Latest Posts

Πώς να είστε γκέι (3) – Η ντουλάπα της ομοφυλοφιλίας

Παραθέτουμε το τρίτο μέρος από το βιβλίο “How To Be Gay” του David M. Halperin. . Η εικονογράφηση και οι λεζάντες είναι σχόλια του μεταφραστή. Οι φωτογραφίες από τα συνθήματα στο Γκάζι και ο σχολιασμός τους προέρχονται από το blog Gay Super Hero.

Η σύγχρονη γκέι κουλτούρα άργησε να αδράξει την καινοφανή ευκαιρία της να εξερευνήσει την εσωτερική ζωή της ομοφυλοφιλίας. Όταν εγείρονται ερωτήσεις για τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της γκέι ανδρικής υποκειμενικότητας, έστω και ακούσια, η τυπική απάντηση είναι η αποσιώπηση. Παρόλα αυτά, αυτή η λογοκρισία, αν και αυτόματη, συνήθως δεν είναι τόσο γρήγορη ή τόσο ολοκληρωτική ώστε να μας αποτρέπει από το να κλέψουμε μια ματιά στα διάφορα queer συναισθήματα που σπρώχνονται βιαστικά πίσω στη ντουλάπα. Είναι επομένως δυνατόν να σχηματίσουμε μια ιδέα για το σκοπό πίσω από την αιφνίδια λήψη δραστικών μέτρων – και να καταλάβουμε ενάντια ποιο συγκεκριμένα είναι το αντικείμενο της υπεράσπισης, τόσο ενεργητικά και τόσο αγχωμένα, μέσα από αυτά.

Θεωρείστε ένα τυπικό παράδειγμα, που έχει επιλεγεί σχεδόν τυχαία. Στον τομέα “Τέχνη και Ελεύθερος Χρόνος” των New York Times την Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2000, ο Anthony Tommasini, ο βασικός κριτικός για την κλασική μουσική της εφημερίδας, ο οποίος είναι ένας ανοιχτά γκέι άντρας, δημοσίευσε μια ιστορία για τον David Daniels, τον αναγνωρισμένο κόντρα τενόρο, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν ακόμα ένας νεαρός και ανερχόμενος ερμηνευτής. Έχοντας μόλις κυκλοφορήσει μια εκπληκτική ηχογράφηση του Rinaldo του Χέντελ μαζί με τη Cecilia Bartoli, ο Daniels επρόκειτο να πρωταγωνιστήσει στον ομώνυμο ρόλο σε μια νέα και πολυαναμενόμενη παραγωγή της Όπερας της Νέας Υόρκης. Όπως σημείωσε ο Tommasini, αν και με πολύ πιο διακριτικό λεξιλόγιο, ο Daniels κάποτε ήταν ένας τενόρος που πάσχιζε να τα καταφέρει ο οποίος περιστασιακά έκανε αυτοσχέδιες οπερετικές περφόρμανς σε γκέι πάρτι, όπου τραγουδούσε γυναικείους ρόλους με λεπτή falsetto φωνή. Αφού έκανε ψυχοθεραπεία – η οποία φαίνεται να πήγε υπέρ του δέοντος καλά, όπως θα δούμε – ο Daniels αποφάσισε το 1992 να κάνει coming out… ως κόντρα τενόρος, και να ακολουθήσει σοβαρή μουσική καριέρα με τη φωνή που πριν είχε χρησιμοποιήσει για να παρέχει στους φίλους του camp διασκέδαση.

Ο Daniel σύντομα καθιερώθηκε μέσα από την ερμηνεία οπερετικών ρόλων που αρχικά είχαν γραφτεί για τις λεπτές, δυνατές φωνές των castrati του δέκατου έβδομου και δέκατου όγδοου αιώνα (οι castrati ήταν άντρες τραγουδιστές που είχαν ευνουχιστεί όταν ήταν αγόρια ώστε να διατηρηθεί η σοπράνο φωνή τους και να δικαιούνται ισόβιες καριέρες ως ερμηνευτές σε εκκλησιαστικές χορωδίες αρρένων). Για τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, μέχρι και πολύ πρόσφατα, τέτοιοι ρόλοι ερμηνεύονταν πάντα από γυναίκες. Αλλά ο Daniels δεν σταμάτησε εκεί. Διατηρώντας την αγάπη του για την φωνητική μουσική της ύστερης, Ρομαντικής περιόδου, και ακόμα και του εικοστού αιώνα, ηχογράφησε με θάρρος ένα πλήθος από τραγούδια και άριες που είχαν γραφτεί ειδικά για την γυναικεία φωνή και παραδοσιακά εκτελούνταν μόνο από τις σοπράνο.

Φυσικά, ο Daniels δεν είναι ο πρώτος γκέι άντρας που βρίσκει απόλαυση στο να τραγουδά, έστω και κατ’ ιδίαν, μεγάλα έργα από το γυναικείο φωνητικό ρεπερτόριο, όπως οποιαδήποτε opera queen μπορεί να σας πει (και στον γκέι κόσμο σήμερα, ίσως κανένας άλλος παρά μόνο μια opera queen θα ήταν πρόθυμη να προβεί σε μια τέτοια ντροπιαστική παραδοχή). Αλλά είναι μοναδικός στην εγκαθίδρυση μια καλλιτεχνικής φήμης στο ευρύτερο κοινό που πάει στις συναυλίες επειδή τραγουδά έργα που φυσιολογικά είναι εκτός των ορίων για τους άντρες ερμηνευτές.

Υπάρχουν φυσικά κάποιοι κόντρα τενόροι που είναι στρέητ. Αλλά είναι σχετικά λίγοι και χαμένοι. Κάτι σχετικά με την συγκεκριμένη ποιότητα του ήχου που ζητείται να παράγει κανείς, και σχετικά με τα κοινωνικά μηνύματα που αποδίδονται στο είδος της φωνής που απαιτείται για να παραχθεί, δείχνει να ελκύει γκέι άντρες τραγουδιστές – ή να φέρνει στην επιφάνεια το queer δυναμικό ενός άντρα τραγουδιστή. Σε κάθε περίπτωση, ο David Daniels δεν είναι εξαίρεση. Παρόλο που είναι “ένας νεαρός, αρρενωπός άντρας”, σύμφωνα με τον Tommasini, ο οποίος είναι “γεροδεμένος”, “εκκρίνει μια αρρενωπή αυτοπεποίθηση με τετράγωνους ώμους”, αγαπά να παίζει μπάσκετ και “συχνά μπορείτε να τον βρείτε στο πάρκο, να παραγκωνίζει τους συμπαίκτες του σε ένα παιχνίδι”, αποκαλύπτεται, αναπόφευκτα ασφαλώς, ότι είναι πούστης (fag). Ή μάλλον, όπως η εφημερίδα μας στην οποία αναφερόμαστε και ο εκτός της ντουλάπας κριτικός της το θέτουν, “είναι ένας ανοιχτά γκέι άντρας, που πρόθυμα παραδέχεται ότι κρατά το μούσι του κοντό και απεριποίητο όχι για να δείξει μάτσο αλλά γιατί του προσφέρει ‘κάποια φαινομενική ομοιότητα πηγουνιού’ και γιατί αρέσει στο ‘άλλο του μισό’”. Αυτή η περιγραφή συγκρατεί γερά την έμφαση στην γκέι ταυτότητα, στην gayness ως ομόφυλη επιθυμία. Η γκέι ταυτότητα εκφράζεται εδώ με μια ανάλαφρη τήρηση των αρρενωπών νορμών του φύλου, καθώς και μια κόσμια αν και μετριόφρων υπερηφάνεια για την εμφάνισή σου, ενώ η ομόφυλη επιθυμία καθίσταται ορατή με την αξιοπρεπή μορφή μιας συζυγικής σχέσης (ο Daniels όντως φορά βέρα, τουλάχιστον όταν δίνει ρεσιτάλ).

Πώς να είστε γκέι (2) – Η γκέι ταυτότητα πηγή δυστυχίας

Παραθέτουμε το δεύτερο μέρος από το βιβλίο “How To Be Gay” του David M. Halperin. Διαβάστε το πρώτο μέρος και την εισαγωγή εδώ. Η εικονογράφηση και οι λεζάντες είναι σχόλια του μεταφραστή.

Τι ήταν λοιπόν αυτό που εκείνες οι παλιές αδελφές στον κινηματογράφο του Castro κατανοούσαν στο πώς να είσαι γκέι το οποίο πολλά μέλη της δικής μου γενιάς είχαν χάσει; Αν θα έπρεπε να μεταφέρω σε λίγες λέξεις τι πιστεύω ότι ήταν αυτό, θα έλεγα ότι γνώριζαν πως η γκέι ανδρική επιθυμία δεν μπορεί να περιοριστεί είτε σε σεξουαλική επιθυμία είτε σε γκέι ταυτότητα.

Η γκέι ταυτότητα πηγή δυστυχίας

Η σεξουαλική επιθυμία είναι μόνο μία άποψη της γκέι ανδρικής επιθυμίας. Το σεξ δεν είναι το άθροισμα της queer απόλαυσης. Η γκέι επιθυμία επιζητεί περισσότερα από την επίτευξη της γκέι ταυτότητας. Η γκέι ταυτότητα δεν απαντά σε όλες τις απαιτήσεις της γκέι επιθυμίας. Η γκέι ταυτότητα δεν είναι αρκετή για μια πλήρη έκφραση της γκέι υποκειμενικότητας. Η γκέι ταυτότητα μπορεί κάλλιστα να εγγράφει το γεγονός της γκέι επιθυμίας. Μπορεί ακόμα και να αντικαθιστά τις δύστροπες αιτήσεις της, τις μη αναμενόμενες ορμές και ικανοποιήσεις της. Αλλά η γκέι ταυτότητα δεν συλλαμβάνει – και δεν μπορεί να συλλάβει – την γκέι επιθυμία σε όλο της το υποκειμενικό φάσμα και εύρος. Δεν μπορεί να την εκφράσει.

Η επιθυμία να γίνει ταυτότητα δεν γίνεται.

Η γκέι ταυτότητα δεν μπορεί να εκφράσει την γκέι επιθυμία ή την γκέι υποκειμενικότητα γιατί η γκέι επιθυμία δεν περιορίζεται στην επιθυμία για άντρες. Η γκέι επιθυμία δεν αποτελείται μόνο από επιθυμία για σεξ με άντρες. Ή από μια επιθυμία για έναν γκέι αντρικό κόσμο. Όλες αυτές οι επιθυμίες θα μπορούσαν, θεωρητικά, να αναφέρονται στην γκέι ταυτότητα, σε κάποια άποψη του τι ορίζει έναν γκέι άντρα. Αλλά η γκέι ανδρική επιθυμία στην πραγματικότητα συμπεριλαμβάνει ένα καλειδοσκοπικό εύρος από queer πόθους – από επιθυμίες και αισθήσεις και απολαύσεις και συναισθήματα – που υπερβαίνουν τα όρια οποιασδήποτε μοναδιαίας ταυτότητας και εκτείνονται πέρα από τις λεπτομέρειες της γκέι ανδρικής ύπαρξης.

Αυτός είναι ο λόγος που ένα κοινωνικό κίνημα που βασίζεται στην γκέι ταυτότητα οριζόμενη από την αποκλειστική αναφορά στους γκέι ανθρώπους – με τα LGBTQ κοινωνικά κέντρα και οργανώσεις της, τα λεσβιακά, bi και γκέι περιοδικά και μυθιστορήματα και τις ταινίες και την ποπ μουσική και τα τηλεοπτικά σόου και τα καλωδιακά κανάλια της, τις γειτονιές, τα μπαρ, κλαμπ, θέρετρα διακοπών και τις εκκλησίες της, τους πολιτικούς εκπροσώπους και ηγέτες και τις ομάδες πίεσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πορείες στους δρόμους και τις διαδηλώσεις, τις θεωρητικές και ακαδημαϊκές σημαντικές ανακαλύψεις της, τις ιστορικές ανακαλύψεις, τα πανεπιστημιακά μαθήματα και τους τομείς έρευνας – αυτός είναι ο λόγος που όλη αυτή η εμπορική και πολιτική και πολιτισμική δομή της γκέι ταυτότητας παραμένει μια διηνεκής απογοήτευση, αφήνοντας πολλά μέλη της γκέι εκλογικής περιφέρειας αενάως ανικανοποίητα. Η γκέι ταυτότητα – η gayness περιορισμένη στην ταυτότητα ή κατανοητή ως ταυτότητα – αποτυγχάνει να εννοήσει την ανδρική ομοφυλοφιλική επιθυμία στο απρόβλεπτο, μη συστηματικό σύνολό της. Απαντά μόνο σε μία διάσταση της γκέι ανδρικής υποκειμενικότητας.

Κι όμως, η ταυτότητα έχει καταστεί η προτιμώμενη κατηγορία για να σκεφτόμαστε για την ομοφυλοφιλία. Επιπλέον, έχει προαχθεί εις άμεσο βάρος της ικανοποίησης ή του συναισθήματος ή της υποκειμενικότητας.

Το λεσβιακό και γκέι κίνημα έχει πολεμήσει εδώ και καιρό ώστε να κερδίσει για τους queer ανθρώπους τη θέση μιας πολιτικής μειονότητας. Έχει προσπαθήσει σκληρά για να πείσει τους άλλους να μας βλέπουν οριζόμενους από μια πολιτική κατηγορία – ήτοι, την γκέι ταυτότητα – γιατί μια τέτοια κατηγορία είναι ηθικά ουδέτερη. Και έτσι το λεσβιακό και γκέι κίνημα μάς έχει παρουσιάσει ως μέλη μιας κοινωνικής ομάδας που έχει υποφέρει και συνεχίζει να υποφέρει, αν και όχι από δικό μας πταίσμα, τόσο από επίσημες όσο και από ανεπίσημες διακρίσεις – που κυμαίνονται από έλλειψη ίσων δικαιωμάτων μέχρι την ανεπίσημη αγένεια και δυσφήμιση. Το να είσαι γκέι, κατ’ αυτή την άποψη, σημαίνει να είσαι μέλος μιας κοινωνικά μειονεκτούσας μειονότητας. Αυτή είναι σίγουρα μια αρκετά δίκαιη άποψη της κατάστασής μας. Αλλά υπάρχει επίσης ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό τίμημα που προέρχεται από τον ορισμό της ομοφυλοφιλίας ως πολιτικής και κοινωνικής, και όχι ως υποκειμενικής, κατάστασης: ένας τέτοιος αμιγώς πολιτικός ορισμός της gayness βοηθά να διαβεβαιωθεί ότι η ομοφυλοφιλία δεν θα γίνει ποτέ ξανά κατανοητή ως κάποιο είδος ψυχικής ασθένειας – ως μιας ασθένειας για την οποία φταίνε οι γκέι άνθρωποι ως άτομα, αντί για την ομοφοβική κοινωνία στην οποία ζούμε.

Το λεσβιακό και γκέι κίνημα έχει καλούς λόγους, επομένως, να υποβαθμίζει την υποκειμενική εμπειρία της ομοφυλοφιλίας, να παραλείπει τι αισθήματα μας προκαλεί η ομοφυλοφιλία. Είναι απολύτως δικαιολογημένο να υπάρχει ανησυχία ότι οποιαδήποτε προσοχή στις υποτιθέμενες ψυχικές ή συναισθηματικές μας ιδιαιτερότητες απλά θα επιβεβαίωνε αρχαίες προκαταλήψεις για την ψυχολογική ανωμαλία μας, προκαταλήψεις που έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο συχνά για να δικαιολογήσουν διακρίσεις κατά λεσβιών και γκέι αντρών. Έτσι, έχει ελαχιστοποιήσει τις υποκειμενικές και πολιτισμικές διαφορές μας, μέχρις του σημείου να τις αρνηθεί. Έχει διεξάγει μια επίμονη, σταθερή, επί δεκαετίες ιδεολογική πάλη για να απεικονίσει την ομοφυλοφιλία ως μια πολιτική κατηγορία, ή το πολύ ως μια κοινωνική κατηγορία, όχι ως μια συναισθηματική ή ψυχολογική ιδιαιτερότητα. Αποτέλεσμα όλων αυτών των προσπαθειών από λεσβίες και γκέι ακτιβιστές, συγγραφείς, καλλιτέχνες και ακαδημαϊκούς, είναι οι μόνες έγκυρες διαφορές (πέρα από τις σεξουαλικές διαφορές) που μπορούν να αποδοθούν στους γκέι ανθρώπους σήμερα, τουλάχιστον από οποιοδήποτε που θέλει να εμφανίζεται διαφωτισμένος και πολιτικά του κυρίαρχου ρεύματος, να είναι καθαρά κοινωνικές διαφορές.

Έτσι το τέχνασμα του λεσβιακού και γκέι κινήματος υπήρξε κατά το μεγαλύτερο μέρος επιτυχές. Αν μη τι άλλο, υπήρξε υπερβολικά επιτυχές. Γιατί έχει ουσιαστικά αποκλείσει το όλο ζήτημα της γκέι υποκειμενικότητας από την ευυπόληπτη έρευνα, καθιστώντας αδύνατο για εμάς να εξετάσουμε τους εαυτούς μας ή να εξερευνήσουμε με οποιοδήποτε συστηματικό ή έχοντα νόημα τρόπο τις μοναδικές ευαισθησίες και κουλτούρες μας – πέρα από ζητήματα σεξουαλικότητας. Έχουμε καταλήξει να επιβάλουμε μια αποστειρωτική συσκότιση σε πολλές χαρακτηριστικές απόψεις της queer ζωής που υπό άλλες προϋποθέσεις θα προσδιορίζονταν ως τα πιο αυθεντικά και, πιθανά, πιο αξιέπαινα γνωρίσματά της.

Παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη της, η gay pride μάς αποτρέπει τώρα να γνωρίζουμε τους εαυτούς μας.

Πράγματι, το όλο νόημα των γκέι πολιτικών ταυτοτήτων ήταν να σταματήσει ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένων των εαυτών μας) από το να ρωτάνε υπερβολικά πολλές αδέξιες ή αδιάκριτες ερωτήσεις για το τι συμβαίνει στις εσωτερικές ζωές μας. Ένας από τους μακρόπνοους στόχους της πολιτικής ταυτοτήτων γενικότερα είναι να καθιστά τον κόσμο ασφαλή για την μειοψηφούσα υποκειμενικότητα μετατοπίζοντας το δημόσιο βλέμμα μακριά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των υποκουλτούρων της μειονότητας, ειδικά από οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει ανθρώπους που δεν ανήκουν σε αυτές τις υποκουλτούρες να νιώθουν άβολα με αυτές, καχύποπτοι με αυτές ή εξαιρούμενοι από αυτές. Εστιάζοντας την προσοχή, αντίθετα, σε συγκεκριμένες πολιτικές (και επομένως λιγότερο διαισθητικά ανησυχητικές) απαιτήσεις για ίση μεταχείριση, κοινωνική αναγνώριση και διαδικαστική δικαιοσύνη, τα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα έχουν επιτύχει σημαντικά οφέλη για τα μέλη στιγματισμένων ομάδων. Αντίστοιχα, εκστρατείες για δικαιώματα μειονοτήτων έχουν σταθερά προασπιστεί την ταυτότητα (ποιοι είμαστε) εις βάρος της υποκειμενικότητας (πώς αισθανόμαστε) και έχουν δώσει έμφαση σε ζητήματα όπως η κοινωνική ισότητα, τα οφέλη της ποικιλομορφίας, οι απολαύσεις της διαφοράς, η ηθική της ειρηνικής συνύπαρξης.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι να υπονοείται ότι το φάσμα των μειονοτικών ταυτοτήτων δεν είναι περισσότερο προκλητικό ή προσβλητικό απ’ όσο ένα δείπνο εθνικής κουζίνας σε ένα διεθνές φεστιβάλ φαγητού: ένας μπουφές από τερπνές αλλά ασήμαντες και δίχως νόημα παραλλαγές, ανοιχτές σε όλους. Μια πρόσκληση να διευρύνουμε το πολιτισμικό μας εύρος, παρέχοντας κάτι σε όλους για να απολαύσουν – δίχως κανείς να είναι υποχρεωμένος να δοκιμάσει τα πάντα, ιδιαίτερα οτιδήποτε δείχνει ιδιαίτερα χυδαίο ή αηδιαστικό. Κάνοντας μερικά βήματα πίσω από τις λεπτομέρειες της queer ζωής, βρίσκουμε καταφύγιο σε αβλαβείς γενικότητες: στην προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, στον εορτασμό της ποικιλομορφίας, στην εκτίμηση της διαφοράς, στην υποστήριξη του πολυπολιτισμικού, στη μάχη για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Οι μεγαλύτεροι ευεργετούμενοι από αυτή τη μόδα της αναπαράστασης της πολιτισμικής διαφοράς με όρους αθώας και άκακης ποικιλομορφίας είναι εκείνες οι περιθωριοποιημένες ομάδες που φέρουν ακόμα ένα μεγάλο βάρος στίγματος και των οποίων η δημόσια συμπεριφορά συνεχίζει, για τον λόγο αυτό, να εγείρει ισχυρή γενική απώθηση: Αφροαμερικάνοι που χρησιμοποιούν Μαύρα Αγγλικά στη Λευκή κοινωνία, γκέι άντρες που φιλιούνται στο δρόμο, butch γυναίκες που διεκδικούν ηγετικούς ρόλους και επιβάλλουν εξουσία επί των ανδρών, ή άτομα με αναπηρία που επίμονα και φορτικά διαπραγματεύονται ένα σχηματισμένο περιβάλλον που δεν έχει σχεδιαστεί για αυτά. Η ταυτότητα βοηθά να “καλυφθούν” να αδιάκριτα και αποδιοργανωτικά χαρακτηριστικά των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, οι πιο καταφανώς ορατές φανερώσεις τους – ακριβώς εκείνα τα καθοριστικά χαρακτηριστικά των στιγματισμένων μειονοτήτων που τις προκάλεσαν να είναι στιγματισμένες εξ’ αρχής. Η ταυτότητα παρέχει μια προστατευτική ασπίδα ενάντια στην ανησυχία που οι στιγματισμένοι πληθυσμοί συχνά προξενούν στους “φυσιολογικούς” ανθρώπους – δηλαδή, ανθρώπους που δεν υποφέρουν από το εν λόγω στίγμα και είναι ενσαρκώνουν σε ικανοποιητικό βαθμό την κοινωνική νόρμα.

Η ταυτότητα μπορεί να επιτελέσει αυτή την σημαντική πρακτική και πολιτική λειτουργία γιατί επιτρέπει και πράγματι ενθαρρύνει φυσιολογικούς ανθρώπους να κατηγοριοποιούν τα μέλη ενός στιγματισμένου πληθυσμού ως μια ενιαία ομάδα, όχι επί της βάσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς τους, αλλά πιο ουδέτερα, επί της βάσεως της “ταυτότητάς” τους – δηλαδή, του ότι είναι όλοι μέλη μιας “κοινότητας”. Η κατηγορία της “ταυτότητας” προσφέρει εύλογα εδάφη για να βασιστεί επάνω της ως ζήτημα αρχής η ίση μεταχείριση των ατόμων που ανήκουν σε μια τέτοια κοινότητα αναπαριστώντας τους ως μια γενική τάξη ανθρώπων – ως μια ομάδα όπως οποιαδήποτε άλλη – και υποβαθμίζοντας τις κοινές, επιδεικτικές διαφορές, όλες εκείνες τις μυστήριες και ενοχλητικές αταξίες οι οποίες τουλάχιστον εν μέρει ορίζουν, διακρίνουν και συνιστούν την ομάδα εξ αρχής. Όπως το θέτει ο Michael Warner, αναφερόμενος στις σεξουαλικές μειονότητες, “Η ταυτότητα … μας επιτρέπει να απομακρύνουμε τους εαυτούς μας από οποιαδήποτε ανοιχτή εκδήλωση της queerness”. Οι πολιτικές της ταυτότητας επιτελούν με τον τρόπο αυτό μια σημαντική πρακτική υπηρεσία. Παρόλο που πηγάζουν από ένα μοντέλο κοινωνικής διαφοράς, οι πολιτικές ταυτοτήτων, στο μέτρο που επιμένουν στην ταυτότητα ως μια γενική – ακόμα και οικουμενική – κοινωνική κατηγορία, συνεισφέρουν στην υπέρβαση των ιδιαίτερων διαφορών και επομένως στο τυφλό απέναντι στην ταυτότητα σχέδιο της αφομοίωσης.

Ακριβώς επειδή ο στόχος των κυρίαρχων γκέι πολιτικών είναι να προωθηθεί μια αγαθή θέση αποδοχής προς τις σεξουαλικές μειονότητες, αναπαριστώμενες όχι ως υποκείμενα με έναν διακριτό τρόπο ύπαρξης και συναίσθησης αλλά ως μέλη μιας γενικής, βασισμένης στην ταυτότητα, ομάδας, οι γκέι άνθρωποι έχουν πιεστεί να καλύψουν την queerness τους, να χαλιναγωγήσουν τις ευαισθησίες τους και να υποβαθμίσουν τις διαφορές τους από τον συνηθισμένο κόσμο. “Η πρόοδος στα γκέι δικαιώματα”, υποστηρίζει ο Daniel Harris, “συχνά κερδίζεται σε βάρος των ιθαγενών, μη αλλοτριωμένων πολιτιστικά ιδιοσυγκρασιών μας ως μειονότητα, ο οποίες πρέπει να υποτονιστούν ή να διαγραφούν τελείως ως να πετύχουμε εμείς πλήρη κοινωνική αποδοχή. Η γκέι απελευθέρωση και η γκέι αισθαντικότητα είναι σταθεροί ανταγωνιστές”.

Αυτός ο ανταγωνισμός δεν έχει οδηγήσει στον ολική εξαίρεση της γκέι αισθαντικότητας από τη δημόσια σκηνή, φυσικά, ούτε έχουν επιτύχει οι πολιτικές επιταγές να καταπιέσουν κάθε αναξιοπρεπή έκφραση της λεσβιακής και γκέι επιθυμίας, υποκειμενικότητας και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Οι εορτασμοί των gay pride στα μεγάλα αστικά κέντρα ακόμα έχουν τις μοναδικά queer, υπερβατικές, καρναβαλίστικες αντιπροσωπείες τους – από τις dykes on bikes μέχρι τους boy-lovers, από τις drag queens μέχρι τους πορνοστάρ. Αλλά τέτοιες εικόνες αναπαριστούν μια διακεκριμένη ντροπή για την επίσημη, δημόσια εικόνα της Αμερικάνικης γκέι ταυτότητας, με τις πολιτικές της της ευηποληψίας, της κοινωνικής υπευθυνότητας και της επιβεβαίωσης. Στην εβδομάδα που ακολουθεί οποιαδήποτε παρέλαση gay pride, δεκάδες γράμματα εμφανίζονται στις τοπικές εφημερίδες (και mainstream και γκέι) διαμαρτυρόμενα πως το gay pride έχει γίνει τσίρκο (freak show) και πως η παρουσία όλων αυτών των φλογερών πλασμάτων στην παρέλαση δίνει στην ομοφυλοφιλία Κακό Όνομα και είναι Κακή Για Τον Σκοπό.

Η γκέι πολιτική ταυτοτήτων έχει σίγουρα μας έχει εξασφαλίσει ένα αδιαμφισβήτητο και ανεκτίμητο σύνολο ελευθεριών και αδειών. Αλλά τώρα αρχίζει να αποκαλύπτει τις ατέλειες των ίδιων των αρετών της και να μας υποβάλλει σε έναν εκπληκτικό αριθμό αυξανόμενα ενοχλητικών περιορισμών. Μπορεί να έχουμε γίνει περήφανοι για την γκέι ταυτότητά μας, και ακλόνητοι για τις ομόφυλες επιθυμίες και σχέσεις μας. Κι όμως παραμένουμε απελπιστικά ντροπιασμένοι για το πόσο queer αισθανόμαστε και δρούμε – ντροπιασμένοι για τα ένστικτά μας, για τις αγάπες και τα μίση μας, για τη στάση μας, για τις μη καθιερωμένες αξίες μας, και τους τρόπους που υπάρχουμε, για τις κοινωνικές και πολιτισμικές πρακτικές μας. Αντί να εορτάζουμε την ιδιαίτερη υποκειμενικότητά μας, τις ξεχωριστές απολαύσεις μας και την χαρακτηριστική κουλτούρα μας, έχουμε επιτύχει μια gay pride εις βάρος τους.

Όταν, για παράδειγμα, λέω ότι είμαι γκέι – όταν “ταυτίζομαι” ως γκέι ή όταν αποκαλύπτω την γκέι “ταυτότητά” μου – υιοθετώ μια στρατηγική βασισμένη στην ταυτότητα, που έχει παραχθεί από την ίδια την γκέι πολιτική ταυτοτήτων, ώστε να χειριστών την κοινωνική διαφορά που έχει η σεξουαλική διαφορά μου σε έναν ετεροκανονικό κόσμο. Συγκεκριμένα, επιλέγω να παρουσιάζω τη σεξουαλικότητά μου ως ουδέτερο χαρακτηριστικό της κοινωνικής μου ύπαρξης, λίγο πολύ σαν να δήλωνα την εθνικότητα ή το φύλο μου. Πράττοντας έτσι, ωφελούμαι από ένα θετικό, μη φοβικό, μη παθολογικό όρο που παρέχεται για λογαριασμό μου από ένα πολιτικό κίνημα πολλαπλών γενεών για την λεσβιακή και γκέι απελευθέρωση, υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Καθιστώντας τον όρο “γκέι” διαθέσιμο σε εμένα, το κίνημα μού έχει δώσει έναν τρόπο να ονομάσω τη σεξουαλικότητά μου χωρίς να την περιγράψω και χωρίς να κάνω συγκεκριμένες αναφορές στις σεξουαλικές επιθυμίες, αισθήματα ή πρακτικές μου. Μπορώ να αναγνωρίσω την σεξουαλικότητά μου ανοιχτά και ξεκάθαρα, ακόμα κι όταν βάζω σε παρένθεση τις απεχθείς λεπτομέρειες της σεξουαλικής συμπεριφοράς και της πολιτισμικής διαφωνίας μου. Η γκέι ταυτότητα-ετικέτα μού επιτρέπει επίσης να συστήνω τον εαυτό μου κοινωνικά χωρίς να επανέρχομαι σε εξευτελιστική ή άλλως μολυσμένη ψυχολογική, θεολογική, εγκληματολογική, κοινωνιολογική, σεξολογική, ιατρική ή ηθική γλώσσα (“ανώμαλος”, “σοδομίτης”, “διεστραμμένος”, “σεξομανής”, “ψυχοπαθής”, “ομοφυλόφιλος”).

Δεν έδειχνα πάντα τόσο ενδιαφέρον προς τον όρο “γκέι” κι εγώ, το παραδέχομαι. Για κάποιο διάστημα, τότε που τον πρωτοσυνάντησα στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μου έκανε έντονη εντύπωση ως ατυχές δείγμα πολιτικού λεξιλογίου – το οποίο, με την εύθυμη επιμονή του στο πόσο χαρούμενοι υποτίθεται ότι έπρεπε όλοι να είμαστε, απλά προκαλούσε την εμφάνιση του φάσματος που καταφανώς αγωνιζόταν να εξορκίσει, του φάσματος μιας θλιμμένης και αξιολύπητης ομοφυλοφιλίας.

Αλλά αυτά συνέβαιναν τότε. Είμαστε στο σήμερα.

Το πλεονέκτημα του “γκέι”, σήμερα, είναι ότι πλέον δεν σημαίνει τίποτα από μόνο του. Σίγουρα δεν υπονοεί ότι οι γκέι άνθρωποι είναι gay με την έννοια του ανεβασμένου ή του χαρούμενου. Η λέξη έχει γίνει ένας συμβολικός – όχι ένας περιγραφικός ή εκφραστικός – προδιορισμός. Λειτουργεί εξ ολοκλήρου ως ένας συμβατικός όρος αναφοράς. Απλά αναφέρεται σε ανθρώπους που κάνουν μια ομόφυλη σεξουαλική επιλογή αντικειμένου προτείνοντας ίσως, επίσης, ότι δεν ντρέπονται για τη σεξουαλικότητά τους και δεν επιζητούν να την κρύψουν.

Ως τέτοιο, το “γκέι” επιτρέπει στη σεξουαλικότητά μου να δηλωθεί δημόσια κάτω από το κάλυμμα ενός ευγενικού προσδιορισμού, σχεδόν ενός ευφημισμού, και με όρους ταυτότητας αντί ως μια ερωτική υποκειμενικότητα ή μια σεξουαλική συμπεριφορά. Μου επιτρέπει να παρουσιάσω τον εαυτό μου ως μέλος ενός λαού ή έθνους ή φυλής, μιας ανθρώπινης συλλογικότητας εν πάσει περιπτώσει, αντί ως ένα μεμονωμένο διεστραμμένο (deviant) άτομο – ένα τέρας, φρικιό, εγκληματία, αμαρτωλό, ή κοινωνικά απόβλητο. (Μπορώ κάλλιστα να επιλέξω να προσαγορεύσω τον εαυτό μου ως διεστραμμένο, ως κοινωνικό ή σεξουαλικό παρία, πράγμα που κάνω όταν δίνω στον εαυτό μου την ετικέτα “queer”, αλλά τουλάχιστον αυτό είναι μια επιλογή μου, δεν είναι πλέον ισόβια καταδίκη).

Επομένως ο όρος “γκέι” ταυτοποιεί την σεξουαλικότητά μου χωρίς να επικαλείται την βιωμένη πραγματικότητα της και χωρίς να πραγματεύεται διεξοδικά τα σεξουαλικά αισθήματα, φαντασιώσεις ή πρακτικές μου. Κατ’ αυτή την έννοια, ακούγεται σχετικά αξιοπρεπής και λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί η λέξη “σύζυγος” για τους παντρεμένους, αναφερόμενη σε μια σεξουαλική ταυτότητα χωρίς να φέρνει ρητά στο προσκήνιο ποιο είναι το σεξουαλικό στοιχείο σε αυτή.

Αυτό είναι μεγάλη ευκολία.

Αλλά αυτή η ευκολία έχει κάποιο συγκεκριμένο κόστος. Πρώτα απ’ όλα, η προοπτική της επίτευξης κοινωνικής αποδοχής με την προώθηση της γκέι ταυτότητας εις βάρος της γκέι σεξουαλικότητας καθιστά δελεαστικό να κατασκευαστεί ένα είδος επίσημης, δημόσιας γκέι ταυτότητας ολοκληρωτικά διαχωρισμένη από το σεξ. Αυτός είναι ο πειρασμός για τον οποίο μας προειδοποιεί εύγλωττα ο Michael Warner στο The Trouble With Normal, παροτρύνοντάς μας να μη γυρίσουμε την πλάτη μας στη εξεζητημένη και περιπετειώδη queer κουλτούρα που έχουμε δημιουργήσει γύρω από το σεξ, να μην ξεπουλήσουμε εκείνα τα μέλη των κοινοτήτων μας που δεν θάβουν (ή δεν μπορούν να θάψουν) διακριτικά τη σεξουαλικότητά τους στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, και να μην επιλέγουμε την αξιοπρέπεια εις βάρος του σεξ.

Παρομοίως, ο John Howard, ένας διακεκριμένος γκέι ιστορικός, παραπονιέται ότι η αμερικάνικη λεσβιακή και γκέι ιστορία “συχνά εξωραΐζει τις ερωτικές αλληλεπιδράσεις queer ιστορικών υποκειμένων. Απασχολημένη με την ταυτότητα, την κουλτούρα και την πολιτική, κάποιες φορές παραβλέπει ευγενικά το εύλογα καθοριστικό χαρακτηριστικό της υπόθεσης, το ομοφυλόφιλο σεξ.” Καθώς οι γκέι άντρες έχουν αποκτήσει πρόσβαση στην δημοφιλή κουλτούρα και στην εκπροσώπηση στα media ακριβώς βάζοντας σε παρένθεση ή υποβαθμίζοντας τις συγκεκριμένα σεξουαλικές διαστάσεις των ζωών τους – δείτε την επιτυχία ταινιών και τηλεοπτικών σειρών όπως Philadelphia, Will and Grace, Queer Eye for the Straight Guy, Rent και Brokeback Mountain – έχει ακουστεί ένα πλήθος από φωνές που υποστηρίζουν αυτή τη διαμαρτυρία του Warner ενάντια στην απο-σεξουαλικοποίηση των γκέι αντρών. Έχω συνεισφέρει σε αυτή την κριτική κι εγώ, και δεν πρόκειται να συζητήσω μέχρι εξαντλήσεως εκείνα τα προγενέστερα επιχειρήματα εδώ (ii). Το ζήτημα, πιστεύω, έχει τεθεί σωστά, ακόμα κι αν η συμφωνία υπέρ του δεν είναι τόσο ευρεία όσο θα ήθελα.

Αντίθετα, έχω τώρα μια διαφορετική, σχεδόν αντίθετη θέση να προτείνω. Θα επιχειρηματολογήσω ότι ο μετασχηματισμός της ομοφυλοφιλίας από μια σεξουαλική διαστροφή σε μια κοινωνική ταυτότητα, και οι πολιτικές απαιτήσεις του gay pride, έχουν τείνει να αντιστρατεύονται οποιαδήποτε σοβαρή γκέι έρευνα στην εσωτερική ζωή της ομοφυλοφιλίας – ειδικά εκείνων των μη σεξουαλικών διαστάσεών της για τις οποίες οι γκέι άνθρωποι είναι ακόμα αβέβαιοι ή νευρικοί. Η γκέι υποκειμενικότητα, και οι χαρακτηριστικές πολιτισμικές πρακτικές που την φανερώνουν, μπορεί τώρα να έχει καταστεί τόσο ανυπόληπτη, τόσο ταμπού, όσο και το queer σεξ. Ένα όνομα για αυτή τη στρατηγική αποφυγή της γκέι υποκειμενικότητας, για αυτή την άρνηση να την εξερευνήσεις, είναι, πολύ απλά, η “γκέι ταυτότητα”. Ή, τουλάχιστον, η γκέι ταυτότητα λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο όταν θεωρείται να είναι ένας στοιχειώδης, πρωτεύων όρος, ένας όρος δίχως συστατικά μέρη και χωρίς υποκειμενικές διαστάσεις, ένας όρος που πρέπει να γίνει δεκτός καθ’ ονομαστική αξία και ο οποίος δεν δέχεται περαιτέρω ανάλυση. Οι γκέι άνθρωποι απλά υπάρχουν. Κάποιοι άνθρωποι είναι γκέι. Έχω μια γκέι ταυτότητα. Και αυτό είναι όλο. (Έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτό;)

Λοιπόν, ναι, στην πραγματικότητα έχω κάποιο πρόβλημα με αυτό. Όχι, φυσικά, με το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γκέι. Και όχι απλά με τον τρόπο που αυτή η γκέι ταυτότητα συχνά καταλήγει να βάζει στην ντουλάπα την σεξουαλικότητα (αν και όντως μοιράζομαι την ανησυχία του Warner και επιδοκιμάζω πλήρως την κριτική του). Στο κάτω κάτω, η γκέι ταυτότητα τουλάχιστον αναγνωρίζει την γκέι σεξουαλικότητα στο βαθμό που επιμένει στην ομόφυλη σεξουαλική έλξη ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό της γκέι ταυτότητας, και όντως παρέχει μια κοινωνική βάση στην οποία μπορούμε να διεκδικούμε υπερηφάνεια για τις σεξουαλικές σχέσει και σεξουαλικές υποκειμενικότητές μας. Το βασικό πρόβλημά μου με την πολιτική λειτουργία της γκέι ταυτότητας σήμερα είναι ότι κατά την πορεία της διεκδίκησης της δημόσιας αναγνώρισης και της αποδοχής του γεγονότος της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας (μερικές φορές εις βάρος του γκέι σεξ, ασφαλώς), το επίσημο γκέι και λεσβιακό κίνημα έχει ουσιαστικά αποκλείσει την έρευνα πάνω στην queer αισθαντικότητα, στιλ, συναίσθημα ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη, μη σεξουαλική μορφή queer υποκειμενικότητας ή συναισθήματος ή ηδονής.

Αυτή η καταστολή κάποτε υπηρετούσε έναν κρίσιμο πολιτικό σκοπό: μόνο αφαιρώντας έμφαση από το πόσο queer νιώθαμε, και αρνούμενοι πόσο πολιτισμικά διαφορετικοί είμαστε από τους στρέιτ ανθρώπους, μπορέσαμε να εξαλείψουμε από την ομοφυλοφιλία το μόλυσμα της ανωμαλίας και να αποτινάξουμε το βαρύ φορτίο της ψυχοπαθολογίας, της αρρώστιας. Τώρα το πρόταγμα να αρνηθούμε τη διαφορά μας είναι λιγότερο επιτακτικό από όσο ήταν κάποτε. Οπότε γιατί είμαστε ακόμα τόσο ευπτόητοι; Η αποφυγή μας είναι ακόμα πιο αινιγματική εφόσον διαιωνίζει μια σοβαρή συκοφαντία εναντίον μας: υπονοεί ότι είμαστε ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι. Και έτσι επισκοτίζει εκείνα ακριβώς τα πράγματα στη γκέι ζωή και την γκέι κουλτούρα που τις κάνουν ενδιαφέρουσες και πολύτιμες. Αρνείται το μοναδικό δαιμόνιο πνεύμα του να είσαι queer.

Αυτή η συνήθεια να προβάλλεται στο προσκήνιο η ταυτότητα και να υποβαθμίζεται στο παρασκήνιο η υποκειμενικότητα δεν γινόταν πάντα αντιληπτή σαν περιορισμός. Η προαγωγή των γκέι ταυτοτήτων εις βάρος των γκέι υποκειμενικοτήτων μπορούσε να είναι πολύ πιο εύκολα ανεκτή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, όταν αυτή η προστατευτική τάση έδειχνε να αντικατοπτρίζει τις επείγουσες απαιτήσεις μιας καταστροφικής πολιτικής κατάστασης.

Με την άνοδο της Νέας Δεξιάς (New Right), την αυξανόμενη ερήμωση του HIV/AIDS, την ξανά της μόδας ομοφοβία που εξαπολύονταν από τον ηθικό πανικό που περιέβαλλε την επιδημία, και την αποτυχία των περισσότερων κυβερνήσεων να αντιδράσουν αποτελεσματικά στην ιατρική καταστροφή που κυρίευε τους ίδιους τους πολίτες τους, το κατανοητό ερέθισμα του γκέι κινήματος ήταν να επιμείνει στην επιβίωσή μας ως λαός, να υπερασπίσουμε τους εαυτούς μας ως μέλη μιας ομάδας που γνώριζε μεγάλο συλλογικό κίνδυνο. Κι έτσι πασχίσαμε να τονίσουμε ότι ήμασταν κι εμείς μέλη σε διάφορες κοινωνικές και εθνοτικές ταυτότητες-κατηγορίες και επιζητήσαμε να υποβαθμίσουμε εκείνες τις υποκειμενικές διαστάσεις της ομοφυλοφιλίας, καθώς και εκείνα τα διακεκριμένα χαρακτηριστικά της γκέι ανδρικής κουλτούρας – για να μην πω για τις συναισθηματικές και ερωτικές ιδιαιτερότητες της queer ύπαρξης – οι οποίες στο μυαλό πολλών ανθρώπων ήταν υπεύθυνες για τη διάδοση του HIV εξ αρχής.

Αν οι γκέι άντρες δεν ένιωθαν ιδιαίτερα δεσμευμένοι από αυτή την τοποθέτηση σε αγκύλες του αισθήματος, της αισθαντικότητας, του συναισθήματος και την απτή διαφορά των βιωματικών εμπειριών τους, αν οι συντριπτικά πολιτικές αναπαραστάσεις της gayness ως μια συλλογική κοινωνική ταυτότητα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν τους βάρυνε ως ιδιαίτερα καταπιεστική, αυτό οφειλόταν σε ένα δεύτερο, πιο διακριτικό παράγοντα. Η γκέι υποκειμενικότητα, όχι μόνο δεν είχε κατασιγαστεί, αλλά έδειχνε να θριαμβεύει παντού. Η δημόσια γκέι αντίδραση στον HIV/AIDS, στο κάτω κάτω, ήταν σαφώς βουτηγμένη στο συναίσθημα. Ή, μάλλον, ήταν βουτηγμένη σε δύο συγκεκριμένα συναισθήματα – οδύνη και οργή – συνοδευόμενα και ενισχυόμενα από τις επακόλουθες δημόσιες εκφράσεις τους: πένθος και μαχητικότητα.

Η οδύνη και η οργή, όμως, παρόλο που ήταν αδιαμφισβήτητα θερμά συναισθήματα, ήταν επίσης πολιτικά ενάρετα συναισθήματα. Εξέφραζαν όχι την ατομική αισθαντικότητα αλλά την προσωπική εμπειρία μιας συλλογικής καταστροφής. Όσο πιο προσωπικά ήταν, τόσο πιο υποδειγματικά έφταναν να φαίνονται – υποδειγματικά των βασάνων, της απώλειας και της θυματοποίησης των γκέι ανδρών ως ομάδα.

Έτσι η οδύνη και η οργή, κάθε άλλο παρά αναξιοπρεπή συναισθήματα, ήταν πολιτικά επιτακτικά, ήταν συναισθήματα που ήμασταν πολιτικά δεσμευμένοι να έχουμε. Κατ’ αυτή την έννοια, η οδύνη και η οργή δεν σε καθιστούσαν άτομο ή πρόσωπο, όσο ατομικά ή προσωπικά κι αν μπορούσαν επίσης να είναι. Δεν γινόταν να περιοριστούν σε ζητήματα ιδιωτικής υποκειμενικότητας, εάν αυτή οριζόταν από μια μοναδική, μη δυνάμενη να μοιραστεί εσωτερικότητα. Κάθε άλλο παρά περιορισμένες στο προσωπικό, η οδύνη και η οργή προώθησαν την γκέι ταυτότητα επιπλέον στη δημόσια σφαίρα. Αύξησαν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά της και επιτάχυναν στον μετασχηματισμό της σε μια δημόσια απαιτητή ταυτότητα, που άξιζε αναγνώρισης, αποδοχής και προστασίας. Δεν υπήρχε πολιτική τάση μεταξύ των αισθημάτων της οργής και της οδύνης και των απαιτήσεων της πολιτικής ορατότητας.

Υπήρχαν, όμως, ορισμένα queer συναισθήματα που οι γκέι άνθρωποι υποτίθεται ότι δεν θα έπρεπε να έχουν, και τα οποία δεν ήταν πολιτικά αξιοσέβαστα (iii). Κορυφαίοι γκέι συγγραφείς και διανοούμενοι, όπως ο Larry Kramer και ο Paul Monette, έκαναν πολύ ξεκάθαρο τον διαχωρισμό. Τα κακά γκέι συναισθήματα περιλάμβαναν τον ναρκισσισμό, στην ντροπή, το μίσος για τον εαυτό, την παθητικότητα, τη συναισθηματικότητα, τη δειλία και υποτιθέμενα καταστροφικές (το οποίο συχνά σήμαινε “έκλυτες”) μορφές σεξουαλικότητας. Σε αντίθεση με την οδύνη και την οργή, αυτά τα αισθήματα ήταν απλά προσωπικά, με την έννοια ότι εξέφραζαν όχι μια ομαδική ταυτότητα αλλά ατομικές αδυναμίες. Υπονοούσαν ακόμα και παθολογία: συμπτωματοποιούσαν τα επίμονα αποτελέσματα των τραυμάτων που είχαμε υποφέρει κατά τους προηγούμενους αιώνες κοινωνικής καταπίεσης, αποτελέσματα από τα οποία είχαμε ανεπαρκώς απελευθερώσει τους εαυτούς μας. Το HIV/AIDS δεν μας επέτρεπε πλέον την πολυτέλεια μιας μη πλήρους πολιτικής ταύτισης, την πολυτέλεια να μην αγωνιζόμαστε για ψυχική αποαποικιοποίηση. Ο εχθρός δεν βρισκόταν μόνο στους διαδρόμους της εξουσίας, αλλά επίσης μέσα στις ψυχές μας (“Hitler in my heart”, όπως θα το έθετε πολλά χρόνια μετά ο Antony Hegarty, ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Antony and the Johnsons). Ήταν παραπάνω από αναγκαίο να ξεφορτωθούμε οποιαδήποτε συναισθήματα μας απέτρεπαν να βρεθούμε συλλογικά μαζί σε ένα νέο μαχητικό, ακόμα και στρατιωτικού χαρακτήρα, κίνημα. Αυτή δεν ήταν η στιγμή για να εορταστούν οι αντικοινωνικές, μαλθακές queer απολαύσεις του ναρκισσισμού και της παθητικότητας.

http://www.youtube.com/watch?v=F1dqdpVApQg

Antony and the Johnsons – Hitler in My Heart

As I search for a piece of kindness
And I find Hitler in my heart

And he is whispering
“As sure as love will spring
From the Well of Blood in Vain, oh Jew!
The Well of Blood in Vain!”
La la la la la la

And I fell into a deeper precipice
With mouths of rapists
Jaws dropped down
Jaws dropped down
Jaws dropped

Don’t punish me
For wanting your love inside of me
Don’t punish me
For wanting your love inside of me

And I find Hitler in my heart
From the corpses flowers grow

And I find Hitler in my heart
From the corpses flowers grow

And I find Hitler in my heart
From the corpses flowers grow
Flowers grow
From the corpses flowers grow
Flowers grow

Μέρος αυτού που ξεχώριζε το καλό γκέι συναίσθημα από το κακό γκέι συναίσθημα, επομένως, ήταν ότι το καλό είδος δεν ήταν αποκαλυπτικό προσωπικά ή ψυχολογικά. Οργή και οδύνη μπορούσαν να απαιτηθούν δημόσια και να τις υποδυθούμε ακριβώς γιατί δεν εξέφραζαν κάποια ιδιόρρυθμη, ατομική, προσωπική και πιθανά παθολογική εσωτερική κατάσταση που βασάνιζε τους γκέι άντρες. Αντίθετα, εξέφραζαν τη συλλογική μας κατάσταση της πολιτικής καταπίεσης και αντίστασης, τη συλλογική μας θυματοποίηση από μια επιδημία και από μια κοινωνία που αυτάρεσκα το παρακολουθούσε να συμβαίνει. Εξέφραζαν επίσης την άρνησή μας να το υπομείνουμε ήσυχα, να κρατήσουμε τα βάσανά μας μακριά από το δημόσιο βλέμμα, να κρύψουμε τη σεξουαλικότητά μας, να βάλουμε τις σχέσεις μας στην ντουλάπα, να αφήσουμε τους καταπιεστές μας να ξεφύγουν από τη δύσκολη κατάσταση.

Ως τέτοια, τα αισθήματα οργής και οδύνης δεν χρειάζονταν να τα αρνηθούμε. Στο κάτω κάτω, προέρχονταν όχι από τις κατεστραμμένες ψυχές μας, αλλά από την αντικειμενική, πολιορκούμενη κατάστασή μας. Ήταν ψυχολογικές αντιδράσεις σε μια εξωτερική απειλή, μια εξωτερική καταστροφή – μια αντίδραση σε μια συμφορά που μας είχε επισκεφτεί προερχόμενη έξω από εμάς. Ήταν μια υγιής αντίδραση στην απώλεια.

Το HIV/AIDS ήταν ακριβώς όχι η εσωτερική αλήθεια για την ανδρική ομοφυλοφιλία, όχι το εξωτερικευόμενο και ορατό σημάδι μιας εσωτερικής ή πνευματικής ασθένειας, ούτε η τιμωρία για το γκέι αμάρτημα ή το γκέι έγκλημα, δεν ήταν αυτό που μας άξιζε. Εξ ου η χαρακτηριστική πολιτική τακτική να μετατρέψουμε την οδύνη μας σε οργή, το πένθος μας σε μαχητικότητα. Το ζήτημα ήταν να εκφράσουμε την προσωπική και συλλογική μας επιμονή ότι το HIV/AIDS ήταν μια καταστροφή στη δημόσια υγεία, επιτεινόμενη από την αδιαφορία και την ομοφοβία, όχι η κατάληξη της εσωτερικής λογικής της ανδρικής ομοφυλοφιλίας της ίδιας. Ήταν ένα τρομαχτικό ιστορικό δυστύχημα, και δεν είχε τίποτα να κάνει με εμάς, ή με το ποιοι ήμασταν ως γκέι άντρες, εκτός στο βαθμό που κατηγορούμασταν συλλογικά για την ίδια επιδημία της οποίας ήμασταν θύματα.

Στην μακριά σκιά της επιδημίας του HIV/AIDS, υπήρξε δυνατόν για τους γκέι άντρες να υπεκφύγουν της επίγνωσης ότι έχει επιβληθεί μια συσκότιση στην έκφραση ή στη διερεύνηση του queer συναισθήματος. Στο κάτω κάτω, η γκέι ζωή ήταν ήδη για πολύ καιρό κορεσμένη στο συναίσθημα, μουσκεμένη στα δάκρυα και κατακλυσμένη με οργή. Τώρα που ο HIV/AIDS ακτιβισμός, αν και όχι το ίδιο το HIV/AIDS, υποχωρεί από την πρώτη γραμμή της γκέι ανδρικής ζωής, τουλάχιστον μεταξύ Λευκών ανθρώπων στον ανεπτυγμένο κόσμο, τώρα που οι πολιτικές απαιτήσεις του HIV/AIDS ακτιβισμού αλλάζουν, τώρα που η οδύνη και η οργή αρχίζουν να χάνουν το μονοπώλιό τους στο εύρος των queer συναισθημάτων που μπορούν να εκφραστούν ανοιχτά, και τώρα που η queer κουλτούρα επανεφευρίσκει συνεχή μεταξύ της σύγχρονης λεσβιακής και γκέι ύπαρξης και προηγούμενων, προ του Stonewall μορφών σεξουαλικής παρανομίας, δείχνει αυξανόμενα δυνατό να διερευνήσεις όψεις ή διαστάσεις της εσωτερικής ζωής της ομοφυλοφιλίας που όχι πολύ καιρό πριν έδειχναν πολιτικά αμφίβολες, για να μην πω δυσάρεστες – και, σε κάθε περίπτωση, εκτός ορίων για μια λεπτομερή εξερεύνηση.

iΣτο πρωτότυπο: “Gay Identity and its discontents”. Βασιστήκαμε στην δημοφιλέστερη απόδοση στα Ελληνικά του έργου του Φρόιντ “Das Unbehagen in der Kultur / Civilization and Its Discontents” — “Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας”

iiSee David M. Halperin, “Gay Identity and Its Discontents,” Photofile 61 (December 2000): 31–36, somewhat expanded as Halperin, “Identité et désenchantement,” trans. Paul Lagneau-Ymonet, in L’infréquentable Michel Foucault: Renouveaux de la pensée critique, ed. Didier Eribon (Paris: EPEL, 2001), 73–87; Spanish translation by Graciela Graham in El infrecuentable Michel Foucault: Renovación del pensamiento crítico, ed. Eribon (Buenos Aires: Letra Viva/EDELP, 2004), 105–120.

iiiOn the difference between emotions that are politically good and those that are politically bad, see Sianne Ngai, Ugly Feelings (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2004); and Anne Anlin Cheng, The Melancholy of Race: Psychoanalysis, Assimilation, and Hidden Grief (New York: Oxford University Press, 2002), both discussed in Love, Feeling Backward, 12–14, with considerable pertinence to the issues reviewed here.

Υστερόγραφο για το PIG

Όταν ήμουν μωρό γκέι πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μετακόμισα στη Νέα Υόρκη φαινομενικά για “να βρω τον εαυτό μου”. Αυτό βασικά σήμαινε να βλέπω όσο το δυνατόν περισσότερη τέχνη και να γαμιέμαι με όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο μπορούσα. Είχα αργήσει λίγο να ανθίσω και ποτέ πραγματικά δεν είχα χτυπήσει κάποια επαναστατική φλέβα μέχρι τις αρχές των είκοσί μου. Έτσι, για τις μέρες μου στη Νέα Υόρκη, είχα αποφασίσει ότι θα είχα σκληρό παρουσιαστικό: Είχα κόκκινη μοϊκάνα, φορούσα ένα στενό τζην χωρίς πουκάμισο και σχισμένα στον καβάλο – δίχως εσώρουχα, προφανώς. Το σώμα μου ήταν σφιχτό. Όχι τόσο μυώδες όσο είναι τώρα αλλά πολύ σφιχτό. Σίγουρα, η φορεσιά ήταν ένα ψέμα αλλά επρόκειτο για ένα ψέμα που εργαζόμουν πολύ σκληρά να κάνω πραγματικό. Και ένιωθα hot.

Ένα κυριακάτικο απογευματάκι, βρέθηκα στο διαβόητο κλαμπ Manhole κάτω στην 14η Οδό στην Meatpacking District. Το Manhole ήταν για καιρό σημείο συνάντησης για την BDSM κουλτούρα στη Νέα Υόρκη. Τώρα είναι κλειστό. Φυσικά, ήθελα με κάθε τρόπο να τσεκάρω το μέρος και όταν ανακάλυψα ότι υπήρχε ένα μηνιαίο jerk off πάρτι που το οργάνωναν εκεί οι New York City Jacks, άδραξα την ευκαιρία να πάω. Ένα jerk off πάρτι φαινόταν λιγότερο απειλητικό από τις άλλες εκδηλώσεις τους.

Το κλαμπ βρισκόταν στο υπόγειο ενός κτιρίου των αρχών του αιώνα. Παρέδωσα τα ρούχα μου στην πόρτα και μπήκα μέσα. Ο χώρος ήταν μεγαλύτερος και είχε πιο έντονη αύρα από τα λιγοστά υπόλοιπα σεξ κλαμπ που είχα επισκεφτεί αλλά δεν ήταν τελείως ανοίκειος. Φαίνεται ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη σκοτεινή, βιομηχανική και λαβυρινθώδης ποιότητα σε όλα τα σεξ κλαμπ και αυτό το κλαμπ σίγουρα ανταποκρινόταν στο πρότυπο. Παρόλο που αυτό υποτίθεται ότι ήταν ένα jack off πάρτι, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ένας τύπος που τον φίσταραν σε μια κούνια ακριβώς δίπλα στην είσοδο. Έβγαζε ήχους που δεν είχα ακούσει ποτέ πριν και ακόμα μπορώ να θυμηθώ μια κοκαλιάρα μεγάλη αδελφή με γυαλιά ηλίου να φωνάζει με βαθιά προφορά του Μπρονξ: “Το κορίτσι γεννάει! Βγάζει μωρό!” πάνω από τα βογγητά του.

Βρήκα τον δρόμο μου προς το μπαρ για πάρω τα σχετικά μου και ο μπάρμαν έδειξε ότι του άρεσα. Ήταν ένας μεγαλόσωμος τύπος – πολύ μεγαλύτερος από εμένα – και είχε ένα είδος υπερβολικού υπερ-αρρενωπού κομπασμού πάνω του. Ήταν στα μέσα των τριάντα του. Τραχύς. Του έλειπε ένα μπροστινό δόντι. Ενσάρκωνε αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν “joli-laid”: όμορφα άσχημος. Σκέφτηκα ότι ήταν τέλειος.

Μου έφερε τη μπίρα μου και προσφέρθηκε να μου κάνει μια ιδιωτική ξενάγηση στο κλαμπ. Τον ακολούθησα στη δαιδαλώδη διαρρύθμιση, περνώντας ανάμεσα από σώματα και πούτσους, σταματώντας περιστασιακά για να μας χουφτώσουν ή να μας γλύψουν ή να μας φιλήσουν. Καθώς συνεχίζαμε με την ξενάγησή του, μπορούσα να αισθανθώ ότι με κατηύθυνε κάπου συγκεκριμένα. Μπορούσα να πω ότι υπήρχε κάποιο σχέδιο σε εξέλιξη, αλλά ήμουν εντάξει με αυτό. Σκεφτόμουν: “αυτή θα είναι η ιστορία που γάμησα έναν μπάρμαν στο The Manhole”.

Κάποιες στιγμές, ένιωθα λες και πηγαίναμε προς τα κάτω αλλά δεν μπορούσα πραγματικά να είμαι βέβαιος. Αυτά τα κλαμπ είναι τόσο καλά με το να σου γαμάνε την αίσθηση του χώρου – πολύ σύντομα αισθάνεσαι λες και βρίσκεσαι στο πουθενά. Και είσαι ευγνώμων για αυτό το συναίσθημα. Κατά κάποιον τρόπο, η σύγχυση γύρω σου για το πού βρίσκεσαι στο χώρο κάνει το σεξ να είναι πιο ιδιαίτερο. Τελικά καταλήξαμε σε ένα άδειο μισοσκότεινο δωμάτιο. Έκλεισε την μεταλλική πόρτα. Το πάτωμα ήταν φτιαγμένο από χώμα, οι τοίχοι από γυμνά τούβλα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από τους δυο μας και έναν φωτεινό γλόμπο να κρέμεται από το ταβάνι. Ο μπάρμαν με κοίταξε στα μάτια. Είπε: “αυτό είναι το fight club μας”. Και, σε μια από εκείνες τις λαμπρές στιγμές υπερπραγματικότητας, το δωμάτιο που έμοιαζε τόσο παράξενο και προκαλούσε σύγχυση ξαφνικά έμοιαζε ακριβώς με κάτι που βγήκε από το Fight Club. Η αναφορά στην ταινία με έκανε να αισθανθώ λίγο πιο ασφαλής. Κάτι που έμοιαζε με λεκέ από αίμα έβγαινε από το βρόμικο πάτωμα. Ο μπάρμαν έβγαλε το jock του – ο πούτσος του ήταν ταιριαστά εκπληκτικός – και μου ζήτησε να του βαρέσω μια γροθιά στα μούτρα.

Όταν λέω την ιστορία μου από το Manhole, αυτή συνήθως τελειώνει εδώ. Γελάω και χαμογελάω με έναν τρόπο που σημαίνει “δεν είναι ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ η Νέα Υόρκη;”, υπονοώντας ότι συνήλθα και επέτρεψα στον κανονικό κόσμο, ανακουφισμένος που βρήκα τον δρόμο μου πίσω στο φως έπειτα από μια τέτοια σκοτεινή επαφή. Η ιστορία που σπάνια λέω στον κόσμο είναι ότι, στην πραγματικότητα, τον βάρεσα. Κάμποσες φορές μάλιστα. Η ιστορία που σπάνια λέω στον εαυτό μου είναι τον άφησα να με βαρέσει.

Ο Φρόιντ είχε τη θεωρία ότι υπάρχει ένας δυϊσμός στην ανθρώπινη φύση που αναδύεται από δύο βασικά ένστικτα: Έρως και Θάνατος. Έβλεπε στον Έρωτα το ένστικτο για ζωή, αγάπη και σεξουαλικότητα. Στον Θάνατο, έβλεπε το ένστικτο για θάνατο, επιθετικότητα και βία. Ο Έρως είναι η ορμή προς την έλξη, τη δημιουργία και την αναπαραγωγή. Ο Θάνατος προς την αποστροφή, την καταστροφή και τον θάνατο. Το φως. Το σκοτάδι. Το ενδιαφέρον σε αυτά τα ένστικτα, προτείνει ο Φρόιντ, είναι ότι δεν μπορούν να υπάρχουν χωριστά το ένα από το άλλο. Στην πραγματικότητα, Έρως και Θάνατος είναι στενοί ομόκλινοι που τροφοδοτούν και ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλον. Μέσα σε κάθε ερωτική παρόρμηση, υπάρχει μια δύναμη καταστροφής. Μέσα σε κάθε δύναμη καταστροφής, υπάρχει μια ερωτική δύναμη. Αυτό είναι το παράδοξο της ανθρώπινης φύσης.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου ως γκέι άντρας, έχω ενσαρκώσει διάφορες αντιλήψεις και θέσεις σε σχέση με το σεξ. Υπήρξα ο τύπος σε μονογαμικές σχέσεις που προσπαθούσε να ζήσει μια κανονιστική/ρομαντική σχέση, παγιδευμένος στη ντροπή για τις σεξουαλικές επιθυμίες μου έξω από το ζευγάρι. Υπήρξα το σεξουαλικά απελευθερωμένο/sex-positive τσουλί που περήφανα επιδείκνυε την ανοιχτή σεξουαλικότητά του. Έχω εμπλακεί σε ασφαλέστερο σεξ, επικίνδυνο σεξ, πορνογραφικό σεξ, ρομαντικό σεξ, σκληρό σεξ, vanilla σεξ, ταμπού σεξ – καταλαβαίνετε. Έχω φτάσει σε διάφορα άκρα και τίποτα δεν μου ταίριαξε. Η σεξουαλικότητά μου έχει παραμείνει μυστηριώδης, απύθμενη, χαοτική και ουσιαστικά άγνωστη σε μένα. Συχνά, η σεξουαλικότητά μου μου έφερε έξαψη και χαρά. Και, κάποιες φορές, με τρόμαξε.

(…) Ο Sky Gilber άρθρωσε μια υπόθεση σεξουαλικής απελευθέρωσης βασισμένη στην αναζήτηση της απόλαυσης. Μας θυμίζει μια “σημαντική ριζοσπαστική χίπικη ιδέα” η οποία ήταν “η αντίληψη ότι η απόλαυση είναι πάντοτε καλό πράγμα – και η σωματική απόλαυση (ιδιαίτερα) μια θετική αξία που αξίζει να αναζητήσεις για τους δικούς της λόγους”. Ανατράφηκα με αυτό το ήθος. Όπως μου έλεγε καθησυχαστικά ο πατέρας μου όταν διαπίστωσε ότι είχα ανακαλύψει πώς να αυνανίζομαι: “αν νιώθεις ωραία, τότε κάν’το”.

Η πολιτική πίσω από αυτή τη θέση είναι ότι καλά πράγματα θα προκύψουν από αυτό το καλωσόρισμα της απόλαυσης στις ζωές μας. Αυτά τα καλά πράγματα θα περιλαμβάνουν συμπόνια για τους άλλους, ισοτιμία, αγάπη για τον εαυτό μας, σεβασμό και ανοχή. Το κακό στον κόσμο, σύμφωνα με αυτή την πολιτική, είναι το αποτέλεσμα των απολυταρχικών και ηγεμονικών πολιτισμικών και πολιτικών δυνάμεων που επιζητούν να μας ελέγξουν, απωθώντας μας από τα αυθεντικά κέντρα απολαύσεών μας και αντικαθιστώντας τα με ντροπή, φθόνο και μίσος. Η κοινωνία διαστρέφει τη φύση μας, λέει ο χίπης, απομακρύνοντάς μας από την απόλαυσή μας.

Θα ήθελα να πιστεύω ότι αυτό αληθεύει – ότι ένας από τους τρόπους για μια πιο δίκαιη κοινωνία είναι να λαμβάνουμε υπόψη την αδέσμευτη αναζήτηση της συναινετικής απόλαυσης. Κι όμως, πιστεύω ότι η φύση μου δεν είναι τελείως θετική απέναντι στη ζωή. Στην πραγματικότητα, γνωρίζω ότι η φύση μου είναι επίσης καταστροφική. Αντλώ απόλαυση με το να είμαι καταστροφικός όσο κι όταν αντλώ απόλαυση με το να είμαι δημιουργικός. Το έργο μου ως ανθρώπινη ύπαρξη είναι να με κάποιον τρόπο να διαπραγματευτώ και να επιβιώσω από αυτές τις αντικρουόμενες δυνάμεις για όσο περισσότερο αντέχω.


BrendanExterior

Ζούμε σε μια κουλτούρα που έχει εμμονή με την υγεία. Σωματική υγεία. Ψυχική υγεία. Συναισθηματική υγεία. Η υγεία είναι ηθική αξία. Η μη-υγεία σου είναι σημάδι κάποιας προσωπικής ηθικής αποτυχίας: δεν φρόντισες τον εαυτό σου, δεν έφαγες τα σωστά πράγματα, δεν σκέφτηκες τα σωστά πράγματα, δεν έκανες τα σωστά πράγματα, δεν περιέβαλλες τον εαυτό σου με τα σωστά πράγματα. Μερικά χρόνια πριν, ζούσα με καρκίνο των όρχεων. Δεν μπορείς να φανταστείς τις μαλακίες που έπρεπε να ακούω από ανθρώπους που προσπαθούσαν να αποδώσουν τον καρκίνο σε κάποιο είδος αποτυχίας – δεν έτρωγα βιολογικά γιατί δεν με ένοιαζε αρκετά για τον εαυτό μου. Κρατούσα το τηλέφωνό μου υπερβολικά κοντά στα αρχίδια μου γιατί αδιαφορούσα υπερβολικά για τις προειδοποιήσεις για την ακτινοβολία, κατέπνιγα τα συναισθήματά μου γιατί δεν είχα μάθει ποτέ να διεκδικώ με τον σωστό τρόπο για τον εαυτό μου, κλπ. – ενώ η αλήθεια είναι ότι οι γιατροί υποψιάζονταν ότι απέκτησα τον όγκο επειδή ήμουν φανατικός ποδηλάτης. Η επαναλαμβανόμενη τριβή της σέλας στο δεξί αρχίδι μου ήταν ο πραγματικός φταίχτης.

Η γκέι ανδρική κουλτούρα είναι ιδιαίτερα επιρρεπής σε αυτή την κοινωνική εμμονή με την υγεία. Πάμε γυμναστήριο για να δείχνουμε υγιείς. Πρέπει να αποδεικνύουμε στην κοινωνία ότι οι σχέσεις μας είναι υγιείς. Οφείλουμε να γαμιόμαστε με υγιή τρόπο. Οφείλουμε να έχουμε υγιή αυτοπεποίθηση και αγάπη για τον εαυτό μας και να είμαστε για πάντα περήφανοι.

Αλλά δεν είμαι πάντα υγιής. Δεν νιώθω πάντα υγιής. Δεν σκέφτομαι πάντα υγιώς. Δεν συμπεριφέρομαι πάντα υγιώς. Δυσανασχετώ με την πίεση να είμαι υγιής. Νιώθω ελεγχόμενος από την πίεση να είμαι υγιής. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ με την κοινωνική και ηθική αξία του “υγιούς”. Το σώμα και η φύση μου απλά δεν με αφήνουν. Με βρίσκει ο καρκίνος. Χτυπάω και χτυπιέμαι στα υπόγεια των σεξ κλαμπ. Κάνω επιλογές και φτιάχνονται επιλογές για εμένα που είναι σε εισαγωγικά ανθυγιεινές.

Ως ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός queer θεάτρου, συχνά παλεύω με την ερώτηση της αναπαράστασης. Με αυτό εννοώ ότι νιώθω μια τεράστια ευθύνη (και πίεση) να αναπαραστήσω στην queer κουλτούρα κάτω από ένα φως που θα προαγάγει τη θέση μας στην κοινωνία. Αυτό συχνά σημαίνει τον εορτασμό των θετικών απόψεων της κουλτούρας μας – τη χαρά μας, την ανθεκτικότητά μας, την ποικιλομορφία μας, τη δύναμή μας, το πείσμα μας, τη δημιουργικότητά μας, την θετικότητά μας. Αυτές είναι όψεις της κοινότητας μας τις οποίες αγαπώ. Αυτές είναι όψεις της προσωπικότητάς μου που μου αρέσει να σκέφτομαι ότι τις κατέχω. Όμως, ως ανθρώπινη ύπαρξη, μάχομαι επίσης με το σκοτάδι, τη θλίψη, τη βία, την οργή, την μοναξιά και τον φόβο. Αυτά τα συναισθήματα συχνά συγκρούονται με το φως που αισθάνομαι ότι οφείλω να φέρω στον κόσμο. Μερικές φορές θέλω να καταστρέψω πράγματα. Να χαλάσω πράγματα. Να αναστατώσω πράγματα. Να αποτύχω μαζικά. Να τα γαμήσω όλα τελείως. Να είμαι κακός. Να με μισούν. Γιατί αυτό αξίζω. Πού μπορώ να βάλω αυτά τα συναισθήματα; Ως ένας ηγέτης στην queer κοινότητα, που ανήκουν αυτά τα συναισθήματα; Μπορεί ένας ηγέτης να είναι επίσης και μαζοχιστής;


Συγχρονισμός επί τω έργω: αυτήν την τελευταία εβδομάδα μιλούσα με κάποια από τα παιδιά μου για το σεξ και την queer ταυτότητα, πώς παρεμβαίνει η διάθλαση στην συγκρότηση των εαυτών μας. Ο Pony κι εγώ περάσαμε κάμποση ώρα φωτογραφίζοντας ένα τοπικό πουτανί. Σε κάποια στιγμή είπα στον Pony, “Προχώρα” και, ξέροντας ακριβώς τι εννοούσα, ο Pony έβαλε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της πουτάνας και πίεσε. Είπα “Πιο σφιχτά” και το χέρι του Pony έσφιξε περισσότερο.

Βρισκόμουν ανάμεσα στα σκέλια της πουτάνας και ο πούτσος μου γινόταν σκληρός – όπως και του Pony. Είπα στην πουτάνα “Δεν νομίζω ότι πρόκειται να σε σκοτώσουμε”, και αυτός είπε “Εντάξει με αυτό”.

Αργότερα μίλησα με το παιδί και τον ρώτησα πώς θα προσδιόριζε τον εαυτό με μία λέξη. “Αυτός που δίνει ευχαρίστηση” [pleaser]. Ο Pony κι εγώ μιλήσαμε γι’ αυτόν συλλογιζόμενοι τη σύνδεση μεταξύ θανάτου και έρωτα, την αποτρόπαιη απόλαυση να έχεις έναν άντρα να θέτει ηθελημένα τη ζωή του στα χέρια σου. Όταν τσέκαρα το email μου υπήρξε μια σημείωση από έναν τύπο στο Τορόντο που έστελνε ένα link για την παραγωγή του PIG.

– Paul Morris, πορνογράφος και παραγωγός της Treasure Island Media, το μεγαλύτερο bareback πορνογραφικό στούντιο στις ΗΠΑ.


Αναρωτιέμαι τι λέει το PIG για την κοινότητά μας. Αναρωτιέμαι τι λέει το PIG για το να είναι κανείς ζωντανός σήμερα. Αναρωτιέμαι τι λέει το PIG για το μέλλον μας. Αλλά περισσότερο, αναρωτιέμαι τι λέει το PIG για μένα. — BH


Η θεατρική παράσταση PIG ανέβηκε στο Buddies της Νέας Υόρκης, από 19 Σεπτεμβρίου μέχρι 6 Οκτωβρίου 2013.

Το κείμενο είναι του Brendan Healy. Ο BH είναι καλλιτεχνικός διευθυντής στο Buddies in Bad Times Theatre και ο σκηνοθέτης του PIG. Μπορείτε να βρείτε τις σημειώσεις του σκηνοθέτη για την παράσταση εδώ και μπορείτε να τον ακολουθήσετε στο twitter στο @Brendan_Healy.

Η εικόνα του Brendan Healy τραβήχθηκε από την Nina Arsenault. Οι υπόλοιπες είναι από το tumblr. Το άρθρο εμφανίστηκε στο site του Buddies in Bad Times Theatre.

Πώς να είστε γκέι (1)

Το 2000 ο David M. Halperin ξεκίνησε να διδάσκει ένα μάθημα στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν με τίτλο “Πώς να Είστε Γκέι: Ανδρική Ομοφυλοφιλία και Μύηση”. Ήταν η αρχή από ένα εθνικό σκάνδαλο: εκτός από την πλημμύρα απειλητικών email που υπήρξε, δεξιές χριστιανικές οργανώσεις και πολιτικοί προσπάθησαν να σταματήσουν την χρηματοδότηση του πανεπιστημίου του, ενώ είχε την τιμή να τον καταγγείλει το εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο Fox News (και κάποιο κομμάτι του γκέι τύπου). Αρκετά χρόνια μετά, μετά το τέλος του μαθήματος, το βιβλίο “How To Be Gay” συνοψίζει τις πολιτικές θέσεις του διδάσκοντος στο ζήτημα, τις εμπειρίες του από τη διδασκαλία και – φυσικά – περιέχει πάνω από 400 σελίδες “διδακτέας ύλης”.

Στα πλαίσια μιας συζήτησης που οργανώνεται, θα παραθέσουμε μεταφρασμένα τα δύο πρώτα κεφάλαια μετά την εισαγωγή, όπου ο συγγραφέας αναπτύσσει τις θέσεις του για την γκέι ανδρική κουλτούρα, το ζήτημα του γκέι ως σεξουαλικό προσανατολισμό, το queer, τα στερεότυπα, την αφομοίωση και τις πολιτικές ταυτοτήτων.

Ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο. Η εικονογράφηση και οι λεζάντες είναι σχόλια του μεταφραστή.

book coverHow To Be Gay
David M. Halperin
Harvard University Press (2012)
ISBN-10: 0674066790
ISBN-13: 978-0674066793
Ο David M. Halperin καθηγητής της Ιστορίας και Θεωρίας της Σεξουαλικότητας στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, Ann Arbor, ΗΠΑ.

“Δεν ωφελεί να προσπαθείς να ερμηνεύσεις το παρόν με εργαλεία του παρελθόντος” (Ανώνυμος, στο internet)

(…) Σε όλη μου τη ζωή, μου λέγανε ότι δεν έχω ιδέα πώς να είμαι γκέι. Προφανώς, δεν έχω ελπίδα όσον αφορά το ζήτημα, είμαι μια θλιβερή αποτυχία ως γκέι άντρας. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που βρήκα την δημοσιότητα σε σχέση με τον κύκλο μαθημάτων τόσο ντροπιαστική. Με εξέθεσε στην κοροϊδία αρκετών φίλων μου, τόσο των στρέητ όσο και των γκέι. “Από πότε”, ενίσταντο, “έχεις εσύ τα προσόντα για να διδάξεις σε ανθρώπους πώς να είναι γκέι; Τι ξέρεις για αυτό; Ψιτ, απλά δες πώς ντύνεσαι! Εγώ θα τα πήγαινα καλύτερα. Τώρα που το σκέφτομαι, εγώ θα έπρεπε να διδάσκω αυτό το μάθημα”. Αρκετοί φοιτητές στην πάροδο των χρόνων έκαναν παρόμοιες παρατηρήσεις, άλλοτε πιο ευγενικές κι άλλοτε όχι τόσο.

Αλλά το νόημα του μαθήματός μου δεν ήταν να προσφέρω πρακτικές οδηγίες στο πώς να είσαι ένας επιτυχημένος γκέι άντρας, πολύ λιγότερο να παρέχω ένα ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση. Ούτε είναι αυτό το νόημα αυτού του βιβλίου. Οδηγίες αυτού του τύπου βρίσκονται διαθέσιμες σε αφθονία αλλού. Αυτό το βιβλίο δεν σκοπεύει να ανταγωνιστεί, για παράδειγμα, το Swish: My Quest to Become the Gayest Person Ever and What Ended Up Happening Instead του Joel Derfner, το Gaydar: The Ultimate Insider Guide to the Gay Sixth Sense του Donald Reuter, το How the Homosexuals Saved Civilization: The True and Heroic Story of How Gay Men Shaped the Modern World της Cathy Crimmins, το The Unofficial Gay Manual του Kevin DiLallo, το The Homo Handbook: Getting in Touch with Your Inner Homo: A Survival Guide for Lesbians and Gay Men της Judy Carter, το The Culture of Desire: Paradox and Perversity in Gay Lives Today του Frank Browning, το The Rise and Fall of Gay Culture του Daniel Harris, το The End of Gay: And the Death of Heterosexuality του Bert Archer ή ακόμα την κλασική έρευνα Culture Clash: The Making of Gay Sensibility του Michael Bronski. Αυτό το βιβλίο, όπως και το μάθημά μου, ονομάζεται Πώς Να Είστε Γκέι γιατί αυτή η φράση ονομάζει το θέμα, το φαινόμενο, το πρόβλημα το οποίο θέλω να εξερευνήσω και να κατανοήσω – δηλαδή, την ίδια την αντίληψη ότι υπάρχει ένας ορθός τρόπος να είσαι γκέι, ότι η ανδρική ομοφυλοφιλία δεν είναι μόνο μια σεξουαλική πρακτική αλλά και μια πολιτισμική πρακτική επίσης, ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ σεξουαλικότητας και κοινωνικής ή αισθητικής φόρμας.

Ακριβώς επειδή μου έχουν πει τόσο συχνά πόσο κακός είμαι στο να είμαι γκέι, και πόσο πολύ έχω ανάγκη να μάθω “να είμαι γκέι”, είναι που βρίσκω την ώθηση αυτών των τεσσάρων μικρών λέξεων τόσο γεμάτη ενδιαφέρον. Ήθελα εδώ και πολύ καιρό να καταλάβω ακριβώς τι εξέφραζε αυτή η μυστηριώδης προστακτική – τι νόημα θα είχε αν ισχυριζόσουν ότι υπάρχει ένας σωστός τρόπος να είσαι γκέι, ένας τρόπος που πρέπει να μαθευτεί ακόμα (ή ιδιαίτερα) κι από τους ίδιους τους γκέι άντρες.

Ας γίνω ξεκάθαρος, λοιπόν: Δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω κάποια ιδιαίτερη, αυτόχθονη επίγνωση που με καθιστά αρμόδιο να λέω σε άλλους ανθρώπους πώς να είναι γκέι. Η σχέση μου με την γκέι κουλτούρα είναι αυτή ενός μαθητή, όχι ενός ειδικού. Συνεχίζω να νιώθω ξένος σε σχέση μαζί της. Οι τρόποι που λειτουργεί δεν μου είναι προφανείς. Δεν βρίσκω οτιδήποτε διαισθητικό σε αυτούς. Η γκέι ανδρική κουλτούρα παραμένει ένα αίνιγμα, τη δυσνόητη λογική του οποίου θα συνεχίσω να θέτω διαρκώς σε απορία. Κάποιες από τις λεσβίες φίλες μου, και ορισμένοι από τους ταλαντούχους στρέητ φίλους μου επίσης, πιάνουν καλύτερα το νόημά της. Και υπάρχουν άφθονοι γκέι άντρες, διαφόρων ηλικιών, που είναι βαθιά έμπειροι στην γκέι ανδρική κουλτούρα – που δείχνουν να έχουν γεννηθεί εντός της και που μιλούν τη γλώσσα της γκέι συναίσθησης σαν να ήταν η μητρική τους. Αυτοί είναι που πραγματικά θα έπρεπε να έχουν εφεύρει το μάθημά μου. Και οι οποίοι θα έπρεπε να γράφουν αυτό το βιβλίο. Είμαι βέβαιος ότι θα έκαναν πολύ καλύτερη δουλειά.

Ή ίσως όχι. Εάν στην πραγματικότητα δεν κάνουν αυτό το έργο οι ίδιοι, μπορεί να οφείλεται σε έναν πολύ καλό λόγο. Στο κάτω κάτω, δεν υπάρχει ζήτημα ότι δεν έχουν να πουν οτιδήποτε για την γκέι ανδρική κουλτούρα. Επιπρόσθετα των συγγραφέων και των βιβλίων που παρέθεσα πιο πριν, αμέτρητοι γκέι άντρες έχουν γράψει πολυμαθείς, ελκυστικές, υπέροχα λεπτομερείς σπουδές για τον κινηματογράφο του Χόλιγουντ, το μιούζικαλ του Μπρόντουεϊ, την grand opera, την κλασική και pop μουσική, το στιλ και τη μόδα, την εσωτερική διακόσμηση και τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Αλλά, με λίγες σημαντικές εξαιρέσεις (που θα συζητήσω σε επόμενα κεφάλαια), δεν έχουν πει σχεδόν τίποτα για τη σχέση μεταξύ γκέι ανδρών και εκείνων των αισθητικών φορμών, και την gayness εκείνων των όχι γκέι φορμών, ή για τους λόγους της προσωπικής επένδυσης γκέι ανδρών σε αυτές. Γιατί για αυτούς, το δίχως άλλο, η γκέι ανδρική κουλτούρα δεν είναι ζήτημα. Δεν είναι ξένη για αυτούς, και επομένως δεν χρειάζεται να καταβάλουν προσπάθεια να την κατανοήσουν. Την κατανοούν ήδη. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν αισθάνονται κάποια ιδιαίτερη παρόρμηση να την εξηγήσουν, είτε στον εαυτό τους είτε σε άλλους.

Ή, σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που όντως προσπαθούν να την εξηγήσουν, τείνουν να μιλούν σε μια έμφυτη γλώσσα εσωτερική στη γκέι κουλτούρα που προσπαθούν να εξηγήσουν, χρησιμοποιώντας εγχώριες έννοιες. Σπάνια αναφέρονται σε μια κριτική γλώσσα εξωτερική της γκέι κουλτούρας – που πάει να πει, μια μετα-γλώσσα. Αλλά αν δεν χρησιμοποιείς μια κριτική μετα-γλώσσα, καταλήγεις απλά να περιγράφεις ξανά την κουλτούρα με τους δικούς της όρους. Αντί να εξηγείς τα αίτια για τα τα κεντρικά χαρακτηριστικά της, απλά τα επαναδηλώνεις και τα αναπαράγεις.

Επομένως, θα είμαι αναγκασμένος να δώσω τις εξηγήσεις.

The Social Triumph of the Sexual Will

Αντί να λέμε αυτά που λέγαμε κάποτε, “Ας προσπαθήσουμε να επανεισαγάγουμε την ομοφυλοφιλία στο γενικό πρότυπο των κοινωνικών σχέσεων”, ας πούμε το αντίστροφο – “Όχι! Ας δραπετεύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από το είδος των σχέσεων που προτείνει η κοινωνία για εμάς και ας προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε στον κενό χώρο όπου είμαστε νέες σχεσιακές δυνατότητες.” Προτείνοντας ένα νέο σχεσιακό δικαίωμα, θα δούμε ότι οι μη ομοφυλόφιλοι άνθρωποι μπορούν να εμπλουτίσουν τις ζωές τους αλλάζοντας το δικό τους σύστημα σχέσεων.

Michel Foucault, “The Social Triumph of the Sexual Will”