queer
Leave a comment

Dead roads

Η πόλη έχει την εφήμερη μορφή στρατιωτικού καταυλισμού, πόλης πετρελαίου ή ορυχείων, που εγκαταλείφθηκε και ξανακατοικήθηκε κατά στρώματα, ενοχλητικά καινούριας και ταυτόχρονα ρημαγμένης. Μια αγορά με στρατιωτικά οχήματα παρκαρισμένα γύρω της… Πάγκοι που πουλάνε σιδερικά, εξοπλισμό κατασκηνώσεων, μαχαίρια, όπλα και πυρομαχικά, πέτρινα σκαλιά που ξεκινάνε από την αγορά και ανεβαίνουν έως την πόλη που βρίσκεται χτισμένη στην πλαγιά του λόφου, μια πόλη από κόκκινα πλιθάρια και κλειστά παραθυρόφυλλα.

Ο Κιμ βρήκε ότι έμοιαζε σαν να την είχε ξεράσει μονοκόμματη μια τερατώδης σφήκα. Από τους στενούς όλο στροφές δρόμους του έρχεται η μυρωδιά τοίχων σοβαντισμένων με σκατά, μια αρχαία κακία από έντομα που κόβει την ανάσα… Συγκεντρώσου, Πράκτορα Κ9. Ο Ταξιδιώτης έχει εφοδιαστεί με χρήματα και με τη γλώσσα. Τριγυρίζει μ’ ένα μπλουτζίν, με στρατιωτικό τζάκετ και ψάθινο καπέλλο… Α, τα όπλα… Μια αρκετά μεγάλη περιοχή έχει παραχωρηθεί για τις αγοραπωλησίες των κάθε λογής όπλων.

“Αν ψάχνετε κάποιο ειδικό μοντέλο, κύριε” – ένας εύσωμος κύριος δίνει στον Κιμ την κάρτα του – “μπορούμε να σας το βρούμε…”. Ο Κιμ κοιτάζει ολόγυρα – μονάχα όπλα, ίσαμε εκεί που φτάνει το μάτι του στα μαγαζιά που βρίσκονται χτισμένα στη λοφοπλαγιά. Βρίσκεται στον τομέα των αυτόματων όπλων. Εδώ η χρυσή νεολαία συγκεντρώνεται για να χαϊδέψει τρυφερά ένα ρωσικό τουφέκι εισόδου Κ-47 ή ένα Ούζι, το πιο σικ πράγμα που μπορείς να κουβαλάς σε μπαρ και εστιατόρια… εντελώς αυτόματο, παρατηρεί ο Κιμ, κι υπάρχουν πλήθος τέτοια. Από σκουπίδια όπως τα τσέχικα νεροπίστολα, που στην ουσία έχουν ακτίνα δράσης γύρω στο ένα μέτρο, έως το καλό βαρύ πράμα όπως τα παλιά Τόμσον… Ένα αγόρι με σκούρα ρόδινα μάγουλα και μακριές βλεφαρίδες κοιτάζει με λαχτάρα ένα Η&Κ 223… “Αγόρασέ μου το και θα ’μαι δικός σου για πάντα…” Η ανάσα του αγοριού είναι όμορφη και ερεθιστική… Ο Ταξιδιώτης πλησιάζει και ρωτάει την τιμή. Ο έμπορος βλέπει ότι ο Ταξιδιώτης είναι οπλισμένος και ίσως έμπειρος στη χρήση όπλων…

“Τέσσερις χιλιάδες δολάρια το δίνω, λογική τιμή”.

Συμφωνούν στα τρεισήμισι. Τα λεφτά δεν έχουν μεγάλη σημασία εδώ. Ο Κιμ δίνει το όπλο στ’ αγόρι μπροστά στον έμπορο που λάμπει από χαρά… “Χαίρομαι να εξυπηρετώ εξαίρετους κυρίους κυρίως σαν κι εσάς…”

“Χρειάζομαι μερικά όπλα… μια αλλαξιά ρούχα και αποσκευές”.

 

Είναι σύνηθες το φαινόμενο πράκτορες ή ιδιώτες αγοραστές να έρχονται στην αγορά, αφού γνωρίζουν ότι μπορούν ν’ αγοράσουν στα μαγαζιά τα πάντα. Ο Κιμ βρίσκει χωρίς δυσκολία τη μάρκα του άφτερ σέιβ του και τον αιώνιο αλλιγάτορά του, όπως αποκαλεί τον Γκλάντστόουν, όταν η μία παλιώνει αγοράζει άλλη. Α ναι, όπλα… Αυτό το σπέσιαλ 44άρι διπλής ενέργειας επιθυμεί και το ρωσικό; Πολύ ωραίο, λαβή από παλίσαντρο, κι αυτό το σπέσιαλ Κολτ 38 των δύο ιντσών με τη λαβή που ταιριάζει απόλυτα στο χέρι του Κιμ. Να μην ξεχάσει τη βαζελίνη – Θεέ μου, πάει πέντε δολάρια το σωληνάριο… “Μάλιστα, κύριε, τα πάντα ακριβαίνουν”, ο νεαρός υπάλληλος σκάει ένα πονηρό χαμόγελο. Το αγόρι προχωρεί μπροστά, το καινούριο του H&K κρέμεται στους σίγουρους αλαζονικούς ώμους του. Διακρίνεις χωρίς δυσκολία το πόσο επιδέξια θα μπορούσε να το κατεβάσει και να κόψει κάποιον στα δύο.

Το Ξενοδοχείο Γανυμήδης βρίσκεται στο τέλος ενός μακριού στριφογυριστού δρόμου. Υπογράφει τα χαρτιά κι ο μικρός τους οδηγεί σ’ ένα δωμάτιο που βλέπει σ’ ένα μικρό κλειστό κήπο με συκιές και πορτοκαλιές, με μια λιμνούλα κι ένα συντριβάνι… Στην άλλη άκρη του διαδρόμου είναι το χαμάμ και το παλιομοδίτικο καρβολικό σαπούνι, “σαπούνι ομορφιάς του χαριτωμένου” το λένε στην Περσία. Ο Κιμ έχει εντρυφήσει στα καρβολικά σαπούνια… Μες στο χαμάμ είναι κι άλλα αγόρια, αναγνωρίζει τ’ ατίθασα κόκκινα μαλλιά και τα πράσινα γατίσια μάτια που έλαμπαν σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά παραθυρόφυλλα.

Μακρύς στριφογυριστός δρόμος νεαρών που ψηλαφίζουν όπλα. Στο χαμάμ είναι δύο νεαροί από την αγορά. Τα αγόρια γυρίζουν και χαμογελούν. Στέκονται όρθια, έχουν στύση και σαπουνίζουν με νωχελικές κινήσεις το ένα το άλλο, με τα ίδια τρυφερά δάχτυλα που αγγίζουν τα όπλα, που ελέγχουν το μηχανισμό τους με απαλό λεπτό άγγιγμα. Υψώνουν τα δάχτυλά τους. Κάποιο παζάρεμα που δεν καταλαβαίνει ο Ταξιδιώτης και μια διάλεκτος που οι ενέσεις αραβικών των Βεδουίνων και των άλλων διαλέκτων δεν την έχουν καλύψει. Είναι ένας βόμβος που βγαίνει από τον λάρυγγα και περνάει τα δόντια, τα οποία είναι ξέσκεπα σαν των άγριων σκυλιών. Στην αρχή η δόνηση φέρνει ανατριχίλα στα δόντια του ξένου κι έντονο πόνο, ο φαλλός του λικνίζεται, ορθώνεται και πάλλεται.

Τώρα το αγόρι – Χαράντ λεγόταν – στριφογυρίζει πίσω του με τη βαζελίνη. Τα δάχτυλα, λες και γεμίζει όπλο, γλιστρούν μέσα και αγγίζουν τη σκανδάλη και ο Ταξιδιώτης εκσπερματώνει, χτυπώντας ένα στόχο στον τοίχο. Τ’ αγόρια τον χτυπούν στην πλάτη. Τον κουβαλούν πίσω στο δωμάτιο και ο Χαράντ του φυσάει καπνό από το στήθος ως τ’ αρχίδια. Ο Ταξιδιώτης πέφτει στα γόνατα, και μυρίζει τον καπνό με τη βαριά ξινισμένη μυρωδιά της νυφίτσας. Περνά τρυφερά το χέρι του στην κλωνική συσκευή. Ήχος τρεχούμενου νερού ένα φλάουτο Σωσίβιο Καρβολικό Σαπούνι ξεφλουδίζει το φορεμένο από κάτω χαμόγελό του. Στέκονται εκεί γαλήνια ανήθικα ατίθασα κόκκινα μαλλιά που λάμπουν στο δωμάτιο με τα κλειστά παραθυρόφυλλα σαν λεπτά χρυσά σύρματα. Υψώνουν δάχτυλα το Ξενοδοχείο Γανυμήδης. Δεν καταλαβαίνει τα παζαρέματα τ’ αγόρια τον μυρίζουν ένας βόμβος στα τέσσερα στην ψάθα δόντια ξέσκεπα σαν των άγριων σκυλιών ορθώνεται και πάλλεται. Τ’ αγόρια τον χτυπούν στην πλάτη. Θυμάται το παιχνίδι με τις τρεις βαθιές ανάσες όταν ένα αγόρι έρχεται από πίσω και τυλίγει τα μπράτσα του σφιχτά στο στήθος του. Λιποθυμά και συνέρχεται καθώς όλα τ’ αγόρια γελούν, πέρασε κάποια εξέταση.

Τον κουβαλούν πίσω στο δωμάτιό του και τον ξαπλώνουν στο κρεβάτι, βυθίζεται στον ύπνο. Ξυπνάει όταν ο Χαράντ τον σκουντάει απαλά, μυρωδιά αρνιού που ψήνεται στα κάρβουνα έξω στο μπαλκόνι.

Μετά το δείπνο τα τέσσερα αγόρια βγάζουν χάρτες. Πρόκειται για κάποια επιχείρηση. Δείχνουν στο χάρτη, προετοιμάζουν μια ενέδρα. (Ένα αγόρι εκσπερματώνει πάνω στο χάρτη. Ένα άλλο ακολουθεί τα ίχνη του σπέρματος μ’ ένα κραγιόνι. Κάνει υπολογισμούς με λογαριθμικό κανόνα.)

Ψηλαφούν τα σώματά τους όπως τα όπλα τους, σαν τεχνήματα, με τα μυημένα χαϊδευτικά δάχτυλα ειδημόνων. Ο Χαράντ είναι γυμνός, το όπλο του αποσυναρμολογημένο σ’ ένα χαμηλό τραπέζι μπροστά του. Σηκώνει τα κομμάτια ένα ένα, τα ψηλαφεί και απομνημονεύει το σχήμα τους σαν Μπράιγ, για να λύνει και να δένει τ’ όπλο του στο σκοτάδι. Τ’ αγόρια παίζουν το παιχνίδι της αλληλοαναγνώρισης στο σκοτάδι αγγίζοντας ο ένας το πέος του άλλου.

Ο Κιμ ανακάθεται γυμνός και σφίγγοντας το σφιγκτήρα του από φόβο μη λερώσει το κρεβάτι. Στην άκρη του δωματίου είναι μια μαρμάρινη τουαλέτα, μια βρύση και μια καθιστή μπανιέρα με μια χάλκινη κατσαρόλα από πάνω και χαμηλή φλόγα πετρελαίου. Αφοδεύει με πάταγο και λερώνει τη λεκάνη με υγρά κόπρανα ανάμικτα με αίμα. Κανείς δεν του δίνει σημασία. Πλένεται με καρβολικό σαπούνι, σκουπίζεται και βγάζει το ρωσικό σπέσιαλ 44άρι με τη βελτιωμένη σκανδάλη από τη θήκη του. Περίστροφο σπαστό που όμως ο κύλινδρός τους δεν παίζει ούτε κλάσμα του εκατοστού. Διαλύει το όπλο προσεκτικά, λαδώνοντας και απομνημονεύοντας το κάθε του κομμάτι. Ένα αγόρι έχει δεκαοκτάσφαιρο περίστροφο με 17 διαμέτρημα, τα λεπτά φυσίγγια έχουν μήκος επτά εκατοστά, το βλήμα, μακρύ και αιχμηρό με μαλακό μέταλλο στη μέση και σκληρό στις δύο άκρες, ανοίγει σαν μανιτάρι κατά την πρόσκρουση στο μέγεθος μισοδόλαρου.

Ο Κιμ νιώθει ένα πλήγμα που του μουδιάζει το στήθος, ρουφά, αγκομαχά για μια ανάσα που δεν έρχεται…

Ουίλιαμ Μπάροουζ, “Ο Τόπος των Νεκρών Δρόμων”

Leave a Reply