queer
Leave a comment

Επτά καυτά sessions με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη

Για τις γυναίκες και τους ανώμαλους, η λησμοσύνη μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο ώστε να αποδιοργανωθεί η ομαλή λειτουργία του κανονικού και του συνήθους.

Οι λειτουργίες αυτές, γενικά, περιβάλλονται από την αύρα του αναπόφευκτου ή του αυτονόητα φυσικού απλά και μόνο επειδή μεταβιβαζονται από τη μία γενιά στην άλλη. Οι γυναίκες είναι συνήθως τα αποθετήρια αυτής της λογικής του πώς «να είσαι», του τι «να γίνεις», και κατόπιν μεταδίδουν αυτή τη λογική στην επόμενη γενιά.

Κι όμως, η λησμοσύνη μπορεί να είναι μια ρήξη με το αέναα αυτο-δημιουργούμενο παρόν, μια απόδραση από ένα αυτο-συγκροτούμενο παρελθόν, μια προοπτική για ένα μη-ετερο-αναπαραγωγικό μέλλον. Τείνουμε να οργανώνουμε τη χαοτική διαδικασία των ιστορικών αλλαγών αγκυρώνοντάς την σε μια αντίληψη μετατοπίσεων από γενιά σε γενιά (από τον πατέρα στον γιο) και να επισκοτίζουμε τα ερωτήματα για την αυθαιρεσία της μνήμης και την ανάγκη να ξεχάσουμε – παραδεχόμενες μια κάποια αντίληψη της αναπόφευκτης δύναμης της προόδου και της διαδοχής.

Η αποσύνδεση της διαδικασίας αυτής της γενεαλογικής σκυταλοδρομίας από τη δύναμη της ιστορικής εξέλιξης είναι ένα από τα σκοτεινά σχέδια της ανωμαλίας. Οι ζωές μας αποζητούν να αποσυνδέσουν την αλλαγή από τις υποτιθέμενες οργανικές και αμετάβλητες μορφές της οικογένειας και της κληρονομίας. Υπάρχει το δυναμικό για μια διαφορά στη μορφή η οποία κείτεται αδρανής στην συλλογικότητά μας, όχι ως ουσία της σεξουαλικής ετερότητας, αλλά ως μια δυνατότητα εγγεγραμμένη στη ρήξη με τις ετεροφυλοφιλικές αφηγήσεις για τη ζωή. Οι Οιδιπόδειοι ρυθμοί ηχούν πάνω από ζωές που ποθούν την αταξία: Η ανάπτυξη της έννοιας της οικογένειας, είτε σε ετεροφυλοφιλικά είτε σε ομοφυλοφιλικά πλαίσια, σχεδόν πάντα εισάγει κανονιστικές αντιλήψεις για τον χρόνο και τη διαβίβαση.

Αλί, η συμφορά της Κρίσης!

Ως είδος πλαστής αφήγησης του συνεχούς ως κατασκευής η οποία κάνει τη συγγένεια και τη διαδοχή να φαντάζουν οργανικά και φυσικά, η οικογένεια παρακωλύει κάθε είδους διαφορετικής συμμαχίας και συνασπισμού. Ενώ οι προοδευτικές ομάδες διχάζονται και αγχώνονται εμπρός στο ζήτημα του ομοφυλόφιλου γάμου, η νεοφιλελεύθερη θύελλα ενώνει τους συντηρητικούς εδραιώνοντας την στήριξη στην πυρηνική οικογένεια: σε πείσμα των αυξανόμενων ρυθμών διαζυγίων και της άνθισης εναλλακτικά διευθετημένων νοικοκυριών, η παραδοσιακή οικογένεια επανέρχεται θριαμβευτικά — αυτή τη φορά ως οικονομική σταθερότητα απέναντι στην απουσία του κράτους πρόνοιας. Καθώς οι κοινωνικές και οικονομικές ευθύνες μετατοπίζονται από το Δημόσιο στα νοικοκυριά, η πίεση είναι αφόρητη: η φροντίδα για τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, τους άρρωστους και τους ανάπηρους έχει μετατοπιστεί στις απλήρωτες γυναίκες στο σπίτι, ή σε γυναίκες οικιακές βοηθούς που προσλαμβάνονται με χαμηλούς μισθούς. Στα σημερινά άγρια πλαίσια, η σταθερότητα στο σπίτι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου: σε ποιον θα μπορέσουμε να βασιστούμε όταν δεν θα μπορούμε να φροντίσουμε τον εαυτό μας; Αν η κοινωνική ασφάλιση ουσιαστικά εξαφανιστεί και δεν υπάρχουν συντάξεις, τι θα σου συμβεί όταν δεν θα μπορείς πλέον να εργαστείς; Όλο και πιο συχνά, σε όλο και περισσοτερες περιπτώσεις, η μοναδική λύση που απομένει είναι το ασφαλές νοικοκυριό ή ένα δίκτυο αλληλοϋποστηριζόμενων συγγενών.

Η προοδευτική πρόταση είναι, λοιπόν, οι λεσβίες και γκέι ακτιβίστριες να μην πιέζουν για γάμο αλλά να συνταχθούν με άλλους για τη αναγνώριση της ποικιλομορφίας στα νοικοκυριά. Η «εναλλακτική συγγένεια» είναι από πολύ παλιά μια cause célebrè μεταξύ LGBT ομάδων και queer ακαδημαϊκών, με ανθρωπολόγους όπως η Gayle Rubin να επικροτούν την προσπάθεια και τη δημιουργικότητα που εμφανίζονται στην καλλιέργεια καινούργιων δεσμών συγγένειας εντός της κοινότητας.

Together forever, in sickness and in health, till death do us part

Εντούτοις, από μια πιο ψυχαναλυτική θεώρηση (και πρώτη κατά νου έχω την Judith Butler), η οικογένεια εξετάζεται ως μια μήτρα πειθάρχησης και η ιδιαίτερη μορφή κοινωνικού ελέγχου που ασκεί, συνδέεται με την αποικιοκρατία και την παγκοσμιοποίηση. Αμέ! Γιατί, αναρωτιέται αυτή η θεώρηση, η πυρηνική οικογένεια συνεχίζει να κυριαρχεί στους δεσμούς συγγένειας ενώ στην πραγματικότητα οι άνθρωποι εμπλέκονται σε πολλαπλά και περίπλοκα συστήματα σχέσεων; Ο λόγος πάνω στη συγγένεια επενδύει σε κανονιστικές χρονικότητες, όπου δίνουν προνομιακή θέση στη μακροβιότητα παρά στην προσωρινότητα και στην μονιμότητα παρά στη σύμπτωση. Αυτές οι κανονιστικές αντιλήψεις του χρόνου και των σχέσεων προκρίνουν τις σταθερές (έστω και αποξενωμένες) σχέσεις σε βάρος των τυχαίων (έστω και έντονων) συνδέσμων. Συνεπώς η αντίληψη που επικυρώνει την μακροβιότητα καθιστά τις υπόλοιπες σχέσεις επιφανειακές και δίχως νόημα. Και οι οικογενειακοί δεσμοί, εφόσον είναι οι πιο πρώιμοι δεσμοί μας, εμφανίζονται σημαντικότεροι από τις φιλίες. Στον κόσμο της συγγένειας, όροι όπως «τυχαίος» δηλώνουν ταυτόχρονα χρόνο και διάθεση, ενώ όροι όπως «καρτερία» και «υπομονή» δηλώνουν ότι η συνάφεια είναι αποτέλεσμα της χρονικότητας.

Υπάρχουν φωνές που μιλούν για νέα μοντέλα οικογένειας, για συγγενείς που διαλέγουμε εμείς αντί να τους καθορίζουν δεσμοί αίματος, για την αναγνώριση των φιλικών δεσμών ως είδος συγγένειας, ή ακόμα για τη διαφορά που επιφέρουν οι λεσβίες και γκέι γονείς στο ίδιο το νόημα της λέξης «οικογένεια». Υπάρχουν και φωνές που καλούν σε μια αποφόρτιση ή απόρριψη της οικογένειας ως την μορφή κοινωνικής οργάνωσης par excellence. Η pop κουλτούρα δίνει μερικά χαριτωμένα παραδείγματα όταν – όπως με τη αμνησία της Dory στο Finding Nemo – πραγματικά ξεχνάμε τις οικογένειές μας και στη πορεία αποκτούμε πρόσβαση σε άλλους τρόπους να σχετιζόμαστε, να ανήκουμε, να νοιαζόμαστε.

Αυτό που υπόσχεται η οικογένεια και αυτό που επιθυμούν οι λεσβίες και γκέι «κυνηγοί του γάμου» δεν είναι απλά η αποδοχή και το ανήκειν, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή του ανήκειν που δένει το παρελθόν με το παρόν και το παρόν με το μέλλον, εξασφαλίζοντας αυτό που έχει ονομαστεί (αρκούντως εντυπωσιακά) «heterofuturity» μέσα από το πλέον άχραντο, το ιερότερο σύμβολο από όλα: το Παιδί. Το παιδί είναι εξ αρχής ήδη ανώμαλο, κατά πολλές έννοιες, και επομένως πρέπει γρήγορα να μετατραπεί σε έναν πρωτο-ετεροφυλόφιλο, ωθούμενο μέσα από μια σειρά μοντέλων ωρίμανσης και ανάπτυξης που προβάλλουν το ιερό Παιδί ως το Μέλλον, και το Μέλλον ως ετεροφυλόφιλο.

Η ανώμαλη κουλτούρα, με έμφαση στην («μπατλερική», αν μου επιτρέπετε…) επανάληψη, στην ανωριμότητα και την άρνηση της ενηλικίωσης, ίσως αναδύεται – όπως και κάθε κουλτούρα – από την κινητική και ελαφρώς μανιώδη διαδικασία που ο Joseph Roach αποκαλεί «αναπλήρωση»: τα υποδείγματα διαρκώς παραγκωνίζουν το ένα το άλλο ενώ εμμένουν σε κάποιο ίχνος από την επιτέλεση που αντικαθιστούν – μια χειρονομία εδώ, κάποια χρήση της γλώσσας παρακεί… Το «άλλο» είναι πάντοτε θαμμένο μέσα στο κυρίαρχο. Για την ανωμαλία, η ρήξη ως υποκατάσταση ενεργοποιείται όταν το παιδί κάνει το βήμα έξω από την ετεροφυλοφιλική γραμμή παραγωγής και εκβάλλεται αλλού: εκεί όπου εμμένει στα ίχνη από το παλιό, παραμορφωμένα πέρα από κάθε δυνατότητα αναγνώρισης.

Η σχέση με τον πατέρα, αφοσιωμένη στην κοινωνική σταθερότητα (για την στρέητ κουλτούρα), γίνεται μια σχέση daddy-boy σε ένα ανώμαλο πλαίσιο που σεξουαλικοποιεί το χάσμα των γενεών.

Η ανωμαλία δεν θέλει παιδιά, θέλει τους γιους σας.

Το φαινόμενο της στρέητ παράνοιας και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για αυτό

Εντάξει, στην πραγματικότητα ούτε κι εγώ – paranoically speaking – είμαι στα καλύτερά μου, αλλά, ως εντελώς τελειωμένη αδερφή έχω πολύ περισσότερες ελπίδες από άλλους. Αν παρατηρήσουμε την ετεροφυλόφιλη Οιδιπόδειο χρονικότητα είναι εύκολο να δούμε την παρανοϊκή λογική που λαμβάνει χώρα εντός της. Η παράνοια είναι πάντα προνοητική, δηλαδή είναι μια πρακτική ανάγνωσης στενά συνδεδεμενη με την την αντίληψη του αναπόφευκτου και του μοιραίου. Οι παρανοϊκές αναγνώσεις και σχέσεις χαρακτηρίζονται από μια χαρακτηριστική Οιδιπόδεια κανονικότητα και επαναληπτικότητα: συνέβη στον πατέρα του πατέρα μου, συνέβη στον πατέρα μου, συμβαίνει σε μένα, θα συμβεί στο γιο μου, θα συμβεί στον γιο του γιου μου… Δεν αληθεύει, όμως, ότι οι γενεαλογικές σχέσεις στη ζωή των ανωμάλων σπάνια ακολουθούν αυτή τη χορογραφία;

Προφανώς και οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις δεν είναι, ουσιωδώς, προσδεμένες «στην κανονικότητα και επαναληπτικότητα», εντούτοις η αστική οικογενειακή μήτρα, με την έμφασή της στη διαδοχή, την κληρονομία και τις γενεές, όντως τείνει να διαμορφώνει αυστηρά μια χρονική ροή με όρους είτε άψογης συνοχής είτε ολοκληρωτικής ρήξης. Αυτή η σταθερότητα των ετεροκανονικών προτύπων το χρόνου ασκεί επίδραση σε πολλά, διαφορετικά μοντέλα για την κοινωνική αλλαγή – κρύβοντας μερικές εκπληξεις.

ΚαπαΚαπαΕ

Για παράδειγμα, τα κανονιστικά χρονικά και χωρικά όρια του ιστορικού υλισμού (call me «Παπαρήγα»;) έχουν ειρωνικά σχηματίσει μια αναλογία μεταξύ του Μαρξιστικού και του αστικού ορισμού του πολιτισμού, όπου – και στους δύο ορισμούς – οι μη κανονικές σεξουαλικότητες είναι προγενέστερές του, σημάδια αναταραχής και κοινωνικού χάους εντός ενός, κατά τα άλλα, «πολύ σταθερού κοινωνικού συστήματος».

Η ύπαρξη του απροσδόκητου στις σχέσεις των μη κανονικών, η αβεβαιότητα, η αστάθεια, ακόμα και η διαστροφή τους, δεν δείχνει μεγάλο σεβασμό στις αποκαλούμενες «φυσιολογικές» σχέσεις μεταξύ μνήμης και σκέψης για το μέλλον. Είναι, αντίθετα, ένα έμμεσο κάλεσμα υπέρ των αρετών της λησμοσύνης. Η λησμοσύνη δεν είναι βέβαια πατέντα της ανωμαλίας: αρκετά πρόσφατα, ταινίες όπως το «Memento» (2000), το «The Eternal Sunshine of the Spotless Mind» (2004), το ρημέηκ του «Manchurian Candidate» (2004) και το «Code 46» (2003) όλες πραγματεύονται την πειραγμένη μνήμη, εξισώνοντάς την με πλύση εγκεφάλου, απώλεια της ανθρωπιάς και εισβολή του κράτους στην ιδιωτικότητα. Την ίδια περίοδο υπήρξαν ταινίες που χειρίστηκαν το ίδιο θέμα με διαφορετικά και άκρως απρόσμενα αποτελέσματα, ταινίες που περιστρέφονταν γύρω απο χαρακτήρες που ξεχνούσαν τις οικογένειές τους.

Η μία από αυτές είναι το «Finding Nemo», με την αμνησία της, ίσως καθόλου τυχαία πολυαγαπημένης, Dory. Δεδομένης της θερμής υποδοχής και της επιτυχίας της ως καινοτομικού φίλμ για παιδιά και μεγάλους, είναι αρκετά άβολο και αμήχανο να πω ότι προτιμώ να σταθώ στο «50 First Dates». Ναι, το «50 First Dates», που είναι ένα ακόμα βλακώδες όχημα για τον Adam Sandler (δεδομένης της ρατσιστικής αναπαράστασης ιθαγενών χαβανέζων, της αποικιοκρατικής ματιάς στον πολιτισμό του νησιού και της τρανς-φοβικής χρήσης queer χαρακτήρων). Εντούτοις, ακριβώς επειδή το δράμα της απώλειας μνήμης έχει ως σκηνικό αυτό το νησί και εξαιτίας της αφήγησης της ετεροκανονικότητας σε αντιπαράθεση με την φαινομενική διαστροφή των τρανς, υπάρχει ένα κρυφό νήμα που αξίζει να το ακολουθήσουμε. Ξεκινάω με μια μικρή περίληψη, εφόσον οι περισσότερες το έχετε επιμελώς αποφύγει.

Η Drew Barrymore είναι η Lucy, μια γυναίκα με βραχεία απώλεια μνήμης λόγω ατυχήματος. Ο Adam Sandler είναι ο Henry Roth, κτηνίατρος την ημέρα και δεινό καμάκι στις τουρίστριες το βράδυ. Η Χαβάη, παλιά αποικία των ΗΠΑ, είναι το σκηνικό της ελευθεριότητας του Roth, καθώς το νησί φαίνεται να παρέχει άπειρα αποθέματα τουριστριών που αναζητούν μερικές νύχτες γλεντιού. Είναι το μέρος των απολαύσεων δίχως ευθύνες, ένας παράδεισος φυσικά, τον οποίο τελικά ο λευκός άντρας πρέπει να εγκαταλείψει κατά την αναζήτηση της υπεύθυνης ενηλικίωσης. Πρόκειται τελικά για μια αισθηματική κομεντί για έναν άντρα που είναι τεχνικά αδύνατο να αφήσει αξέχαστες εντυπώσεις στο πρώτο ραντεβού και πρέπει να ξεκινήσει ξανά την επόμενη μέρα. Είναι ένα ετεροφυλόφιλο ρομάντζο που δεν μπορεί να έχει τη συνηθισμένη εξέλιξη μιας και η ηρωίδα δεν έχει καμία ανάμνηση του μνηστήρα της μεταξύ των ραντεβού.

Το ατύχημα της Lucy την αναγκάζει να ζει την ίδια μέρα, τη μέρα του ατυχήματος, ξανά και ξανά. Ο πατέρας και ο αδερφός της (η μάνα, που αντιπροσωπεύει τον κανονιστικό χρόνο, είναι νεκρή) προσπαθούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι εκείνη η ημέρα ήταν σαν όλες τις άλλες, εξαφανίζοντας από μπροστά της κάθε σημάδι που θα αποκάλυπτε την πραγματική ημερομηνία στη Lucy. Κολλημένη στο κουκούλι της, ζώντας ανέμελα την κάθε μέρα, η Lucy διαθέτει μια κάποια γοητεία. Η συνεχής «νέα» αρχή τής προσδίδει αθωότητα και αγνότητα. Και επίσης εμπλέκει την επιθυμία του Henry να σπάσει αυτόν τον κύκλο χρησιμοποιώντας το ενδιαφέρον της για αυτόν, για να αρχίσει έναν νέο κύκλο, με κέντρο τον ίδιο. Αυτός ο κύκλος υποτίθεται ότι θα αντικαταστήσει την παγερή σταθερότητα της οικογένειας που τη γέννησε με τον υποτιθέμενο δυναμισμό μιας νέας πυρηνικής οικογένειας. Ο χρόνος του πατέρα θα εξοβελιστεί, για να έρθει ο χρόνος του γάμου, του συζύγου, των παιδιών. Με το νέο μέλλον να μοιάζει αξιοσημείωτα με το παλιό, η ετεροφυλοφιλική απάτη των κομεντί αποκαλύπτεται εδώ ως η εσφαλμένη πίστη πως με το πέρασμα από τον πατέρα στον σύζυγο η γυναίκα ξεκινά μια νέα ζωή.

Η λύση του Henry στο πρόβλημα της Lucy είναι να φτιάξει μια βιντεοκασέτα για να την βλέπει κάθε πρωί, με μια σύντομη αναφορά των γεγονότων της ημέρας (συμπεριλαμβανομένης της 9/11) και κατόπιν της υπενθυμίζει το τραυματικό γεγονός που της στέρησε τις αναμνήσεις της. Σε κάποιες στιγμές στην ταινία, η Lucy αποπειράται να αντικαταστήσει την κασέτα με το δικό της ημερολόγιο, να ξεφύγει από τον υπαινιγμό της γυναίκας που προγραμματίζεται κάθε πρωί για να επιτελέσει τα οικογενειακά καθήκοντά της, a la «Stepford Wives». Εντούτοις η αφήγηση δεν μπορεί να απομακρυνθεί από το μοτίβο της «πλύσης» εγκεφάλου, και επομένως αποκαλύπτει ότι το ετεροφυλόφιλο ρομάντζο δεν είναι τίποτα άλλο από βίαιη επιβολή των κανονιστικών μορφών της κοινωνικότητας και της σεξουαλικότητας: η ετεροφυλοφιλία κυριολεκτικά συμπυκνώνεται σε ένα οπτικό σενάριο που εγκαθιστά την εθνική αφήγηση ως βάση για την προσωπική αφήγηση του γάμου και της αναπαραγωγής παιδιών. Μέσα σε μια τέτοια δομή, όπου η ηρωίδα ξεχνά να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει, η λησμοσύνη παραδόξως ανακόπτει την εμφύτευση της ετεροκανονικότητας και δημιουργεί ένα φράγμα στη συμβατική ανάπτυξη της αφήγησης του ετεροφυλοφιλικού ρομάντζου. Υποσυνείδητα, εκεί, στη Χαβάη, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός συγκρίνεται με την ετεροφυλοφιλία και ορίζει τη μνήμη ως την κινητήρια δύναμη του εθνικού «ανήκειν». Κατά συνέπεια η λησμοσύνη, όταν απευθύνεται σε μια κυρίαρχη αφήγηση, θα μπορούσε να είναι μια τακτική αντίστασης στην αποικιοκρατική ηγεμονία (σε κατεκτημένους τόπους, στα υπό κατάκτηση σώματά μας).

Η διαγραφή των τοπικών ιστοριών της Χαβάης από τους αμερικάνους αποικιοκράτες με την επιβολή αγγλόφωνων εξιστορήσεων και ερμηνειών της ιθαγενούς κουλτούρας, είναι ο πυρήνας της αποικιοκρατικής επιτυχίας: Όταν οι οικείες εξιστορήσεις δεν ταιριάζουν με τα σχολικά κείμενα, οι μαθητές διδάσκονται να αμφισβητούν τις προφορικές αφηγήσεις. Προφανώς η διαγραφή της μνήμης, η ιεραρχική σχέση μεταξύ ξένης και ιθαγενούς κουλτούρας είναι η συνταγή επιτυχίας για την αποικιοκρατία. Η αντίσταση εμπεριέχει, με τη σειρά της, διαγραφή και αποβολή άλλων αφηγήσεων. Μια «ηλίθια» ταινία σαν το «50 First Dates» ενισχύει υποσυνείδητα τη δύναμη της λησμοσύνης, ματαιώνει την απρόσκοπτη παραγωγή λευκών εποίκων ως ντόπιων χαβανέζων, υποδεικνύντας πώς η εθνική μνήμη συγκροτεί αυτούς του νεόφερτους «ντόπιους» ως ιθαγενείς.

Όταν η Lucy ξεχνά τον Henry, ξεχνά την πατριαρχία, την ετεροφυλοφιλία, τις έμφυλες ιεραρχήσεις. Η ταινία, άσχετα και το σενάριό της, μας επιτρέπει να σκεφτούμε την λησμοσύνη ως τακτική αντίστασης στην αποικιοκρατία.

Trasngender απειλή

Το πλήθος από trans χαρακτήρες στην ταινία αποκαλύπτει επίσης πόσο πολύ εξαρτώμενη είναι η κανονιστική ετεροφυλοφιλία από την παραγωγή μη κανονιστικών υποκειμένων. Ανδρόγυνοι και σεξουαλικά αμφίσημοι συνάδελφοι, αδέρφια που βαράνε στεροειδή, και ο John/Jennifer, μια FTM τρανς από το παρελθόν της Lucy, αντιπροσωπεύουν τους κινδύνους της ζωής έξω από την πυρηνική οικογένεια. Για να φανεί γνήσια η παράξενη και άβολη για το θεατή σχέση Lucy-Henry, αναγκαστικά άλλοι χαρακτήρες πρέπει να σχηματίσουν ένα είδος τερατώδους υπερβολής η οποία κατόπιν συσχετίζεται με την υπερβολική ελευθερία, την ανεπαρκή μητρική καθοδήγηση, την εφηβική οργή. Οι ιθαγενείς χαβανέζοι χαρακτήρες στην ταινία είναι σεξουαλικά στερημένοι, φετιχιστικά φαλλικοί, εμφανισιακά αποκρουστικοί. Έτσι, ο Henry και η Lucy, παρά την διεστραμμένη διευθέτηση, μπορούν να καταλάβουν τον χώρο της ιδανικής οικογένειας, μετασχηματίζοντας την σύντομη απώλεια μνήμης σε μια μεταφορά για τη διαρκή εκπαίδευση που υπομένουν οι γυναίκες ώστε να γίνουν μητέρες και σύζυγοι, μπαίνοντας στο εισαγωγικό στάδιο για την λευκή εθνική και οικογενειακή σταθερότητα.

Το τρανς σώμα στην ταινία αντιπροσωπεύει την αγωνία και την αμφιθυμία εμπρός στην αλλαγήκαι τον μετασχηματισμό γενικότερα. Εφόσον η Lucy έχει βαλτώσει σε ένα χρονικό πλαίσιο μέσω της απώλειας μνήμης, ο Henry δομεί ένα άλλο για λογαριασμό της, εντός της οικιακής ετεροφυλοφιλίας. Οι τρανς χαρακτήρες που πλαισιώνουν αυτή τη σχεδόν δυσοίωνη ερωτική ρομαντική αφήγηση υπονοούν ότι η αλλαγή μπορεί να σημαίνει απώλεια της παράδοσης, της οικογένειας, της ιστορίας. Πέραν όμως της αναχαίτισης της ετεροφυλοφιλίας μπορεί – αντίστροφα – η λησμοσύνη όντως να δημιουργήσει ξεχωριστούς queer εναλλακτικούς μέλλοντες; Ίσως το εξετάσουμε σε κάποιο εξίσου ασυνάρτητο άρθρο στο μέλλον.


Βασισμένο στο βιβλίο της Judith Halberstam “The Queer Art of Failure”

Leave a Reply