Latest Posts

Περικάρπια

Έκανα ένα δώρο στον εαυτό μου και απέκτησα αυτά τα wrist-somethings. Είναι από πολύ χοντρό δέρμα και με κάτι τόκες και τρύπες και κρίκους, να. Όταν τα φόρεσα, όσο πιο σφιχτά, στην τελευταία τρύπα, αισθάνθηκα να γεμίζω ρίγος. Σαν χαρά ένα πράγμα. Έκατσα στο γραφειάκι μου, στα σκοτεινά με ένα φωτάκι μόνο, κάπνιζα, έπινα, άκουγα κάτι πανκ κασέτες κι όλα ήταν πάρα πολύ κομπλέ. Νιώθω μια ικανοποίηση από το συνδυασμό πόνου και τρυφερότητας, είμαι ήδη σίγουρος ποιόνε θέλω να κανονίσω φορώντας τα. Αν και είναι εξαρτήματα περιορισμού, φορώντας τα νιώθω μια ηλεκτρική ελευθερία να τσούζει στη σπονδυλική στήλη μου. Σίγουρα θα τα φορέσω σαν αξεσουάρ σε κάποιες βραδινές βόλτες — θα μου άρεζε να δω την πόλη με διεσταλμένες κόρες.

13 θέσεις για έναν καλύτερο κόσμο

1

Η περηφάνια για την υπηρεσία στο στρατό και η αγάπη για τον γάμο και την οικογένεια είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κατακτώντας την ψυχή του έθνους, τον στρατό, κερδίζεται εγκυρότητα για τα γαμήλια αιτήματα. Μέσα από τα γαμήλια ήθη κατασκευάζεται ένας ακόμη ενθουσιώδης πολίτης-οπλίτης. Και τα δύο μαζί είναι το νόμισμα της νέας LGBT ηθικής, που ισχυρίζεται ότι όλα είναι “απλά” θέμα δικαιωμάτων.

2

Η rainbow σημαία είναι καλή, η εθνική σημαία είναι καλύτερη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικοί θα συγκινούταν ιδιαίτερα αν έβλεπαν τη δεύτερη να αντικαθιστά την πρώτη δημόσια στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

3

Στα pride ανεμίζει η γαλανόλευκη. Έξι F-16 σχηματίζουν τα χρώματα του ουρανιου τόξου στον ουρανό. Πόση συγκίνηση μπορεί πια να αντέξει μια καρδιά εμπρός σε μια πατρίδα που την επιθυμεί;

4

Ο γάμος δεν είναι ένα δικαίωμα ούτε μια δυνατότητα. Είναι η κατάληξη μιας πορείας της πολιτικής που θεωρεί ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι παρά μία ακόμα κατηγορία προς απομυθοποίηση. Είναι το προϊόν δεκαετιών πλασαρίσματος κίβδηλων συναισθημάτων, υποταγής και οικειοποίησης της νόρμας, είναι ο μόνος τρόπος για να γίνει καταληπτό το ακατάληπτο. Επιτέλους οι ομοφυλόφιλοι διαθέτουν τουλάχιστον μία έγκυρη επιθυμία και μάλιστα την πιο σημαντική.

5

Σε αυτές που αιτούνται παραχώρηση ελέγχου για να μας παρέχουν, με έγνοια, περισσότερη ασφάλεια, απαντάμε με λιγότερη ορατότητα και μεγαλύτερη διάθεση για ελευθερία.

6

Το LGBT κίνημα βυζαίνει κρατική ηθική και ευτυχία.

7

Το βράδυ που ψηφίστηκε ο νόμος για τη συμβίωση στη βουλή υπήρχε πολύ μεγάλη συγκίνηση:
Φτιάχτηκαν μερικοί Έλληνες ακόμα.

8

Ακόμα κι αν δεν μπορούμε, ακόμα κι αν δεν το επιθυμούμε, είμαστε όλοι ήδη εν δυνάμει παντρεμένοι. Ο γάμος είναι το πρώτο και ουσιαστικότερο κοινό σημείο με τους στρέητ. Για πρώτη φορά είμαστε καταληπτοί, είναι ορατές οι μύχιες επιθυμίες μας και μοιραζόμαστε τον ίδιο ενθουσιασμό για αυτές. Για αυτή την είσοδό μας στην αρένα του τι σημαίνει πολιτικά και κοινωνικά θεμιτό, έχουμε δεχτεί πολλά συγχαρητήρια.
Ακόμα κι από χρυσαυγίτες.

9

Όλοι οι ήρωές μου στο σινεμά ήταν γυναίκες.
Όλες οι ηρωίδες μου στα βιβλία ήταν άντρες.

10

Μου είπανε ότι ο κώλος δεν ενώνει. Με βάλανε στο ίδιο πάρκο να ψωνίζομαι με έναν παπά κι έναν μπάτσο και χασκογέλασαν με το οξύμωρο. Μωρός είναι αυτός που αναζητά ή εκβιάζει την καταπίεση της ένωσης μέσα από τις ιδιότητες του Ανθρώπου. Μωρός είναι αυτός που φαντασιώνεται κοινότητες μέσα από Ανθρώπινες ιδεολογίες.

11

Ο κώλος δεν ενώνει. Η πούτσα όμως;

12

Είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε κι όχι να χτίσουμε.

13

Πούστης κανείς, όλοι γενήκανε κουήρ.
Έτσι όπως τους φωνάζανε στο χωριό τους.

Masochism

Έχω αρχίσει να σκέφτομαι με ένα μη βιολογικό, ίσως ακόμα μη ψυχολογικό, τρόπο. Είναι μια πιο χωρική αντίληψη που φέρνει τον μαζοχισμό κοντά στο ναρκισσισμό. Με άλλα λόγια, με ενδιαφέρει τώρα ο μαζοχισμός όχι ως απόλαυση στον πόνο αλλά ως η απόλαυση του να χάνεις ταυτόχρονα τον εαυτό σου και να τον ανακαλύπτεις αλλού, ατελώς αναπαραχθέντα.

Leo Bersani

duo-1

Greek Gay Guide 1998

Την άνοιξη του ’98 η Πάολα μου εμπιστεύτηκε την έκδοση του Greek Gay Guide για εκείνη τη χρονιά. Εκτός από το στήσιμο, δουλειά μου ήταν να περάσω τα ενημερωμένα νέα κείμενα και να κάνω τις μεταφράσεις τους στα αγγλικά. Ήταν η ερωτική γεωγραφία της Ελλάδας όπως έλεγε.

Τώρα που είμαι ώριμος και υπεύθυνος σκέφτομαι σε τι κινδύνους και τρομερά ρίσκα εκθέταμε τον ανυποψίαστο ξένο επισκέπτη αλλά και την ίδια την Ιδέα του Ελληνικού Τουρισμού. Για να εξηγηθώ, αν κανείς αποφάσιζε να επισκεφθεί την Ελλάδα και να την πιάσει αλφαβητικά τότε ο πρώτος προτεινόμενος προορισμός ήταν “Α”, όπως “ΑΓΡΙΝΙΟ”. Το θυμάμαι απ έξω το όμορφο ΑΓΡΙΝΙΟ: ‘Στο πάρκο “Παυσίλιπον” χαλαρή κίνηση νωρίς το βράδυ. Προσεκτικά.’. Το αντίστοιχο αγγλικό λήμμα έκανε μια εξτρα προσπάθεια να δελεασει τον επισκέπτη οτι το AGRINIO είναι όντως the place to be: ‘At the “pafsilipon” park, which means “the park that takes away your sorrows” ‘…. έλεγε στα εγγλέζικα. Διώξε τη λύπη παληκάρι…

Εγώ μισούσα ιδιαιτέρως τον ΝΟΜΟ ΠΙΕΡΙΑΣ που τον είχε γράψει ο γκόμενος μου που οι βασικές επιρροές του ήταν οι ντομάτες που πουλούσε στη λαϊκή, ο Παζολίνι και ο αρχαιοελληνικός έρωτας. Επομένως ο ΝΟΜΟΣ ΠΙΕΡΙΑΣ ήταν μακράν ο πιο epic νομός από όλους: “Κάτω από την κορυφή του Ολύμπου εκεί όπου ο Δίας αγκαλιά με τον γυμνό Γανυμήδη εκτοξεύει τα βέλη του έρωτα στα καυτά κορμιά μας που λιάζονται στην παραλία Κορινού, 300 μέτρα μετά το ποταμάκι αριστερά κ.ο.κ.” Θυμάμαι ξεκάθαρα τα νεύρα μου που είχα να μεταφράσω αυτή την ντροπιαστικά καλτ υπερπαραγωγή στα αγγλικά. Αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή των προβλημάτων μου.

Ο σύνδεσμός μας στην Αθήνα έμενε ακριβώς πάνω από το άλσος Παγκρατίου και το πρόσθεσε λαθραία στα cruising areas. Δεν ήξερε όμως ότι κουμάντο έκανα εγώ και τον επέπληξα που βαζει αυθαίρετα στον οδηγό ένα πάρκο όπου συχνάζουν μόνο μπεκάτσες. Άκουσον, άκουσον, ήθελε να το κάνει πιάτσα, λέει, μιας και είναι και κάτω απο το σπίτι του (μεταξύ μας είναι πολύ ωραίο άλσος). So be it, του λέω, θα βάλω κι εγώ το γυράδικο το 151st που παω και τρέφομαι και είναι τίγκα στα γκαβλάκια και είναι κάτω από ΔΙΚΟ μου σπίτι. Ακολούθησε ένα επικό μαλλιοτράβηγμα και επικράτησε τελικά το αίσθημα ευθύνης απέναντι στους αδαείς ξένους επισκέπτες και την αθάνατη ελληνική φιλοξενία. Αποσύραμε εκατέρωθεν τις προτάσεις μας, αλλά αυτό το ρημάδι το ΑΓΡΙΝΙΟ έμεινε.

Εν πάσει περιπτώσει, κάποια στιγμή ξεμπέρδεψα με αυτά, πήρα τα φράγκα και είπαμε με παρέα να δοκιμάσουμε τον μυθολογικό και πολλά υποσχόμενο ΝΟΜΟ ΠΙΕΡΙΑΣ. Πήραμε μια τέντα, εξοπλισμό επιβίωσης και μια γιγαντιαία rainbow σημαία. Κάναμε απόβαση στην Ολυμπιακή Ακτή η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στις υποσχέσεις του gay guide: έχει την μεγαλύτερη πυκνότητα ανά τετραγωνικό μέτρο σε απομιμήσεις αγαλμάτων της Αφροδίτης της Μήλου από οποιαδήποτε περιοχή του πλανήτη. Μια πανδαισία.

Περάσαμε το σχετικό ποταμάκι κατά τα γραφάς και βρεθήκαμε στους γυμνιστές. Τα στήσαμε όλα και βάλαμε το πολύχρωμο λάβαρο να ανεμίζει όχι φυσικά για δείξουμε κάποια περηφάνια αλλά για να δηλώσουμε ότι εδώ έχει πλέον πούστηδες ελάτε να γίνουμε πολλές. Δεν περνάει ώρα πολλή και περνάει από μπροστά μας ένα μελαχρινό ρουμανάκι θρασίμι σκέτο που με μπανίζει. Σηκώνομαι εγώ, το ακολουθώ σε κάτι φανταστικές καβάντζες στους αμμόλοφους και στεκόμαστε όρθιοι πρόσωπο με πρόσωπο σε αντιπαράθεση. Σηκώνω το χέρι να τον πιάσω από το σβέρκο για να ξεκινήσει δουλειά και ξαφνικά τρώω μια μπουνιά. Μέχρι να καταλάβω, με ρίχνει και μια τρικλοποδιά και πέφτω μπρούμυτα κάτω. Και χωρίς πολλά πολλά μου ρίχνει έναν ξεγυρισμένο πούτσο, χύνει και με παρατάει και φεύγει. Ιστορική στιγμή διότι ήταν ο πρώτος που με γάμησε, δεν περίμενα να είναι τόσο καταπληκτικά ωραία.

Καθώς επέστρεφα τρυπημένος από τα βέλη του έρωτα που εκτόξευε ο Δίας και ο Γανυμήδης κλπ οι φίλοι μου ήταν όρθιοι και αγνάντευαν. Αλλά όχι τη δόξα μου. Κοίταζαν στην ενδοχώρα. Από κάπου πολύ μακριά, εκεί που οι πρώτοι άνθρωποι είχαν μέγεθος τελείας ερχόταν κατά πάνω μας ένα τραχτέρ σηκώνοντας σκόνη. Αυτή η πολεμική μηχανή σταμάτησε απότομα όταν η μισή μπροστινή ρόδα είχε μπει κάτω από την τέντα και την τιμημένη rainbow flag. Τόλμησε ο τυρόβλαχος στα ιερά χώματα του Ολύμπου να μας υβρίζει καθόλου ποιητικά, να μας λέει ότι γαμιόμαστε σαν τα γαιδούρια στην ύπαιθρο, κι ότι θα μας ισοπεδώσει με το τραχτέρ αν δεν εξαφανιστούμε. Προφανώς δεν ήξερε ότι μερικές αδερφές ξέρουν να βρίζουν και μάλιστα πολύ άσχημα. Του είπαμε μερικά πράγματα για αυτόν, το τραχτέρ, τη μάνα του, τα παιδιά του, το σόι, τη φάρα του, τον χριστό και την παναγία του και τελικά έκανε μεταβολή με το τανκς και έφυγε.

Αυτό ήταν. Πήγαμε αρκετά καλοκαίρια στην πιάτσα μας, περάσαμε πολύ ωραία, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω ότι το νερό εκεί είναι μονίμως θολό και η θάλασσα ταραγμένη.

Κάπως έτσι ξεκινάει μια πιάτσα λοιπόν. Και κάπως έτσι, αλλά από την ανάποδη, γράφουν κάποιοι σπαραξικάρδιες παιδικές εκθέσεις για το πόσο υποφέρουν που πρέπει να πάνε με τα πόδια από το σπιτάκι τους στο ενόλα — όλο κακούργους στρέητ έχει εκεί έξω. Σιγά μωρή, Ασπασία, που εισέρχεσαι και στην εμπόλεμη ζώνη, ένα μπου να τους κάνεις και φύγανε.

Γράμματα πολλά δεν ξέραμε, αλλά αυτά είχαμε, τον gay guide, αυτά διαβάζαμε. Και πριν τα συστ’ησουμε σε άλλους, τα κάναμε πράξη. Το θάψιμο όμως για την νοοτροπία θύματος, με τα διαβόητα τραύματα σας, τα τρίγγερ σας, τις τρύπες που ονομάζετε σέηφ σπέησις δεν θα το κάνω εγώ, θα το κάνει ο Halberstram. Αυτόν τον σέβεστε, λέτε. Αυτή η αηδία που καλλιεργείτε στη νέα γενιά, ότι όλα είναι ένας τεράστιος κίνδυνος, είναι άγνοια και προσβολή στους αγώνες που δώσανε άνθρωποι είναι τώρα στα 40 και τα 50 και τα 60 τους για να υπάρχετε εσείς. Αυτό το δόγμα σέηφ σπέης-τραυματα-αμυνα-ασφάλεια ξεκίνησε από το gentrification στις ΗΠΑ, από μια αθλιότητα δλδ, και είναι ξεκάθαρα μια νεοφιλελεύθερη στάση ζωής. Χώστε λίγο τα ράντικαλ πόλιτικς σας εκεί που ξέρετε, γιατί ράντικαλ είστε μια χαρά αλλά οι άγνωστες ακόμα και σε σας αλλά πραγματικές υπερατλαντικές παρέες σας είναι πολιτικά καθάρματα.

Με τα λεφτά του gay guide πήγα Ελβετία σε ένα γκομενάκι, πρώτη φορά εξωτερικό. Είδα το μέλλον. Κάποιες όψεις του μου αρέσανε και προσπάθησα να τις φέρω εδώ και κάποιες τις βρήκα βαρετές. Φυσικά γάμησα μέσα στο τρένο που διέσχιζε τις Άλπεις. Όχι στις τουαλέτες, αλλά μέσα στο βαγόνι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια χλίδα σε βαγόνι τρένου. Γύρισα με αυτό το cd shamanic trance αναμνηστικό. Προχτές κάποιος με είπε ότι οι γκέι δεν ακούνε trance. Ευτυχώς είμαι πούστης και δεν εχω υποχρεώσεις σε κανέναν σας.

https://www.youtube.com/watch?v=DfYaQQOr_Dc

Θέλω να ζήσω ελεύθερος

Σχετικά πρόσφατα έγινε μια κοινή κουήρ συνέλευση στη Θεσσαλονίκη. Θέμα της κατέληξε να είναι το πόσο πονούν ορισμένες γυναίκες όταν τα αγόρια βγάζουν τα μπλουζάκια τους στα κουήρ πάρτυ. Και μια έντονη φωνή θύμισε, απαίτησε, ότι αν δεν παρθεί θέση και απόφαση για την περσινή μου λυσσασμένη επίθεση, “κακοποίηση” τη λένε, σε μια συγκεκριμένη τέτοια γυναίκα, τότε πρόκειται περί υποκρισίας και συγκάλυψης.

Ας πούμε ένα δύο πράγματα για αυτά.

Πήρα το λόγο κάποια στιγμή και άρχισα να μιλώ για το “Εγώ”, το Εγώ που είναι πάνω και πέρα από όλα, το Εγώ που αρνείται τις απατηλές διαμεσολαβήσεις μεταξύ ατόμων μέσα από την ιδεολογία που γεννά ο τελικός εχθρός μας, ο Ανθρωπος του Διαφωτισμού και η ουσιοκρατία του. Μίλησα δηλαδή με τα λόγια του Μαξ Στίρνερ, που έναν αιώνα, και βάλε, μετά είναι ουσιαστικά τα λόγια του Μισέλ Φουκώ και όλης της μεταδομιστικής φάσης. Σκοτώσαμε τον Θεό, θα σκοτώσουμε και τον Άνθρωπο.

“Θέλω να είμαι ελεύθερος!” φώναξα, νομίζοντας ότι μεταξύ μας καταλαβαινόμαστε, ότι νιώθουμε αυτονόητα στα κρέατά μας, στα κόκαλα μας, στα μυαλά μας, στην καρδιά μας τον πόνο και τη λύσσα αυτής της κραυγής.

Δεν χρησιμοποίησα κανένα τσιτάτο, δεν είπα ποτέ “όπως είπε ο Τάδε ή ο Δείνα σεβαστός….”, δεν ξεκίνησα καμία φράση “ως αναρχομηδενιστής, ως μαύρη αναρχία, ως όπως θέλετε πέστε το….” γιατί πίστευα ότι αυτή η κραυγή έχει ακουστεί τόσες φορές ώστε είναι γνώριμη, ότι είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν δει πολλούς συντρόφους να πέφτουν, να ξενυχτούν μέσα σε ντουμάνια, αλκοόλ και χάπια, να ορμούν στα ανθρωποειδή με κράνη και γκλομπ, να σπάνε, να καίνε για μια τζούρα ελεύθερης αναπνοής.

“Θες να είσαι ελεύθερος; Για να πας ένα τετράγωνο πιο κάτω και να σφάξεις δεκαπέντε;”, ήρθε η πρώτη απάντηση.

Έγραψα για πρώτη φορά “Θέλω να πεθάνω” στο σχολικό θρανίο μου στη δευτέρα Λυκείου. Μετά κλείδωσα το δωμάτιο στο σπίτι, και το χέρι της ετεροκανονικότητας και της ομοφοβίας ανέλαβε τον έλεγχο του κορμιού μου: πήρα ένα σεντόνι και το τύλιξα γύρω από λαιμό μου. Κρύφτηκα σε μια φωλίτσα κάτω από το γραφείο μου, κι άρχισα με μίσος να σφίγγω, να σφίγγω, να σφίγγω όλο και πιο δυνατά. Γιατί δεν πεθαίνεις; Γιατί δεν ψοφάς; Σώπασε επιτέλους! Αλλά δεν γίνονται έτσι οι αυτοκτονίες: επέζησα.

Την επόμενη δεκαετία, του 1990, έζησα ανέμελα, όλα έδειχναν ότι την είχα γλιτώσει. Μα μια σκιά σαν μαύρο σύννεφο με ακολουθούσε παντού και πάντοτε – λύσσα και οργή. Μη με ρωτήσετε πότε σκότωσα τον Άνθρωπο, πότε έγινα μηδενιστής. Ίσως να ήταν εκείνο το βράδυ αργά που πήγα επίτηδες κι έκατσα στο παγκάκι της πιάτσας όπου το προηγούμενο βράδυ είχαν σφάξει μια αδερφή. Ίσως να ήταν εκείνο το μακρύ, κρύο καλοκαίρι που έπεφτε το λεπίδι ασταμάτητα, ένας, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε πούστηδες δολοφονημένοι και τα φύλλα των δέντρων θρόιζαν ανέμελα. Ίσως να ήταν οι “σύντροφοι” που μου είπαν να το βουλώσω στη συνέλευση γιατί το θέμα είναι σοβαρό και “μιλάς εσύ; εσύ που είσαι προϊόν του καπιταλισμού;”. Ίσως να ήταν η πρώτη μου φορά που ψωνίστηκα σε θεοσκότεινο πάρκο και ανάμεσα από εμάς, τους ανθρώπους-σκιές, επέλεξε να περάσει ένας περπατημένος πατριάρχης μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Σταμάτησε η κουστωδία ανάμεσα στις αδελφές κι ακούστηκε η διαταγή “Σούζα, ρε!”. Σούζα όλες οι αδερφές εμπρός στον αφέντη. Εκείνος έβγαλε με αυτάρεσκες κινήσεις ένα τσιγάρο και είπε “Ποια θα μου το ανάψει;”. Πέντε ζευγάρια χέρια, χέρια δούλων, σηκώθηκαν υπακούοντας στη διαταγή και του το άναψαν. Μετά έφυγε, έδειξε τι πάει να πει πούστης στη φαμίλια του, στη γυναίκα και τα παιδιά του. Η παλάμη μου είχε μπλαβιάσει από το σφίξιμο της γροθιάς.

Είχε κι ωραίες στιγμές βέβαια. Θυμάμαι τον γκόμενό μου που ήταν και σύντροφος σε όλα. Θυμάμαι τις εκπομπές στο Ράδιο Κιβωτός, τα τριήμερα στο Πάρκο των Σκύλων, τα παιχνιδιάρικα πάρκα που δεν ήταν πια τόσο ανθρωποβόρα όσο την πρώτη φορά, τα φιλιά μας στους κεντρικούς δρόμους, τις εκδρομές στη θάλασσα, τη θρυλική εφημερίδα μας, το Βιολογικό, τα πρώτα ρέηβ πάρτυ, τα γκομενάκια που με πλησίαζαν για τη φλόγα στο μάτι και με ρωτούσαν τι έχω πάρει, θυμάμαι την Αννα που με απέτρεψε να γίνω αρνητής στράτευσης γιατί “δεν χρειαζόμαστε άλλους ήρωες”, τη Σόνια που με άγγιξε λίγο πιο δυνατά σε εκείνο το γεμάτο αμφιθέατρο για τους 500 του Πολυτεχνείου. Είχα φαρυγγίτιδα, 39 πυρετό και κάπνιζα σαν φουγάρο. Και έκλαιγα.

Μα πάνω από όλα θυμάμαι που πρωτοάνοιξε η Βίλα Βαρβάρα. Σηκωθήκαμε και πήγαμε με τον γκόμενό μου το βράδυ της δεύτερης μέρας. Σκοτάδια παντού, και σε ένα ρημαγμένο δωμάτιο ένας μπουρδελέ πορτοκαλί χαμηλός φωτισμός στο πάτωμα. Λιγοστοί άνθρωποι σε μικρές παρέες εδώ κι εκεί, καθισμένοι χάμου. Ανταλλάξαμε φιλιά και χάδια στη δική μας γωνιά και μετά ενωθήκαμε με τους άλλους. Τι παράξενο! Κανένας δεν μιλούσε, ίσως κάποιο μουρμουρητό – ήταν σαν να απολαμβάναμε κάτι σιωπηλά. Μείναμε για ώρες μέσα στο πορτοκαλί φως και αποχωρήσαμε. Μέσα στην καρδιά μου είχα ευτυχία.

Το όνειρο μιας δεκαετίας τελείωσε εκείνη την ημέρα που η βελόνα, κολλημένη τους 107,7, έδινε παράσιτα. Και όσους μήνες κι αν επέμενα, μόνο παράσιτα άκουγα: η Ουτοπία είχε σιγήσει, η φάση τελείωσε πια, μεγαλώσαμε κιόλας κι εγώ έμεινα μόνος με ένα αυτοκολλητάκι στην τσέπη που ορκιζόταν απειλητικά “ουτοπία ή θάνατος”.

Και τότε ήρθε ο θάνατος. Και τότε το μαύρο σύννεφο που με ακολουθούσε άρχισε να βρέχει ανελέητα, να ρίχνει καρεκλοπόδαρα, ο κρύος αγέρας να φυσάει. Έπεφτα στα τέσσερα, και γονατιστός μπουσουλούσα σε όλο το σπίτι φτύνοντας συνέχεια μπας και βγει το κακό, ακουμπούσα το μάγουλο ανακουφιστικά στα κρύα πλακάκια με τον κώλο στημένο στον αέρα, άφηνα γρυλίσματα, ουρλιαχτά να διώξω τον εχθρό μα ήμουν περικυκλωμένος. Ήταν ήδη μέσα μου.

Ένα χρόνο μετά με οδήγησαν σε μια ψυχίατρο με σφαγμένο το χέρι. “Σε τι έφταιξα, τι έφταιξα, πες μου να το διορθώσω, είμαι καλός άνθρωπος, συζητήσιμος…” της είπα. Με έπιασε τις παλάμες στοργικά και μου είπε με χαμηλή και σταθερή φωνή: “Δεν φταις σε τίποτα εσύ, μα ούτε και κάποιος άλλος φταίει”. Αλλά τότε τι; Τι; “Είναι ο εγκέφαλός σου, είναι χαλασμένος, αλλά μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι. Θα παίρνεις αυτά τα χάπια και θα γίνεις καλά”. “Για πόσο καιρό θα παίρνω χάπια;”

“Για μια ζωή.”

Οι περισσότεροι από εσάς έχετε ένα βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ. Εγώ έχω δύο, γιατί το πρώτο είναι γεμάτο. Μήνα με τον μήνα, εποχή με την εποχή, χρόνο με τον χρόνο, με αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, ηρεμιστικά, αντιεπιληπτικά, λίθια, υπνωτικά. Τα έχω πάρει όλα και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει.

Δεν ξέρω πώς ζήσατε εσείς τον Δεκέμβρη του 2008, ίσως και σαν πόλεμο. Θα σας πω όμως πώς τον ένιωσα εγώ. Με τις πρώτες φλόγες που είδα στην τηλεόραση, ένιωσα ένα μικρό, αδιόρατο σπασμό μέσα μου. Ήταν σχεδόν αδύνατον να τον περιγράψω, αλλά μου θύμισε κάτι. Αυτό που είχε απομείνει. “Κάποτε με λέγανε SUBBOY25 μα τώρα είμαι πια νεκρός”. Το πήρε πρέφα όμως και η ψυχίατρος. Κινδυνεύεις, 40 mg η ολανζαπίνη. Μα παίρνω άλλα 4 χάπια ήδη κι αυτό είναι δυο φορές η μέγιστη δόση, θες να πεθάνω; Κι έτσι, με φόντο την Αθήνα που φλέγονταν, με τα χημικά και τα δακρυγόνα, τα σπασίματα και τα κυνηγητά είδα τη μορφή της τεράστια και φιλική να γελά… “Χημικός πόλεμος, Άρη μου, χημικός πόλεμος…” και γελούσε φιλικά. Άνοιξα πάλι την τηλεόραση στο σπίτι και κοίταγα χυμένος στο πάτωμα. Κάτι είχε πάρει φωτιά πάλι. Το στόμα μου είχε μαγκώσει από το Aloperidin αλλά μπόρεσα και είπα την κατάρα μου: “Κάψτε τα όλα κι αυτή τη φορά δεν θα υπάρχουν αιτήματα”.

Είχε φτάσει πια 2011 κι η μπόρα δεν έλεγε να σταματήσει. Ήτανε καλοκαίρι και είχα κόψει όλα τα φάρμακα. Εκεί που καθόμουν στο μπαλκονάκι μου, κάτι τινάχτηκε μέσα μου. Σηκώθηκα ήρεμος, σαν υπνωτισμένος, πήγα στην κουζίνα, άνοιξα το συρτάρι, πήρα το μαχαίρι του κρέατος και το κάρφωσα στο μπράτσο μου. Το έβγαλα έξω, και άρχισα με μανία να κόβω το χέρι μου. Έκοβα το χέρι μου όλο το καλοκαίρι, δεν έμεινε σάρκα άθικτη. Για να πηγαίνω στη δουλειά φορούσα μεγάλους άσπρους επιδέσμους αλλά ντρεπόμουν πολύ που τους πότιζε το αίμα και με καταλαβαίνανε.

Μια καλοκαιρινή νύχτα καθόμουν με άλλες και συζητούσαμε. Το χέρι ήταν σφαγμένο. Και τότε η διπλανή έκανε κάτι αισχρό. Χωρίς να με ζητήσει άδεια, άγγιξε τα σκισίματα, τα οποία είναι δικά μου, δικά μου, δικά μου. Τα φίλησε απαλά. Και μετά πήρε ένα στυλό κι άρχιζε να ζωγραφίζει προσεκτικά ανάμεσα στις πληγές. Ζωγράφιζε για ώρες, και έρεε η μορφίνη και η ανακούφιση στις φλέβες μου. Κάποια ώρα χωριστήκαμε κι όταν έμεινα μόνος έκανα την εξής σκέψη:

“Μήπως…”

Τώρα είμαι σε καλά χέρια, παίρνω μόνο λίθιο. Μπήκα φυσικά στο ψυχιατρείο με μανιακό επεισόδιο και ψυχωσική συνδρομή. Άκουγα, έβλεπα, αλλά – το πιο απολαυστικό – ένιωθα πράγματα. Επίσης είχα ανθρωποκτονικό ιδεασμό και ήμουν εξαιρετικά βίαιος. Επειδή όμως μπήκα εκούσια, γλύτωσα το δέσιμο στο κρεβάτι.

Δεν δουλεύω πια (κι αυτός ήταν ο στόχος μου όταν μπήκα μέσα): παίρνω μια μικρή αναπηρική σύνταξη και κάθε φορά που τελειώνουν τα λεφτά στο τέλος του μήνα λέω δύο πράγματα: δεν θα ξαναδείς αφεντικό στη ζωή σου και πόσο μου αρέσει να με κερνάνε οι φίλοι μου.

Με όλα αυτά στην πλάτη μου, κατέβηκα κι εγώ στο προπέρσινο gay pride εδώ στη Θεσσαλονίκη. Ήμουνα πολύ χαρούμενος, ακόμα δεν μπορώ να χορέψω δημόσια, αλλά ήμουν αρκετά χοροπηδηχτός. Έβλεπα γύρω μου τα σώματα να γιορτάζουν, να δείχνουν τη σάρκα που τόσο πολύ θέλει η ετεροκανονικότητα να αποστρέφει το βλέμμα της και για μια φευγαλέα και οριστική στιγμή με αγάπησα. Έβγαλα τη μπλούζα μου. Το σώμα μου δεν είναι πια νεανικό, και αμα μαυρίσω το καλοκαίρι φαίνονται τα άσπρα σημάδια από τα μαχαίρια στο χέρι, αλλά αισθανόμουν βγάζοντας επιδεικτικά και περιφρονητικά τη μπλούζα μου κάτι παραπάνω από ελεύθερος. Αισθανόμουν όμορφος. Επιτέλους με αγαπούσα.

Η ιστορία λοιπόν μέχρι εδώ, είναι ενδεχομένως η ιστορία των σταδίων που περνά ένας γκέι άντρας για να κάνει αυτή την πολιτική κίνηση. Και εδώ επίσης αρχίζει η ιστορία με την οποία άρχισε το κείμενο.

Διέσχισα όλη την πόλη ημίγυμνος και μέσα στο γκλίτερ, έπλυνα λίγο τα μούτρα μου στο σπίτι, και πήγα σε ένα κουήρ πάρτι συνεχίζοντας να είμαι ημίγυμνος. Εγώ, που δεν τολμώ να μπω όχι σε στέκια και καφενεία, αλλά ούτε καν σε πατικωμένα λεωφορεία διότι, ξέρετε, έχει ανθρώπους, περιφερόμουν ανάμεσα στον κόσμο δίχως την ψεύτικη προστασία ενός κομματιού υφάσματος. Αισθανόμουν ορατός, ευάλωτος, ποθητός, υπέροχος.

Στο πάρτι αυτό λοιπόν, δύο άτομα με δική τους πρωτοβουλία αποφάσισαν να εφαρμόσουν μια κατασταλτική πολιτική. Ενώ είχαν γυμνωθεί πολλοί άντρες και πολλές γυναίκες, προσέγγιζαν τα αγόρια και τους ζητούσαν να φορέσουν τα μπλουζάκια τους. Ο λόγος ήταν ότι κάποιες γυναίκες πονούν όταν βλέπουν τα γυμνωμένα σώματά μας. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι η γκέι κουλτούρα επί δεκαετίες αποθεώνει το γυμνό σώμα και εκείνη η βραδιά ήταν η κατάλληλη βραδιά για να πάψει επιτέλους αυτή η κακή συνήθεια.

Ξέρω ότι ένα νεαρό γκέι αγόρι που ήταν στα πρώτα του ξεκινήματα αποχώρησε από αυτό το μέρος, όταν του ψιθύρισαν ένα δυο λόγια. Ξέρω επίσης από πρώτο χέρι την έκφραση και τον τόνο της φωνής της γυναίκας που εφάρμοσε αυτή την πολιτική: με πρόσωπο γεμάτο πείσμα και μίσος απαριθμούσε ένα ένα τα ονόματα εκείνων που είχαν ξεφύγει από την καταστολή της, ανάμεσα σε αυτά και το δικό μου. Δεν θα έλεγα ότι με έθιξε κάποια διαφωνία που είχαμε πάνω στο ζήτημα, όσο η επιτέλεση της: κινούταν τριγύρω, φώναζε, απαιτούσε-απειλούσε και ρουθούνιζε σαν θυμωμένος μπάτσος. Κι ένα πράγμα που βρωμάει περισσότερο από τον μπάτσο, είναι ο θυμωμένος μπάτσος.

Είχα πέντε μήνες που μόλις είχα βγει από το ψυχιατρείο και η αφορμή για την οποία είχα μπει ήταν ότι πόνεσε λίγο παραπάνω το γκλομπ σε μια βίαιη πορεία. Γενικά, δεν κατεβαίνω σε πορείες καθόλου ακριβώς γιατί φοβάμαι. Όχι τους μπάτσους, φυσικά, αλλά εμένα. Και μόνο στη θέα τους με πλημμυρίζει μίσος, η δε κοντινή επαφή και “ανταλλαγή απόψεων” με στέλνει στο διάολο. Στο διάολο με έστειλε κι αυτή η επαφή που είχα στο πάρτι, με την αρχική οργή να τη διαδέχεται ένα ψυχωσικό επεισόδιο και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Εκείνη την περίοδο, και μέσα στην ψύχωση, γράφτηκαν και ορισμένα δημόσια κείμενα σχετικά με τη φάση.

Λέγεται ότι ήταν βίαια, ότι ήταν παραληρηματικά, επιθετικά, απαράδεκτα. Εγώ θα έλεγα ότι ήταν υπέροχα σπαρακτικά ουρλιαχτά και επιπλέον θα πρόσθετα το εξής: Προσέχετε πού κάνετε αλληλεγγύη, μπορεί μια μέρα τα κάγκελα των ψυχιατρείων όντως να γκρεμιστούν και οι τρελοί να βγουν ελεύθεροι στους δρόμους. Ίσως να σας μιλούν κάπως έτσι, ίσως να μιλούν όπως εγώ. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν αντέχετε, είστε ευγνώμονες για τις αλυσίδες και την επικράτηση της τάξης. Την οποία και απαιτείτε.

Από όλη αυτή τη συζήτηση που έχει γίνει μέχρι τώρα, θα κρατήσω ένα υποτιμημένο απόσπασμα που, εντούτοις, θεωρώ το πιο σημαντικό από όλα, και είναι και η απάντησή μου, επιτέλους, στο τι σημαίνει “θέλω να ζήσω ελεύθερος”.

— Δηλαδή, Ν., εννοείς, με όλα αυτά που λες, ότι ούτε χτες, ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε ποτέ θα μπορεί κανείς να βγάλει το μπλουζάκι του στα πάρτι μας;

— Όχι, βέβαια, κάποιοι μπορούν.

— Ε, ποιοι είναι αυτοί για να τους μοιάσουμε!

— Να, θυμάστε εκείνη την ανάπηρη κοπέλα που είχε φρικτή παραμόρφωση στην πλάτη, καμπούρα και γερτή; Είχε πετάξει το μπλουζάκι της και τολμούσε και χόρευε. Τους θαυμάζω κάτι τέτοιους ανθρώπους…

Παραθέτω λοιπόν την απάντησή μου σε αυτή τη δούλα χριστιανή που ξερνάει οίκτο, μέσα από τα λόγια κάποιων άλλων:

Ο Σάββας Ξηρός “λείπει” περίπου 11,5 χρόνια. 11,5 χρόνια φυλακισμένος μέσα στους τέσσερις τείχους των υπογείων της ειδικής πτέρυγας και των νοσοκομείων. Δε θα υποκριθούμε ότι μοιραζόμαστε κοινές αντιλήψεις με τον Σάββα, ούτε ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα. Προερχόμαστε από διαφορετικές αφετηρίες αντιλήψεων, που συχνά ηλεκτρίζονται από τις αντιθέσεις τους. Όμως η προσωπική μας γνωριμία στις “τυχαίες” συναντήσεις μας εντός των τειχών μας συνέδεσε με το κοινό μίσος που νιώθουμε για την εξουσία. Γι’ αυτό δεν πρόκειται να αναλωθούμε μιλώντας τη γλώσσα των δικαιωμάτων. Ούτε θα επικαλεστούμε τα γνωστά σε όλους σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Σάββας. Δε θα παραχωρήσουμε στον εχθρό την ευχαρίστηση να προσποιηθεί ότι είναι μεγαλόψυχος. Το μόνο που θέλουμε από αυτόν είναι ο πόλεμος. Και πόλεμο θα έχει…

Γιατί το στοίχημα είναι να μεταφέρουμε το ζήτημα της απελευθέρωσης αιχμαλώτων συντρόφων, από τις αίθουσες των δικαστηρίων στην κάνη ενός όπλου που θα σημαδεύει μπάτσους, δεσμοφύλακες και δικαστές…

Ο ΣΑΒΒΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ, ΟΧΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΙΑ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΑΛΛΑ ΑΠΛΑ ΓΙΑΤΙ

ΕΙΝΑΙ
ΟΜΟΡΦΟ
ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ…

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς FAI/IRF
πυρήνας φυλακής

Δεν θα αφιερώσω χώρο σε ζητήματα καταστολής, ελέγχου, δημόσιου χλευασμού και κρυφών απειλών μέσα ή πέριξ συνελεύσεων με αφορμή τον ψυχιατρισμό μου. Είναι τέτοια η πολιτική απόσταση που όχι διάλογος άλλα ούτε φτύσιμο δεν τους αξίζει.

Αξίζει όμως η ανάγνωση μιας μικρής πρότασης που είπε, αργότερα μέσα στο καλοκαίρι, η προαναφερθείσα κοπέλα και φιλόδοξη χριστιανή μπατσίνα.

— Ο Α. έχει διπολική διαταραχή, και μάλιστα το λέει. Έχω διαβάσει για αυτό και σας λέω ότι δεν είναι έτσι.

Αν καταφέρει κανείς να ξεπεράσει τον εμετό της σκανδαλοθηρίας τύπου “Χάι”, “Ciao” και “Hello” της φράσης “και μάλιστα το λέει” (η οποία στον πυρήνα της κρύβει απύθμενη ομοφοβία), διαπιστώνει κανείς την ασθένεια ατόμων της εποχής μας που “έχουν διαβάσει”: αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τα διαβάσματά τους, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Ή με πιο απλά λόγια: Μια φορά μπάτσος, για πάντα μπάτσος.

Είναι αλήθεια ότι αφιέρωσα πολύ χώρο για τον ψυχιατρισμό μου, μάλλον γιατί δεν υπάρχει κανείς και καμία να με υπερασπιστεί εμπρός στα χάχανα και την κακοποίηση. Γιατί όταν έστειλα μήνυμα ότι αυτοκτονώ, σώστε τουλάχιστον τον σκύλο μου, δεν χτύπησε καν το τηλέφωνο πόσο μάλλον το κουδούνι της πόρτας. Είναι επίσης αλήθεια ότι επικεντρώθηκα στις πολιτικές πρακτικές και θέσεις ενός μόνο ατόμου. Στην πραγματικότητα, οι συνελεύσεις μέσα στις οποίες άνθισαν τέτοια μαργαριτάρια, αναλαμβάνουν καθήκοντα τροχονόμου όσον αφορά τις ροές της βίας κατά την ανταλλαγή απόψεων, αδυνατούν ένα χρόνο μετά να πάρουν θέση, διαιωνίζουν “συζητήσεις”-εκβιασμούς με όπλο έναν θλιβερά δευτεροκυματικό πόνο τους (λες και άλλοι δεν πονάνε) και, βεβαίως, επιβάλλουν τους όρους τους σε άλλες συνελεύσεις – αποικιοκρατικά ή απλώς νταβατζηλίδικα – είναι συνένοχες και υπόλογες.

Δεν έχουμε απολύτως τίποτα να πούμε. Δεν έχω χρόνο για άλλες “συζητήσεις”.

Αν με ρωτούσε λοιπόν κανείς, γιατί στην ευχή τα έγραψα όλα αυτά αφού μου είναι αδιάφορα, θα έλεγα ότι μια καλή εισαγωγή για να σας συστηθώ: είμαι ένας αναρχόπουστας που η πάθησή του είναι ότι πήρε τη ζωή κομματάκι πιο σοβαρά απ’ ό,τι έπρεπε. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω με το ίδιο ζήτημα.

Φιλιά στο στόμα τους στέλνω και υπάρχει, φυσικά, τραγούδι.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ-ΠΡΟΝΟΙΑΣ
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Β’ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ – ΟΞΕΑ

3 Αυγούστου 2016

Εξέταση ψυχικών λειτουργιών: Περιποιημένη εμφάνιση και προσωπική υγιεινή. Καλή βλεμματική επαφή. Ήρεμος ψυχοκινητικά. Καλό επίπεδο συνείδησης. Προσανατολισμένος x3. Χωρίς αντιληπτικές δ/χες. Βούληση κ/φ. Διάθεση: ήπια υποθυμικός, χωρίς όμως ιδιαίτερη διακίνηση συναισθήματος. Σκέψη: Δεν ανιχνεύονται δ/χες στη μορφολογία της σκέψης, ούτε παραληρητικές ιδέες. Μνήμη-Κρίση-Νοημοσύνη: κ.φ. Ευαισθησία: Αναγνώριση κατάστασης εαυτού. Καλή συμμόρφωση με τη φ.α.

Η εισαγωγή του ασθενούς έγινε στις 02.00 π.μ.

Φύγαμε:

Στον αστερισμό του πιγκουίνου

Τα τελευταία 10 χρόνια συνέβαινε κάτι φοβερό. Κάθε βράδυ πήγαινα για ύπνο στο κρεβατι μου μετά φόβου θεού. Έκλεινα τρομαγμένος τα μάτια μου και περίμενα καρτερικά τους απρόσκλητους επισκέπτες μου: αγριόσκυλα, σκοτεινές σκιές, στρατιές από έντομα, μαύρα λαβυρινθώδη κτίρια, σκοτεινές πόλεις με ανθρωποφάγες οντότητες. Ξυπνούσα μία και δύο φορές με την ψυχή στο στόμα, ουρλιάζοντας, μη ξέροντας πού βρίσκομαι. Είχα κι ένα φρέσκο πακέτο τσιγάρα για να βγάζω τη νύχτα. Αλλά εδώ και ένα χρόνο όλα αυτά έχουν σταματήσει, ανεξήγητα. Ξυπνάω πάλι πολύ πρωί, συχνά πριν χαράξει, αλλά τουλάχιστον έχω 4-5 ώρες γαλήνιου ύπνου.

Τώρα, μετά από καιρό, είδα έναν τέτοιο εφιάλτη ξανά. Μισοξύπνησα κλοτσώντας και μουγκανίζοντας. Ακούστηκε δίπλα μου μια φωνή μισοκοιμισμένη αλλά σταθερή, “σώπασε, ησύχασε τώρα”. Βρήκα την αναπνοή μου και έλεγξα πού βρίσκομαι. Βρίσκομαι σε ένα πολύ μικρό σπίτι στο κέντρο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο, σε ένα πολύ μικρό στρώμα. Δίπλα μου κοιμάται ένα νεαρό αγόρι. Κι ανάμεσά μας, σφηνωμένο και με τρόπο που να εφάπτεται όσο γίνεται και στους δυο ταυτόχρονα, ένα καυτό μαύρο σκυλάκι.

Σ αυτό το δωμάτιο βασιλεύει η ομορφιά. Δεν μπορούνε να με πιάσουν πλέον. Πάει πέρασε. (Ευτυχώς έχω λίγο καπνό)

Αφιερωμένο.

Υμνείτε τον Κύριο

Έχω δει όλες τις συναυλίες Diamanda Galas στην Ελλάδα, με εξαιρεση τις τελευταίες εμφανίσεις στο Παλλάς: προτιμώ να τα ακούω από το CD δίχως τις avantgarde μαντάμες που ζητάνε Μπέλλου. Εδώ λοιπόν βλέπουμε και απολαμβάνουμε ένα μοναδικό έργο τέχνης. Στον ήχο είναι η Diamanda που τραγουδά “Είμαι ο Αντίχριστος” καταμεσίς της επιδημίας. Τα visuals είναι συρραφή από ταινίες του Kenneth Anger. Είμαστε τυχεροί που κάποιο μουσείο διέσωσε τις κόπιες από τις ταινίες του διότι χρονολογούνται από τη δεκαετία του 50 και φεύγα. Τεχνικά επομένως ο Anger δεν είναι queer cinema διότι μιλάμε για προ-Stonewall καταστάσεις, πρακτικά όμως ήτανε δεκαετίες μπροστά από την εποχή του. Αν και υπήρξε η υπόσχεση εκ της Diamanda ότι δεν θα πάψει ποτέ να τραγουδά τον “Αντίχριστο” και πόσα άλλα για εμάς, οι συμφωνίες είναι για να αθετούνται. Εκείνη τη φορά λοιπόν που εμφανίστηκε στο Ολύμπιον, πήγανε όλοι και πήγα κι εγώ. Στο δρόμο που επήγαινα είχε ένα γκαβλάκι πανκ στα μαύρα με τη φιλενάδα του. Σεληνιάζεται ξαφνικά το γκαβλάκι, αρχίζουν οι σπασμοί, ουρλιαχτά, παρατάει και τη φιλενάδα του και σκούζει “Sono L’ Antichristo, Sono L’ Antichristo, Sono L’ Antichristo” εκτός ελέγχου. Είπα να πάω να τον μαζέψω και τα λοιπά αλλά πρόλαβε η γκόμενα και τον αγκαλιασε. Με τα πολλά μπήκαμε και της είπαμε ότι υπάρχει παραγγελιά να μας το ερμηνεύσει, το θέλει ο λαός. Μας απάντησε ότι αυτά είναι αλλοτινής εποχής και δεν θα το πει ξανά. Τώρα όλοι λίγο πολύ ξέρουν ότι η φάση αφορά ουσιαστικά μια πούστικη ψωλοχυμένη κωλότρυπα που, θέλημα Κυρίου, έχει γίνει τάφος ελέω AIDS. Και έχει διευκρινήσει η ίδια για τον εωσφορισμό της ότι βεβαίως δεν πρόκειται για τον Αντίχριστο μεταλλοειδών συγκροτημάτων αλλά για τον ήρωα, τον παρία, τον Φέροντα το Φως. Είναι τόσο απλό λοιπόν: κάθε φορά που γαμιέστε, στην ουσία κάνετε μια καλή πράξη, πάτε τον κόσμο ένα κλικ πιο πάνω, προωθείτε την εξεγερτική διάθεση, φέρετε το φως. Μπράβο βρε! Αλλά για να πιασει το τρικ θα πρέπει να καταλάβετε ότι ο μαυροντυμένος πάνκης είναι ο φίλος σας κι όχι οι 200 εκκλησίες της πόλης που παίζουν ταυτόχρονα το ίδιο ρεφρέν: “αγαπάτε αλλήλους”. Η 201η εκκλησία, που είναι το Thessaloniki Pride, θα ήθελε να δει μια παρέλαση αγγέλων. Αναρωτιέμαι τι γνώμη θα είχαν για αυτό τα μιας δεκαεπενταετίας χύσια αδερφών πάνω στα οποία είναι θεμελιωμένη η βάση του δημαρχείου μας. Η σωστή βάση είναι το ήμισυ του παντός: οδηγεί σε καλό φινάλε.