queer
Leave a comment

Θεσσαλονίκη μικρό Stonewall

Έχω ήδη αναφέρει πώς κόντεψα να πεθάνω νεότατος μέσα στο τσίλικο γαμηστερό φλάη και τ’ αρχίδια μου και πώς με έσωσαν δύο πολύ σπουδαία άτομα, ο Παπαγάλος και το Καναρίνι. Είναι άτιμη κι αυτή η νύχτα, ήρθε η ώρα να σας πω δυο λόγια.

Τον Παπαγάλο τον έλεγα έτσι γιατί είχε ένα μεταξωτό πουκάμισο με χρωματιστά παπαγαλάκια, πολύχρωμο, με όλα τα χρώματα του rainbow αλλά και του υπεριώδους. Ήταν γκαβωτικό. Το είχε βάλει στη συναυλία Suede και ο Brett Anderson ο ίδιος τον ξεχώρισε, τον έδειξε από πάνω από το στέητζ και του έκανε ένα θριαμβευτικό thumbs up. Το πουκάμισο, βέβαια, δεν το βλέπαμε συχνά γιατί ήταν “καλό” και συνήθως ο Παπαγάλος φορούσε κάτι λευκές κελεμπίες με σανδάλια, έλυνε και τα πυρρόξανθα μαλλιά του και μαζί με τη μουστάκα και το μούσι ήταν αέρινος, έξω από αυτόν τον κόσμο, σαν τον Ιησού ένα πράγμα.

Το Καναρίνι δεν διέθετε μεταξωτό πουκάμισο αλλά ήθελε κι αυτό να ξεχωρίζει. Πήγε λοιπόν κι αγόρασε ένα τόπι ύφασμα κι έβαλε τον ράφτη να φτιάξει ένα κοστούμι ειδικά για αυτόν: ήταν κίτρινο καναρινί πάνω κάτω και θα έλεγα ότι έμοιαζε με τον τύπο στο The Mask αν είχε γυριστεί τότε η ταινία αυτή.

Αυτοί οι δύο, λοιπόν, δεν τα πηγαίνανε καλά. Θυμάμαι που είχαμε αφήσει το παράνομο τραπεζάκι με το ομοφυλοφιλικό υλικό μας στην Έκθεση Βιβλίου και είχαμε πάει έναν περίπατο. Στην μέση ήμουνα εγώ, βλοσυρός, με τα άρβυλα και το φλάη καλοκαιριάτικα, να απαγγέλλω τον “ύμνο στη μπότα” (μου) του Χριστιανόπουλου ενώ αυτοί αντάλλασσαν πυρά. Το Καναρίνι πουλούσε μαγκιά, φώναζε στον Παπαγάλο ότι όλο κοιτά και κοιτά και τίποτα δεν κάνει, ο Παπαγάλος του ανταπαντούσε με χωρία από Όσκαρ Ουάιλντ κι ότι θα κοιτά όσο θέλει, το Καναρίνι ούρλιαζε να περάσει επιτέλους στη δράση, να περάσουμε στη δράση να την πέσουμε στους στρέητ, εγώ σκεφτόμουνα “μπότες, μπότες, μπότες” και ήμασταν ένα χαρούμενο τρίο – η ατραξιόν της Έκθεσης.

Θα επικεντρωθώ τώρα σε ένα περιστατικό της ζωής του Παπαγάλου (καλύτερα γνωστού ως ‘Τριανταφυλλένια’) με σκοπό να μην μείνει ατιμασμένος ότι δήθεν ήταν άτολμος. Και το περιστατικό έχει ως εξής:

Νωρίς ένα όμορφο βράδυ, ο Παπαγάλος ήταν στην Καλαχάρι (που για τους αμαθείς ήταν ένα τεράστιο περιφραγμένο πάρκιγκ στο χώρο του τωρινού Βυζαντινού μουσείου και νέου Δημαρχείου, ήταν επίσης ντε γιούρε πιάτσα ψωνίσματος). Είχε αρκετό κόσμο αλλά ήταν ακόμα νωρίς. Φορούσε κλασικά το λευκό χιτώνιο και κρατούσε ένα τσαντάκι με ένα κραγιόν κι ένα σουτιέν για να το πάει σε μια φίλη του. Τα πράγματα ήταν o.k. μέχρι που από όλες τις εισόδους μπούκαραν οι μπάτσοι. Είναι ένα θαύμα της φύσης το πόσο ακαριαία κόβουν λάσπη οι αδερφές σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά ακόμα μεγαλύτερο θαύμα ήταν η αντίδραση του Παπαγάλου, που παρέμεινε ντούρος στη θέση του και τα ιερά χώματα.

“Τι κάνεις εσύ εδώ;” τον ρώτησαν οι μπάτσοι. Πιο περήφανος κι από την πιο περήφανη rainbow flag που ανέμισε ποτέ, απάντησε ότι βγήκε να κάνει την βόλτα του, να πάρει τον αέρα του κι άμα τύχει να κάνει κάποια καλή γνωριμία. Νομίζω ότι εκεί πάνω που εξηγούσε ότι βρίσκεται σε δημόσιο χώρο κι έχει δικαίωμα και τα λοιπά, τον πιάσαν από το σβέρκο και τον έχωσαν μέσα στο μπατσικό. Τον πήγαν στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση, που τότε ήταν στη Βαλαωρίτου, δυο βήματα από το σημερινό Enola.

Ο παπαγάλος δεν είναι ωδικό πτηνό, αλλά ο δικός μας Παπαγάλος ήταν. Άρχισε μια ατελείωτη ιερεμιάδα για τα δικαιώματά του, ότι είναι ελεύθερος πολίτης, για τον δημόσιο χώρο, και να του απαγγείλουν κατηγορία άμα είναι, και δεν έχουν δικαίωμα να τον κρατούν, κι ότι μια βόλτα δεν μπορούμε να κάνουμε πια, και πως τολμούν να τον απαγάγουν και φτου ξανά με τα δικαιώματά του, ότι είναι ελεύθερος πολίτης κλπ ξανά και ξανά, ανεξάντλητα, μέχρι που εξαντλήθηκε ο φρουρός στο κρατητήριο (ή έσπασαν τα νεύρα του) και αποφάσισε να οδηγήσει τον Παπαγάλο στον ίδιο τον Διοικητή.

Εκεί στον ίδιο τον Διοικητή ξανάρχισε το ίδιο τροπάριο, χαλασμένη κασέτα, μόνο που επειδή ήταν και φοιτητής στην Καλών Τεχνών έκρινε σκόπιμο να προσθέσει την κορώνα “είμαι άνθρωπος της τέχνης!”. “ΚΙ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ!” φώναξε ο Διοικητής χτυπώντας με την παλάμη του το γραφείο του, τινάζοντας τη σκόνη σαν να το έδερνε. “Εσύ…”, είπε ο Παπαγάλος άφωνος. “Ναι, εγώ!”, είπε πικρά θιγμένος ο Διοικητής. “Παίζω κουκλοθέατρο στην ανηψιά μου”. Δεν ξέρω αν η τέχνη ενώνει τους λαούς, πάντως με ένα απαξιωτικό νεύμα δόθηκε η εντολή να αφεθεί ελεύθερος ο Παπαγάλος. Και τότε αυτός έδωσε το τελευταίο μεγάλο ρεσιτάλ του:

“Όχι, δεν φεύγω”.

“Φύγε, ρε άνθρωπε, δεν γίνονται αυτά κάθε μέρα”.
Να φύγω να πάω πού, του λέει. Με απαγάγατε από την άλλη άκρη της πόλης και με φέρατε εδώ πέρα, είναι σχεδόν ξημερώματα κι εγώ θέλω να πάω πίσω στο πάρκο λεωφορεία δεν έχει φράγκα για ταξί δεν έχ-

Ένα τέταρτο αργότερα, ένα μπατσικό με σβησμένο το φάρο και ντροπιαστικά κατεβασμένα τα φώτα προσέγγισε και πάλι την Καλαχάρι. Ήταν η πρώτη και μόνη φορά απ’ όσο ξέρω που το περιπολικό δεν ήρθε για να μαζέψει κόσμο αλλά για να αφήσει. Σταμάτησε ταπεινωμένο σε μια είσοδο, άνοιξε η πόρτα, βγήκαν πρώτα τα σανδάλια, μετά ο χιτών, το μικρό τσαντάκι με το κραγιόν και στο τέλος – αψεγάδιαστος, κουκλίτσα και αποφασισμένος – ο Παπαγάλος. Εις το όνομα της ιστορικής μνήμης και εις δικαίωσιν του ονόματός του τον ανακηρύσσω ένταυθε “Βασίλισσα της Ερήμου”.

Αλλά για ένα βράδυ μόνο: έχουν κι άλλες σειρά για το στέμμα.

Leave a Reply