psycho
Leave a comment

Φαρμακευτική καινοτομία στο τέλος της εποχής του ασύλου

Ένα χαρακτηριστικό της αλληλεπίδρασης μεταξύ ψυχίατρου και ασθενούς είναι ότι αν η μεριά του ασθενούς ληφθεί εκτός πλαισίου, όπως γίνεται στην κλινική περιγραφή, τότε αυτή μπορεί να ακούγεται πολύ παράξενη. Η μεριά του ψυχίατρου, εν τούτοις, εκλαμβάνεται ως η ίδια η λυδία λίθος για την κοινή μας άποψη της κανονικότητας. Ο ψυχίατρος, ως ipso facto σώφρων, δείχνει ότι ο ασθενής βρίσκεται εκτός επαφής μαζί του. Το γεγονός ότι είναι εκτός επαφής με τον ασθενή δείχνει ότι υπάρχει κάτι στραβό με τον ασθενή, αλλά όχι με τον ψυχίατρο.

R.D. Laing, The Politics of Experience and the Bird of Paradise

Οι ψυχιατρικοί ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία στις αρχές του εικοστού αιώνα είναι δίχως αμφιβολία τυχεροί που οι γιατροί τους δεν καταφεύγουν πλέον στη ψυχοχειρουργική ή τη θεραπεία κώματος ινσουλίνης, και χρησιμοποιούν το ηλεκτροσόκ με φειδώ. Οι περισσότερες από τις θεραπείες που χρησιμοποιούνται αντ’ αυτών αναπτύχθηκαν σε μια περίοδο έντονης καινοτομίας που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ανακαλύψεις αυτής της περιόδου επομένως σχημάτισαν τον τρόπο που εφαρμόζεται η ψυχιατρική σήμερα σε όλο τον κόσμο. Αποκάλυψαν επίσης μια διαλεκτική ένταση η οποία υπήρξε σταθερό μοτίβο στην ιστορία της ψυχιατρικής φροντίδας, μεταξύ εκείνων που αναζητούσαν τεχνικές συνταγές για ψυχιατρικά προβλήματα και εκείνων που έχουν επιχειρηματολογήσει ότι η ενσυναίσθηση και η θέρμη είναι τα πλέον ισχυρά θεραπευτικά όπλα διαθέσιμα στον κλινικό ιατρό.

Στις περισσότερες χώρες, η εμφάνιση των νέων θεραπειών συνέπεσε με το τέλος της εποχής του συστήματος ασύλου. Αφού αυξήθηκε από μερικές χιλιάδες το 1860 σε περισσότερες από 150.000 στις αρχές του 1950, ο ψυχιατρικός πληθυσμός στα νοσοκομεία της Βρετανίας μειώθηκε σταθερά στο δεύτερο μισό του αιώνα πέφτοντας περίπου στις 60.000 στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας. Αυτό δεν οφειλόταν επειδή λιγότεροι άνθρωποι αναζητούσαν θεραπεία αλλά γιατί οι ασθενείς που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο έπαιρναν εξιτήριο πιο γρήγορα. Το 1961 ο Υπουργός Υγείας Enoch Powell ανακοίνωσε την πρόθεση της βρετανικής Κυβέρνησης να καταργήσει εντελώς τα άσυλα στις κομητείες. Μία παρόμοια κατεύθυνση ακολουθήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το 1963 ο Πρόεδρος Κένεντι υπέγραψε τον κοινοτικό νόμο της ψυχικής υγείας και για πρώτη φορά οι πολιτείες δέχονταν την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση που απαιτούνταν για να για να ιδρύσουν τοπικά Κέντρα Ψυχικής Υγείας. Ως συνέπεια ο αριθμός των ψυχιατρικών ασθενών στα νοσοκομεία κατέρρευσε ακόμα πιο δραματικά από ότι στη Βρετανία από περίπου πάνω από μισό εκατομμύριο το 1950 σε μόλις 60.000 τα μέσα του 1990.

Διάφορες ονομασίες έχουν δοθεί σε αυτήν την τάση αλλά η πιο συχνή είναι η αποασυλοποίηση, ένας όρος που αναγνωρίζει έμμεσα τη βλάβη που προκαλούσε η κράτηση μακράς διάρκειας σε εκείνους που βρίσκονταν εντός των τειχών των ψυχιατρείων, κάποιοι εκ των οποίων δεν θα έπρεπε να είναι εκεί ποτέ αρχικά (στις αρχές του ’70 μία σειρά άρθρων στην εφημερίδα Guardian εξέτασε το σκάνδαλο γηραιών γυναικών που κρατούνταν σε βρετανικά άσυλα τα οποία οι οποίες είχαν εισαχθεί ως έφηβες όταν γέννησαν παράνομα παιδιά). Οι δυνάμεις πίσω από αυτή τη διαδικασία έχουν εξεταστεί πολύ και με πάθος αλλά κάποιες είναι δίχως αμφιβολία οικονομικές. Οι φορολογούμενοι εμφανίζονται όλο και πιο διστακτικοί να πληρώνουν τα τεράστια κόστη λειτουργίας μεγάλων ψυχιατρικών νοσοκομείων που απαιτούσαν οι ασθενείς να τρέφονται, να πίνουν και να στεγάζονται συχνά επ’ αόριστον. Ένα σύστημα στο οποίο οι ασθενείς ζούσαν στην κοινότητα, επιστρέφοντας στις ψυχιατρικές πτέρυγες κατά τη διάρκεια περιόδων κρίσης, υποσχόταν να είναι πολύ φθηνότερο.

Εξίσου σημαντική ήταν η αυξανόμενη ενημερότητα του κοινού των τρόπων που το σύστημα ασύλων κατέστρεφε ζωές. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι τρομακτικές καταστάσεις στα μεγάλα Αμερικάνικα άσυλα αποκαλύφθηκαν από αντιρρησίες συνείδησης που υπηρετούσαν στην Πολιτική Κοινωνική Υπηρεσία, ένα αναγνωρισμένο από την κυβέρνηση οργανισμό που χρηματοδοτούνταν από θρησκευτικές ομάδες που εναντιώνονταν στον πόλεμο. Σε πολλούς είχε ανατεθεί μια εργασία ως βοηθοί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία ως εναλλακτική των στρατιωτικών υποχρεώσεων. Οι παρατηρήσεις τους, που περιλάμβαναν μεγάλο μέρος συνηθισμένης και τακτικής βίας κάτω των ασθενών από πληρωμένους βοηθούς, τελικά δημοσιεύτηκαν σε ένα άρθρο στο περιοδικό Life. Αποκαλύψεις στις εφημερίδες και εκστρατείες που οργανώνονταν από ομάδες όπως το Εθνικό Συμβούλιο Για τις Πολιτικές Ελευθερίες συνέβαλαν κάπως ώστε να αποκαλυφθούν παρόμοιες βιαιότητες στη Βρετανία. Αυτές οι ανησυχίες ενισχύθηκαν στη λαϊκή κουλτούρα, με ταινίες όπως το Family Life του Ken Loach (1971) και βιβλία όπως το One Flew Over the Cuckoo’s Nest (1962) του Ken Kesey και το Zen and the Art of Motorcycle Maintenance (1974) του Robert Pirsig, τα οποία απεικόνιζαν προφανώς σώφρονες παρίες (μια έγκυο έφηβη, έναν μικροεγκληματία κι έναν παραπλανημένο φιλόσοφο αντίστοιχα) που απογυμνώνονταν από τις ταυτότητές τους από βιολόγους ψυχιάτρους που έφεραν μαχαίρια λευκοτομίας και μηχανές ηλεκτροσπασμοθεραπείας.

Σήμερα συχνά υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η διαθεσιμότητα των νέων φαρμακοθεραπειών έπαιξε επίσης ένα σημαντικό ρόλο στην εγκατάσταση της ψυχιατρικής θεραπείας στην κοινότητα, και ότι, δίχως τις κρίσιμες προόδους στη φαρμακολογία, το κλείσιμο των ασύλων δεν θα ήταν δυνατό. Οι νέες φαρμακευτικές αγωγές, υποστηρίζεται, έχουν επιτρέψει ανθρώπους με ψύχωση να ζουν σχετικά κανονικές ζωές ενώ προηγουμένως θα είχαν ανάγκη νοσοκομειακής φροντίδας. Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι απλά ιστορικός αλλά είναι μέρος της ρητορικής που χρησιμοποιείται για να δικαιολογείται η συνεχιζόμενη προτεραιότητα που δίνεται σήμερα στα φάρμακα. [Εδώ θα αναφέρουμε τις φαρμακολογικές εξελίξεις της εποχής, δίνοντας χώρο στις άλλες εξελίξεις σε μετέπειτα ανάρτηση]

Το πρώτο φάρμακο που δούλεψε

Πολλοί ιστορικοί ιχνηλατούν τη σύγχρονη εποχή της ψυχιατρικής σε ένα μεμονωμένο γεγονός, το οποίο οδήγησε στην ανανέωση του ενδιαφέροντος στις βιολογικές θεραπείες ακριβώς όταν ο ενθουσιασμός για αυτές έφθινε. Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, οι γιατροί των ασύλων είχαν χρησιμοποιήσει ένα ευρύ φάσμα από φάρμακα, για παράδειγμα βρωμίδια και βαρβιτουρικά για να δαμάσουν τη διέγερση και διεγερτικά για ασθενείς που ήταν κατεθλιμμένοι και ναρκώδεις, αλλά κανένα δεν είχε δείξει να έχει αποτελέσματα διαρκείας στη συμπεριφορά των ασθενών. Το ρήγμα εμφανίστηκε με τη μορφή ενός φαρμάκου που τώρα είναι γνωστό ως χλωροπρομαζίνη το οποίο, όταν εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας του 1950, έδειξε γρήγορα ότι είχε αποτελέσματα που εμφανίζονταν να είναι τόσο εξειδικευμένα όσο και διαρκείας. Ειρωνικά, ίσως, το άτομο που έκανε τα πρώτα βήματα για να φέρει αυτό το φάρμακο στην ψυχιατρική δεν ήταν ένας ψυχίατρος αλλά ένας γραφικός και ενεργητικός Γάλλος χειρούργος του ναυτικού που ονομαζόταν Henri Laborit. (Μετέπειτα στη ζωή του, ο Laborit συνέχισε ως δημοφιλής συγγραφέας εκλαϊκευμένης επιστήμης, διαδήλωσε κατά του ράλυ Παρίσι-Ντακάρ γιατί απεχθανόταν τους διαγωνισμούς και πρωταγωνίστησε – ως ο εαυτός του – στην ταινία Mon oncle d’Amerique του Alain Resnais, 1980.)

To 1949 o Laborit, τότε στα 35 του και διορισμένος στην Τυνησία, έψαχνε για τρόπους να αποφύγει το χειρουργικό σοκ, μια κατάσταση που περιλαμβάνει ξαφνική απώλεια πίεσης αίματος πράγμα που μερικές φορές προκαλούσε τους ασθενείς να πεθαίνουν στο χειρουργικό τραπέζι. Πιστεύοντας ότι το σοκ μπορεί να προκαλείται από μια ακραία αντίδραση ισταμίνης, άρχισε να πειραματίζεται με συνθετικές αντιισταμίνες που ανήκαν σε μια οικογένεια χημικών γνωστών ως φαινοθειαζίνες, που του παρείχε η Rhône-Poulenc, μια κορυφαία φαρμακευτική εταιρία. Παρατήρησε ότι μερικά από τα σκευάσματα που διερευνούσε φαινόταν να έχουν χαρακτηριστικές επιπτώσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, καθιστώντας τους ασθενείς του πιο ανεκτικούς στον πόνο και αδιάφορους για το άμεσο περιβάλλον τους, μερικές φορές επιφέροντας μια ασυνήθιστη κατάσταση νάρκωσης που περιέγραψε ως “ευφορική ηρεμία”.

Ο Laborit μετέφερε τις παρατηρήσεις του στον Paul Charpentier, έναν χημικό που εργαζόταν για την Rhône-Poulenc, ο οποίος συνέθεσε κι άλλα σκευάσματα με την ελπίδα να κεφαλαιοποιήσει εκείνες τις “δευτερεύουσες επιδράσεις”. Η Simone Courvoisier, μια φυσιολόγος που εργαζόταν για την εταιρία, ανέπτυξε μια μέθοδο προληπτικού ελέγχου των νέων σκευασμάτων για τις ψυχολογικές τους ιδιότητες. Τοποθετώντας αρουραίους σε ένα κουτί με ένα κατακόρυφο σχοινί, χτυπούσε ένα καμπανάκι ενώ παρείχε ένα ηλεκτρικό σοκ μέσω του πατώματος του κουτιού. Οι αρουραίοι έμαθαν γρήγορα να σκαρφαλώνουν στο σχοινί, ακόμα κι όταν χτυπούσε το καμπανάκι απουσία ηλεκτρικού σοκ – ένα φαινόμενο που τώρα είναι γνωστό ως conditioned avoidance. Όταν είχαν χορηγηθεί με ένεση στους αρουραίους με τα πιο ισχυρά από τα νέα σκευάσματα, δεν σκαρφάλωναν πλέον στο σχοινί όταν άκουγαν μόνο το καμπανάκι, αλλά προσπαθούσαν το ίδιο έντονα να δραπετεύσουν από το σοκ εφόσον αυτό είναι ασκηθεί. Τα φάρμακα έδειχναν να αποτρέπουν τους αρουραίους από την αποφυγή των σοκ, αλλά δεν είχαν επίδραση στο βαθμό που βιώνονταν ως δυσάρεστα. Αυτή η ιδιότητα τελικά χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος για να ταυτοποιηθούν υποσχόμενα σκευάσματα πριν επιλεγούν για δοκιμή σε ασθενείς.

Το 1951 η Rhône-Poulenc έδωσε στην κυκλοφορία το πλέον ισχυρό από τα νέα φάρμακα του Charpentier, που τότε ονομαζόταν 4560RP, σε ένα μικρό αριθμό Γάλλων ψυχιάτρων. Αυτή την εποχή ο Laborit είχε μετατεθεί στο νοσοκομείο Val-de-Grâce στο Παρίσι, και προσπαθούσε να ανακαλύψει αν το πάγωμα των ασθενών του μπορούσε να τους προστατέψει από το σωματικό στρες της εγχείρισης. Καθώς το 4560RP έγινε γνωστό ότι απέτρεπε την ικανότητα του σώματος να ρυθμίζει τη θερμοκρασία, προσπάθησε να το χορηγήσει στους αναισθητοποιημένους ασθενείς του πριν τους πακετάρει με πάγο. Εντούτοις, παρέμεινε πεπεισμένος ότι είχε περισσότερο δυναμικό ως ψυχιατρική θεραπεία.

Στις 9 Νοεμβρίου 1951 ο Laborit έπεισε μια φίλη ψυχίατρο, την Dr Cornelia Quarti, να συμφωνήσει σε μια ενδοφλέβια ένεση του 4560RP ώστε να βιώσει τις ψυχολογικές του επιδράσεις. Η αρχική αντίδραση της Quarti ήταν δυσμενής – ένιωσε βαθέως κατατεθλιμμένη και σχεδόν λιποθύμησε. Όμως, μετά από δύο ώρες άρχισε να βιώνει μια κατάσταση “ευφορικής χαλάρωσης”, πράγμα που ήταν αρκετά ενθαρρυντικό για να δικαιολογήσει ένα πείραμα με ασθενή. Δύο μήνες αργότερα ένα ψυχίατρος του Val-de-Grâce, ο συνταγματάρχης Joseph Hamon, χορήγησε 4560RP σε συνδυασμό με ένα βαρβιτουρικό σε έναν βαριά μανιακό που απέτυχε να ανταποκριθεί στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία ή το πεντοθάλ (ένα αναισθητικό που τότε κάποιες φορές χρησιμοποιούσαν για θεραπεία ακραίων καταστάσεων). Η αντίδραση του ασθενή ήταν αξιοσημείωτη, και είκοσι μέρες μετά την πρώτη δόση του στις 19 Ιανουαρίου 1952 κρίθηκε ‘ικανός για κανονική ζωή’.

Αργότερα εκείνη τη χρονιά, μια σειρά από πειράματα με το 4560RP που διεξήχθηκαν στο Ψυχιατρικό Κέντρο της Αγίας Άννης στο Παρίσι προκάλεσαν το ενδιαφέρον ψυχιάτρων που εργάζονταν αλλού στον κόσμο. Τα πειράματα διεξάγονταν από τον Jean Delay, έναν από τους πιο αξιοσέβαστους Γάλλους ψυχιάτρους της εποχής, και του βοηθού του, του Pierre Deniker. Ο Delay είχε πρώτα ακούσει για το 4560RP από τον κουνιάδο του Deniker, έναν αναισθησιολόγο που είχε προσπαθήσει να επαναλάβει την πειραματική χρήση από τον Laborit του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγχείρησης. Αρχικά, οι Delay και Deniker σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν σωρούς πάγου για να ψύξουν ασθενείς που τους είχε χορηγηθεί το 4560RP, ακολουθώντας την ιδέα του Laborit ότι αυτό θα αύξανε την ανοχή στο στρες. Όμως, όταν το νοσοκομειακό φαρμακείο ξέμεινε από συσκευασίες πάγου, οι νοσοκόμες συνέχισαν και έδωσαν το φάρμακο χωρίς αυτές. Ξεπερνώντας γρήγορα το θαυμασμό τους εμπρός στο γεγονός ότι η ψύξη δεν είναι απαραίτητη, οι Delay και Deniker συνέχισαν δίνοντας το 4560RP – που σύντομα θα μετονομάζοταν σε χλωροπρομαζίνη – σε έναν αριθμό από (κυρίως μανιακούς) ασθενείς, επιτρέποντάς τους να διεξάγουν μια πιο αυστηρή εκτίμηση των αποτελεσμάτων του. Αποφάσισαν γρήγορα να ονομάσουν το φάρμακο νευρολητικό, μια λέξη που προέρχεται από τα Ελληνικά και σημαίνει “άδραγμα των νεύρων”, και αυτός ο όρος χρησιμοποιούταν για να περιγράψει όλα τα φάρμακα που ανήκαν στην ίδια γενική κλάση μέχρι το 90s, οπότε ο όρος αντιψυχωσικό υιοθετήθηκε ευρύτερα.

Μια αναξιοπρεπής διαμάχη μεταξύ Laborit και Delay και Deniker για το ποιος θα έπρεπε να πάρει τις τιμές για την εισαγωγή της χλωροπρομαζίνης είναι πιθανόν ο μόνος λόγος που κανένας δεν έλαβε βραβείο Νόμπελ για την ανακάλυψή της. Μπήκε πρώτα στην Αμερικάνικη αγορά σαν φάρμακο για τη ναυτία, και προσκάλεσε την προσοχή των βορειοαμερικάνων ψυχιάτρων μόνο αφού ένας γαλλόφωνος Καναδός ψυχίατρος που εργαζόταν στο Μόντρεαλ, ο Hans Lehman, έλαβε τις εργασίες των Delay και Deniker από έναν αντιπρόσωπο της Rhône-Poulenc. Ο Lehman τις διάβασε ενώ μούλιαζε στο μπάνιο ένα απόγευμα και αμέσως την επόμενη μέρα δοκίμασε το φάρμακο σε ορισμένους από τους ασθενείς του. (Είχε πρόβλημα να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της βιαστικά οργανωμένης δοκιμασίας του, γιατί οι κριτικοί τα θεώρησαν υπερβολικά καλά για να είναι πραγματικά.) Μελέτες που διεξήχθηκαν αργότερα από το Εθνικό Ινστιτούτο για την Ψυχική Υγεία εδραίωσαν ότι, αν και είχε υπνωτική δράση σε πολύ μεγάλες δόσεις, η επίδραση της χλωροπρομαζίνης στα ψυχωσικά συμπτώματα, ιδιαίτερα στις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, δεν είχε συσχετισμό με αυτή την επίδραση: ασθενείς που τους δόθηκε μια ισοδύναμα ναρκωτική δόση βαρβιτουρικών δεν βελτιώθηκε με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον έρευνα πρότεινε ότι ήταν ένας αποτελεσματικός προφυλακτικός φορέας, ο οποίος μπορούσε να δίνεται στους ασθενείς που είχαν πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο, βοηθώντας τους να μην αρρωστήσουν ξανά. Τον καιρό αυτό, αρχές των 70s, η χλωροπρομαζίνη χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως μια εξειδικευμένη θεραπεία για τη σχιζοφρένεια, παρά το γεγονός ότι η πρώιμες Γαλλικές μελέτες είχαν όλες δείξει ότι ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στους ασθενείς που υπέφεραν από μανία.

Η ανακάλυψή της χλωροπρομαζίνης ενεργοποίησης έντονη δραστηριότητα στη φαρμακευτική βιομηχανία, η οποία αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά, τα σημαντικά ποσά χρημάτων που μπορούσαν να προκύψουν από την ανάπτυξη φαρμάκων για τις ψυχιατρικές διαταραχές. Σχεδόν αμέσως με την εισαγωγής της χλωροπρομαζίνης για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μεπροβαμάτη ή Miltown, το πρώτο ‘ελάσσων ηρεμιστικό’ έγινε διαθέσιμο για τη θεραπεία του άγχους, επεκτείνοντας το πεδίο της νέας επιστήμης της κλινικής ψυχοφαρμακολογίας πέρα από το άσυλο στην κλινική των εξωτερικών ασθενών. Παρόλο που ήταν αρχικά μια τεράστια επιτυχία με όρους πωλήσεων, και στη διαβεβαίωση του κοινού για την αποδοχή θεραπειών με φάρμακα για λιγότερο σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, οι επόμενες μελέτες έγειραν αμφιβολίες για το αν το Miltown ήταν πιο αποτελεσματικό από τα κοινά ηρεμιστικά.

Η μεπροβαμάτη με τη σειρά της ακολουθήθηκε από τα πρώτα αντικαταθλιπτικά, στα οποία σκόνταψαν οι φαρμακοβιομηχανίες ψάχνοντας για νέα αντιψυχωτικά. Το άτομο που ξεκίνησε αυτή την εξέλιξη ήταν ο Roland Kuhn, ένας περιθωριακός σαν τον Laborit, που εργαζόταν στο κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Münsterlingen στην Ελβετία. Δοθέντων δειγμάτων του G22355, ενός σκευάσματος παρόμοιου με τη χλωροπρομαζίνη που είχε συντεθεί από τον ελβετικό γίγαντα Geigy, ο Kuhn απογοητεύτηκε που δεν είχε επίδραση στις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις των ασθενών του. Εντούτοις, του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι οι ασθενείς που το λάμβαναν κάποιες φορές εμφανίζονταν λιγότερο μίζεροι. Αφού το χορήγησε σε τρεις βαθέως καταθλιπτικούς ασθενείς βεβαιώθηκε ότι επρόκειτο για ένα εντελώς νέο είδος θεραπείας. Η φαρμακευτική βιομηχανία άργησε να αναγνωρίσει ότι υπήρχε αγορά για θεραπείες της κατάθλιψης, αλλά τελικά το G22355 πουλήθηκε ως ιμιπραμίνη, και αναγνωρίστηκε ως το πρώτο μιας νέας κατηγορίας φαρμάκων, των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών. Παρόλο που τώρα είναι λιγότερο δημοφιλής από ότι οι πρόσφατα ανακαλυφθέντες επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), η ιμιπραμίνη χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.

Μια τελευταία κατά λάθος ανακάλυψη που έδειξε να ολοκληρώνει το οπλοστάσιο του βιολογικού ψυχίατρου ήταν ένα φάρμακο που εμφανιζόταν να σταθεροποιεί τις διακυμάνσεις διάθεσης ασθενών που είχαν διαγνωστεί ότι υπέφεραν από διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη). Το άτομο που ήταν περισσότερο υπεύθυνο για αυτή την ανακάλυψη ήταν πάλι κάποιος στο περιθώριο, ο John Cade, ο ιατρικός επιβλέπων του Repatriation Mental Hospital στη Bundoora της Αυστραλίας, του οποίου οι παρατηρήσεις χρειάστηκαν μερικά χρόνια μέχρι να φτάσουν στα αυτιά του ψυχιατρικού κατεστημένου.

Ο Cade, όπως και ο Kraepelin πριν από αυτόν, πίστευε ότι η ψυχική ασθένεια θα μπορούσε να προκαλείται από αυτοδηλητηρίαση και ξεκίνησε να δοκιμάσει τη θεωρία του κάνοντας ένεση σε ινδικά χοιρίδια με ούρα από τους ασθενείς του. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων που πρόσεξε ότι το ανθρακικό λίθιο, το οποίο αναμείγνυε με τα ούρα σε μια προσπάθεια να τα κάνει περισσότερο ανεκτό κατά την ένεση, έδειχνε να κάνει τα ζώα ληθαργικά και χαλαρωμένα. Παρόλο που αναφέρθηκε σε μια εργασία που δημοσιεύτηκε στο Medical Journal of Australia το 1949, οι μετέπειτα παρατηρήσεις του Cade ότι το ανθρακικό λίθιο μείωνε την έξαψη των μανιακών ασθενών παρέμειναν δίχως να τις προσέξει κανείς μέχρι πολύ αργότερα, και το φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα 70s. Η αργή εισαγωγή του αντικατόπτριζε όχι μόνο το γεγονός ότι ο Cade ήταν σχετικά ένα τίποτα, προερχόμενος από μια απομακρυσμένη περιοχή του κόσμου, αλλά επίσης και τον δισταγμό της φαρμακοβιομηχανίας να επενδύσει σε ένα σκεύασμα που είναι άφθονο στη φύση, αδύνατον να πατενταριστεί, και επομένως δύσκολο να μετατραπεί σε κέρδος.

Από το βιβλίο Doctoring the Mind –Why psychiatric treatments fail του Richard P. Bentall. Υποψήφιο για Mind Book της χρονιάς.

Leave a Reply