queer
Leave a comment

Το αγοράκι με τα σπίρτα

Του Αλέξη Μπίστικα, για το Κράξιμο. Φωτό: Πάολα

Η υπεράσπιση έπρεπε πάλι να στηθεί. Από τότε που ο φίλος μου αναδύθηκε από την αμαρτωλή λεωφόρο επαναστατικός, καταπιεστικός, καταδιωγμένος, τα πρωινά στα δικαστήρια ήτανε πάντα μέσα στο πρόγραμμα. Κάθε δίωξη και μια υπεράσπιση, κάθε τέτοιο άυπνο πρωινό και μια ευκαιρία για το διαολοσκορπισμένο κύκλωμα ν’ ανεμομαζωχτεί.

Στοιχειοθετημένες εμπάθειες; Γνωστικές τηρήσεις αποστάσεων; Όχι σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Το άρρωστο στόμα της εξουσίας χαμογελούσε αποκρουστικά κι αυτό ήταν αρκετό για ν’ αρχίσει η συρροή από λοφία, καμπούρες, φακέλους, μαγνητόφωνα, αναλύσεις, επιφωνήματα και τη ζέστα της ευκαιριακής επανασύνδεσης. Στο καφενείο των δικαστηρίων οι εκτιμήσεις, οι αντιρρήσεις και οι στρατηγικές μας παφλάζαν και λαμπύριζαν όπως τα κίτρινα ζαχαρώδη υγρά, αναμειγνύονταν χορευτικά όπως το γάλα με τ’ αξεδιάλυτα ύδατα των αφρωδών ποτηριών, και καταλάγιαζαν σε πικρό κατακάθι. Απ’ έξω, ήταν το πλήθος. (Πάγκοι υπεξαιρέσεων, πηγαδάκια τραμπουκισμών, όμιλοι πρόχειρα ξεβαμμένων γυναικών, χαροκαμμένες γωνιές, σκαμνάκια της απελπισίας, απλανή μάτια και χέρια). Αν ρωτούσε εμάς, πάντως, ο πόνος που κατοικούσε το βρώμικο κτίριο των δικαστηρίων ανήκε σε μια απρόσωπη και ανώνυμη μάζα.

Το καυσαέριο διάβρωνε μεθοδικά τις προσόψεις και το αγκομαχητό της πόλης εφορμούσε κάθετα στην αυλή, όταν και η τελευταία δανεική καρέκλα μπήκε στο σκιερό κύκλο του καφενείου. Το μείγμα από: δικολαβία, διεθνείς αντιδράσεις, φιλοσοφικές τοποθετήσεις, πολιτικές κορώνες και ανοιχτές καταγγελίες έδεσε σφιχτά και μοιράστηκε στους μάρτυρες. Τώρα ο φίλος μου έπρεπε να ηρεμήσει περιμένοντας τη δίκη, οπότε του πρότεινα να βολτάρουμε λιγάκι. Κρατημένοι απ’ το μπράτσο αρχίσαμε να διασχίζουμε την αυλή, όταν, ξαφνικά, η απρόσωπη και ανώνυμη μάζα μίλησε. Άρθρωσε με ορμή μια μόνο λέξη, το όνομα με το οποίο ο φίλος μου ποτέ του δε βαφτίστηκε, μα που το διατηρεί για να κρατήσει την ευαισθησία που τη σκοτώνει ο αντρισμός. Η λέξη τούτη άρκεσε για να λοξοδρομήσουμε. Πλησιάσαμε με κάποια περιέργεια.

Στα σκονισμένα του μαλλιά φούντωνε με αυθάδεια η παιδική του ηλικία. Στα ρούχα του δύσκολα θα βρισκόταν ένας λεκές καθαριότητας. Τα πόδια του κλεισμένα άκαλτσα σε ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, σου δημιουργούσαν τη διάθεση να τόνε δεις ξυπόλητο. Όλος ο κόσμος αν τον κοίταζε στα μάτια του που μας χαμογελούσαν, θα έβλεπε μόνο την πονηριά να τρεμοπαίζει. Μα όχι εγώ. Γιατί έντρομος είχα ήδη διακρίνει πίσω απ’ αυτήν, και πιο βαθιά κρυμμένο, το απροσδόκητο γαλάζιο ενός πρωινού με αχνό φεγγάρι. Περασμένο στο άπληστα βρώμικο χέρι του ήταν το βραχιολάκι της διαπόμπευσης, συνδέοντας τον με το φίλο του που καθόταν δίπλα του στον πάγκο. Τα χάλια τους ήτανε τόσο τρομερά που σου ’φερναν γέλια. Είχαν, όπως έγινε γρήγορα κατανοητό, γνωρίσει το φίλο μου σε κάποια προχωρημένα νυχτερινά περπατήματα, από αυτά που αφήνουν συχνά συμπάθεια και παραδοχή. Καθώς λοιπόν περίττευσαν οι πιο πολλές περιγραφές, οι δυο μικροί υποψήφιοι ποινικοί άρχισαν να μας δίνουνε το στίγμα των λογαριασμών τους με τη Δικαιοσύνη. Και κάτω απ’ το υπερτασικό αυτί του συνοδού τους ξετυλίχτηκε η αυτόφωρη τους περιπέτεια.

Τους πιάσαν ξημερώματα γι’ απόπειρα εμπρησμού. Είχανε, λέει, βγάλει το βράδυ στο δασωμένο λόφο που στάθηκε ανέκαθεν η προτίμηση των κουρελιών της πόλης μας, μα και που μια παράφραση του ονόματος του – ο λόφος που διαστρέφη – τον έφερνε συχνά στα αντικομφορμιστικά μας λογοπαίγνια. Προς το πρωί η βαρεμάρα και το κρύο λυσσομανούσαν κι αποφασίσανε ν’ ανάψουν μια φωτιά. Αδειάσανε τα δυο πακέτα κι άπλωσαν τα τσιγάρα τους σε κύκλο. Πρώτα ο αναμμένος θαυμασμός, ύστερα μια μικρή θερμότητα, κι αμέσως έπειτα οι φωνές, η σύλληψη, σπρωξίματα, το τμήμα, οι βρισιές, ο πάγκος κι η δικαστηριακή αναμονή. Χωρίς δικηγόρο κι υπεράσπιση, μ’ εμφάνιση και λέγειν που δύσκολα θα συγκινούσανε το δικαστή, σ’ επαγγελματικό τουλάχιστον επίπεδο, πήγαιναν φαίνεται για σίγουρη καταδίκη. Το δε θερμόμετρο του καύσωνα αντιστρατεύονταν επίμονα τις αιτιάσεις τους. Όμως γιατί να θέλουν να κάψουν αυτόν ειδικά το λόφο, σκεφτόμουνα, και υπολογίζοντας και την παράλογη θυσία των τσιγάρων τους, αντιστεκόμουν στα καλέσματα της λογικής. Ο έφηβος κατηγορούμενος κι ο φίλος του έπρεπε να είναι αθώοι κι ακόμη έπρεπε να βοηθηθούν.

Δεν ήταν δα και δύσκολο. Στο καφενείο περίμενε σε πλήρη ετοιμότητα ο καλοκουρντισμένος μας μηχανισμός. Χωρίς καμιά επιπλέον προσπάθεια, η ευκαιριακή του ύπαρξη θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους δυο μικρούς κατηγορούμενους. Πόσο άλλωστε μικρόψυχη μια εγωιστική αυτοκατανάλωση μπροστά στην έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης. Να τους δανείσουμε λοιπόν κανένα μάρτυρα. Σε κάποια τσάντα υπάρχουν παντελόνια να αλλάξουνε. Εσύ να χτενιστείς. Να τους δώσουμε περιοδικά να ‘χουν μαζί τους. Ξέρετε τι να πείτε; Λοιπόν. Θα πείτε πρώτα για το λόφο. Ότι είναι χώρος για συναυλίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις και άρα γιατί να θέλετε να τον κάψετε. Θα πείτε πως είσαστε οικολόγοι – το θυμάστε; – και προστατεύετε το περιβάλλον. Να δείξετε τα περιοδικά και να πείτε πως ήτανε ανοησία σας να ανάψετε τα τσιγάρα και πως το μετανιώσατε, αλλά είσαστε οι τελευταίοι άνθρωποι που θα μπορούσανε να κάψουνε το λόφο. Κι ακόμα να μη χάσετε τα λόγια σας και να δείξετε ψυχραιμία… Ξεσπάσαμε σε ιδέες, προτάσεις και σοφίσματα, παρασυρόμενοι απ’ τις αλληλοσυμπληρώσεις μας κι από τη μπερδεμένη έκπληξη που έλαμπε στα μάτια των παιδιών. Μα εκεί που ήμασταν έτοιμοι ν’ ανακεφαλαιώσουμε αδρά τούτη την υπεράσπιση της έκτακτης ανάγκης, κατέφτασε παρατρεχάμενος αγγελιοφόρος με ένα διψασμένο μήνυμα για μας. Κάποια ασάφεια είχε προκύψει σε ένα νομικό έγγραφο ουσιώδους σημασίας κι η δικηγόρος – που θα ήταν αναγκαστικά η πρώτη γυναίκα αεροπόρος αν τα αεροπλάνα τύχαινε να εφευρεθούν στην εποχή μας – απαιτούσε γρήγορα την παρουσία μας. Το πράγμα δε χωρούσε αναβολή. Δικαιολογηθήκαμε και απομακρυνθήκαμε φουριόζοι.

Στο καφενείο επικρατούσε ένα θριαμβικό κομφούζιο. Οι αντεγκλήσεις πετούσαν και συμπλέκονταν με τα λοφία, οι φάκελοι κατάπιναν τα χέρια που χειρονομούσαν και κίτρινα ζαχαρώδη επιχειρήματα ξένιζαν καθώς ξεβράζονταν από στόμα σε στόμα. Η δικηγόρος επιχειρούσε κάθετους θεαματικούς ελιγμούς με το πηδάλιο ξεριζωμένο στα χέρια της, ενώ το έγγραφο κοιμόταν ήσυχο επάνω στο τραπέζι. Ο φίλος μου, με το υπερτροφικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης που τον διακρίνει, αποφάσισε πως δεν είχε άλλη επιλογή από το να τους κατευνάσει συνετά και μεθοδικά και να τους προσγειώσει στο ελικοδρόμιο κάποιας ξερής νομικίστικης ερμηνείας. Μα πώς στ’ αλήθεια να κατασβεσθεί τόση απελευθερωμένη υστερία; Οι φιλότιμες προσπάθειες να τεθεί η κατάσταση υπό έλεγχο προσέκρουαν στο αδηφάγο πείσμα μιας απίστευτα εμπρηστικής ρητορικής. Απόμερα, στο τσίγκινο τραπεζάκι, με το κεφάλι χωμένο στα χέρια, απελπίστηκα συντροφιά με μια αγέννητη κραυγή που με απειλούσε μέσα απ’ το λαρύγγι μου. Όταν, εντέλει, η ώρα έφτασε να μαζευτεί ο συρφετός για να μετακομίσει στην αίθουσα της δίκης, εγώ δεν μπόρεσα να τους ακολουθήσω. Ήτανε από μια μεριά η πείρα μου που μου ’λεγε πως τους περίμενε ακόμη πολλή ώρα αναδευόμενης αναμονής. Κι ήταν ακόμη ένα πιάσιμο στο στομάχι, που μου υπενθύμιζε πως μέσα στα αυτοϊκανοποιημενα αποκαΐδια τους, είχε χαθεί και ξεχαστεί η υποσχεμένη βοήθεια στα δυο αλυσσόδετα κουρέλια.

Τα πάντα πήρανε ένοχα την έκφραση της σκόνης: Περπάτησα μονάχος μου μες στην κουφόβραση των σκέψεων μου, κι ο ουρανός είχε συννεφιάσει για να βρέξει λες φωτιά. Ποιος ξέρει πού θα με οδηγούσαν τα βήματα μου αν δε με διέκοπτε εκείνη η διστακτικά υψωμένη φωνή. Ήταν η μάζα που ξαναμιλούσε, μα αυτή τη φορά είχε προφέρει το όνομα μου, κι ήταν στα μάτια μου που καθώς γύρισα έπεσε η ματιά της. Εκείνη η ματιά που πάλι προσπαθούσε να καλύψει στις περιπαιχτικές της σπίθες τα αντιφεγγίσματα του κρυμμένου της τοπίου. Με είχε φωνάξει δειλά, μα τώρα η χειρονομία του να κάτσω πλάι του ήτανε πιο ξεθαρρεμένη, λες κι είχε ήδη τσεκάρει κάτι στο βλέμμα μου. Κάθησα στον πάγκο νιώθοντας υποχρεωμένος να δικαιολογηθώ για την εγκατάλειψη τους, μα εκεί που οι λέξεις πήγαιναν να βγούνε αμετάκλητα από το στόμα μου υπακούοντας στο ευφράδες νεύμα που άρχιζε να κάνει η παλάμη μου, εκείνος μ’ έκοψε ανυπόμονα, κατεβάζοντας το χέρι μου με το δικό του και στυλώνοντας το αφοπλιστικό χαμόγελο του επάνω μου. Με ρώτησε μονάχα πού μπορούσε να με βρει. Κι εκεί που όλα κρημνίζονταν μέσα μου σε ενθουσιασμό, κι εγώ μάταια προσπαθούσα ακόμη να δικαιολογηθώ, το πονηρό φεγγαράκι στη ματιά του με απείλησε και πάλι να σωπάσω κι ο έφηβος κατηγορούμενος απαίτησε πια το τηλέφωνο μου. Δε χρειαζότανε να πω τίποτε, γιατί αυτός με καταλάβαινε καλά. Μόνο αυτό ρωτούσε, πού θα μπορούσε να με βρει απόψε, να μου πει τι απέγινε με τη δίκη του. Σε κάποιον, άλλωστε, έπρεπε να τα πει. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, γιατί να μην πίναμε μαζί κανένα ουζάκι, μου χαμογέλασε και πάλι πονηρά.

Ε, αφού είσαι οικολόγος, ψέλλισα με αυτοκυριαρχία, δίνοντας του το χαρτάκι με το τηλέφωνο των βραδινών που πέρναγα με το φίλο μου στο γραφειάκι, ανάμεσα σε στίβες από καρέκλες και περιοδικά. «Αν δε μας κλείσουν μέσα θα σε πάρω», μου είπε σοβαρά. «Θα περιμένω. Όλα θα πάνε καλά». Ύστερα, καλή τύχη κι έφυγα γρήγορα μην και ακούσω το παιδικό του ευχαριστώ.

Πέταξα μέχρι την αίθουσα κι η δίκη άρχισε. Ο μηχανισμός μας έλαμψε και κόρωσε αντιμέτωπος στη γκρίζα μετριότητα των δικαστών. Μας μίσησαν για τη λάμψη μας κι αποσύρθηκαν για να συσκεφθούν. Βγήκα και καντραρίστηκα σ’ ένα περβάζι του διαδρόμου να πάρω ανάσα. Διαγώνια πέφτοντας η ματιά μου, αντίκρυσε το μακρόστενο τζαμωτό της αίθουσας του αυτόφωρου. Και έτσι αιωρούμενος ψηλά, μέσα απ’ το βιτράιγ της σκόνης, φύλακας άγγελος αγκάλιασα με το βλέμμα μου τον κατηγορούμενο μου. Χωρίς χρονοτριβή οι ματιές μας συναντήθηκαν. Του έστειλα ένα σχηματικό αρχαγγελικό φιλί, κι εκείνος γέλασε με την αλυσοδεμένη του διαβολική αθωότητα.

Η καταδίκη που μαγείρεψαν οι δικαστές στη σύσκεψη τους χτύπησε το θίασό μας κατακούτελα. Ζαλισμένα κοτόπουλα ασκήσαμε έφεση κι αφεθήκαμε ν’ ακολουθούμε τη σιωπή του φίλου μου στο πεζοδρόμιο. Ήταν από τις αδικίες εκείνες που σε παραλύουν, απαγορεύοντας σου καν να οργιστείς. Καθώς χανόμασταν σιγά-σιγά σε καφετέριες και γαλακτοπωλεία, το χτεσινό ξενύχτι στοίχειωσε και με κατακυρίεψε. Δεν ήμουν παρά ένα ράκος δίχως σκέψεις, που όλο κι όλο νοσταλγούσε το κρεβάτι του. Ζήτησα συγνώμη από το φίλο μου, μα δε θα του κάνα παρέα απόψε στο βραδινό γραφειάκι με τα περιοδικά και τις καρέκλες.

Στο σπίτι ο ύπνος με μολύβωσε βαριά στο κρεβάτι. Το άλλο πρωί πια, με ξύπνησε το τηλεφώνημα του φίλου μου. «Επρεπε να χωνέψουμε την καταδίκη και μάλιστα να την εκμεταλλευτούμε. Είναι μια ευκαιρία να φωνάξουμε. Το λοιπόν να βρεθούμε απόψε και να γράψουμε γράμματα στις οργανώσεις στο εξωτερικό. Και ύστερα φεύγουμε για διακοπές. Επίσης χτες με πήρε κάποιο παιδί στα γραφεία. Ζήτησε το όνομα μου και σαν να στενοχωρέθηκε που δε με βρήκε. Δεν άφησε όνομα.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Βγήκα στο μπαλκόνι, έκλεισα τα μάτια και πήρα ανάσα. Μα, ο αέρας μύριζε καμένο. Τινάχτηκα και κοίταξα τριγύρω στον ορίζοντα. Σ’ ένα σημείο, πέρα μακριά, φούντωνε ο καπνός. Δεν έπαιρνα όρκο, μα μου φάνηκε πως ήταν η περιοχή του λόφου… Του δασωμένου λόφου που στάθηκε ανέκαθεν η προτίμηση των κουρελιών της πόλης μας, μα και που μια παράφραση του ονόματος του – ο λόφος που διαστρέφει – τον έφερνε συχνά στα αντικομφορμιστικά μας λογοπαίγνια.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.