Latest Posts

Η Diamanda Galas μου

Την πρώτη φορά που είδα την Diamanda Galas ήταν το 1991-2 πρωτοετής στο πανεπιστήμιο. Η συναυλία ήταν στον Μύλο, αλλά ο συναυλιακός χώρος είχε μια πρωτοτυπία: ήταν γεμάτος στρογυλά τραπεζάκια που θα καθόσουν και θα έπινες το ποτό σου. ΠΑΜΕ ΚΑΛΑ; Ανέβηκα επάνω στο πατάρι, κι εκεί τα ίδια. Κι έτσι αποφάσισα ότι το μόνο μέρος είναι στη στενή στριφογυριστή σκάλα, όπου κάθησα στριφογυριστά κι εγώ, μόνος, και σχεδόν αιωρούμουν πάνω από το πιάνο. Η καλύτερη θέση. Το πρώτο πράγμα που είπε ήταν ότι αφιερώνει αυτό το τραγούδι στην κοινότητα AIDS στη Θεσσαλονίκη και ένα υπόκωφο σούσουρο αναδύθηκε από τα γαμημένα τραπεζάκια γαμώ την κηδεία τους γαμώ. Κατάλαβα κατευθείαν φυσικά ποιο τραγούδι θα ήταν αυτό και περίμενα με αδημονία τις πρώτες λέξεις: “The Devil…”. Μια κυρία έβαλε το χέρι στο στήθος, σε έναν ανύπαρκτο σταυρό, και μετά δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μόνο η Diamanda, τα κόκαλα της πλάτης της, το πώς βαρούσε τα πλήκτρα και πως έσφιγγα τις γροθιές μου μπήγοντας τα νύχια. Όταν τελείωσε η συναυλία, και ήμουν ο μόνος που μπορούσε να το δει αυτό, ανακάτεψε και τακτοποίησε τα χαρτιά της και τις παρτιτούρες. Σας ορκίζομαι ότι για διαχωριστικά είχε ολοσέλιδες φωτογραφίες από γκέι άντρες σαν από βίντατζ τσόντες. Αυτό με αρρώστησε: γύρισα με τα πόδια Χαριλάου και η πόλη ήταν χρωματιστή με ένα ψυχεδελικό τροπο. Ακουγα για μέρες το Litanies of Satan και τελικά βρήκα ένα υποτακτικό αγόρι πρόθυμο να κάνουμε ό,τι κάνουμε με ανάλογη μουσική υπόκρουση. Δυστυχώς είχε άδοξο τέλος γιατί το σάπισα τόσο πολύ στο ξύλο που δεν άντεξε – αλλά το λήξαμε με καλή καρδιά. Αυτό που θα μάθαινα μετά από λίγα χρόνια, από το περιοδικό Projet X, που μου στέλνανε με ανταλλαγή ήταν ότι υπήρχε ένα BDSM γκέι κύκλωμα στη Γαλλία που έκανε squat’n’run σε εγκατελειμένους επαρχιακούς πύργους και διήμερα όργια με ναρκωτικά και τη Diamanda να ουρλιάζει (Το Schrei X τους ταίριαζε λέγανε). Παιδιά, αυτό το περιοδικό είχε πολύ προσεγμένες αρτιστίκ φωτογραφίες εν δράσει ολοσέλιδες και πραγματικά δεν είχα και δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο – έτρεμα όταν γύριζα το φύλλο. Πίσω στη μικρή Θεσσαλονίκη, η Diamanda έκανε θραύση σε ορισμένες αδερφές. Ένα Σάββατο βράδυ που δεν έπαιζε κανείς στην Κιβωτό, πήγαμε και έπαιξα πανκάκια για καμια ώρα και όταν ήταν να φύγουμε είπαμε να βάλουμε το Vena Cava να παίζει στο ρηπήτ μέχρι το πρωί της Κυριακής που θα πηγαίναμε ξανά. Αλλά το θεωρήσαμε gross και το ακυρώσαμε. Υπήρχε κι ένας ντη-τζέη πολύ δημοφιλής που στη λήξη του προγράμματος στα γκέι μπαρ έβαζε Diamanda για να φύγει ο κόσμος. Αλλά κι ένα ντραγκ σόου που είδαμε σε βιντεοκασέτα η μουσική ήταν Diamanda: κατάλληλο σάουντρακ για να εκφράσει το απελπιστικό και ζωής και θανάτου θέμα του σόου που ονομαζόταν “Απαρτη Αδερφή 4 η Ώρα στο Πάρκο”. Θρίλερ. Κοντολογίς την άκουγε όλος ο καλός κόσμος, τη χρησιμοποιούσε, έπαιζε μαζί της και για μένα ήταν ατμομηχανή ονείρων και επιθυμιών. Τώρα παίζει στη χλίδα του Παλλάς στην Αθήνα, στα ζώα που ανατριχιάζουν γιατί διασκευάζει Μπέλλου και αισθάνονται, και Θεσσαλονίκη δεν πατάει πια. Και πάλι δεν πειράζει. Το φαρμάκι που μπόλιασε δουλεύει ακόμα.

Skin Shows

1

Έχω δει όλες τις ταινίες με ζόμπι και τον αντίχριστο που αξίζει να δει κανείς και μερικές πάνω από μία φορά. Ή πάνω από πέντε φορές. Καθώς και τα 2/3 των ταινιών που αναλύει η Halberstam στο Skin Shows – Gothic Horror and the Technology of Monsters. Όταν με είδανε με το βιβλίο στο χέρι με είπανε άντε, επιτέλους να ξεκολλήσεις, να αποδομήσεις τίποτα. Εγώ να ξεκολλήσω ή εσύ; Πριν διαβάσουμε λίγο από το back cover, ας πω ότι το Creatures from the Pink Lagoon εχει προβληθεί σε στέκι στην Ελλάδα ως γκέι προβολή και ΦΥΣΙΚΑ δεν είναι κουήρ στέκι. Deploying feminist and queer approaches to the monstrous body, Halberstam views the Gothic as a broad-based cultural phenomenon that supports and sustains the economic, social and sexual hierarchies of the time. She resists familiar psychoanalytic critiques and cautions against any interpretive attempt to reduce the affective power of the monstrous to a single factor (…) Excessive intepretability, Halberstam argues, whether in film, literature, or in culture at large, IS THE ACTUAL HALLMARK OF MONSTROSITY. Και αυτή η υπερβολή στο interpretability είναι η τερατωδία των χειρότερων στιγμών του queer.

2

Από όλες τις ταινίες που παρουσιάζει, θα άξιζε να μεταφραστεί η άποψή της για τη Σιωπή των Αμνών, βεβαίως διότι έχει έναν “τρανς” δολοφόνο γυναικών και η συγγραφέας είναι τρανς. Όταν την είδα, ο κόσμος φώναζε αγριεμένος στην έξοδο του σινεμά (και ένα από αυτούς ήταν συμμαθητής μου στη σχολή) “Για όλα φταίνε οι πούστηδες!” Εν μέρει υπάρχει μία βάση στο ότι οι Αμνοί είναι από τις πιο ομοφοβικές ταινίες αλλά beauty is in the eye of the beholder. Εφόσον η συζήτηση για το monstrosity αυτής της ταινίας ξεκινά με το “ο Άιχμαν στη Ιερουσαλήμ” από Hannah Arendt ή αλλιώς Report on the Banality of Evil (για τη δίκη του ναζιστή Άιχμαν), είναι προφανές και δηλώνεται ρητά ότι δεν πρόκειται να πέσει σε τετριμμένη φεμινιστική ή κουήρ λογική για το αν είναι καλή ή όχι η ταινία. Και το τετριμμένο συχνά είναι σημείο των καιρών μας, όσο κι αν χρησιμοποιεί περίπλοκο λεξιλόγιο. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι δεν λέει για την τελική σκηνή εφόδου του FBI στο σκοτεινό κρυσφήγετο του τέρατος. Καθώς οι ακτίνες του ήλιου από τις τρύπες των σφαιρών στα ξύλινα ντουβάρια σχηματίζουν επώδυνες δέσμες που εισέρχονται στον χώρο του και χτυπούν το κορμί του, το τέρας υποκύπτει κάτω από αυτά τα άυλα βέλη φωτός σαν άλλος άγιος Σεβαστιανός, μέχρι που μια αληθινή σφαίρα να τον αποτελειώσει. Δεν είναι ομοφυλόφιλος, δεν είναι τρανς, είναι κάτι άλλο προειδοποιεί ο Δρ Λέκτερ. Και, indeed, έχει προταθεί ότι μόνο μια υπό γωνία ανάγνωση της Ιστορίας της Τρέλας του Φουκώ και επιστροφή/επαφή με την ανωμαλία ή το μη κανονικό, θα μας σώσει από την εξαντλητική υπερανάλυση που έχει υποβληθεί το Σεξουαλικότητα Ι. Αλλά anyway, ας δούμε ένα τέρας να χορεύει και για τους θιασώτες του σταματήματος της κυκλοφορίας της επιθυμίας μεταξύ G και T, για εκείνες που θεωρούν ότι Τρανς είναι σχεδόν μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπου, ουσιοκρατίζοντας δίχως αιδώ και ιστορική μνήμη, αποφεύγοντας βολικά κάθε προσέγγιση/κριτική/σύγκριση/ταύτιση/αποταύτιση που είναι ο μόνος τρόπος χτισίματος ουσιαστικών σχέσων, για όλους αυτούς λοιπόν, αλλά και για όσους έκρυψαν κάποτε το πουλάκι τους στους μηρούς τους και ένιωσαν μια πρωτόγνωρη ή πολύ οικεία ηδονή, αφιερώνω αυτόν τον χορό.

https://www.youtube.com/watch?v=O0ilk2NfOyw&oref=https%3A%2F%2Fwww.youtube.com%2Fwatch%3Fv%3DO0ilk2NfOyw&has_verified=1

Νεκρό μου πόνυ

Ένας πάνκης μου έκανε πρόσφατα δώρο αυτή την κασέτα που είναι ακριβής ρέπλικα, μαζί με το φωτοτυπημένο ένθετο, της κασέτας ΜΙ-ΑΣΜΑ που είχα τότε που ήμουν μικρός αλλά πλέον έχω χάσει. Και πού να την ακούσω άλλωστε, την τωρινή ή και την ορίτζιναλ, δεν υπάρχουν πια κασετόφωνα. Και μαζί με τα κασετόφωνα δεν υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα που κάποτε υπήρχαν.

Θα σας πω, για παράδειγμα, μια παράξενη ιστορία.

Όταν ήμουν 20, πριν 22 χρόνια δηλαδή, είχα έναν γκόμενο αρκετά πιο μεγάλο από εμένα, φοβερό, σέξυ και πιο συνειδητοποιημένο σε πολλά πράγματα. Με τραβούσε στα Πανεπιστήμια για να φιλιόμαστε μπροστά στον κόσμο “γιατί έτσι πρέπει”, με έμαθε να του πιάνω το χέρι και να αγκαλιαζόμαστε δημόσια – κι ας μην ήταν απαραίτητο. Και άλλα πολλά.

Είχε όμως κι ένα μειονέκτημα κι αυτό δεν ήταν άλλο από ένα ξασπρισμένο τζην που πάνω του, σε διάφορα άκυρα σημεία, ήταν ραμμένα διάφορα πολύχρωμα μικρά κουρελάκια σε μέγεθος γραμματόσημου. Κάθε φορά που το έβαζε εγώ σκεφτόμουνα “πανέτοιμος για το ταχυδρομείο λοιπόν” ή κάτι τέτοιο και με ενοχλούσαν τόσο πολύ αυτά τα σαχλά κουρελάκια (που δεν ανήκαν σε κανένα ρεύμα της μόδας ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξή τους) που μετά από έξι μήνες δεν κρατήθηκα άλλο και σχολίασα φωναχτά πλέον το παντελόνι που φορούσε. Με κοίταξε σαν να με ζύγιζε, σαν να τσέκαρε αν άξιζα τον κόπο και μου είπε την ιστορία αυτού του παντελονιού.

Ένα βράδυ ο γκόμενός μου ήταν με τον φίλο του τον Θ. στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού για να κάνουν βόλτες και άμα τύχει κάτι καλό να το πάρουν. Και το κάτι καλό ήρθε αναπάντεχα: τους πλεύρισε ένα αυτοκίνητο με δύο τσόλια και με τα πολλά κάλεσαν τον γκόμενό μου να μπει μέσα. Ο Θ. ήταν κάθετος ότι αυτό δεν πρέπει να συμβεί – λίγο η ζήλια, λίγο ο άγραφος κανόνας ότι δεν μπαίνουμε σε αυτοκίνητα με πάνω από ένα άτομο – άρχισε να φωνάζει να μην μπει. Οι νόμοι της γκάβλας, όμως, άλλα προστάζουν κι έτσι ο γκόμενος μου μπήκε μέσα κι αρχίσανε να οδηγάνε. Πηγαίνανε προς τα δυτικά, πηγαίνανε, πηγαίνανε, περάσανε οποιοδήποτε κοντινό σημείο θα μπορούσε να θεωρηθεί καλή καβάντζα, και κάπου σε κάτι ερημιές, μακριά από καθετί κατοικημένο, σε μια αλάνα κοντά στη λαχαναγορά σταματήσανε και τον έβγαλαν έξω. Δεν θυμάμαι να μου είπε αν την περίμενε τελικά την πρώτη κλοτσιά που έφαγε. Πρέπει να ξαφνιάστηκε, όμως, από το επίπεδο της βίας. Επί δέκα λεπτά τον είχαν χάμω και τον κλοτσούσαν αλύπητα. Και μόνον όταν κατάλαβε ότι ίσως αυτά είναι τα τελευταία λεπτά της ζωής του, ότι πρέπει να συμβιβαστεί με τη βεβαιότητα ότι οσονούπω πεθαίνει, νίκησε το ένστικτο και κατάφερε να αρχίσει να φωνάζει “βοήθεια, βοήθεια”. Ασφαλώς δεν υπήρχε κανείς γύρω να ακούσει τις φωνές του, πόσο μάλλον να τρέξει να βοηθήσει. Κι όμως, οι κραυγές του είχαν αποτέλεσμα: αντί να τον αποτελειώσουν, τα τσόλια τον παράτησαν πεσμένο χάμω, μπήκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν.

Μετά από ώρα κατάφερε να σηκωθεί κι αυτός και, μιας και το σπίτι του απείχε μόνο μερικά χιλιόμετρα από την περιοχή που τον εγκατέλειψαν, άρχισε να περπατά προς τα εκεί. Όταν έφτασε στην προσφυγική μονοκατοικία όπου έμενε, περιποιήθηκε τα τραύματά του (το μάτι πήγαινε για γερό πρήξιμο) και έβγαλε τα ρούχα και το παντελόνι. Το τελευταίο είχε δεχτεί τόσο σύρσιμο και κλωτσιά που το χοντρό τζιν είχε μικρά σκισίματα σε διάφορα σημεία εξ ου και τα πολύχρωμα κουρελάκια που τόσο με ενοχλούσαν και στην πραγματικότητα κάλυπταν τη φθορά του παντελονιού.

Μου άρεσε να σκέφτομαι ότι φοράει μια σημαία, μια γκέι, χειροποίητη, απ’ τα κόκαλα βγαλμένη σημαία. Αλλά σε αντίθεση με το σημερινό rainbow flag που ακολουθεί με περηφάνεια και ασφάλεια τη διαδρομή που του έχει οριστεί μία φορά τον χρόνο, η δική του σημαία ακολούθησε, αναπόφευκτα, άλλες, μη εγκεκριμένες διαδρομές. Κι έτσι, όταν πια το μάτι είχε ξεπρηστεί και ήταν και πάλι ευπαρουσίαστος, πάλι σε κάποιο πάρκο κατέβηκε, πάλι κάποιους φίλους βρήκε σε ένα παγκάκι και μιλούσαν και πάλι, με καθόλου μεγάλη έκπληξη, στο διπλανό παγκάκι μια αδερφή τα έλεγε με τους προχθεσινούς δήμιούς του. Πλησίασε με σφιγμένες τις γροθιές, έτοιμος να ζητήσει λογαριασμό, στο κάτω κάτω τόσος κόσμος ήταν τριγύρω. Αλλά οι δήμιοι ήταν απτόητοι, τον κοιτάξανε, τον ρώτησαν καγχάζοντας και με νόημα αν τραβά κανα ζόρι, και τον απώθησαν δίχως καν να τον αγγίξουν.

Τη δεκαετία του ’90 δεν υπήρχε η λέξη “ομοφοβία” στα ελληνικά. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να βρεις περιφράσεις για να περιγράψεις τι συνέβαινε και ποιοι ήταν οι δράστες μιας επίθεσης κατά ομοφυλόφιλων. Στη δεκαετία του ’90 ο καιρός ήταν άστατος, μα αν ήταν να βρέξει καλοκαιριάτικα – τι να κάνουμε – θα βρέξει. Κι έτσι, σαν απανωτά μπουρίνια δεχτήκαμε τους απανωτούς φόνους στη Θεσσαλονίκη εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’96, που δεν ήταν ένας ή δύο αλλά πέντε. Ο τελευταίος είχε σαν σκηνικό το πάρκο της πλατείας Αριστοτέλους, εκεί όπου το θύμα γνώρισε τους εραστές του, οι οποίοι αποδείχτηκαν και δήμιοι: τον φόνευσαν σπίτι του, εκεί κοντά, με απανωτές μαχαιριές.

Ξαναγυρνώντας λοιπόν στην κασέτα, θυμάμαι που άκουγα το τραγούδι “Μεθυσμένοι” πριν βγω κι εγώ στα πάρκα, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα του σπιτιού ακριβώς την ώρα που φώναζε το μεγάφωνο “βάρα λοιπόν το κεφάλι σου στον τοίχο / μέχρι να σπάσουν τ’ αυτιά σου απ’ τον ήχο”. Και μαζί με τα πάρκα, τα σκηνικά σε αυτά, την κασέτα, θυμάμαι, θυμάμαι, θυμάμαι και πολλά άλλα πράγματα μεγάλα και μικρά – ευχάριστα τα περισσότερα, αλλά δεν θα σας τα πω τώρα – αλλά πιο πολύ θυμάμαι ότι έχω ζήσει, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, ακριβώς τη μισή μου ζωή και λίγο παραπάνω, κι ότι ο χρόνος που μου μένει είναι λιγότερος από τον χρόνο που κατανάλωσα. Και σκέφτομαι ότι τα πάρκα, η κασέτα των ΜΙ-ΑΣΜΑ, οι περιπέτειες, το φοβερό βλέμμα γεμάτο ένταση και αγωνία, ανήκουν σε μια άλλη εποχή, μια εποχή που μπορεί να επιβιώνει μέσα στο δικό μου κεφάλι ή στο κεφάλι του συνομήλικου κουήρ πάνκη που μου έκανε δώρο την κασέτα ή στα κεφάλια αλλονών, αλλά δεν υπάρχει πλέον “εκεί έξω”. Εκείνη η εποχή προσέδιδε μια τριβή με την πραγματικότητα διαφορετική απ’ ό,τι σήμερα, υπήρχε μια “σοφία” στην ψυχή διόλου ανόητη ή αφελής ή επιτηδευμένη αλλά μάλλον ήταν σαν γλυμμένος από τη θάλασσα βράχος – διαμορφωμένος από την καθημερινή επαφή με το άλλο, το διαφορετικό, το παράξενο, το απροσδιόριστο και το επικίνδυνο.

Επόμενο ήταν και οι κηδείες, τα ξόδια ή τα μνημόσυνα να είναι διαφορετικά απ’ ό,τι σήμερα. Ο ξαφνικός θάνατος ή ο εξαθλιωμένος θάνατος από τα γηρατειά ήταν μέσα στο παιχνίδι, ήταν το τίμημα έγκυρων και συνειδητών επιλογών ζωής των πούστηδων, κι ο χαμός τους ήταν σχεδόν πάντα μοναχικός και σιωπηλός, σχεδόν πάντα ξαφνικός – αλλά όλα ξαφνικά ήταν στη ζωή οπότε δεν σου έκανε εντύπωση. Ω, σίγουρα υπάρχουν κι οι απίθανες, τρελές περιπέτειες μέσα σε όλα αυτά αλλά όχι εις πείσμα όλων αυτών. Αλλά αυτές είναι δουλειά άλλων να τις καταγράψουν, να τις αφηγηθούν, να τις διασώσουν.

Είναι παράξενο, η ζωή μου στα πάρκα ξεκίνησε πηγαίνοντας σε εκείνο ακριβώς το μέρος κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό όπου η μια τρανς, η Αλόμα, είχε πετάξει μια πέτρα ή ένα τούβλο σε έναν μπάτσο. Κι εγώ ήμουν τόσο χαϊβάνι που είχα πάρει τα πόδια μου, είχα πάει κι είχα στηθεί καταμεσίς στην πιάτσα από τις τρανς. Με κοίταζαν έντονα, σκύβοντας και σχηματίζοντας ορθή γωνία με το σώμα τους και μου έλεγαν νοερά δυο πράγματα: φύγε από εδώ, τώρα, κινδυνεύεις, και είναι στο ξεκίνημά του το νεαρό αγόρι. Και με μια άλλη τρανς τελειώνει η αποψινή βραδιά μου, μια τρανς που τελειώνει κι αυτή, μια τρανς που δεν έχει πνευμόνια πια από το κάπνισμα και η ζωή της έγινε ντοκιμαντέρ και θα γίνει και ταινία. Δεν ξέρω τι θα λέει η ταινία, είναι πάντως σκηνοθετικά και σεναριακά σε χέρια που εκτιμώ. Αυτό που θα ήθελα να πω εγώ, είναι ότι σήμερα ακούγονται πολλά συνθήματα και βγαίνουν πολλά πολιτικά κείμενα. Λείπουν, όμως, οι σοφοί βράχοι που, μετά από 37 μαχαιριές, αποχαιρετούν τον φίλο τους που έπεσε με ένα ποίημα. Είναι ένα ποίημα για τον πέμπτο, αλλά όχι τελευταίο, φονευθέντα του 1996.

Ληστεία μετά φόνου

Εις ανάμνηση του Π.Π. που φονεύτηκε
την 13η/8/96 εν Θεσσαλονίκη

Θάνατο θέλω τραγικό
να ξεπληρώσω ψέματα,
του κόσμου τ’ αναθέματα,
μ΄ένα λυγμό.

Τώρα που η αγάπη μου
πουλιέται κι αγοράζεται,
όλοι εσείς που με δικάζετε
πάρτε το δάκρυ μου.
Στην αγορά κι ο Θάνατος
μαχαίρι του Έρωτος,
λύτρο του αίματος,
μόνος κι αθάνατος.

Μόνος ήρθα κι έφυγα·
φίλου, γνωστούς, γονείς αρνήθηκα
κι, άμα με γύρεψε κανείς,
πείτε του: πέθανα…

Φώτης και Νίκος

Εφημερίδα “Ο πόθος”, Νοέμβριος 1996

https://www.youtube.com/watch?v=2JNs1iUwW4c

Paris is Burning: για το drag, την ανατρεπτικότητα και τη δυνατότητα νέων σχέσεων

Το Αναταραχή Φύλου της Judith Butler είναι μια λαμπρή προσπάθεια να χωρέσουν κάποιες από τις ριζοσπαστικές απόψεις της σκέψης της Wittig εντός ενός εφαρμόσιμου πολιτικού προγράμματος. Απηχώντας τη Wittig, η Butler ρωτά: “Σε ποιο βαθμό η κατηγορία των γυναικών επιτυγχάνει σταθερότητα και συνοχή μόνο στο γενικό πλαίσιο της ετεροφυλοφιλικής μήτρας;” Αναγνωρίζοντας τη σημασία του πώς σκεφτόμαστε για το σώμα ώστε να υπάρξει οποιαδήποτε επιτυχής αντίσταση στην ανάθεση των έμφυλων ταυτοτήτων, η Butler παραθέτει φεμινιστικές κριτικούς από το πεδίο της μοριακής βιολογίας των οποίων η δουλειά προτείνει ότι “έμφυλα νοήματα πλαισιώνουν την υπόθεση και τα επιχειρήματα εκείνων των βιοϊατρικών ερευνών που επιζητούν να καθιερώσουν το ‘[βιολογικό] φύλο’ για εμάς καθώς είναι πρότερο των πολιτισμικών σημασιών που αποκτά.” Αν ακόμα και το τετριμμένο γεγονός της ανάθεσης φύλου ποτέ δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτισμικές ορίζουσες, τότε έχουμε δίκιο να σκεπτόμαστε ξανά τους τρόπους με τους οποίους τα σώματά μας είναι πολιτισμικά χαρτογραφημένα, και πιο συγκεκριμένα πώς ορίζονται τα όριά τους. Η περιγραφή των σωμάτων με όρους δυαδικού φύλου εξαρτάται από “την πολιτισμική συζήτηση που θεωρεί ότι τα εξωτερικά γεννητικά όργανα είναι βέβαια σημάδια του φύλου”, μια συζήτηση που η ίδια υπηρετεί “την κοινωνική οργάνωση της σεξουαλικής αναπαραγωγής μέσα από την κατασκευή καθαρών και κατηγορηματικών ταυτοτήτων και θέσεων βιολογικά έμφυλων σωμάτων σε σχέση του ενός με το άλλο.” Παραθέτοντας το επιχείρημα της Mary Douglas στο Καθαρότητα και Κίνδυνος ότι “το σώμα είναι ένα μοντέλο που μπορεί να πάρει τη θέση οποιουδήποτε ορισμένου συστήματος” και ότι “τα όρια μπορούν να αναπαριστούν οποιαδήποτε όρια τα οποία απειλούνται ή είναι επισφαλή”, η Butler τονίζει τους κινδύνους για το κοινωνικό σύστημα από τα “διαπερατά σωματικά όρια”. Το ομοφυλοφιλικό σεξ – ιδιαίτερα το πρωκτικό σεξ μεταξύ ανδρών – είναι μια απειλητική “παραβίαση ορίου”, ένας τόπος κινδύνου και μόλυνσης για το κοινωνικό σύστημα που αναπαρίσταται συνεκδοχικά από το σώμα.

Κάθε δραστηριότητα ή συνθήκη που εκθέτει την διαπερατότητα των σωματικών ορίων θα εκθέσει παράλληλα την τεχνητή φύση των σεξουαλικών διαφορών όπως αξιώνονται εντός της ετεροφυλοφιλικής μήτρας. Όλα αυτά είναι συνεπή με την υποτίμηση της διαφοράς από τη Wittig και το ενδιαφέρον της να “εκραγεί” το ετεροφυλόφιλα έμφυλο σώμα ώστε να πειραματιστεί με νέους τρόπους του να είναι σώμα και, συνακόλουθα, με νέες πολιτισμικές επιταγές. Η Butler διαχωρίζει την εαυτή της από τη Wittig στην αναγνώρισή της ότι το λεσβιακό (και γκέι ανδρικό;) σώμα δεν μπορεί να κατασκευαστεί ολοκληρωτικά έξω από την ετεροφυλοφιλία που θα ανέτρεπε. Επιμένοντας σε μια ανατρεπτική “επανασηματοδότηση” της ετεροφυλοφιλίας παρά την “πέρα ως πέρα αντικατάστασή της”, η Butler επανατοποθετεί την ίδια την ομοφυλοφιλία εντός του πεδίου των πολιτισμικών πολιτικών. Έτσι, κοιτάζει ευνοϊκά εκείνους τους γκέι και λεσβιακούς λόγους στους οποίους όροι όπως queens, bitches, femmes, girls, dyke queer και fag είναι προεξέχοντες, εφόσον ουσιαστικά ανακατανέμουν και αποσταθεροποιούν τις υποτιμητικές κατηγορίες της ομοφυλοφιλικής ταυτότητας.

Μέσα σε αυτό το πρόγραμμα ανατρεπτικής οικειοποίησης και παρωδιστικής ανακατανομής των στιλ και λόγων της κυρίαρχης κουλτούρας, το drag αποκτά μια εξαιρετική αξία. Στην επιτέλεση μιας αποσυσχέτισης “όχι μόνο μεταξύ βιολογικού φύλου και επιτέλεσης, αλλά βιολογικού και κοινωνικού φύλου, και κοινωνικού φύλου και επιτέλεσης”, το drag πιθανώς αποκαλύπτει το αρχικό έμφυλο σώμα ως επιτελεστικό το ίδιο. “Κατά τη μίμηση του κοινωνικού φύλου, το drag έμμεσα αποκαλύπτει τη μιμητική δομή του ίδιου του φύλου – καθώς επίσης και τo ενδεχόμενό του” (Υπογραμμισμένο από την Butler). Μας προσκαλεί να ελευθερώσουμε την μετέπειτα εμπειρία του φύλου από όσα θα μπορούσαμε να έχουμε σκεφτεί, μέχρι τη στιγμή του απελευθερωτικού μηνύματος του drag, ως μια αμετάβλητη πρωτεύουσα ταυτοποίηση του φύλου. Το Αναταραχή Φύλου, το drag εμφανίζεται να ικανοποιεί τα κριτήρια για μια βιώσιμη πολιτική αντίστασης, μιας αντίστασης που η Butler τοποθετεί αντίθετα στον ιδεαλισμό του επαναστατικού λεσβιακού σώματος της Wittig: “η κανονιστική εστίαση για την γκέι και λεσβιακή πρακτική θα έπρεπε να είναι στην ανατρεπτική και παρωδιστική ανακατανομή της εξουσίας αντί για την αδύνατη φαντασίωση της καθ’ ολοκληρίαν υπέρβασής της”.

Αλλά πόσο ανατρεπτική είναι η παρωδία; Το επιχείρημα της Butler ενάντια σε κατηγορηματικές έμφυλες ταυτότητες είναι το ισχυρότερο όταν βλεπεται ως μια στρατηγική απάντηση στην κοινωνική έμφαση σε τέτοιες ταυτότητες και στον τρόμο της παραβίασης σωματικών ορίων. Ως μια επίθεση σε οποιαδήποτε συναφή ταυτότητα, αποκλείει τη δυνατότητα μιας γκέι ή λεσβιακής ειδικότητας (διαγράφοντας στην πορεία τον ίδιο τον επιστημονικό κλάδο – γκέι και λεσβιακές σπουδές – εντός του οποίου γίνεται η επίθεση): η αντίσταση στην ετεροφυλοφιλική μήτρα μειώνεται σε λίγο ή πολύ άτακτες μιμήσεις αυτής της μήτρας. Στη χειρότερη περίπτωση, η έμφαση στην παρωδία στο Αναταραχή Φύλου έχει το αποτέλεσμα να υπερτονίζει το ανατρεπτικό δυναμικό μιας απλώς άσκοπης συμπεριφοράς. Η Butler βρίσκει πως όταν οι γκέι ιδιοκτήτες ενός συνοικιακού εστιατορίου, έχοντας φύγει για διακοπές, βάζουν μια πινακίδα που λέει “[Το κορίτσι] παραδούλεψε και χρειάζεται ξεκούραση” τότε πολλαπλασιάζουν “τους δυνατούς τόπους εφαρμογής” του θηλυκού, αποκαλύπτοντας την “αυθαίρετη σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου” και αποσταθεροποιούν και κινητοποιούν την επιγραφή. Βαριές λέξεις για κάποια ανόητη και οικεία campiness. Επιπλέον, οι πολιτικές της παρωδίας αναγκαστικά υποτιμούν τα στοιχεία του ανήκειν και του σεβασμού στις επιδείξεις παρωδίας. Η leather queen και το “γκέι ανδρικό μάτσο σώμα” του D.A. Miller παρωδούν ελαφρώς εις βάρος των ιδίων: αν το αποτέλεσμά τους είναι να παρωδήσουν αυτό που λατρεύουν, πρόκειται, για την πρώτη περίπτωση, που ο σκληρός γκέι στα leather είναι μια queen (μια ακούσια παρωδία του “the real thing”, το οποίο λατρεύει) και, στη δεύτερη περίπτωση, διότι η ερωτική επιθυμία οφείλει να περιπλέξει την επίδειξη μυών με ένα μήνυμα ότι είναι αξιογάμητος.

Τότε, επίσης, οι παρωδιστικές προθέσεις των drag queens που καταγράφονται στο ντοκιμαντέρ της Jennie Livingston για τους drag χορούς στο Χάρλεμ, το Paris Is Burning, βρισκόταν στο νου όλων των ακαδημαϊκών αναλυτών της μεσαίας τάξης. Οι drag queens σίγουρα επανανοηματοδότησαν την κυρίαρχη κουλτούρα, αλλά με τρόπους που μόνο να ενισχύσουν μπορούσαν τη κυριαρχία αυτής της κουλτούρας. Οι αγαπημένες και πιστές “οικογένειες” που συνέστησαν μπορούσαν, φαντάζομαι, να γίνουν αντιληπτές ως μια έμμεση κριτική για τη συχνή έλλειψη αγάπης και πίστης στην ετεροφυλοφιλικά θεσμοθετημένη οικογένεια, αλλά παραμένουν φόροι τιμής στο ετεροφυλοφιλικό ιδανικό της ίδιας της οικογένειας. Και ακόμα κι αυτή η κριτική δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την αθέλητη παρενέργεια αυτού που εννοούταν να είναι μια προσωρινή θέση. Το νόημα για τις drag queens είναι να βγουν από την drag οικογένεια και να γίνουν επιτυχίες στον πραγματικό (στρέητ) κόσμο της μόδας και της διασκέδασης (όπως έκανε ο Willi Ninja). Για εκείνους που δεν θα κάνουν αυτή την κίνηση, η ένδεια κι ακόμα και ο θάνατος (όπως στην περίπτωση της Venus Xtravaganza) μπορούν να ληφθούν υπόψη ότι θα διαλύσουν τις οικογενειακές οικειότητες. Η επανανοηματοδότηση της ετεροφυλόφιλης εξουσίας στο Paris Is Burning είναι στην πραγματικότητα ένας φόρος τιμής σε αυτή την εξουσία. Δείχνει πόσο αποτελεσματικά η αμερικάνικη κοινωνία μπορεί να εξουδετερώσει τα περιθώριά της: στην αξιολύπητα μικροσκοπική προσοχής τους στα στιλ μιας εξουσίας από την οποία έχουν μόνιμα αποκλειστεί, οι καταπιεσμένοι δεν επιτελούν τίποτα πιο ανατρεπτικό από τη δική τους υποταγή στην πλύση εγκεφάλου, απομονωμένοι με ασφάλεια και, αν χρειαστεί, ετοιμασμένοι για εξολόθρευση.

Το Paris Is Burning μας θυμίζει ότι το drag δεν είναι πάντα πλάκα και παιχνίδια ή η δήλωση μόδας εκείνων των μεσοαστών γκέι αντρών που φοράνε φούστες όταν βγαίνουν για δείπνο. Η ιστορική και ιδεολογική κριτική της ταυτότητας σίγουρα αξίζει να εμπνεύσει περισσότερα από ένα γούστο για το crossdressing. Για να είμαι δίκαιος στην Butler, θα έπρεπε να πω εδώ ότι υπάρχει λιγότερη έμφαση στην παρωδία σε πιο πρόσφατα έργα της από ότι στο Αναταραχή Φύλου. Έχει κάνει πίσω από τις επιπτώσεις σε αυτό το βιβλίο (χειροκροτούμενη ή επιτεθόμενη αναλόγως από τους αναγνώστες της) ότι μπορούμε να βγούμε επιτελεστικά εκτός του φύλου. “Γιατί η σεξουαλικότητα”, επιχειρηματολογεί τώρα, “δεν μπορεί να συνοπτικά να φτιαχτεί ή να διαλυθεί”. Απορρίπτοντας μια “βολονταριστική” αφήγηση του φύλου, γράφει: “Η παρανόηση για την έμφυλη επιτελεστικότητα είναι η εξής: ότι το φύλο είναι επιλογή, ή ότι το φύλο είναι ρόλος, ή ότι το φύλο είναι μια κατασκευή που φορά κανείς, όπως βάζει κανείς τα ρούχα το πρωί, ότι υπάρχει οκάποιοςπου είναι πρότερος σε αυτό το φύλο, ο κάποιος που πάει στη ντουλάπα του φύλου και αποφασίζει με περίσκεψη ποιο φύλο θα είναι σήμερα”. Αυτή η παρανόηση ακούγεται σαν μια εξοργισμένη παρωδία του Αναταραχή Φύλου, πράγμα που είναι κατανοητό δεδομένων των ενθουσιωδών απλοποιήσεων αυτού του δύσκολου και συχνά αφηρημένου έργου από αντι-ταυτοτικούς ακτιβιστές.

Είναι παρόλα αυτά σημαντικό που η Butler τώρα δίνει έμφαση στους περιορισμούς της επιτελεστικότητας. Το Paris Is Burning, για παράδειγμα “θέτει ένα ερώτημα αν η παρωδία των κυρίαρχων κανονικοτήτων είναι αρκετή για να τις εκτοπίσει. Πράγματι, αν η αποφυσικοποίηση του φύλου δεν μπορεί να είναι το ίδιο το όχημα για μια επανασταθεροποίηση των ηγεμονικών κανονικοτήτων.” Το drag είναι τώρα, “στην καλύτερη περίπτωση”, “ένας τόπος μιας ορισμένης αμφιθυμίας”, παρόλο που παραμένει “ανατρεπτικό στο βαθμό που στοχάζεται στην μιμητική δομή με την οποία το ηγεμονικό φύλο παράγεται το ίδιο και αμφισβητεί τις αξιώσεις της ετεροφυλοφιλίας στην φυσικότητα και την αυθεντικότητα.” Η οικειοποίηση ηγεμονικών κανονικοτήτων εν μέρει τις ανατρέπει και εν μέρει τις εξιδανικεύει ξανά.

Αυτές οι γνωστικές επιφυλάξεις, όμως, αποκαλύπτουν πόσο εξαρτώμενη από τις κανονικότητες ήταν ακόμα και η ουτοπική ανατροπή της Αναταραχής Φύλου, μιας και η πρακτική της επαναοικειοποίησης και η αποπειρούμενη επανανοηματοδότηση μέλλουν να αποκαλύψουν την εξουσία των κανονικοτήτων – μια εξουσία ιστορικά κατοχυρωμένη από τους πολυάριθμους φορείς και δίκτυα στα οποία είναι ενθυλακωμένη – να αντιστέκονται στην επανανοηματοδότηση. Ακριβέστερα, η επανανοηματοδότηση δεν μπορεί να καταστρέψει. Απλά παρουσιάζει στην κυρίαρχη κουλτούρα θεάματα πολιτικά αδύναμης έλλειψης σεβασμού. Είναι αυτό πραγματικά ανατρεπτικό, και, πιο θεμελιωδώς, τι σημαίνει ανατρεπτικός; Η ανατροπή, ακόμα ένας κεντρικός όρος στη σκέψη της Butler, σημαίνει πρώτα από όλα, σύμφωνα με το λεξικό, την ανατροπή ενός συστήματος, αλλά στον τρέχοντα ακαδημαϊκό πολιτικό λόγο δείχνει να σημαίνει κάτι πολύ ασθενέστερο από αυτό, αναφερόμενη σε συμπεριφορά που υποσκάπτει γενικά αποδεκτές αρχές. Είναι, σε κάθε περίπτωση, άκρως αμφίβολο ότι η επανανοηματοδότηση, η ανασύνταξη ή η υπερβολική μίμηση, θα μπορέσουν ποτέ να ανατρέψουν κάτι. Αυτές οι μιμητικές δραστηριότητες είναι υπερβολικά συνυφασμένες με τις κανονικότητες που ακολουθούν. Για όσο καιρό τα σημάδια της ανατροπής θα παρέχονται από τα αντικείμενα που πρόκειται να ανατραπούν, η επαναοικειοποίηση μπορεί να καθυστερήσει αλλά είναι αναπόφευκτη: επαναοικειοποίηση και εξιδανίκευση ξανά. Η Butler αρκετά συγκινητικά βλέπει στην συγγένεια στους διάφορους “οίκους” στους οποίους ανήκουν οι drag queens από το Paris Is Burning ένα μάθημα για όλους από εμάς που ζούμε έξω από την ετεροφυλόφιλη οικογένεια. Παρόλο που έχει πει ότι δεν νομίζει ότι εκείνες οι σχέσεις απλά παρέχουν μια νέα και καλύτερη εκδοχή της οικογένειας, οι περιγραφές της από τα σπίτια – ως μητρικά, που ανατρέφουν, φροντίζουν, διδάσκουν, δίνουν καταφύγιο, που καθιστούν κάποιον ικανό – είναι πάνω κάτω ένας κατάλογος των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών.

Αυτοί οι άνδρες φροντίζουν “μητρικά” ο ένας τον άλλον, “στεγάζουν” ο ένας τον άλλον, “αναθρέφουν” ο ένας τον άλλον, και η επανανοηματοδήτηση της οικογένειας μέσα από αυτούς τους όρους δεν είναι μια μάταιη ή άχρηστη μίμηση, αλλά το κοινωνικό και συλλογιστικό χτίσιμο μιας κοινότητας, μιας κοινότητας που επιδένει, φροντίζει και διδάσκει, που δίνει στέγη και σε καθιστά ικανό. Αυτό είναι το δίχως άλλο μια πολιτισμική επανεπεξεργασία της συγγένειας που οποιοσδήποτε εκτός του προνομίου της ετεροφυλοφιλικής οικογένειας (κι εκείνων μέσα σε εκείνα τα “προνόμια” που υποφέρουν εκεί) χρειάζεται να δει, να ξέρει, και να μάθει από αυτή, μια εργασία που δεν καθιστά κανέναν από εμάς που είμαστε εκτός της ετεροφυλοφιλικής οικογένειας να είναι απόλυτος παρίας σε αυτήν την ταινία. Έχεi σημασία ότι είναι στην επεξεργασία της συγγένειας που σφυρηλατείται μέσα από επανανοηματοδότηση των ίδιων όρων που επηρεάζουν τον αποκλεισμό μας και την ταπείνωσή μας που μια τέτοια επανανοηματοδότηση δημιουργεί το συλλογιστικό και κοινωνικό χώρο για κοινότητα, τον οποίο βλέπουμε ως μια οικειοποίηση των όρων της κυριαρχίας που τους στρέφει προς ένα μέλλον με περισσότερες δυνατότητες.

Επιπλέον οι οίκοι συντηρούν τα μέλη τους “σε πείσμα της εκτόπισης, φτώχειας, έλλειψης στέγης”. Αλλά οι δομές που συντηρούν αυτά τα κακά φαινόμενα με κανένα τρόπο δεν απειλούνται ή ανατρέπονται. Εδώ η επανανοηματοδότηση είναι ελάχιστα περισσότερα από μια παρηγορητική κοινότητα θυμάτων.

Leo Bersani, “Homos”, Κεφ. 2 – “The Gay Absence”

Για πάντα στο σκοτάδι

“Για Πάντα στο Σκοτάδι”, μια performance για τα 6 χρόνια Μωβ Καφενείο. 30.05.2015 κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ.

Ανάληψη Ευθύνης

(Max Stirner & Roman Polanksi adaptation)

Ο καθαυτό φόβος έναντι του Θεού έχει κλονιστεί εδώ και πολύ καιρό, κι ένας περισσότερο ή λιγότερο συνειδητός “αθεϊσμός”, αναγνωρίσιμος εξωτερικά από μια διαδεδομένη “εγκατάλειψη της εκκλησίας”, δίνει άθελά του τον τόνο. Αυτό όμως που αφαιρέθηκε από τον Θεό έχει προστεθεί στον άνθρωπο, και η δύναμη της ανθρώπινης ιδιότητας μεγάλωσε ακριβώς στο βαθμό που μειώθηκε η ευσέβεια: ο “άνθρωπος” είναι ο σημερινός Θεός, και ο φόβος έναντι του ανθρώπου πήρε τη θέση του παλιού φόβου έναντι του Θεού. Επειδή όμως ο άνθρωπος αντιπροσωπεύει μόνον ένα άλλο υπέρτατο ον, δεν συνέβη τίποτε άλλο από μια μεταμόρφωση του υπέρτατου όντος, και ο φόβος έναντι του ανθρώπου είναι απλώς μια άλλη μορφή του φόβου έναντι του Θεού.

Οι αθεϊστές μας είναι ευσεβείς άνθρωποι και φαίνεται ότι έχουμε ένα μικρό πρόβλημα: Όσο κι αν ψέλνουν τα σωστά λόγια, ο Σατανάς δεν λέει να εμφανιστεί.

Ποια είναι η εναλλακτική;

(Judith Halberstam adaptation)

Έχουμε όλοι συνηθίσει να συντρίβονται τα όνειρά μας, να συνθλίβονται οι ελπίδες μας και να καταστρέφονται οι ψευδαισθήσεις μας, αλλά τι έρχεται μετά την ελπίδα; Αν η ζωή δεν τελειώνει ΕΔΩ; Ποια είναι η εναλλακτική; Η κυνική παραίτηση από τη μια ή η αφελής αισιοδοξία από την άλλη; Ποια είναι η εναλλακτική, θα ήθελε να μάθει ο Μπομπ Σφουγγαράκης, να δουλεύεις όλη μέρα στον κύριο Καβούρη, ή να σε πιάσουν στα δίχτυα του εμπορευματικού καπιταλισμού στην προσπάθειά σου να δραπετεύσεις;

ΛΟΙΠΟΝ, ποια είναι η εναλλακτική;

Αυτή η απλή ερώτηση, αναγγέλλει ένα πολιτικό σχέδιο.

Παρακαλεί για μια γραμματική της πιθανότητας, και εκφράζει μια βασική επιθυμία να ζήσει τη ζωή αλλιώς.

Αντί απλά να φιλονικούμε για μια επαναξιολόγηση των προτύπων του τύπου «περνάς ή κόβεσαι», η Kουήρ Tέχνη της Aποτυχίας, απογυμνώνει τις έννοιες της επιτυχίας και της αποτυχίας με τις οποίες ζούμε σήμερα.

Υπό συγκεκριμένες συνθήκες το να αποτυγχάνεις, να χάνεις, να ξεχνάς, να μην κάνεις, να μην φτιάχνεις, να μην γίνεσαι, να μην ξέρεις μπορεί στην πραγματικότητα να προσφέρουν πιο δημιουργικούς, πιο συνεργατικούς, πιο ευφάνταστους τρόπους ύπαρξης στον κόσμο. Η αποτυχία είναι κάτι που οι κούηρ κάνουν και πάντα έκαναν εξαιρετικά καλά. Για τους κουήρ, η αποτυχία μπορεί να είναι στυλ, σύμφωνα με τον Κουεντην Κρισπ, ή τρόπος ζωής, σύμφωνα με τον Φουκώ, και έρχεται σε αντίθεση με τα βλοσυρά σενάρια της επιτυχίας που βασίζονται στο «να προσπαθείς, να προσπαθείς, να προσπαθείς, να προσπαθείς και να προσπαθείς ξανά». Αν η επιτυχία απαιτεί τόση προσπάθεια, τότε ίσως η αποτυχία είναι ευκολότερη μακροπρόθεσμα και προσφέρει διαφορετικές επιβραβεύσεις.

Τι είδους επιβραβεύσεις μπορεί να μας προσφέρει η αποτυχία; Ίσως προφανέστερα, η αποτυχία μας επιτρέπει να αποδράσουμε από τις τιμωρητικές νόρμες που συμμορφώνουν την συμπεριφορά και ελέγχουν την ανθρώπινη ανάπτυξη με στόχο να μας παραδώσουν από την ανυπότακτη παιδική ηλικία σε μία εύρυθμη και προβλέψιμη ενηλικίωση.

ΟΧΙ!

Η θετική σκέψη είναι μια «μαζική αυταπάτη» που αναδύεται από τον συνδυασμό του εξαιρετισμού και της επιθυμίας να πιστέψουμε ότι η επιτυχία συμβαίνει σε καλούς ανθρώπους και ότι η αποτυχία είναι μόνο μια συνέπεια μια κακής συμπεριφοράς, παρά συνέπεια βασικών-δομικών καταστάσεων.

Η θετική σκέψη «προσφέρεται» ως

  • θεραπεία για τον καρκίνο,
  • ένα μονοπάτι για ανείπωτα πλούτη,
  • και ως ένας σίγουρος τρόπος για να καταφέρεις την προσωπική σου επιτυχία.

Πράγματι, το να πιστεύεις ότι η επιτυχία εξαρτάται από την συμπεριφορά του καθένα είναι πολύ προτιμότερο για κάποιους από το να αναγνωρίσουν ότι η δικιά τους επιτυχία είναι το αποτέλεσμα της κλίσης της ζυγαριάς της φυλής, της τάξης και του φύλου. Ο καπιταλισμός παράγει την επιτυχία κάποιων ανθρώπων μέσα από την αποτυχία κάποιων άλλων, η ιδεολογία της θετικής σκέψης επιμένει ότι η επιτυχία εξαρτάται μόνο από την σκληρή δουλειά και η αποτυχία είναι πάντα φταίξιμο δικό σου.

Αλλά εμείς ξέρουμε κάτι παραπάνω φυσικά.

Για τους «άπιστους» έξω από την «αίρεση» της θετικής σκέψης , για τους αποτυχημένους και τους λούζερς, για τους γκρινιάρηδες, για τους οξύθυμους κλαψιάρηδες που δεν θέλουν «να έχουν μια καλή μέρα», η πολιτική προσφέρει ένα καλύτερο επεξηγηματικό πλαίσιο από ότι η προσωπική διάθεση. Γι’ αυτούς που σκέφτονται αρνητικά, υπάρχουν ξεκάθαρα πλεονεκτήματα στο να αποτυγχάνεις. Ανακουφισμένος από την υποχρέωση του να χαμογελά, ο «στοχαστής του αρνητικού» μπορεί να χρησιμοποιήσει την εμπειρία της αποτυχίας για να αντιμετωπίσει τις τεράστιες ανισότητες της καθημερινής ζωής.

Από την σκοπιά του φεμινισμού, η αποτυχία συχνά έχει υπάρξει ένα πιο σίγουρο στοίχημα από την επιτυχία. Το να μην επιτυγχάνεις στο να είσαι γυναίκα ή πουσταριό μπορεί να προσφέρει αναπάντεχες ηδονές.

Οι σκιεροί φεμινισμοί παίρνουν την μορφή όχι του να γίνεσαι, να είσαι, να κάνεις, αλλά την μορφή των σκιερών, σκοτεινών τρόπων του να αναιρείς, να ανατρέπεις και να ανατρέπεσαι και να παραβιάζεις.

Ο κύριος Μάικλ Αρντ, που κέρδισε όσκαρ ως σεναριογράφος της ταινίας Little Miss Sunshine, είπε ότι εμπνεύστηκε να γράψει ένα σενάριο όταν άκουσε τον κυβερνήτη της Καλιφόρνια Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ να δηλώνει ότι

“Αν υπάρχει κάτι στον κόσμο που απεχθάνομαι, αυτό είναι οι αποτυχημένοι!”

Προφανώς, η ελαφρώς φασιστική θέαση του κόσμου που βλέπει μόνο νικητές και χαμένους, την οποία και προωθεί ο Σβαρτζενέγκερ, έχει συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό στην χρεωκοπία της πολιτείας του, και το Little Miss Sunshine είναι με πολλούς τρόπους το βλέμμα από τα κάτω, η προοπτική του χαμένου σε ένα κόσμο που νοιάζεται μόνο για τους νικητές.

Το Little Miss Sunshine εγκαταλείπει το Δαρβινιστικό ρητό “ας νικήσει η καλύτερη” και ξεδιπλώνει μία νεο-αναρχική πεποίθηση για εκστατικούς χαμένους: “καμία δεν μένει πίσω!”

Η μικρή δυσλειτουργική οικογένεια μπαινοβγαίνει στο κίτρινο αυτοκίνητό της και παραμένει ενωμένη παρόλο που “χτυπήθηκε” στην διαδρομή. Και παρόλο, ή μάλλον εξαιτίας των αποπειρών αυτοκτονίας, της επικείμενης χρεωκοπίας, το θάνατο του πατριάρχη της οικογένειας και τον τελείως άσχετο διαγωνισμό ομορφιάς, ένα νέο είδος αισιοδοξίας γεννιέται.

Όχι μια αισιοδοξία που βασίζεται στην θετική σκέψη για να εξηγήσει την κοινωνική συνθήκη, ούτε μια αισιοδοξία που επιμένει στην θετική όψη των πραγμάτων με οποιοδήποτε κόστος. Μάλλον αυτή είναι μια μικρή ηλιαχτίδα φωτός που παράγει σκιά και φως στην ίδια ποσότητα και ξέρει ότι

το νόημα της μιας εξαρτάται πάντα από το νόημα της άλλης.

Με λένε αποτυχημένο γιο
Αποτυχημένο παντού σαν φαντάρο
Λιποτάχτη
Αποτυχημένο σαν πούστη
Περιφερόμενη μιζέρια κι αυτοκαταστροφή
Κοντολογίς, για να χρησιμοποιήσω λόγια άλλου, ότι είμαι για τον πούτσο

Είχα πολλά ονόματα στη ζωή μου,
αλλά απόψε είμαι η Κυρία Μικρή Ηλιαχτίδα

Έχω ένα μήνυμα σε όσους είπανε,
και ισχυρίζομαι εδώ ότι ήταν πάντα αυτοί οι Αυτοί Άντρες μ αρχίδια σε σώμα και ψυχή
Έχω ένα μήνυμα σε όσους είπανε,

Είσαι θεόμουρλη ρε! Για τα κάγκελα είσαι!
Για το ψυχιατρείο είσαι, μωρή!

Με λένε Κυρία Μικρή Ηλιαχτίδα και έχω ένα μήνυμα για αυτούς, για τον Σβαρτζενέγκερ και το ψυχιατρείο:

ΜΟΛΙΣ ΒΓΗΚΑ.

 

Responsibility Claim

(Max Stirner & Roman Polanksi adaptation)

The fear of God in the proper sense was shaken long ago, and a more or less conscious “atheism”, externally recognizable by a widespread “unchurchliness”, has involuntarily become the mode. But what was taken from God has been superadded to man, and the power of humanity grew greater in just the degree that that of piety lost weight: “Man” is the God of today, and fear of man has taken the place of the old fear of God. But, because man represents only another Supreme Being, nothing in fact has taken place but a metamorphosis in the Supreme Being, and the fear of man is merely an altered form of the fear of God.

Our atheists are pious people and it seems we have a little problem: No matter how hard they chant the right words, Satan insists not to appear.

What’s the alternative?

(Judith Halberstam adaptation)

We are all used to having our dreams crushed, our hopes smashed, our illusions shattered, but what comes after hope? If life does not end here? What’s the alternative? The cynical resignation on the one hand and naïve optimism on the other? What’s the alternative, SpongeBob wants to know, to working all day for Mr. Krabs, or being captured in the net of commodity capitalism while trying to escape?

So, what is the alternative?

This simple question announces a political project.

Begs for a grammar of possibility and expresses a basic desire to live life otherwise.

Rather than arguing for a reevaluation of the standard of passing and failing, The Queer Art of Failure dismantles the logics of success and failure with which we currently live.

Under certain circumstances failing, losing, forgetting, unmaking, undoing, unbecoming, not knowing may in fact offer more creative, more cooperative, more surprising ways of being in the world. Failing is something queers do and have always done exceptionally well; for queers failure can be a style, to cite Quentin Crisp, or a way of life, to cite Foucault, and it can stand in contrast to the grim scenarios of success that depend upon “trying and trying and trying and trying and trying again.” If fact if success requires so much effort, then maybe failure is easier in the long run and offers different rewards.

What kinds of reward can failure offers us? Perhaps most obviously, failure allows us to escape the punishing norms that discipline behavior and manage human development with the goal of delivering us from unruly childhoods to orderly and predictable adulthoods.

NO!

Positive thinking is a “mass delusion” that emerges out of a combination of exceptionalism and desire to believe that success happens to good people and failure is just a consequence of bad attitude rather than structural conditions.

Positive thinking is offered as

  • A cure for cancer
  • A path to untold riches
  • And a surefire way to engineer your own success

Indeed believing tha success depends upon one’s attitude is far preferable than recognizing that their success is the outcome of the titled scales of race, class and gender. Capitalism produces some people’s success through other people’s failures, the ideology of positive thinking insists that success depends only upon hard working hard and failure is always of your own doing.

We know better of course.

For the nonbelievers outside the cult of positive thinking, however, the failures and losers, the grouchy, irritable whiners who do not want to “have a nice day”, politics offers a better explanatory framework than personal disposition. For these negative thinkers, there are definite advantages to failing. Relieved of the obligation to keep smiling, the negative thinker can use the experience of failure to confront the gross inequalities of everyday life.

From the perspective of feminism, failure has often been a better bet than success. Not succeeding in womanhood or faggotry can offers unexpected pleasures.

Shadow feminisms take the form not of becoming, being and doing but of shady, murky modes of undoing, unbecoming and violating.

Mr. Michael Arndt, who won an Oscar as the scriptwriter for the film Little Miss Sunshine, said that he was inspired to write the script after hearing Governor Arnold Schwarzenegger of California declare,

“If there is only one thing in this world that I despise, it’s losers!”

Obviously the faintly fascistic worldview of winners and losers that Schwarzenegger promotes has contributed in large part to the bankrupting of his state, and Little Miss Sunshine is in many ways a view from below, the perspective of the loser in a world that is interested only in winners.

Little Miss Sunshine relinquishes the Darwinian motto of winners, “May the best girl win”, and cleaves to a neo-anarchistic credo of ecstatic losers: “No one gets left behind!”

The dysfuctional little family jumps in and out of its battered yellow VW and holds together despite being bruised and abused along the way. And despite or perhaps because of the suicide attempts, the impeding bankruptcy, the death of the family patriarch, and the ultimate irrelevancy of the beaut contest, a new kind of optimism is born.

Not an optimism that relies on positive thinking as an explanatory engine for social order, nor one that insists upon the bright side at all costs; rather this is a little ray of sunshine that produces shade and light in equal measure and knows that

the meaning of one always depends upon the meaning of the other.

The call me a failure of a son
A failure everywhere as a soldier
A quitter
A failure as a faggot
A wandering misery and self-destruction
In short, to use other words, a total crap

I used to have many names in my life
but tonight I am Miss Little Sunshine

I have a message to those who told,
and I am claiming here that always those were Men with balls, literally and metaphorically,
I have a message to those who told

You are nuts! You are crazy!
Your place is in the madhouse!

My name is Miss Little Sunshine and I have a message for those, for Schwarzenegger and for the psychiatric hospital.

JUST GOT OUT.

Κάποιος με φώναξε Σεμπάστιαν

Παρόλο που είχε διάφορες ενσαρκώσεις στη διάρκεια της ιστορίας – άγιος της επιδημίας κατά το Μεσαίωνα, αστραφτερός νέος απολλώνιας ομορφιάς κατά την αναγέννηση, “παρακμιακός” ανδρόγυνος χαρακτήρας στα τέλη του 19ου αιώνα – ο Σεβαστιανός είναι γνωστός ως ο άγιος του ομοφυλόφιλου.

Το πότε και πώς ακριβώς εξελίχθηκε αυτός ο ρόλος μπορεί να σχετίζεται με τα στοιχεία της ζωής του Αγ. Σεβαστιανού, για την οποία η παλαιότερη αναφορά μπορεί να βρεθεί στη Μαρτυρολογία του 354 μ.Χ., στην οποία αναφέρεται ως ένας νεαρός ευγενής μάλλον από το Μιλάνο, του οποίου η βασική ασχολία ήταν να είναι επικεφαλής μιας ομάδας τοξοτών στην αυτοκρατορική σωματοφυλακή. Σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία, στο επίσημο Acta Sanctorum (Πράξεις Αγίων), ο Σεβαστιανός υπηρετώντας τους αυτοκράτορες Διοκλητιανό και Μαξιμιλιανό, βοήθησε στη διάσωση δύο χριστιανών στρατιωτών, του Μάρκου και του Μαρκελλίνου, αποκαλύπτοντας έτσι πως κι ο ίδιος ήταν χριστιανός. Ο Διοκλητιανός επέμενε να εκτελεστεί από τους ίδιους του τοξότες συντρόφους του. Οι διαταγές ακολουθήθηκαν και ο Σεβαστιανός αφέθηκε νεκρός και γεμάτος βέλη. Από νεώτερες αφηγήσεις παραλείπεται το γεγονός ότι ο Σεβαστιανός έζησε της αρχικής επίθεσης, χάρις στις φροντίδες “μιας ευσεβούς γυναίκας”, της Ειρήνης. Ο Διοκλητιανός αναγκάστηκε να διατάξει εκτέλεση και δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά ο Σεβαστιανός γρονθοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από στρατιώτες στον Ιππόδρομο.

Αυτά τα στοιχεία – γραμμένα αιώνες μετά το θάνατο του Σεβαστιανού – ίσως να βοήθησαν στο να διαμορφωθεί η μετέπειτα φήμη του Σεβαστιανού ως ενός ομοφυλόφιλου μάρτυρα, μιας και η ιστορία του αποτελεί ένα είδος αφήγησης της αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας κάποιου, ακολουθούμενης από την επιβίωση από μια εκτέλεση που συμβολικά μπορεί να αναγνωστεί ως σεξουαλική διείσδυση. Ίσως ο ρόλος του ως αγίου της επιδημίας να επέφερε τους συσχετισμούς μεταξύ του Σεβαστιανού κι αυτού που, στο ιατρικό πλαίσιο του 19ου αιώνα παρουαζόταν ως αρρώστια, της ομοφυλοφιλίας.

Κατά την Αναγέννηση, ο Σεβαστιανός υπήρξε ένα εξαιρετικά δημοφιλές θέμα ζωγραφικής, με μόνους σοβαρούς ανταγωνιστές τον Ιησού και τη Μαρία. Ήταν η ιδιαίτερη αδυναμία ζωγράφων που έβλεπαν στο νεαρό άγιο μια φιγούρα ελληνικής ομορφιάς. Αμέτρητοι ζωγράφοι – Tintoretto, Mantegna, Titian, Guido Reni, Giorgine, Perugino, Botticelli, Bazzi – αναπαριστούν το Σεβαστιανό ως ένα μάρτυρα που δέχεται τα θανατηφόρα βέλη μέσα σε μια αίγλη ομορφιάς. Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Σεβαστιανός υπήρξε πηγή ομοερωτικών περιγραφών κατά την Αναγέννηση: στη Δωδεκάτη Νύχτα του Σέξπιρ, για παράδειγμα, ο Σεβαστιανός σώζεται σε ένα ναυάγιο από τον Αντώνιο και αποτελεί το αντικείμενο του έρωτά του. Ήταν κυρίω η αναγεννησιακή απεικόνιση του Σεβαστιανού που ενέπνευσε μια ανοιχτά ομοφυλοφιλικής φανατική θρησκευτική λατρεία κατά τον 19ο αιώνα. Αρρενωπός άντρας, νεαρό αγόρι, θηλυπρεπής νέος, σαδομαζοχιστικό ίνδαλμα, ανδρόγυνος χαρακτήρας: μερικές μόνο από τις μορφές που έλαβε στα χέρια φανατικών θαυμαστών του αλλά και έκπληκτων τρίτων, όπως ο Κάρολος Ντίκενς ή ο Ανατόλ Φρανς. Για τον Όσκαρ Ουάιλντ, ο Σεβαστιανός είναι ένα έμβλημα της υποκουλτούρας. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Ουάιλντ υιοθετεί το όνομα “Sebastian Melmoth”, ενώ επικαλείται το Σεβαστιανό στο ποίημά του (1881) προς τον Keats.

Περνώντας από χέρι σε χέρι – καταστρέφοντας πολλές φορές ζωές και καριέρες – ο ρωμαίος μάρτυρας φτάνεις στις μέρες μας, πιο τολμηρός και πιο ανοιχτός. Το 1906, ο αμερικάνος φωτογράφος F. Holland Day καλωσορίζει τον Σεβαστιανό στον κόσμο της φωτογραφίας, τραβώντας μια σειρά φωτογραφιών με νεαρούς άντρες της εργατικής τάξης να αναπαριστάνουν τον άγιο. Το 1911 δίνεται η παράσταση Le Martyre de St. Sebastian του Debussy στο Chatelet Theater του Παρισιού. Η παράσταση ήταν ένα αμάγαλμα ορχηστρικής μουσικής, παντομίμας και χορού. Με πρωταγωνίστρια τη χορεύτρια Ida Rubinstein, ο Σεβαστιανός στέκεται στο επίκεντρο μιας στιλιζαρισμένης φαντασμαγορικής παράστασης. “Κι άλλο! Κι άλλο! Κι άλλο!” διακήρυσσε ο ανδρόγυνος άγιος της Rubinstein καθώς έπεφταν τα βέλη στο ευλύγιστο σώμα της. Το γεγονός ότι μια γυναίκα και εβραία υποδύθηκε έναν χριστιανό μάρτυρα οδήγησε την Καθολική Εκκλησία να βάλει την παράσταση στα μαύρα κατάστιχά της.

Ο Αγ. Σεβαστιανός περνά μέσα από τα απάνθρωπα χαρακώματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ως ένα δημοφιλές θέμα στα ομοερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν από στρατιώτες την περίοδο εκείνη. Ως ένα επίμονο “παρακμιακό” μοτίβο, ο μαρτυρικός νέος εμφανίζεται στα έργα πασίγνωστων σύγχρονων συγγραφέων: Cocteau, T.S. Elliot, W. Stevens, Yukio Mishima, Kafka, Rilke, Auden, Tomas Mann. Το 1976, ο Derek Jarman γυρίζει μια ταινία, με όλους τους διάλογους στα λατινικά, η οποία προτείνει ότι ο Αγ. Σεβαστιανός υπήρξε το αντικείμενο του, χωρίς ανταπόκριση, έρωτα του Διοκλητιανού.

Η εξαιρετική επιτυχία του σεβαστιανού ως “γκέι αγίου” σχετίζεται και με τη θέση του ως ενός πιο μοντέρνου αντικαταστάτη άλλων “ομοφυλοφιλικών θρύλων” του παρελθόντος – Αδριανού και Αντίνοου, Ιωνάθαν και Δαυίδ, Γανυμήδη – των οποίων ο μύθος μπορούσε να μειωθεί σε απλώ ερωτική εξιστόρηση. Η ουσία όμως του μύθου του Αγ. Σεβαστιανού αντιστέκεται σε τέτοια συναισθηματοίηση, στεκόμενος ως ένα σύγχρονο έμβλημα ενός ριζικού απομονωτισμού: τόσο ένα ομοερωτικά φορτισμένο αντικείμενο πόθου, όσο και μια πηγή παρηγοριάς για τον κατατρεγμένο ομοφυλόφιλο. Με την έλευση του Aids, ο ιστορικός ρόλος του Αγ. Σεβαστιανού, ως αγίου που έχει τη δύναμη να αποδιώξει την επιδημία, αποκτά νέα ορμή. Ζωγραφική, στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και σχετικά πρόσφατα στο βιντεοκλίπ Loosing My Religion των R.E.M. (αποτελώντας ίσως ένα outing της αμφιφυλοφιλίας του Michael Stipe), ο Αγ. Σεβαστιανός παραμένει το διαρκώς ανανεούμενο αρχέτυπο της σύγχρονης ομοφυλοφιλικής ταυτότητας.

Το πρόσφατο βιβλίο “Σεβαστιανός” του Μανουήλ Τασούλα, από τις εκδόσεις “Οδός Πανός” αποτελεί στην ουσία μια συλλογή πολλών εικόνων του αγίου από την Ιταλία, την Ελλάδα και αλλού – μερικές από λαϊκά περιοδικά κι άλλες δια χειρός Μποτιτσέλι ή Θεοτοκόπουλου. Η θρησκευτική εικονογράφηση όμως του Σεβαστιανού είναι ένα μόνο κομμάτι του παζλ, ιδιαίτερα για έναν αναγνώστη με “αποκλίνοντα” ερωτισμό. Έτσι το τευχάκι που κυκλοφόρησε μάλλον ως γευστικό ορντέβρ πρέπει να ιδωθεί παρά ως… πλήρες γεύμα. Ας είναι, καλή όρεξη!

Πηγή: “Ο Πόθος”, Θεσσαλονίκη, Μάιος 1997

Ο θάνατος ενός ποιητή

“…Γιατί ο Μύρωνας δεν θα χτυπάει πια τις νύχτες τα κουδούνια. Σβήνοντας φώτα και σφαλώντας τα διπλά θυρόφυλλα, έχει για πάντα κλειδωθεί να ησυχάσει. Κι όμως, κι εμείς τάχα ξέρουμε τι είδους θάνατος μας περιμένει;”

Με αυτή την ερώτηση τελειώνει το πρώτο από τα “Τρία Ποιήματα”, που δημοσίευσε στην τελευταία του συλλογή – το 1987 – ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, γέννημα-θρέμμα της Θεσσαλονίκης. Ο τίτλος του είναι: Ο Θάνατος του Μύρωνα· ένα από τα πολλά γεγονότα που σημάδεψαν (και σακάτεψαν) τη ζωή του ποιητή. Γραμμένο σε πεζό λόγο, υποβλητικό όπως και τα άλλα δυο, γεμάτο υποχθονια μουσικότητα, μας παραπέμπει στην ομώνυμη συλλογή (1960), καθώς επίσης και το ομότιτλο ποίημα που περιέχει: “…Θεέ μου, ετοιμάζεις κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για τον χαμό μου”. Κανείς δεν ξέρει πράγματι τι τον περιμένει στα στερνά του. Όμως, ποιος τον περίμενε αυτόν τον θάνατο καλοκαιριάτικα; Κανείς! Όλα, πάντως, ήταν κάπως απατηλά και ατρικύμιστα στην πόλη όπου έζησε τα τελευταία δεκαέξι χρόνια ο ποιητής.

Στις 9 Αυγούστου 1996 βρέθηκε το πτώμα του Ν.Α. Ασλάνογλου από τον ανηψιό του. Έμενε σ’ ένα δώμα στους Αγίους Αναργύρους, σε μια από τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, τις “δυτικές ακτές” όπως του άρεσε να τις αποκαλεί. Της πόλης για την οποία είχε γράψει στα τέλη της δεκαετία του ’40: “Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες / δεν είναι δω τόπος για να μείνουμε / εδώ δεν έχει δρόμους, δεν έχει μάτια…”. Ήταν ήδη τρεις μέρες νεκρός, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μακριά από τα άπληστα σαγόνια των τηλεοπτικών σταθμών και τις επίσημες νεκρολογίες. Ένας αθόρυβος και “εύκολος” θάνατος, όπως ακριβώς και η ζωή του: “Ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό / μια αρρυθμία στο μυαλό και στην καρδιά / και μια αίσθηση ότι σε λίγο θα πεθάνω / με οδήγησαν σε γνώριμα κλειστά τοπία…”

Το γεγονός ανακοινώθηκε στις εφημερίδες ένα μήνα μετά, στις 7 Σεπτεμβρίου! Η Ελλάδα είχε χάσει έναν από τους πιο νευραλγικούς και μοντέρνους ποιητές της. Μια τιμητική διάκριση από τον δήμο Αθηναίων το 1986, καθώς επίσης και το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών που έλαβε πριν από δύο χρόνια από το υπουργείο πολιτισμού, ήταν όλα κι όλα όσα εισέπραξε για την προσφορά του, η οποία αριθμητικά είναι λιγάκι μικρότερη από εκείνη του Καβάφη: 141 ποιήματα. Ουσιαστικά ο ποιητής είχε σωπάσει από την άνοιξη του 1976, όταν τελείωνε το τρίτο από τα πεζά του ποιήματα, το “Αργό Πετρέλαιο”. Αν και δημοσιεύτηκαν το 1981, οι “Ωδές στον Πρίγκηπα” έχουν γραφτεί πολύ νωρίτερα. Τέσσερις κούτες με χειρόγραφα και υλικό αρχείου άφησε πίσω του. Ας ελπίσουμε πως θα μας αναταμείψουν όλους εμάς που αγαπήσαμε την ποίησή του, καλύπτοντας αυτό το 20ετές κενό.

“Ο Πόθος”, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1996
Φωτογραφίες εξωφύλλου από την κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ, Θεσσαλονίκη, Μάιος 2015

Ευάλωτες αρρενωπότητες

Η πρόσληψη του ανδρικού σώματος αλλάζει. Από τον καιρό του αυτονόητου “τι κοιτάς ρε;”, αρκετοί σημερινοί άντρες αναζητούν ενεργητικά το βλέμμα της αντικειμενοποίησης επάνω τους. Μέσα από διάφορες οδούς, μία εκ των οποίων είναι και η metrosexuality, εμφανίζονται εκτεθειμένοι, παθητικοί εμπρός το βλέμμα των ματιών των άλλων ή της φωτογραφικής κάμερας. Στρέητ άντρες που γέρνουν ηδυπαθώς στον κόρφο άλλων στρέητ ανδρών, που επιτρέπουν το gaze, το gaze που τόσο καλά γνωρίζουν, το gaze άλλων αντρών, να σαρώσει το κορμί τους. Οι στρέητ άντρες αρχίζουν και έχουν μια άλλη επαφή με το κορμί τους κι αυτό – άσχετα από τις δαιδαλώδεις διαδρομές που ακολουθά και θα ακολουθήσει – δεν μπορεί παρά να έχει και θετικές πλευρές.

Όμως εδώ, σε αυτό το άλμπουμ, θα έχει μόνο γκέι άντρες. Γκέι άντρες που παθητικά ποζάρουν στο φακό, μετά, πριν, κατά τη διάρκεια μιας αναμέτρησης ή προσέγγισης αρρενωποτήτων. Αυτή η παθητικότητα, ή δίχως όρια διαθεσιμότητα, ακόμα κι αυτή η ήττα, μου εξασκεί μια αφόρητη γοητεία. Τη γοητεία της ανδρικής ευαλωτότητας.

Υπάρχει ένα pre-Stonewall ποίημα που περιγράφει την γκέι κωλότρυπα ως ένα ευαίσθητο άνθος που περιμένει να τσαλαπατηθεί. Η γκέι απελευθέρωση ενδεχομένως μεταμόρφωσε αυτό το ευάλωτο άνθος σε μια proud αδηφάγα τρύπα που απαιτεί και καταπίνει. Πάρα πολύ ωραία. Με τόσο gay pride όμως στις πλάτες μας έχουμε πια τα περιθώρια να δούμε και τα αισθήματα ντροπής (όχι ενοχής). Με τόση queer theory είναι η ώρα να προτείνω κι εγώ μια θεωρία: με όλη τη σοφία και τα εργαλεία που διαθέτετε πλέον, κάντε μια στροφή στο προ liberation σύμπαν. Συναντήστε critically τον Ζενέ, τον Ουίτμαν, τον Χριστιανόπουλο και δεν θα χάσετε. Δεν θα χάσετε, γιατί είμαστε ήδη χαμένοι σε ένα τρένο που ακολουθεί μια μονότονη τροχιά με ιλλιγιώδη ταχύτητα. Κοιτάζουμε καμιά φορά έξω από τα παράθυρά του: τι υπάρχει εκεί έξω. Ίσως όχι πολλά, αλλά ίσως ορισμένα από αυτά να είναι πολύτιμα. Αυτό το καλοκαίρι, ας δοκιμάσουμε να είμαστε πιο περιπετειώδεις.

Άγιος Morrissey

Τον Μάρτιο του 2007 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα η πλέον οριστική βιογραφία του Morrissey από τον Mark Simpson, σε εκπληκτική μετάφραση του Λύο Καλοβυρνά.

Ο Σίμψον γράφει με τόση άνεση και χάρη που οι περισσότεροι συνάδελφοί του καλά θα έκαναν να πετάξουν τους φορητούς τους στον σκουπιδοτενεκέ και να βάλουν τα κλάματα.

Independent on Sunday

Κερδίζοντας άνετα μια θέση στα καλύτερα μουσικά βιβλία της χρονιάς, η “βιογραφία” αυτή υπερβαίνει κατά πολύ μια χρονολογική παράθεση γεγονότων, στίχων και δίσκων. Όπως ένας εγκληματίας που θέλει να τον πιάσουν ή ένας ήρωας που θέλει να το λατρέψουν, ο Μόρισι έχει προσφέρει αναρίθμητα στοιχεία για την προσωπικότητά του στους απαράμιλλους, τρομαχτικά ειλικρινείς στίχους των τραγουδιών του και σε άπειρες ξεκαρδιστικές και προκλητικές συνεντεύξεις.

Παίρνοντας συγχρόνως το ρόλο του συνηγόρου του Διαβόλου και τον ρόλο του συνηγόρου για την αγιοποίηση, ο Μαρκ Σίμψον μας προσφέρει το τελειότερο μέχρι ώρας ψυχολογικό προφίλ του πιο ευφυούς, πιο παρανοημένου, πιο γοητευτικού και πιο ανησυχητικού ποπ σταρ της Αγγλίας.

Κατά συνέπεια, ο αλήτης κι η άπιαστη θεία χάρη του αποτελούν την καρδιά της τέχνης του Μόρισι, ο τσόγλανος είναι η αρσενική μούσα του. Κατά μία έννοια, το όλο νόημα του να γίνει ποπ σταρ ήταν για να φέρει τον αλήτη, το Όμορφο Αρχίδι, στη ζωή του. Ο Marr ήταν ένας αξιαγάπητος αλητάμπουρας. Τον Rourke και τον Joyce θα μπορούσες να τους πάρεις για τσαντάκηδες, αν τους έβλεπες από τη γαλαρία με τα φώτα χαμηλωμένα. Οι θαυμαστές των Smiths ήταν μια συμμορία τρυφερών τσογλανιών. Το γκρουπάκι που δημιούργησε τώρα που κάνει σόλο καριέρα είναι ροκαμπιλάδες αλητήριοι. Ο λατρεμένος του Τζίμμυ Ντην ήταν παραβάτης, εντός και εκτός οθόνης. Οι πολυαγαπημένοι του New York Dolls, οι κουρελιάρες πρωτοπάνκ τραβεστί και συγκάτοικοί του στο δωματιάκι του σχεδόν όλη τη δεκαετία του ’70, ήταν αλήτες με φούστες, όπως κι ο ήρωάς του στα 80s, ο τραγουδιστής και μισοDead or μισοAlive, Pete Burns, ένας εκθαμβωτικός λιμενεργάτης με (ροκ εν ρολ) γυναικεία αμφίεση, τρομακτικός και πανέμορφος εξίσου.

Μπορείτε να διαβάσετε όλο το κεφάλαιο 5 “It took a tattooed boy” εδώ. Το βιβλίο είναι out of print πλέον, αλλά υπάρχουν αρκετά ακόμα αντίτυπα αδιάθετα σπίτι μου διαθέσιμα για όσους το θέμα τους συγκινεί ιδιαίτερα. Όπως με συγκίνησε κι εμένα να μάθω ότι υπάρχει μια ταλαιπωρημένη, χιλιοταξιδεμένη κόπια από το βιβλίο σε φιλικά χέρια. Τα εναπομείναντα αντίτυπα είναι διαθέσιμα ασφαλώς χωρίς αντίτιμο, το μόνο που χρειάζεται είναι να επικοινωνήσετε μαζί μου.