psycho
Leave a comment

Είμαι ευτυχισμένη

Έχω βρει στο ράδιο εξαίσιο σταθμό, εκπέμπει τα τραγούδια π’ αγαπώ.

Τις Τρίτες τα απογεύματα μπορείτε να με βρείτε στο κέντρο της πόλης, εκεί γύρω από την Καρόλου Ντηλ. Τις Τρίτες τα απογεύματα πηγαίνω στην αναλύτριά μου. Τις Τρίτες τα απογεύματα (και όλη τη μέρα πριν) είμαι να μην μου μιλάς. Όλο το “Αυτό” που μαζεύεται όλη τη βδομάδα, κουνιέται, βράζει, αφρίζει μέσα μου, ασφυκτιά να βγει σαν την μπίρα μέσα στο κουνημένο μπουκάλι. Είναι σαν το κατούρημα: σφίγγεσαι αλλά άμα αρχίσεις να αδειάζεις τη φούσκα σου δεν μπορείς να το σταματήσεις. Και αυτό έπαθα την προηγούμενη Τρίτη. Τα έκανα πάνω μου.

Τρίτη απόγευμα λοιπόν. Είμαι στο τιμόνι και οδηγώ, σφεντόνα από τη δουλειά, και ψάχνω να παρκάρω. Έχω βάλει Kap Bambino να παίζει. Ω, πόσο μου αρέσουν οι Kap Bambino! Τώρα τσιρίζουν το Neutral. Ω, πόσο μου αρέσει το Neutral! Κι αυτό το αγόρι με τις τζίβες μου αρέσει, το αγόρι που σχεδόν έπεσε πάνω μου, ω! πόσο μου αρέσει είναι τόσο γλυκό άμα ξαπλώσουμε μαζί θα πιάνω τις τζίβες του και θα στρίβω τρυφερά το κεφάλι του “από εδώ”, “από εκεί” θα μου χαμογελά “μη με πειράζεις” μα εγώ θα τις τραβάω σκανταλιάρικα για να κάνει γκριμάτσες δήθεν “πονάω” νομίζω αγαπάω αυτό το αγόρι είμαι τόσο συγκινημένος που το αγαπάω – όχι! δεν το αγαπάω σκέτο, είμαι ερωτευμένος, σχεδόν πληγωμένος που δεν είναι τώρα δίπλα μου – και δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου δεν είναι αναφιλητά δεν είναι λυγμοί είναι σαν να φυσάει βαρδάρης στα μούτρα μου σαν να έχει μπει ένα σκουπιδάκι και απλά τρέχουν τα μάτια μου σαν να ξεχειλίζει από μέσα μου αυτή η αγάπη για το αγόρι από κάθε πόρο του δέρματός μου κι από τα μάτια είναι ακόμα πιο ασυγκράτητο. Και μετά σκέφτηκα τις συντρόφισσες και τους συντρόφους μου, ω! πόσο τους αγαπώ κι αυτούς, είναι ένα καρουζέλ τώρα από πρόσωπα που περνάνε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου από μπροστά μου, θέλω να πάρω τηλέφωνο την Φ., την Ι., τον Δ., αλλά τα μάτια μου τσούζουν από το κλάμα και τα χέρια μου είναι μούσκεμα που σκουπίζω τα μούτρα μου και είμαι τόσο ευτυχισμένος που δεν θα ξέρω τι να πω, ω! παναγίτσα μου και χριστούλη μου και όλα τα σχετικά που μου μάθανε να λέω σε τέτοιες στιγμές, δεν αντέχω άλλο ουρλιάζω πνίγομαι είμαι τόσο χαρούμενος που σας μισώ όλους σας που δεν μπορώ να μοιραστώ τώρα αυτή τη χαρα μου ζεσταίνομαι με ενοχλούν τα ρούχα μου με καλύπτουν χώσ’το εδώ το κολοαμάξι πετάγομαι έξω μαζεύω το μπλουζάκι πίσω από το λαιμό και ξεχύνομαι στον δρόμο.

Εκεί έξω στο δρόμο έχει πολύ κόσμο. Πάνε πάνω, πάνε κάτω, δεξιά, αριστερά… περιμένουν στα φανάρια… μετά ξεκινάνε όλοι μαζί να πάνε απέναντι… Με αποφασιστικότητα, με προσήλωση, με συντονισμό. Ω! Παναγίτσα μου και χριστούλη μου, είμαι στο κέντρο μιας μυρμηγκοφωλιάς με όλα αυτά τα έντομα να μη σταματάνε να “πηγαίνουν κάπου” με πείσμα. Έρχεται κατά πάνω μου η μαμά-μυρμήγκι μπροστά μου με τα έξι τριχωτά πόδια και το μαύρο γυαλιστερό κεφάλι με τις κεραίες κρατάει με τσάντα και κάτι σατανικό και evilβγαίνει με συριγμό από τις δαγκάνες της καθώς τραβάει το παιδί της πάνω της. Είναι φρικτό, φρικτό. Φρικτό και επικίνδυνο. Είμαι παγιδευμένος. Ακολουθώ τεθλασμένη πορεία, δεν ακουμπώ κανένα τους φυσικά, δεν σταματώ πουθενά, διασχίζω διαγώνια οδοστρώματα με αυτοκίνητα που τρέχουν, παρτέρια, πεζοδρόμια, λακούβες, λάσπες, έχω κρύψει το πρόσωπό μου στις γροθιές μου αλλά, με βλέπω στην τζαμαρία, είμαι survivor φάση θα τα καταφέρω.

Εκεί έξω στο δρόμο έχει πολύ κόσμο. Πάνε πάνω, πάνε κάτω και φωνάζουν πολύ. Όλο μιλάνε. Δεν είναι έντομα, είναι ρομπότ – αλλά ρομπότ εντομοειδή. Και τρέχουν τα προγράμματά τους. Δηλαδή γελάνε, μαλώνουν, τρώνε, κοιτάνε βιτρίνες. Αλλά δεν αισθάνονται. Μέσα στο γυαλιστερό μαύρο καύκαλό τους υπάρχει ένα πηχτό πράσινο οξύ που βρομάει και τίποτα άλλο. Με έχουν εξαπατήσει, κάποιος παίζει μαζί μου.

Αυτό το σκέφτομαι πολύ έντονα εμπρός στη βιτρίνα “ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ-ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ” που από τη μέσα μεριά είναι τρεις από αυτούς και ο ένας δείχνει στους άλλους δύο κουρτίνες. Νομίζω ότι στάζουν τα σάλια μου από την ένταση και θέλω να μπουκάρω μέσα. Μέσα από την τζαμαρία φυσικά, δεν προλαβαίνω να βρω την πόρτα όλα γυάλινα τα έχουν κάνει άντε βρες άκρη τώρα εσύ σε αυτή τη συνομωσία. Θέλω να ξεριζώσω το παρκόμετρο και να μπουκάρω μέσα και να τσακίσω τα σιχαμένα ποδαράκια τους με τις τρίχες που κουνιούνται στον αέρα να το καρφώσω στα ξαφνιασμένα καύκαλά τους oh die you motherfuckers αλλά σιχαίνομαι τα ζουμιά και τις κεραίες και τις δαγκάνες αλλά αυτό πρέπει να σταματήσει δεν γίνεται άλλο αυτό το ψέμα θα σας σκοτώσω όλους, καριόληδες. Και βρίσκω μια γωνιά, όχι μακριά από τον ζητιάνο “δεν έχω να φάω”, που ζητάει να φάει από αυτή τη φυλή από παράσιτα που έχει καταλάβει την πόλη, δικός μας φαίνεται δεν τον φοβάμαι. Και βγάζω το μαχαίρι μου και σχίζω το μπράτσο μου. Όχι διστακτικά. Με μανία και σκοπό. Και ευτυχώς βγαίνει αίμα. Βγαίνει αίμα, αίμα, αίμα! Ω! Παναγίτσα μου και χριστούλη μου! Είμαι ακόμα εγώ είμαι ακόμα άνθρωπος έχω ξεφύγει χα! σας την έφερα κουφάλες! Και έχει φτάσει η ώρα και για τη συνεδρία και με έχει φέρει ο δρόμος στην πόρτα της και μπαίνω μέσα γαλήνιος, ανακουφισμένος – οι ενδορφίνες από το κόψιμο βλέπετε θα σας τα πω άλλη φορά.

“Δεν αντέχω άλλο αυτό το πράγμα, θέλω να σκοτωθώ.”

“Πώς θα το κάνεις;”

“Θα σκίσω το λαιμό μου με αυτό το μαχαίρι, θα τρέχει αίμα. Πολύ και ζεστό. Και θα είμαι μέσα σε μια γεμάτη μπανιέρα και θα με πάρει ο ύπνος κουλουριασμένος. Γιατί έχω κουραστεί. Έχω κουραστεί πολύ και θέλω να τελειώνω. Και το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ για πάντα: θα έχει ένα αιρ-κοντίσιον να φυσάει και έναν πολύ όμορφο σκύλο που θα με φροντίζει και θα με γλύφει.”

“Θέλεις να ξαναμπείς στη μήτρα. Θα ξαναγεννηθείς.”

“Και ποιος θα με γεννήσει;”

“Εγώ.”

Θα ‘θελα να είμαι με έναν άντρα δυνατό. Μου χρειάζεται ένας άντρας πολύ δυνατός που να μπορώ να θαυμάζω. Και που δεν θα γελάει με τη ζωή μου. Θα ήθελα έναν άνθρωπο που να είναι πιο πάνω από μένα και να μπορώ να τον θαυμάζω.

Μαργαρίτα Καραπάνου, Ημερολόγια

Leave a Reply