Στη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου επιλέγω να τοποθετήσω τον εαυτό μου κάπου εκεί στα 90ς και βιβλιογραφικά στο κεφάλαιο Η επιστροφή της αδερφής. Θα σταθώ σαν τον Ιανό, με μισό πρόσωπο να κοιτάζει το παρελθόν και το άλλο πρόσωπο κοιτάζοντας ένα μέλλον που έχει γίνει πλέον παρόν. Αρωγός μου σε αυτή την προσπάθεια είναι ο αμερικάνος ακαδημαϊκος Ντέβιντ Άλπεριν, ο οποίος είχε συγγράψει το 2009 ένα βιβλίο με τον τελείως σκωπτικό τίτλο How to be gay?
Και ξεκινώ με τα 90ς:
Κάποτε είχα γνωρίσει έναν πούστη. Με γκάβλωνε τόσο πολύ που τον έβρισκα και τον πηδούσα κάθε μέρα – για ενάμιση χρόνο περίπου. Στο ενδιάμεσο πηγαίναμε βόλτες, τα λέγαμε και θαύμαζα πόσο χαριτωμένα κινούταν, το σπάσιμο των χεριών του, το κουνιστό του περπάτημα. Μα όσο κι αν τον γαμούσα, έμενε ανικανοποίητος, τα γκαβλόλογά μου και η περιποίηση μετά το χύσιμο τον ενοχλούσαν, μέχρι που μου το είπε ξεκάθαρα: θέλω να με πετάς στο κρεβάτι και να απομακρύνεσαι δίχως να νοιάζεσαι για μένα – κάνε ένα τσιγάρο!
Μα ακόμα πιο πολύ με παραξένεψε μια αξίωσή του, αφού είχε περάσει κανά εξάμηνο: θέλω να σε γαμήσω κι εγώ. Αυτό στην αρχή μου φάνηκε αστείο, αλλά κράτησα σοβαρό ύφος και του είπα «οκ», κι έτσι άρχισε να γαμάει κι αυτός πού και πού. Στις βόλτες μας περάσαμε κι από ένα πάρκο όπου ακούστηκε μια φωνή που απευθύνονταν σε μένα: «Πάλι ξανθό διάλεξε!» Είμασταν λοιπόν και επίσημα ζευγαρωμένοι;
Μην ξεχνάμε ότι τότε ήταν τα 90s και τέτοιες ερωτήσεις σε πιο συμβατικά πλαίσια απαντούταν ως εξής: «έχω Σχέση» με «Σ» κεφαλαίο και πολύ κόρδωμα. Αν ζούσαμε στα 80s θα έλεγαν «αυτοί οι δυο το δέσανε φιόγκο». Κι αν βρισκόμουν στα σκοτεινά σωθικά ενός γκέι μπαρ, από όπου πάντα ήθελα να δραπετεύσω, θα μάζευα ματιές από αδερφές που θα με πλησίαζαν με πλείστες δικαιολογίες.
Μα αυτά στη Θεσσαλονίκη.
Με τη φοιτητική μου ιδιότητα κι ως μέλλων μηχανικός υπολογιστών ήμουν από τους πρώτους που μπήκε στο ιντερνέτ. Κι ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά μου. Έμαθα ότι είμαι «γκέι» και μάλιστα το ιδανικό ήταν να είμαι σε ζευγαρωτή σχέση με άτομο συμβατό με την ηλικία, την κοινωνική τάξη μου και το εισόδημά μου. Γιατρός και δικηγόρος, φερ’ ειπείν. Και έπρεπε να είμαστε και οι δύο vers για να τσακίζουμε την πατριαρχία.
Αυτά στην Αμερική.
Μου άρεσε η Αμερική, μου άρεσε να είμαι out, γκέι, περήφανος και να μάχομαι για τα δικαιώματά μου (και των άλλων). Αλλά πρώτα, έπρεπε, μέσα σε αυτή τη γκέι μοναξιά μου να σφυρηλατήσω μέσα από την εφημερίδα «Ο Πόθος» μια νέα ταυτότητα, ένα νέο τρόπο να ζεις, πρώτα απ’ όλα για να βρίσκω ομοϊδεάτες για να γαμιόμαστε όπως θέλουμε. Μια γκέι ταυτότητα.
Η γκέι ταυτότητα πηγή δυστυχίας
Τι ήταν αυτό που παλιότεροι γκέι, συγνώμη «αδερφές», γνώριζαν καλύτερα από εμένα; Άκουγα προσεκτικά τις ιστορίες τους, τις αφηγήσεις, τα κατορθώματά τους και κοκκίνιζα από γκάβλα μέχρι τα αυτιά. Πολύ σύντομα άρχισα να διαπιστώνω ότι αυτή η νέα γκέι ταυτότητα ήταν τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει ποτέ όλη τη γκέι επιθυμία. Σύμφωνα με τον Άλπεριν:
Η γκέι ανδρική επιθυμία στην πραγματικότητα συμπεριλαμβάνει ένα καλειδοσκοπικό εύρος από queer πόθους – από επιθυμίες και αισθήσεις και απολαύσεις και συναισθήματα – που υπερβαίνουν τα όρια οποιασδήποτε μοναδιαίας ταυτότητας και εκτείνονται πέρα από τις λεπτομέρειες της γκέι ανδρικής ύπαρξης.
Έτσι άρχισαν οι συνεντεύξεις με τον Χριστιανόπουλο, τα πρώτα δειλά άρθρα κατά του γκέι γάμου ως ελέγχου μιας αδυσώπητης γκάβλας που μας κατέκλυζε και ως ενσωμάτωσης στον κύριο κορμό της κοινωνίας. «Να καταλάβουμε τους δρόμους», φωνάζαμε, όχι εν είδει μιας γκέι πράηντ, αλλά μάλλον να βγούμε από τις τρύπες μας και να ψωνιζόμαστε φανερά και πρόστυχα σε κάθε γωνιά αυτής της πόλης. Θα λέγαμε σήμερα ότι ήταν το πρώτο κάλεσμα για «ορατότητα».
Και για να πάμε πάλι σαν μπαλάκι πινγκ-πονγκ στην Αμερική και πάλι στον Άλπεριν:
Αυτός είναι ο λόγος που ένα κοινωνικό κίνημα που βασίζεται στην γκέι ταυτότητα οριζόμενη από την αποκλειστική αναφορά στους γκέι ανθρώπους – με τα LGBTQ κοινωνικά κέντρα και οργανώσεις της, τα λεσβιακά, bi και γκέι περιοδικά και μυθιστορήματα και τις ταινίες και την ποπ μουσική και τα τηλεοπτικά σόου και τα καλωδιακά κανάλια της, τις γειτονιές, τα μπαρ, κλαμπ, θέρετρα διακοπών και τις εκκλησίες της, τους πολιτικούς εκπροσώπους και ηγέτες και τις ομάδες πίεσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πορείες στους δρόμους και τις διαδηλώσεις, τις θεωρητικές και ακαδημαϊκές σημαντικές ανακαλύψεις της, τις ιστορικές ανακαλύψεις, τα πανεπιστημιακά μαθήματα και τους τομείς έρευνας – αυτός είναι ο λόγος που όλη αυτή η εμπορική και πολιτική και πολιτισμική δομή της γκέι ταυτότητας παραμένει μια διηνεκής απογοήτευση, αφήνοντας πολλά μέλη της γκέι εκλογικής περιφέρειας αενάως ανικανοποίητα. Η γκέι ταυτότητα – η gayness περιορισμένη στην ταυτότητα ή κατανοητή ως ταυτότητα – αποτυγχάνει να εννοήσει την ανδρική ομοφυλοφιλική επιθυμία στο απρόβλεπτο, μη συστηματικό σύνολό της. Απαντά μόνο σε μία διάσταση της γκέι ανδρικής υποκειμενικότητας.
Κι όμως, η ταυτότητα έχει καταστεί η προτιμώμενη κατηγορία για να σκεφτόμαστε για την ομοφυλοφιλία. Επιπλέον, έχει προαχθεί εις άμεσο βάρος της ικανοποίησης ή του συναισθήματος ή της υποκειμενικότητας.
* * *
Θα έλεγα ότι ο νέος ακτιβισμός, από το 2005 και μετά, με τα ιντερνετ, τις οθόνες και τη δικτύωση έφερε αμάσητα στην Ελλάδα όχι μόνον την «ορατότητα» (η ορατότητα είναι έλεγχος, είχε πει κάποιος), αλλά και τις ΛΟΑΤ ταυτότητες, το πράηντ, έναν νέο κουήρ φεμινισμό, το coming out, την γκέι περηφάνεια και, εν πάσει περιπτώσει, τον ίδιο τον συγχρονο γκέι που εισέρχονταν από την κεντρική πύλη στην καθημερινή πραγματικότητα. Άλπεριν ξανά:
Το λεσβιακό και γκέι κίνημα έχει πολεμήσει εδώ και καιρό ώστε να κερδίσει για τους queer ανθρώπους τη θέση μιας πολιτικής μειονότητας. Έχει προσπαθήσει σκληρά για να πείσει τους άλλους να μας βλέπουν οριζόμενους από μια πολιτική κατηγορία – ήτοι, την γκέι ταυτότητα – γιατί μια τέτοια κατηγορία είναι ηθικά ουδέτερη. Και έτσι το λεσβιακό και γκέι κίνημα μάς έχει παρουσιάσει ως μέλη μιας κοινωνικής ομάδας που έχει υποφέρει και συνεχίζει να υποφέρει, αν και όχι από δικό μας πταίσμα, τόσο από επίσημες όσο και από ανεπίσημες διακρίσεις – που κυμαίνονται από έλλειψη ίσων δικαιωμάτων μέχρι την ανεπίσημη αγένεια και δυσφήμιση. Το να είσαι γκέι, κατ’ αυτή την άποψη, σημαίνει να είσαι μέλος μιας κοινωνικά μειονεκτούσας μειονότητας. Αυτή είναι σίγουρα μια αρκετά δίκαιη άποψη της κατάστασής μας.
Το τίμημα είναι ότι όλα αυτά γίνονται σε βάρος της υποκειμενικότητας. Σίγουρα κάτω από τα φτερά της γκέι ταυτότητας (όσο πιο συμπαγής, τόσο το καλύτερο) μπορούμε ως οργανωμένη μειονότητα να διαπραγματευτούμε με την κοινωνία και να εξασφαλίσουμε ότι ποτέ ξανά λ.χ. δεν θα μας δουν ως αντικείμενο της ψυχιατρικής.
Παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη της, η gay pride μάς αποτρέπει τώρα να γνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει με πιο πολλά λόγια αυτός ο αφορισμός; Ίσως ότι δίνουμε περισσότερη έμφαση στο ποιοι είμαστε παρά στο πώς αισθανόμαστε. Άλπεριν μια τελευταία φορά:
Κάνοντας μερικά βήματα πίσω από τις λεπτομέρειες της queer ζωής, βρίσκουμε καταφύγιο σε αβλαβείς γενικότητες: στην προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, στον εορτασμό της ποικιλομορφίας, στην εκτίμηση της διαφοράς, στην υποστήριξη του πολυπολιτισμικού, στη μάχη για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Ίσως ο αναγνώστης του «Πόθου» να μην περίμενε τέτοιες εξελίξεις. Άλλωστε πέρα από μια έντονη παρουσία ενημερωτικού υλικού για τον HIV/AIDS, στα 90s ο τρόμος για τον HIV γενικά υπήρξε τόσο μοιρολατρικός όσο και σήμερα, μόνο που λίγοι δίνουν σημασία σε μια ασθένεια που μπορεί να τεθεί υπό πλήρη ιατρικό έλεγχο, μια ασθένεια που δεν είναι διάγνωση θανάτου.
Εδώ θα συγκρίνω και πάλι Αμερική και Ελλάδα.
Λείπουν οι εντόπιες διαδηλώσεις και ακτιβισμός του AIDS, λείπουν οι πορείες που νομιμοποιούσαν την οργή και τον φόβο, λείπουν όλα αυτά που ιστορικά οδήγησαν στη δημιουργία του σύγχρονου γκέι.
Αν κάτι δηλαδή λείπει από τη σημερινή ΛΟΑΤ «κοινότητα» είναι η έλλειψη της ιστορίας. Σχεδόν όλος ο λόγος της είναι δοτός, παπαγαλισμένος από το εξωτερικό, δίχως μνήμη, δίχως νεκρούς.
Τι ήξεραν, λοιπόν, οι παλιές αδελφές. Γιατί ένας φίλος μου συμφώνησε κουνώντας με μετάνοια το κεφάλι με τις θέσεις του Ταχτσή για την γκέι απελευθέρωση, φωνάζοντας «στο τέλος δεν θα μείνει κανένας να μας γαμήσει!» Πράγματι, ο διαχωρισμός μεταξύ γκέι και έτερο είναι ισχυρότερος από ποτέ. Από εκεί που τα πράγματα ήταν στο «φλου», τώρα, με τη βοήθεια σημαινόντων που φωνάζουν είμαι γκέι δύσκολα περνάει κανείς το ρυάκι που μας χωρίζει – κοντεύει να γίνει ποτάμι.
Δεν είναι ωραίο να ζει κανείς στο παρελθόν και για το παρελθόν. Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτό ως μια ιερολογία, μια αναλυτική περιγραφή μιας άγιας αγελάδας που οφείλουμε (αγανακτισμένα, με αναμνήσεις, με κρυφά χαμόγελα, με σοφία) να προσκυνάμε. Είναι το τελευταίο κεφάλαιο που ανοίγει δρόμους για το σήμερα και το μέλλον.
Τι απέγινα όμως κι εγώ μετά από όλα αυτά. Σίγουρα δεν με εκφράζει το φεστιβάλ «αξιοπρέπειας», όπως αποκαλούν ορισμένοι το πράηντ. Μένω στη σκιά, όπως τότε που καραδοκούσα στα πάρκα της παραλίας. Μένω εκτός, κάνοντας περήφανη τη Gayle Rubin που λέει ότι πηγή του πόθου μεταξύ των δυο μπορεί να είναι και μια ακραία διαφορά ηλικίας. Δεν υποκύπτω σε μια μονογαμική, αγαπητική, με συμβατές ηλικίες, αμοιβαία, ασφαλή σχέση. Διαβάζω το βιβλίο του Γιαννακόπουλου ενθυμούμενος, μαθαίνοντας και προσαρμόζομενος σε ένα νεοφερτο είδος ανθρώπου που δεν θέλει να ενταχτεί, που δεν πιστεύει στον δικαιωματισμό, αλλά αδημονεί να επιτεθεί και να καταστρέψει με την ανωμαλία του.
Ίσως έτσι κλείνει κάποιος κύκλος. Μας λέγανε «ανώμαλους» μα τώρα το φέρνουμε στο μπράτσο σαν παράσημο. Μερικοί το λένε και κουήρ.
* * *
Μέσα στο βιβλίο τίθεται το ζήτημα της ανάδυσης της δυτικής γκέι ταυτότητας τη δεκαετία του 1970, καθώς και της κριτικής που αυτή δέχτηκε από διανοούμενους πονηρούς, αναφορικά με την εμπορευματοποίηση του ανδρισμού και κατά συνέπεια την απώλειά του και τη σταδιακή εξαφάνιση των πραγματικών ανδρών που θα «βάλουν κάτω τις αδερφές». Αυτή η αντίληψη της ομοφυλοφιλίας ως δυτικό κατασκεύασμα μού είναι εξαιρετικά οικεία. Την έχω βιώσει στο πετσί μου ως μια μορφή ρατσισμού που διαπερνούσε μεγάλα τμήματα της Αριστεράς και, σε μικρότερο βαθμό, της Αναρχίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τότε, το να είσαι ανοιχτά γκέι σήμαινε συχνά ότι θεωρούσουν προϊόν του καπιταλισμού. Παρόλο που η έκδοση ορθά επισημαίνει την ύπαρξη πληθώρας ομοερωτικών σχέσεων κατά τις δεκαετίες 1950 έως 1970, θεωρώ πως η πιο κρίσιμη διαφορά που πρέπει να αναγνωριστεί είναι η διαφορά στη δημόσια έκφραση. Η δυνατότητα ή μη να εκφράσει κανείς την ταυτότητά του δημόσια είναι ικανή να καθορίσει τη θέση του στην ελληνική κοινωνία. Ακόμα και στην ευρύτερη Αριστερά υπήρχαν άτομα με ομοφυλοφιλικές πρακτικές, αρκεί αυτές να μην εκδηλώνονταν δημόσια. Σήμερα, ενώ συμμερίζομαι την κατεύθυνση της κριτικής σχετικά με την εμπορευματοποίηση και τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος, παρατηρείται η ανάδυση νέων φωνών που επαναφέρουν τη ρητορική ότι η έκφρασή μας είναι ξενόφερτη και δυτική. Αυτό που συχνά παραγνωρίζεται είναι ότι πολλοί από εμάς ταυτιστήκαμε με τα αποκλίνοντα και περιθωριοποιημένα στοιχεία της Δύσης, όπως εγώ με το πανκ, ακριβώς επειδή βιώναμε καταπίεση και κακοποίηση από τις τοπικές, μυστικοποιητικές εκδοχές της ομοφυλοφιλίας. Δεν θέλαμε απλώς να κάνουμε ό,τι θέλουμε στο κρεβάτι μας. Θέλαμε να υπάρξουμε δημόσια, να φωνάξουμε στον δρόμο μαζί με τους γκόμενους και τις συντρόφισσές μας. Κι όμως, ακόμη και σήμερα πληθαίνουν οι φωνές που επιμένουν να μας πουν ότι είναι ο καπιταλισμός ή ο ιμπεριαλισμός το βασικό πρόβλημα, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να μιλούν θεωρητικά για μια Διεθνή των γκέι. Παρά ταύτα, όσο κι αν κάποιοι ισχυρίζονται ότι μια καταπίεση προηγείται της άλλης, ολοένα και περισσότερα άτομα σε διάφορα σημεία του κόσμου θα συνεχίσουν να αναζητούν τις επιθυμίες και την ορατότητά τους, παρά τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουν. Αν δεν βρεθούμε εμείς δίπλα τους, αν δεν υπάρξουν ριζοσπαστικά συλλογικά εγχειρήματα που να τους αγκαλιάσουν και να σταθούν αλληλέγγυα, τότε πράγματι θα τους προσεγγίσει ο νεοφιλελεύθερος δυτικός ιμπεριαλισμός. Όχι επειδή είναι αναπόφευκτο, αλλά επειδή εμείς δεν θα τα έχουμε στηρίξει. Οπότε θα ήθελα να ρωτήσω τον συγγραφέα τη γνώμη του… Ο μόνος τρόπος να μην καταλήουμε στη νεοφιλελεύθερη γκέι ταυτότητα και να γίνουμε εργαλείο της, είναι να σεβαστούμε και να εναρμονιστούμε με τις ιδιαιτερότητες και τις παραδόσεις του έθνους μας;

