Latest Posts

Για την αυτοκτονία του 13χρονου

Έτσι κάποια αγόρια

μετράνε τις λέξεις σαν πληγές

κάθε “πούστης” και μαχαίρι

κάθε γέλιο και φτύσιμο.

ήταν μονάχα δεκατριών

και κουβαλούσε όλο το σκοτάδι των άλλων

στο λεπτό του στήθος

δεν ήθελε να πεθάνει —

ήθελε

απλώς να σταματήσει ο κόσμος

να τον σκοτώνει καθημερινά.

Αντίο μικρέ μου.

[Kanellos Cob, Nico Stamatopoulos]

Η γκέι ταυτότητα πηγή δυστυχίας

Στη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου επιλέγω να τοποθετήσω τον εαυτό μου κάπου εκεί στα 90ς και βιβλιογραφικά στο κεφάλαιο Η επιστροφή της αδερφής. Θα σταθώ σαν τον Ιανό, με μισό πρόσωπο να κοιτάζει το παρελθόν και το άλλο πρόσωπο κοιτάζοντας ένα μέλλον που έχει γίνει πλέον παρόν. Αρωγός μου σε αυτή την προσπάθεια είναι ο αμερικάνος ακαδημαϊκος Ντέβιντ Άλπεριν, ο οποίος είχε συγγράψει το 2009 ένα βιβλίο με τον τελείως σκωπτικό τίτλο How to be gay?

Και ξεκινώ με τα 90ς:

Κάποτε είχα γνωρίσει έναν πούστη. Με γκάβλωνε τόσο πολύ που τον έβρισκα και τον πηδούσα κάθε μέρα – για ενάμιση χρόνο περίπου. Στο ενδιάμεσο πηγαίναμε βόλτες, τα λέγαμε και θαύμαζα πόσο χαριτωμένα κινούταν, το σπάσιμο των χεριών του, το κουνιστό του περπάτημα. Μα όσο κι αν τον γαμούσα, έμενε ανικανοποίητος, τα γκαβλόλογά μου και η περιποίηση μετά το χύσιμο τον ενοχλούσαν, μέχρι που μου το είπε ξεκάθαρα: θέλω να με πετάς στο κρεβάτι και να απομακρύνεσαι δίχως να νοιάζεσαι για μένα – κάνε ένα τσιγάρο!

Μα ακόμα πιο πολύ με παραξένεψε μια αξίωσή του, αφού είχε περάσει κανά εξάμηνο: θέλω να σε γαμήσω κι εγώ. Αυτό στην αρχή μου φάνηκε αστείο, αλλά κράτησα σοβαρό ύφος και του είπα «οκ», κι έτσι άρχισε να γαμάει κι αυτός πού και πού. Στις βόλτες μας περάσαμε κι από ένα πάρκο όπου ακούστηκε μια φωνή που απευθύνονταν σε μένα: «Πάλι ξανθό διάλεξε!» Είμασταν λοιπόν και επίσημα ζευγαρωμένοι;

Μην ξεχνάμε ότι τότε ήταν τα 90s και τέτοιες ερωτήσεις σε πιο συμβατικά πλαίσια απαντούταν  ως εξής: «έχω Σχέση» με «Σ» κεφαλαίο και πολύ κόρδωμα. Αν ζούσαμε στα 80s θα έλεγαν «αυτοί οι δυο το δέσανε φιόγκο». Κι αν βρισκόμουν στα σκοτεινά σωθικά ενός γκέι μπαρ, από όπου πάντα ήθελα να δραπετεύσω, θα μάζευα ματιές από αδερφές που θα με πλησίαζαν με πλείστες δικαιολογίες.

Μα αυτά στη Θεσσαλονίκη.

Με τη φοιτητική μου ιδιότητα κι ως μέλλων μηχανικός υπολογιστών ήμουν από τους πρώτους που μπήκε στο ιντερνέτ. Κι ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά μου. Έμαθα ότι είμαι «γκέι» και μάλιστα το ιδανικό ήταν να είμαι σε ζευγαρωτή σχέση με άτομο συμβατό με την ηλικία, την κοινωνική τάξη μου και το εισόδημά μου. Γιατρός και δικηγόρος, φερ’ ειπείν. Και έπρεπε να είμαστε και οι δύο vers για να τσακίζουμε την πατριαρχία.

Αυτά στην Αμερική.

Μου άρεσε η Αμερική, μου άρεσε να είμαι out, γκέι, περήφανος και να μάχομαι για τα δικαιώματά μου (και των άλλων). Αλλά πρώτα, έπρεπε, μέσα σε αυτή τη γκέι μοναξιά μου να σφυρηλατήσω μέσα από την εφημερίδα «Ο Πόθος» μια νέα ταυτότητα, ένα νέο τρόπο να ζεις, πρώτα απ’ όλα για να βρίσκω ομοϊδεάτες για να γαμιόμαστε όπως θέλουμε. Μια γκέι ταυτότητα.

Η γκέι ταυτότητα πηγή δυστυχίας

Τι ήταν αυτό που παλιότεροι γκέι, συγνώμη «αδερφές», γνώριζαν καλύτερα από εμένα; Άκουγα προσεκτικά τις ιστορίες τους, τις αφηγήσεις, τα κατορθώματά τους και κοκκίνιζα από γκάβλα μέχρι τα αυτιά. Πολύ σύντομα άρχισα να διαπιστώνω ότι αυτή η νέα γκέι ταυτότητα ήταν τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει ποτέ όλη τη γκέι επιθυμία. Σύμφωνα με τον Άλπεριν:

Η γκέι ανδρική επιθυμία στην πραγματικότητα συμπεριλαμβάνει ένα καλειδοσκοπικό εύρος από queer πόθους – από επιθυμίες και αισθήσεις και απολαύσεις και συναισθήματα – που υπερβαίνουν τα όρια οποιασδήποτε μοναδιαίας ταυτότητας και εκτείνονται πέρα από τις λεπτομέρειες της γκέι ανδρικής ύπαρξης.

Έτσι άρχισαν οι συνεντεύξεις με τον Χριστιανόπουλο, τα πρώτα δειλά άρθρα κατά του γκέι γάμου ως ελέγχου μιας αδυσώπητης γκάβλας που μας κατέκλυζε και ως ενσωμάτωσης στον κύριο κορμό της κοινωνίας. «Να καταλάβουμε τους δρόμους», φωνάζαμε, όχι εν είδει μιας γκέι πράηντ, αλλά μάλλον να βγούμε από τις τρύπες μας και να ψωνιζόμαστε φανερά και πρόστυχα σε κάθε γωνιά αυτής της πόλης. Θα λέγαμε σήμερα ότι ήταν το πρώτο κάλεσμα για «ορατότητα».

Και για να πάμε πάλι σαν μπαλάκι πινγκ-πονγκ στην Αμερική και πάλι στον Άλπεριν:

Αυτός είναι ο λόγος που ένα κοινωνικό κίνημα που βασίζεται στην γκέι ταυτότητα οριζόμενη από την αποκλειστική αναφορά στους γκέι ανθρώπους – με τα LGBTQ κοινωνικά κέντρα και οργανώσεις της, τα λεσβιακά, bi και γκέι περιοδικά και μυθιστορήματα και τις ταινίες και την ποπ μουσική και τα τηλεοπτικά σόου και τα καλωδιακά κανάλια της, τις γειτονιές, τα μπαρ, κλαμπ, θέρετρα διακοπών και τις εκκλησίες της, τους πολιτικούς εκπροσώπους και ηγέτες και τις ομάδες πίεσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πορείες στους δρόμους και τις διαδηλώσεις, τις θεωρητικές και ακαδημαϊκές σημαντικές ανακαλύψεις της, τις ιστορικές ανακαλύψεις, τα πανεπιστημιακά μαθήματα και τους τομείς έρευνας – αυτός είναι ο λόγος που όλη αυτή η εμπορική και πολιτική και πολιτισμική δομή της γκέι ταυτότητας παραμένει μια διηνεκής απογοήτευση, αφήνοντας πολλά μέλη της γκέι εκλογικής περιφέρειας αενάως ανικανοποίητα. Η γκέι ταυτότητα – η gayness περιορισμένη στην ταυτότητα ή κατανοητή ως ταυτότητα – αποτυγχάνει να εννοήσει την ανδρική ομοφυλοφιλική επιθυμία στο απρόβλεπτο, μη συστηματικό σύνολό της. Απαντά μόνο σε μία διάσταση της γκέι ανδρικής υποκειμενικότητας.

Κι όμως, η ταυτότητα έχει καταστεί η προτιμώμενη κατηγορία για να σκεφτόμαστε για την ομοφυλοφιλία. Επιπλέον, έχει προαχθεί εις άμεσο βάρος της ικανοποίησης ή του συναισθήματος ή της υποκειμενικότητας.

* * *

Θα έλεγα ότι ο νέος ακτιβισμός, από το 2005 και μετά, με τα ιντερνετ, τις οθόνες και τη δικτύωση έφερε αμάσητα στην Ελλάδα όχι μόνον την «ορατότητα» (η ορατότητα είναι έλεγχος, είχε πει κάποιος), αλλά και τις ΛΟΑΤ ταυτότητες, το πράηντ, έναν νέο κουήρ φεμινισμό, το coming out, την γκέι περηφάνεια και, εν πάσει περιπτώσει, τον ίδιο τον συγχρονο γκέι που εισέρχονταν από την κεντρική πύλη στην καθημερινή πραγματικότητα. Άλπεριν ξανά:

Το λεσβιακό και γκέι κίνημα έχει πολεμήσει εδώ και καιρό ώστε να κερδίσει για τους queer ανθρώπους τη θέση μιας πολιτικής μειονότητας. Έχει προσπαθήσει σκληρά για να πείσει τους άλλους να μας βλέπουν οριζόμενους από μια πολιτική κατηγορία – ήτοι, την γκέι ταυτότητα – γιατί μια τέτοια κατηγορία είναι ηθικά ουδέτερη. Και έτσι το λεσβιακό και γκέι κίνημα μάς έχει παρουσιάσει ως μέλη μιας κοινωνικής ομάδας που έχει υποφέρει και συνεχίζει να υποφέρει, αν και όχι από δικό μας πταίσμα, τόσο από επίσημες όσο και από ανεπίσημες διακρίσεις – που κυμαίνονται από έλλειψη ίσων δικαιωμάτων μέχρι την ανεπίσημη αγένεια και δυσφήμιση. Το να είσαι γκέι, κατ’ αυτή την άποψη, σημαίνει να είσαι μέλος μιας κοινωνικά μειονεκτούσας μειονότητας. Αυτή είναι σίγουρα μια αρκετά δίκαιη άποψη της κατάστασής μας.

Το τίμημα είναι ότι όλα αυτά γίνονται σε βάρος της υποκειμενικότητας. Σίγουρα κάτω από τα φτερά της γκέι ταυτότητας (όσο πιο συμπαγής, τόσο το καλύτερο) μπορούμε ως οργανωμένη μειονότητα να διαπραγματευτούμε με την κοινωνία και να εξασφαλίσουμε ότι ποτέ ξανά λ.χ. δεν θα μας δουν ως αντικείμενο της ψυχιατρικής.

Παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη της, η gay pride μάς αποτρέπει τώρα να γνωρίζουμε τους εαυτούς μας.

Τι θα μπορούσε να σημαίνει με πιο πολλά λόγια αυτός ο αφορισμός; Ίσως ότι δίνουμε περισσότερη έμφαση στο ποιοι είμαστε παρά στο πώς αισθανόμαστε. Άλπεριν μια τελευταία φορά:

Κάνοντας μερικά βήματα πίσω από τις λεπτομέρειες της queer ζωής, βρίσκουμε καταφύγιο σε αβλαβείς γενικότητες: στην προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, στον εορτασμό της ποικιλομορφίας, στην εκτίμηση της διαφοράς, στην υποστήριξη του πολυπολιτισμικού, στη μάχη για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ίσως ο αναγνώστης του «Πόθου» να μην περίμενε τέτοιες εξελίξεις. Άλλωστε πέρα από μια έντονη παρουσία ενημερωτικού υλικού για τον HIV/AIDS, στα 90s ο τρόμος για τον HIV γενικά υπήρξε τόσο μοιρολατρικός όσο και σήμερα, μόνο που λίγοι δίνουν σημασία σε μια ασθένεια που μπορεί να τεθεί υπό πλήρη ιατρικό έλεγχο, μια ασθένεια που δεν είναι διάγνωση θανάτου.

Εδώ θα συγκρίνω και πάλι Αμερική και Ελλάδα.

Λείπουν οι εντόπιες διαδηλώσεις και ακτιβισμός του AIDS, λείπουν οι πορείες που νομιμοποιούσαν την οργή και τον φόβο, λείπουν όλα αυτά που ιστορικά οδήγησαν στη δημιουργία του σύγχρονου γκέι.

Αν κάτι δηλαδή λείπει από τη σημερινή ΛΟΑΤ «κοινότητα» είναι η έλλειψη της ιστορίας. Σχεδόν όλος ο λόγος της είναι δοτός, παπαγαλισμένος από το εξωτερικό, δίχως μνήμη, δίχως νεκρούς.

Τι ήξεραν, λοιπόν, οι παλιές αδελφές. Γιατί ένας φίλος μου συμφώνησε κουνώντας με μετάνοια το κεφάλι με τις θέσεις του Ταχτσή για την γκέι απελευθέρωση, φωνάζοντας «στο τέλος δεν θα μείνει κανένας να μας γαμήσει!» Πράγματι, ο διαχωρισμός μεταξύ γκέι και έτερο είναι ισχυρότερος από ποτέ. Από εκεί που τα πράγματα ήταν στο «φλου», τώρα, με τη βοήθεια σημαινόντων που φωνάζουν είμαι γκέι δύσκολα περνάει κανείς το ρυάκι που μας χωρίζει – κοντεύει να γίνει ποτάμι.

Δεν είναι ωραίο να ζει κανείς στο παρελθόν και για το παρελθόν. Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτό ως μια ιερολογία, μια αναλυτική περιγραφή μιας άγιας αγελάδας που οφείλουμε (αγανακτισμένα, με αναμνήσεις, με κρυφά χαμόγελα, με σοφία) να προσκυνάμε. Είναι το τελευταίο κεφάλαιο που ανοίγει δρόμους για το σήμερα και το μέλλον.

Τι απέγινα όμως κι εγώ μετά από όλα αυτά. Σίγουρα δεν με εκφράζει το φεστιβάλ «αξιοπρέπειας», όπως αποκαλούν ορισμένοι το πράηντ. Μένω στη σκιά, όπως τότε που καραδοκούσα στα πάρκα της παραλίας. Μένω εκτός, κάνοντας περήφανη τη Gayle Rubin που λέει ότι πηγή του πόθου μεταξύ των δυο μπορεί να είναι και μια ακραία διαφορά ηλικίας. Δεν υποκύπτω σε μια μονογαμική, αγαπητική, με συμβατές ηλικίες, αμοιβαία, ασφαλή σχέση. Διαβάζω το βιβλίο του Γιαννακόπουλου ενθυμούμενος, μαθαίνοντας και προσαρμόζομενος σε ένα νεοφερτο είδος ανθρώπου που δεν θέλει να ενταχτεί, που δεν πιστεύει στον δικαιωματισμό, αλλά αδημονεί να επιτεθεί και να καταστρέψει με την ανωμαλία του.

Ίσως έτσι κλείνει κάποιος κύκλος. Μας λέγανε «ανώμαλους» μα τώρα το φέρνουμε στο μπράτσο σαν παράσημο. Μερικοί το λένε και κουήρ.

* * *

Μέσα στο βιβλίο τίθεται το ζήτημα της ανάδυσης της δυτικής γκέι ταυτότητας τη δεκαετία του 1970, καθώς και της κριτικής που αυτή δέχτηκε από διανοούμενους πονηρούς, αναφορικά με την εμπορευματοποίηση του ανδρισμού και κατά συνέπεια την απώλειά του και τη σταδιακή εξαφάνιση των πραγματικών ανδρών που θα «βάλουν κάτω τις αδερφές». Αυτή η αντίληψη της ομοφυλοφιλίας ως δυτικό κατασκεύασμα μού είναι εξαιρετικά οικεία. Την έχω βιώσει στο πετσί μου ως μια μορφή ρατσισμού που διαπερνούσε μεγάλα τμήματα της Αριστεράς και, σε μικρότερο βαθμό, της Αναρχίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τότε, το να είσαι ανοιχτά γκέι σήμαινε συχνά ότι θεωρούσουν προϊόν του καπιταλισμού. Παρόλο που η έκδοση ορθά επισημαίνει την ύπαρξη πληθώρας ομοερωτικών σχέσεων κατά τις δεκαετίες 1950 έως 1970, θεωρώ πως η πιο κρίσιμη διαφορά που πρέπει να αναγνωριστεί είναι η διαφορά στη δημόσια έκφραση. Η δυνατότητα ή μη να εκφράσει κανείς την ταυτότητά του δημόσια είναι ικανή να καθορίσει τη θέση του στην ελληνική κοινωνία. Ακόμα και στην ευρύτερη Αριστερά υπήρχαν άτομα με ομοφυλοφιλικές πρακτικές, αρκεί αυτές να μην εκδηλώνονταν δημόσια. Σήμερα, ενώ συμμερίζομαι την κατεύθυνση της κριτικής σχετικά με την εμπορευματοποίηση και τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, παρατηρείται η ανάδυση νέων φωνών που επαναφέρουν τη ρητορική ότι η έκφρασή μας είναι ξενόφερτη και δυτική. Αυτό που συχνά παραγνωρίζεται είναι ότι πολλοί από εμάς ταυτιστήκαμε με τα αποκλίνοντα και περιθωριοποιημένα στοιχεία της Δύσης, όπως εγώ με το πανκ, ακριβώς επειδή βιώναμε καταπίεση και κακοποίηση από τις τοπικές, μυστικοποιητικές εκδοχές της ομοφυλοφιλίας. Δεν θέλαμε απλώς να κάνουμε ό,τι θέλουμε στο κρεβάτι μας. Θέλαμε να υπάρξουμε δημόσια, να φωνάξουμε στον δρόμο μαζί με τους γκόμενους και τις συντρόφισσές μας. Κι όμως, ακόμη και σήμερα πληθαίνουν οι φωνές που επιμένουν να μας πουν ότι είναι ο καπιταλισμός ή ο ιμπεριαλισμός το βασικό πρόβλημα, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να μιλούν θεωρητικά για μια Διεθνή των γκέι. Παρά ταύτα, όσο κι αν κάποιοι ισχυρίζονται ότι μια καταπίεση προηγείται της άλλης, ολοένα και περισσότερα άτομα σε διάφορα σημεία του κόσμου θα συνεχίσουν να αναζητούν τις επιθυμίες και την ορατότητά τους, παρά τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουν. Αν δεν βρεθούμε εμείς δίπλα τους, αν δεν υπάρξουν ριζοσπαστικά συλλογικά εγχειρήματα που να τους αγκαλιάσουν και να σταθούν αλληλέγγυα, τότε πράγματι θα τους προσεγγίσει ο νεοφιλελεύθερος δυτικός ιμπεριαλισμός. Όχι επειδή είναι αναπόφευκτο, αλλά επειδή εμείς δεν θα τα έχουμε στηρίξει. Οπότε θα ήθελα να ρωτήσω τον συγγραφέα τη γνώμη του… Ο μόνος τρόπος να μην καταλήουμε στη νεοφιλελεύθερη γκέι ταυτότητα και να γίνουμε εργαλείο της, είναι να σεβαστούμε και να εναρμονιστούμε με τις ιδιαιτερότητες και τις παραδόσεις του έθνους μας;

Ούτε μάνες του έθνους / Ούτε στρατιωτάκια

Συγκέντρωση ενάντια στην έμφυλη πειθάρχηση και την πολεμική προετοιμασία

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025 στις 20.00

μικροφωνική-συγκέντρωση ενάντια στην έμφυλη πειθάρχηση και την πολεμική προετοιμασία

Φάμπρικα Υφανέτ

Μια παρ’ ολίγον αυτοκτονία

Η Μαργαρίτα Καραπάνου, σε ένα μανιακό επεισόδιο που έπαθε μόλις 20 ετών, οδήγησε την εαυτή της σε ένα μπαλκόνι με σκοπό να πέσει. Φρόντισε να κλειδώσει το σπίτι για να μην μπορεί να μπει κανείς και αποφάσισε να πηδήξει μπροστά στη μητέρα της, η οποία φώναζε κάτω από το σπίτι μπροστά από έναν νεαρό ταξιτζή που τις περίμενε για να τις πάει κάπου.

Ο Μπάμπης, που οδηγούσε ταξί και κάπνιζε Καρέλια Αγρινίου και σύχναζε στις ταβέρνες του Πειραιά, σκαρφάλωσε τρεις ορόφους απέξω μέχρι το μπαλκόνι και με κάποιο τρόπο έσωσε την Καραπάνου, χωρίς να μπορεί να πολυκαταλάβει τι σημαίνει μανιοκατάθλιψη και αφελώς θεωρώντας όλα αυτά “μαλακίες και τρέλες της ηλικίας”, της είπε “θα σε πάω εγώ σε μια ταβερνούλα και θα σου περάσουν όλα”.

Η Καραπάνου περιγράφει πώς μια από τις πιο συγκινητικές φράσεις της ζωής της βγήκε από εκείνο το στόμα του Μπάμπη του ταξιτζή, που την πήγε σε μια ταβέρνα στον Πειραιά να την ταΐσει μπαρμπουνάκι και ζεστό ψωμί, όταν βλέποντας την ανορεξία της Μαργαρίτας την ρώτησε «γιατί δε μου τρως, έλα να φας έλα να συνέλθεις».

Αυτό το «μου» κάπως συγκίνησε τη Μαργαρίτα που φαίνεται πως με ένα τρόπο εκείνο το βράδυ η ταβέρνα μεταμορφώθηκε σε ένα τόπο αποδοχής για εκείνη, σε ένα θεραπευτήριο, και άρχισε κάπως να τρώει με σχετική απόλαυση και ηρεμία, ο Μπάμπης που δεν ήθελε να την κουτουπώσει, μα να την φροντίσει όπως φροντίζουν ένα παιδί, την υποδέχτηκε στον κόσμο του σαν εκείνος να είναι μια άλλη ανατρεπτική φροντίστρια νοσοκόμα, την έβαλε στο ταξί με λαϊκά στο κασετόφωνο και χωρίς να ξέρει ούτε από ανθρωπολογίες, ούτε από θεραπείες, με το φαΐ έχτισε ένα τελετουργικό από αυτά που κατά βάθος όλες οι μικρές άνθρωποι έχουν ανάγκη, κάποιον μια φορά να σε ταΐσει στο στόμα, όπως ξεκινάει η ζωή μέσα από την τροφή, όπως η τροφή, σύμφωνα με τα λόγια της Τσαλίκογλου αποτελεί το πρώτο «ερωτικό μητρικό αντικείμενο».

Ο «ανυποψίαστος» και λαϊκό αγόρι Μπάμπης, μέσα στην, ας μη γελιόμαστε σαφώς ισοπεδωτική του προσέγγιση για την ψυχική υγεία, είχε μια βαθιά φιλοσοφία που τη συμπύκνωσε στην επωδό του «Όλα καταστρέφονται πολύ εύκολα. Είναι άχρηστα τα πράγματα».

Η έννοια του εφήμερου, η αδυναμία να τα γιατρέψουμε τελικά όλα, εκείνη η άκρη του γκρεμού είναι σταυροδρόμια που βαδίζουμε συχνά πυκνά, ανεξάρτητα από το αν πάσχουμε ή όχι από μανιακά επεισόδια, πολλοί από εμάς ακόμα κι αν δε θα το κάναμε και αν δεν θέλουμε να το εξομολογηθούμε, φανταστήκαμε έστω μια φορά πως παίρνουμε φόρα και πέφτουμε από ένα μπαλκόνι γιατί δεν αντέχαμε. Έχουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο υπάρξει παιδιά με τραυματισμένα γόνατα και ευτυχώς όλο και κάποιος άνοιξε την αυλή του και μας μάζεψε βάζοντας και ένα πιάτο φαΐ μπροστά μας, ως ένδειξη φροντίδας.

Και τελικά στη ζωή το δύσκολο δεν είναι να βρεις κάποιον να σε ταΐσει στο στόμα. Το δύσκολο είναι να απολαμβάνεις τις κτητικές αντωνυμίες και να αντέχεις την ανάγκη σου να σε ταΐζουν στο στόμα. Το δύσκολο είναι εκείνο το χέρι που σε ταΐζει μπαρμπουνάκι στο στόμα, και εσύ δεν ξέρεις τι να δαγκώσεις, το χέρι ή το ψάρι.

Καμιά φορά, είναι φορές, που αρκεί μια ταβέρνα, ένα αμάξι και ένα κασετόφωνο.

Η όπως λέει ένα άλλο ποίημα καμιά φορά θα πρέπει να καταργήσεις τον ουρανό κι όλο τον κόσμο και να αφήσεις μονάχα μια ταβέρνα, ένα ποτό, ένα τραγούδι και εσύ, εσύ να περνάς απέξω, να σε βλέπω.

Όλα είναι εφήμερα. Μα το εφήμερο ευτυχώς κρατάει για πάντα.

Κείμενο: Βάλια Τσιριγώτη

Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας

Είμαστε επιστήμονες και όχι έμποροι αλόγων.

–Robert Spitzer, όπως αναφέρεται στο περιοδικό Time, Δεκέμβριος 1985

Η σχέση μεταξύ των γυναικών και των εμπειρογνωμόνων δεν διέφερε από τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών. Ποτέ δεν ήταν μια ισότιμη σχέση. Ήταν όμως μια σχέση που κράτησε μέχρι την εποχή μας, όταν οι γυναίκες άρχισαν να ανακαλύπτουν ότι η απάντηση των ειδικών στο ερώτημα της γυναίκας δεν ήταν τελικά επιστήμη, αλλά μόνο η ιδεολογία μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, που είχε υποδυθεί την αντικειμενική αλήθεια.

–Barbara Ehrenreich και Deirdre English, For Her Own Good: 150 Years of the Expert’s Advice to Women (Για το δικό της καλό: 150 χρόνια συμβουλών των εμπειρογνωμόνων προς τις γυναίκες)

Για τους δημιουργούς του DSM, πρέπει να φαίνεται, εκ των υστέρων, ότι η προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια διαγνωστική κατηγορία με την ονομασία Διαταραχή Μαζοχιστικής Προσωπικότητας ήταν – πώς να το πούμε…, μαζοχιστική. Η προέλευση της προσπάθειας δεν διέφερε από τον τρόπο με τον οποίο πολλές διαγνώσεις έρχονται στην ύπαρξη. Δηλαδή, μερικοί σημαίνοντες γνώστες αποφάσισαν ότι μια νέα κατηγορία θα ήταν κλινικά χρήσιμη και εύχρηστη και άσκησαν πιέσεις για τη συμπερίληψή της. Συνήθως, λίγοι ενοχλούνται από την προσθήκη μιας νέας κατηγορίας και αυτή συμπεριλαμβάνεται με γραφειοκρατική αποτελεσματικότητα και χωρίς εξωτερική δημοσιότητα. Στην περίπτωση της πρότασης για τη Διαταραχή Μαζοχιστικής Προσωπικότητας, ωστόσο, οι υπεύθυνοι  – ίσως τυφλωμένοι από την προκατάληψη του φύλου και παραπλανημένοι από τις πεποιθήσεις τους για την ποιότητα και τη σημασία της δικής τους έρευνας στο τέλος, ταπεινώθηκαν δημόσια από την ίδια τους την επαγγελματική ένωση.

Όπως και με τη διάγνωση της ομοφυλοφιλίας, ένα από τα ζητήματα που κρύβονταν πίσω από τη διαμάχη για τη Διαταραχή της Μαζοχιστικής Προσωπικότητας  [MPD]– ζήτημα που ταλαντεύονταν στην περιφέρεια της διαμάχης – ήταν η συνοχή της έννοιας της ψυχικής διαταραχής. Αν και η διαμάχη μαίνεται για το αν τα κριτήρια ή αν οι κλινικοί γιατροί που τα χρησιμοποίησαν ήταν προκατειλημμένοι ως προς το φύλο, αν όλα τα επιστημονικά στοιχεία εξετάστηκαν με αμεροληψία και αν οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων της APA [Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση] ήταν δίκαιες και κατάλληλες, το πιο θεμελιώδες ζήτημα δεν ήταν τεχνικό ή διαδικαστικό, αλλά, μάλλον, ζήτημα εννοιολογικής ακεραιότητας. Σε αντίθεση με την πρώιμη διαμάχη σχετικά με το ψυχιατρικό καθεστώς της ομοφυλοφιλίας, η οποία αμφισβήτησε άμεσα την ικανότητα της APA να προσδιορίσει τι αποτελούσε ψυχική διαταραχή, η διαμάχη σχετικά με την MPD δεν εξελίχθηκε ποτέ σε μια ευρεία αμφισβήτηση σχετικά με τη φύση της ψυχικής διαταραχής. Παρέμεινε μια στενή αμφισβήτηση, μια συχνά πικρή σύγκρουση μεταξύ φεμινιστριών και του ανδρικού ψυχιατρικού κατεστημένου.

Για τους υποστηρικτές της διάγνωσης, το θέμα ήταν σχετικά απλό: ορισμένοι ψυχαναλυτές ανέφεραν κλινική εμπειρία με ασθενείς που είχαν μη σεξουαλικό μαζοχισμό, είχαν κάποια ιδέα για την ψυχοδυναμική αιτιολογία του και σκέφτηκαν ότι μια ετικέτα για την περιγραφή ενός ατόμου που επιδίδεται σε αυτό το πρότυπο συμπεριφοράς θα ήταν βολική. Για τον Robert Spitzer και τις επιτροπές του DSM, η δημιουργία μιας νέας διαγνωστικής κατηγορίας ήταν κάτι σαν ειδικότητα της APA  –  το είχαν κάνει πολλές φορές στο παρελθόν. Η συνταγή ήταν εύκολη: διαλέξτε μια ετικέτα, δώστε μια γενική περιγραφή με βάση την κλινική σοφία, αναπτύξτε ένα μενού διαγνωστικών κριτηρίων, ελέγξτε τα προτεινόμενα κριτήρια με τους υποστηρικτές της νέας κατηγορίας, αποφασίστε πόσα κριτήρια πρέπει να πληρούνται για να χρησιμοποιηθεί η διάγνωση, αντιμετωπίστε τις αντιδράσεις (αν υπάρχουν) και  – ιδού!  –  έχετε μια νέα ψυχική διαταραχή.

Για τις φεμινίστριες, η πρόταση να προστεθεί στο DSM η διαταραχή της μαζοχιστικής προσωπικότητας ήταν προσβλητική και οπισθοδρομική. Πίστευαν ότι παθολογικοποιούσε τις εμπειρίες πολλών γυναικών, κατηγορούσε τις γυναίκες-θύματα που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν μια καταπιεστική κουλτούρα και καταπιεστικές σχέσεις και αντανακλούσε τις μυωπικές απόψεις των κυρίαρχων ανδρών και των ισχυρών επαγγελματικών οργανώσεών τους. Για τις φεμινίστριες, πολλά διακυβεύονταν  –  πίστευαν ότι αν η Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας γινόταν δεκτή στο DSM, οι γυναίκες ήταν πολύ πιθανό να είναι οι αποδέκτες της νέας ετικέτας. Οι διαγνώσεις του DSM έχουν τη δύναμη να μετατρέπουν καθημερινές συμπεριφορές, ακόμη και αυτές που είναι ελαστικές, σε σημάδια εσωτερικών ελλειμμάτων και δυσλειτουργίας. Οι γυναίκες που ξυλοκοπούνται από τους συζύγους τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επιδιώκουν την κακοποίηση. Οι γυναίκες που απορρίπτονται για προαγωγές στην εργασία τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι δεν έχουν την επιθυμία να επιτύχουν. Οι μητέρες που κάνουν τεράστιες θυσίες για τις οικογένειές τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παθολογικές, Οι γυναίκες που, στα μάτια των ανδρών, απέφευγαν τις ευκαιρίες για ευχαρίστηση θα μπορούσαν να θεωρηθούν υποψήφιες για ψυχιατρική θεραπεία. Εν ολίγοις, γυναίκες από όλα τα κοινωνικά στρώματα που έδειχναν να μην έχουν την τάση να επιδιώκουν στενά καθορισμένα ιδιοτελή συμφέροντα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ύποπτες ότι πάσχουν από ψυχική διαταραχή. Με τη δημιουργία μιας ευρέως καθορισμένης νέας διάγνωσης που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε εκατομμύρια γυναίκες, οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν θα αργούσαν να επιδιώξουν μια χημική θεραπεία για την υποτιθέμενη πάθηση. Οι φεμινίστριες φοβόντουσαν ότι μια εγκεκριμένη από το DSM διάγνωση της Διαταραχής Μαζοχιστικής Προσωπικότητας θα έβρισκε γρήγορα το δρόμο της σε χώρους όπου λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με το διαζύγιο και την επιμέλεια των παιδιών, όπου ακούγονται κρίσεις σχετικά με την εγκυρότητα των κατηγοριών για κακοποίηση συζύγου και όπου επανεξετάζονται τα δικαιώματα και οι ευκαιρίες των γυναικών. Η μετατροπή των αγώνων των γυναικών στην κοινωνία σε μια μορφή ψυχικής διαταραχής αποτελούσε πηγή οργής για τις φεμινίστριες. Το πιο εξοργιστικό ήταν ότι οι υποστηρικτές της νέας διάγνωσης προσπάθησαν να ισχυριστούν ότι το DSM ήταν ένα έγγραφο που περιείχε επιστημονικά επικυρωμένες κατηγορίες. Η πάλη μεταξύ των δύο στρατοπέδων ήταν αναπόφευκτη.

Εδώ εξετάζουμε αυτόν τον αγώνα, ο οποίος, όπως και οι διαμάχες για τις διαγνώσεις Ομοφυλοφιλία και Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, καταδεικνύει τη δύναμη λίγων ψυχιατρικών κατόχων εσωτερικής γνώσης και την πολιτική αποτελεσματικότητα των οργανωμένων εξωτερικών υποστηρικτών. Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, το ψυχιατρικό κατεστημένο ήρθε αντιμέτωπο με μια νέα, απρόβλεπτη ομάδα συμφερόντων: τις φεμινίστριες ψυχοθεραπεύτριες και τους υποστηρικτές τους. Η ιστορία αυτής της σύγκρουσης αποκαλύπτει κάτι περισσότερο από έναν σκληρό πολιτικό αγώνα για τον έλεγχο του DSM. Παρέχει επίσης μια ματιά στην ποιότητα της σκέψης και της επιστήμης που τίθενται υπό πίεση σε περιόδους κρίσης. Σε αντίθεση με τις συζητήσεις για τον αποκλεισμό της Ομοφυλοφιλίας, στις οποίες οι υποστηρικτές της διάγνωσης δεν προσπάθησαν ποτέ να στηριχθούν σε επιστημονικά στοιχεία, οι υποστηρικτές της Διαταραχής Μαζοχιστικής Προσωπικότητας επιστράτευσαν τα δικά τους ερευνητικά ευρήματα για να υποστηρίξουν την πρότασή τους. Δράττουμε την ευκαιρία αυτή για να εξετάσουμε κριτικά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται, εφαρμόζονται και ερμηνεύονται οι επιστημονικές μελέτες στο θερμοκήπιο που δημιουργούν οι διαγνωστικές μάχες.

 Η εμφάνιση του μαζοχισμού στο DSM

Η ιδέα μιας ασθένειας που ονομάζεται μαζοχισμός έχει τις ρίζες της στις αρχές του αιώνα. Οι πρώτες αναφορές εντοπίζονται στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία, όπου ο όρος μαζοχισμός επινοήθηκε σε σχέση με μια ψυχοσεξουαλική διαταραχή. Ο Φρόυντ έγραψε για διάφορους τύπους μαζοχισμού, μερικοί από τους οποίους απαντώνται σε ανθρώπους που, ως αποτέλεσμα μιας σκληρής συνείδησης, υφίστανται αποτυχίες ή παρουσιάζουν αυτοεπιπλήξεις. Άλλοι πρώιμοι ψυχαναλυτές, όπως ο Βίλχελμ Ράιχ, μίλησαν για τον μαζοχιστικό χαρακτήρα όσων έχουν χρόνια υποκειμενικά συναισθήματα πόνου, που παραπονιούνται και απαιτούν συνεχώς και που επιδίδονται σε αυτοεξευτελισμό και πρόκληση. Η Karen Homey περιέγραψε τα άτομα με μαζοχιστικό χαρακτήρα ως άτομα που έχουν την τάση να νιώθουν μη ελκυστικά, αβοήθητα, ασήμαντα, αναποτελεσματικά, θολά και άχρηστα  –  μια προσκολλημένη εξάρτηση από την καλοσύνη των άλλων  –  και μια ανάγκη να αναπαριστούν τον εαυτό τους ως θύμα και ζημιωμένο.

Οι σύγχρονοι ψυχαναλυτές και οι κλινικοί ψυχολόγοι μοιράζονται την ανησυχία τους για τους ανθρώπους που φαίνεται να υποτάσσονται παθητικά στην εξωτερική βία, να δέχονται τραυματισμούς, κατηγορίες, κριτική και τιμωρία ή να αναζητούν και να απολαμβάνουν τον πόνο, την τιμωρία και την ατυχία. Στη δεκαετία του εβδομήντα ορισμένοι θεραπευτές θεώρησαν ότι χρειαζόταν μια νέα διάγνωση για να περιγράψει τους ασθενείς που αισθάνονται ένοχοι και είναι αυτοκαταστροφικοί, αμφίβολοι, αναστοχαστικοί, εμμονικοί, παθητικοί, καταθλιπτικοί και ανήσυχοι.

Ένας σημαντικός υποστηρικτής της συμπερίληψης της Διαταραχής Μαζοχιστικής Προσωπικότητας στο DSM ήταν ο Richard Simons, ένας ψυχίατρος ο οποίος παρουσίασε μια σημαντική εργασία για το θέμα λίγο πριν η APA ανακοινώσει τη σύσταση να συμπεριληφθεί αυτή η νέα διάγνωση στο DSM–III-R. Ο Simons προσέφερε την ακόλουθη περιγραφή της προτεινόμενης διάγνωσης:

Οι ασθενείς που πάσχουν από μαζοχιστική διαταραχή της προσωπικότητας υπάρχουν…Είναι οι ασθενείς που περιγράφονται στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία. Υποσυνείδητα προκαλούν τους θεραπευτές τους είτε να τους εγκαταλείψουν, είτε να τους κακοποιήσουν σαδιστικά με πρόωρες και ανάλγητες ερμηνείες, είτε να τους απορρίψουν υποτιμητικά με την εσφαλμένη διάγνωση της οριακής διαταραχής προσωπικότητας ή της παθητικοεπιθετικής διαταραχής προσωπικότητας.

Ο Simons αναγνώρισε ότι οι ασυνείδητοι παράγοντες που παρακινούν σε κάθε περίπτωση μπορεί να διαφέρουν: ορισμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν κακοποιηθεί, άλλοι μπορεί να φοβούνται τον αποχωρισμό από ένα αγαπημένο πρόσωπο και άλλοι μπορεί να νιώθουν την ανάγκη για τιμωρία. «Όποια όμως κι αν είναι τα ασυνείδητα κίνητρα σε μια μεμονωμένη περίπτωση», είπε ο Simons, «το τελικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς είναι η επίτευξη ‘νίκης μέσω της ήττας’ και συχνά η ήττα είναι μια αποτυχημένη ψυχιατρική θεραπεία.»

Το DSM–II, που δημοσιεύθηκε το 1968, αφιερώνει 2 1/2 σύντομες σελίδες στην περιγραφή των διαταραχών προσωπικότητας («διαταραχές … που χαρακτηρίζονται από βαθιά ριζωμένα δυσπροσαρμοστικά πρότυπα συμπεριφοράς που είναι … πρότυπα που διαρκούν όλη τη ζωή, συχνά αναγνωρίσιμα από την εφηβεία ή νωρίτερα»). Σε δύο ή τρεις προτάσεις η καθεμία, το εγχειρίδιο περιγράφει συνοπτικά τέτοιες ασθένειες όπως οι παρανοειδείς, σχιζοειδείς, ιδεοψυχαναγκαστικές και αντικοινωνικές διαταραχές προσωπικότητας. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στη Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας. Ο όρος μαζοχισμός αναφέρεται μόνο μία φορά, και αυτή υπό τον τίτλο Σεξουαλικές Αποκλίσεις, όπου εξηγείται ότι αυτή η «κατηγορία αφορά άτομα των οποίων τα σεξουαλικά ενδιαφέροντα κατευθύνονται κυρίως προς αντικείμενα άλλα από άτομα του αντίθετου φύλου, προς σεξουαλικές πράξεις που συνήθως δεν συνδέονται με τη συνουσία ή προς τη συνουσία που πραγματοποιείται υπό περίεργες συνθήκες» (σελ. 44), Στη συνέχεια, χωρίς τον εξωραϊσμό οποιουδήποτε κειμένου, κριτηρίου ή ορισμού, παρατίθενται οι όροι ομοφυλοφιλία, φετιχισμός, παιδοφιλία, τραβεστισμός, επιδειξιομανία, ηδονοβλεψία, σαδισμός και μαζοχισμός. Σε κάθε έναν από αυτούς αποδίδεται ο δικός του διαγνωστικός κωδικός αριθμός.

Το DSM–III, που δημοσιεύθηκε το 1980, είναι πολύ πιο λεπτομερές, αλλά είναι παρόμοιο με το DSM–II στο ότι δεν αναφέρει τη Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας μεταξύ των 12 τύπων που περιγράφονται. Και πάλι, ο μαζοχισμός αναφέρεται μόνο στην κατηγορία Ψυχοσεξουαλικές Διαταραχές και εντός της υποκατηγορίας (υπάρχουν τέσσερις) με την ονομασία Παραφιλίες. Το κείμενο εξηγεί ότι «το βασικό χαρακτηριστικό των διαταραχών αυτής της υποκατηγορίας είναι ότι οι ασυνήθιστες ή παράξενες εικόνες ή πράξεις είναι απαραίτητες για τη σεξουαλική διέγερση» (σελ. 266). «Ο όρος Παραφιλία», συνεχίζει το εγχειρίδιο, «είναι προτιμότερος [από τον όρο σεξουαλικές παρεκκλίσεις], επειδή τονίζει σωστά ότι η παρέκκλιση (para) είναι σε αυτό από το οποίο το άτομο έλκεται (philia)» (σελ. 266 – 267). Ως παραφιλίες περιγράφονται ο φετιχισμός, ο τραβεστισμός, η ζωοφιλία, η παιδοφιλία, η επιδειξιομανία, ο ηδονοβλεψίας, ο σεξουαλικός σαδισμός και ο σεξουαλικός μαζοχισμός.

Το εγχειρίδιο συνιστά να τίθεται η διάγνωση του σεξουαλικού μαζοχισμού όταν ο προτιμώμενος ή αποκλειστικός τρόπος του ατόμου για την παραγωγή σεξουαλικής διέγερσης είναι να ταπεινώνεται, να δεσμεύεται, να χτυπιέται ή να υποφέρει με άλλο τρόπο ή όταν το άτομο έχει συμμετάσχει σκόπιμα σε δραστηριότητες που ήταν σωματικά επιβλαβείς ή απειλητικές για τη ζωή του προκειμένου να παράγει σεξουαλική διέγερση. Παρόλο που δεν υπάρχει καμία αναφορά στη διαταραχή της μαζοχιστικής προσωπικότητας στο DSM–III (υπάρχει μια καταχώριση για τον σεξουαλικό μαζοχισμό), προφανώς υπήρχαν κάποια μέλη των διαφόρων επιτροπών της APA που συμμετείχαν στην ανάπτυξη του εγχειριδίου που ήταν υπέρμαχοί της. Ο Allen Frances, ειδικός στις διαταραχές προσωπικότητας, ο οποίος αργότερα θα προέδρευε της ομάδας εργασίας για την ανάπτυξη του DSM–IV, έγραψε σε ένα σχόλιο στο American Journal of Psychiatry ότι θα προτιμούσε να συμπεριληφθεί η Καταθλιπτική ή η Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας στο DSM–III.

Η απουσία επίσημης αναγνώρισης της Διαταραχής Μαζοχιστικής Προσωπικότητας έληξε απότομα όταν η ομάδα που εργαζόταν για την αναθεώρηση του DSM–III πρότεινε τη δημιουργία μιας τέτοιας διαταραχής. Η πρόταση αυτή έγινε την ίδια στιγμή που προτάθηκαν δύο άλλες αμφιλεγόμενες κατηγορίες – η Προεμμηνορροϊκή Δυσφορική Διαταραχή (ευρέως γνωστή ως «προεμμηνορροϊκό σύνδρομο» ή PMS) και ο Παραφιλικός Βιασμός – και όλες εμφανίστηκαν στο πρώτο προσχέδιο του DSM–III-R, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1985. Οι φεμινίστριες θεωρούσαν ότι κάθε μία από αυτές τις προτάσεις ήταν εις βάρος των γυναικών και τις πολέμησαν όλες, αν και κάθε διαταραχή είχε τελικά διαφορετική τύχη. Εδώ θα επικεντρωθούμε μόνο στη Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας.

ΑΡΧΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ DSM ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ ΜΑΣΟΧΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1985)

301.89 Διαταραχή μαζοχιστικής προσωπικότητας (ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ)

Συναισθήματα μαρτυρίου και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, όπως υποδεικνύεται από τουλάχιστον έξι από τα ακόλουθα:

(1) παραμένει σε σχέσεις στις οποίες άλλοι τον εκμεταλλεύονται, τον κακοποιούν ή τον εκμεταλλεύονται, παρά τις ευκαιρίες να αλλάξει την κατάσταση

(2) πιστεύει ότι θυσιάζει σχεδόν πάντα τα δικά του συμφέροντα για τα συμφέροντα των άλλων

(3) απορρίπτει βοήθεια, δώρα ή χάρες για να μην επιβαρύνει τους άλλους

(4) παραπονιέται, άμεσα ή έμμεσα, ότι δεν εκτιμάται

(5) ανταποκρίνεται στην επιτυχία ή σε θετικά γεγονότα με το αίσθημα ότι δεν αξίζει ή ότι ανησυχεί υπερβολικά

(6) πάντα απαισιόδοξος για το μέλλον και απασχολημένος με τις χειρότερες πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος

(7) σκέφτεται μόνο τα χειρότερα χαρακτηριστικά του και αγνοεί τα θετικά του χαρακτηριστικά

(8) σαμποτάρει τους δικούς του επιδιωκόμενους στόχους

(9) περιορίζει επανειλημμένα τις ευκαιρίες για ευχαρίστηση

Αναδημοσίευση με άδεια από το DSM–IV-R in Development by Work Group to Revise DSM–III, 1985, σελ. 133 – 134. Copyright 1985 American Psychiatric Association.

Στο πρώτο προσχέδιο του DSM–III-R, το οποίο πωλήθηκε από την APA για 10 δολάρια σε όποιον ζητούσε αντίγραφο, δεν προσφέρθηκε καμία λογική ή αιτιολόγηση για την ανάπτυξη της νέας κατηγορίας Διαταραχή Μαζοχιστικής Προσωπικότητας. Το προσχέδιο των 180 σελίδων περιέχει μόνο μία πρόταση στην εισαγωγή που αναγνωρίζει ότι οι υπεύθυνοι ανάπτυξης είχαν επίγνωση κάποιας διαμάχης σχετικά με την πρότασή τους. Στο σώμα του προσχεδίου δεν εμφανίζεται τίποτε άλλο σχετικά με τη διαμάχη και παρατίθενται τα προτεινόμενα διαγνωστικά κριτήρια.

Διαταραχή ή ανδρική προκατάληψη;

Η περιγραφή της νέας διαταραχής στο πρώτο προσχέδιο του DSM–III-R είναι προκλητική. Αν και χρησιμοποιείται ο όρος μαζοχισμός, η σημασία του δεν έχει μεγάλη ομοιότητα με τον προηγούμενο ορισμό του, ο οποίος αναφερόταν στην επίτευξη σεξουαλικής διέγερσης μέσω κακοποίησης ή ταπείνωσης. Στην πρόταση του DSM–III-R, η υποτιθέμενη διαταραχή αποσεξουαλικοποιείται (δεν υπάρχει καμία αναφορά στη σεξουαλική διέγερση) και απουσιάζουν οι ρητές αναφορές στη σωματική κακοποίηση ή τον πόνο – έτσι, η πιθανή εφαρμογή του μαζοχισμού διευρύνεται σημαντικά. Η περιγραφή της διαταραχής αφαιρεί επίσης κάθε αναφορά σε πιθανά κίνητρα για τη συμπεριφορά αυτή. Ενώ η σεξουαλική διέγερση αναφέρεται ως στόχος του σεξουαλικού μαζοχισμού στο DSM–III, η διαταραχή της μαζοχιστικής προσωπικότητας στο προσχέδιο για το DSM–III-R φαίνεται να μην περιλαμβάνει κανένα προσωπικό κίνητρο. Αντ’ αυτού, η περιγραφή αφορά άτομα που δεν έχουν απαιτήσεις από τους άλλους, είναι αυτοθυσιαστικά και δεν αισθάνονται άνετα με την προσπάθεια να επιτύχουν επιτυχία ή αναγνώριση, αισθάνονται ανάξια και συχνά παραμελούν τους δικούς τους στόχους και απολαύσεις για χάρη εκείνων των άλλων. Στους ψυχιάτρους που κατασκευάζουν διαγνωστικές κατηγορίες, αυτά τα χαρακτηριστικά προφανώς ακούγονταν κλινικά οικεία και χρησιμοποιήθηκαν ως λειτουργικός ορισμός μιας νέας ψυχικής διαταραχής. Για τις φεμινίστριες, τα χαρακτηριστικά αυτά μύριζαν την παραδοσιακή κοινωνικοποίηση του γυναικείου ρόλου, κατά την οποία οι γυναίκες διδάσκονται να είναι υποταγμένες, να θυσιάζουν τους στόχους τους για εκείνους των συζύγων και των παιδιών τους, να υποφέρουν σιωπηλά και να μην περιμένουν ή να μην επιδιώκουν την ευχαρίστηση ή την επιτυχία.

Το πιο δυσοίωνο ήταν ότι μια δεκαετία ερευνών είχε αποκαλύψει το βρώμικο μυστικό της οικογενειακής βίας, ιδίως του ξυλοδαρμού των συζύγων. Ήταν γνωστό στους ειδικούς που μελετούσαν τα θύματα ξυλοδαρμού ότι συχνά παρουσίαζαν τα ίδια χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνταν τώρα για να ορίσουν τη Μαζοχιστική Διαταραχή Προσωπικότητας. Συμπτωματικά, η πρόταση της APA για τη νέα κατηγορία συνέβη ακριβώς τη στιγμή που η Paula Caplan, η οποία ήταν εξέχουσα επικρίτρια της MPD, δημοσίευσε το βιβλίο της Ο μύθος του μαζοχισμού των γυναικών. Οι φεμινίστριες δεν μπορούσαν να αποφύγουν το συμπέρασμα ότι το θύμα του ξυλοδαρμού της συζύγου κινδύνευε τώρα κατηγορηθεί, μέσω μιας ψυχικής διαταραχής, ότι ενθάρρυνε ή κατασκεύασε τη δική της κακοποίηση. Και αυτό που πραγματικά εξόργισε τις φεμινίστριες ήταν το γεγονός ότι αυτή η διαγνωστική πρόταση ντύθηκε με το ένδυμα της ψυχιατρικής επιστήμης.

Μια εννοιολογική αξιολόγηση

Πόσο καλά η περιγραφή της MPD ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για μια ψυχική διαταραχή; Η απλή ανάπτυξη ενός καταλόγου διαγνωστικών κριτηρίων για την περιγραφή της συμπεριφοράς ορισμένων ανθρώπων δεν επαρκεί. Θα μπορούσαν να αναπτυχθούν χαρακτηριστικά της τσιγκουνιάς και να εντοπιστούν άτομα που τα διαθέτουν, αλλά αυτό δεν θα καθιστούσε τη τσιγκουνιά ψυχική διαταραχή. Ένας κατάλογος χαρακτηριστικών απλώς περιγράφει έναν τύπο συμπεριφοράς. Για να συνιστά μια συμπεριφορά διαταραχή, πρέπει να εντοπιστεί μια συγκεκριμένη ψυχική δυσλειτουργία και να αποδειχθεί ότι υπάρχει σημαντική βλάβη ως αποτέλεσμα. Προσφέρουν τα διαγνωστικά κριτήρια για τη MPD μια τέτοια πειστική απεικόνιση; Αυτό είναι το ερώτημα που θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο του ζητήματος του κατά πόσον η MPD αποτελεί έγκυρη ψυχική διαταραχή.

Ας εξετάσουμε τα οκτώ κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν τελικά για τον ορισμό της MPD στον παρακάτω κατάλογο αντιστοιχούν στα αριθμημένα στοιχεία του προηγούμενου πίνακα.

  • Κάνει κακές επιλογές σε ανθρώπους και καταστάσεις (1)
  • Απορρίπτει τη βοήθεια (2, 7)
  • Δεν είναι κατάλληλα ευτυχισμένος (3, 5)
  • Εξοργίζει τους ανθρώπους (4)
  • Δεν επιτυγχάνει τους δικούς του στόχους (6)
  • Κάνει θυσίες για τους άλλους (8)

Αυτά τα χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της MPD, είναι τα σημάδια της ψυχικής δυσλειτουργίας. Εξετάζοντάς τα, μπορεί κανείς να συμπεράνει τις σιωπηρές υποθέσεις σχετικά με τη νοητική λειτουργία. Οι υποστηρικτές της πρότασης της MPD φαίνεται να υποθέτουν ότι οι ψυχικοί μας μηχανισμοί είναι σχεδιασμένοι για να μας κάνουν σοφούς και ευτυχισμένους, να μας επιτρέπουν να δεχόμαστε βοήθεια και να επιτυγχάνουμε τους δικούς μας στόχους και να μας εμποδίζουν να θυσιάζουμε αδικαιολόγητα τον εαυτό μας ή να θυμώνουμε τους άλλους. Αυτή η περιγραφή δεν προσδιορίζει συγκεκριμένους ψυχικούς μηχανισμούς που δεν έχουν λειτουργήσει σωστά. Αντίθετα, παρουσιάζει ένα συγκεκριμένο κατασκεύασμα της αμερικανικής μαζικής κουλτούρας, με στοιχεία ηδονισμού, ατομικισμού και επίτευξης. Υπάρχει η προσδοκία ότι οι φυσιολογικοί άνθρωποι κάνουν καλές επιλογές που τους βοηθούν να προοδεύσουν, απολαμβάνουν τα επιτεύγματά τους και άλλες ευκαιρίες για ευχαρίστηση και ξέρουν πώς να δέχονται βοήθεια από τους άλλους χωρίς να θυσιάζουν αδικαιολόγητα τις δικές τους προσωπικές φιλοδοξίες. Αυτό είναι μια εικόνα της κανονικότητας που ταιριάζει πολύ περισσότερο με τις ιστορικές ελευθερίες και ευκαιρίες των ανδρών παρά με την πραγματικότητα της ζωής πολλών γυναικών. Τα διαγνωστικά κριτήρια για την MPD φαίνεται επίσης να είναι συμπεριφορές που δεν επιδεικνύουν επαρκώς τον αμερικανικό ενθουσιασμό για το στενό προσωπικό συμφέρον. Προφανώς, σύμφωνα με αυτή την πρόταση του DSM, αν δεν μπορείς να είσαι ό,τι σου αξίζει, να «κάνεις το γούστο σου» και «απλά να είσαι ευτυχισμένος», αποτυγχάνεις να ανταποκριθείς σε ένα αμερικανικό δόγμα και, επομένως, έχεις ψυχική διαταραχή. Υπό αυτό το πρίσμα, η MPD δεν είναι απλώς μια δυσλειτουργία, είναι αντικαπιταλιστική.

Τελική περιγραφή της διαταραχής προσωπικότητας που αυτοκαταστρέφεται (1987)

A. Ένα διάχυτο πρότυπο αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, που αρχίζει από την πρώιμη ενήλικη ζωή και εμφανίζεται σε διάφορα πλαίσια. Το άτομο μπορεί συχνά να αποφεύγει ή να υπονομεύει ευχάριστες εμπειρίες, να έλκεται από καταστάσεις ή σχέσεις στις οποίες θα υποφέρει και να εμποδίζει τους άλλους να το βοηθήσουν, όπως υποδεικνύεται από τουλάχιστον πέντε από τα ακόλουθα:

(1) επιλέγει ανθρώπους και καταστάσεις που οδηγούν σε απογοήτευση, αποτυχία ή κακομεταχείριση, ακόμη και όταν υπάρχουν σαφώς καλύτερες επιλογές

(2) απορρίπτει ή καθιστά αναποτελεσματικές τις προσπάθειες των άλλων να τον βοηθήσουν

(3) μετά από θετικά προσωπικά γεγονότα (π.χ. νέο επίτευγμα), απαντά με κατάθλιψη, ενοχή ή μια συμπεριφορά που προκαλεί πόνο (π.χ. ατύχημα)

(4) υποκινεί θυμωμένες ή απορριπτικές αντιδράσεις από τους άλλους και στη συνέχεια αισθάνεται πληγωμένος, ηττημένος ή ταπεινωμένος (π.χ. κοροϊδεύει τον/την σύζυγο δημοσίως, προκαλώντας μια θυμωμένη ανταπάντηση, και στη συνέχεια αισθάνεται συντετριμμένος)

(5) απορρίπτει τις ευκαιρίες για ευχαρίστηση ή είναι απρόθυμος να αναγνωρίσει ότι απολαμβάνει τον εαυτό του (παρά το γεγονός ότι διαθέτει επαρκείς κοινωνικές δεξιότητες και την ικανότητα για ευχαρίστηση)

(6) αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας εργασίες ζωτικής σημασίας για τους προσωπικούς του στόχους, παρά την αποδεδειγμένη ικανότητά του να το κάνει, π.χ. βοηθά τους συμφοιτητές του να γράψουν εργασίες, αλλά δεν είναι σε θέση να γράψει τη δική του εργασία

(7) δεν ενδιαφέρεται ή απορρίπτει ανθρώπους που του φέρονται σταθερά καλά, π.χ. δεν ελκύεται από στοργικούς σεξουαλικούς συντρόφους

(8) επιδίδεται σε υπερβολική αυτοθυσία που δεν ζητείται από τον προοριζόμενο αποδέκτη της θυσίας

 Β. Οι συμπεριφορές του Α δεν εμφανίζονται αποκλειστικά ως απάντηση ή σε αναμονή σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής κακοποίησης.

C. Οι συμπεριφορές του Α δεν εμφανίζονται μόνο όταν το άτομο έχει κατάθλιψη.

Σημείωση: Για σκοπούς κωδικοποίησης, καταγράψτε: 301.90 Διαταραχή προσωπικότητας μη προσδιοριζόμενη αλλιώς (αυτοκαταστροφική διαταραχή προσωπικότητας).

Αναδημοσίευση με άδεια από το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (Τρίτη Έκδοση – Αναθεωρημένη), Copyright 1987 American Psychiatric Association.

Συνεχίζοντας την εξέτασή μας, μπορούμε να αναρωτηθούμε: Ποια σημαντική βλάβη προκαλείται και σε ποιον από τις συμπεριφορές που απαριθμούνται στη ΜΔΠ; Οι ακόλουθες επιβλαβείς συνέπειες προτείνονται από τα οκτώ κριτήρια (οι αριθμοί σε παρένθεση μετά από κάθε στοιχείο στον παρακάτω κατάλογο αντιστοιχούν στα αριθμημένα στοιχεία του Πίνακα:

 Στον εαυτό

Νιώθει απογοήτευση, βιώνει αποτυχία ή κακομεταχείριση (1)

Πάσχει από κατάθλιψη, ενοχές, πόνο, ή πόνο (3, 4)

Αποφεύγει τις απολαύσεις (5, 7)

Σε άλλους

Εξοργίζει τους άλλους (4)

Απορρίπτει τη βοήθειά τους ή τις σεξουαλικές τους προτάσεις (7)

Το πρώτο κριτήριο υποδηλώνει ότι η βλάβη μπορεί να συνίσταται σε συναισθήματα απογοήτευσης λόγω κακών επιλογών. Αυτή η βλάβη υποτίθεται ότι προκαλείται από τον εαυτό μας, αν και η αναφορά σε κακομεταχείριση υποδηλώνει ότι η βλάβη οφείλεται στη συμπεριφορά των άλλων. Με αυτό το κριτήριο, η βλάβη δεν φαίνεται να είναι σημαντική (ή τουλάχιστον δεν απαιτείται ή δεν περιγράφεται η σοβαρότητά της). Δεν είναι επίσης σαφές αν οι άνθρωποι και οι καταστάσεις που επιλέγονται οδηγούν απροσδόκητα σε δυσάρεστες καταστάσεις ή αν τα άτομα επιλέγουν σκόπιμα κάποια κατάσταση επειδή επιθυμούν αυτό το αποτέλεσμα. Τα κίνητρα και οι προσδοκίες του ατόμου είναι καθοριστικής σημασίας, αλλά αφήνονται ασαφή από αυτό το κριτήριο. Υπάρχει επίσης η συνθήκη της αποφυγής: «ακόμη και όταν υπάρχουν σαφώς καλύτερες επιλογές». Είναι οι καλύτερες επιλογές γνωστές στο άτομο τη στιγμή εκείνη ή μόνο αργότερα; Είναι γνωστές στο άτομο ή μόνο σε άλλους; Η απόφαση για το αν ένα άτομο επιλέγει να απογοητευτεί περιλαμβάνει την εφαρμογή μιας σειράς σύνθετων συμπερασμάτων.

Το δεύτερο κριτήριο αφορά τη μη παροχή βοήθειας από άλλους. Παρόλο που η αποδοχή βοήθειας μπορεί κατά καιρούς να είναι επωφελής, η αποδοχή βοήθειας συνεπάγεται συχνά κόστος και υποχρεώσεις. Είναι άκυρο να υποθέσουμε ότι η πράξη της απόρριψης της βοήθειας είναι από μόνη της επιβλαβής χωρίς να κατανοήσουμε τα κίνητρα του ατόμου ή τις πιθανές θετικές και αρνητικές συνέπειες της απόρριψης. Η απόρριψη της βοήθειας μπορεί να αποτελεί ένδειξη ανεξαρτησίας, προθυμίας να λογοδοτήσει κανείς για τη συμπεριφορά του, ή επιθυμίας να τα καταφέρει μόνος του. Από μόνη της, η απόρριψη της βοήθειας δεν είναι απαραίτητα μια επιβλαβής δυσλειτουργία.

Το τρίτο κριτήριο είναι εξίσου συγκεχυμένο: το άτομο είναι δυστυχισμένο μετά από κάποιο θετικό επίτευγμα. Αυτό δεν είναι ούτε ασυνήθιστο ούτε απαραίτητα σημαντικά επιβλαβές, Κατά καιρούς, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά γεγονότα της ζωής μπορούν να προκαλέσουν άγχος, Η επίτευξη ενός στόχου μπορεί να είναι αγχωτική. Η απόκτηση μιας προαγωγής ή μιας νέας εργασίας, ο γάμος, η αποφοίτηση από το σχολείο, η απόκτηση ενός μωρού κ.ο.κ. μπορεί να δημιουργήσει άγνωστες συνθήκες και να φέρει το άτομο αντιμέτωπο με νέες αβεβαιότητες. Για τις γυναίκες που έχουν κοινωνικοποιηθεί ώστε να είναι λιγότερο ανταγωνιστικές, διεκδικητικές και εμμονικές με τα προσωπικά επιτεύγματα από ό,τι οι άνδρες, η απόκτηση της επιτυχίας μπορεί να δημιουργήσει ανάμεικτα συναισθήματα.

Το τέταρτο κριτήριο περιλαμβάνει το να θυμώνουν οι άνθρωποι και στη συνέχεια να αισθάνονται ταπεινωμένοι. Πρόκειται για μια σύνθετη σειρά διαπροσωπικών ανταλλαγών που περιλαμβάνουν το άτομο ως μέρος κάποιου διαπροσωπικού δικτύου προσδοκιών που προφανώς παραβιάζονται. Στο βαθμό που η βλάβη είναι αποτέλεσμα των ενεργειών των άλλων προς το άτομο, ο τόπος της δυσκολίας δεν φαίνεται να είναι ο ψυχικός μηχανισμός του ατόμου αλλά οι θυμωμένες αντιδράσεις των άλλων που αποδεικνύονται επιζήμιες.

Το πέμπτο κριτήριο υποτιμά την πράξη της αποφυγής της ευχαρίστησης, μια συμπεριφορά που έχει μακρά, περήφανη παράδοση στην αμερικανική κουλτούρα. Στην πραγματικότητα, η προτεσταντική ηθική της σκληρής εργασίας και της αφοσίωσης στην προσωπική επίτευξη έχει θεωρηθεί ως μια σημαντική ιδεολογία που υποστηρίζει την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις βιομηχανικές χώρες. Οι ιστορικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές παραδόσεις υποδηλώνουν ότι αυτό το κριτήριο δεν είναι απαραίτητα επιβλαβές ούτε αποτελεί δυσλειτουργία ενός ψυχικού μηχανισμού.

Το έκτο κριτήριο δίνει θετική αξία στην εκτέλεση προσωπικών καθηκόντων. Η αποτυχία επίτευξης των προσωπικών στόχων είναι επομένως η έμμεση βλάβη. Δεν υπάρχει περιγραφή της σοβαρότητας αυτής της βλάβης ούτε προσδιορισμός του ψυχικού μηχανισμού που έχει παρεκκλίνει σε αυτή την αποτυχία. Το παράδειγμα που προσφέρεται ως επεξήγηση φαίνεται ασήμαντο –  πολλοί φοιτητές (και καθηγητές) μπορούν να δώσουν σε άλλους συμβουλές για το γράψιμο αλλά δυσκολεύονται να κάνουν το δικό τους. Παρόλο που αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι το άτομο δεν λειτουργεί με τη βέλτιστη δυνατή ικανότητα, δύσκολα σημαίνει ότι πρόκειται για μια ευαίσθητη επιβλαβή δυσλειτουργία. Επιπλέον, για πολλές γυναίκες, το να βοηθούν τον σύζυγο και τα παιδιά με τη σχολική εκπαίδευση, την καριέρα και τα καθήκοντα της ζωής συχνά προηγείται της επιδίωξης των δικών τους στόχων.

Το έβδομο κριτήριο υπονοεί ότι υπάρχει ένας φυσικός ψυχικός μηχανισμός που κάνει τους ανθρώπους να ενδιαφέρονται για όσους εκφράζουν ενδιαφέρον γι’ αυτούς, τους προσφέρουν βοήθεια ή επιθυμούν σεξουαλικές σχέσεις μαζί τους. Ο ακριβής διανοητικός μηχανισμός που υποτίθεται ότι το επιτυγχάνει αυτό δεν προσδιορίζεται. Επιπλέον, η βλάβη που προκαλείται φαίνεται να είναι η απογοήτευση του βοηθού ή του μνηστήρα και όχι του ατόμου. Από τη σκοπιά πολλών γυναικών, οι άνδρες συχνά κάνουν προτάσεις να τις βοηθήσουν ή να έχουν σεξουαλικές σχέσεις μαζί τους, αλλά αυτές δεν είναι σχεδόν άνευ όρων προσφορές και συχνά δεν είναι αυτό που οι γυναίκες απαραίτητα επιθυμούν. Από την παραδοσιακή ανδρική άποψη, μια γυναίκα αναμένεται να επιτρέψει σε έναν άνδρα να τη βοηθήσει, να δεχτεί τις προσφορές του και να μην απορρίψει τις σεξουαλικές του προτάσεις –  ο άνδρας μπορεί να αντιληφθεί τη συμπεριφορά του ως απόδειξη φροντίδας, αλλά η γυναίκα όχι. Αυτό το κριτήριο υποδηλώνει ότι οι άνδρες μπορεί να γνωρίζουν καλύτερα τι χρειάζονται οι γυναίκες.

Το τελευταίο κριτήριο αφορά την τοποθέτηση των προσωπικών αναγκών και συμφερόντων πίσω από τις ανάγκες και τα συμφέροντα των άλλων. Αυτή η ιδιότητα θεωρείται μερικές φορές ως αλτρουισμός, ανιδιοτέλεια και δέσμευση για την ευημερία των άλλων. Το τι καθιστά μια τέτοια συμπεριφορά «υπερβολική» δεν διευκρινίζεται, ούτε και η βλάβη που φέρεται να προκύπτει. Σιωπηρά, αν τα άτομα θυσιάζονταν λιγότερο για τους άλλους, θα ήταν σε θέση να επιτύχουν τους δικούς τους στόχους. Το πιθανό κόστος της μη πραγματοποίησης θυσιών για τους άλλους αγνοείται. Για παράδειγμα, ποιο είναι το δυνητικό κόστος για ορισμένες οικογένειες εάν ένας γονέας αγνοεί όλες τις δουλειές του σπιτιού για να επιδιώξει προσωπικά συμφέροντα; Αν και η αυτοθυσία μπορεί να μην ζητείται ρητά, συχνά αναμένεται ως μέρος της κοινωνικοποίησης των ρόλων των δύο φύλων.

Τα διαγνωστικά κριτήρια για τις ψυχικές διαταραχές αδυνατούν να προσδιορίσουν τη φύση των ψυχικών δυσλειτουργιών ή τις σημαντικές βλάβες που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί μια κατάσταση ως ψυχική διαταραχή. Αποτελούν μια ad hoc συλλογή συμπεριφορών που δεν συνάδουν με τις αντιλήψεις του τέλους του 20ου αιώνα για το πώς πρέπει να σχετίζεται κανείς με τους άλλους ώστε να μεγιστοποιεί το προσωπικό του συμφέρον. Προφανώς, για τους υποστηρικτές της διάγνωσης MPD, φαινόταν αυτονόητα παθολογικό για τους ανθρώπους να υπολειτουργούν, να μην χρησιμοποιούν τους άλλους προς όφελός τους, να αισθάνονται ή να νικιούνται ή να βάζουν τα συμφέροντα των άλλων πάνω από τα δικά τους: σε μια κουλτούρα που δίνει μεγάλη αξία στην ευχαρίστηση, το βραχυπρόθεσμο κέρδος και τη χρήση των άλλων ανθρώπων, η συμπεριφορά πολλών γυναικών φαινόταν ανεξήγητη. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η «διαταραχή» αναδύθηκε κατά τη δεκαετία του 1980 από το έργο επιτυχημένων ανδρών ψυχιάτρων στη Νέα Υόρκη – κατά τη διάρκεια της δεκαετίας της απληστίας στην πόλη που την απολάμβανε. Η υποταγή των γυναικών, όσο ευεργετική και αν ήταν για τους άνδρες, θεωρήθηκε τώρα από την APA ως προβληματική για τις γυναίκες. Αν και πολλές φεμινίστριες μπορεί να συμφωνούσαν ότι ήταν προβληματική, δίσταζαν να καταλήξουν, όπως έκανε η APA, στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα αυτό θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ψυχική διαταραχή. Εκεί που οι φεμινίστριες προσέφεραν κοινωνική κριτική για τη δυσχερή θέση των γυναικών, οι άνδρες του DSM προσέφεραν μια ψυχιατρική διάγνωση.

Σταχυολογημένο από το βιβλίο Making Us Crazy, των Herb Kutchins και Stuart A. Kirk

Από τα κωλοχανεία της Αθήνας στα houses with boys του Άμστερνταμ

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στον Πόθο #19, Χειμώνας 1997.

Τίποτα από όσα περίμενα να δω στο Άμστερνταμ δεν κινούσε την περιέργειά μου τόσο όσο τα γκέι μπουρδέλα του, ή, όπως τα αποκαλεί ο ταξιδιωτικός οδηγός «houses with boys». Με τι θα έμοιαζε άραγε ένα ανδρικό μπουρδέλο; Φανταζόμουν μικρά βρόμικα δωμάτια και άγρια αγόρια με ύφος Τζέιμς Ντιν να καβαλικεύουν φτηνές μεταλλικές καρέκλες περιμένοντας… Με αυτές τις σκέψεις είχα μπει σε ένα δρομάκι στο κέντρο του Άμστερνταμ, κοιτάζοντας μετά από λίγο μια απλή εξώπορτα. Ήμουν έτοιμος να μάθω. Μαζεύοντας το κουράγιο μου, άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα.

Καθώς τα μάτια μου προσαρμόζονταν στο χαμηλό φωτισμό, ανακάλυψα ότι βρισκόμουν σε ένα μικρό, απλό μπαρ, σαν κι αυτά που βρίσκει κανείς δίπλα στην τραπεζαρία των επαρχιακών ξενοδοχείων, Υπήρχαν καμιά δωδεκαριά σκαμπό στο μπαρ, ένας καναπές και μερικές μεγάλες πολυθρόνες, Κατευθύνθηκα προς την ασφάλεια του μπαρ, όπου βρίσκονταν ένας μεσήλικας άντρας και ένας μπάρμαν γύρω στα 25, πριν ριψοκινδυνέψω μια ματιά πίσω προς τη μεριά των αγοριών. Καθισμένη ανέμελα στους καναπέδες υπήρχε μια παρέα από 6-7 νεαρούς άντρες. Είχαν τις αργές, γεμάτες αυτοπεποίθηση κινήσεις εκείνων που έχουν μεγάλη ενεργητικότητα και καμία ιδιαίτερα δουλειά να κάνουν. Χαμογέλασα φιλικά και τους έλεγξα με τα μάτια. Κάθε νεαρός που κοίταζα, ανταπέδιδε το βλέμμα μου με μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα φιλικού χαμόγελου. Ένα από όλους ξεχώριζε. Ήταν εξαιρετικά όμορφος και ίσως ο πιο νέος από την παρέα. Ήταν όχι τόσο ψηλός, μελαχρινός και με πυκνά μαύρα μαλλιά. Ακόμα κι από την άλλη άκρη του δωματίου, μπορούσα να δω ότι είχε εξαιρετικά μάτια, άτακτα και γεμάτα με αγορίστικο παιχνίδισμα.

Γύρισα ξανά προς το μπαρ και παρήγγειλα μια μπύρα.

Αργά, το κοντό, μελαχρινό αγόρι περιπλανήθηκε στο δωμάτιο και τελικά έκατσε δίπλα μου. Γύρισα και του χαμογέλασα. Αυτός χαμογελούσε αχνά, όπως κάποιος που συναντά έναν άγνωστο στον οποίο δεν ξέρει αν θέλει να μιλήσει. Γεμάτος αβεβαιότητα, κοίταξα αλλού. Καθώς το έκανα, το νεαρός άνδρας εγκατέλειψε αυτό που έδειχνε μια προσπάθεια να με ελκύσει παίζοντάς το αδιάφορος. Στηριζόμενος στο μπράτσο του, γλίστρησε προς το μέρος μου. Το χαμόγελό του, εντελώς ανεπιτήδευτο, ήταν τώρα μια μεγάλη νεανική γκριμάτσα. Έμοιαζε να λέει “εντάξει, παίξαμε το παιχνίδι μας, τώρα ας μιλήσουμε”.

“Hallo”, είπε με μια βαριά προφορά. Κοίταξα ντροπαλά προς το μέρος του και παρατήρησα τις πυκνές, μακριές βλεφαρίδες του. Κούνησα το κεφάλι μου και χαμογέλασα ελαφρά. Έδειχνε να μην ξέρει τι να πει μετά, οπότε έκανε μια ακόμα γκριμάτσα. Πήρε το χέρι μου από το μπαρ και το κράτησε ανάμεσα στα δικά του.

“Είμαι ο Κάρλο”, είπε σκύβοντας πιο κοντά μου. “Γεια σου, Κάρλο”, απάντησα. “Τι κάνεις εδώ;” Η ερώτησή μου ήταν ηλίθια, και ο Κάρλο έμεινε άναυδος. Με κοίταξε κατάπληκτος. Άνοιξε το στόμα του σαν να ήθελε να πει κάτι, μετά το έκλεισε και απλά χαμογέλασε.

“Εργάζεται εδώ πέρα”, είπε ένας άλλος ψηλότερος νεαρός άντρας με βαμμένα ξανθά μαλλιά που καθόταν τόσο κοντά μας όσο χρειαζόταν για να ακούει αυτά που λέγαμε. “Το ίδιο κι εγώ”, είπε με τέλεια Αμερικάνικη προφορά. “Ο Κάρλο δεν μιλά σχεδόν καθόλου Αγγλικά”.

“Δεν του χρειάζεται”, απάντησα κάπως απότομα, και ο ξανθός αποτραβήχτηκε. “Τι κάνεις εδώ πέρα”, ρώτησα τον Κάρλο, έχοντας πάρει κάμποσο θάρρος. “Γαμάω!” απάντησε ο Κάρλο. “Γαμήσω εσένα”, πρόσθεσε, “εδώ και τώρα!” “Μα μόλις μπήκα!”, διαμαρτυρήθηκα. Ο Κάρλο έσκυψε και γέλασε σιγανά στο αυτί μου. “Γαμήσω τον κώλο σου μέχρι μην μπορείς περπατήσεις!” Ακουγόταν σαν μια φράση που του την είχε μάθει κάποιος να τη λέει απ’ έξω. “Ὄχι”, είπα, “χρειάζομαι να πιω ένα ποτό και να χαλαρώσω. Ίσως αργότερα. Όταν έφυγε ο Κάρλο, το ξανθό αγόρι έκατσε στο σκαμπό δίπλα μου. Τα ξανθά μαλλιά του ήταν κοντοκουρεμένα. Ήταν αρκετά ευθύς στη συμπεριφορά του, και αμέσως έμαθα ότι τον έλεγαν Terry, ότι ήταν από το Cleveland τη Αμερικής κι ότι γούσταρε πολύ που δούλευε εκεί. Μιλώντας για το ένα και για το άλλο, άρχισα να τον ρωτάω περισσότερα για τη δουλειά του. Δε βαριόταν να κάθεται έτσι όλο το απόγευμα; Σίγουρα, μου απάντησε, αλλά μερικές μέρες ήταν πολύ απασχολημένος. Αλλά πώς τα κατάφερνε σ’ εκείνες τις φορτωμένες μέρες; Δεν επέμεναν όλοι οι πελάτες του να χύσει, εξήγησε – στην πραγματικότητα πολλοί δεν ενδιαφέρονταν ή δεν ήθελαν.

“Αλλά άμα το θέλουν το κάνεις;” “Οτιδήποτε θέλει ο πελάτης, το έχει.” “Τα πάντα;” “Σίγουρα”, απάντησε ο Terry. “Δεν είναι τζάμπα”. Οι τιμές τότε ήταν 200 γκίλντερ, περίπου 30.000 δρχ. “Πρέπει να είναι ασφαλές”, συνέχισε, “από εκεί και πέρα, οτιδήποτε.” “Ώστε ο Carlo το εννοούσε όταν προσφέρθηκε να με γαμήσει;” “Σίγουρα”, απάντησε με ένα μορφασμό. “Τι ίδιο θα έκανα κι εγώ.” “Και γαμιέστε κιόλας;” “Με προφυλακτικό, φυσικά”, είπε. “Σχεδόν όλοι μας το κάνουμε.”

“Αλλά όχι όλοι;” “Όχι”, απάντησε με σταθερότητα. “O Carlo δεν το κάνει.” Έσκυψε εμπιστευτικά προς τη μεριά μου. “0 Carlo είναι στρέιτ του κερατά. Έχει γκόμενες σε όλο το Άμστερνταμ.” Για κάποιο λόγο, λυθήκαμε και οι δύο στα γέλια και του κέρασα μια μπύρα. “Ο Carlo θα γαμηθεί μάλλον αργότερα στο μέλλον, αλλά τώρα δεν το κάνει. Κάποιος θα του προσφέρει καμιά μεγάλη αμοιβή ή κάποιο από τα υπόλοιπα αγόρια θα τον βοηθήσει να το ξεπεράσει.”

Φαντασιωνόμουν αυτή την εξωτική σκηνή. “θα το έκανες εσύ αυτό για τον Carlo;”, ρώτησα. Για απάντηση έλαβα το πρώτο πραγματικά ενθουσιώδες χαμόγελο από τον Terry. Δεν ήμουν ο μόνος που ονειρευόταν το κωλαράκι του Carlo.

“θα ήθελα να μιλήσω με το διευθυντή”, είπα ξαφνικά. Ένα συνοφρυωμένο “γιατί;” μου θύμισε ότι έπαιρνα πολύ απότομα τη στροφή. “θέλω να γράψω ένα άρθρο για αυτό το μέρος”, απάντησα. Η απάντηση ήρθε αμέσως: “Δεν νομίζω ότι ο Τommy δίνει πια συνεντεύξεις”.

“Γιατί όχι;” “Γιατί κάθε φορά που το κάνει, φαίνεται ότι τον γαμάνε. Έρχονται εδώ πέρα και όλα είναι μια χαρά και την επόμενη μέρα διαβάζεις το άρθρο και είναι γεμάτο βλακείες και συναισθηματισμούς. Πράγματα για να εντυπωσιάζουν τους αναγνώστες.” “Μήπως μιλάς για τον στρέιτ τύπο; Εγώ εργάζομαι σε μια μεγάλη γκέι εφημερίδα στην Ελλάδα”, του είπα, προσπαθώντας να πνίξω τον αυτοσαρκασμό στον τόνο της φωνής μου.

Τελικά, από ότι φάνηκε, το Tommy δεν ήταν τόσο διστακτικός όσο είχε φανεί στην αρχή. Μετά από περίπου πέντε λεπτά, στεκόταν ο ίδιος μπροστά μου, μου έριχνε μια γρήγορη εξεταστική ματιά και με ρωτούσε: “Τι θες να μάθεις;”

Κατέβηκα από το κάθισμα, και βρέθηκα να ξεναγούμαι στα δωμάτια του μπουρδέλου. “Πώς διαλέγεις τους άντρες;” ήταν η πρώτη ερώτηση που έκαιγε στο μυαλό μου. “Ψάχνουμε για καλά, περιποιημένα αγόρια”, μου απάντησε ανοίγοντας παράλληλα μια πόρτα σε ένα μεγάλο δωμάτιο. “Δεν χρειάζεται να είναι μοντέλα, αλλά πρέπει να είναι όμορφοι και ευχάριστοι στην συνομιλία μαζί τους. Χρειάζεται να έχουν ένα μέτριο προς το καλό σώμα. Μιλάμε για αγόρια από 18 μέχρι περίπου 30 χρονών.”

Στεκόμασταν σε ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς παράθυρα, με ένα τεράστιο διπλό κρεβάτι στο ένα τοίχο, μια μεγάλη τηλεόραση στον άλλο τοίχο και ένα όμορφα πλακοστρωμένο ανοιχτό ντουζ στη γωνία. “Αυτό είναι ένα μέτριο δωμάτιο”, πρόσθεσε ο Tommy γυρίζοντας ένα διακόπτη πάνω από το κρεβάτι. Αμέσως ο χώρος γέμισε με απαλή μουσική. Ένα γύρισμα του διακόπτη άλλαζε τη μουσική σε ροκ ή σε κάντρι. Αν εξαιρούσαμε την απουσία παραθύρου, θα μπορούσε να είναι το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου Α-κατηγορίας.

*“Πώς διαπιστώνεις αν ένα αγόρι μπορεί,τον δοκιμάζει κανένας;”

“Οχι”, απάντησε ο Tommy. “Τα παιδιά έρχονται εδώ πέρα μόνα τους και ζητούν δουλειά. Δεν διαφημίζουμε ποτέ ούτε προσπαθούμε να προσελκύσουμε. Αν μου αρέσει, τον βάζω να συμπληρώσει ένα έντυπο με πληροφορίες και πάμε σε κάποιο δωμάτιο για μια συνέντευξη. Αν δεν είμαι σίγουρος για το σώμα του, μπορεί να του ζητήσω να βγάλει τα ρούχα του, αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια. Αν όλα πάνε καλά, του δίνουμε μερικές δοκιμαστικές μέρες, συνήθως τρεις μέρες.”

Πάει κι η φαντασίωση μου να δουλέψω ως υπεύθυνος προσλήψεων σε μπουρδέλο. Σίγουρα όμως θα είχα μέλλον ως εκπαιδευτής αγοριών, σωστά; “Οχι”, ήταν η απάντηση του Tonny, αποκαθηλώνοντας ένα ακόμα ονειρεμένο επάγγελμα. “Οι νέοι άντρες γνωρίζουν τι κάνουν. Και αν τύχει να μην ξέρουν, θα τους πουν οι πελάτες. Έχουμε ένα βίντεο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν πριν μπουν στην αίθουσα για το μασάζ. Με το S/M, εξαρτάται από το αγόρι: ή το κάνει ή δεν το κάνει.”

“Πόσο καιρό μένουν συνήθως τα αγόρια;”

“Συνήθως για έξι μήνες περίπου”, μου απάντησε τραβώντας ένα συρτάρι για να μου δείξει τα απλά εργαλεία της δουλειάς – προφυλακτικά, λάδι για μασάζ, Κ-Υ. “Μερικά αγόρια μένουν για ένα ή δύο χρόνια.”

Τα ζητήματα υγιεινής ήταν κάτι άλλο που με απασχολούσε. “Ένας κυβερνητικός υγειονομικός υπάλληλος έρχεται εδώ για να εξετάσει τα παιδιά για σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες κάθε τρεις εβδομάδες. Όλα τα παιδιά είναι καθαρά και υγιή. Αλλιώς θα μας έκλειναν.” Σύμφωνα με τον Ολλανδικό νόμο, εξήγησε ο Tommy, οι εργαζόμενοι οποιουδήποτε κλάδου δεν μπορούν να αναγκαστούν να κάνουν τεστ για ΗΙV. Αλλά αν κάποιος εργάτης του σεξ θέλει το τεστ, τότε αυτό είναι δωρεάν. “Έτσι κι αλλιώς κάνουν πάντα ασφαλές σεξ οπότε δεν έχει σημασία.” Τι μετρά για ασφαλές; Τσιμπούκια χωρίς χύσιμο στο στόμα. Το χύσιμο στο στόμα δεν ενθαρρύνεται και το πρωκτικό σεξ χωρίς προφυλακτικό απαγορεύεται απολύτως.

“Ώστε τα αγόρια γαμιούνται κιόλας”, ρώτησα, με το μυαλό μου κολλημένο στον παρθένο Carlo.

“Δεν είναι αναγκασμένα”, μου εξήγησε ο Tommy. “Εξαρτάται από αυτά και τον πελάτη. Ο κανονισμός λέει ότι το αγόρι πρέπει να ανακαλύψει τι θέλει ο πελάτης όσο κάθονται ακόμα στο μπαρ. Αν το αγόρι δεν κάνει κάτι, τότε ο πελάτης είναι ελεύθερος να διαλέξει κάποιον άλλο. Αλλά το αγόρι πρέπει να πει τι κάνει και τι δεν κάνει από πριν ώστε να μην υπάρχουν διαφωνίες στο δωμάτιο.” Αυτή είναι ειλικρίνεια και επικοινωνία!

“Μπορούν τα αγόρια να χρεώσουν παραπάνω για διαφορετικά πράγματα;” ρώτησα. “Ασφαλώς όχι”, ήταν η αυστηρή απάντηση. “Ολες οι διαπραγματεύσεις πρέπει να γίνουν στο μπαρ, πριν το αγόρι πάρει τον άντρα στο δωμάτιο. Όταν φτάσουν εκεί, δεν μπορεί να ζητήσει κι άλλα χρήματα. Ο άντρας μπορεί να του δώσει φιλοδώρημα αν επιθυμεί, αλλά το αγόρι δεν μπορεί να τον πιέσει.”

Καθώς γυρνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο – περνώντας από χώρους για S/Μ σε δωμάτια με στρώματα νερού – ο Tommy μου εξηγούσε ότι διατηρούσε αυτό το μπουρδέλο εδώ και δέκα χρόνια. Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω αν κάποτε υπήρξε “αγόρι” – σίγουρα ήταν ένας όμορφος άντρας, πολύ πιο μεγάλος από 30 χρονών. Άρχισε να μου μιλά για την πολιτική της Ολλανδίας. Ισχυρίστηκε ότι αυτό επρόκειτο να γίνει το πρώτο αντρικό μπουρδέλο με άδεια στον κόσμο. Σε αντίθεση με όσα πιστεύουν πολλοί, μου εξήγησε, τα μπουρδέλα στο Άμστερνταμ είναι ακόμα τεχνικά παράνομα. Δεν ήταν σίγουρος για το πότε θα γινόταν η νομιμοποίηση, αλλά πίστευε σύντομα. Μου είπε περήφανος ότι ο υπουργός υγείας είχε επισκεφτεί το μαγαζί του για να δει πώς πρέπει να είναι ένα πορνείο. Αρκετά άλλα σπίτια με αγόρια τα είχε κλείσει η αστυνομία, είπε ο Tommy, γιατί είχαν αγόρια κάτω των 18, ή επέτρεπαν τα ναρκωτικά. Μερικά είχαν κατηγορηθεί ότι εισήγαγαν νέους από τα Βαλκάνια και τους κρατούσαν για σεξουαλικούς σκλάβους.

Τον ρώτησα για τις σχέσεις του με την αστυνομία. Μου εξήγησε ότι υπήρχε ειδική μονάδα για τα πορνεία. Μέσα σε δέκα χρόνια είχε καλέσει την αστυνομία μόνο δύο φορές. “Είχα μια φορά κάποιον που δεν ήθελε να πληρώσει”, διευκρίνισε, “και ήταν και ένας άλλος που είχε πιει κι έκανε φασαρία.”

Η περιοδεία μας πλησίαζε στο τέλος της, και καθώς επιστρέφαμε στο μπαρ μπόρεσα να δω με την άκρη του βλέμματος μου τον Carlo να χαμογελά με μια γκριμάτσα που σε σκλάβωνε. θα ερχόταν, όμως, να μου μιλήσει μόνο αν τον προσκαλούσα εγώ, γιατί με είχε ήδη πλησιάσει μια φορά. Κάθισα σκεφτικός στο μπαρ. Το άρθρο θα σταματούσε στο σημείο αυτό.

Κάτι παιδιά γλυκά κι απελπισμένα

Παραθέτουμε εδώ ένα απόσπασμα διηγήματος από τη συλλογή “Αλησμόνητα σινεμά” του Ανδρέα Αγγελάκη (εκδ. Εξάντας, εξαντλ.) θέλοντας να μεταφέρουμε το κλίμα μιας άλλης εποχής (80s) σε σχέση με τις γκέι γνωριμίες και όχι μόνο.

Αλλού μιλήσαμε για κείνα τα σινεμά που δεν είναι χώρος λαμπερού αστικού θριάμβου. Σινεμά που δεν θα τολμήσει ο νεαρός να επιδείξει την αρραβωνιαστικιά ή την κοπέλα του, κρατώντας της το χέρι, σαλιαρίζοντας μαζί της. Ούτε ο πενηντάρης σύζυγος με την κοιλίτσα θα διανοηθεί να κυκλοφορήσει εκεί μέσα τη μαραμένη του συμβία. Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες. Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν’ απειλήσει πάλι το κοράκι. Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των κατεστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματά τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω.

Οι θαμώνες στα σινεμά αυτά καταφθάνουν πρωί πρωί, σχεδόν με τη τσίμπλα στο μάτι. Πολλές φορές απ’ τις εννιά. Τυχαίνει μέρα που στις έντεκα το σινεμά έχει μισογεμίσει. Ιδίως τις Κυριακές ή τις μεγάλες αργίες: 28 Οκτωβρίου ή 25 Μαρτίου. Ίσως και την Πρωτομαγιά, γιατί πολλοί από τους θαμώνες δεν έχουν ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με την οικογένειά τους ή δε διακρίνονται για την πολιτική τους συνείδηση και τη φιλοσόφηση της εργατικής τους ταυτότητας, οπότε λείπουν απ’ τις μαζικές συγκεντρώσεις της ημέρας με τα γαρίφαλα στο χέρι και τις κονκάρδες. Αντιλήψεις.

Για τους περισσότερους αποτελεί ένα διάλειμμα της δουλειάς τους, γι’ άλλους είναι ένας λόγος να πάρουν το λεωφορείο απ’ την Αγια-Βαρβάρα, το Πέραμα, τα Ταμπούρια ή το Αιγάλεω και να κατέβουν στο τέρμα, εκεί γύρω κάτω στην Ομόνοια, προς την Κουμουνδούρου. Μερικοί απ’ αυτούς θα μπορούσαν να κατέφευγαν σε σινεμά του είδους στην περιοχή τους. Οι περισσότερες λαϊκές συνοικίες όλο και κάτι διαθέτουν τόσο στην Αθήνα όσο και στον Πειραιά.

Τ’ αποφεύγουν γιατί και η τσόντα δεν είναι πολύ σκληρή και το άγρυπνο μάτι της γειτονιάς παρακολουθεί τους λάτρεις και τους φανατικούς. Έτσι, χώνονται πρώτοι και καλύτεροι στα μακρινά σινεμά των κέντρων. Ασφαλέστερο.

Αυτός που το ’σκασε για μια-δυο ώρες απ’ τη δουλειά του ή κάνει διάλειμμα μιας ωρίτσας φαίνεται αμέσως. Δεν καθυστερεί στο μπαρ, το περιβόητο φουαγιέ (όπου γίνεται η εκτίμηση των καταστάσεων και το ζύγιασμα), αλλά φροντίζει να δει όση περισσότερη ταινία γίνεται. Κι αν πάει στην τουαλέτα, θα ’χει ένα συγκεκριμένο σκοπό.

Απεχθάνεται το λακριντί και τα τσαλίμια. Προηγείται η δουλειά του και το να ’χει ξεμπλέξει έγκαιρα για να ’ναι πίσω στην ώρα του. Δεν κάνει για πολλά-πολλά. Συνήθως κάθεται προς τη μέση της αίθουσας, αριστερά και δεξιά του κεντρικού διαδρόμου κι όχι στ’ ακραία καθίσματα αριστερά και δεξιά που προτιμούν από παράδοση οι πρόθυμοι για περιπέτειες. Λέει, συνήθως, την αλήθεια για το πού εργάζεται κι αφήνει, περιέργως, το αληθινό του όνομα σε κείνα τα δέκα λεπτά της γνωριμίας. Λες κι έχει σημασία το αληθινό ή ψεύτικο όνομα για τις πρόσκαιρες αυτές γνωριμίες! Τέλος πάντων. Πολλοί είναι βραδινοί στις δουλειές τους και θέλουν να πάνε με κέφι, όπως, λόγου χάρη, γκαρσόνια που πιάνουν δουλειά τ’ απογευματάκι ή μετά τις εφτά, γι’ αυτό και κάνουν πρώτα τη βόλτα τους στο σινεμά.

Αυτός που το ’σκασε απ’ τη γυναίκα του και τα παιδιά του φαίνεται, σε πρώτη φάση, αμέσως. Πολύ απλό: η βέρα στο δεξί και η ηλικία του. Πάνω από τα τριανταπέντε, με παιδιά μεγαλωμένα πια. Υποπτευόμαστε μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον προς τη μεσόκοπη συμβία. Μιλάει με μισόλογα και βαριεστημένα για το συζυγικό του βίο. Τακτοποιημένος επαγγελματικά, δεν τον απασχολεί το οικονομικό, σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να βάλει και το ταξί. Συνήθως παρακολουθεί την ταινία προσεκτικά, λες και βλέπει Μπέργκμαν. Θα ρωτήσει πρώτος αν διαθέτεις σπίτι και θ’ αντλήσει απ’ το φιλμ διδαχές σχετικά με στάσεις, καταστάσεις και λόγια που θα χρησιμοποιηθούν στο κρεβάτι του ή – το πιθανότερο – σε ξένη, αλλά φιλόξενη, κλίνη. Αυτός, καμιά φορά, μπορεί να πάρει και κανένα τηλέφωνο. Έχει μιαν αίσθηση σεβασμού, μιαν εκτίμηση προς τον κάτοχο του τηλεφώνου, γενικά. Το τηλέφωνο συμβολίζει ένα είδος κοινωνικής καταξίωσης. Ο ίδιος ίσως πολύ να ταλαιπωρήθηκε μέχρι να τοποθετηθεί η πολυπόθητη συσκευή στο σπίτι του. Θα ήταν καθημερινό θέμα συζήτησης κι αναμονής για τρία ή τέσσερα χρόνια. Μπορεί και περισσότερο. Όλοι ξέρουμε τι μανίκι είναι ο ΟΤΕ.

Οι νεαροί που ανακαλύπτουν τον κόσμο και τις ερωτικές ορέξεις τους μέσω του μεγαλόθυμου σινεμά απ’ τους συγκινητικότερους και ειλικρινέστερους θαμώνες. Τα δεκαοχτώ, σαν κανόνας, τα ’χουν περάσει. Ελάχιστοι νεαρότεροι ξεφεύγουν απ’ τη δράκαινα του ταμείου και του πορτιέρη. Οι αστυνομικοί που γυροφέρνουν δεν αστειεύονται. Μια για εξακρίβωση στοιχείων, μια, τάχατες για τσιγάρο, αποτελούν μια αναπόφευκτη παρουσία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Οι αθωότεροι απ’ τους νεαρούς θ’ ακολουθήσουν ταραγμένοι και ερεθισμένοι τους σχετικούς κυρίους που θα τους ανοίξουν συζήτηση και θα προτείνουν νεσκαφέ, σε πρώτη, εισαγωγική, φάση, σε κάποια καφετέρια εκεί δίπλα. Το παλιό, δηλαδή, σάμαλι, που θυμόμαστε με νοσταλγία τη δεκαετία του πενήντα. Οι πιο ξεγβαλμένοι θα μπουν αμέσως στο ψητό και θα συζητήσουν την οικονομική πλευρά της περιπέτειας. Συνήθως δεν έχουν ταμπού. Είναι κι αυτό μια εμπειρία, λένε μέσα τους, που, συν τοις άλλοις, έχει και κάποιο χαρτζιλίκι όφελος. Οπότε, προς τις τι οι δισταγμοί και οι αναστολές; Και προχωράνε στο παρασύνθημα. Για να είμαστε ειλικρινείς, υπάρχει και μια, μικρή, έστω, κατηγορία νεαρών, που θα δοκιμάσει την περιπέτεια χωρίς να διανοηθεί αμοιβή και οφέλη ποικίλα. Οι τυχεροί κύριοι θ’ απολαύσουν γνήσια και λεβέντικη παρέα, μόνο που τ’ όνειρο θα κρατήσει πολύ λίγο. Τα παιδιά θ’ αρνηθούν κατηγορηματικά να τους ξαναδούν, ούτε καν θα δεχθούν να πάρουν το κλασικό χαρτάκι με το τηλέφωνο. Τελεία και παύλα.

Αυτά για τη νεολαία, την εργαζόμενη κυρίως, που έχει μεγαλύτερες ορέξεις και τόλμη – παιδιά μηχανουργείων, τεχνικών σχολών και βάλε –, σε αντίθεση προς τα παιδιά των λυκείων ή τους φοιτητές, που η αστική τους διάβρωση και οι νουθεσίες των δασκάλων και της οικογένειας έχουν αποτρέψει από το κολύμπι σε άγνωστα νερά. Κι εδώ, γι’ άλλη μια φορά, η λαϊκή τάξη παρουσιάζεται λιγότερο φαρισαϊκή και φτιαχτή. Αυτά για τις νεαρές ηλικίες.

Άλλος τύπος, εκτός απ’ το βιαστικό, σκαστό οικογενειάρχη και τους πιτσιρικάδες, είναι ο άνεργος. Χτίστες, οικοδόμοι, μαγαζάτορες που έβαλαν λουκέτο στο μαγαζί τους γιατί η δουλειά δεν πήγαινε καλά, ναυτικοί απογοητευμένοι, επαρχιώτες που ήρθαν να δοκιμάσουν την τύχη τους στην Αθήνα. Κάθε καρυδιάς καρύδι που στο τετράωρο της προβολής – συνήθως βλέπουν και τα δύο έργα: πού αλλού να καταφύγουν; – κάνουν μια γενναία προσπάθεια να πάνε κάτω τα φαρμάκια και να ξεχαστούν με τις εξωφρενικές υπερβολές του μαγικού πανιού.

Αυτοί μπορεί πολλές φορές να κάτσουν κι έξι ώρες μέσα, βλέποντας το διπλό πρόγραμμα απ’ την αρχή, πλήρως απορροφημένοι στο ευεργετικό σκοτάδι. Έχουν βρόμικες κάλτσες που βγάζουν μπόχα, άπλυτοι και φορώντας τα ίδια ρούχα για καιρό, απλώνουν τα πόδια τους στο μπροστινό κάθισμα μ’ ελάχιστο γνιάξιμο για την ταλαιπωρία των διπλανών. Ανοίγουν οι ίδιοι πρώτη συζήτηση μ’ ένα «σου περισσεύει κάνα τσιγάρο, ρε φίλε;» ή «κερνάς καμια κόκα κόλα, ρε πατριώτη;» Περιττό να πούμε πως πρόκειται για ψυχικό να βάλει κανένας το χέρι στην τσέπη και να τους φιλέψει κανένα πενηντάρι. Το πού θα κοιμηθούνε τη βραδιά είναι άγνωστο. Οι ναυτικοί, βέβαια, έχουν τη βολική «Ναυτική Εστία» που συγκεντρώνει στη φτερούγα της πολύ κοσμάκη. Φτηνά, καθαρά, με τηλεόραση στο σαλόνι, χώρια οι γνωριμίες και οι φίλοι που έκαναν στα καράβια και τώρα, μετά από χρόνια, ξαναβρίσκουν, στην ίδια μοίρα μ’ αυτούς, να τριγυρίζουν από γραφείο σε γραφείο, στο «Ελλάς», στη «Βοσκοπούλα» και στην Ακτή Μιαούλη, με το φυλλάδιο στην πίσω τσέπη και το γοητευτικό τατουάζ στα μπράτσα. Οι μη ναυτικοί θα περάσουν τη νύχτα τους στα πεζουλάκια της Ομόνοιας, στις καρέκλες του Σταθμού Λαρίσης, στο παρκάκι απέναντι – ή στο τμήμα επί αλητεία. Μακρινή και ακραία ελπίδα να τους πάρει σπίτι κάποιος γραβατωμένος κύριος, απ’ αυτούς που διαθέτουν γκαρσονιέρα και ψευδώνυμο, αφού προηγηθεί μια έντιμη διαπραγμάτευση και συζητηθούν καταλεπτώς οι λεπτομέρειες. Η λύση εξευρίσκεται γρήγορα, γιατί κι ο σιτεμένος κύριος δεν έχει πολλές επιλογές και προτάσεις, αλλά κι ο φουκαράς ναυτικός το μόνο που έφαγε ήταν το σάντουιτς με τυρί το μεσημέρι στον Τινάνειο Κήπο. Αυτά σαν κανόνας.

Οι δυσάρεστες εξαιρέσεις, φυσικά, υπάρχουν και δεν ωφελεί να εθελοτυφλούμε. Μικροκλοπές (συνήθως το τηλεκοντρόλ ή το βίντεο), ληστείες (μπορεί να ξεσηκώσουν όλο το σπίτι άμα λάχει κι έχει κάνει ο μοναχικός κύριος το λάθος να δώσει, έστω και για πέντε λεπτά, το κλειδί του. Βγάζουν αντικλείδι.), ρεζιλίκια (ξεφωνητά μέσα στην πολυκατοικία, που πολλαπλασιάζονται στην ησυχία της νύχτας, πως τάχατες τους χρωστάνε λεφτά και κατέβαινέ τα, πούστη, μην τα κάνω γυαλιά-καρφιά εδώ μέσα), μέχρι και φόνοι, ναι, φόνοι. Οι Μπινίκοι και τα παρασιτικά – σκληρά μεν, αλλά χαμένα και δυστυχισμένα αυτά πλάσματα – που μπήγουν αχλάδια στο λαιμό ηλικιωμένων ή τους βάζουν πετρέλαιο και τους καίνε, προέρχονται συνήθως απ’ τους κύκλους αυτούς των ανέργων που νομίζουν πως πιάσανε την καλή, στα ξαφνικά, με τη γνωριμία του εξηντάρη. Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές δεν έχει βρεθεί ακόμα ο δολοφόνος του Κώστα Ταχτσή – μία βδομάδα μετά το θάνατό του –, ο περίφημος νεαρός με το μουστάκι που εθεάτο ο Ταχτσής σε διάφορα στέκια μαζί, αν συμφωνήσουμε πως αυτός τελικά τον έπνιξε.

Συνήθως ο δολοφόνος δε βρίσκεται, εκτός, αν σκανδαλωδώς βοηθήσει η τύχη, και συλληφθούν γι’ άλλα αδικήματα και, στην ανάκριση, καθώς θα τις τρώνε, τα ξεράσουν και τ’ άλλα τους ανδραγαθήματα. Η αστυνομία πολλές φορές έχει κατηγορηθεί για προκατάληψη κατά των περιπτώσεων που αφορούν σε μεσόκοπους κυρίους αποκλίνουσας, όπως λένε, ερωτικής συμπεριφοράς. Προτιμά να διελευκαίνει πιο νορμάλ καταστάσεις. Οι κύριοι αυτοί, έστω και νεκροί, όζουν ακόμη και την ενοχλούν και μετά θάνατον στη φαλλοκρατική τους δομή. Για να δούμε, λοιπόν, τι θα γίνει με την υπόθεση Ταχτσή. Ήδη δεν μιλάει κανένας, πια, γι’ αυτήν. Αδικοχαμένος πήγε. Τα τελευταία χρόνια, σκέφτομαι, οι απώλειες στο χώρο ήταν πολλές και επώδυνες. Απ’ τους φίλους που δεν μπόρεσαν να βάλουν μια υπογραφή με βαρύτητα, να διαμαρτυρηθούν για τα στραβά που θα ’βλεπαν, να υπερασπίσουν με τον τρόπο τους ο καθένας την ίδια υπόθεση, χάθηκαν τρεις σημαντικοί: ο Γιώργος Ιωάννου, ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος, ο Κώστας Ταχτσής. Τι κρίμα! Κι οι καιροί είναι πονηροί. Να δούμε πόσοι πια μείναμε.

Πίσω, όμως, στους ανέργους. Είναι αλήθεια πως τα αισθήματα από τη βραχυχρόνια συναναστροφή μαζί τους είναι ποικίλα και αντιφατικά. Αφενός ένα φοβερό ψυχοπλάκωμα απ’ τη μιζέρια και την ατυχία τους, αφετέρου ένα άγριο αίσθημα αυτοεπιβεβαίωσης, συνείδησης αξίας και υπεροχής. Αυτό είναι που υπαγορεύει κάποιες φιλανθρωπικές πράξεις, όπως τα κεράσματα, το χαρτζιλικάκι, τις συμβουλές.

Οι ένοπλες δυνάμεις κάθε σώματος, τώρα πλέον σπανίζουν στα σινεμά. Ή έχει μειωθεί κατά πολύ η παρουσία τους – χώρια που δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις με τα πολιτικά και το μακρύ μαλλί, νέα ήθη στην στρατευμένη νεολαία μας. Οι κατάλληλες ηθικοδιδακτικές συμβουλές, πασπαλισμένες με ιατρικές πληροφορίες, εμφανίζουν τα σινεμά αυτά σαν τόπους απωλείας και κινδύνου.  Οι ποδηγέτες τους, που σίγουρα πέρασαν από ορισμένες εμπειρίες των χώρων τούτων, ξεχνάνε την αθωότητα που τους διακρίνει σε σχέση με άλλα τινά.

Πάνε λοιπόν, ανεπιστρεπτί, οι τσαρουχικές κολαρίνες, οι φαρδιές ζώνες, τα καπέλα με το ΚΡΙΕΖΗΣ, το ΛΗΜΝΟΣ, το ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ή οι μπερέδες και τα δίκωχα. Μόνο τα μεσημέρια γεμίζουν τα πράσινα λεωφορεία του Περάματος αφρούς και κύματα, ναυτάκια που λαγοκοιμούνται εξαντλημένα στο κάθισμα, με το άσπρο καπέλο τους έτοιμο να πέσει απ’ τα γόνατα. Πάνε και οι εποχές όπου ακόμη και οι τρόφιμοι των οχτάμηνων ή μονοετών αστυνομικών σχολών έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο σινεμά και ξεκινούσαν πρώτοι το αλισβερίσι. Κι όχι μόνο κατά την εποχή της χουντικής εφταετίας που οι ένοπλοι έδεναν και έλυναν με πολύ τουπέ. Μέχρι την εμφάνιση του ιού, εκεί κατά το ’80-’81, τα στρατευμένα παιδιά δε συμμαζεύονταν. Οι λοχαγοί και ορισμένες αγέλαστες ιησουϊτικες έπνιξαν εν τη γενέσει τους διαθέσεις, ορμές και οικονομικές ανάγκες. Και, βέβαια, δε μιλάμε για τ’ απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα που πρέπει να γίνουν συνείδηση σ’ όλους – κάθε άλλο. Αναφερόμαστε στο τι διαισθάνεται κανείς ότι υπάρχει και λειτουργεί κάτω από τις παπικές συμβουλές, εννοούμε το νέοσυντηρητισμό και το ρατσισμό που καλλιεργείται έντεχνα και πονηρά.

Για τους αστυνομικούς που κάθε τρεις και δέκα θα κάνουν την εμφάνισή τους για να τρομοκρατήσουν, κυρίως, τους άτακτους που καπνίζουν, δε θα πούμε πολλά. Συνήθως είναι πολύ νέοι, νεοφώτιστοι, μόλις πρέπει ν’ αποφοίτησαν απ’ τις σχολές τους κι εφαρμόζουν με το νι και το σίγμα ό,τι τους μάθανε. Εξαιρετικής καλλονής και ζηλευτής σωματικής εμφάνισης, με το καπέλο υπό μάλης – μη χαλάει το μαλλί – και στενότατο, κολλητό σχεδόν, παντελόνι, προς επίδειξη του ανδρισμού τους. Νάρκισσοι ολκής και ελαφρώς αστείοι όταν αρχίζουν εκείνα τα ξεφωνητά στην αίθουσα: «Εσύ, κύριε, εσύ, στη μέση, με το τσιγάρο, εσένα λέω, κάνεις πως δεν ακούς; βγες έξω γρήγορα». Πολύ θα το ’θελαν να κάθονται κι εκείνοι ήσυχα και καλά στην ωραία τους θέση με το δεξί τους χέρι πάνω στο φουσκωμένο τους όργανο, στόχος κι αυτοί βολιδοσκόπησης κι επιθυμίας. Δε μπορούμε να τα ’χουμε όλα στη ζωή μας όμως. Κάποτε, είν’ αλήθεια, κατεβαίνουν τα σκαλιά δυο-δυο ή μόνοι σ’ ένα διάλειμμα της υπηρεσία τους και κάθονται σεμνά και αμίλητα όρθιοι στον πίσω διάδρομο παρακολουθώντας στις περίεργες στάσεις της Κάντι ή της Τζοζεφίν Μούντζενμπαχερ – δυο ηρωίδες με πολλά σουξέ. Ύστερα, ήσυχα-ήσυχα όπως ακριβώς ήρθαν, αποχωρούν, οπότε ακούγεται το ανακουφιστικό εκείνο «φύγαν οι ρούνες, παιδιά, βγείτε».

Παρέμβαση στην Ψυχιατρική κλινική του Σωτηρία

09/02/2025 2:43 μμ.

Το Σάββατο 8/02 πραγματοποιήθηκε παρέμβαση στην ψυχιατρική κλινική του σωτηρία, ενάντια στην ψυχιατρική βία και την καταστολή. Αλληλέγγυο σώμα μπήκε μέσα στον χώρο του ψυχιατρείου φώναξε συνθήματα, μοίρασε κείμενα στους έγκλειστους, πέταξε τρικάκια και ανέβασε πανό έξω από τα κελιά. 

Παρακάτω παραθέτουμε το κείμενο που μοιράστηκε:

 “Η ψυχιατρική εξαθλίωση δεν έχει πάτο. Οι πρακτικές της σύγχρονης ψυχιατρικής χρησιμοποιούνται ως εργαλεία ανθρώπινης υποτίμησης ευρέως. Το Σωτηρία επιλέγει να μην αποτελεί εξαίρεση. Πλήθος καταγγελιών έχει γνωστοποιηθεί από έγκλειστα άτομα, τους συγγενείς και τις φίλες τους. Έχουμε ανάγκη να βάλουμε τέλος στην απάθεια του ψυχιατρικού συστήματος και την αποσιώπηση των φωνών των ανθρώπων στα ψυχιατρικά κελιά. Δεν μας περνάνε απαρατήρητες οι ταπεινωτικές πρακτικές και οι συνθήκες κράτησης των ατόμων στο Σωτηρία.

Οι καθηλώσεις. /Οι περιορισμοί χωρίς αφορμή και πολλές φορές με εκδικητικά κίνητρα./ Η λογική της επιβολής ενός εγκλεισμού μέσα σε ένα πλαίσιο ήδη υπάρχοντος εγκλεισμού. Με το αφήγημα μιας δήθεν ασφάλειας και επικινδυνότητας (πρόσχημα για την επιβολή μιας καθήλωσης η οποία ενέχει πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο για το ίδιο το άτομο όπως συμβαίνει συχνά με περιπτώσεις θρομβοεμβολής, εν δυνάμει θανατηφόρες), ‘’θεραπευτές’’ και νοσηλεύτριες μετατρέπονται σε σωφρονιστικούς υπαλλήλους / δεσμοφύλακες. Σου απαγορεύουν να θυμώσεις και να αντιδράσεις ή ακόμα και να κατακρίνεις τις μεθόδους τους. Κάθε αντίδραση και κριτική απέναντι στις πρακτικές που επιβάλλουν πάνω στο σώμα σου μεταφράζεται ως σύμπτωμα μιας βιοχημικής ανισορροπίας, αναιρώντας κάθε δυνατότητα αυτοδιάθεσης και αναγνώρισής σου ως πολιτικό υποκείμενο. Οι συνθήκες αυτές οδήγησαν και τον έγκλειστο σύντροφο Νίκο Λυκούδη σε απεργία πείνας, βάζοντας το σώμα του ως οδόφραγμα στις πρακτικές αυτές.

Φαρμακευτική καταστολή. Η φαρμακευτική αγωγή ως μονόδρομος αντιμετώπισης της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης χωρίς τη συναίνεση ή τη συμπερίληψη του κάθε ατόμου στη διαμόρφωση του θεραπευτικού πλάνου. Τα φάρμακα επιβάλλονται μετά από ολιγόλεπτες ψυχιατρικές συνεδρίες χωρίς περαιτέρω διερεύνηση των πραγματικών αναγκών του κάθε ατόμου και των εμπειριών του, με αποτέλεσμα την άρση κάθε δυνατότητας επιλογής.

Κοινωνική απομόνωση. Η επικοινωνία των έγκλειστων ελαχιστοποιείται έως καθίσταται εντελώς ανύπαρκτη για τους ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να έχουν δικό τους κινητό. Στην κλινική του Σωτηρία, για μια μεγάλη μερίδα εγκλείστων υπάρχει μόνο ένα σταθερό τηλέφωνο στο οποίο δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις κλήση παρά μόνο να περιμένεις να σε καλέσουν αν και εφόσον δεν είναι κατειλημμένο και σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα που όλος τυχαίος συμπίπτει με αυτό της σίτισης, των επισκεπτηρίων και της προσωπικής φροντίδας / υγιεινής. Πρέπει δηλαδή να διαλέξεις αν θα πλυθείς, θα φας, θα δεις κάποιον δικό σου ή αν θα περιμένεις μια κλήση σε ένα συνήθως κατειλημμένο τηλέφωνο. Όλα αυτά ενόσω ο προαυλισμός και τα επισκεπτήρια συνηθίζεται να περιορίζονται με ασήμαντες αφορμές.

Συνθήκες διαβίωσης / επιβίωσης. Από την κατανάλωση απαράδεκτου φαγητού σε αηδιαστικά επαναχρησιμοποιημένα πλαστικά πιάτα μιας χρήσης μέχρι τις απαράδεκτες συνθήκες υγιεινής σε βρώμικες τουαλέτες, σε σεντόνια που δεν αλλάζονται και σε δωμάτια γεμάτα υγρασία που θυμίζουν κρατητήρια. Η έλλειψη χαρτιού υγείας και η περιορισμένη έως ανύπαρκτη χρήση οδοντόβουρτσας και σαπουνιού καθώς και η παρακράτηση κάθε λογής προσωπικών αντικειμένων μέχρι και τα κορδόνια των παπουτσιών, συμβάλλουν στην επιβολή εξευτελιστικών συνθηκών.

Ψυχίατροι, ψυχολόγοι και νοσηλευτές / δεσμοφύλακες η ευθύνη πέφτει πάνω σας. Οι εξευτελισμοί και τα βασανιστήρια έχουν την υπογραφή σας – και κυριολεκτικά. Δε θα σταματήσουμε να προσπαθούμε να γεφυρώσουμε την επικοινωνία μεταξύ των αποκλινουσών συμπεριφορών εντός και εκτός των λευκών κελιών. Δεν είστε μόνα σας. Ακούμε τους ψιθύρους, τις φωνές και τις κραυγές σας. Είμαστε και θα είμαστε απέναντι στην παθολογικοποίηση συμπεριφορών και αντιδράσεων. Ας αναπτύσσουμε συνεχώς την δικιά μας αφήγηση, της δικιά μας θεώρηση, με μοναδικό γνώμονα αυτό της βιωμένης εμπειρίας, έτσι ώστε να δημιουργείται και το πεδίο σύγκρουσης με το κυρίαρχο «παραλήρημα».

Δεν υπάρχει ελπίδα. Υπάρχει μόνο συνεχής αγώνας. Αυτός είναι η ελπίδα μας. Αυτή είναι η πρώτη πρόταση στη γλώσσα της τρέλας.

Πρόκειται για το νου μας, για τις ζωές μας, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τις λεηλατεί.

 Κανένα δεν είναι αόρατο ή μόνο στα χέρια του κράτους και των κελιών του

Η αλληλεγγύη το όπλο των τρελών, κανένα μόνο στα χέρια μπάτσων και γιατρών 

E-mail επικοινωνίας: PSIdraseis@proton.me

Πηγή: Athens Indymedia

To Queer or not to Queer?

Την εποχή που ήμουν γνήσιο bookworm, στα μετεφηβικά χρόνια, χανόμουν για ώρες στα μικρά και μεγάλα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης για να ανακαλύψω τον επόμενο «θησαυρό». Ήμουν ήδη φαν του William Samuel Burroughs (ή WSB όπως τον αποκαλούσα αγαπησιάρικα) αλλά μου είχαν ξεφύγει αρκετά βιβλία του. Εκείνη την ημέρα το χέρι μου έπιασε ένα βιβλιαράκι του WSB που λεγόταν «Αδελφή». Και με αυτό το βιβλίο ξεκινάω την ανάρτησή μου.

Παρότι μικρό, ήταν πολύ βαρύ για το νεανικό χέρι μου. Το «Αδελφή» ήταν νέτα σκέτα πολύ ξεκάθαρα βαρύ για μένα λόγω του τίτλου που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρανόησης και αναγκάστηκα να πάρω το no nonsense ύφος μου στο ταμείο. Αργότερα ανακάλυψα ότι ο τίτλος πρωτοτύπου ήτανε «Queer» που δεν μου  έλεγε και πολλά πράγματα την εποχή εκείνη αν και σίγουρα θα είχε κάνει εκείνη την αγορά μου λιγότερο αμήχανη.

Σήμερα, όμως, είδα μια φωτογραφία στο ίντερνετ του «Queer: η οριστική έκδοση» και παράλληλα ανεβαίνει και η σχετική ταινία «Queer», απόδοση στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου απ’ ό,τι κατάλαβα.

Σε ποιον μεταφραστή να δώσουμε τα εύσημα; Σε αυτόν που επέλεξε το «Αδερφή» ή σε αυτόν που άφησε το «Queer» αμετάφραστο; Σίγουρα θα έπρεπε να τα ζυγίσουμε ανάλογα με την εποχή τους. Αρχικά, στις αρχές του ’90 δεν υφίστατο η λέξη queer στο ελληνικό καθιερωμένο λεξιλόγιο (κι εδώ βάζω και τα ελληνικά γκέι έντυπα). Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, λοιπόν, για μια υποχρεωτική απόδοση του τίτλου στα ελληνικά τότε. Πώς επιστρέψαμε σήμερα στη χρήση της αγγλικής ορολογίας;

Η χρήση της λέξης queer στη Αμερική πρόκειται για επαναοικειοποίηση της αρχικής λέξης queer, που ναι μεν σήμαινε «ομοφυλόφιλος» αλλά χρησιμοποιούταν και άλλα πράγματα που ενοχλητικά «ξέφευγαν» λ.χ. τους σωματικά ανάπηρους (ή «σακάτηδες» όπως ορισμένοι επιθυμούν να αποκαλούνται και να ασκούν πολιτική). Με άλλα λόγια μια βρισιά κατέστη μια καθόλα κατεστημένη λέξη προς δημόσια χρήση (κι εδώ πρέπει να αναφερθούμε και στο academia που σχεδόν την αποθέωσε). Χρήσιμο θα ήταν να διευκρινίσουμε ότι η κοινότερη έμφυλα φορτισμένη βρισιά μεταξύ εφήβων εκεί είναι «hey, fag!» ή «hey, dyke!». Θα έλεγα ότι την αγωνία και τον αγώνα αυτής της επανοικειοποίησης της λέξης στο εξωτερικό, κατά ένα μεγάλο μέτρο, την αγνοούμε εδώ στην Ελλάδα. Οι ομοφυλόφιλοι άνδρες έχουν υπάρξει αδερφές, συκιές, πισωγλέντες, λούγκρες, πούστηδες, πουστάρες κ.ό.κ. Θέλει πολύ κόπο και αρκετά μεγάλη διαδρομή για να φέρει κανείς κάποια από αυτές τις βρισιές ως εύσημο αγώνα περισσότερο παρά ως λεκτική καταδίκη. Τα πράγματα έγιναν λίγο πιο εύκολα με τον όρο «γκέι», μιας και δεν είχε προέλευση από τα μέρη μας και ήταν σαφώς πιο εύκολο και ευγενικό να πεις «μπαμπά, είμαι γκέι» από το να χρησιμοποιήσεις τις προηγούμενες διαθέσιμες επιλογές.

Μέχρι που φθάσαμε στο «queer» μια λέξη που κανείς δεν καταλαβαίνει και κανείς δεν αποπειράται να μεταφράσει. Queer, κουήρ, κουίρ, κουήαρ είναι βολικά ανώδυνοι ήχοι για τη γλώσσα μας, διατηρώντας ακόμα μια περισσότερο βολική θολούρα — μιας και queer λέγεται ότι μπορεί να είναι κι ένας (ίσως αρκετά έξαλλος;) ετεροφυλόφιλος cis αντρας.

Προχωρώ λοιπόν στη σημερινή απόδοση της λέξης queer τόσο στην «οριστική μετάφραση» του βιβλίου όσο και στη μαρκίζα του κινηματογράφου – που παραμένει τίμια αλλά και θλιβερά ταυτόχρονα αμετάφραστη: “queer”

Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να κάνουμε μια στάση και να αναλογιστούμε την προσέλευση κόσμου σε μια ταινία που ονοματίζεται ΑΔΕΛΦΗ και όχι QUEER στη σημερινή εποχή. Ορισμένοι ίσως να μιλούσαν και για επανατραυματισμό από την πρώτη επιλογή – ξεχνώντας ότι ακόμα και τα τραύματα εξελίσσονται μέσα από συλλογικούς και ατομικούς αγώνες ή ότι κάποτε θα αποκτήσεις μια ουλή εκεί που πιστεύεις ότι το τραύμα δεν πρόκειται ποτέ να κλείσει και που του οφείλουμε, περιφερόμενου και, εκβιαστικά μερικά φορές, επιδεικνυόμενου, σεβασμό και φροντίδα στην υποτιθέμενη μονιμότητά του.

Με άλλα λόγια, ποιοι αγώνες στο παρελθόν – τραυματισμένοι, εξουθενωμένοι από ακραία ομοφοβία, με εμάς φοβισμένους στις τρύπες μας, αγκαλιασμένους ομαδικά στις πορείες και τα pride – μας δίνουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε αρκετά αφελώς αυτή τη λέξη;

Ίσως το queer να είναι ρήμα τελικά, διατείνονται μερικοί, όπως στο queering anarchism, για παράδειγμα. Ξεχνάμε, όμως, ότι αυτή η ακόμα πιο δύστροπη στη μετάφραση λέξη έχει ήδη αποδοθεί υποδειγματικά από ανώτερα χείλη: το ανωδυνο, δημοσιογραφικό «the queering of a nation» έχει λεχθεί τα ελληνικά ως «ζούμε την εκπούστρευση του έθνους» [Σημ.: Μου διαφεύγει αν ήταν βουλευτής ή δημοσιογράφος είναι αυτός που το είπε].

Σε ελάχιστο σεβασμό προς την προέλευση και ιστορία των ξενικών λέξεων, διατείνομαι ότι όχι μόνο «ζούμε» αλλά και «ζητούμε» την εκπούστρευση του έθνους.

Κι εδώ τελειώνει ένας κύκλος λέξεων και χρόνου μιας και ξαναφτάσαμε στον παλιό, καλό πούστη που όλοι γνωρίζουμε και εμπιστευόμαστε. Είμαστε όμως αυτή τη φορά έτοιμοι να εκπουστρευθούμε με περηφάνεια ή θα αναθέτουμε σε άλλους to queer things up?