Παραθέτουμε εδώ ένα απόσπασμα διηγήματος από τη συλλογή “Αλησμόνητα σινεμά” του Ανδρέα Αγγελάκη (εκδ. Εξάντας, εξαντλ.) θέλοντας να μεταφέρουμε το κλίμα μιας άλλης εποχής (80s) σε σχέση με τις γκέι γνωριμίες και όχι μόνο.
Αλλού μιλήσαμε για κείνα τα σινεμά που δεν είναι χώρος λαμπερού αστικού θριάμβου. Σινεμά που δεν θα τολμήσει ο νεαρός να επιδείξει την αρραβωνιαστικιά ή την κοπέλα του, κρατώντας της το χέρι, σαλιαρίζοντας μαζί της. Ούτε ο πενηντάρης σύζυγος με την κοιλίτσα θα διανοηθεί να κυκλοφορήσει εκεί μέσα τη μαραμένη του συμβία. Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες. Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν’ απειλήσει πάλι το κοράκι. Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των κατεστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματά τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω.
Οι θαμώνες στα σινεμά αυτά καταφθάνουν πρωί πρωί, σχεδόν με τη τσίμπλα στο μάτι. Πολλές φορές απ’ τις εννιά. Τυχαίνει μέρα που στις έντεκα το σινεμά έχει μισογεμίσει. Ιδίως τις Κυριακές ή τις μεγάλες αργίες: 28 Οκτωβρίου ή 25 Μαρτίου. Ίσως και την Πρωτομαγιά, γιατί πολλοί από τους θαμώνες δεν έχουν ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με την οικογένειά τους ή δε διακρίνονται για την πολιτική τους συνείδηση και τη φιλοσόφηση της εργατικής τους ταυτότητας, οπότε λείπουν απ’ τις μαζικές συγκεντρώσεις της ημέρας με τα γαρίφαλα στο χέρι και τις κονκάρδες. Αντιλήψεις.
Για τους περισσότερους αποτελεί ένα διάλειμμα της δουλειάς τους, γι’ άλλους είναι ένας λόγος να πάρουν το λεωφορείο απ’ την Αγια-Βαρβάρα, το Πέραμα, τα Ταμπούρια ή το Αιγάλεω και να κατέβουν στο τέρμα, εκεί γύρω κάτω στην Ομόνοια, προς την Κουμουνδούρου. Μερικοί απ’ αυτούς θα μπορούσαν να κατέφευγαν σε σινεμά του είδους στην περιοχή τους. Οι περισσότερες λαϊκές συνοικίες όλο και κάτι διαθέτουν τόσο στην Αθήνα όσο και στον Πειραιά.
Τ’ αποφεύγουν γιατί και η τσόντα δεν είναι πολύ σκληρή και το άγρυπνο μάτι της γειτονιάς παρακολουθεί τους λάτρεις και τους φανατικούς. Έτσι, χώνονται πρώτοι και καλύτεροι στα μακρινά σινεμά των κέντρων. Ασφαλέστερο.
Αυτός που το ’σκασε για μια-δυο ώρες απ’ τη δουλειά του ή κάνει διάλειμμα μιας ωρίτσας φαίνεται αμέσως. Δεν καθυστερεί στο μπαρ, το περιβόητο φουαγιέ (όπου γίνεται η εκτίμηση των καταστάσεων και το ζύγιασμα), αλλά φροντίζει να δει όση περισσότερη ταινία γίνεται. Κι αν πάει στην τουαλέτα, θα ’χει ένα συγκεκριμένο σκοπό.
Απεχθάνεται το λακριντί και τα τσαλίμια. Προηγείται η δουλειά του και το να ’χει ξεμπλέξει έγκαιρα για να ’ναι πίσω στην ώρα του. Δεν κάνει για πολλά-πολλά. Συνήθως κάθεται προς τη μέση της αίθουσας, αριστερά και δεξιά του κεντρικού διαδρόμου κι όχι στ’ ακραία καθίσματα αριστερά και δεξιά που προτιμούν από παράδοση οι πρόθυμοι για περιπέτειες. Λέει, συνήθως, την αλήθεια για το πού εργάζεται κι αφήνει, περιέργως, το αληθινό του όνομα σε κείνα τα δέκα λεπτά της γνωριμίας. Λες κι έχει σημασία το αληθινό ή ψεύτικο όνομα για τις πρόσκαιρες αυτές γνωριμίες! Τέλος πάντων. Πολλοί είναι βραδινοί στις δουλειές τους και θέλουν να πάνε με κέφι, όπως, λόγου χάρη, γκαρσόνια που πιάνουν δουλειά τ’ απογευματάκι ή μετά τις εφτά, γι’ αυτό και κάνουν πρώτα τη βόλτα τους στο σινεμά.
Αυτός που το ’σκασε απ’ τη γυναίκα του και τα παιδιά του φαίνεται, σε πρώτη φάση, αμέσως. Πολύ απλό: η βέρα στο δεξί και η ηλικία του. Πάνω από τα τριανταπέντε, με παιδιά μεγαλωμένα πια. Υποπτευόμαστε μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον προς τη μεσόκοπη συμβία. Μιλάει με μισόλογα και βαριεστημένα για το συζυγικό του βίο. Τακτοποιημένος επαγγελματικά, δεν τον απασχολεί το οικονομικό, σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να βάλει και το ταξί. Συνήθως παρακολουθεί την ταινία προσεκτικά, λες και βλέπει Μπέργκμαν. Θα ρωτήσει πρώτος αν διαθέτεις σπίτι και θ’ αντλήσει απ’ το φιλμ διδαχές σχετικά με στάσεις, καταστάσεις και λόγια που θα χρησιμοποιηθούν στο κρεβάτι του ή – το πιθανότερο – σε ξένη, αλλά φιλόξενη, κλίνη. Αυτός, καμιά φορά, μπορεί να πάρει και κανένα τηλέφωνο. Έχει μιαν αίσθηση σεβασμού, μιαν εκτίμηση προς τον κάτοχο του τηλεφώνου, γενικά. Το τηλέφωνο συμβολίζει ένα είδος κοινωνικής καταξίωσης. Ο ίδιος ίσως πολύ να ταλαιπωρήθηκε μέχρι να τοποθετηθεί η πολυπόθητη συσκευή στο σπίτι του. Θα ήταν καθημερινό θέμα συζήτησης κι αναμονής για τρία ή τέσσερα χρόνια. Μπορεί και περισσότερο. Όλοι ξέρουμε τι μανίκι είναι ο ΟΤΕ.
Οι νεαροί που ανακαλύπτουν τον κόσμο και τις ερωτικές ορέξεις τους μέσω του μεγαλόθυμου σινεμά απ’ τους συγκινητικότερους και ειλικρινέστερους θαμώνες. Τα δεκαοχτώ, σαν κανόνας, τα ’χουν περάσει. Ελάχιστοι νεαρότεροι ξεφεύγουν απ’ τη δράκαινα του ταμείου και του πορτιέρη. Οι αστυνομικοί που γυροφέρνουν δεν αστειεύονται. Μια για εξακρίβωση στοιχείων, μια, τάχατες για τσιγάρο, αποτελούν μια αναπόφευκτη παρουσία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Οι αθωότεροι απ’ τους νεαρούς θ’ ακολουθήσουν ταραγμένοι και ερεθισμένοι τους σχετικούς κυρίους που θα τους ανοίξουν συζήτηση και θα προτείνουν νεσκαφέ, σε πρώτη, εισαγωγική, φάση, σε κάποια καφετέρια εκεί δίπλα. Το παλιό, δηλαδή, σάμαλι, που θυμόμαστε με νοσταλγία τη δεκαετία του πενήντα. Οι πιο ξεγβαλμένοι θα μπουν αμέσως στο ψητό και θα συζητήσουν την οικονομική πλευρά της περιπέτειας. Συνήθως δεν έχουν ταμπού. Είναι κι αυτό μια εμπειρία, λένε μέσα τους, που, συν τοις άλλοις, έχει και κάποιο χαρτζιλίκι όφελος. Οπότε, προς τις τι οι δισταγμοί και οι αναστολές; Και προχωράνε στο παρασύνθημα. Για να είμαστε ειλικρινείς, υπάρχει και μια, μικρή, έστω, κατηγορία νεαρών, που θα δοκιμάσει την περιπέτεια χωρίς να διανοηθεί αμοιβή και οφέλη ποικίλα. Οι τυχεροί κύριοι θ’ απολαύσουν γνήσια και λεβέντικη παρέα, μόνο που τ’ όνειρο θα κρατήσει πολύ λίγο. Τα παιδιά θ’ αρνηθούν κατηγορηματικά να τους ξαναδούν, ούτε καν θα δεχθούν να πάρουν το κλασικό χαρτάκι με το τηλέφωνο. Τελεία και παύλα.
Αυτά για τη νεολαία, την εργαζόμενη κυρίως, που έχει μεγαλύτερες ορέξεις και τόλμη – παιδιά μηχανουργείων, τεχνικών σχολών και βάλε –, σε αντίθεση προς τα παιδιά των λυκείων ή τους φοιτητές, που η αστική τους διάβρωση και οι νουθεσίες των δασκάλων και της οικογένειας έχουν αποτρέψει από το κολύμπι σε άγνωστα νερά. Κι εδώ, γι’ άλλη μια φορά, η λαϊκή τάξη παρουσιάζεται λιγότερο φαρισαϊκή και φτιαχτή. Αυτά για τις νεαρές ηλικίες.
Άλλος τύπος, εκτός απ’ το βιαστικό, σκαστό οικογενειάρχη και τους πιτσιρικάδες, είναι ο άνεργος. Χτίστες, οικοδόμοι, μαγαζάτορες που έβαλαν λουκέτο στο μαγαζί τους γιατί η δουλειά δεν πήγαινε καλά, ναυτικοί απογοητευμένοι, επαρχιώτες που ήρθαν να δοκιμάσουν την τύχη τους στην Αθήνα. Κάθε καρυδιάς καρύδι που στο τετράωρο της προβολής – συνήθως βλέπουν και τα δύο έργα: πού αλλού να καταφύγουν; – κάνουν μια γενναία προσπάθεια να πάνε κάτω τα φαρμάκια και να ξεχαστούν με τις εξωφρενικές υπερβολές του μαγικού πανιού.
Αυτοί μπορεί πολλές φορές να κάτσουν κι έξι ώρες μέσα, βλέποντας το διπλό πρόγραμμα απ’ την αρχή, πλήρως απορροφημένοι στο ευεργετικό σκοτάδι. Έχουν βρόμικες κάλτσες που βγάζουν μπόχα, άπλυτοι και φορώντας τα ίδια ρούχα για καιρό, απλώνουν τα πόδια τους στο μπροστινό κάθισμα μ’ ελάχιστο γνιάξιμο για την ταλαιπωρία των διπλανών. Ανοίγουν οι ίδιοι πρώτη συζήτηση μ’ ένα «σου περισσεύει κάνα τσιγάρο, ρε φίλε;» ή «κερνάς καμια κόκα κόλα, ρε πατριώτη;» Περιττό να πούμε πως πρόκειται για ψυχικό να βάλει κανένας το χέρι στην τσέπη και να τους φιλέψει κανένα πενηντάρι. Το πού θα κοιμηθούνε τη βραδιά είναι άγνωστο. Οι ναυτικοί, βέβαια, έχουν τη βολική «Ναυτική Εστία» που συγκεντρώνει στη φτερούγα της πολύ κοσμάκη. Φτηνά, καθαρά, με τηλεόραση στο σαλόνι, χώρια οι γνωριμίες και οι φίλοι που έκαναν στα καράβια και τώρα, μετά από χρόνια, ξαναβρίσκουν, στην ίδια μοίρα μ’ αυτούς, να τριγυρίζουν από γραφείο σε γραφείο, στο «Ελλάς», στη «Βοσκοπούλα» και στην Ακτή Μιαούλη, με το φυλλάδιο στην πίσω τσέπη και το γοητευτικό τατουάζ στα μπράτσα. Οι μη ναυτικοί θα περάσουν τη νύχτα τους στα πεζουλάκια της Ομόνοιας, στις καρέκλες του Σταθμού Λαρίσης, στο παρκάκι απέναντι – ή στο τμήμα επί αλητεία. Μακρινή και ακραία ελπίδα να τους πάρει σπίτι κάποιος γραβατωμένος κύριος, απ’ αυτούς που διαθέτουν γκαρσονιέρα και ψευδώνυμο, αφού προηγηθεί μια έντιμη διαπραγμάτευση και συζητηθούν καταλεπτώς οι λεπτομέρειες. Η λύση εξευρίσκεται γρήγορα, γιατί κι ο σιτεμένος κύριος δεν έχει πολλές επιλογές και προτάσεις, αλλά κι ο φουκαράς ναυτικός το μόνο που έφαγε ήταν το σάντουιτς με τυρί το μεσημέρι στον Τινάνειο Κήπο. Αυτά σαν κανόνας.
Οι δυσάρεστες εξαιρέσεις, φυσικά, υπάρχουν και δεν ωφελεί να εθελοτυφλούμε. Μικροκλοπές (συνήθως το τηλεκοντρόλ ή το βίντεο), ληστείες (μπορεί να ξεσηκώσουν όλο το σπίτι άμα λάχει κι έχει κάνει ο μοναχικός κύριος το λάθος να δώσει, έστω και για πέντε λεπτά, το κλειδί του. Βγάζουν αντικλείδι.), ρεζιλίκια (ξεφωνητά μέσα στην πολυκατοικία, που πολλαπλασιάζονται στην ησυχία της νύχτας, πως τάχατες τους χρωστάνε λεφτά και κατέβαινέ τα, πούστη, μην τα κάνω γυαλιά-καρφιά εδώ μέσα), μέχρι και φόνοι, ναι, φόνοι. Οι Μπινίκοι και τα παρασιτικά – σκληρά μεν, αλλά χαμένα και δυστυχισμένα αυτά πλάσματα – που μπήγουν αχλάδια στο λαιμό ηλικιωμένων ή τους βάζουν πετρέλαιο και τους καίνε, προέρχονται συνήθως απ’ τους κύκλους αυτούς των ανέργων που νομίζουν πως πιάσανε την καλή, στα ξαφνικά, με τη γνωριμία του εξηντάρη. Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές δεν έχει βρεθεί ακόμα ο δολοφόνος του Κώστα Ταχτσή – μία βδομάδα μετά το θάνατό του –, ο περίφημος νεαρός με το μουστάκι που εθεάτο ο Ταχτσής σε διάφορα στέκια μαζί, αν συμφωνήσουμε πως αυτός τελικά τον έπνιξε.
Συνήθως ο δολοφόνος δε βρίσκεται, εκτός, αν σκανδαλωδώς βοηθήσει η τύχη, και συλληφθούν γι’ άλλα αδικήματα και, στην ανάκριση, καθώς θα τις τρώνε, τα ξεράσουν και τ’ άλλα τους ανδραγαθήματα. Η αστυνομία πολλές φορές έχει κατηγορηθεί για προκατάληψη κατά των περιπτώσεων που αφορούν σε μεσόκοπους κυρίους αποκλίνουσας, όπως λένε, ερωτικής συμπεριφοράς. Προτιμά να διελευκαίνει πιο νορμάλ καταστάσεις. Οι κύριοι αυτοί, έστω και νεκροί, όζουν ακόμη και την ενοχλούν και μετά θάνατον στη φαλλοκρατική τους δομή. Για να δούμε, λοιπόν, τι θα γίνει με την υπόθεση Ταχτσή. Ήδη δεν μιλάει κανένας, πια, γι’ αυτήν. Αδικοχαμένος πήγε. Τα τελευταία χρόνια, σκέφτομαι, οι απώλειες στο χώρο ήταν πολλές και επώδυνες. Απ’ τους φίλους που δεν μπόρεσαν να βάλουν μια υπογραφή με βαρύτητα, να διαμαρτυρηθούν για τα στραβά που θα ’βλεπαν, να υπερασπίσουν με τον τρόπο τους ο καθένας την ίδια υπόθεση, χάθηκαν τρεις σημαντικοί: ο Γιώργος Ιωάννου, ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος, ο Κώστας Ταχτσής. Τι κρίμα! Κι οι καιροί είναι πονηροί. Να δούμε πόσοι πια μείναμε.
Πίσω, όμως, στους ανέργους. Είναι αλήθεια πως τα αισθήματα από τη βραχυχρόνια συναναστροφή μαζί τους είναι ποικίλα και αντιφατικά. Αφενός ένα φοβερό ψυχοπλάκωμα απ’ τη μιζέρια και την ατυχία τους, αφετέρου ένα άγριο αίσθημα αυτοεπιβεβαίωσης, συνείδησης αξίας και υπεροχής. Αυτό είναι που υπαγορεύει κάποιες φιλανθρωπικές πράξεις, όπως τα κεράσματα, το χαρτζιλικάκι, τις συμβουλές.
Οι ένοπλες δυνάμεις κάθε σώματος, τώρα πλέον σπανίζουν στα σινεμά. Ή έχει μειωθεί κατά πολύ η παρουσία τους – χώρια που δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις με τα πολιτικά και το μακρύ μαλλί, νέα ήθη στην στρατευμένη νεολαία μας. Οι κατάλληλες ηθικοδιδακτικές συμβουλές, πασπαλισμένες με ιατρικές πληροφορίες, εμφανίζουν τα σινεμά αυτά σαν τόπους απωλείας και κινδύνου. Οι ποδηγέτες τους, που σίγουρα πέρασαν από ορισμένες εμπειρίες των χώρων τούτων, ξεχνάνε την αθωότητα που τους διακρίνει σε σχέση με άλλα τινά.
Πάνε λοιπόν, ανεπιστρεπτί, οι τσαρουχικές κολαρίνες, οι φαρδιές ζώνες, τα καπέλα με το ΚΡΙΕΖΗΣ, το ΛΗΜΝΟΣ, το ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ή οι μπερέδες και τα δίκωχα. Μόνο τα μεσημέρια γεμίζουν τα πράσινα λεωφορεία του Περάματος αφρούς και κύματα, ναυτάκια που λαγοκοιμούνται εξαντλημένα στο κάθισμα, με το άσπρο καπέλο τους έτοιμο να πέσει απ’ τα γόνατα. Πάνε και οι εποχές όπου ακόμη και οι τρόφιμοι των οχτάμηνων ή μονοετών αστυνομικών σχολών έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο σινεμά και ξεκινούσαν πρώτοι το αλισβερίσι. Κι όχι μόνο κατά την εποχή της χουντικής εφταετίας που οι ένοπλοι έδεναν και έλυναν με πολύ τουπέ. Μέχρι την εμφάνιση του ιού, εκεί κατά το ’80-’81, τα στρατευμένα παιδιά δε συμμαζεύονταν. Οι λοχαγοί και ορισμένες αγέλαστες ιησουϊτικες έπνιξαν εν τη γενέσει τους διαθέσεις, ορμές και οικονομικές ανάγκες. Και, βέβαια, δε μιλάμε για τ’ απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα που πρέπει να γίνουν συνείδηση σ’ όλους – κάθε άλλο. Αναφερόμαστε στο τι διαισθάνεται κανείς ότι υπάρχει και λειτουργεί κάτω από τις παπικές συμβουλές, εννοούμε το νέοσυντηρητισμό και το ρατσισμό που καλλιεργείται έντεχνα και πονηρά.
Για τους αστυνομικούς που κάθε τρεις και δέκα θα κάνουν την εμφάνισή τους για να τρομοκρατήσουν, κυρίως, τους άτακτους που καπνίζουν, δε θα πούμε πολλά. Συνήθως είναι πολύ νέοι, νεοφώτιστοι, μόλις πρέπει ν’ αποφοίτησαν απ’ τις σχολές τους κι εφαρμόζουν με το νι και το σίγμα ό,τι τους μάθανε. Εξαιρετικής καλλονής και ζηλευτής σωματικής εμφάνισης, με το καπέλο υπό μάλης – μη χαλάει το μαλλί – και στενότατο, κολλητό σχεδόν, παντελόνι, προς επίδειξη του ανδρισμού τους. Νάρκισσοι ολκής και ελαφρώς αστείοι όταν αρχίζουν εκείνα τα ξεφωνητά στην αίθουσα: «Εσύ, κύριε, εσύ, στη μέση, με το τσιγάρο, εσένα λέω, κάνεις πως δεν ακούς; βγες έξω γρήγορα». Πολύ θα το ’θελαν να κάθονται κι εκείνοι ήσυχα και καλά στην ωραία τους θέση με το δεξί τους χέρι πάνω στο φουσκωμένο τους όργανο, στόχος κι αυτοί βολιδοσκόπησης κι επιθυμίας. Δε μπορούμε να τα ’χουμε όλα στη ζωή μας όμως. Κάποτε, είν’ αλήθεια, κατεβαίνουν τα σκαλιά δυο-δυο ή μόνοι σ’ ένα διάλειμμα της υπηρεσία τους και κάθονται σεμνά και αμίλητα όρθιοι στον πίσω διάδρομο παρακολουθώντας στις περίεργες στάσεις της Κάντι ή της Τζοζεφίν Μούντζενμπαχερ – δυο ηρωίδες με πολλά σουξέ. Ύστερα, ήσυχα-ήσυχα όπως ακριβώς ήρθαν, αποχωρούν, οπότε ακούγεται το ανακουφιστικό εκείνο «φύγαν οι ρούνες, παιδιά, βγείτε».

