Latest Posts

Ορθόδοξο πρόσωπο reloaded: Breeding Ian Jay

Πολλοί χρησιμοποιούν τον όρο barebacking για να περιγράψουν κάθε είδους επαφή χωρίς προφυλακτικά.Οι ίδιοι οι barebackers τον ορίζουν ως την ταυτόχρονη προδιάθεση και ερωτικοποίηση του πρωκτικού σεξ δίχως προφυλάξεις – με αδιαφορία, επίγνωση ή σκοπό την πιθανότητα μετάδοσης του HIV.

Σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ η μετάδοση του HIV μπορεί να είναι έγκλημα. Το ίδιο συμβαίνει σε ευρωπαϊκές χώρες. Θα ήταν επομένως απίθανο να ομολογήσει κανείς, έστω και ανώνυμα σε όποιες στατιστικες έρευνες, ότι συμμετείχε σε μια κοινωνικά στιγματισμένη πράξη η οποία μπορεί να επιφέρει φυλάκιση. Για ορισμένους, η bareback community είναι στατιστικά ανύπαρκτη – ένας αστικός μύθος. Για άλλους, η άνθιση εξειδικευμένων bareback site και η δημοτικότητα των σχετικών τσοντών, συνηγορούν για το αντίθετο.

Ίσως να ήταν υπερβολή να μιλάμε για bareback κοινότητα (ή κοινότητα γενικότερα;) στην Ελλάδα και καλύτερα να το αφήναμε για το Σαν Φρανσίσκο ή το οικείο Βερολίνο. Η επιτυχία του live bareback show στο τελευταίο porn festival στην Αθήνα (επιτυχία ως προσέλευση κόσμου και ως αντιδράσεις, κυρίως αρνητικές) μπορεί ωστόσο να σημαίνει μια αντίστοιχη εντόπια επιθυμία,η οποία είναι άγνωστο πόσο παραμένει μοναχική φαντασίωση και φετίχ με την παρέα πορνογραφικού υλικού, περιστασιακή πράξη με άλλα σώματα ή συνειδητή προτίμηση.

Οι αντιδράσεις για το bareback show περιλάμβαναν, πέρα από το οικονομικό σκάνδαλο, έντονη ανησυχία για τις επικίνδυνες επιπτώσεις της δημόσιας προπαγάνδισης και διαφήμισης αυτής της προτίμησης, τονίζοντας, φυσικά, ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στο κρεβάτι σου. Εκτός από την προαναφερθείσα εντυπωσιακή ηθική και λεξιλογική ομοιότητα με τον δημόσιο λόγο όσον αφορά μια άλλη εξαιρετικά οικεία «you-know-what-I-mean» προτίμηση, μερικές φορές ούτε το κρεβάτι είναι απαραβίαστο, κρίνοντας από τα μηνύματα που δέχεται ανοιχτά barebacker έλληνας στο προφίλ του.

Κάποια πράγματα δεν λέγονται

Barebacker: ένα δημόσιο πρόβλημα υγείας, πρώτα απ’ όλα, μια πράξη ανευθυνότητας έπειτα, που εκθέτει και θέτει σε κίνδυνο την εύθραυστη θετική δημόσια εικόνα του προς ανθρωπιστική διάσωση ομοφυλόφιλου. Μια εικόνα που είναι η εξωστρεφής, εξω-κοινοτική απεύθυνση των εκστρατειών για την πρόληψη της μετάδοσης του HIV. Κατέστη ανομολόγητο το AIDS να θεωρείται ασθένεια των πούστηδων, ο barebacker όμως επιθυμεί το σεξ δίχως καπότες με άλλα σώματα και – το κυριότερο – το σεξ με έναν ιό. Φετιχοποιεί, επιθυμεί μέσα του ένα αόρατο μικρόβιο. Πράγμα που είναι όχι απλά ανεύθυνο, αλλά τόσο ακατανόητα παράλογο ώστε μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με ψυχο-παθολογικούς όρους: στα γκέι media, στους ακτιβιστικούς κύκλους, στον ακαδημαϊκό χώρο των gay studies, στις δημόσιες ή κατ’ ιδίαν συζητήσεις υπάρχει μια σχεδόν ακατανίκητη τάση ο barebacker να είναι ο «Άλλος» – μια παρέκκλιση ή μια παθολογία.

Στην πρώτη δεκαετία της επιδημίας, ο Douglas Crimp σε ένα άρθρο-σταθμό έγραφε ότι

[Οι σεξουαλικά συντηρητικοί] επιμένουν ότι η ελευθεριότητά μας θα μας καταστρέψει, ενώ στην πραγματικότητα αυτή είναι που θα μας σώσει.

Αναγνωρίζοντας ότι η υιοθέτηση του safer sex από τους γκέι άντρες (που πάει να πει προφυλακτικά με πολλαπλούς παρτενέρ) πήγαζε απευθείας από την ιστορία της ελευθεριότητάς μας, ο Crimp υποστήριξε ότι ποιοτικά και ποσοτικά η γκέι ερωτική εμπειρία παρείχε ξεχωριστό υλικό για την επινόηση τεχνολογιών προφύλαξης και επομένως αμοιβαίας φροντίδας. Αντί να γίνεται αντιληπτή ως αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, η ελευθεριότητα μπορούσε να περιγραφεί διαφορετικά: ότι προάγει την φροντίδα του ενός για τον άλλον και την αυτοπροστασία. Κατ’ αυτή την έννοια, ο Crimp δεν υπερασπίζεται απλά την ελευθεριότητα εν όψει του πανικού του AIDS, αλλά την προάγει ενεργητικά ως την οδό για κάτι νέο. Όχι τόσο μια καταναγκαστική επανάληψη του ίδιου και του ίδιου, όσο έναν άλλο τρόπο για δώσεις όνομα στην ανακάλυψη του νέου, ένα συνώνυμο για τη δημιουργικότητα. Η σεξουαλική επιθυμία για περιπέτεια γεννά άλλες μορφές αυτής της περιπετειώδους κλίσης – πολιτικές, πολιτισμικές, πνευματικές.

Τα υποκείμενα που αυτοπροσδιορίζονται ως barebackers, παρόλο που συνιστούν πλέον μια δραστήρια μειονότητα κρίνοντας από την έντονη κινητικότητα στο διαδίκτυο, εμφανίζονται αδιάφορα για τη συζήτηση περί δικαιωμάτων – μια συζήτηση που συνήθως λειτουργεί ως συνεκτικό υλικό για άλλους μειονοτικούς πληθυσμούς. Σε αντίθεση με άλλους που πειραματίζονται με διευθετήσεις ομόφυλης συγγένειας, όπως ο γκέι γάμος ή η υιοθεσία, οι barebackers εμφανίζονται αδιάφοροι, χαρούμενοι που είναι εκτός νόμου, διεκδικώντας μόνο το δικαίωμα να γαμιούνται με όποιον και όπως επιθυμούν. Αν η κατηγορία queer οριστεί όχι ενάντια στην ετεροφυλοφιλία αλλά την ετεροκανονικότητα, τότε η υποκουλτούρα του bareback, ως αντίθετη με τις γκέι κανονικότητες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι «αντι-ομοκανονική». Αυτή η παραβατική θεώρηση εξηγεί γιατί η γκέι κοινότητα είναι τόσο διστακτική να μιλά ανοιχτά για το barebacking: θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια αποδοχή της ομοφυλοφιλίας και είναι εξαιρετικά κακές Δημόσιες Σχέσεις. Η υποκουλτούρα αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την πιθανή δικαίωση των διακρίσεων σε βάρος όσων έχουν (ή θεωρείται ότι έχουν) μόλυνση από HIV.

«Breed, get seed and get on your knees to feed»

Αν θέλαμε να δώσουμε έναν λεξικογραφικό ορισμό, τότε

Bug chasers είναι οι άντρες που επιθυμούν τον ιό της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας μέσα στο σώμα τους

Η επικεφαλίδα αυτής της παραγράφου (από homepage ενός barebacking site) επικοινωνεί πολλά περισσότερα για αυτήν την επιθυμία. Η σουρεαλιστικά μελωδική επιταγή για μετάδοση του ιού μεταξύ ανδρών, δοσμένη με ρίμες επιπέδου νηπιαγωγείου, προτρέπει και εμάς να πέσουμε με τα μούτρα εκεί που είναι όλη η δράση.

Στην κουλτούρα του bareback, pig είναι ο άντρας που θέλει να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερο σεξ με όσο το δυνατόν περισσότερους άντρες, συχνά με τη μορφή ομαδικού σεξ που περιλαμβάνει barebacking, ουρολαγνεία, fisting και s/m γενικότερα. «Pig» σημαίνει ότι αφοσιώνεσαι στη σεξουαλική υπερβολή, στη διάρρηξη των ορίων της ορθότητας και της σωματικής ακεραιότητας. «Pig» σημαίνει ότι γίνεσαι μέλος μιας σεξουαλικής πρωτοπορίας, όπως υπονοούν τα αναπόφευκτα τατουάζ, t-shirt και λοιπά εμβλήματα. Ορισμένοι bareback πορνοστάρ γράφουν P-I-G πάνω τους και η λέξη εμφανίζεται τακτικά στις τσόντες, λ.χ. «Pigs at the Troff», «Some Pigs» κ.ό.κ.

Φυσικά, είναι γνωστό σε όλες μας το motto «όλοι οι άντρες είναι γουρούνια». Η κουλτούρα του bareback έχει μεταμορφώσει αυτή την κατηγορία σε σήμα περηφάνειας, σε ταυτοτικό έμβλημα. Αν το γουρούνι στον κόσμο της γκέι αρρενωπότητας είναι ισοδύναμο με τον επιβήτορα στον κόσμο της στρέητ αρρενωπότητας, τότε η καίρια διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι το gay-pig αποκτά το στάτους του μέσω αδηφάγου bottoming – δεχόμενο όσο το δυνατόν περισσότερες ψωλές και χύσια στον πρωκτό του:

Μου φαίνεται ότι ο πραγματικός άντρας βρίσκεται συχνά κόντρα στον γκέι άντρα, εξαιτίας των κοινωνικών στερεοτύπων και των σεξουαλικών περιορισμών που οι εαυτοί μας και η κοινωνία γενικότερα επιβάλλουν. Ποτέ δεν αισθάνομαι ντροπή ή κατώτερος από οποιονδήποτε άλλον όταν ρουφάω ψωλές σαν πουτάνα, με κατουράνε ή παίρνω πολλές πούτσες στον κώλο μου… Είμαι απλά άντρας παρέα με άλλους άντρες που όλοι απολαμβάνουμε να παίζουμε σαν βρόμικα ‘γουρούνια’!

Η υπερ-αρρενωπότητα συσσωρεύεται στον άντρα που είθισται να θεωρείται ότι αναλαμβάνει τον θηλυκό ρόλο σε ομοφυλόφιλες σχέσεις. Όσο πιο πολλοί είναι οι άντρες που τον διεισδύουν, τόσο πιο άντρας γίνεται.

Η ορθά επιτελεσμένη γουρουνίλα παρουσιάζει μια διαφορετική δόμηση της σεξουαλικότητας μεταξύ ανδρών όπως την ξέρουμε, είτε στην κλασική εποχή είτε στη σύγχρονη οργάνωση της ομοφυλοφιλίας κάτω από τον νόμο της ετεροκανονικότητας. Η επίμονη αντίληψη της ανδρικής «ομοφυλοφιλίας» (από την εφεύρεση του όρου και δώθε) ως έμφυλη αντιστροφή – μια θηλυκή ουσία μέσα σε ανδρικό σώμα – έχει αποβληθεί από την κουλτούρα του bareback, η οποία παραδέχεται μόνο βαθμούς αρρενωπότητας. Όχι ότι όλοι οι άντρες είναι ίσοι (κάθε άλλο), αλλά μεταξύ τους συμπεριφέρονται ως άντρες, όσο συχνά κι αν τον παίρνουν από πίσω – μια ελκυστική όψη της υποκουλτούρας. Οι bug chasers δεν θέλουν απλά χύσια, θέλουν να γίνουν άντρες. Παρόλο που ο bottom δέχεται από τους tops του τα πιο υποτιμητικά σχόλια («σκύλα», «μουνί», «πουτάνα»), αυτή η μισογυνική ρητορική δεν πτοεί την αρρενωπότητά του. Η αρρενωπότητα χαλυβδώνεται με τη χρήση υποτιμητικών όρων για τα γυναικεία γεννητικά όργανα. Είναι ζήτημα «να τον πάρεις σαν άντρας», υπομένοντας, δίχως παράπονα για σωματική δυσφορία ή προσωρινή απώλεια κύρους, ώστε να αποδείξεις την αρρενωπότητά σου. Όπως και στο στρατό, το αρρενωπό status επιτυγχάνεται με την επιβίωση μετά από σειρά δοκιμασιών: πολλαπλές διεισδύσεις, ταπεινώσεις, piercing, branding και μολύνσεις. Τα προφυλακτικά είναι για όσους δεν μπορούν να χειριστούν το real thing, το λάτεξ δεν είναι συμβιβασμός των αισθήσεων και της επαφής αλλά και της αρρενωπής ταυτότητας. Από αυτή την οπτική, ο HIV είναι απλά μια δοκιμασία, η οροθετικότητα είναι η ουλή από ένα πολεμικό τραύμα.

Like a virgin, touched for the very first time

Στο barebacking εμφανίζεται ο εξής γρίφος: παρόλο που το tattooing, το piercing, τα gangbangs μπορούν επαναληφθούν (προσφέροντας πολλαπλές ευκαιρίες επιβεβαίωσης της αρρενωπότητας), η μετατροπή από ορο-αρνητικός σε ορο-θετικός συμβαίνει μία και μόνο μία φορά. Έχει επομένως μια πολύ ξεχωριστή, τελετουργική και φαντασιακή θέση, σαν την απώλεια της παρθενίας. Επιπλέον το αποτέλεσμα της «δοκιμασίας αντοχής», η ορο-μετατροπή, δεν είναι ορατό εξωτερικά, σε πείσμα του κεντρικού ρόλου που έχει η πορνογραφική αναπαράσταση στην υποκουλτούρα. Aυτή η μη ανιχνεύσιμη μολυσματική «ποιότητα», που ανέκαθεν ήταν συσχετισμένη γενικότερα με την σεξουαλική αντιστροφή, αντισταθμίζεται με όρους ορατότητας από τα τατουάζ, τα piercing, τα scarifications και τους δομημένους σωματότυπους. Ο «Carlos», ένας διαβόητος bug chaser, δίνοντας συνέντευξη στο «Rolling Stone» είπε ότι δεν είχε κάνει ποτέ τεστ HIV. Με αυτό το κόλπο, κάθε επαφή μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αυτή που μεταδίδει τον HIV, καθιστώντας επαναλαμβανόμενο αυτό που δεν δύναται να επαναληφθεί. Ο bug chaser είναι κυρίαρχος, αντί έρμαιο, της ερωτικής του μοίρας.

Θυσία στον Έρωτα

Η υπερ-αρρενωποίηση του bottom στο barebacking, η παρουσίαση της σεξουαλικής υποταγής ως απόδειξη ανδρισμού, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια σύγχρονη αντισταθμιστική απάντηση στη θηλυκοποίηση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας από την κοινωνία. Αλλά θα μπορούσε να ιδωθεί και ως απάντηση στο δυναμικό μιας (ουσιοκρατικά εννοούμενης) θηλυκοποίησης που περιέχεται γενικότερα στις σεξουαλικές πράξεις, και, συγκεκριμένα στον τρόπο που η υπέρτατη ηδονή κυριεύει τον αυτο-έλεγχο, απειλώντας τη συγκρότηση του Εγώ. Με τα λόγια του Leo Bersani, αυτό που σε μερικούς δεν αρέσει στο σεξ είναι ότι έχει τη δυνατότητα να τους καταστήσει προσωρινά αδύναμους: επέρχεται ένα σημείο στην επιδίωξη της ηδονής όπου ακόμα και ο πιο κυρίαρχος παρτενέρ πρέπει να υποκύψει σε κάτι δυνατότερο από αυτόν. Υποκύπτοντας στην απώλεια του ελέγχου, με συνέπεια τη υπονόμευση της αυτοκυριαρχίας που συνδέεται με την αρρενωπότητα, ενισχύεται η ερωτική ηδονή. Ο πολιτισμός μας θεωρεί αυτή την υποταγή ως θηλυκό (δηλαδή «κακό») σημάδι.

Κάνοντας μια τολμηρή ανάγνωση του Φρόυντ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι «σεξουαλικότητα» και «μαζοχισμός» είναι ταυτολογία. Μέσω της προσήλωσής του στην δίχως όρια υποταγή και δίχως όρια αντοχή, το barebacking εναγκαλίζεται τον μαζοχισμό ως θετική απόδειξη της αρρενωπότητας. Με άλλα λόγια, με την επαν-αρρενωποίηση του μαζοχισμού οι barebackers μετατρέπουν την απώλεια του εαυτού σε κατάφαση αντί για άρνηση του ανδρισμού.

Αυτή η λογική εξηγεί γιατί η υποκουλτούρα θεωρεί τα πλέον αφοσιωμένα μέλη της ήρωες. Αντί να είναι ανεύθυνοι, καταστροφικοί, ηδονιστές, είναι ηρωικοί μαχητές και γκέι «πατριώτες». Αντί να ενδιαφέρονται για πάρτη τους, η σεξουαλικότητά τους είναι αλτρουιστική, μιας και γαμιούνται ακάποτα και για λογαριασμό όσων είναι υπερβολικά λιγόψυχοι να το κάνουν. Θυσιάζονται για λογαριασμό της γκέι κουλτούρας όπως οι στρατιώτες. Αν ο παραλληλισμός με τον πατριωτισμό σε καιρό πολέμου ακούγεται τραβηγμένος, θα μπορούσαμε να θυμηθούμε ότι οι απώλειες ανδρών της γκέι κοινότητας το ’80 και στις αρχές του ’90 ήταν συγκρίσιμες με πολεμικές απώλειες, με αριθμητικούς όρους. Οι επιζήσαντες του AIDS από εκείνη την εποχή έχουν την αύρα επιζώντων πολέμου, και το τραύμα του να είσαι μάρτυρας στις μαζικές απώλειες έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει τη σεξουαλική συμπεριφορά των γκέι ανδρών, με το barebacking ως παράδειγμα μετατραυματικής διαταραχής.

Men’s Health

Η ύπαρξη αυτής της υποκουλτούρας σημαίνει την δίχως συμβιβασμούς, σχεδόν θρησκευτική, σύγκρουση μεταξύ δύο ιδανικών – αυτού της σεξουαλικής ηδονής και αυτού της υγείας – με τους barebackers να ενστερνίζονται το πρώτο ως το καλύτερο από τα δύο. Δεν πρόκειται για ζήτημα ατομικών vs. συλλογικών δικαιωμάτων, γιατί αυτό που ορίζει την υποκουλτούρα είναι η ερωτική ηδονή. Εδώ το κυνήγι της ερωτικής ηδονής ορίζει μια συλλογική οντότητα αντί μεμονωμένα άτομα. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη άποψη πως οι συλλογικότητες απαιτούν από τα μέλη τους να απεμπολήσουν κάποιο κομμάτι προσωπικής απόλαυσης, η κουλτούρα του bareback λειτουργεί ως συλλογικότητα ακριβώς υπό το δόγμα ότι αρνείται να περιορίσει την ηδονή. Το γαμήσι χωρίς προφυλακτικό αφορά επομένως λιγότερο μια εγωιστική ικανοποίηση και περισσότερο «όρκο πίστης στην υποκουλτούρα», όρκο πίστης σε μια οντότητα έξω από τον εαυτό. Το χυδαίο, πρόστυχο, ελευθεριακό σεξ είναι ένα είδος πιστότητας.

Το Υπουργείο Υγείας προειδοποιεί…

Η πιστότητα στο ιδανικό της ερωτικής απόλαυσης της υποκουλτούρας αναγκαστικά προϋποθέτει προδοσία του mainstream ιδανικού της υγείας – ή, ακριβέστερα, την προδοσία μιας χαρακτηριστικά ιατρικοποιημένης άποψης τι εστί υγεία. Οι Δυτικές κοινωνίες, όλο και περισσότερο, προωθούν εικόνες ενός ακέραιου ανθρώπινου σώματος που μπορεί να συντηρηθεί μέχρι την προχωρημένη ηλικία ως επιθυμία όχι απλά του βιολογικού οργανισμού αλλά και του ηθικού υποκειμένου. Ξεκινώντας από τον 19ο αι., η επιδίωξη της υγείας ήταν επιδίωξη ηθικής ολοκλήρωσης, έστω και αν η ανακάλυψη των μικροβίων / βακτηρίων κατέρριψε κάποιες από τις ηθικίστικες αντιλήψεις της αιτιολογίας των ασθενειών. Με την άνοδο της βακτηριολογίας και του βιοϊατρικού μοντέλου, η ασθένεια έγινε κατανοητή ως αποτέλεσμα των μικροβίων και η ιατρική επινόησε μια γκάμα τεχνικών για την καταστροφή τους. Χάρις στην θεωρία των βακτηρίων κάποιοι από τους ηθικούς συσχετισμούς της ασθένειας παραμερίστηκαν.

Ο θρίαμβος της βακτηριολογίας και της ανοσολογίας στον 20ο αι. έφερε αγωνιωδώς στο προσκήνιο τις μη μεταδιδόμενες χρόνιες παθήσεις: υπέρταση, καρκίνος, καρδιακές παθήσεις – για τις οποίες δεν υπάρχει συγκεκριμένη, ορισμένη αιτιολογία. Έτσι στη μεταπολεμική εποχή, τα όρια της βακτηριολογίας όσον αφορά τις χρόνιες συστημικές ασθένειες οδήγησαν στην αναγνώριση της επίδρασης του περιβάλλοντος και της συμπεριφοράς ως καθοριστικών παραγόντων της ασθένειας. Οι επιδημιολογικές θεωρίες, με όλο και πιο εξεζητημένες στατιστικές μετρήσεις, παρέχουν την ευκαιρία να γίνει αντιληπτή η υγεία ως μαθηματικός λογισμός της επικινδυνότητας. Η άνοδος της σύγχρονης επιδημιολογίας επαναφέρει την ηθικοποίησης της ασθένειας, βασισμένη σε μια ανανεωμένη αντίληψη ότι η έκθεση σε αυτή μπορεί να αποτραπεί με αυστηρή ρύθμιση του διαιτολόγιου, άσκηση και αποφυγή των κινδύνων του καπνίσματος, του αλκοόλ, των παράνομων ουσιών και της σεξουαλικής ελευθεριότητας. Αντί για πηγές απόλαυσης, τα τελευταία επαναπροσδιορίζονται ως πηγές κινδύνου. Η νέα έμφαση στην επίδραση των συνηθειών μας στην εμφάνιση της ασθένειας ενισχύει την άποψη ότι η επιδίωξη της υγείας είναι προσωπική ηθική υποχρέωση.

Για ακόμα μια φορά μπορεί να είσαι ηθικά κατηγορούμενος για την φυσική σου κατάσταση. Σύμφωνα με τον Φουκώ, η ευρωπαϊκή κοινωνία του 18ου αι., γέννησε μια «επιταγή για υγεία» που έκανε την ενεργή επιδίωξή της «ταυτόχρονα υποχρέωση του καθενός και σκοπό του συνόλου».Η έννοια της υγείας προσδέθηκε στους σύγχρονους εξουσιαστικούς θεσμούς και μηχανισμούς ελέγχου. Η επιταγή, για εσένα και τους άλλους, να μεγιστοποιήσεις τις ζωτικές δυνάμεις και δυναμικά του σώματος είναι πλέον καίριο σημείο στη σύγχρονη ηθική. Η υγεία είναι πλέον ένας γρίφος καταναγκασμού και πειθαρχίας, μια βάση για τον έλεγχο ολόκληρων πληθυσμών καθώς και ένα πλέγμα αντίληψης του εαυτού και της αυτοπειθαρχίας.

Η υγεία έχει μεταμορφωθεί σε μια ασταθή, ευάλωτη κατάσταση που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση. Ο σύγχρονος μεσοαστός υπομένει διαρκή αυτο-παρακολούθηση όσον αφορά το διαιτολόγιο, την άσκηση και τα φάρμακα. Κάθε γεύμα είναι πιθανό ναρκοπέδιο για την υγεία του, η καθημερινή διατροφή είναι γεμάτη από κινδύνους άγνωστους στις, βυθισμένες στην άγνοια, προηγούμενες γενιές. Η περισσότερη γνώση έχει επιφέρει, παραδόξως, μεγαλύτερη ανασφάλεια και φόβο.

Από μια διαφορετική σκοπιά μπορούμε να ορίσουμε την επικινδυνότητα ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό της μετανεωτερικότητας. Η καταστροφή του περιβάλλοντος, η τρομοκρατία και άλλες περιπτώσεις «κατασκευασμένου κινδύνου» έχουν εμποτίσει την καθημερινότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Επειδή ο κίνδυνος λ.χ. της πυρηνικής καταστροφής ή της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν μπορούν να οριστούν χωρικά, γεωγραφικά, ακόμα και θεσμικά, ζούμε πλέον σε έναν κόσμο όπου ο κίνδυνος είναι παντού. Έτσι η κοινωνική θεωρία αναχωρεί από την κλασική εμμονή της για την διανομή των κοινωνικών αγαθών και εστιάζει στις διανεμημένες επιπτώσεις των κοινωνικών «κακών». Η κινητήρια δύναμη της ταξικής κοινωνίας είναι η φράση: Πεινάω! Η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας του κινδύνου από την άλλη, μπορεί να εκφραστεί με τη φράση: Φοβάμαι!

Η κριτική στην κοινωνία του φόβου (ιδιαίτερα επίκαιρη μετά την 9/11) και η κριτική του Φουκώ στην κανονικοποίηση, μπορούν να αποτελούν μια εκδοχή της αντίδρασης ορισμένων barebackers να αποκαλούν τους θιασώτες της πρόληψης από τον HIV «Condom Nazis». Αυτό ακούγεται ασφαλώς παρατραβηγμένο, αλλά η «επιταγή για υγεία» του Φουκώ έχει μεταφερθεί σε τέτοιο βαθμό στη ναζιστική σφαίρα του Υπερεγώ, ώστε η φυσική κατάσταση του υποκειμένου δεν είναι ποτέ πλήρως ικανοποιητική. Οι απαιτήσεις για καλύτερο σώμα και αυστηρότερη αποφυγή των κινδύνων έχουν ενταθεί ανελέητα. Η υγεία δεν είναι πια κάτι που απλά κατέχεις, είναι κάτι για το οποίο πρέπει να μοχθήσεις. Από τη σύγχρονη lifestyle οπτική, θέλουμε να είμαστε υγιείς (εσωτερικά) και αυτό να φαίνεται (εξωτερικά), γιατί θέλουμε να είμαστε φυσιολογικοί.

Το παράδοξο με το υπερεγώ είναι ότι η συμμόρφωση με τις επιταγές του απλά επιτείνει την πίεση αντί να την απαλύνει. Όσο πιο πιστά ακολουθείς τις προσταγές του, τόσο χειροτερεύουν τα πράγματα. Όσο πιο υγιείς προσπαθούμε να είμαστε, τόσο πιο ευάλωτοι στον κίνδυνο γινόμαστε. Οι υπερ-εξειδικευμένες διαγνωστικές τεχνολογίες μεγενθύνουν το ζήτημα σε σχεδόν μεσαιωνικές διαστάσεις: «αν δεν αλλάξεις τον τρόπο ζωής σου, θα αρρωστήσεις». Ο κίνδυνος δεν είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, είναι η αιτία μιας μελλοντικής ασθένειας.

Και όταν η ασθένεια γίνεται αντιληπτή όχι με βάση την παρούσα φυσική κατάσταση αλλά με βάση ένα μέλλον που πρέπει να αποτραπεί με κάθε κόστος, τότε «δημιουργούμε μια νέα τάξη από ισόβιους παρίες, τους μελλοντικά ασθενείς», γράφει η Susan Sontag.

Επίλογος

Είμαι υπόχρεος για το βιβλίο του Tim Dean «Unlimited Intimacy: Reflections on the culture of barebacking» που βοήθησε αναπάντεχα να οργανωθούν ένας σωρός από χρόνιες νεφελώδεις και φαινομενικά ασύνδετες σκέψεις. Εννοείται ότι έγινε γενναίο copy-paste.

Θα ήθελα να πω για τη θέση από την οποία γράφτηκε αυτό το κείμενο. Είναι ένα τυπικό δείγμα ματιάς «εξωτισμού» από έναν ενήμερο παρείσακτο; Μιλώ για την υποκειμενική πραγματικότητά μου; Είμαι οροθετικός, οροαρνητικός, δεν το γνωρίζω, δεν θέλω να το γνωρίζω; Φοράω καπότες; Πάντα, συχνά, ποτέ, συνειδητά, κατά λάθος; Ό,τι κι αν «ομολογήσω» από τα παραπάνω θα είναι εξαιρετικά επώδυνο για μένα, είτε ως προβληματική πολιτική στάση από τη μια, είτε ως πρακτικό πρόβλημα αποτροπής οικειότητας με άλλα επιθυμητά σε εμένα σώματα. Keep safe.

Fuck heteronormativity again

Πάρτυ Massqueerraid.
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011, στη Βιοτεχνία

Και το κείμενο που μοιράστηκε:

Fuck heteronormativity again

Αντιλαμβανόμαστε την ετεροκανονικότητα ως την φυσικοποιημένη κυρίαρχη ετεροφυλοφιλία. Οτιδήποτε δε χωράει στα όριά της ζει στην αφάνεια, στη χλεύη ή μαζί της μόνο υπό όρους.

Η ετεροκανονικότητα ορίζει ως πρότυπο την στρέιτ συμπεριφορά (οι «κανονικοί»)

Δηλαδή…

  • Πότε κάποιος κατάλαβε ότι είναι ετεροφυλόφιλος ;
  • Πότε κάποιος θυμάται να του μαθαίνουν ότι έχει επιλογές πέρα από την ετεροφυλοφιλία;
  • Πόσα ζευγάρια γκέι, λεσβιών βλέπει κανείς στο δρόμο, στις διακοπές του κτλ;
  • Πόσα στρέιτ μπαρ ξέρεις;
  • Πόσους στρέιτ ξέρεις που έφαγαν ξύλο ή τους έβρισαν στο δρόμο, τους έδιωξαν από το σπίτι τους επειδή είναι στρέιτ ή έπρεπε να κρύψουν την επιθυμία τους;
  • Πόσους στρέιτ ξέρεις που «μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν μόνο στο κρεβάτι τους» ;

Είμαστε γκέι, λεσβίες, τρανς, μπάι και αλλόκοτοι ετεροφυλόφιλοι που ασφυκτιούμε στην συνθήκη της ετεροκανονικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς μας, ακόμα και στους πολιτικούς μας χώρους και τις εκδηλώσεις τους.

Θέλουμε να δημιουργήσουμε χώρους όπου δε θα χρειάζεται να αγοράζουμε για να υπάρχουμε, όπου δε θα αναπαράγουμε αναγκαστικά την κυρίαρχη εμπορευματοποιημένη κουλτούρα και όπου όλο και περισσότερες διαφορετικότητες θα μπορούν να συνυπάρχουν μέσα σε αυτούς.

Αυτή η βραδιά μπορεί να είναι ακόμα ένας τρόπος να δημιουργήσουμε –από εμάς για εμάς- μια κοινότητα όσο το δυνατόν έξω από καπιταλιστικές και ετεροκανονικές σχέσεις.

Massqueerraid
Μαζική ανώμαλη επιδρομη

 

Τα πάντα είναι τίποτα για μένα

Θα ήταν τρελό να ισχυριστούμε ότι δεν υπάρχει δύναμη πάνω από τη δική μου. Μόνο η στάση που κρατώ απέναντι σ’ αυτή τη δεύτερη, θα είναι εντελώς διαφορετική απ’ ό,τι στη θρησκευτική εποχή: θα είμαι ο εχθρός κάθε ανώτερης δύναμης, ενώ η θρησκεία μας διδάσκει να την κάνουμε φίλη μας και να είμαστε ταπεινοί απέναντί της. Ο αποκαθαγιαστής τεντώνει τη δύναμή του ενάντια σε κάθε φόβο έναντι του Θεού, διότι ο φόβος έναντι του Θεού θα τον καθόριζε σε καθετί το οποίο θα άφηνε να επιβιώσει ως ιερό. Είτε είναι ο Θεός είτε ο άνθρωπος εκείνος που ασκεί την καθαγιαστική δύναμη μέσα στο Θεό- άνθρωπο – είτε, συνεπώς, κάτι θεωρείται ιερό για χάρη του Θεού είτε για χάρη του ανθρώπου (της ανθρώπινης ιδιότητας) – αυτό δεν αλλάζει τον φόβο έναντι του Θεού, επειδή ο άνθρωπος τιμάται ως “υπέρτατο ον” τόσο όσο απαιτεί, από τη θρησκευτική σκοπιά, ο Θεός ως “υπέρτατο ον” τον φόβο και τον σεβασμό μας. Και οι δύο μας επιβάλλονται.

Ο καθαυτό φόβος έναντι του Θεού έχει κλονιστεί εδώ και πολύ καιρό, κι ένας περισσότερο ή συνειδητός “αθεϊσμός”, αναγνωρίσιμος εξωτερικά από μια διαδεδομένη “εγκατάλειψη της εκκλησίας”, δίνει άθελά του τον τόνο. Αυτό όμως που αφαιρέθηκε από τον Θεό έχει προστεθεί στον άνθρωπο, και η δύναμη της ανθρώπινης ιδιότητας μεγάλωσε ακριβώς στο βαθμό που μειώθηκε η ευσέβεια: |ο άνθρωπος” είναι ο σημερινός Θεός, και ο φόβος έναντι του ανθρώπου πήρε τη θέση του παλιού φόβου έναντι του Θεού. Επειδή όμως ο άνθρωπος αντιπροσωπεύει μόνον ένα άλλο υπέρτατο ον, δεν συνέβη τίποτε άλλο από μια μεταμόρφωση του υπέρτατου όντος, και ο φόβος έναντι του ανθρώπου είναι απλώς μια άλλη μορφή του φόβου έναντι του Θεού.

Οι αθεϊστές μας είναι ευσεβείς άνθρωποι.


Max Stirner, από το “The Only One and his Property”

Οι περιπέτειες μιας λέξης

I’m beautiful
in my way

‘Cause God makes no mistakes
I’m on the right track, baby

I was born
this way

– Lady Gaga

Ο όρος homosexuality/homosexual είναι μια λέξη που κατασκευάσθηκε και εισήχθη στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο τον 19ο αι. Η ετυμολογία είναι από το ελληνικό «ομο-» (ίδιο) και το λατινικό «sex». Η πρώτη εκτεταμένη χρήση του όρου ήταν σε επιστημονικά κείμενα και η ελληνο-λατινική ρίζα (τυπική μέχρι σήμερα για χιλιάδες επιστημονικούς όρους όλων των κατευθύνσεων) προφανώς συνεισέφερε στην επιστημονική βαρύτητα, κύρος και εγκυρότητα του νέου όρου. Συγκεκριμένα, το 1886, ο Richard von Krafft-Ebing χρησιμοποίησε και εδραίωσε τον νέο όρο (που μόλις είχε εμφανιστεί) στο, δημοφιλές στους επιστημονικούς κύκλους, βιβλίο του “Psychopathia Sexualis”.

Το μάτι της επιστήμης

O von Krafft-Ebing, κατά τη μόδα της εποχής, συνδύαζε αρκετές ιδιότητες: απόφοιτος ιατρικής, σεξολόγος, ψυχίατρος, εγκληματολόγος – και υπνωτιστής. Το “Psychopathia Sexualis” απευθυνόταν σε παθολόγους και δικαστές και είχε επίτηδες απόκρυφο τίτλο και αποσπάσματα γραμμένα στα λατινικά, ώστε να αποτραπεί η λαθραία ανάγνωση από τον απλό κόσμο, σύμφωνα με τον ίδιο τον von Krafft-Ebing. Το βιβλίο καθιερώνει και τους όρους sadism και masochism. H homosexuality για τον Ebing ήταν περισσότερο “πρόβλημα” προς μελέτη, μια αρκετά φιλική στάση για την εποχή.

Το άστρο του von Krafft-Ebing έδυσε απότομα και οριστικά με την εμφάνιση του Sigmund Freud, ο οποίος προσέφερε την πολύ πιο ελκυστική παρουσίαση της homosexuality ως “ψυχολογικού” αυτή τη φορά προβλήματος.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο homosexual είχε πλέον έρθει για να μείνει.

“Διαφορετικός από τους άλλους”

Βερολίνο του Μεσοπολέμου. Η πόλη είναι η παρακμιακή πρωτεύουσα του γλεντιού της Ευρώπης, με πολυάριθμα καμπαρέ και μια κουλτούρα που περιστρέφεται γύρω από αυτά.

Απέναντι από το Ράιχσταγκ, σε μια ανακατασκευασμένη βίλα, στεγάζεται το Ινστιτούτο Σεξουαλικών Ερευνών. Ιδρυτής και σχεδόν μόνιμος κάτοικος, μεταξύ άλλων, μιας αχανούς βιβλιοθήκης πάνω στο σεξ, που την επισκέπτονταν από όλη την Ευρώπη, είναι ο Magnus Hirschfeld. Ο ακαταπόνητος μελετητής του σεξ, γνωστός στο Βερολίνο ως ο “Αϊνστάιν του Σεξ”, ήταν ο ίδιος ένας ομοφυλόφιλος, και μάλλον ο πρώτος ακτιβιστής στην ιστορία: Επί δεκαετίες ίδρυε οργανώσεις (υπερεθνικές ορισμένες φορές), συνέλεγε χιλιάδες υπογραφές από προσωπικότητες, διενεργούσε μελέτες, έγραφε βιβλία, θεατρικά έργα, ταινίες στις οποίες έπαιζε και ως ηθοποιός, διαμαρτυρόταν, και πιστός στο σύνθημα “Δικαιοσύνη μέσω της επιστήμης”, πίστευε ότι η επιστημονική γνώση θα εξάλειφε την εχθρότητα προς τους ομοφυλόφιλους, γενικότερα, και το Άρθρο 175, ειδικότερα, που τους οδηγούσε στη φυλακή. Συνεπή με το επιστημονικό κλίμα της εποχής, τα ευρήματα του Hirschfeld περιλάμβαναν τη διαπίστωση ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι εκ φύσεως θηλυπρεπείς, ενώ περαιτέρω έρευνες τον οδήγησαν σε όχι λιγότερους από 64 δυνατούς τύπους σεξουαλικότητας, από τον αρρενωπό ετεροφυλόφιλο μέχρι το θηλυπρεπή ομοφυλόφιλο, εφευρίσκοντας τη λέξη “Transvestit” για τα υποκείμενα που σήμερα θα προσδιορίζονταν ως τρανς ή cross. Το έργο του Hirschfeld έδειχνε αισιόδοξη πίστη στην ύπαρξη ουσιαστικά του “Τρίτου Φύλου”.

Όλα τελείωσαν με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία: Τα πρώτα βιβλία που πυρπολήθηκαν ήταν η βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου. Τα φιλμ και οι φωτογραφίες που διασώζονται από τις πυρπολήσεις βιβλίων της εποχής, πιστεύεται ότι είναι αυτή η βιβλιοθήκη.

image3

Οι Ναζί ενισχύουν το Άρθρο 175: δεν διώκεται μόνο η σεξουαλική επαφή αλλά και η επιθυμία – αρκεί ένα ύποπτο βλέμμα στο παγκάκι για να υπάρξει τιμωρία. Η τιμωρία είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα οποία καταλήγει ακαθόριστος αριθμός, δεκάδων χιλιάδων πάντως, ομοφυλόφιλων. Αντί για το εβραϊκό κίτρινο άστρο, φέρουν ένα μεγαλύτερο ροζ τρίγωνο – ενδεικτικό της κατώτατης θέσης τους στην άτυπη ιεραρχία των στρατοπέδων. Με την νίκη και την εμφάνιση των Συμμάχων, ελευθερώνονται και αυτοί, μα κανείς δεν μαθαίνει τον αριθμό, τις ιστορίες τους και κανείς τους δεν ζητά αποζημιώσεις και δικαίωση: Το Γερμανικό κράτος “ξέχασε” να απαλείψει τον πυρήνα των διατάξεων του Άρθρου 175 για μερικές δεκαετίες.

Το “Ροζ Τρίγωνο” μέλλει να γίνει ένα από τα γνωστότερα σύμβολα του ομοφυλόφιλου ακτιβισμού.

Το “Ροζ Τρίγωνο” μέλλει να γίνει ένα από τα γνωστότερα σύμβολα του ομοφυλόφιλου ακτιβισμού.

Περί υποκειμένων

Αναπόφευκτες είναι οι σκέψεις περί ιστορικής και κοινωνικής δόμησης του ομοφυλόφιλου. Το 1976 o Μισέλ Φουκώ, στην “Ιστορία της σεξουαλικότητας”, τ.1, ισχυρίζεται ότι τον 18ο αι. η ομοφυλοφιλία ως ταυτότητα δεν υφίστατο. Αναλυτικότερα, στον τ.1 της “Ιστορίας της Σεξουαλικότητας” βρίσκεται ένα από τα δημοφιλέστερα και ευρέως γνωστά αποσπάσματα του έργου του:

Όπως ορίζεται από τους αρχαίους αστικούς ή κανονικούς κώδικες, ο σοδομισμός ήταν μια κατηγορία απαγορευμένων πράξεων. Ο δράστης τους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το νομικό υποκείμενό τους. Το δέκατο ένατο αιώνα, ο ομοφυλόφιλος έγινε ένα πρόσωπο, ένα παρελθόν, ένα ιστορικό, καθώς και μια παιδική ηλικία, πέραν του ότι είναι ένα είδος ζωής, μια μορφή ζωής, και μια μορφολογία, με αδιάκριτη ανατομία και ενδεχομένως μυστηριώδη φυσιολογία. Δεν υπήρχε τίποτα στη συνολική σύνθεσή του που να παρέμεινε ανεπηρέαστο από τη σεξουαλικότητά του. Ήταν παντού παρούσα σε αυτόν: στη ρίζα όλων των δράσεων του, επειδή ήταν η ύπουλη και επ’ αόριστον ενεργή αρχή τους· γραμμένη άσεμνα στο πρόσωπο και το σώμα του, επειδή ήταν ένα μυστικό που πρόδιδε τον εαυτό του. Ήταν ομοούσιο με τον ίδιο, λιγότερο ως συνήθης αμαρτία, παρά ως ασυνήθης φύση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η ψυχολογική, ψυχιατρική, ιατρική κατηγορία της ομοφυλοφιλίας συγκροτήθηκε από τη στιγμή που χαρακτηρίστηκε… λιγότερο από ένα είδος των σεξουαλικών σχέσεων παρά από μια ορισμένη ποιότητα της σεξουαλικής ευαισθησίας, με έναν ορισμένο τρόπο αντιστροφής του αρσενικού και του θηλυκου στον εαυτό. Η ομοφυλοφιλία εμφανίστηκε ως μια από τις μορφές της σεξουαλικότητας, όταν μεταφέρθηκε από την πρακτική του σοδομισμού σε ένα είδος εσωτερικού ανδρόγυνου, έναν ερμαφροδιτισμό της ψυχής. Ο σοδομίτης ήταν μια προσωρινή εκτροπή· ο ομοφυλόφιλος ήταν πλέον ένα είδος.

Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ.1

Στον αντίποδα του Φουκώ βρίσκονται μελετητές όπως ο John Boswell, στο αμφιλεγόμενο και πρωτοποριακό βιβλίο του “Christianity, Social Tolerance and Homosexuality: Gay People in Western Europe from the Beginning of the Christian Era to the 14th Century” (1980), του οποίου ο τουλάχιστον εντυπωσιακός σε μέγεθος τίτλος αντικατοπτρίζει τη σισύφεια αποστολή του Boswell ως απολογητή της Ιουδαιοχριστιανικής επιρροής στην καταπίεση των προαναφερθέντων ομοφυλόφιλων. Στα εισαγωγικά κεφάλαια ο Boswell εξηγεί εκτεταμένα τη χρήση των όρων homosexual και gay για μια ιστορική περίοδο όπου αυτοί δεν υπήρχαν. Ο ισχυρισμός είναι ότι αυτοί οι, σχετικά καινοφανείς, όροι όντως περιγράφουν μια ταυτότητα, ίσως όχι εύκολη στην ακριβή περιγραφή αλλά πάντως σχετικά σταθερή, που διατρέχει τόπους και χρόνους και ενώνει μέσω κοινών εμπειριών τα υποκείμενα. Η θεώρηση αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά δημοφιλής και ως πολιτικό εργαλείο, μιας και οι “μεγάλοι ομοφυλόφιλοι” ανά τους αιώνες και τις χιλιετίες φωτίζουν, κοιτάζουν συγκαταβατικά και παρέχουν θετικά παραδείγματα (ή σειρά θυμάτων) στον σημερινό ακτιβισμό.

Ψυχίατρος, όχι ιατρός

Η ομοφυλοφιλία συνόδεψε την ψυχιατρική στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι είναι “κανονικός” κλάδος της ιατρικής, όπως λ.χ. η παιδιατρική ή η καρδιολογία. Στις ΗΠΑ αυτή η συντεταγμένη προσπάθεια πήρε τη μορφή του Diagnostic and Statistical Manual of Diseases ή, εν συντομία, DSM. Εδώ δεν συζητούνται ασαφώς “ψυχοπάθειες” αλλά ορίζονται οι Ψυχιατρικές Ασθένειες, διακριτές και κωδικοποιημένες με συγκεκριμένα κριτήρια.

Το εντυπωσιακό φούσκωμα του ολιγοσέλιδου πρώτου DSM στις εκατοντάδες σελίδες της τρέχουσας έκδοσης (DSM-IV) θα μπορούσε να αναγνωστεί ως αμηχανία εμπρός σε κάποιο θεμελιώδες μεθοδολογικό – τουλάχιστον – “σφάλμα”, καθώς οι καταγεγραμμένες διαταραχές διαρκώς αυξάνονται, επεκτείνονται αλλά παράλληλα διυλίζονται σε όλο και περισσότερες υποκατηγορίες και υπο-τύπους.
Η ομοφυλοφιλία εμφανιζόταν ως ασθένεια/διαταραχή στο DSM μέχρι το 1973, όταν η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση “εις αναγνώρισιν των επιστημονικών αποδείξεων” (και με λίγη βοήθεια από τον πολιτικό ακτιβισμό) την αφαίρεσε δηλώνοντας ότι “η ομοφυλοφιλία καθ’ αυτή δεν συνεπάγεται απομείωση της σταθερότητας, αξιοπιστίας ή των γενικότερων κοινωνικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων”. Πέρα από το λεξιλόγιο των επιχειρημάτων της Ψυχιατρικής Ένωσης, ενδιαφέρον είναι ότι συναφείς διαγνωστικές κατηγορίες λ.χ. παραφιλίες, όπως σαδομαζοχισμός, παρενδυσία κ.ό.κ., παραμένουν σε ισχύ και φυσικά υπάρχει και μια ολόκληρη κουβέντα για τα trans υποκείμενα.

Στον αστερισμό των γονιδίων

Στη δεκαετία του ’90 ο βιολόγος Simon LeVay ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε διαφορές στον εγκέφαλο ομοφυλόφιλων αντρών (σε νεκροψίες) σε σχέση με τον εγκέφαλο ετεροφυλόφιλων ανδρών. Παράλληλα, μέσα σε ένα γενικότερο θαυμασμό για τη δύναμη των γονιδίων εκείνη την εποχή, υπήρξαν ανακοινώσεις ότι εντοπίστηκαν γονιδιακές διαφορές που ίσως εξηγούν την ομοφυλοφιλία. Παρόλο που τα αποτελέσματα του LeVay δεν ήταν δυνατόν να επαληθευτούν με αξιοπιστία, εγκαταστάθηκε ένα οριστικό Επιχείρημα, ένα Επιχείρημα που θα αντικαθιστούσε όλα τα άλλα επιχειρήματα και θα κονιορτοποιούσε μια για πάντα τις κατηγορίες της θρησκευτικής και πολιτικής δεξιάς στις ΗΠΑ: Born this way – μια επιστημονική γνωμάτευση η οποία από το 2011 διατίθεται και σε χορευτική έκδοση ως το υπέρτατο gay anthem από τη Lady GaGa.

Η ενδομήτρια βιολογική, γονιδιακή ή, σε προ- προ-νηπιακή ηλικία, ψυχοκοινωνική εγγραφή ενός σεξουαλικού προσανατολισμού στο υποκείμενο συνεχίζει, πολύ λογικά, να είναι αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και ενδιαφέροντος. Είναι εξίσου λογικό (με όλα τα ιστορικά δεδομένα) ότι το ενδιαφέρον αυτό διαρρηγνύει με κάθε τρόπο το (γενικότερα ύποπτο και υπό εξέταση) ιδανικό της “καθαρής” επιστημονικής περιέργειας και αμεροληψίας: ο λόγος πάνω στον σεξουαλικό προσανατολισμό δεν ήταν, δεν είναι και ποτέ δεν θα είναι ουδέτερος.

Γέμισε ο τόπος

Οι ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες για την στατιστική ένταση της ομοφυλοφιλίας στον πληθυσμό ενδιαφέρουν αυτό το κείμενο για έναν ιστορικό λόγο. Στη σύγχρονη Δύση, μείζονες μελέτες δείχνουν ότι το 2% με 13% του πληθυσμού είναι ομοφυλόφιλο ή είχε σεξουαλική επαφή με άτομο του ίδιου φύλου. 20% των ανώνυμα ερωτηθέντων σε μελέτη του 2006 ανέφερε ότι είχε κάποια ομοφυλόφιλα συναισθήματα. Οι αριθμοί αυτοί μετατρέπονται σχεδόν αυτόματα σε λόγο πάνω στη μειονότητα, από κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά, κυρίως ως απόδειξη ικανού ή όχι μεγέθους και επομένως διαπραγματευτικής ισχύος. Ωστόσο, το αν το 2% είναι θλιβερά λίγο ή αν το 13% είναι αισιόδοξα πολύ έχει προ πολλού απαντηθεί, με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Το 1947 ο εντομολόγος, ζωολόγος και βιολόγος Alfred Kinsey ίδρυσε το Ινστιτούτο Σεξουαλικών Μελετών στο πανεπιστήμιο της Indiana, ΗΠΑ. Έπειτα από χιλιάδες συνεντεύξεις και ερωτηματολόγια στον γενικό πληθυσμό, το Ινστιτούτο παρουσίασε στο απροετοίμαστο κοινό τις Αναφορές Kinsey οι οποίες, μεταξύ άλλων, έδειξαν ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν περιγράφεται από ένα διακριτό δίπολο ομοφυλοφιλία/ετεροφυλοφιλία αλλά από μια κλίμακα που ξεκινά από την αποκλειστική ομοφυλοφιλία και φτάνει στην αποκλειστική ετεροφυλοφιλία, έχοντας στο ενδιάμεσο μικτές προτιμήσεις σε διάφορες αναλογίες. Το ποσοστό της ομοφυλοφιλίας στον γενικό πληθυσμό βρέθηκε να είναι το στρογγυλό νούμερο 10%.

Το βολικά στρογγυλό ποσοστό «10%» των ερευνών, αμφισβητήθηκε, απορρίφθηκε, αναθεωρήθηκε αλλά εκείνο είχε ήδη αυτονομηθεί από το ποσοτικό περιεχόμενό του και κατέστη συμβολική φράση-κλειδί στον ακτιβισμό, η οποία ονοματοδότησε πολλά έντυπα, μεταξύ των οποίων και το ελληνικό “10% – το δυνατό ποσοστό”.

We are the Stonewall girls / We wear our hair in curls / We wear no underwear / We show our pubic hair / We wear our dungarees / Above our nelly knees!

Ηνωμένες Πολιτείες, αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο διακαής πόθος μεγάλου μέρους του πληθυσμού να αποκατασταθεί η προπολεμική κοινωνική τάξη και να αποτραπούν οι δυνάμεις της αλλαγής και η εθνική έμφαση στον αντικομμουνισμό, οδηγούν στην περίοδο του Μακαρθισμού. Ο γερουσιαστής Joseph McCarthy οδηγεί σε εθνική παράνοια, αναζητώντας κομμουνιστές στην κυβέρνηση, τον στρατό, σε λοιπές κυβερνητικές υπηρεσίες και θεσμούς: αναρχικοί, κομμουνιστές και γενικά όποιος κρίνεται ανατρεπτικός και μη-αμερικάνος είναι απειλή για την ασφάλεια.

Στους παραπάνω περιλαμβάνονται και οι ομοφυλόφιλοι, εφόσον “είναι γενική πεποίθηση ότι όσοι εμπλέκονται σε ανοικτές πράξεις ανωμαλίας έχουν απωλέσει την συναισθηματική σταθερότητα των φυσιολογικών ατόμων”. Μεταξύ 1950 και 1960 το FBI διατηρεί αρχείο με ομοφυλόφιλους, τα μέρη που συχνάζουν και ποιοι είναι φίλοι τους. Η ταχυδρομική υπηρεσία καταγράφει τις διευθύνσεις όπου αποστέλλεται υλικό που αφορά την ομοφυλοφιλία. Μπαρ με πελατεία ομοφυλόφιλων σφραγίζονται, με τους πελάτες να συλλαμβάνονται. Μαζικές “Επιχειρήσεις Αρετή” σε γειτονιές, πάρκα, μπαρ, παραλίες. Απαγορεύεται να φοράς ρούχα του αντίθετου φύλου. Χιλιάδες άντρες και γυναίκες διαπομπεύονται δημόσια, δέχονται σωματικές επιθέσεις, πυρπολούνται, φυλακίζονται ή περιορίζονται σε ψυχιατρεία. Το 1952 η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία προσθέτει την ομοφυλοφιλία ως κοινωνικοπαθολογική διαταραχή της προσωπικότητας.

Στις δεκαετίες μέχρι το ’60, οργανώσεις με εσκεμμένα απόκρυφα ονόματα, όπως η Mattachine Society (άντρες) και οι Daughters of Bilitis (γυναίκες), δημιουργούν δίκτυα υποστήριξης, ενημέρωσης, και ήπιας πολιτικής πίεσης. Ιδρυμένη από έναν κομμουνιστή, η Mattachine Society, επιθετική και φιλόδοξη στην αρχή, προσανατολίζεται στην ενημέρωση και εκπαίδευση ως τον πιο πρόσφορο δρόμο για την καταπολέμηση της ομοφυλοφοβίας.

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο βράδυ

Greenwich Village, Νέα Υόρκη, 1969. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Ιουνίου 1969 η αστυνομία εκτελεί επιδρομή στο μπαρ «Stonewall» στην Christopher Street, ένα από τα λίγα καταστήματα που είχαν απομείνει όπου ομοφυλόφιλοι μπορούσαν να πιουν και να χορέψουν.

Η επιδρομή συναντά μια πρωτοφανή, αυθόρμητη και βίαια αντίδραση από τους θαμώνες και τον κόσμο που μαζεύεται. Καθώς κλούβες απομακρύνουν συλληφθέντες, οι περισσότεροι αστυνομικοί εγκλωβίζονται στο μπαρ, για το οποίο γίνονται απόπειρες να παραβιαστεί με ξεριζωμένα παρκόμετρα και να πυρποληθεί από το πλήθος. Κατεβαίνει η πυροσβεστική και τα ΜΑΤ της εποχής. Κρυφτούλι στους δρόμους αλλά και αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα για οδοφράγματα και αντεπιθέσεις με κυνήγι των μπάτσων από τα πλήθη. Το επόμενο βράδυ, μπροστά από το Stonewall είχαν μαζευτεί χιλιάδες. Λεωφορεία και αυτοκίνητα ακινητοποιούταν από το πλήθος για να διακριβωθεί αν οι επιβάτες είναι γκέι ή ότι τους υποστηρίζουν. Οι κάδοι απορριμάτων ξαναπαίρνουν φωτιά και τα ΜΑΤ ξανακατεβαίνουν, τούβλα και άλλα αντικείμενα εκτοξεύονται από μπαλκόνια. Λόγω βροχής οι επόμενες δύο μέρες ήταν ήρεμες. Αλλά όταν στην προοδευτική εφημερίδα Village Voice εμφανίζονται ρεπορτάζ με τίτλους όπως “κυριακάτικες αδερφίστικες τρέλες”, συγκεντρώνεται ξανά το πλήθος, απειλεί να κάψει τα γραφεία τους και ξαναρχίζει το γνωστό σκηνικό στους δρόμους.

Είναι ενδιαφέρον ότι πολλές αφηγήσεις φροντίζουν να σημειώσουν ότι οι πρωταγωνιστές στα πρώτα επεισόδια ήταν θηλυπρεπείς αδερφές, εκδιδόμενοι ή άστεγοι νέοι, τρανς, drag queens και λεσβίες.

Οι εξεγέρσεις του Stonewall εντάσσονται στο γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης της εποχής. Σε αυτές συμμετείχαν από κατοίκους της περιοχής, περαστικούς και τουρίστες, μέχρι κόσμο που έρχονταν σε σύγκρουση με αστυνομικές δυνάμεις κάτω από άλλες περιστάσεις. Η αλληλεγγύη έγινε φανερή στο λόγο και τις δράσεις του ακτιβιστικού κινήματος μετά.

Μετά την πρώτη βραδιά της εξέγερσης, το Stonewall ήταν καλυμμένο από γκράφιτι. Ένα από αυτά έγραφε: “Support gay power!”.

Ο “θλιβερός”, και πάντα ετεροκαθοριζόμενος “ομοφυλόφιλος” φθίνει και τη θέση του παίρνει ο gay. Συνθήματα όπως “Gay Power!”, οργανώσεις όπως “Gay Liberation Front”, “Gay Activists Alliance” και, σύντομα, πορείες/εκδηλώσεις που αποκαλούνται “Gay Pride”, πολιτογραφούν εκ των πραγμάτων τη λέξη ως τον δόκιμο όρο για να προσεγγιστεί η έννοια του ομοφυλόφιλου δίχως τη δυσάρεστη ιατρική οσμή του παρελθόντος. Οι λέξεις Lesbian, Gay, Bisexual και Trans σχηματίζουν το ακρωνύμιο του LGBT ακτιβισμού που αρχίζει με νέους όρους.

Αρνιόμαστε την προσπάθεια της κοινωνίας να μας επιβάλει σεξουαλικούς ρόλους και να καθορίζει τη φύση μας. Απορρίπτουμε αυτούς τους ρόλους και τους απλοϊκούς μύθους που τους συνοδεύουν. Εννοούμε να είμαστε αυτό που είμαστε. Ταυτόχρονα, δημιουργούμε καινούριες μορφές κοινωνικών σχέσεων, που βασίζονται στην αδελφοσύνη, τη συνεργασία, την ανθρώπινη αγάπη και τη χωρίς συμπλέγματα σεξουαλικότητα. Η αμαρτωλή Βαβυλώνα μάς ανάγκασε να αφιερώσουμε τον εαυτό μας σ’ ένα μόνο πράγμα: την επανάσταση.

Gay Liberation Front, Come Out #1

Ηδονή και επιθυμία

 

 

Προάγω αυτόν τον όρο (ηδονή), γιατί νομίζω ότι ξεφύγει από τις ιατρικές και φυσικοποιημένες υποδηλώσεις συμφυείς στην έννοια της επιθυμίας. Αυτή η αντίληψη έχει χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο, ως πλέγμα κατανόησης, ως βαθμονόμηση όσον αφορά τη φυσιολογικότητα: “Πες μου ποια είναι η επιθυμία σου και θα σου πω ποιος είσαι, αν είσαι φυσιολογικός ή όχι, και μετά μπορώ να νομιμοποιήσω ή να ακυρώσω της επιθυμία σου”. Η επιθυμία δεν είναι συμβάν αλλά σταθερό χαρακτηριστικό του υποκειμένου: παρέχει μια βάση πάνω στην οποία μπορεί να προσκολληθεί όλος αυτός ο ψυχολογικό-ιατρικός οπλισμός.

Ο όρος ηδονή από την άλλη, είναι παρθένα περιοχή, αχρησιμοποίητος, σχεδόν στερούμενος νοήματος. Δεν υπάρχει “παθολογία” της ηδονής, δεν υπάρχει “αντικανονική” ηδονή. Είναι ένα συμβάν “εκτός του υποκειμένου”, ή στα όρια του υποκειμένου, λαμβάνοντας χώρα σε αυτό το κάτι που δεν είναι ούτε του σώματος ούτε της ψυχής, που δεν είναι ούτε έσω ούτε έξω – με λίγα λόγια μια έννοια ούτε ανατεθημένη ούτε δυνάμενη να ανατεθεί.

Michel Foucault, “Η Γκέι Επιστήμη

Gay Pride: Η μισή ντροπή δική μου

«Το Gay Pride ποτέ δεν μπόρεσε να διαχωρίσει εντελώς τον εαυτό του από την ντροπή, ή να υπερβεί την ντροπή. Το Gay Pride δεν έχει καν νόημα δίχως κάποια αναφορά στην ντροπή του να είσαι γκέι και η ίδια η επιτυχία του (ή οι αποτυχίες του) επιβεβαιώνουν την ένταση του συνεχόμενου αγώνα του με την ντροπή» – David M. Halperin & Valerie Traub, «Gay Shame»

Λοιπόν την πρώτη φορά που ένιωσα ντροπή δεν τη θυμάμαι. Κι αυτό γιατί η πρωταρχική μορφή της αίσθησης της ντροπής (τα μάτια στραμμένα προς τα κάτω, το κεφάλι στραμμένο αλλού), αυτού του πανίσχυρου συναισθήματος, εμφανίζεται στα νήπια πολύ νωρίς, μεταξύ του τρίτου και έβδομου μήνα, όταν το νήπιο αρχίζει να αναγνωρίζει και να διακρίνει το πρόσωπο αυτού/ής που το φροντίζει – σε μια συγκεκριμένη στιγμή σε μια συγκεκριμένη αφήγηση. Είναι η στιγμή όπου το κύκλωμα της αντανάκλασης των εκφράσεων μεταξύ του προσώπου του παιδιού και του αναγνωρίσιμου προσώπου αυτού/ής που το φροντίζει παύει να λειτουργεί: είναι η στιγμή όπου το πρόσωπο του ενήλικα αποτυγχάνει ή αρνείται να παίξει το ρόλο του στη συνέχιση της αμοιβαία ενατένισης. Όταν, για οποιοδήποτε λόγο, αποτυγχάνει να είναι αναγνωρίσιμο από, ή να αναγνωρίσει το, νήπιο που κάνει γκριμάτσες βασισμένο στην πίστη της συνέχισης αυτού του κυκλώματος. Η προσαρμογή της συμπεριφοράς του νηπίου ουσιαστικά είναι απολύτως εξαρτώμενη από τη διατήρηση αποτελεσματικής επικοινωνίας με το εκτελεστικό και συντονιστικό μέρος του συστήματος νηπίου-μητέρας. Η αντίδραση ντροπή-ταπείνωση, όταν εμφανίζεται, αντιπροσωπεύει την αποτυχία ή την απουσία του χαμόγελου της επαφής, μια αντίδραση στην έλλειψη ανατροφοδότησης από άλλους, υποδεικνύοντας κοινωνική απομόνωση και την ανάγκη για ανακούφιση από αυτή την κατάσταση. Η πρωταρχική ντροπή λοιπόν δεν ορίζεται, επομένως, από κάποια απαγόρευση (ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας καταστολής). Ο κατακλυσμός της ντροπής εμφανίζεται ως μια στιγμή, μια αποδιοργανωτική στιγμή, σε ένα κύκλωμα αναγνωριστικής επικοινωνίας που συγκροτεί μια ταυτότητα. Πράγματι, όπως και το στίγμα, η ντροπή είναι η ίδια μια μορφή επικοινωνίας. Οικόσημα ντροπής, το «γερμένο πρόσωπο» με το βλέμμα προς τα κάτω και το κεφάλι σε αποστροφή – και, σε μικρότερο βαθμό, το κοκκίνισμα – είναι οι σημαφόροι της αναταραχής και ταυτόχρονα της επιθυμίας να ανασυσταθεί η διαπροσωπική γέφυρα.

Αλλά μπλοκάροντας την ταυτοποίηση, η ντροπή, και αυτή, κατασκευάζει μια ταυτότητα. Στην πραγματικότητα, ντροπή και ταυτότητα παραμένουν σε μια πολύ δυναμική σχέση μεταξύ τους, διαλυτική και συνάμα θεμελιακή, γιατί η ντροπή είναι τόσο ιδιαζόντως μεταδοτική όσο και ιδιαζόντως εξατομικεύουσα. Ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της ντροπής, αλλά ίσως αυτό που προσφέρει την πλέον εννοιολογική μόχλευση για πολιτικά προτάγματα, είναι ο τρόπος που η κακομεταχείριση κάποιου άλλου, η κακομεταχείριση από κάποιον άλλο, η αμηχανία, το στίγμα, η ανικανότητα, η άσχημη μυρωδιά, η παράξενη συμπεριφορά κάποιου άλλου, φαινομενικά δίχως καμία σχέση με μένα, μπορεί τόσο εύκολα να με πλημμυρίσει – υποθέτοντας ότι είμαι άτομο επιρρεπές στη ντροπή – με αυτή την αίσθηση της οποίας η ίδια η διάχυση δείχνει να οριοθετεί το ακριβές, ατομικό, περίγραμμα με τρόπο που επιφέρει την μεγαλύτερη δυνατή απομόνωση που είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς.

«Αφότου το Stonewall κατήργησε την ενοχή εν μία νυκτί εκεί που αιώνες φιλοσοφίας είχαν αποτύχει, το μόνο πράγμα για το οποίο πρέπει να νιώθεις ένοχος τώρα είναι η ίδια η αίσθηση της ενοχής». – Mark Simpson, «Gay dream believer»

Ας κάνουμε ένα νοερό πείραμα, ας φανταστούμε έναν άπλυτο, μισότρελο άντρα που περιφέρεται άσκοπα σε μια συγκέντρωση ατόμων, μια συνέλευση, μια αίθουσα διδασκαλίας, παραμιλώντας δυνατά, με τη φωνή του όλο και πιο κατηγορητικός, δίχως συνοχή, που κατουρά δημόσια μπροστά στο μπροστινό μέρος της αίθουσας, και μετά περιφέρεται ξανά προς την έξοδο. Σχημάτισα νοερά το βάσανο όλων των υπόλοιπων στην αίθουσα: καθένας να κοιτάζει προς τα κάτω, ευχόμενος να είναι οπουδήποτε αλλού κι όμως συναισθανόμενος την αδυσώπητη μοίρα να βρίσκεται ακριβώς εκεί, κάτω από το προσωπικό δέρμα του οποίου καθένας είχε επίπονη επίγνωση, αλλά ταυτόχρονα ανίκανος να σταματήσει την αιμορραγία της επώδυνης ταυτοποίησης με τον παρεκτρεπόμενο άντρα. Αυτή είναι η διπλή κίνηση που επιφέρει η ντροπή: προς την επώδυνη εξατομίκευση, προς την εκτός ελέγχου σχέσιακότητα.

Ο συμβατικός τρόπος διάκρισης μεταξύ ντροπής και ενοχής είναι πως η ντροπή προσκολλάται και οξύνει την αίσθηση του τι είναι κάποιος, ενώ η ενοχή προσκολλάται σε αυτό που κάνει κάποιος. Η επίπτωση είναι ότι είσαι κάτι όταν αισθάνεσαι ντροπή, αν και μπορεί να έχεις ή να μην έχεις ασφαλείς υποθέσεις για τον λόγο που συμβαίνει αυτό. Στην αναπτυξιακή διαδικασία, η ντροπή θεωρείται πλέον ότι είναι το συναίσθημα που ορίζει στον μεγαλύτερο βαθμό το χώρο μέσα στον οποίο θα αναπτυχθεί η αίσθηση του εαυτού. Πράγμα που κάθε άλλο εκλαμβάνω να σημαίνει ότι η ντροπή είναι το μέρος όπου η ταυτότητα επικολλάται με τον πιο ασφαλή τρόπο στην ουσία, αλλά μάλλον ότι είναι το μέρος όπου το ερώτημα της ταυτότητας προκύπτει με τον πιο πηγαίο και τον πιο σχεσιακό τρόπο.

Την ίδια στιγμή, η ντροπή προκύπτει από την κοινωνικότητα τόσο όσο στοχεύει προς αυτή. Η αντίδραση ντροπής-ταπείνωσης στη νηπιακή ηλικία με το κρέμασμα του κεφαλιού και την αποστροφή του βλέμματος δεν σημαίνει ότι το παιδί έχει συναίσθηση της απόρριψης, αλλά υποδεικνύει ότι έχει διαρρηχθεί η ουσιαστική επαφή με κάποιο άλλο άτομο. Επομένως, η ντροπή-ταπείνωση σε όλη τη διάρκεια του βίου μπορεί να θεωρηθεί ως ανικανότητα να διεγείρεις αποτελεσματικά θετικές αντιδράσεις από το άλλο άτομο στις δικές σου επικοινωνίες. Η ντροπή σβήνει τον εαυτό της. Η ντροπή καταδεικνύει και προβάλλει. Η ντροπή φέρνει τα μέσα έξω. Ντροπή και περηφάνια, ντροπή και αξιοπρέπεια, ντροπή και αυτο-έκθεση, ντροπή και επιδειξιομανία. Όλα είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ντροπή, μπορεί τελικά να ειπωθεί, είναι παράσταση. Εννοώ θεατρική παράσταση. Η παράσταση καθιστά την ντροπή ως κάτι περισσότερο από το αποτέλεσμά της ή έναν τρόπο για να αποκρουστεί, αν και έχει σημασία ότι είναι αυτά τα πράγματα. Η ντροπή είναι το συναίσθημα που καλύπτει το κατώφλι μεταξύ εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, μεταξύ ενδοσκόπησης και θεατρικότητας, μεταξύ επιτελεστικότητας και – επιτελεστικότητας.

Υπάρχει μια εντυπωσιακή μεταφορά που δίνει ζωή στη σημερινή λαϊκή φιλολογία του «κρυμμένου παιδιού»: μια μεταφορά που παρουσιάζει τη συσχέτιση του παρόντος προσώπου με το διακριτό πρόσωπο του παρελθόντος του ως μια σχέση που διατρέχει τα δύο υποκείμενα αλλά και τις δύο γενιές. Μια σχέση, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κανείς, εξ ορισμού ομοερωτική για τους περισσότερους ανθρώπους. Δεν είναι αναγκαίο να έχεις τοποποθετηθεί σε μια κανονιστική, υγιεινή τελεολογία θεραπείας αυτής της σχέσης, με μια αηδή υπερεκτίμηση της πρόσβασης του «παιδιού» στο ρόλο της αφηγηματικής αυθεντίας, ή σε μια ολοκληρωτική φιλοδοξία να καταφέρει κανείς να συγχωνεύσεις οριστικά τους δύο εαυτούς σε έναν, για να ανακαλύψεις ότι αυτό το πλάσιμο ανοίγει ένα πλούσιο πεδίο εξερεύνησης του πού βρισκόμαστε στις κοινωνικές δομές συνολικά και ποιοι θεσμοί επιδρούν στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο – ιδιαίτερα γύρω από τα ζητήματα της ντροπής.

Τι θα σήμαινε αν, αντί να προσπαθούμε να συνενωθούμε με τους δυνητικά ντροπιαστικούς ή ντροπιασμένους σχηματισμούς του νεαρότερου εαυτού μας, των νεαρότερων μύθων, των νεαρότερων ηρώων, αποπειρόμαστε να τις αγαπήσουμε; Αν η αγάπη αυτή αποδεικνύονταν ότι υπάρχει τόσο σε πείσμα της ντροπής όσο και, πιο αξιοσημείωτα, μέσα από αυτή;

Τι θα σήμαινε αν προτείναμε ότι η θεώρηση της επιτελεστικότητας με όρους καθ’ έξην ντροπής, και των μετασχηματισμών της, ανοίγει πολλές νέες διόδους στον προβληματισμό πάνω στις πολιτικές ταυτότητας; Αν η ντροπή δεν ήταν μια διακριτή ψυχική δομή, αλλά ένα είδος ελεύθερου πνεύματος που προσκολλάται και ενισχύει μόνιμα ή τροποποιεί το νόημα σχεδόν των πάντων; Μιας περιοχής του σώματος, ενός αισθητηριακού συστήματος, μιας απαγορευμένης ή, πράγματι, επιτρεπτής συμπεριφοράς, ενός άλλου συναισθήματος όπως ο θυμός ή η διέγερση, μιας κατονομασμένης ταυτότητας, ενός σεναρίου ερμηνείας της συμπεριφοράς των άλλων απέναντί μας; Αν προτείναμε, τελικά, ότι ένα από τα πράγματα που είναι ο χαρακτήρας ή προσωπικότητα κάποιου, είναι το αρχείο των άκρως ατομικών ιστοριών με τις οποίες το φευγαλέο συναίσθημα της ντροπής έχει εγκαθιδρύσει πολύ πιο ανθεκτικές, δομικές αλλαγές στις σχεσιακές και ερμηνευτικές στρατηγικές απέναντι στον εαυτό σου και στους άλλους.

Αυτό θα σήμαινε, μεταξύ άλλων, ότι θεραπευτικές ή πολιτικές στρατηγικές που στοχεύουν άμεσα στο να ξεφορτωθούμε την ατομική ή συλλογική ντροπή, να την επιλύσουν, έχουν κάτι παράλογο μέσα τους: μπορεί να «δουλεύουν» – σαφώς έχουν έντονες επιδράσεις – αλλά δεν «δουλεύουν» με τον τρόπο που ισχυρίζονται. Εδώ σκέφτομαι διάφορα κινήματα που ασχολούνται με την ντροπή, με τη μορφή, φερ’ ειπείν, της κοινής αξιοπρέπειας του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, την εξατομικεύουσα περηφάνεια του συνθήματος «Black is beautiful» και του gay pride. Διάφορες μορφές «ενδοφυλετικής» εχθρότητας προς αυτά που θεωρεί κανείς το αίτιο της απογοήτευσής του, η απειλητικά επιδεικνυόμενη κατάντια των σκίνχεντ, τα πρώιμα φεμινιστικά πειράματα με την ονοματοδοσία και το πρόταγμα της οργής ως αντίδραση στη ντροπή, και φυσικά πάρα πολλά άλλα. Οι μορφές που παίρνει η ντροπή δεν είναι διακριτά «τοξικά» μέρη μιας ομαδικής ή ατομικής ταυτότητα που μπορούν να αποκοπούν. Είναι εγγενείς και υπολειμματικές στις διαδικασίες κατά τις οποίες σχηματίζεται η ταυτότητα. Είναι διαθέσιμες για το έργο της μεταμόρφωσης, του επαναπροσδιορισμού, της συναισθηματικής και συμβολικής φόρτωσης και παραμόρφωσης, αλλά ίσως υπερβολικά ισχυρές για το έργο της κάθαρσης και της δεοντολογικού τέλους της συζήτησης.

Εάν η δόμηση της ντροπής διαφέρει δραματικά μεταξύ πολιτισμών, περιόδων και μορφών πολιτικής, διαφέρει όμως και μεταξύ προσώπων εντός μιας δεδομένης κουλτούρας και χρόνου. Μερικά από τα νήπια, παιδιά και ενήλικες στα οποία η ντροπή παραμένει ως ο πλέον διαθέσιμος μεσολαβητής προς την ταυτότητα, είναι αυτά που αποκαλούνται «ντροπαλά». Το queer, θα πρότεινα, θα μπορούσε να θεωρηθεί με έναν χρήσιμο τρόπο πρωτίστως ως αναφορά σε αυτή την ομάδα ή σε αλληλοεπικαλυπτόμενη ομάδα από νήπια και παιδιά, εκείνων που η αίσθηση της ταυτότητάς τους είναι, για κάποιο λόγο, συντονισμένη, διαχρονικά, στη νότα της ντροπής. Ο οριοθετημένος από την ντροπή χώρος της ταυτότητας δεν καθορίζει τη συνέχεια ή το νόημα αυτής της ταυτότητας, και η φυλή, το φύλο, η τάξη, η σεξουαλικότητα και η σωματική ικανότητα είναι μόνο μερικές από τις καθοριστικές κοινωνικές κατασκευές οι οποίες θα αποκρυσταλλωθούν εκεί, αναπτύσσοντας από την πηγή αυτού του αρχικού συναισθήματος τις ιδιαίτερες τους δομές της έκφρασης, της δημιουργικότητας, της ηδονής και του αγώνα. (…)

Η ντροπή με ενδιαφέρει πολιτικά γιατί παράγει και νομιμοποιεί ως τόπο της ταυτότητας – το ερώτημα της ταυτότητας – την πηγή της παρόρμησης προς της επιτελεστικότητα, κάνοντάς το όμως δίχως να δίνει σε αυτό τον ταυτοτικό χώρο τη θέση μιας ουσίας. Η ντροπή και η ντροπή/επιτελεστικότητα καθιστούν δυνατή την κατανόηση αντιφάσεων και δυσκολιών εντός των πολιτικών ταυτότητας (δίχως να πλήττουν την ισχύ και την ανάγκη της έννοιας της «ταυτότητας»). Η πολιτική της ενοχής, της αλληλεγγύης, της συνταύτισης, ίσως και του χιούμορ ή της έλλειψής του γίνονται περισσότερο κατανοητά αν τα θεωρήσουμε σε σχέση με τη ολισθηρή δυναμική της ντροπής. Θα μπορούσαμε να κατανοησουμε καλύτερα το σύμπλεγμα των φαινόμενων που είναι ευρύτερα γνωστά ως «camp», από ό,τι αν παραμέναμε απλά στην έννοια της παρωδίας ή στην αντίθεση μεταξύ «βάθους» και «επιφάνειας».

Θέλω να πω ότι, τουλάχιστον για ορισμένους «queer» ανθρώπους, η ντροπή είναι το πρώτο, και παραμένει ως μόνιμο, δομικό γεγονός της ταυτότητας: ένα γεγονός που έχει τις δικές του έντονα παραγωγικές και έντονα κοινωνικά ανασχηματίζουσες δυνατότητες.


Το κείμενο είναι περιληπτικό απόσπασμα από το άρθρο «Shame, Theatricality and Queer Performativity – Henry James’s The Art of Novel» της Eve Kosofsky Sedwick. Μου κόστισε δύο πεταμένες ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, οπότε είπα να μοιραστώ την ντροπή μου μαζί σας.