Κουκλάρες γεια σου. Όταν ήµουνα γυµνάσιο ήταν καλοκαίρι και είχε εθνικές εκλογές και ήµουν στο χωριό στα σέρρασ και καθόµουνα στη ντισκοτέκ σε ένα σκαµπό ψηλά και κοιτούσα που χορεύανε. Και ήρθε ένα παιδί πιο µεγάλο που δεν ήτανε απο το χωριο µαλλον απο τη γερµανία ητανε ηρθανε να ψηφισουν και µε πηρε απο το χερι και µε πηγε πιστα καιχορευαµε µαντονα ολη ωρα. Και ολο µε κοίταγε στα µατια και εκανε κατι πολυ ωραια κουνιότανε ωραια κι εγώ ελιωνα. Και φοβοµουνα πολυ γιατι στο αλλο το χωριο στη χαλκιδικη ξερανε τα παιδια ειµαι πουστης και χαλια πολύ. Και φοβοµουνα οτι θα γίνω παλι πουστης και εφυγα. Ενω αυτός ήθελε εµένα πούστη. Εγω θέλω µονο να µασαω τσιχλα και να ντυνουµαι ωραια και να πηγαινοµε για ντανσινγκ και αγόρια και να είναι ωραία. Γίνεται; Δεν γίνεται. Δεν γινεται πχια για µένα γιατι ετεροκανονικοτητα. Με σκοτώσανε κανονικά. Με ακρωτηριασανε. Βία. Κι εγινα σαν κι αυτες στο The Hours που φωναζουν my life has been stolen from me κι έχω υστερίες και δεν µπορώ αναπνέω. Κι απέξω δεν καταλαβαινεις τιποτας αλλα αφτοι είναι µεσα µου και µε τρώνε κρατάνε την καρδγια µου την αναπνοή µου τα µελη µου το µυαλό κι όλο λέω αµα γκαβλώσω πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ θα ξεφύγω από τον ελεγχο και λεει κανω “γαµάτο σεκς” αλλά εγώ θέλω το αγόρι απο τη γερµανία και να φυγοµε ντισκοτεκ µαζι και να πονάνε παπούτσια από τον χορό. Γίνεται; Δεν γίνεται. Γαµώ τόν χριστό και την παναγία σας i’ll blow your head off γιατί κουκλάρα. grow up επιτέλους και γίνε λίγο πιο κουλ κι όχι τόσο ροµαντικ, αλλά εγώ δεν αντέχω αυτό το σφαγείο κι ό,τι θέλω θα κάνω.
Latest Posts
POLI KALH FASH 1
The Doom Generation (1995) by Greg Araki
Μαύρο
Πάλι τα ίδια. Άλλος ένας. Μόλις τον είδα σταύρωσε τα πόδια του και έστρεψε το βλέμμα του επιτηδευμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είχε συνηθίσει τα βλέμματα αποστροφής. Όχι ότι δεν τον πείραζε -κάθε φορά ήταν σαν κάτι να σφίγγοταν μέσα του, αλλά, να, είχε συνηθίσει πως έτσι είναι, πως έτσι θα είναι.
Είναι άλλοι δύο πιο πέρα, κάθονται στα σπαστά καρεκλάκια τους κάτω από την ομπρέλα, μιλάνε και χαχανίζουν, ίσως να καταφέρει να δει ανάμεσα στα σκέλια τους. Περνάει από μπροστά τους, ούτε πολύ κοντά -δεν θέλει να τους τρομάξει, αλλά ούτε πολύ μακρυά -θέλει να δει. Το βλέμμα του κεντράρει, δεν έχουν νόημα οι ντροπές, πρώτα κοιτάζει στα αρχίδια του ενός, μετα στου άλλου.
Έφτασε στο τέρμα του κολπίσκου. Έχει κόσμο σήμερα, είναι που είχε συννεφιά τις προηγούμενες μέρες και ήρθαν όλοι μαζεμένοι. Θα ανέβει επάνω, θα το κάνει κι ας μην τον βαστούν τα γόνατά του. Θα ανέβει επάνω στους λόφους, να πάρει μάτι από ψηλά.
Εδώ τα βράχια θέλουν προσοχή. Μικρά βήματα, αργά, μην χάσει την ισορροπία του. Δεν είναι που τον νοιάζει μην γίνει ρεζίλι. Μην σπάσει τίποτα, μην τον βρει κάνα μεγαλύτερο κακό, αυτό τον νοιάζει. Ένα βήμα ακόμα. Δεν έπρεπε να την είχε κάνει εκείνη την γαμημένη την εγχείρηση. Πονούσε πριν, αλλά τουλάχιστο τις καλές μέρες τα βήματά του ήταν σταθερά. Τώρα τα βήματά του ήταν σαν μικρού παιδιού. Κάθε βήμα μια επικείμενη πτώση. Ένα βήμα ακόμα.
Ξαποσταίνει μια στιγμή, να πάρει μιαν ανάσα. Γυρνά το βήμα του προς τα πίσω. Ο ένας από τους δυό σηκώνεται για βουτιά. Όρθιος είναι σαν άγαλμα. Σε κάθε εκατοστό του σώματός του διαγράφονται μύες ή κόκκαλα. Ατόφια η δύναμη της νιότης, η δύναμη της ομορφιάς. Με δυό βήματα βουτάει στην θάλασσα. Τόση ομορφιά, τόση ομορφιά πονάει. Να τον περιμένει να βγει έξω για να τον δει καλά και από μπροστά; Έχει ήδη αρχίσει να ζαλίζεται απ’τον ήλιο, πόσες ώρες είναι εδώ; Μία; Δύο; Ο μικρός φωνάζει από την θάλασσα κάτι στον φίλο του. Ακόμα και η φωνή του είναι όμορφη. Το γέλιο του, το χαμόγελό του. Πόσο νά΄ναι; Εικοσιέξι- εικοσιεφτά;
Δεν το περίμενε ότι θα έφτανε κοντά στο ογδόντα. Με αδύναμα πόδια, με αδύναμη καρδιά, με την σάρκα του να φλέγεται ακόμα, πορνόγερος, ανώμαλος -ήξερε τι είναι, ήξερε πως φαίνεται στους άλλους. Ο μικρός βγήκε έξω, πλησιάζει στον φίλο του, κάτι λένε, τον κοιτάνε και γελάνε. Η ντροπή είναι πολυτέλεια πια. Είχε συνηθίσει. Θα προχωρήσει. Θα ανέβει στους λόφους από επάνω. Προσεκτικά μόνο, μην πέσει. Τι ώρα είναι; Προλαβαίνει. Ένα βήμα ακόμα.
Του tsarlatann
Η βούληση για μια LGBT+ κοινότητα
Αντί να λέμε αυτά που λέγαμε κάποτε, “Ας προσπαθήσουμε να επανεισαγάγουμε την ομοφυλοφιλία στο γενικό πρότυπο των κοινωνικών σχέσεων”, ας πούμε το αντίστροφο – “Όχι! Ας δραπετεύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από το είδος των σχέσεων που προτείνει η κοινωνία για εμάς και ας προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε στον κενό χώρο όπου είμαστε νέες σχεσιακές δυνατότητες.” Προτείνοντας ένα νέο σχεσιακό δικαίωμα, θα δούμε ότι οι μη ομοφυλόφιλοι άνθρωποι μπορούν να εμπλουτίσουν τις ζωές τους αλλάζοντας το δικό τους σύστημα σχέσεων.
Michel Foucault, “The Social Triumph of the Sexual Will”
Στο ντοκιμαντέρ “We Were Here” (2011) του David Weissman καταγράφεται η εμφάνιση του ιού HIV στην γκέι κοινότητα του Σαν Φρανσίσκο στις αρχές των 80s, μέσα από τις αφηγήσεις ορισμένων γυναικών και ανδρών που επέζησαν της επιδημίας.
Παρά τα ενδιαφέροντα ντοκουμέντα, τα πλάνα αρχείου, τις συγκινητικές προσωπικές (ή όχι τόσο προσωπικές) ιστορίες των πρωταγωνιστών, επιλέγουμε να σταθούμε σε αυτές τις τρεις λέξεις του τίτλου: We. Were. Here. Εμείς. Βρισκόμασταν. Εδώ.

Ποιους/ποιές περιλαμβάνουμε και τι αισθανόμαστε όταν λέμε “Εμείς;”. Υπονοεί και διεκδικεί κάτι το “Βρισκόμαστε/Υπάρχουμε” πέρα από το ότι αναπνέουμε και είμαστε βιολογικά ζωντανοί; Και τι είναι το “Εδώ”; Τα “δικά μας” μέρη, τα “δικά μας” στέκια, οι “δικές μας” πιάτσες ή μήπως “η δική μας” ολόκληρη πόλη;
Ο ιός HIV, αταυτοποίητος και δίχως όνομα ακόμη, επισκέφθηκε το 1978 μια ηδονιστική συνάθροιση γκέι αντρών σε μια συγκεκριμένη πόλη, με γκέι δρόμους, γκέι γειτονιές, γκέι μαγαζιά, γκέι κινηματογράφους, ίσως με γκέι νοοτροπία, σίγουρα όμως με αρκετούς γκέι ανθοπώλες και ακόμα περισσότερο γκέι σεξ. Το 1978 αν ήσουν γκέι άντρας, τότε ο προορισμός και το τραγούδι στο ράδιο ήταν ένα: “If you’re going to San Francisco…”. Η επίσκεψη του HIV στο Σαν Φρανσίσκο, επέφερε ένα μετασχηματισμό σε αυτή τη συνάθροιση ανθρώπων: τους μετέτρεψε οριστικά και πέρα από κάθε αμφιβολία σε μια κοινότητα.
Αν στον πυρήνα μιας κοινότητας βρίσκεται η έννοια μιας κοινής ταυτότητας, τότε ο ιός της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας ήταν η πηγή αυτής της ταυτότητας ίσως με έναν αμείλικτα ουσιοκρατικό τρόπο. Ο “Γκέι Καρκίνος”, “GRID – Ανοσολογική Ανεπάρκεια Σχετιζόμενη με τους Γκέι”, θα έρθει να σε βρει, κάποιοι λένε ότι “το αξίζεις” κιόλας, “καλά να πάθεις”… Υπό αυτή την έννοια, οι νέες κοινωνικές σχέσεις, ο ακτιβισμός και ο πολιτικός λόγος που άνθησαν την εποχή εκείνη, ήταν ο θρίαμβος της πολιτικής ταυτοτήτων (identity politics).
Σήμερα, όπου λ.χ. ο HIV/AIDS δεν σημαίνει απαραίτητα καταδίκη σε θάνατο, ποιες είναι οι ανάγκες και ποιες οι επιταγές για την ύπαρξη μιας τόσο στιβαρής και ταυτοτικά ορισμένης κοινότητας; Πριν προχωρήσουμε σε μια συζήτηση για το τι πρέπει να αφήσουμε στην άκρη ώστε να ανήκουμε σε μια κοινότητα, πριν αναρωτηθούμε αν υιοθετούμε στρατηγικά και με πολιτικούς όρους το φάσμα της ουσιοκρατίας πίσω από κάθε ταυτότητα, πριν νιώσουμε μια μεταμοντέρνα νοσταλγία για αυτό το “Εμείς” που, όπως φαίνεται, είτε “υπήρχε” σε μιαν άλλη εποχή και σε έναν άλλο τόπο, είτε είναι ευχή και απελευθερωτικό όραμα για ένα απροσδιόριστο μέλλον, πριν συζητήσουμε αν ένα υποκείμενο συγκροτείται μόνο-του ή με-άλλους, θα θέλαμε να προτείνουμε το εξής:
Δεν έχει τόσο σημασία κάποιος υποτιθέμενος προγραμματικός σκοπός μιας κοινότητας, ούτε το τι θα αφήσεις και τι θα πάρεις μαζί σου για να ανήκεις σε αυτή και να απολαμβάνεις την ασφάλεια που σου παρέχει. Σημασία δεν έχει μόνο τι θα μάθεις, αλλά τι θα ξε-μάθεις. Τι θα ξε-χάσεις, τι θα ξε-παστρέψεις, τι θα ξε-βολέψεις, τι θα ξε-θεμελιώσεις. Διαβάζουμε την ιστορία ανάμεσα στις γραμμές: Η ιστορία των ομοφυλόφιλων γυναικών στο We Were Here, οι οποίες έγιναν οι αιμοδότριες για τους άρρωστους γκέι άντρες, έγιναν οι νταντάδες τους, οι μάνες τους, αυτές που συνόδευσαν στον θάνατο εκείνους τους άντρες δίχως μανάδες και πατέρες, δεν είναι μια ιστορία υποδειγματικής αλληλεγγύης. Είναι τα πρώτα βήματα σε μέρη σκιερά, σκοτεινά, έκφυλα και αλλόκοτα, κρυμμένα από τη ραδιενεργή λάμψη του ήλιου της πατριαρχίας και της ετεροκανονικότας. Όταν μου λες τι αξίζει, τι είναι πραγματικό, τι είναι αναπόφευκτο, όταν μου λες ποιοι είναι οι Νόμοι αυτής της ζωής που κάνουμε, όταν μου λες “δεν υπάρχει εναλλακτική”, όταν με πληροφορείς για τι αξίζει να συγκινείσαι και τι πρέπει να περιφρονείς, εγώ γελάω γιατί ξέρω ότι υπάρχει κάτι άλλο. Το έχω κάνει. Μαζί με άλλες. Υπό αυτή την έννοια, η βούληση για μια LGBT+ κοινότητα δεν είναι τόσο ένα κάλεσμα με όραμα για ένα δημιουργικό μέλλον, όσο μια επιθυμία για την αποδόμηση και την καταστροφή του υπάρχοντος.
Μωβ Καφενείο, Ιούνης 2014
Boy love
Θέλω να τον αρπάξω, να τον γλεντήσω, να τον ευχαριστηθώ, να τον ευχαριστήσω, να τον καταστρέψω. Αλλά υπάρχουν κανόνες.
Ο ανταγωνισμός κάνει την καρδιά μου να χτυπά, κάνει τους παλμούς μου να ανεβαίνουν, κάνει το πουλί μου σκληρό. Ο συναγωνισμός είναι πάλη, η πάλη είναι επιβίωση. Η επιβίωση είναι το μόνο που μετράει. Αλλά υπάρχουν κανόνες.
Υπάρχουν φορές που και ο άρπαγας και και το θήραμα ξέρουν ότι η συνήθης σχέση αναστέλλεται, τότε που η αντιλόπη και το λιοντάρι μπορούν να πιουν νερό δίπλα δίπλα. Η θεμελιώδης σχέση τους παραμένει αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει κίνδυνος. Γιατί υπάρχουν κανόνες.
Αλλά οι κανόνες έχουν τους δικούς τους κινδύνους. Οι κανόνες περιορίζουν, οριοθετούν, περιγράφουν, θέτουν εκτός νόμου, επιτρέπουν. Οι κανόνες δεσμεύουν.
Ίσα που μπορώ να συγκρατήσω την ευχαρίστηση που παίρνω όταν τον βλέπω να διαβάζει τους κανόνες, να τους μελετά, να τους μαθαίνει, να τους καταπίνει. Δεν φτάνουν τα λόγια για να πω πόσο αγαπώ να τους βλέπω να ενσωματώνονται και να γίνονται τμήμα αυτού του υπέροχου μυαλού εξίσου σίγουρα με τους μύες της θωρακικής κοιλότητας που σφίγγουν και χαλαρώνουν για να μετατρέψουν την ύλη σε αυτόν. Η εσωτερίκευση των κανόνων αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, τον τρόπο που ενεργούμε, το τρόπο που είμαστε. Υποτασσόμαστε στην κυριαρχία τους.
Γιατί όσο κι αν θέλω να νικήσω, δεν μπορεί να υπάρχει καμία νίκη δίχως κανόνες, μόνο κατάκτηση, μόνο επικράτηση. Θέλω περισσότερα από απλά potentia [λατ. δυναμικό] – θέλω potestas [λατ. δύναμη]. Θέλω θρίαμβο. Θέλω να τον δω να αναγνωρίζει την δικαιοσύνη στο χάσιμό του και να αγαλλιάζει ακριβώς με τους ίδιους κανόνες που το απαιτούν. Θέλω να το δω στα μάτια του όταν συνειδητοποιεί απλά πόσο καλός είμαι σε αυτό το παιχνίδι.
Και μετά θέλω να παίξω ξανά.
Του bzork
Sad punk, Alabama
Ο χρόνος μας τελειώνει, μας πιέζει ασφυκτικά
η μίζερη κατάσταση μας οδηγεί στην τρέλα
οι επιλογές τελειώσανε, το βλέπεις καθαρά,
μείνε – σκέψου – πολέμα τους συνέχεια.– Ναυτία, “Προσπάθησε ή ψόφα”
Λοιπόν, το δίχως άλλο είναι μια πολύ δύσκολη βραδιά και αυτό το λέω με κάθε βεβαιότητα, εγώ που καυχώμαι ότι τίποτα δεν έχει περισσότερη πλάκα από το να λοιδορώ την κάθε βεβαιότητα, μικρή ή μεγάλη, σοβαρή ή ασόβαρη. Έχω εξασκηθεί πολύ καλά σε αυτό και η απόδειξη είναι ότι αν πιεστώ να αριθμήσω τυχόν βέβαιους φίλους μου, τότε φτάνουν άνετα τα δάχτυλα από το αριστερό χέρι και μου μένει το δεξί ελεύθερο για να ξύνω τα σπυριά μου ή να χουφτώνω τα αρχίδια μου και μετά να τα μυρίζω. Μου αρέσει να μένω άπλυτος 4-5 μέρες τουλάχιστον και να τα μυρίζω και να με μυρίζω. Αυτό δεν είναι φετίχ, όχι καθόλου, είναι πολιτικό αλλά δεν ξέρω να το εξηγώ ακόμα γιατί δεν προσέχω στις συνελεύσεις όπου κάνω σχεδιάκια με το στυλό και ονειρεύομαι ξύπνιος. Ονειρεύομαι συνήθως άπλυτα αγόρια και μια φορά κι έναν καιρό τα είχα φτιάξει με ένα τέτοιο και ζούσαμε μέσα στα σκουπίδια και τα αποφάγια και το καλοκαίρι εκείνος είχε μυκητίαση στα πόδια δηλαδή το άτομο ήταν θ-ε-ό-ς και θα ζούσαμε μαζί για πάντα και θα κάναμε πολλά παιδιά και το σεξ ήταν γαμάτο γιατί ήταν πολιτικό δηλαδή totally fucking hot. Ευτυχώς μετά από μήνες ξαναήρθα σε επαφή με τις απολαύσεις του αυτοτραυματισμού κι εκείνος σε επαφή με το άψογο στρώσιμο του κατωσέντονου δεν θέλω ζάρες (πριν δεν είχαμε κρεβάτι και επομένως ούτε αυτό το μισητό κατωσέντονο δίχως ζάρες). Και έτσι τα χαλάσαμε και έκλαψα αρκετά. Σε κάποια φάση νόμιζα ότι έσκιζα τα χέρια μου και έτρεχαν τα αίματα για εκείνον, δηλαδή πόσο πια του θανατά ρομάντικ, αλλά τελικά τελειοποιούσα την τεχνική μου για άλλους λόγους.
Τελοσπάντων, η βραδιά, έλεγα, είναι πολύ δύσκολη γιατί σε όλα τα Suicide Assessment Scales απαντώ “Every fucking minute of every fucking hour of every fucking day” στην ερώτηση “4. Πόσο συχνά σκέπτεστε την αυτοκτονία;” και με στέλνουν κατευθείαν σε νοσοκομεία και σε τέτοια. Εμ, έχω πάει σε νοσοκομεία και σε τέτοια για να τους πω “κάντε κάτι, αν πάω σπίτι μου τώρα θα πέσω από το μπαλκόνι” και μου λένε κάτι κορακίστικα τύπου “αμισουλπρίδη 800 mg” κι εγώ κάνω τσιγάρο μπροστά στους γιατρούς και μέσα στο νοσοκομείο και είναι και γαμώ. Μετά νιώθω πολύ καλύτερα και γυρνάω από τη Σταυρούπολη με τα πόδια και κάνω σεξ σπίτι και πολλά τσιγάρα ακόμα και μένω ξύπνιος μέχρι το πρωί βλέποντας σειρές είναι υπέροχα κλείνω τα παντζούρια να μην μπαίνει το φως και χορεύω και πίνω και καπνίζω μέχρι να βραδιάσει. Μετά παίρνω τρία z-pills και χαζεύω τα ντουβάρια που λιώνουν και ακόμη πιο μετά κοιμάμαι. Ζω μια έντονη ζωή.
Σήμερα δεν θα πάω Νοσοκομείο διότι βρίσκω ότι είναι φοβερή ιδέα να κάτσω να τα γράψω όλα αυτά που σκέφτουμαι εντείνεται η ένταση που έχω κι επιπλέον έχω πει στον εαυτό μου εδώ στο downtown που μετακόμισες αυτή τη λύσσα σου θα την κάνεις contained όχι μόνο στο 4x4σπίτι σου αλλά και στο σώμα σου. Είμαι πολύ καλός σε αυτό μέχρι στιγμής, νομίζω ότι θα αποκτήσω λίγα παραπάνω τατού και πήρσινγκ απ’ όσα είναι πρέπον. Τελοσπάντων, δεν γράφω απλά τώρα. Τώρα έχω πάθει ένα πράγμα που λέγεται flashback στη χρυσή εποχή, που κι εκείνη χάλια ήτανε απλά έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια που έγινε χρυσή η καημένη. Μιλάω για όταν ήμουν 22 και για όταν ήμουν επισκέπτης στην Αθήνα στο σπίτι του Ντ.
Θα σας παρακαλέσω τώρα να δώσετε βάση στη σχέση μου με τον Ντ., όπως θα την περιγράψω, γιατί είναι το υπόβαθρο της πιο βαθιά αποκαλυπτικής εμπειρίας που έζησα. First things first, όμως.
Στην Αθήνα με είχε κατεβάσει ο γκόμενός μου ο οποίος θα δούλευε για κάποιες μέρες εκεί. Όπως ήταν φυσικό, εγώ μη ξέροντας απολύτως τίποτα για την πόλη, και με μοναδική διαδρομή μου ένα συγκεκριμένο ασφαλές μονοπάτι Παγκράτι-Κολωνάκι-Εξάρχεια και πίσω, άρχισα να βαριέμαι. Πιο πολύ από τις βραδινές εκδρομές στο Ζάππειο και τους Στύλους,μου είχε αρέσει που με πήγαν Μοναστηράκι κι αγόρασα το πρώτο LP Last Drive σε κίτρινο βινύλιο και έπαιζα “Μισιρλού” στο τέρμα και ήταν τέλεια τέλεια τέλεια και όλα αυτά πριν την κάνει μόδα το Pulp Fiction. Λοιπόν, “ο Καλοφωλιάς έχει τη μεγαλύτερη γούδα σε όλη την Αθήνα” είπε matter-of-fact ο Ντ. για τους Last Drive και έμεινα μαλάκας γιατί δεν είχα σκεφτεί ότι οι Last Drive κάνουν σεξ αφού κάνουν ήδη το καλύτερο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο δηλαδή να παίζουν αυτές τις κιθάρες. Νομίζω ότι εκείνη τη στιγμή, κρατώντας στο χέρι μου το “Black Death” από τη βιβλιοθήκη του, καψουρεύτηκα τον Ντ. Ήρθαν κι έδεσαν το νεροπότηρο με τη ρετσίνα που έβαζε πρωί πρωί για να κάτσει στο πι-σι (που του το είχε πάρει παλιά η αντιτρομοκρατική), το κρεβάτι με τα καφέ από τη βρόμα σεντόνια που με έβαζε να κοιμηθώ, το “Τέλος της Ιστορίας” του Φουκουγιάμα που διάβαζε “για να ξέρουμε τι λένε οι οχτροί μας”, η σημαία καρφωμένη στο καλοριφέρ, το “kinky, kinky…” που μουρμούριζε όταν έβαζα τις αρβύλες με τη βερμούδα, το perfecto που είχε. Και τα λακκάκια στα μάγουλά του. Τον ήθελα.
Και με ήθελε κι εκείνος – στα σίγουρα.
Το βράδυ γύρισε μεθυσμένος με το πρόσωπο σκοτεινό είχε γνωρίσει έναν πάνκη στα Εξάρχεια “αλλά μου βγήκε παθητικιά…” είπε με ασήκωτη παιδική σοβαρότητα εμπρός στη συμφορά που τον βρήκε. Όπως θα βεβαιωνόμουν στο μέλλον, αυτή η σκιά ήταν σχεδόν μόνιμα εγκατεστημένη σε πολλά από όσα έκανε και έλεγε ο Ντ., κι εγώ αναγνώρισα ερασιτεχνικά in foresight σε αυτήνέναν μελλοντικό επισκέπτη και μακροχρόνιο σύντροφο. Με άλλα λόγια, ταιριάζαμε και αυτό πρέπει να το έδειχναν τα μάτια μου γιατί έστριψε κατά πάνω μου γυρίζοντάς το στο αγγλικό this kid needs to get fucked και με μια μπερδεμένη ακολουθία κινήσεων βρέθηκα να με κρατάει στημένο ο γκόμενος μου στο κρεβάτι και τον Ντ. να μου δίνει σφαλιάρες και έσβησε πριν το γαμήσι ή το φιστ φακ ή ό,τι άλλο είχε κατά νου. Ήμουν λιγάκι ερωτευμένος. Και έκλαψα λιγάκι στα σκοτεινά.
Το επόμενο πρωί ήρθε στο κρεβάτι μου με έναν καφέ φάκελο. “Μας ήρθαν αυτά” είπε και μου τον άφησε.
Είχε αρχίσει να μου αρέσει η φάση που μου μάθαινε διάφορα πράγματα ο Ντ., δες αυτό, διάβασε εκείνο, άκουσε το άλλο. Ήθελα να κάθομαι δίπλα του να μαθαίνω πιο πολύ βέβαια με ενδιέφερε η σκιά στο βλέμμα του αλλά βολευόμουν και με John Boswel “Christianity, Social Tolerance, and Homosexuality: Gay People in Western Europe from the Beginning of the Christian Era to the Fourteenth Century”. Αν μη τι άλλο θα μπορούσα να σταθώ σε μια κουβέντα βρε αδερφέ. Οπότε πήρα τον φάκελο με την επόμενη αποστολή “now what?” και έβγαλα από μέσα κάτι φωτοτυπίες στα αμερικάνικα.
https://www.youtube.com/watch?v=wcxrR3YLWBI
Πέρασα τις επόμενες ώρες διαβάζοντας κάθε κείμενο, παρατηρώντας κάθε φωτογραφία, περιεργαζόμενος κάθε σκίτσο από εκείνα τα φανζίν και γύριζα τις σελίδες προς τα πίσω για να φωτογραφήσω στη μνήμη μου ό,τι έβλεπα. Κατέγραφα, κατάπινα, καταβρόχθιζα ονόματα από συγκροτήματα, από φεστιβάλ, από μαγαζιά, από συγγραφείς, από σκηνοθέτες, από κομιξάδες, από σεξ ιστορίες. Και από παντού παντού παντού ανέβλυζε μια επιθυμία ανείπωτη, μια μοναξιά αλλά και μια απάντηση σε ένα ερώτημα που είχα κι εγώ αλλά μου ήταν τόσο απίθανα αστείο να υπάρξει απάντηση που σχεδόν νόμιζα ότι δεν υπήρχε:
“why?”
Γιατί να είναι έτσι; Γιατί να σέρνομαι ακόμα μια φορά στο Βιολογικό ή στη Φιλοσοφική και να περιμένω τρέμοντας μπροστά από το stage να αρχίσουν οι κιθάρες; Γιατί να κλείνω τα μάτια μου ορμώντας πάνω σε αγόρια που χοροπηδάνε άγρια και κλωτσάνε; Γιατί να ζαλίζομαι από ένα άγουρο κορμί που με έχει καβαλήσει, παθαίνοντας ηλεκτροπληξία από τα χέρια που σφίγγουν τους ώμους μου και από γόνατα που πιέζουν την κοιλιά μου; Γιατί θα μπορούσε να είναι, ω, τόσο ωραία αλλά όλα αυτά, σύνελθε, ω,“δεν αφορούν εσένα”; Γιατί να τη βγάζω πάντα μόνος μου σε εκείνη τη μεριά που αράζουν τα σκυλιά και τα πρεζάκια που κοιμούνται; Γιατί γαμώ το χριστό και την παναγία να μη ζήσω έναν έρωτα που να ξεκινήσει με τα τύμπανα από το “Σ’ αυτή την πόλη”;
Τα διάβασα όλα όσα έγραφαν τα zine και έμεινε για το τέλος το καλύτερο μέρος που πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι οι μικρές αγγελίες. Ήταν ήδη απίστευτο πράμα να κρατάω εδώ σε προ internet εποχή κάτι που είχε τυπωθεί και κυκλοφορούσε στην Αμερική και να σου τώρα εδώ όλοι αυτοί οι τύποι που νιώθουν περίπου όπως κι εσύ αλλά βρίσκονται έναν ωκεανό και μια ήπειρο μακριά δηλαδή άπειρα μακριά πιο μακριά κι απ’ το μακριά και λέγονται τύπου Sad Punk Alabama “ψάχνω τύπους για να αράζουμε και να ακούμε μουσική ίσως και περισσότερα”. Σκέφτηκα να του γράψω, αλλά σε δεκαπέντε μέρες που θέλει το γράμμα για να πάει Alabama θα έχω αλλάξει εκατό φορές μυαλά και έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να αράξω ποτέ στ’ αλήθεια με τον Θλιμμένο Πάνκη από την Αλαμπάμα, απλά δεν γίνεται δεν γίνεται, κι ούτε θα φτιάξουμε συγκρότημα να γκαρίζουμε πόσο μας αρέσουν τα αγόρια και δεν θα πάμε στο μαγαζί για να πάρουμε strings για την κιθάρα και αυτοκολλητάκια με το τρίγωνο και το αλφάδι μπλεγμένα μαζί κι όταν είπα φεύγω πιο νωρίς από τη συνέλευση έχει συναυλία Μάστιγα μου είπανε σ’ αυτήν την αηδία θα πας και αηδία είσαι εσύ εσύ εσύ κι εσύ σας βαρέθηκα ω πόσο σας βαρέθηκα.
That’s how you get old, you know? You stop looking for really intense emotional experiences.
– Dennis Cooper
Τα queercore φανζίν τα πήρα μαζί μου, μαζί με το φωτοτυπημένο “ Christianity, Social Tolerance κλπ.”, αλλά τα έχασα δέκα χρόνια μετά σε μια μετακόμιση. Έχασα επίσης τον Ντ., μεταφορικά και κυριολεκτικά. Έχει πεθάνει τώρα και εγώ είμαι πάνω-κάτω στην ηλικία που είχε όταν τον γνώρισα. Η αγαπημένη μου ευχάριστη δραστηριότητα είναι να ξεροκαταπίνω και να αναστενάζω διαρκώς και σκέφτομαι αυτό που μου είπε όταν τα έφτιαξε για ένα καλοκαίρι με έναν μαθητή του: “Πρώτη φορά είμαι τόσο ήρεμος εδώ και πάρα πολλά χρόνια”. Λοιπόν, θα ήθελα να τον βάλω να συμπληρώσει αυτή τη φράση από Καραπάνου: “Επιθυμίες… επιθυμίες… Αν τις αφήσω να βγουν, θα με κατασπαράξουν…”, διότι αυτό που χρειάζομαι απεγνωσμένα είναι μια καλή συμβουλή από έναν καλό άνθρωπο.
Ξέρετε, πέρασα μια ζωή προσπαθώντας να σκοτώσω τον πατέρα μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα πολύ την δίχως όρους αγάπη ενός Μπαμπά που Ξέρει γιατί είμαι μόνος μου πια και φοβάμαι πολύ. Ο Ντ. φοβόταν κι έκλαιγε ένα βράδυ στο γκέι μπαρ γιατί ένας μπρατσαράς τον έφτυσε και “δεν αρέσω πια”: θα ήθελα αυτό το δύσκολο βράδυ να ‘ναι αυτός που θα είναι εδώ και τις δικές του πατρικές συμβουλές να ακούσω.
Και σιγά μην τις ακολουθήσω. Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΘΑ ΚΑΝΩ.
Στη μνήμη.
Σημ.: Εάν παρατηρήσατε ανεξήγητη αλλαγή ύφους στην πορεία του κειμένου είναι γιατί έκανα διακοπή για μαλακία. Τα συμπεράσματα δικά σας.



































