι ήταν στα μάτια μου που καθώς γύρισα έπεσε η ματιά της. Εκείνη η ματιά που πάλι προσπαθούσε να καλύψει στις περιπαιχτικές της σπίθες τα αντιφεγγίσματα του κρυμμένου της τοπίου. Με είχε φωνάξει δειλά, μα τώρα η χειρονομία του να κάτσω πλάι του ήτανε πιο ξεθαρρεμένη, λες κι είχε ήδη τσεκάρει κάτι στο βλέμμα μου. Κάθησα στον πάγκο νιώθοντας υποχρεωμένος να δικαιολογηθώ για την εγκατάλειψη τους, μα εκεί που οι λέξεις πήγαιναν να βγούνε αμετάκλητα από το στόμα μου υπακούοντας στο ευφράδες νεύμα που άρχιζε να κάνει η παλάμη μου, εκείνος μ’ έκοψε ανυπόμονα, κατεβάζοντας το χέρι μου με το δικό του και στυλώνοντας το αφοπλιστικό χαμόγελο του επάνω μου. Με ρώτησε μονάχα πού μπορούσε να με βρει. Κι εκεί που όλα κρημνίζονταν μέσα μου σε ενθουσιασμό, κι εγώ μάταια προσπαθούσα ακόμη να δικαιολογηθώ, το πονηρό φεγγαράκι στη ματιά του με απείλησε και πάλι να σωπάσω κι ο έφηβος κατηγορούμενος απαίτησε πια το τηλέφωνο μου. Δε χρειαζότανε να πω τίποτε, γιατί αυτός με καταλάβαινε καλά. Μόνο αυτό ρωτούσε, πού θα μπορούσε να με βρει απόψε, να μου πει τι απέγινε με τη δίκη του. Σε κάποιον, άλλωστε, έπρεπε να τα πει. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, γιατί να μην πίναμε μαζί κανένα ουζάκι, μου χαμογέλασε και πάλι πονηρά.

Ε, αφού είσαι οικολόγος, ψέλλισα με αυτοκυριαρχία, δίνοντας του το χαρτάκι με το τηλέφωνο των βραδινών που πέρναγα με το φίλο μου στο γραφειάκι, ανάμεσα σε στίβες από καρέκλες και περιοδικά. «Αν δε μας κλείσουν μέσα θα σε πάρω», μου είπε σοβαρά. «Θα περιμένω. Όλα θα πάνε καλά». Ύστερα, καλή τύχη κι έφυγα γρήγορα μην και ακούσω το παιδικό του ευχαριστώ.

Πέταξα μέχρι την αίθουσα κι η δίκη άρχισε. Ο μηχανισμός μας έλαμψε και κόρωσε αντιμέτωπος στη γκρίζα μετριότητα των δικαστών. Μας μίσησαν για τη λάμψη μας κι αποσύρθηκαν για να συσκεφθούν. Βγήκα και καντραρίστηκα σ’ ένα περβάζι του διαδρόμου να πάρω ανάσα. Διαγώνια πέφτοντας η ματιά μου, αντίκρυσε το μακρόστενο τζαμωτό της αίθουσας του αυτόφωρου. Και έτσι αιωρούμενος ψηλά, μέσα απ’ το βιτράιγ της σκόνης, φύλακας άγγελος αγκάλιασα με το βλέμμα μου τον κατηγορούμενο μου. Χωρίς χρονοτριβή οι ματιές μας συναντήθηκαν. Του έστειλα ένα σχηματικό αρχαγγελικό φιλί, κι εκείνος γέλασε με την αλυσοδεμένη του διαβολική αθωότητα.

Η καταδίκη που μαγείρεψαν οι δικαστές στη σύσκεψη τους χτύπησε το θίασό μας κατακούτελα. Ζαλισμένα κοτόπουλα ασκήσαμε έφεση κι αφεθήκαμε ν’ ακολουθούμε τη σιωπή του φίλου μου στο πεζοδρόμιο. Ήταν από τις αδικίες εκείνες που σε παραλύουν, απαγορεύοντας σου καν να οργιστείς. Καθώς χανόμασταν σιγά-σιγά σε καφετέριες και γαλακτοπωλεία, το χτεσινό ξενύχτι στοίχειωσε και με κατακυρίεψε. Δεν ήμουν παρά ένα ράκος δίχως σκέψεις, που όλο κι όλο νοσταλγούσε το κρεβάτι του. Ζήτησα συγνώμη από το φίλο μου, μα δε θα του κάνα παρέα απόψε στο βραδινό γραφειάκι με τα περιοδικά και τις καρέκλες.

Στο σπίτι ο ύπνος με μολύβωσε βαριά στο κρεβάτι. Το άλλο πρωί πια, με ξύπνησε το τηλεφώνημα του φίλου μου. «Επρεπε να χωνέψουμε την καταδίκη και μάλιστα να την εκμεταλλευτούμε. Είναι μια ευκαιρία να φωνάξουμε. Το λοιπόν να βρεθούμε απόψε και να γράψουμε γράμματα στις οργανώσεις στο εξωτερικό. Και ύστερα φεύγουμε για διακοπές. Επίσης χτες με πήρε κάποιο παιδί στα γραφεία. Ζήτησε το όνομα μου και σαν να στενοχωρέθηκε που δε με βρήκε. Δεν άφησε όνομα.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Βγήκα στο μπαλκόνι, έκλεισα τα μάτια και πήρα ανάσα. Μα, ο αέρας μύριζε καμένο. Τινάχτηκα και κοίταξα τριγύρω στον ορίζοντα. Σ’ ένα σημείο, πέρα μακριά, φούντωνε ο καπνός. Δεν έπαιρνα όρκο, μα μου φάνηκε πως ήταν η περιοχή του λόφου… Του δασωμένου λόφου που στάθηκε ανέκαθεν η προτίμηση των κουρελιών της πόλης μας, μα και που μια παράφραση του ονόματος του – ο λόφος που διαστρέφει – τον έφερνε συχνά στα αντικομφορμιστικά μας λογοπαίγνια.

Σκληρός σαν άσπρες μπότες

Του Αλέξη Μπίστικα, για το Κράξιμο

Φορούσε παλιές άσπρες μπότες και στις ζάρες το χρώμα είχε ξεφτίσει. Τα βλέφαρα του γυριστά και τα μαλλιά του χτενισμένα προς τα πίσω θυμίζανε αμφισβητίες σταρ σε αφίσες άδειων Κυριακάτικων δρόμων. Έδινε τις συμβουλές του με την άνεση του ειδικού, μιλώντας μια καθαρή και νευρώδη αργκό.

Ο άλλος αποτύπωνε τη διάλεξη σε μια χαρτοπετσέτα. Ονόματα χαπιών, απαντήσεις που μπερδεύουν τους στρατιωτικούς, εξομολογήσεις που πείθουν τους γιατρούς, συνταγές για απλανές βλέμμα, κάθε λογής πολύτιμες συμβουλές, στριμώχνονταν νευρικά στη χαρτοπετσέτα.

Υπήρχαν δυο ακόμη άτομα στο τραπέζι: η φίλη μου Γωγώ κι εγώ. Τη Γωγώ – ή Γιώργο – την είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στο πάρκο. Τώρα οι δυο μας συντηρούσαμε μια αόριστη κουβέντα για τον καιρό που άλλαξε ή για τις εντυπώσεις μου από την πόλη, ανακατεύοντας ροφήματα από αφρό και λάσπη. Στην πραγματικότητα κρυφακούγαμε με αγωνία τη διάλεξη. Ιδίως η Γωγώ, γιατί το παιδί με την αγωνιώδη χαρτοπετσέτα και τα ανορθόγραφα μάτια κοιμόταν στο σπίτι της τα τελευταία βράδια. Έτσι λοιπόν, παρά την προσποίηση μας, η φίλη μου κρεμόταν από τα χείλια του σκοτεινού συμβουλάτορα καθώς αυτός επαγγέλονταν την απόδραση του καλού της από το στρατόπεδο της πατρίδας.

Δέκα λεπτά πριν βολτάριζα άσκοπα πάνω στις πλάκες της παραλίας. Από απένταντι ήρθε η φωνή της Γωγώς να μου θυμίσει πως στην αλητεία δε μένεις ποτέ μοναχός. Έλα να κάτσεις μαζί μας. Τον ένα απ’ τους φίλους της, φυσιογνωμία σκληρή, προσφέρθηκα να τον κεράσω εγώ. Αυτή ήταν η μόνη επαφή μας, μέχρι που αργότερα με περιεργάστηκε με κάποια λάμψη στην ανακάλυψη της απλής συνωνυμίας μας. Τώρα όμως ίσως η αλλαγή του καιρού μα τα χέρια του η αγωνία μου μεγάλωνε μέσα στις τόσες εξηγήσεις του σπασμωδικά τα χέρια του μοιράζανε περιθωριακές φιγούρες μια αόρατη τράπουλα. Δεν ήθελα να προδοθώ: κι όταν οι δύο συζητήσεις, η τεντωμένη δικιά τους και η δική μας η χαλαρή, έτυχε προς στιγμή να μπλέξουνε τα νήματα τους, φρόντισα ν’ αδράξω τον αργαλειό με αδιάφορη αυτοπεποίθηση.

Τα σύννεφα έφευγαν κυνηγημένα, τα αμπαζούρ στα μέσα του μαγαζιού ζούσαν κρυφά κάποιο μεσοπόλεμο, όταν τελικά, αισθάνθηκα πως ο σκληρός με είχε προσέξει. Οι συμβουλές του είχαν εξαντληθεί και τώρα ξοδευότανε σε ενθαρρυντικές παρατηρήσεις και προτροπές. Τους κοίταξε και με μιας τους βαρέθηκε. Σηκώθηκε και τεντώθηκε αυθάδικα μέσα στα σκουρόχρωμα ρούχα του. Πάει να δει για μια δουλειά. Θα έρθω μαζί του λίγο παρακάτω; Λίγο παρακάτω δεν κάνει διαφορά· σηκώθηκα, μάζεψα τα τσιγάρα μου και άφησα τη Γωγώ με το παιδί της στη θέρμη της ελπίδας τους.

[Προχωράμε στις πλάκες της παραλίας. Το κύματα κουκουλώνονται σε κρύα σεντόνια. Ο αέρας παίρνει ένα τσαλακωμένο χαρτί που ψιλά ανατυπώνεται σε αυριανές εφημερίδες θυέλλης. Παρελαύνει ο αντρισμός με τα χαπάκια του τις σκόνες και τις σύριγγες. Στο χωματόδρομο στρίβουμε και μας ορμάει ο αέρας που προελαύνει. Γυρνάμε τα νώτα και τότε εγώ κουρνιάζω στο λαιμό του. Δε μιλάμε. Ο αέρας κοπάζει σε χάδια νωχελικά, όπως χαϊδεύουν οι πρόσκοποι κάτω απ’ τους ευκαλύπτους.]

Μου μιλούσε για μια μηχανή καθώς στη στροφή αντικρύζαμε το δρόμο με τις κίτρινες δεντροστοιχίες. Δούλευε μεροκάματο κολλώντας αφίσες για τα δύο θέατρα της πόλης, και μάζευε χρήματα για μια μηχανή που θα ήταν πολύ γρήγορη, όπως με άφηνε να καταλάβω. Αφηνόμουν κι εγώ να καταλάβω, καταλάβαινα πως ίσως σ’ αυτήν την πόλη μπορώ και πάλι να ονειρευτώ, να λατρέψω πέρα από κάθε λογική ή ιδεολογία, να λύσω στην πλάτη μου μαλλιά και να χυθώ στους δρόμους κολλημένος στην πλάτη ενός αδιόρθωτου καβαλάρη, να κυλιστώ στο βάλτο για ένα παιδί με πληγιασμένα μπράτσα, να τρέξω το πρωί για ζεστό ψωμί, να λούσω, να χαστουκίσω, να περιθάλψω με γάζα και μπαμπάκι, να κολλήσω, τέλος, στους δρόμους της καινούργιας μου πόλης τον εαυτό μου σε χιλιάδες θεατρικές αφίσες διαλαλώντας στους πάντες πως ένας αδίστακτος θ’ ανακαλύψει για χάρη μου την αγάπη.

Έξω απ’ το μεγάλο κρατικό θέατρο ο δυσλεξικός φύλακας του αρνήθηκε κάθε ελπίδα για δουλειά κι εγώ πάλευα μ’ ένα πρότυπο. Στους φυλλωμένους διαδρόμους του κηποθέατρου η ανεργία τον υποδέχτηκε μ’ ένα δίσκο τσιπς και ζεστές τυρόπιττες, κι εγώ νικιόμουν από ένα πρότυπο. Στο πεζοδρόμιο ένας διαβάτης μας χλεύασε κι εγώ αγαπούσα ένα πρότυπο.

Βρεθήκαμε μπροστά στην πόρτα του ξενοδοχείου, ενός ξενοδοχείου ειδικού, που δεν απαιτούσε διατυπώσεις. Η σκάλα ήταν βρώμικη και το δωμάτιο μουντό μα ένα παράθυρο έδινε γαλάζια την εντύπωση του καιρού. Μέσα στη φρεναπάτη της προσδοκίας μου για ένα σφιχταγγάλισμα σκληρό και άτσαλο, δεν πρόσεξα το βλέμμα του που ήταν ικετευτικό, κι ούτε την απαλή δειλία του χαδιού του. Όλες μου οι αισθήσεις ακουμπούσαν σε κείνα τα σκουρόχρωμα του ρούχα, που θα πέταγε, και στις δυό άσπρες μπότες με τις ζάρες.

Τα χέρια του τραβήξανε τη μπότα και το πόδι του ακουμπάει στο κρύο πλακόστρωτο. Το βλέμμα μου πέφτει και τσακίζεται εκεί κάτω. Οι άσπροι ρόμβοι του πατώματος. Στα βρώμικα του δάχτυλα γυαλίζουνε τα πέντε κατακόκκινα βερνικωμένα νύχια.

Σόνια: Μια ζωή στην κόλαση

Γράφει η Πάολα στο Κράξιμο

Ας ελπίσω μέχρι να βγει το επόμενο τεύχος, να μην ξαναγράψω τέτοια κείμενα: Φαίνεται θα το ’χει το ριζικό μου να γράφω για φίλους μου που είτε αυτοκτονούν είτε δολοφονούνται, σκατά, γαμώτο, δε μπορώ άλλο ρε Κατερίνα, αυτά σου έλεγα και την άλλη φορά. Θέλω να γράψω ένα χαρούμενο κείμενο σ’ αυτή τη φυλλάδα, δεν αντέχω άλλο, όταν έπιασα το στυλό δεν πήγαινε το χέρι μου, ένα σφίξιμο στο λαιμό και μετά κρακ, η σκέψη σταματούσε και βούρκωνα… Το ξύλινο παλτό λοιπόν, Κατερίνα, που μας φόρεσαν και μας σφίγγει καθημερινά- «αν σκοτώνουν τα πτώματα, περίμενε να πεθάνεις» κάτι τέτοιο περίπου λέει ο Ρεμπώ, νεκρο-ζώντανη η γενιά μας, Κατερίνα.

sonia

Αμοιρη Σόνια! Σε θυμάμαι σε μερικές συνελεύσεις, κάποτε στο χημείο, που «ταλαιπωρούσες» τον κόσμο με τις ακαταλαβίστικες αγορεύσεις σου, που στ’ αυτιά μου ηχούσε η φωνή σου σαν ουρλιαχτό επιβεβαίωσης, ήθελες μ’ αυτό τον τρόπο να υποδηλώσεις την ύπαρξη σου, πόσο μόνη ήσουνα, ρε Σόνια! Τόσο, που εγώ όταν σ’ έβλεπα ένοιωθα να ανασταίνομαι! Η Σόνια κουβαλούσε στην πλάτη της βαρύ φορτίο έρωτα, που της το φόρτωσαν αυτοί που έκαναν τη ζωή της τραγική. Η ψυχή της ήταν ανοιχτή στην εξαθλίωση και στη φρίκη… Όχι, η Σόνια δεν στραγγαλίστηκε εκείνο το βράδυ στη Συγγρού. Γεννήθηκε στραγγαλισμένη από την οικογένεια της, από το σχολείο, από τους μπάτσους, τους εισαγγελείς, τους παπάδες και τους ψυχίατρους, όταν την είχανε στο Δαφνί για να την αποτελειώσουν με τα ψυχοφάρμακα. Ο Μανιώτης στο έργο του «Λάκκος της αμαρτίας» κάπου είχε πει με το στόμα της τραβεστί ηρωίδας του: «Με λένε Κίρκη, γιατί την ώρα που γαμιέμαι φωνάζω: γουρούνια, γουρούνια»…ίσως να είχε γνωρίσει τη Σόνια. Ψυχιατρείο – Συγγρού – Ασφάλεια «η ζωή της!»

Μα κατόρθωνε να γελάει και να κάνει πλάκα, σε όλους, κι ας της έλειπαν όλα τα δόντια, κι ας ήταν η «τελευταία» στην πιάτσα… Αυτή, σε πείσμα όλων, προσπαθούσε να ζει έτσι, εξαθλιωμένη, σαλεμένη, στο δικό της κόσμο!

Έναν κόσμο στηριγμένο στην ελπίδα και στον έρωτα. Δημιούργησε στη φαντασία της εραστές, έκανε έρωτα μαζί τους, είχε φτάσει στο σημείο να κλαίει για κάποιο τεκνό που της έφυγε, κι ας μην υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Πόσο δυνατός είναι ο άνθρωπος, πόσο μπορεί να αντέξει στη φρίκη! Η τρέλα για τη Σόνια ήταν ένα σωσίβιο για να μην πεθάνει, μια αυτοάμυνα ενάντια στην πραγματικότητα. Οι εφημερίδες την ξαναδολοφόνησαν, με το να γράφουν σκανδαλοθηρικά γι’ αυτήν. Την ξανα-στραγγάλισαν όταν έγραφαν «σκότωσαν και τρίτο ανώμαλο»… Μα η Σόνια, αγαπητοί προστάτες της ηθικής σας και των αφεντικών σας, σας ξεφτίλιζε, εσάς και τους αναγνώστες σας, καθώς και την αστυνομία και τα κόμματα. Σας ξεφτίλιζε γιατί ΟΛΟΙ πηγαίνατε μαζί της είτε εκεί στη Συγγρού είτε μέσα στις φαντασιώσεις σας… Η Σόνια μπορεί να ήταν η Τάνια ή η Μαρίνα ή η Γωγώ, που από προλετάριους και αστούς, από φασίστες και κνίτες, από δεξιούς μέχρι «επαναστάτες», από φορτηγατζήδες μέχρι αριστοκράτες, από νέους μέχρι γέρους φιλοξενεί κάθε βράδυ, όταν ανάβουν τα μελαγχολικά λαμπάκια αυτού του δρόμου. Υποκριτές! Σεβαστοί και έντιμοι πολίτες, της μπουρδελοκοινωνίας μας! Οι δολοφόνοι του Σταύρου και της Σόνιας καθώς και του Αντριώτη, έστω κι αν βρεθούν και καταδικαστούν δεν αλλάζει τίποτε, γιατί μαζί τους πρέπει να κάτσουν στο ειδώλιο του κατηγορούμενου κι αυτοί που όπλισαν το χέρι τους: Η τηλεόραση που αποβλακώνει τον κόσμο και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, ο τύπος που ακολουθεί το δρόμο που χάραξαν οι Ναζί, όταν μας έκαιγαν ζωντανούς στα κρεματόρια, κολλώντας μας ένα ροζ τρίγωνο, και αποκαλώντας μας «ανώμαλους» και «διεστραμμένους», τα κόμματα που ποτέ τους δε μίλησαν ειλικρινά για την σεξουαλικότητα – με εξαίρεση την νεολαία του «Ρήγα Φεραίου», καθώς και η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση που συνεχίζει με τρομοκρατικές μεθόδους να καταστέλλει την επιθυμία, συλλαμβάνοντας και διαπομπεύοντας καθημερινά τους ομοφυλόφιλους. Ποιοι λοιπόν δημιουργούν τους δολοφόνους, είναι γνωστό, δεν χρειάζεται να προχωρήσω σε θεωρητική ανάλυση. Έχω να τελειώσω μ’ αυτά τα λόγια:

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΔΕΝ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙΤΑΙ: κι αυτή η κοινωνία που μας σκοτώνει, μας ευνουχίζει και μας διαλύει, κάποτε θα πληρώσει για τα εγκλήματα της! Θα πληρώσει, όσο υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν στις φάμπρικες. Θα πληρώσει γιατί έχει δημιουργήσει πόρνες και απελπισμένους, εργάτες κι αφεντικά, μπάτσους και φυλακισμένους, δικαστές και κατηγορούμενους. Η επιθυμία θα ξεχυθεί στους δρόμους και θα σκεπάσει τη μπόχα από το πτώμα της κοινωνίας μας, και τα κάγκελα από τον ήλιο θα διαλυθούν, και οι αχτίνες του θα σκεπάσουν όλους εμάς που υποφέρουμε μέσα στην απελπισία μας, όλους εμάς τους νεκροζώντανους, όλους εμάς που η φρίκη μας έμαθε να αγαπάμε τη ζωή και τον έρωτα. Η ελπίδα θα γίνει πραγματικότητα, η φαντασία θα γίνει γιορτή και αγάπη, ας μην απελπιζόμαστε! ΘΕΛΟΥΜΕ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ.

Συνέντευξη με τον Γιάννη Παλαμιώτη

Δημοσιεύτηκε στον Πόθο, τ.12, Μάιος 1997

Το βιβλίο σας «Μητροκτονία» απομακρύνεται από τα καθιερωμένα μοτίβα του ομοφυλόφιλου στη λογοτεχνία. Πρόκειται για μια δική σας αλλαγή, για μια γενικότερη ωρίμανση ή κάτι άλλο;

Δεν ξέρω ακριβώς για τη λογοτεχνία, πάντως στη ζωή πολλοί ομοφυλόφιλοι έχουν ιδιαίτερη σχέση με τη μάνα τους, συνήθως σχέση παθολογικής αγάπης, εξάρτησης, αλλά και βαθύτατου μίσους. Δεν μ’ ενδιέφερε να το ερμηνεύσω, όσο να καταδείξω τι περίπου συμβαίνει ανάμεσα σ’ αυτό το αρχετυπικό ζεύγος, όταν μάλιστα ο γιος καταλαβαίνει από νωρίς τη σεξουαλική ιδιαιτερότητα του και είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίσει, εκτός από τις δικές του αγωνίες, μια μάνα που κατακρίνει και που ουσιαστικά λειτουργεί ως εκπρόσωπος της κοινωνίας. Πιθανόν να ακούγεται κοινότοπο όπως το είπα, πάντως η «Μητροκτονία» δεν περιορίζεται, ελπίζω, στο να αντιπαραθέτει απλώς δυο κόσμους παράλληλους και μη εφαπτόμενους, δεν είναι μανιφέστο υπέρ ή κατά, κι απ’ ό,τι λένε μέχρι τώρα αναγνώστες, το ζοφερό κλίμα του βιβλίου σπάει συχνά από ικανές δόσεις ιδιότυπου χιούμορ. Αν μ’ αυτά απαντάω στα περί ωρίμανσης ή κάτι άλλου, δεν ξέρω. Ας κρίνουν όσοι το διαβάσουν.

Νομίζω ότι αυτή η σχέση με τη μάνα που έχουν οι περισσότεροι ομοφυλόφιλοι είναι απόρροια της ομοφυλοφιλίας, παρά η ομοφυλοφιλία απόρροια της σχέσης με τη μάνα τους.

Δεν υποστηρίζω ότι μια μάνα, όσο καταπιεστική, υστερική, ανίδεη κι αν είναι μπορεί να οδηγήσει το παιδί της στην ομοφυλοφιλία. Απεναντίας, πιστεύω ότι είναι βιολογικό φαινόμενο, δηλαδή γεννιέσαι ομοφυλόφιλος και σπάνια γίνεσαι «καθ’ οδόν». Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις των αγοριών που γλυκαίνονται όταν έχουν πια μεγαλώσει και στρέφονται προς την ομοφυλοφιλία. Και πάλι, τις περισσότερες φορές, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όχι κατ’ αποκλειστικότητα.

Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση να έχουν γλυκαθεί από μικροί;

Φαντάζομαι πως όλοι λίγο πολύ γλυκαίνονται, όταν παίζουν, λόγου χάρη τους γιατρούς. Εγώ, ας πούμε, έκανα το γιατρό και πήδαγα τον ξάδερφό μου, φοβόταν μήπως μείνει έγκυος, αλλά δεν έγινε ομοφυλόφιλος το παιδί.

Κάποιοι δεν θέλουν να θεωρούν την ομοφυλοφιλία σαν κάτι φυσιολογικό, γιατί αλλιώς θα άρχιζαν να ψάχνονται. Γι’ αυτό μήπως τοποθετούν την ομοφυλοφιλία σε ουτοπικά πλαίσια;

Δεν συμφωνώ με τις προσπάθειες ορισμένων να αναγάγουν την ομοφυλοφιλία σε καλύτερο τρόπο ζωής, ντε και καλά. Όμως κι αυτοί που την εξιδανικεύουν και πλάθουν με τη φαντασία τους αρχαιοελληνικού τύπου σχέσεις, το κάνουν από δειλία να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα – και συχνά δυστυχούν. Δεν μιλάω για τους αρνητές. Μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο όσοι, ενώ έχουν τις προδιαγραφές, δεν τολμούν να δρασκελίσουν εκείνη τη λεπτή αλλά ουσιαστική διαχωριστική γραμμή, και από παρατηρητές να γίνουν συμμέτοχοι… Ξέρεις πόσο τσαντίζομαι όταν σκέφτομαι τα χιλιάδες χαρά θεού αντράκια που έχουν μήνες ή και χρόνια να πηδήξουν γκόμενα και δεν καταδέχονται να δώσουν έστω και μια πίπα στους εκατοντάδες πούστηδες που περνάνε από δίπλα τους και δηλώνουν την επιθυμία τους; Κατά βάθος, μάλλον φοβούνται ότι θα τους αρέσει, γιατί είναι εύκολο, ανώδυνο, καυλωτικό και θα του μείνει χούι. Το πρόβλημα όμως είναι με τους ομοφυλόφιλους που αντιπαραθέτουν έναν άλλο κόσμο στον κόσμο των μη μυημένων. Ε, δε χρειάζεται να είσαι μυημένος για να πέσεις στο κρεβάτι με τον ομόφυλό σου! Απ’ την άλλη, όσο αντιφατικό και να ακούγεται, πιστεύω ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να είναι και λίγο πολυτέλεια, πρέπει δηλαδή να τη διεκδικείς, πρέπει να την κατακτάς, πρέπει να βρίσκεσαι και λίγο διχασμένος, αν θες και ριγμένος, ως ομοφυλόφιλος. Στο κάτω κάτω, αυτή τη δύναμη έχει η ομοφυλοφιλία, να δοκιμάζει την ετοιμότητά σου, να σε κρατάει διαρκώς σε εγρήγορση, αλλιώς καταλήγει σε μια εύκολη περιπέτεια αναζήτησης και εναλλαγής συντρόφων.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη «στρατευμένη», «συνειδητοποιημένη» ή «καθαρή» ομοφυλοφιλική τέχνη; Πώς θα αξιολογούσατε τις απόπειρες τέτοιου είδους που έγιναν στο παρελθόν στην Ελλάδα; Είσαστε κι εσείς μέρος του κινήματος;

Κίνημα σε σχέση με την τέχνη δεν νομίζω να υπήρξε στην Ελλάδα. Υπήρξαν κάποιες σποραδικές, σε ατομικό κυρίως επίπεδο, περιπτώσεις ανθρώπων που γράψανε, που ίσως έκαναν σινεμά, που ζωγραφίσανε, ανθρώπων που έκαναν θέατρο, ανέβασαν δηλαδή ομοφυλόφιλα έργα. Μέλος και μέρος αυτού του κινήματος συνειδητά δεν υπήρξα ποτέ. Άλλωστε αυτό το κίνημα «ξέφτισε» πολύ γρήγορα στην Ελλάδα. Δεν είχε τη συνέχεια εκείνη για να το διαφοροποιήσει και να το εντάξει μέσα στις επιθυμίες των ανθρώπων, να γίνει μια κατάσταση τέτοια, μετεξελιγμένη βέβαια, για να πιάσει πλατύτερο κόσμο, να καταπιαστεί με γενικότερα θέματα και με το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας μέσα, αλλά όχι έτσι «μονόχνωτα», μονοδιάστατα ομοφυλοφιλικό. Όσο για μένα, αισθανόμουν πάντα άβολα με οτιδήποτε στρατευμένο, είτε από «αιρετική» διάθεση, είτε από άγνοια των διαδικασιών που απαιτεί μια συλλογική προσπάθεια.

Ο Ανδρέας Αγγελάκης ανήκε στη στρατευμένη ομοφυλοφιλική τέχνη, όπως είπαν άλλοι. Ο Χριστιανόπουλος, για παράδειγμα, είπε ότι ο Αγγελάκης ήταν ο γκέι συγγραφέας της Ελλάδας που προσπάθησε να φέρει κάτι άλλο το οποίο δεν ρίζωσε εδώ πέρα.

Μόνο που ο Αγγελάκης, αμερικανοποίησε κάπως το ομοφυλοφιλικό του αίσθημα, πράγμα που δεν συνέβη με το Χριστιανόπουλο, γι’ αυτό κι ο δεύτερος έχει διάρκεια και οι αναφορές του μας αγγίζουν περισσότερο. Εξάλλου ο Αγγελάκης είχα πάντοτε την εντύπωση πως στην ερωτική του ζωή τουλάχιστον, αντέγραφε τρόπους ξένους προς την ψυχοσύνθεσή του. Ήταν μάλιστα παντρεμένος και με παιδί, κάτι που αντίκειται στα αμερικάνικα γκέι πρότυπα.

Αυτό που είπες για το βιολογικό και το επιλογής τέλος πάντων σε σχέση με τη λογοτεχνία… Ας πούμε, στο εξωτερικό υπάρχει μια λογοτεχνία, η οποία ανθίζει τώρα, και είναι, λίγο πολύ, από γκέι για τους γκέι, δηλαδή κάποιες ανάγκες δικές τους, παράλληλα με το βιολογικό. Δηλαδή εμείς είμαστε διαφορετικοί, άρα κάποιοι πρέπει να γράψουν τα κατάλληλα για μας να διαβάσουμε.

Στο εξωτερικό και ιδίως στην Αμερική, υπάρχουν έτσι κι αλλιώς τόσο «αυτονομημένοι» τομείς από λεσβίες, γκέι, μαζοχιστές, αμφιφυλόφιλους, κινέζους, μαύρους… Για να έχεις μια οντότητα εκεί πρέπει να κολλήσεις ταμπελίτσα, κάπου να ανήκεις. Αλλιώς ούτε αναγνώρισης δικαιούσαι, ούτε ένα κομμάτι στην πίτα της δημοσιότητας. Δεν φτουρίσανε αυτά εδώ. Στην Ελλάδα έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι εν δυνάμει γκέι.

Αυτό που είπες, ότι όλοι το δοκιμάζουνε και λίγο πολύ το κάνουνε, έρχεται σε κάποια αντίθεση μ’ εκείνο που είπες σε σχέση με το βιολογικό.

Διαφέρει πολύ το ένα από το άλλο, δεν νομίζεις κι εσύ; Άλλο το να είσαι, να το δηλώνεις θέλοντας και μη επειδή σου φαίνεται, κι άλλο να το ορέγεσαι και να το δοκιμάζεις πού και πού. Γιατί για αρκετούς είναι ορντέβρ η ομοφυλοφιλία. Πάνε δηλαδή και δίνουν μια πίπα ή παίρνουν μια πίπα, που είναι και το συνηθέστερο φαινόμενο, κι ύστερα τρέχουν στη γυναίκα τους να την πηδήξουν με μεγαλύτερη καύλα.

Ο Έλληνας δεν είναι πιο αληθινός σ’ αυτό που κάνει σε σχέση με έναν ακτιβιστή γκέι της Ευρώπης ή της Αμερικής;

Είναι πιο αληθινός ως προς την πρακτική, ενεργοποιεί δηλαδή ευκολότερα το ομοφυλοφιλικό μέρος του εαυτού του, αλλά είναι πολύ ψεύτης, πολύ υποκριτής για να υποστηρίξει κάποια στιγμή αυτό που κάνει στα μουλωχτά, και βρίζει κι από πάνω τους «παλιόπουστες».

Ποια είναι η εικόνα του απελευθερωμένου ομοφυλόφιλου για σας;

Αυτό που δεν φέρει σφραγίδα, ο μη πατενταρισμένος ομοφυλόφιλος, ο λάθρα βιώσας. Και έτσι, ύπουλα, να προσπαθεί να ανηθικοποιήσει την κοινωνία, όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Να την ομοφυλοφιλοποιήσει, θα το παράλλαζα εγώ.

Αυτή η «υπουλοσύνη» έρχεται σε αντίθεση με την έννοια του οργανωμένου γκέι κινήματος, έτσι δεν είναι;

Ασφαλώς, γι’ αυτό και μιλάω για ατομικές περιπτώσεις, για ελεύθερους σκοπευτές. Το οργανωμένο γκέι απωθεί τον περισσότερο κόσμο, αν και χρησιμεύει για την ενδεχόμενη στήριξη κάποιων νέων ανθρώπων που αναζητούν παρηγοριά και επιβεβαίωση γι’ αυτό που είναι.

Τα ομοφυλοφιλικά ιδεώδη που ενοχλούνται από τη δική σας στάση και τον τρόπο που εκφράζεστε γενικώς ποια είναι;

Υποθέτω ότι δεν γίνομαι αρεστός γιατί κατά βάθος δεν είμαι γκέι. Ή τουλάχιστον δεν ανέχομαι να τσουβαλιάζομαι με ό,τι χαρακτηρίζει τους γκέι – από εμφάνιση έως νοοτροπία και συμπεριφορά. Νιώθω πολύ διαφορετικός μέσα στη διαφορετικότητά μου.

Θα έλεγα ότι αυτό που ενδεχομένως ενοχλεί κάποιον ομοφυλόφιλο αναγνώστη των βιβλίων σας είναι που μέσα του λέει, ας κάτσω λίγο πιο φρόνιμα, να μην είμαστε τόσο έξαλλοι, τόσο πρόστυχοι, γιατί οι άλλοι δεν θα μας αποδεχτούν. Να μη φωνάζουμε τόσο πολύ.

Δεν είναι η εξαλλοσύνη ή η προστυχιά μόνο. Γίνομαι κι εγώ έξαλλος και πρόστυχος αρκετές φορές, προκειμένου να σοκάρω ή να ωφεληθώ. Με απογοητεύει ο μονόδρομος που επιλέγουν πολλοί γκέι για να σηκώσουν το λάβαρο της ομοφυλοφιλίας, χωρίς να υπάρχουν βαθύτερα μέσα τους, κι αυτό τους στερεί από τη γνώση που θα μπορούσαν να έχουν για τους άλλους. Γι’ αυτό λοιπόν και άσκησα κριτική στην τρέχουσα ομοφυλοφιλική νοοτροπία και στα τέσσερα βιβλία μου, όμως τα βέλη ήταν στραμμένα μονίμως απέναντι σε εμένα πρώτα.

Προηγουμένως ανέφερες τον Όσκαρ Ουάιλντ. Ο αισθητισμός υπήρξε το σήμα κατατεθέν μια γκέι μορφωμένης ελίτ. Ισχύει ακόμα η άποψη ότι οι ομοφυλόφιλοι μοιράζονται σε κάποιο βαθμό μια κοινή αισθητική ή ακόμα ότι τους χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερο χιούμορ, μια αίσθηση του γελοίου;

Ίσχυε κάποτε ο αισθητισμός και δεν νομίζω ότι συμβαίνει το ίδιο σήμερα. Άλλωστε χρεοκόπησε γιατί παραήταν γραφικά όλα αυτά. Ο Προυστ να κυκλοφορεί με τις γούνες, ο Ουάιλντ σαν κυρία με τα καμέλιας, κι ο δικός μας ο Λαπαθιώτης σαν ξωτικό του Μενιδίου… Εξεζητημένα πράγματα, αλλά οι καημένοι δεν ήξερα τι άλλο να κάνουν για να φανούν διαφορετικοί. Βέβαια κατάφερναν να φέρουν σε αμηχανία την κοινωνία κι αυτό ήταν κάτι. Πολλών τα έργα όμως δεν άντεξαν στο χρόνο, κι αν επανέρχονται, είναι για «μουσειακούς» λόγους. Θα συμφωνούσα ότι οι γκέι διακρίνονται για το ιδιαίτερο χιούμορ τους, το μπλακ ή και το διεστραμμένο χιούμορ τους, που μερικές φορές βγαίνει από μια βαθιά πίκρα, από ταλαιπωρία και βάσανο. Όταν μάλιστα αυτοσαρκάζονται, γίνονται καλύτεροι.

Το πρώτο σας βιβλίο είχε τίτλο «Το Πάρκο» κι από τότε που εκδόθηκε πέρασαν δεκαέξι χρόνια. Τι έχει αλλάξει στο μεταξύ σ’ αυτούς τους χώρους;

Οι ίδιοι οι χώροι. Στη Θεσσαλονίκη ειδικά, μόνο κατ’ ευφημισμόν μπορούμε να μιλάμε για πάρκα. Τα έκαναν διάφανα οι δήμαρχοι για να προστατέψουν από προσβολές τη δημόσια αιδώ. σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις προνοούν να υπάρχουν τόποι για κάθε χρήση: το πρωί να πηγαίνουν οι μαμάδες τα παιδάκια τους, νωρίς το βράδυ να βρίσκονται εκεί τα ζευγαράκια και αργά το βράδυ ως τα ξημερώματα να ψωνίζονται οι ομοφυλόφιλοι. Εδώ κοντεύω να συμπονέσω τα ετεροφυλόφιλα ζευγαράκια που δεν έχουν τόπο να χαμουρευτούν και λέω μέσα μου, κομμάτια να γίνει ο παλιός ζωολογικός κήπος που τον κατάντησαν έτσι, αφού βρίσκουν μια όαση εκεί τα σχολιαρόπαιδα και οι άστεγοι ρομαντικοί.

Και οι γκέι δεν σε απασχολούν;

Από τους γκέι που συχνάζουν στα πάρκα και τα πάρκινγκ θα περίμενα κάτι πιο εξτρεμιστικό, μια διαμαρτυρία οργανωμένη, να περιφέρονται, λόγου χάρη, κατά ομάδες, μια φορά την εβδομάδα έστω, και μόλις βλέπουν αστυνομία να ζητάει στοιχεία, να μαζεύονται όλοι γύρω απ’ τα περιπολικά, να δημιουργούν τότε επεισόδια, και όχι να το βάζουν στα πόδια, αφήνοντας πίσω κάποιους φουκαράδες που παρακαλάν ν’ ανοίξει η γη και να τους καταπιεί. Αλλά οι γκέι – όπως κι όλοι – είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο δικός μας κώλος. Άλλοτε πάλι μου θυμίζουν τις συμμορίες των παλιών τσολιών, μόνο που δεν επιτίθενται, αλλά κράζουν και εμποδίζουν τη μοναχικότητα. Και η μοναχικότητα είναι ένας τρόπος για να οσμίζεσαι καλύτερα τον άλλον στην ερωτική προσέγγιση. Αυτές οι αδελφές κάνουν ό,τι μπορούν για να χαλάσουν την ψευδαίσθηση του περιστασιακού και του τυχαίου.

Αυτή η μανία πάντως με τα πάρκα να ανοίγονται τόσο πολύ, οι θάμνοι να καταστρέφονται εδώ στη Θεσσαλονίκη, ενώ αντίθετα στην Αθήνα πηγαίνεις στο Ζάππειο, στο Πεδίον του Άρεως και χαίρεσαι αυτά τα πάρκα, που όντας θαμνώδη, προσφέρονται για όλους τους ανθρώπους. Δε νομίζω ότι το πάρκο, εκεί που ήταν παλιότερα ο ζωολογικός κήπος, να έγινε καλύτερο. Το να ξηλώνουμε τη φύση δεν βελτιώνει την ποιότητα ζωής.

Αυτό δείχνει ότι εδώ στη Θεσσαλονίκη (αλλά και στην Αθήνα, τελευταία, τά ’καναν μαντάρα), είμαστε στο έλεος απολίτιστων ανθρώπων που μόνο καλλωπιστικά και… κραμπολάχανα ξέρουν να σπέρνουν παντού. Τα δέντρα και οι θάμνοι, από τότε που ψυλλιάστηκαν οι υπηρεσίες του δήμου τι μπορεί να κρύβουν, τέθηκαν υπό παρακολούθηση ή ξεριζώθηκαν. Αλλά, οι χοντροκέφαλοι, λίγο πιο πονηροί να ήταν θα τους έκοφτε ότι, όταν οι πάσης φύσεως αρχές γνωρίζουν ακριβώς τα στέκια των γκέι, είναι πιο διευκολυντικό να τους συλλάβουν για έλεγχο σε ενδεχόμενες δολοφονίες, κακοποιήσεις, κλοπές, κλπ. Τώρα, το «κακό» διασπείρεται σ’ ολόκληρη την πόλη.

Οι μπάτσοι δηλαδή μαζεύουν τους ομοφυλόφιλους από τα πάρκα κάθε φορά για φόνους;

Όχι, βέβαια. Θέλω όμως να πω πως στην ακραία περίπτωση που συμβεί ένας φόνος, το πάρκο – όταν είναι κανονικό πάρκο και όχι σι θρου – αποτελεί τον ενδεδειγμένο χώρο για να επέμβει η αστυνομία και να μαζέψει υπόπτους. Κι εδώ θυμάμαι μια εποχή που είχα στείλει γράμμα στον Ανδρέα Παπανδρέου καταγγέλλοντας τα υπαίθρια πογκρόμ της αστυνομίας εναντίον μας και μου απάντησε, ο Λιβάνης νομίζω, ότι στάλθηκε στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης έγγραφο να ερευνήσουν την καταγγελία. ένα πρωί λοιπόν μου τηλεφωνούν από τη Βαλαωρίτου να περάσω για υπόθεσή μου. Με δέχτηκε στο γραφείο του ο διοικητής κι ευγενικά μου λέει: «Κύριε Παλαμιώτη, αντί να στέλνετε γράμματα στον πρωθυπουργό γιατί δεν έρχεστε εδώ να κουβεντιάσουμε το θέμα;» Κι ανοίγει συγχρόνως ένα φάκελο, όπου ήταν καταγραμμένες λεπτομερώς οι ημερομηνίες και τα σημεία που κατά καιρούς μου είχαν ζητήσει οι μπάτσοι τα στοιχεία μου. Συνέχισε να λέει κάτι για το Aids κι ότι τα όργανα μάς προστατεύουν, αλλά τον έβαλα στη θέση του. Αργότερα με αφορμή το κάψιμο των φακέλων των αριστερών, ο Βότσης δημοσίευσε στην «Ελευθεροτυπία» επιστολή μου, με την οποία ζητούσα να καούν και οι φάκελοι των ομοφυλόφιλων. Στην Αθήνα εξάλλου, μήνυσα αστυνομικό γιατί με χαστούκισε, έστειλα πάλι επιστολές, απάντησε ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα να με παρακαλέσει ο διοικητής του Τμήματος Ομονοίας να αποσύρω τη μήνυση, ενώ όση ώρα μου μιλούσε ήταν καρφωμένος στο «πακέτο» μου.

Θεωρείς λοιπόν ότι δουλειά των γκέι ομάδων είναι να ασχολούνται με τέτοια θέματα;

Θεωρώ ότι ένας οργανωμένος βομβαρδισμός από επώνυμες καταγγελίες, επισημάνσεις και προτάσεις στα μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα αποτελεί μια πρώτη καλή τακτική γκέι ομάδας. Είναι σαν να λέτε, είμαστε εδώ, διεκδικούμε και για πολλά θεωρούμε διεστραμμένους όσους μας θεωρούν διεστραμμένους. Θα μπορούσατε ακόμα σαν «Πόθος» να επιμένετε να αποκτήσει η πόλη της 24ωρης βόλτα δημόσια ουρητήρια – το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Αρχίζοντας από τα μικρότερης σημασίας θέματα, θα φτάνατε έτσι ως τη διαμαρτυρία για την καθαίρεση ενός αστυνομικού ή τη δυσμενή μετάθεση ενός δικαστή, μόνο και μόνο επειδή είναι γκέι.

Από τη Νομαρχιακή και Τοπική Αυτοδιοίκηση τι περιμένετε;

Απολύτως τίποτα. Από τους πολίτες περίμενα πολλά, όμως στη Θεσσαλονίκη οι άνθρωποι μόλις άρχισαν να ξυπνάνε, ίσως γιατί τα ΜΜΕ βρίσκονται συγκεντρωμένα στην Αθήνα κι ο έλεγχος ασκείται από εκεί.

Νιώθεις καμιά φορά αυτή τη νοσταλγία, τη λύπη ή τον εκνευρισμό που νιώθουν μερικοί για όσα έζησαν κάποτε;

Για τις πιάτσες που χάθηκαν, για τα τεκνά που έκαναν σαν τρελά να γαμήσουν αδελφές… Γοητευτικές ιστορίες και εποχές, όπως τότε στην παλιά «Στάσα» – όχι την αρχική στη Σταυρούπολη, την ενδιάμεση με το γεφυράκι – που φλέρταρα ένα φανταράκι στο απέναντι τραπέζι και κάποια στιγμή με φώναξε στην παρέα του κι εγώ πήγα, όμως δεν κάθισα στην καρέκλα αλλά δίπλα του σχεδόν γονατιστός, και σκύβει ξαφνικά αυτός και μου δίνει ένα φιλί ατέλειωτο μπροστά στ’ άλλα φαντάρια. Μου κόπηκε η ανάσα, ντράπηκα, να φανταστείς, πιο πολύ εγώ – συναρπαστική αίσθηση. Μετράει πού για μένα να γίνονται έτσι τα πράγματα. Πάντως, αλήθεια, δε νιώθω σπουδαία νοσταλγία για κείνες τις εποχές. Προσαρμόστηκα εύκολα, μ’ αρέσει το σώμα του ομοφυλόφιλου γιατί είναι πολυπρισματικό, κι επιπλέον δεν απαιτεί ταπεινωτικές διαδικασίες μέχρι να το τουμπάρεις. Αρκετοί γκέι, ιδίως κάποιας ηλικίας, ακόμα δεν συμβιβάστηκαν με την ιδέα να κάνουν έρωτα με γκέι, ψάχνουν το καθαρόαιμο αρσενικό, και δεν είναι πάντα πολύ κακό αυτό, αρκεί να καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για αυταπάτη όταν δήθεν το ανακαλύπτουν.

Πριν μερικά χρόνια είχατε έντονη παρουσία μέσα από την εκδοτική προσπάθεια της ομάδας «Κράξιμο».

Η Πάολα ήταν το «Κράξιμο», ήμουν και παραμένω φίλος της, έγραφα συχνά στο περιοδικό της κι έδινα επίσης καμιά γνώμη. Δεν είχα την ίδια σχέση με το περιοδικό GAY του Βαλλιανάτου κι ας φερόμουν ως μέλος της συντακτικής ομάδας. Πρωτοξεκίνησα όμως τη δημοσίευση κειμένων μου στο «Αμφί», τότε που το διηύθυνε ο αναντικατάστατος Λουκάς Θεοδωρακόπουλος.

Εμείς πάντως, για να επανέλθουμε εν συντομία σε προηγούμενη κουβέντα μας, έχουμε αποφασίσει σαν ομάδα, με τις δυνάμεις που διαθέτουμε, να ασχοληθούμε περισσότερο με την εκδοτική προσπάθεια που λέγεται «Πόθος». Αυτές πιστεύουμε ότι είναι οι δυνατότητές μας. Το να καθίσουμε να παίξουμε ρόλο βουλευτή, νομίζω δεν μας ταιριάζει. Για να παίξεις έναν τέτοιο ρόλο άλλωστε, θα πρέπει να έχεις από πίσω σου ένα κίνημα πολύ μεγάλο. Οπότε ακολουθούμε αυτό το δρόμο, και νομίζω ότι είναι κι ο καλύτερος. Το να στέλνουμε επιστολές μόνο, το κάνουμε κι αυτό, αλλά σε μικρότερο βαθμό.

Δικαίωμά σας είναι να κάνετε ό,τι θέλετε, αν και όσα είπες υποθέτω ότι συμπυκνώνουν τους στόχους της ομάδας μη τυχόν και παρεξηγηθείτε. Αυτή τακτική των ισορροπιών λοιπόν με έκανε να μη θέλω να έχω σχέση με τα κινήματα. Προτιμάω, αν θες να ξέρεις, έναν προικισμένο δικτάτορα, παρά συλλογικά όργανα. Κάποτε εξέδιδα κι εγώ ένα περιοδικάκι από τη Χ.Α.Ν. Καλαμαριάς – από τα πρώτα δωρεάν έντυπα της πόλης. Το σταμάτησα λίγο πριν μου το σταματήσουν για ευνόητους λόγους.

Διάβασα κάπου ότι το κίνημα των γκέι είναι στην ουσία κίνημα διαμαρτυρίας. Δεν πρόκειται δηλαδή να φτάσει παραπέρα, να προτείνει κάτι νέο. Όταν τα πράγματα είναι χαλαρά, όλα είναι εντάξει, όταν όμως σφίγγουν τα πράγματα, αυξάνουν οι διαμαρτυρίες και τα κινήματα.

ΜΑ κίνημα διαμαρτυρίας πρέπει να παραμείνει το κίνημα των γκέι. Για να διατηρείται πάντα ακμαίο και σε εξέλιξη. Τι δηλαδή; Να ζητάμε γάμους, υιοθεσίες και τέτοιες γελοιότητες; Όποιο θέλουν να συζήσουν, ας το κάνουν… αστεφάνωτοι. Θα βρουν τρόπο να υιοθετήσουν και παιδί να το θέλουν πολύ. Μόδα είναι η ομοφυλοφιλία να προτείνει κάτι νέο. Μη σώσει και γίνει αποδεκτή! Ξέρεις πόσο αναζωογονητικό είναι να παλεύεις συνεχώς; Γιατί νομίζεις παρατάθηκε η νεότητά μου;

Δεν χρειαζόμαστε κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις;

Μόνο σε επίπεδο ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ανεξάρτητα από φύλο και ερωτικές προτιμήσεις. Αλλά στην Ελλάδα δεν πρέπει να ’χουμε μεγάλα παράπονα…

Πιστεύεις ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν κάτι ιδεολογικά κοινό μεταξύ τους;

Τα τελευταία χρόνια, μόνο το Aids. Και εξαιτίας της αρρώστιας έγινε, άλλωστε αποδεκτή κοινωνικά η ύπαρξη των ομοφυλόφιλων. Τα παράδοξα των καιρών: πεθαίνεις και αναγνωρίζουμε ότι υπάρχεις. Τρομοκρατήθηκαν, βέβαια, όλοι γιατί σου λένε κάτι σοβαρό τρέχει. Για να διαδίδεται τόσο πολύ το Aids, για να αρρωσταίνει τόσος κόσμος, ή πολλοί είναι οι ομοφυλόφιλοι, ή μεγάλος αριθμός ετεροφυλόφιλων έχει σεξουαλικές επαφές μαζί τους.

Πιστεύεις ενδόμυχα ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι ομάδα υψηλού κινδύνου.

Στην αρχή, αναμφίβολα ήταν η υπ’ αριθμόν ένα ομάδα υψηλού κινδύνου. Γιατί στους γκέι εκδηλώθηκε πρώτα, και λόγω της ακολουθούμενης πρακτικής στις επαφές τους και εξαιτίας των πολλών συντρόφων. Αργότερα, ομάδες υψηλού κινδύνου έγιναν σαφώς όσοι δεν έπαιρναν προφυλάξεις. Τώρα πια η πλάστιγγα γέρνει αλλού… Μ’ ενοχλεί πάντως που πολλοί γκέι από το φόβο τους για το Aids δεν κάνουν καθόλου έρωτα, κατάντησαν φυτά ή προσέχουν σε βαθμό υστερίας. Όπως και να ’χει όμως, οι καινούριες γενιές των ομοφυλόφιλων θα προκύψουν υγιέστερες και ανθεκτικότερες των ετεροφυλόφιλων. Κι αυτό γιατί εξαντλούν όλα τα περιθώρια περί υγιεινής ζωής. Να μου το θυμηθείτε, βλέπω στον κοντινό ορίζοντα μια νέα άρια φυλή αμιγώς ομοφυλόφιλη.

Από το πάρκο στο κενό
…μετά ομοφυλοφιλικών επιδόσεων: στα ουρητήρια