queer
Leave a comment

Η Σιδηρά Κυρία

margaret-thatcher-zz

Γεννήθηκα λίγο μετά την πτώση της χούντας και πέρασα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι και τη δευτέρα δημοτικού, σε ένα χωριό της Χαλκιδικής. Αργότερα, αφού ήρθαμε στην πόλη, πάντα ξεκαλοκαιριάζαμε τρεις μήνες πάλι εκεί, οπότε ήταν λίγο σαν μην είχα φύγει ποτέ. Τα χρόνια του δημοτικού (τα αντίστοιχα καλοκαίρια δηλαδή) τα έβγαλα στα ηλεκτρονικά, στα χωράφια να παίζω πόλεμο – λαχταρώντας πάντα να πιαστώ αιχμάλωτος – και επιδιδόμενος σε σεξουαλικές εξυπηρετήσεις προς τους μεγαλύτερους της παρέας. Ήταν περίπου η εποχή που η ΝΕΤ λεγόταν Υ.ΕΝ.Ε.Δ., που πάει να πει Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτό, μαζί με το γεγονός ότι δεν γνώριζα το πραγματικό όνομα αρκετών κατοίκων του χωριού, όπως διαπίστωσα αργότερα, παρά μόνο παρατσούκλια της κατηγορίας «Παττακός» ή «Καντάφι» και σε συνδυασμό με το, γεμάτο νόημα, πολιτικό εμπάργκο της δημοσιοϋπαλληλικής οικογένειάς μου αλλά και το ξεμυάλισμα από τις συναρπαστικές σεξουαλικές περιπέτειες στην πίσω αυλή του σχολείου, εξηγούν εύκολα γιατί είχα τη δυνατότητα να γνωρίζω ένα και μόνο ένα πράγμα για την κα. Θ.: Κάπου εκεί έξω μακριά, σε μια χώρα που οι άνθρωποι δεν είναι σαν κι Εμάς, είναι μια γυναίκα με σφιχτά χείλη που κυβερνά – μάλιστα, κύριε, μια γυναίκα – και είναι ισχυρή σαν μάγισσα, σκληρή σαν γυμνασιάρχης, αυστηρή μα και δίκαια, μια γυναίκα που θέλει το καλό σου – έστω κι αν αυτό έχει τη γεύση από το μουρουνόλαδο που με έβαζαν να πίνω – και ο κόσμος την φοβάται αλλά την λατρεύει και την σέβεται συνάμα. Κάτι σαν το Θεό δηλαδή, μόνο αυτή είχε άλλο όνομα, δικό της. Τη λέγανε «Σιδηρά Κυρία».

Η προσωπικότητα της κας Θ. ήταν αυτή που προσέλκυσε τόσο πολλούς ομοφυλόφιλους άνδρες στο κόμμα, σε ένα επάγγελμα που κυριαρχούταν από άντρες με πιτυρίδα και τρίχες που προεξείχαν από τα ρουθούνια τους ή από γυναίκες που έδειχναν σαν να τις σύρανε μέσα από έναν φράχτη ανάποδα (…). Η καθαρή κομψότητα, η θηλυκή τελειότητα, το άψογο dress sense και η ξεκάθαρη αποφασιστικότητα να αλλάξει την κοινωνία τράβηξε πολλούς γκέι άντρες προς τη Σιδηρά Κυρία. (Brian Coleman, New Statesman)

Όταν λοιπόν ένα καλοκαίρι κατέφθασε στο χωριό ο θερινός σινεμάς («Ταρζάν», «Τα μεγάλα καμάκια», «Η μούμια βγήκε από τον τάφο της», «Κομμάντος και μανούλια» και ο «Άγγελος», που ήταν μόνο για μεγάλους αλλά εμείς το είδαμε στριμωγμένοι στο καμπαναριό), κατέφθασε μαζί με αυτόν και η κα. Θ.

Η δεύτερη καλύτερη ηθοποιός των «ελληνικών ταινιών» ever, κατά την ταπεινή μου γνώμη – δεύτερη, γιατί πρώτη ήταν η Τζένη Καρέζη, εμένα δεν μου άρεζε η Βουγιουκλάκη κι άσε την παρέα να λέει – θα εμφανιζόταν στο πανί τη επόμενη Παρασκευή. Και να ήταν μόνο αυτό; Η έξαψη ήταν διπλή και τρίδιπλη γιατί – αν είναι δυνατόν, muh dear – η Ρένα Βλαχοπούλου θα πρωταγωνιστούσε στην ταινία «Η Σιδηρά Κυρία». Η Ρένα, ταγμένη Θατσερική και με μια γιγαντιαία προσωπογραφία της κυρίας με το Άψογο Χτένισμα κρεμασμένη στο μικροαστικό δωμάτιό της, θα ερχόταν σε σύγκρουση με το τέρας της ελληνικής γραφειοκρατίας, το ελληνικού δαιμονίου και της ελληνικής πραγματικότητας γενικότερα. Όμως του «έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει» (πόσο μάλλον όταν στα ντουβάρια του χωριού έγραφε με κόκκινη μπογιά «ΚΚΕ 18  %» και ο μεγάλος ξάδερφος σε λίγα χρόνια θα αγόραζε ένα μεγάλο πράσινο βιβλίο που απέξω έγραφε «Το ΣΟΚ του ΠΑΣΟΚ»). Κι έτσι, στην τελευταία σκηνή – βλ. youtube – όπου η Ρένα στρέφεται προς το εικόνισμα της κας Θ. και της ζητά να έρθει αυτή να σώσει τη χώρα, η Σιδηρά Κυρία ζωντανεύει, τα χείλη της κουνιούνται και λέει: «Κορόιδο είμαι;».

Κάπως έτσι, κωμικά και ανώδυνα γλίστρησε και πέρασε ο θατσερισμός από την αποστειρωμένη πολιτικά παιδική ζωή μου, και αυτό που μου έμεινε ήταν ένα κάποιο ακαθόριστο δέος, μάλλον το πρώτο σκίρτημα του συναισθήματος που έχει μια ολοκληρωμένη αδερφή όταν ετοιμάζεται να πει «Είσαι Θεά!». Ίσως στο τσακ να ήμουνα να το πω κι εγώ – ολοκληρωμένα – κατά πώς τα περιγράφει ο κ. Brian Coleman στο lead του άρθρου. Αλλά τώρα έμενα πια στην πόλη, και στην πόλη ήταν αλλιώς, στην πόλη ήταν που μια φίλη μου μού έδειξε κάτι πιο ενδιαφέρον από μια κυρία με εντυπωσιακό μαλλί κάσκα.

Η Άννα ξεδίπλωσε μια σελίδα σκισμένη από ένα περιοδικό και μου έδειξε μια γιαπωνέζα γκέισα. «Αυτός είναι ο Boy George», μου είπε, «να, κι εδώ είναι ντυμένος κανονικά άντρας. Όμως εγώ τον προτιμώ όταν είναι γυναίκα». Στην αρχή τον φοβήθηκα τον Boy George. Έπιασα το χαρτί λιγάκι από την γωνία και σχεδόν αισθάνθηκα μια, απροσδιορίστως συναρπαστική, μιαρότητα να ανεβαίνει από τη φωτογραφία προς το χέρι μου. Και τα τραγούδια από αυτό το εξωτικό πτηνό καλά ήταν. Αλλά δεν τον ήθελα και πολύ δίπλα μου. Γιατί αυτός – φως φανάρι, παιδί μου! – ήταν πούστης. Αλλά, πάλι, κι εμένα με γαμούσανε. Αλλά τότε γιατί δεν του έμοιαζα; Κι άμα μας μπερδεύανε και νόμιζαν ότι τα βράδια ντύνομαι κι εγώ γκέισα και γίνομαι «έτσι»; Ρεζίλι! Και καλά δεν τον έδειρε ποτέ κανένας έτσι που κυκλοφορεί; Εμένα δεν με είχαν δείρει ποτέ, απλά με πηδούσαν και μετά πήγαιναν παραδίπλα να καπνίσουν και τους κοιτούσα με λατρεία. Γιατί να με δείρουν; Μάλλον δεν ήμουν πούστης, απλά μου άρεσε να με σφίγγουν αγορίστικα χέρια. Phew.

Τον καιρό εκείνο δεν είχε internet, πόσο μάλλον Wikipedia και Google και YouTube. Επομένως, μετά από αιματηρές μάχες να μην έχουμε φροντιστήριο αγγλικά εκείνη την ώρα, όλα τα αγόρια και κορίτσια κάθε Παρασκευή στις 8 στηνόμασταν στην τηλεόραση για να δούμε «Μουσικόραμα», δηλαδή μία ώρα με βιντεοκλίπ,και ενημερώσεις για τις φλέγουσες παγκόσμιες εξελίξεις. Και ήταν μια από αυτές τις Παρασκευές, όταν είχα ήδη μετακινηθεί οριστικά προς την εξίσου ανδρόγυνη γοητεία του Robert Smith, όταν ο παρουσιαστής ανακοίνωσε ότι τώρα θα δούμε το καινούριο του Boy George, «που είναι μάλιστα και τραγούδι διαμαρτυρίας». Το λέγανε «No Clause 28» και το ’πιασα και δεν το ’πιασα το υπονοούμενο για το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας.

Και να την πάλι η κα. Θ, με το κεφάλι της στο βιντεοκλίπ να περιστρέφεται σαν ρομπότ και να υπόσχεται ότι «αυτή η κυβέρνηση θα σας κάνει τόσο μίζερους όσο δεν παίρνει άλλο». Βγήκε κι ο Boy George – άντρας, χάλια ήτανε – και ένα σωρό αγόρια με groovy χτενίσματα και αμάνικα να χοροπηδάνε κι όλοι μαζί να φωνάζουν «no Clause 28!». Το «clause» δεν το είχαμε μάθει ακόμα στα αγγλικά, πόσο μάλλον τι πάει να πει «Clause 28». Σίγουρα ήταν κάτι κακό, και το κακό εκπορευόταν από τη Σιδηρά Κυρία. Κι έτσι ρώτησα την Άννα που διάβαζε «Κατερίνα» και τα λοιπά και τα ήξερε όλα.

Λοιπόν ο Boy George κι εγώ ήμασταν το ίδιο: «gay». Που πάει να πει ότι πάλι πούστης είσαι, αλλά χρησιμοποιείς περίπλοκες χορογραφίες όπως στο βιντεοκλίπ για να δείξεις ότι, βασικά, τους έχεις γραμμένους όλους. Και η Σιδηρά Κυρία δεν αγαπούσε ούτε τον Boy George, ούτε τους «gay», ούτε εμένα, γι’ αυτό είχε φτιάξει την Παράγραφο 28, για να μην μπορεί κανένας δημόσιος υπάλληλος ή ελεγχόμενη από την πολιτεία υπηρεσία να πει κάτι καλό για «μας», για να μην έχει καμία βιβλιοθήκη βιβλία που να «μας» παρουσιάζει ως «έγκυρο τρόπο ζωής», αλλά απεναντίας να θυμίζει ότι γενικά είμαστε για φτύσιμο – τουλάχιστον. Ήταν η πρώτη φορά που αυθόρμητα μου βγήκε αυτό το «μας» και το «εμείς», όπου το «εμείς» ήταν τα αγόρια του βιντεοκλίπ, εγώ, άντε κι ο Boy George, γιατί δεν ήξερα άλλον σαν κι «εμάς» στο σχολείο ή την γειτονιά.

Και μετά, εντελώς ξαφνικά, αυτό το ακαθόριστο «εμείς», αυτή η κάποια ποιότητα και ευαισθησία, έγινε κάτι πολύ πολύ συγκεκριμένο. Γιατί ξεφυλλίζοντας τα «Επίκαιρα» της μαμάς, έπεσα πάνω σε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα που μιλούσε για μια αρρώστια που ερχόταν από την Αμερική, περνούσε από την Αγγλία και τις γύρω χώρες, και όλο και πλησίαζε προς τα μέρη μας. Ούτε λίγο ούτε πολύ θα πάθαινα πυρετό, γρίπη, διάρροια, καρκίνο, μετά θα έβγαζα κάτι κόκκινες πληγές στο σώμα μου και μετά θα πέθαινα από πνευμονία ή «τοξοπλάσμωση» και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό, ούτε να κρυφτώ ούτε τίποτα, γιατί άμα ήσουνα ένας από «εμάς» ερχόταν και σε έβρισκε, μπορεί και να έβγαινε από μέσα σου δεν ξέρω.

Ε, λοιπόν, μάλλον δεν είχαν αφιέρωμα μόνο τα «Επίκαιρα» φαίνεται, θα το έγραφε κι αλλού, γιατί μετά από λίγο καιρό που ήρθε πάλι καλοκαιράκι, με στρίμωξαν τα παιδιά στο χωριό και εκεί που ρίγη έξαψης διέτρεχαν το σώμα μου, δεν με ακουμπούσε κανένας. «Έκανες πυρετό;», «πέρασες καμιά γρίπη;», «έχεις πάει με πολλούς στην πόλη;» κι εγώ ήθελα να πω «όχι, ρε παιδιά, μια χαρά είμαι, μόνο εσάς αγαπώ» αλλά με πρόλαβαν και μου είπαν αυστηρά ότι τέρμα τα παιχνίδια, κομμένα μαχαίρι, και μου γύρισαν την πλάτη και με άφησαν μόνο μου πίσω.

Το άλλο απόγευμα που βγήκα στην αλάνα, ο αρχηγός – ο πιο μεγάλος από όλους κι ο πιο όμορφος για μένα – με φώναξε «αδερφάρα!» και φύγαν όλοι χαζογελώντας. Δεν είχα και την Άννα που ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερη και τα ήξερε όλα να μου εξηγήσει και ξαφνικά ήμουν μόνος, μόνος στους πέντε δρόμους του χωριού εκείνο το καλοκαίρι. Αλλά του χρόνου που θα γινόμουν κι εγώ μεγάλος και θα πήγαινα Γυμνάσιο, όλα κομμένα μαχαίρι.

Η Σιδηρά Κυρία, προφανώς, αγνοούσε παντελώς την ασήμαντη ύπαρξή μου (πόσο μάλλον τα ζητήματά μου) και η δυσοίωνη κάσκα προφανώς δεν είχε καμία επίδραση επάνω μου. Αλλά μπορώ να φανταστώ τώρα, για να κορυφωθεί και το drama, ότι την ώρα που η Σιδηρά Κυρία έπινε το five o’clock tea της, εγώ έπαιρνα μια βαθιά ανάσα γιατί «there was no alternative», έπρεπε επιτέλους να διαλέξω: ή θα χόρευα πάνω-κάτω μαζί με τα αγόρια του βιντεοκλίπ ή θα κλεινόμουν στο δωμάτιο παρέα με τον εαυτό μου.

Με κέρδισε το δωμάτιο. Και παρόλο που έχουν αλλάξει τα πάντα, ακόμα δεν μπορώ να χορέψω.

(Στην επόμενη σελίδα: Clause 28)

Leave a Reply