Latest Posts

Το καλό fisting

Το καλό fisting και s/m απαιτούν πολύ μεγάλη φροντίδα, οικειότητα και εμπιστοσύνη (…) Εξ’ αιτίας αυτού, ακόμα και περιστασιακές συναντήσεις μπορούσαν να οδηγήσουν σε βαθιά στοργή και φιλίες που διαρκούν. Επιπλέον, σε πολλούς πολιτισμούς η εφαρμογή προσεκτικά επιλεγμένης σωματικής πίεσης είναι μια μέθοδος ώστε προκληθούν υπερβατικές πνευματικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Ο κόσμος έρχεται στο The Catacombs για να κάνει ακραία πράγματα στο σώμα και το μυαλό του, και μερικοί τακτικοί θαμώνες ανέφεραν ότι είχαν το είδος των υπερβατικών εμπειριών που συνδέονται συχνότερα με πνευματικά πεδία.

Gayle Rubin, The Catacombs, A Temple of the Butthole
στο Leatherfolk: Radical Sex, People, Poltics And Practice,
MarkThomson, ed., εκδ. Allison,1991.

Επτά καυτά sessions με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη

Για τις γυναίκες και τους ανώμαλους, η λησμοσύνη μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο ώστε να αποδιοργανωθεί η ομαλή λειτουργία του κανονικού και του συνήθους.

Οι λειτουργίες αυτές, γενικά, περιβάλλονται από την αύρα του αναπόφευκτου ή του αυτονόητα φυσικού απλά και μόνο επειδή μεταβιβαζονται από τη μία γενιά στην άλλη. Οι γυναίκες είναι συνήθως τα αποθετήρια αυτής της λογικής του πώς «να είσαι», του τι «να γίνεις», και κατόπιν μεταδίδουν αυτή τη λογική στην επόμενη γενιά.

Κι όμως, η λησμοσύνη μπορεί να είναι μια ρήξη με το αέναα αυτο-δημιουργούμενο παρόν, μια απόδραση από ένα αυτο-συγκροτούμενο παρελθόν, μια προοπτική για ένα μη-ετερο-αναπαραγωγικό μέλλον. Τείνουμε να οργανώνουμε τη χαοτική διαδικασία των ιστορικών αλλαγών αγκυρώνοντάς την σε μια αντίληψη μετατοπίσεων από γενιά σε γενιά (από τον πατέρα στον γιο) και να επισκοτίζουμε τα ερωτήματα για την αυθαιρεσία της μνήμης και την ανάγκη να ξεχάσουμε – παραδεχόμενες μια κάποια αντίληψη της αναπόφευκτης δύναμης της προόδου και της διαδοχής.

Η αποσύνδεση της διαδικασίας αυτής της γενεαλογικής σκυταλοδρομίας από τη δύναμη της ιστορικής εξέλιξης είναι ένα από τα σκοτεινά σχέδια της ανωμαλίας. Οι ζωές μας αποζητούν να αποσυνδέσουν την αλλαγή από τις υποτιθέμενες οργανικές και αμετάβλητες μορφές της οικογένειας και της κληρονομίας. Υπάρχει το δυναμικό για μια διαφορά στη μορφή η οποία κείτεται αδρανής στην συλλογικότητά μας, όχι ως ουσία της σεξουαλικής ετερότητας, αλλά ως μια δυνατότητα εγγεγραμμένη στη ρήξη με τις ετεροφυλοφιλικές αφηγήσεις για τη ζωή. Οι Οιδιπόδειοι ρυθμοί ηχούν πάνω από ζωές που ποθούν την αταξία: Η ανάπτυξη της έννοιας της οικογένειας, είτε σε ετεροφυλοφιλικά είτε σε ομοφυλοφιλικά πλαίσια, σχεδόν πάντα εισάγει κανονιστικές αντιλήψεις για τον χρόνο και τη διαβίβαση.

Αλί, η συμφορά της Κρίσης!

Ως είδος πλαστής αφήγησης του συνεχούς ως κατασκευής η οποία κάνει τη συγγένεια και τη διαδοχή να φαντάζουν οργανικά και φυσικά, η οικογένεια παρακωλύει κάθε είδους διαφορετικής συμμαχίας και συνασπισμού. Ενώ οι προοδευτικές ομάδες διχάζονται και αγχώνονται εμπρός στο ζήτημα του ομοφυλόφιλου γάμου, η νεοφιλελεύθερη θύελλα ενώνει τους συντηρητικούς εδραιώνοντας την στήριξη στην πυρηνική οικογένεια: σε πείσμα των αυξανόμενων ρυθμών διαζυγίων και της άνθισης εναλλακτικά διευθετημένων νοικοκυριών, η παραδοσιακή οικογένεια επανέρχεται θριαμβευτικά — αυτή τη φορά ως οικονομική σταθερότητα απέναντι στην απουσία του κράτους πρόνοιας. Καθώς οι κοινωνικές και οικονομικές ευθύνες μετατοπίζονται από το Δημόσιο στα νοικοκυριά, η πίεση είναι αφόρητη: η φροντίδα για τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, τους άρρωστους και τους ανάπηρους έχει μετατοπιστεί στις απλήρωτες γυναίκες στο σπίτι, ή σε γυναίκες οικιακές βοηθούς που προσλαμβάνονται με χαμηλούς μισθούς. Στα σημερινά άγρια πλαίσια, η σταθερότητα στο σπίτι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου: σε ποιον θα μπορέσουμε να βασιστούμε όταν δεν θα μπορούμε να φροντίσουμε τον εαυτό μας; Αν η κοινωνική ασφάλιση ουσιαστικά εξαφανιστεί και δεν υπάρχουν συντάξεις, τι θα σου συμβεί όταν δεν θα μπορείς πλέον να εργαστείς; Όλο και πιο συχνά, σε όλο και περισσοτερες περιπτώσεις, η μοναδική λύση που απομένει είναι το ασφαλές νοικοκυριό ή ένα δίκτυο αλληλοϋποστηριζόμενων συγγενών.

Η προοδευτική πρόταση είναι, λοιπόν, οι λεσβίες και γκέι ακτιβίστριες να μην πιέζουν για γάμο αλλά να συνταχθούν με άλλους για τη αναγνώριση της ποικιλομορφίας στα νοικοκυριά. Η «εναλλακτική συγγένεια» είναι από πολύ παλιά μια cause célebrè μεταξύ LGBT ομάδων και queer ακαδημαϊκών, με ανθρωπολόγους όπως η Gayle Rubin να επικροτούν την προσπάθεια και τη δημιουργικότητα που εμφανίζονται στην καλλιέργεια καινούργιων δεσμών συγγένειας εντός της κοινότητας.

Together forever, in sickness and in health, till death do us part

Εντούτοις, από μια πιο ψυχαναλυτική θεώρηση (και πρώτη κατά νου έχω την Judith Butler), η οικογένεια εξετάζεται ως μια μήτρα πειθάρχησης και η ιδιαίτερη μορφή κοινωνικού ελέγχου που ασκεί, συνδέεται με την αποικιοκρατία και την παγκοσμιοποίηση. Αμέ! Γιατί, αναρωτιέται αυτή η θεώρηση, η πυρηνική οικογένεια συνεχίζει να κυριαρχεί στους δεσμούς συγγένειας ενώ στην πραγματικότητα οι άνθρωποι εμπλέκονται σε πολλαπλά και περίπλοκα συστήματα σχέσεων; Ο λόγος πάνω στη συγγένεια επενδύει σε κανονιστικές χρονικότητες, όπου δίνουν προνομιακή θέση στη μακροβιότητα παρά στην προσωρινότητα και στην μονιμότητα παρά στη σύμπτωση. Αυτές οι κανονιστικές αντιλήψεις του χρόνου και των σχέσεων προκρίνουν τις σταθερές (έστω και αποξενωμένες) σχέσεις σε βάρος των τυχαίων (έστω και έντονων) συνδέσμων. Συνεπώς η αντίληψη που επικυρώνει την μακροβιότητα καθιστά τις υπόλοιπες σχέσεις επιφανειακές και δίχως νόημα. Και οι οικογενειακοί δεσμοί, εφόσον είναι οι πιο πρώιμοι δεσμοί μας, εμφανίζονται σημαντικότεροι από τις φιλίες. Στον κόσμο της συγγένειας, όροι όπως «τυχαίος» δηλώνουν ταυτόχρονα χρόνο και διάθεση, ενώ όροι όπως «καρτερία» και «υπομονή» δηλώνουν ότι η συνάφεια είναι αποτέλεσμα της χρονικότητας.

Υπάρχουν φωνές που μιλούν για νέα μοντέλα οικογένειας, για συγγενείς που διαλέγουμε εμείς αντί να τους καθορίζουν δεσμοί αίματος, για την αναγνώριση των φιλικών δεσμών ως είδος συγγένειας, ή ακόμα για τη διαφορά που επιφέρουν οι λεσβίες και γκέι γονείς στο ίδιο το νόημα της λέξης «οικογένεια». Υπάρχουν και φωνές που καλούν σε μια αποφόρτιση ή απόρριψη της οικογένειας ως την μορφή κοινωνικής οργάνωσης par excellence. Η pop κουλτούρα δίνει μερικά χαριτωμένα παραδείγματα όταν – όπως με τη αμνησία της Dory στο Finding Nemo – πραγματικά ξεχνάμε τις οικογένειές μας και στη πορεία αποκτούμε πρόσβαση σε άλλους τρόπους να σχετιζόμαστε, να ανήκουμε, να νοιαζόμαστε.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=JdCQHiWWR14]

Αυτό που υπόσχεται η οικογένεια και αυτό που επιθυμούν οι λεσβίες και γκέι «κυνηγοί του γάμου» δεν είναι απλά η αποδοχή και το ανήκειν, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή του ανήκειν που δένει το παρελθόν με το παρόν και το παρόν με το μέλλον, εξασφαλίζοντας αυτό που έχει ονομαστεί (αρκούντως εντυπωσιακά) «heterofuturity» μέσα από το πλέον άχραντο, το ιερότερο σύμβολο από όλα: το Παιδί. Το παιδί είναι εξ αρχής ήδη ανώμαλο, κατά πολλές έννοιες, και επομένως πρέπει γρήγορα να μετατραπεί σε έναν πρωτο-ετεροφυλόφιλο, ωθούμενο μέσα από μια σειρά μοντέλων ωρίμανσης και ανάπτυξης που προβάλλουν το ιερό Παιδί ως το Μέλλον, και το Μέλλον ως ετεροφυλόφιλο.

Η ανώμαλη κουλτούρα, με έμφαση στην («μπατλερική», αν μου επιτρέπετε…) επανάληψη, στην ανωριμότητα και την άρνηση της ενηλικίωσης, ίσως αναδύεται – όπως και κάθε κουλτούρα – από την κινητική και ελαφρώς μανιώδη διαδικασία που ο Joseph Roach αποκαλεί «αναπλήρωση»: τα υποδείγματα διαρκώς παραγκωνίζουν το ένα το άλλο ενώ εμμένουν σε κάποιο ίχνος από την επιτέλεση που αντικαθιστούν – μια χειρονομία εδώ, κάποια χρήση της γλώσσας παρακεί… Το «άλλο» είναι πάντοτε θαμμένο μέσα στο κυρίαρχο. Για την ανωμαλία, η ρήξη ως υποκατάσταση ενεργοποιείται όταν το παιδί κάνει το βήμα έξω από την ετεροφυλοφιλική γραμμή παραγωγής και εκβάλλεται αλλού: εκεί όπου εμμένει στα ίχνη από το παλιό, παραμορφωμένα πέρα από κάθε δυνατότητα αναγνώρισης.

Η σχέση με τον πατέρα, αφοσιωμένη στην κοινωνική σταθερότητα (για την στρέητ κουλτούρα), γίνεται μια σχέση daddy-boy σε ένα ανώμαλο πλαίσιο που σεξουαλικοποιεί το χάσμα των γενεών.

Η ανωμαλία δεν θέλει παιδιά, θέλει τους γιους σας.

Το φαινόμενο της στρέητ παράνοιας και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για αυτό

Εντάξει, στην πραγματικότητα ούτε κι εγώ – paranoically speaking – είμαι στα καλύτερά μου, αλλά, ως εντελώς τελειωμένη αδερφή έχω πολύ περισσότερες ελπίδες από άλλους. Αν παρατηρήσουμε την ετεροφυλόφιλη Οιδιπόδειο χρονικότητα είναι εύκολο να δούμε την παρανοϊκή λογική που λαμβάνει χώρα εντός της. Η παράνοια είναι πάντα προνοητική, δηλαδή είναι μια πρακτική ανάγνωσης στενά συνδεδεμενη με την την αντίληψη του αναπόφευκτου και του μοιραίου. Οι παρανοϊκές αναγνώσεις και σχέσεις χαρακτηρίζονται από μια χαρακτηριστική Οιδιπόδεια κανονικότητα και επαναληπτικότητα: συνέβη στον πατέρα του πατέρα μου, συνέβη στον πατέρα μου, συμβαίνει σε μένα, θα συμβεί στο γιο μου, θα συμβεί στον γιο του γιου μου… Δεν αληθεύει, όμως, ότι οι γενεαλογικές σχέσεις στη ζωή των ανωμάλων σπάνια ακολουθούν αυτή τη χορογραφία;

Προφανώς και οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις δεν είναι, ουσιωδώς, προσδεμένες «στην κανονικότητα και επαναληπτικότητα», εντούτοις η αστική οικογενειακή μήτρα, με την έμφασή της στη διαδοχή, την κληρονομία και τις γενεές, όντως τείνει να διαμορφώνει αυστηρά μια χρονική ροή με όρους είτε άψογης συνοχής είτε ολοκληρωτικής ρήξης. Αυτή η σταθερότητα των ετεροκανονικών προτύπων το χρόνου ασκεί επίδραση σε πολλά, διαφορετικά μοντέλα για την κοινωνική αλλαγή – κρύβοντας μερικές εκπληξεις.

ΚαπαΚαπαΕ

Για παράδειγμα, τα κανονιστικά χρονικά και χωρικά όρια του ιστορικού υλισμού (call me «Παπαρήγα»;) έχουν ειρωνικά σχηματίσει μια αναλογία μεταξύ του Μαρξιστικού και του αστικού ορισμού του πολιτισμού, όπου – και στους δύο ορισμούς – οι μη κανονικές σεξουαλικότητες είναι προγενέστερές του, σημάδια αναταραχής και κοινωνικού χάους εντός ενός, κατά τα άλλα, «πολύ σταθερού κοινωνικού συστήματος».

Η ύπαρξη του απροσδόκητου στις σχέσεις των μη κανονικών, η αβεβαιότητα, η αστάθεια, ακόμα και η διαστροφή τους, δεν δείχνει μεγάλο σεβασμό στις αποκαλούμενες «φυσιολογικές» σχέσεις μεταξύ μνήμης και σκέψης για το μέλλον. Είναι, αντίθετα, ένα έμμεσο κάλεσμα υπέρ των αρετών της λησμοσύνης. Η λησμοσύνη δεν είναι βέβαια πατέντα της ανωμαλίας: αρκετά πρόσφατα, ταινίες όπως το «Memento» (2000), το «The Eternal Sunshine of the Spotless Mind» (2004), το ρημέηκ του «Manchurian Candidate» (2004) και το «Code 46» (2003) όλες πραγματεύονται την πειραγμένη μνήμη, εξισώνοντάς την με πλύση εγκεφάλου, απώλεια της ανθρωπιάς και εισβολή του κράτους στην ιδιωτικότητα. Την ίδια περίοδο υπήρξαν ταινίες που χειρίστηκαν το ίδιο θέμα με διαφορετικά και άκρως απρόσμενα αποτελέσματα, ταινίες που περιστρέφονταν γύρω απο χαρακτήρες που ξεχνούσαν τις οικογένειές τους.

Η μία από αυτές είναι το «Finding Nemo», με την αμνησία της, ίσως καθόλου τυχαία πολυαγαπημένης, Dory. Δεδομένης της θερμής υποδοχής και της επιτυχίας της ως καινοτομικού φίλμ για παιδιά και μεγάλους, είναι αρκετά άβολο και αμήχανο να πω ότι προτιμώ να σταθώ στο «50 First Dates». Ναι, το «50 First Dates», που είναι ένα ακόμα βλακώδες όχημα για τον Adam Sandler (δεδομένης της ρατσιστικής αναπαράστασης ιθαγενών χαβανέζων, της αποικιοκρατικής ματιάς στον πολιτισμό του νησιού και της τρανς-φοβικής χρήσης queer χαρακτήρων). Εντούτοις, ακριβώς επειδή το δράμα της απώλειας μνήμης έχει ως σκηνικό αυτό το νησί και εξαιτίας της αφήγησης της ετεροκανονικότητας σε αντιπαράθεση με την φαινομενική διαστροφή των τρανς, υπάρχει ένα κρυφό νήμα που αξίζει να το ακολουθήσουμε. Ξεκινάω με μια μικρή περίληψη, εφόσον οι περισσότερες το έχετε επιμελώς αποφύγει.

Η Drew Barrymore είναι η Lucy, μια γυναίκα με βραχεία απώλεια μνήμης λόγω ατυχήματος. Ο Adam Sandler είναι ο Henry Roth, κτηνίατρος την ημέρα και δεινό καμάκι στις τουρίστριες το βράδυ. Η Χαβάη, παλιά αποικία των ΗΠΑ, είναι το σκηνικό της ελευθεριότητας του Roth, καθώς το νησί φαίνεται να παρέχει άπειρα αποθέματα τουριστριών που αναζητούν μερικές νύχτες γλεντιού. Είναι το μέρος των απολαύσεων δίχως ευθύνες, ένας παράδεισος φυσικά, τον οποίο τελικά ο λευκός άντρας πρέπει να εγκαταλείψει κατά την αναζήτηση της υπεύθυνης ενηλικίωσης. Πρόκειται τελικά για μια αισθηματική κομεντί για έναν άντρα που είναι τεχνικά αδύνατο να αφήσει αξέχαστες εντυπώσεις στο πρώτο ραντεβού και πρέπει να ξεκινήσει ξανά την επόμενη μέρα. Είναι ένα ετεροφυλόφιλο ρομάντζο που δεν μπορεί να έχει τη συνηθισμένη εξέλιξη μιας και η ηρωίδα δεν έχει καμία ανάμνηση του μνηστήρα της μεταξύ των ραντεβού.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=5cKtSg8vPiM]

Το ατύχημα της Lucy την αναγκάζει να ζει την ίδια μέρα, τη μέρα του ατυχήματος, ξανά και ξανά. Ο πατέρας και ο αδερφός της (η μάνα, που αντιπροσωπεύει τον κανονιστικό χρόνο, είναι νεκρή) προσπαθούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι εκείνη η ημέρα ήταν σαν όλες τις άλλες, εξαφανίζοντας από μπροστά της κάθε σημάδι που θα αποκάλυπτε την πραγματική ημερομηνία στη Lucy. Κολλημένη στο κουκούλι της, ζώντας ανέμελα την κάθε μέρα, η Lucy διαθέτει μια κάποια γοητεία. Η συνεχής «νέα» αρχή τής προσδίδει αθωότητα και αγνότητα. Και επίσης εμπλέκει την επιθυμία του Henry να σπάσει αυτόν τον κύκλο χρησιμοποιώντας το ενδιαφέρον της για αυτόν, για να αρχίσει έναν νέο κύκλο, με κέντρο τον ίδιο. Αυτός ο κύκλος υποτίθεται ότι θα αντικαταστήσει την παγερή σταθερότητα της οικογένειας που τη γέννησε με τον υποτιθέμενο δυναμισμό μιας νέας πυρηνικής οικογένειας. Ο χρόνος του πατέρα θα εξοβελιστεί, για να έρθει ο χρόνος του γάμου, του συζύγου, των παιδιών. Με το νέο μέλλον να μοιάζει αξιοσημείωτα με το παλιό, η ετεροφυλοφιλική απάτη των κομεντί αποκαλύπτεται εδώ ως η εσφαλμένη πίστη πως με το πέρασμα από τον πατέρα στον σύζυγο η γυναίκα ξεκινά μια νέα ζωή.

Η λύση του Henry στο πρόβλημα της Lucy είναι να φτιάξει μια βιντεοκασέτα για να την βλέπει κάθε πρωί, με μια σύντομη αναφορά των γεγονότων της ημέρας (συμπεριλαμβανομένης της 9/11) και κατόπιν της υπενθυμίζει το τραυματικό γεγονός που της στέρησε τις αναμνήσεις της. Σε κάποιες στιγμές στην ταινία, η Lucy αποπειράται να αντικαταστήσει την κασέτα με το δικό της ημερολόγιο, να ξεφύγει από τον υπαινιγμό της γυναίκας που προγραμματίζεται κάθε πρωί για να επιτελέσει τα οικογενειακά καθήκοντά της, a la «Stepford Wives». Εντούτοις η αφήγηση δεν μπορεί να απομακρυνθεί από το μοτίβο της «πλύσης» εγκεφάλου, και επομένως αποκαλύπτει ότι το ετεροφυλόφιλο ρομάντζο δεν είναι τίποτα άλλο από βίαιη επιβολή των κανονιστικών μορφών της κοινωνικότητας και της σεξουαλικότητας: η ετεροφυλοφιλία κυριολεκτικά συμπυκνώνεται σε ένα οπτικό σενάριο που εγκαθιστά την εθνική αφήγηση ως βάση για την προσωπική αφήγηση του γάμου και της αναπαραγωγής παιδιών. Μέσα σε μια τέτοια δομή, όπου η ηρωίδα ξεχνά να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει, η λησμοσύνη παραδόξως ανακόπτει την εμφύτευση της ετεροκανονικότητας και δημιουργεί ένα φράγμα στη συμβατική ανάπτυξη της αφήγησης του ετεροφυλοφιλικού ρομάντζου. Υποσυνείδητα, εκεί, στη Χαβάη, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός συγκρίνεται με την ετεροφυλοφιλία και ορίζει τη μνήμη ως την κινητήρια δύναμη του εθνικού «ανήκειν». Κατά συνέπεια η λησμοσύνη, όταν απευθύνεται σε μια κυρίαρχη αφήγηση, θα μπορούσε να είναι μια τακτική αντίστασης στην αποικιοκρατική ηγεμονία (σε κατεκτημένους τόπους, στα υπό κατάκτηση σώματά μας).

Η διαγραφή των τοπικών ιστοριών της Χαβάης από τους αμερικάνους αποικιοκράτες με την επιβολή αγγλόφωνων εξιστορήσεων και ερμηνειών της ιθαγενούς κουλτούρας, είναι ο πυρήνας της αποικιοκρατικής επιτυχίας: Όταν οι οικείες εξιστορήσεις δεν ταιριάζουν με τα σχολικά κείμενα, οι μαθητές διδάσκονται να αμφισβητούν τις προφορικές αφηγήσεις. Προφανώς η διαγραφή της μνήμης, η ιεραρχική σχέση μεταξύ ξένης και ιθαγενούς κουλτούρας είναι η συνταγή επιτυχίας για την αποικιοκρατία. Η αντίσταση εμπεριέχει, με τη σειρά της, διαγραφή και αποβολή άλλων αφηγήσεων. Μια «ηλίθια» ταινία σαν το «50 First Dates» ενισχύει υποσυνείδητα τη δύναμη της λησμοσύνης, ματαιώνει την απρόσκοπτη παραγωγή λευκών εποίκων ως ντόπιων χαβανέζων, υποδεικνύντας πώς η εθνική μνήμη συγκροτεί αυτούς του νεόφερτους «ντόπιους» ως ιθαγενείς.

Όταν η Lucy ξεχνά τον Henry, ξεχνά την πατριαρχία, την ετεροφυλοφιλία, τις έμφυλες ιεραρχήσεις. Η ταινία, άσχετα και το σενάριό της, μας επιτρέπει να σκεφτούμε την λησμοσύνη ως τακτική αντίστασης στην αποικιοκρατία.

Trasngender απειλή

Το πλήθος από trans χαρακτήρες στην ταινία αποκαλύπτει επίσης πόσο πολύ εξαρτώμενη είναι η κανονιστική ετεροφυλοφιλία από την παραγωγή μη κανονιστικών υποκειμένων. Ανδρόγυνοι και σεξουαλικά αμφίσημοι συνάδελφοι, αδέρφια που βαράνε στεροειδή, και ο John/Jennifer, μια FTM τρανς από το παρελθόν της Lucy, αντιπροσωπεύουν τους κινδύνους της ζωής έξω από την πυρηνική οικογένεια. Για να φανεί γνήσια η παράξενη και άβολη για το θεατή σχέση Lucy-Henry, αναγκαστικά άλλοι χαρακτήρες πρέπει να σχηματίσουν ένα είδος τερατώδους υπερβολής η οποία κατόπιν συσχετίζεται με την υπερβολική ελευθερία, την ανεπαρκή μητρική καθοδήγηση, την εφηβική οργή. Οι ιθαγενείς χαβανέζοι χαρακτήρες στην ταινία είναι σεξουαλικά στερημένοι, φετιχιστικά φαλλικοί, εμφανισιακά αποκρουστικοί. Έτσι, ο Henry και η Lucy, παρά την διεστραμμένη διευθέτηση, μπορούν να καταλάβουν τον χώρο της ιδανικής οικογένειας, μετασχηματίζοντας την σύντομη απώλεια μνήμης σε μια μεταφορά για τη διαρκή εκπαίδευση που υπομένουν οι γυναίκες ώστε να γίνουν μητέρες και σύζυγοι, μπαίνοντας στο εισαγωγικό στάδιο για την λευκή εθνική και οικογενειακή σταθερότητα.

Το τρανς σώμα στην ταινία αντιπροσωπεύει την αγωνία και την αμφιθυμία εμπρός στην αλλαγήκαι τον μετασχηματισμό γενικότερα. Εφόσον η Lucy έχει βαλτώσει σε ένα χρονικό πλαίσιο μέσω της απώλειας μνήμης, ο Henry δομεί ένα άλλο για λογαριασμό της, εντός της οικιακής ετεροφυλοφιλίας. Οι τρανς χαρακτήρες που πλαισιώνουν αυτή τη σχεδόν δυσοίωνη ερωτική ρομαντική αφήγηση υπονοούν ότι η αλλαγή μπορεί να σημαίνει απώλεια της παράδοσης, της οικογένειας, της ιστορίας. Πέραν όμως της αναχαίτισης της ετεροφυλοφιλίας μπορεί – αντίστροφα – η λησμοσύνη όντως να δημιουργήσει ξεχωριστούς queer εναλλακτικούς μέλλοντες; Ίσως το εξετάσουμε σε κάποιο εξίσου ασυνάρτητο άρθρο στο μέλλον.


Βασισμένο στο βιβλίο της Judith Halberstam “The Queer Art of Failure”

Για μια queer μυθολογία

Τα άγρια αγόρια είναι ένα υπερπλεόνασμα από τις πόλεις της Βορείου Αφρικής που άρχισε το 1969. Την ανήσυχη άνοιξη του 1969 στο Μαρρακές. Η άνοιξη στο Μαρρακές είναι πάντα ανήσυχη κάθε μέρα λίγο πιο ζεστή γνωρίζοντας πώς μπορεί να είναι το Μαρρακές τον Αύγουστο. Εκείνη την άνοιξη συμμορίες βενζίνης περιφέρονταν στους σκουπιδότοπους, τα σοκάκια και τις πλατείες της πόλης ραντίζοντας σχεδόν τους πάντες με βενζίνη και βάζοντάς τους φωτιά. Μπουκάρουν οπουδήποτε γλυκό νεαρό ζευγάρι κάθεται στο εμπριμέ μεσοαστικό καθιστικό του όταν γεια σας! ναι γεια σας! τα αγόρια της βενζίνης ορμάνε μέσα τούς περιχύνουν από την κορφή ίσαμε τα νύχια με έναν πυροσβεστήρα γεμάτο βενζίνη και έχω μερικές καλές φωτογραφίες από μια ντουλάπα όπου είχα προνοήσει να βρω καταφύγιο. Φωτογραφία του αγοριού που άναψε το σπίρτο άφησε τους άλλους να περιχύσουν το ζευγάρι του μετά άναψε ένα σπίρτο Swan πρόσωπο νεανικό αγνό, χωρίς οίκτο όπως η πυρά της κάθαρσης έφερε το σπίρτο αρκετά κοντά για να πιάσει τις αναθυμιάσεις. Μετά άναψε με το ίδιο σπίρτο ένα τσιγάρο Player ρούφηξε τον καπνό και χαμογέλασε, άκουγα τα ουρλιαχτά και σκέφτηκα Θεέ μου τι διαφήμιση για τσιγάρο: Πλήθος ψήνεται στον ήλιο σε μια ακρογιαλιά το ΑΓΟΡΙ μ’ ένα σπίρτο. Κοιτάζει δύο κορίτσια με μπικίνι. Καθώ ανάβει το σπίρτο γέρνουν μπροστά με ένα LUCKYSTRIKECHESTERFIELDDOLGOLDCAMELPLAYER στο χέρι και χαιρετούν αυθάδικα. Το ΑΓΟΡΙ έγινε το πιο καυτό όνομα στη διαφήμιση. Αινιγματικό χαμόγελο πάνω στο νεανικό πρόσωπο με τα λεπτά χαρακτηριστικά. Μα τι ακριβώς κοιτάζει το ΑΓΟΡΙ; Είχαμε ξεκινήσει να πουλήσουμε τσιγάρα ή ό,τι άλλο μας πλήρωναν για να πουλήσουμε. Το ΑΓΟΡΙ ήταν πολύ καυτό για μας. Σήκωσαν ναούς για το ΑΓΟΡΙ και κόλλησαν αφίσες με το πρόσωπό του είκοσι μέτρα ύψος και άρχισαν όλοι οι τινέιτζερ να αντιγράφουν το ΑΓΟΡΙ σε κοιτάζουν με ονειροπαρμένο βλέμμα τα χείλη ανοιχτά πάνω από τα Wheaties τους. Αγόρασαν όλοι πουκάμισα ΑΓΟΡΙ και μαχαίρια ΑΓΟΡΙ και περιφέρονταν σαν αγέλες λύκων καίγοντας, λεηλατώντας, φονεύοντας απλώθηκε παντού όλο εκείνο το καλοκαίρι στο Μαρρακές η πόλη φωτιζόταν τη νύχτα ανθρώπινοι πυρσοί να τρεμολάμπουν σε τοίχους, δέντρα, σιντριβάνια όλα πολύ ρομαντικά μπορούσες να χαρτογραφήσεις τις επικίνδυνες περιοχές καθισμένος στο μπαλκόνι σου κάτω από τα αστέρια πίνοντας αργά το ουίσκι σου. Κοίταζα στην απέναντι πλευρά της πλατείας και παρακολούθησα έναν τουρίστα να καίγεται μέσα σε γαλάζια φωτιά είχαν βενζίνη που καιγόταν σε όλα τα χρώματα από τότε… (Άναψε τον προτζέκτορα και πήγε ως την άκρη του μπαλκονιού)… Απλώς κοίταξέ τους εκεί έξω όλες αυτές τις μικρές φιγούρες που διαλύονται στο φως. Σαν χώρα των θαυμάτων δεν είναι; εκτός από τη μυρωδιά της βενζίνης και της σάρκας που καίγεται.
Λοιπόν κάλεσαν έναν δυνατό άντρα τον συνταγματάρχη Αράχνιντ Μπεν Ντριςς που έκανε  περιπολίες στην πόλη με φορτηγά μάζεψε τα αγόρια της βενζίνης τα πήρε έξω από τα τείχνη ξύρισε τα κεφάλια τους και τα θέρισε με πολυβόλα. Όσα γλύτωσαν βγήκαν στην παρανομία ή πήραν τις ερήμους και τα βουνά όπου εξέλιξαν διάφορους τρόπους ζωής και μεθόδους εμπλοκής σε μάχη.


Ουίλιαμ Μπάροουζ, “Τα Άγρια Αγόρια”

tumblr_n24gtqjSF51qirqpeo1_400tumblr_nc0rz3HPFu1r6vcvfo1_1280tumblr_n8gtdt65gM1s6rifpo1_1280 (1)tumblr_msmrw1L1un1rqtkfgo1_400tumblr_n6s4ukxVQ11qzx9iio1_1280tumblr_n3vdr7leeL1txq3zlo1_400tumblr_m4ctftr3Vr1qbqwc2o1_400tumblr_n8ffrcroOu1rllilno1_400tumblr_ncb8jn4bQ41rims2yo1_400

Η Σιδηρά Κυρία

Γεννήθηκα λίγο μετά την πτώση της χούντας και πέρασα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι και τη δευτέρα δημοτικού, σε ένα χωριό της Χαλκιδικής. Αργότερα, αφού ήρθαμε στην πόλη, πάντα ξεκαλοκαιριάζαμε τρεις μήνες πάλι εκεί, οπότε ήταν λίγο σαν μην είχα φύγει ποτέ. Τα χρόνια του δημοτικού (τα αντίστοιχα καλοκαίρια δηλαδή) τα έβγαλα στα ηλεκτρονικά, στα χωράφια να παίζω πόλεμο – λαχταρώντας πάντα να πιαστώ αιχμάλωτος – και επιδιδόμενος σε σεξουαλικές εξυπηρετήσεις προς τους μεγαλύτερους της παρέας. Ήταν περίπου η εποχή που η ΝΕΤ λεγόταν Υ.ΕΝ.Ε.Δ., που πάει να πει Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτό, μαζί με το γεγονός ότι δεν γνώριζα το πραγματικό όνομα αρκετών κατοίκων του χωριού, όπως διαπίστωσα αργότερα, παρά μόνο παρατσούκλια της κατηγορίας «Παττακός» ή «Καντάφι» και σε συνδυασμό με το, γεμάτο νόημα, πολιτικό εμπάργκο της δημοσιοϋπαλληλικής οικογένειάς μου αλλά και το ξεμυάλισμα από τις συναρπαστικές σεξουαλικές περιπέτειες στην πίσω αυλή του σχολείου, εξηγούν εύκολα γιατί είχα τη δυνατότητα να γνωρίζω ένα και μόνο ένα πράγμα για την κα. Θ.: Κάπου εκεί έξω μακριά, σε μια χώρα που οι άνθρωποι δεν είναι σαν κι Εμάς, είναι μια γυναίκα με σφιχτά χείλη που κυβερνά – μάλιστα, κύριε, μια γυναίκα – και είναι ισχυρή σαν μάγισσα, σκληρή σαν γυμνασιάρχης, αυστηρή μα και δίκαια, μια γυναίκα που θέλει το καλό σου – έστω κι αν αυτό έχει τη γεύση από το μουρουνόλαδο που με έβαζαν να πίνω – και ο κόσμος την φοβάται αλλά την λατρεύει και την σέβεται συνάμα. Κάτι σαν το Θεό δηλαδή, μόνο αυτή είχε άλλο όνομα, δικό της. Τη λέγανε «Σιδηρά Κυρία».

Η προσωπικότητα της κας Θ. ήταν αυτή που προσέλκυσε τόσο πολλούς ομοφυλόφιλους άνδρες στο κόμμα, σε ένα επάγγελμα που κυριαρχούταν από άντρες με πιτυρίδα και τρίχες που προεξείχαν από τα ρουθούνια τους ή από γυναίκες που έδειχναν σαν να τις σύρανε μέσα από έναν φράχτη ανάποδα (…). Η καθαρή κομψότητα, η θηλυκή τελειότητα, το άψογο dress sense και η ξεκάθαρη αποφασιστικότητα να αλλάξει την κοινωνία τράβηξε πολλούς γκέι άντρες προς τη Σιδηρά Κυρία. (Brian Coleman, New Statesman)

Όταν λοιπόν ένα καλοκαίρι κατέφθασε στο χωριό ο θερινός σινεμάς («Ταρζάν», «Τα μεγάλα καμάκια», «Η μούμια βγήκε από τον τάφο της», «Κομμάντος και μανούλια» και ο «Άγγελος», που ήταν μόνο για μεγάλους αλλά εμείς το είδαμε στριμωγμένοι στο καμπαναριό), κατέφθασε μαζί με αυτόν και η κα. Θ.

Η δεύτερη καλύτερη ηθοποιός των «ελληνικών ταινιών» ever, κατά την ταπεινή μου γνώμη – δεύτερη, γιατί πρώτη ήταν η Τζένη Καρέζη, εμένα δεν μου άρεζε η Βουγιουκλάκη κι άσε την παρέα να λέει – θα εμφανιζόταν στο πανί τη επόμενη Παρασκευή. Και να ήταν μόνο αυτό; Η έξαψη ήταν διπλή και τρίδιπλη γιατί – αν είναι δυνατόν, muh dear – η Ρένα Βλαχοπούλου θα πρωταγωνιστούσε στην ταινία «Η Σιδηρά Κυρία». Η Ρένα, ταγμένη Θατσερική και με μια γιγαντιαία προσωπογραφία της κυρίας με το Άψογο Χτένισμα κρεμασμένη στο μικροαστικό δωμάτιό της, θα ερχόταν σε σύγκρουση με το τέρας της ελληνικής γραφειοκρατίας, το ελληνικού δαιμονίου και της ελληνικής πραγματικότητας γενικότερα. Όμως του «έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει» (πόσο μάλλον όταν στα ντουβάρια του χωριού έγραφε με κόκκινη μπογιά «ΚΚΕ 18  %» και ο μεγάλος ξάδερφος σε λίγα χρόνια θα αγόραζε ένα μεγάλο πράσινο βιβλίο που απέξω έγραφε «Το ΣΟΚ του ΠΑΣΟΚ»). Κι έτσι, στην τελευταία σκηνή – βλ. youtube – όπου η Ρένα στρέφεται προς το εικόνισμα της κας Θ. και της ζητά να έρθει αυτή να σώσει τη χώρα, η Σιδηρά Κυρία ζωντανεύει, τα χείλη της κουνιούνται και λέει: «Κορόιδο είμαι;».

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=F-rGKLmVVAw]

Κάπως έτσι, κωμικά και ανώδυνα γλίστρησε και πέρασε ο θατσερισμός από την αποστειρωμένη πολιτικά παιδική ζωή μου, και αυτό που μου έμεινε ήταν ένα κάποιο ακαθόριστο δέος, μάλλον το πρώτο σκίρτημα του συναισθήματος που έχει μια ολοκληρωμένη αδερφή όταν ετοιμάζεται να πει «Είσαι Θεά!». Ίσως στο τσακ να ήμουνα να το πω κι εγώ – ολοκληρωμένα – κατά πώς τα περιγράφει ο κ. Brian Coleman στο lead του άρθρου. Αλλά τώρα έμενα πια στην πόλη, και στην πόλη ήταν αλλιώς, στην πόλη ήταν που μια φίλη μου μού έδειξε κάτι πιο ενδιαφέρον από μια κυρία με εντυπωσιακό μαλλί κάσκα.

Η Άννα ξεδίπλωσε μια σελίδα σκισμένη από ένα περιοδικό και μου έδειξε μια γιαπωνέζα γκέισα. «Αυτός είναι ο Boy George», μου είπε, «να, κι εδώ είναι ντυμένος κανονικά άντρας. Όμως εγώ τον προτιμώ όταν είναι γυναίκα». Στην αρχή τον φοβήθηκα τον Boy George. Έπιασα το χαρτί λιγάκι από την γωνία και σχεδόν αισθάνθηκα μια, απροσδιορίστως συναρπαστική, μιαρότητα να ανεβαίνει από τη φωτογραφία προς το χέρι μου. Και τα τραγούδια από αυτό το εξωτικό πτηνό καλά ήταν. Αλλά δεν τον ήθελα και πολύ δίπλα μου. Γιατί αυτός – φως φανάρι, παιδί μου! – ήταν πούστης. Αλλά, πάλι, κι εμένα με γαμούσανε. Αλλά τότε γιατί δεν του έμοιαζα; Κι άμα μας μπερδεύανε και νόμιζαν ότι τα βράδια ντύνομαι κι εγώ γκέισα και γίνομαι «έτσι»; Ρεζίλι! Και καλά δεν τον έδειρε ποτέ κανένας έτσι που κυκλοφορεί; Εμένα δεν με είχαν δείρει ποτέ, απλά με πηδούσαν και μετά πήγαιναν παραδίπλα να καπνίσουν και τους κοιτούσα με λατρεία. Γιατί να με δείρουν; Μάλλον δεν ήμουν πούστης, απλά μου άρεσε να με σφίγγουν αγορίστικα χέρια. Phew.

Τον καιρό εκείνο δεν είχε internet, πόσο μάλλον Wikipedia και Google και YouTube. Επομένως, μετά από αιματηρές μάχες να μην έχουμε φροντιστήριο αγγλικά εκείνη την ώρα, όλα τα αγόρια και κορίτσια κάθε Παρασκευή στις 8 στηνόμασταν στην τηλεόραση για να δούμε «Μουσικόραμα», δηλαδή μία ώρα με βιντεοκλίπ,και ενημερώσεις για τις φλέγουσες παγκόσμιες εξελίξεις. Και ήταν μια από αυτές τις Παρασκευές, όταν είχα ήδη μετακινηθεί οριστικά προς την εξίσου ανδρόγυνη γοητεία του Robert Smith, όταν ο παρουσιαστής ανακοίνωσε ότι τώρα θα δούμε το καινούριο του Boy George, «που είναι μάλιστα και τραγούδι διαμαρτυρίας». Το λέγανε «No Clause 28» και το ’πιασα και δεν το ’πιασα το υπονοούμενο για το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας.

Και να την πάλι η κα. Θ, με το κεφάλι της στο βιντεοκλίπ να περιστρέφεται σαν ρομπότ και να υπόσχεται ότι «αυτή η κυβέρνηση θα σας κάνει τόσο μίζερους όσο δεν παίρνει άλλο». Βγήκε κι ο Boy George – άντρας, χάλια ήτανε – και ένα σωρό αγόρια με groovy χτενίσματα και αμάνικα να χοροπηδάνε κι όλοι μαζί να φωνάζουν «no Clause 28!». Το «clause» δεν το είχαμε μάθει ακόμα στα αγγλικά, πόσο μάλλον τι πάει να πει «Clause 28». Σίγουρα ήταν κάτι κακό, και το κακό εκπορευόταν από τη Σιδηρά Κυρία. Κι έτσι ρώτησα την Άννα που διάβαζε «Κατερίνα» και τα λοιπά και τα ήξερε όλα.

Λοιπόν ο Boy George κι εγώ ήμασταν το ίδιο: «gay». Που πάει να πει ότι πάλι πούστης είσαι, αλλά χρησιμοποιείς περίπλοκες χορογραφίες όπως στο βιντεοκλίπ για να δείξεις ότι, βασικά, τους έχεις γραμμένους όλους. Και η Σιδηρά Κυρία δεν αγαπούσε ούτε τον Boy George, ούτε τους «gay», ούτε εμένα, γι’ αυτό είχε φτιάξει την Παράγραφο 28, για να μην μπορεί κανένας δημόσιος υπάλληλος ή ελεγχόμενη από την πολιτεία υπηρεσία να πει κάτι καλό για «μας», για να μην έχει καμία βιβλιοθήκη βιβλία που να «μας» παρουσιάζει ως «έγκυρο τρόπο ζωής», αλλά απεναντίας να θυμίζει ότι γενικά είμαστε για φτύσιμο – τουλάχιστον. Ήταν η πρώτη φορά που αυθόρμητα μου βγήκε αυτό το «μας» και το «εμείς», όπου το «εμείς» ήταν τα αγόρια του βιντεοκλίπ, εγώ, άντε κι ο Boy George, γιατί δεν ήξερα άλλον σαν κι «εμάς» στο σχολείο ή την γειτονιά.

Και μετά, εντελώς ξαφνικά, αυτό το ακαθόριστο «εμείς», αυτή η κάποια ποιότητα και ευαισθησία, έγινε κάτι πολύ πολύ συγκεκριμένο. Γιατί ξεφυλλίζοντας τα «Επίκαιρα» της μαμάς, έπεσα πάνω σε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα που μιλούσε για μια αρρώστια που ερχόταν από την Αμερική, περνούσε από την Αγγλία και τις γύρω χώρες, και όλο και πλησίαζε προς τα μέρη μας. Ούτε λίγο ούτε πολύ θα πάθαινα πυρετό, γρίπη, διάρροια, καρκίνο, μετά θα έβγαζα κάτι κόκκινες πληγές στο σώμα μου και μετά θα πέθαινα από πνευμονία ή «τοξοπλάσμωση» και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό, ούτε να κρυφτώ ούτε τίποτα, γιατί άμα ήσουνα ένας από «εμάς» ερχόταν και σε έβρισκε, μπορεί και να έβγαινε από μέσα σου δεν ξέρω.

Ε, λοιπόν, μάλλον δεν είχαν αφιέρωμα μόνο τα «Επίκαιρα» φαίνεται, θα το έγραφε κι αλλού, γιατί μετά από λίγο καιρό που ήρθε πάλι καλοκαιράκι, με στρίμωξαν τα παιδιά στο χωριό και εκεί που ρίγη έξαψης διέτρεχαν το σώμα μου, δεν με ακουμπούσε κανένας. «Έκανες πυρετό;», «πέρασες καμιά γρίπη;», «έχεις πάει με πολλούς στην πόλη;» κι εγώ ήθελα να πω «όχι, ρε παιδιά, μια χαρά είμαι, μόνο εσάς αγαπώ» αλλά με πρόλαβαν και μου είπαν αυστηρά ότι τέρμα τα παιχνίδια, κομμένα μαχαίρι, και μου γύρισαν την πλάτη και με άφησαν μόνο μου πίσω.

Το άλλο απόγευμα που βγήκα στην αλάνα, ο αρχηγός – ο πιο μεγάλος από όλους κι ο πιο όμορφος για μένα – με φώναξε «αδερφάρα!» και φύγαν όλοι χαζογελώντας. Δεν είχα και την Άννα που ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερη και τα ήξερε όλα να μου εξηγήσει και ξαφνικά ήμουν μόνος, μόνος στους πέντε δρόμους του χωριού εκείνο το καλοκαίρι. Αλλά του χρόνου που θα γινόμουν κι εγώ μεγάλος και θα πήγαινα Γυμνάσιο, όλα κομμένα μαχαίρι.

Η Σιδηρά Κυρία, προφανώς, αγνοούσε παντελώς την ασήμαντη ύπαρξή μου (πόσο μάλλον τα ζητήματά μου) και η δυσοίωνη κάσκα προφανώς δεν είχε καμία επίδραση επάνω μου. Αλλά μπορώ να φανταστώ τώρα, για να κορυφωθεί και το drama, ότι την ώρα που η Σιδηρά Κυρία έπινε το five o’clock tea της, εγώ έπαιρνα μια βαθιά ανάσα γιατί «there was no alternative», έπρεπε επιτέλους να διαλέξω: ή θα χόρευα πάνω-κάτω μαζί με τα αγόρια του βιντεοκλίπ ή θα κλεινόμουν στο δωμάτιο παρέα με τον εαυτό μου.

Με κέρδισε το δωμάτιο. Και παρόλο που έχουν αλλάξει τα πάντα, ακόμα δεν μπορώ να χορέψω.

(Στην επόμενη σελίδα: Clause 28)

Το κλαμπ των αποτυχημένων

“Ενα πράγμα δεν θα σταματήσω να περιφρονώ σε αυτόν τον κόσμο: τους αποτυχημένους”. – Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ

Από τη φεμινιστική σκοπιά, συχνά είναι καλύτερο να ποντάρεις στην αποτυχία παρά στην επιτυχία. Εκεί που η θηλυκή επιτυχία αξιολογείται πάντοτε με βάση τα ανδρικά πρότυπα, η αποτυχία στο κοινωνικό φύλο συχνά σημαίνει ότι απαλλάσσεσαι από την πίεση να αποδειχθείς αντάξια των πατριαρχικών ιδανικών. Η αποτυχία ως γυναίκα μπορεί να προσφέρει απρόσμενες ηδονές.

Και μιας και μιλάμε για αποτυχία, μου έρχεται κατά νου μια δημοφιλής εκδοχή της γυναικείας αποτυχίας, η οποία αποδεικνύεται τόσο διασκεδαστική όσο και υποδειγματική. Στην ταινία Little Miss Sunshine (2006) η Abigail Breslin υποδύεται την Olive Hoover, ένα μικρό κορίτσι που σκέφτεται μόνο ένα πράγμα: να κερδίσει τα καλλιστεία Little Miss Sunshine. Το οδικό ταξίδι της Olive και της προβληματικής οικογένειάς της, από την επαρχία στη νότια Καλιφόρνια, είναι η κομψότερη δήλωση πάνω στην επιτυχία και την αποτυχία που έχω κατά νου.

Ένας πωρωμένος με το πορνό παππούς-junkie που οργανώνει την χορογραφία για την παρουσίασή της στα καλλιστεία και ένας ουλαμός από cheerleaders που αποτελείται από έναν αυτοκτονικό γκέι θείο, έναν μουγκό αδερφό που διαβάζει μόνο Νίτσε, ο go-for-it πατέρας και μια φουρκισμένη «κάτσε σπίτι σου» μάνα, προδιαγράφει το ριζικό της Olive.

Θα αποτύχει, και θα αποτύχει θεαματικά.

Αλλά ενώ η αποτυχία της θα μπορούσε να είναι η πηγή της κακομοιριάς και του εξευτελισμού, και αυτό ακριβώς συμβαίνει, οδηγεί επίσης και σε σε μια εκστατική αποκάλυψη των αντιφάσεων μιας κοινωνίας που έχει εμμονή με κάθε είδους διαγωνισμούς χωρίς νόημα. Και κατ’ επέκταση των επισφαλών προτύπων της επιτυχίας με τα οποία ζει και πεθαίνει η αμερικάνικη οικογένεια.

Ο Micharl Arndt, που κέρδισε το Όσκαρ για το σενάριο της ταινίας, είπε ότι εμπνεύστηκε όταν άκουσε τον Εξολοθρευτή και κυβερνήτη της Καλιφόρνια Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ να δηλώνει: «Υπάρχει ένα πράγμα που δεν θα σταματήσω να περιφρονώ σε αυτόν τον κόσμο: τους αποτυχημένους».Το Little Miss Sunshine είναι η ανάποδη ματιά στην αμυδρά φασιστική κοσμοθεωρία για νικητές και ηττημένους που προωθεί ο Σβαρτζενέγκερ, είναι η οπτική του αποτυχημένου σε έναν κόσμο που ενδιαφέρεται μόνο για νικητές. Ενώ η αποτυχία της Olive ως διαγωνιζομένης καλλιστείων ξεδιπλώνεται επί σκηνής υπό τους ήχους του «Superfreak» – σε ένα ανιαρό ξενοδοχείο, σε μια αίθουσα γεμάτη υπερ-μαμάδες και τις ομοιοπαθείς κόρες τους – αυτή η αποτυχία, με εξωφρενική εκτέλεση, δηκτικό νόημα, και συναρπαστικές συνέπειες, είναι τόσο πολύ καλύτερη, τόσο πιο απελευθερωτική όσο οποιαδήποτε δυνατή επιτυχία στα πλαίσια ενός εφηβικού διαγωνισμού ομορφιάς.

Περιστρεφόμενη και κάνοντας στιπτήζ στους ήχους ενός πρόστυχου τραγουδιού, βαμμένη ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, κι ενώ νεαρές χωριατοπούλες και πριγκίπισσες με φτιαγμένο μαλλί είναι σε αναμονή για τη δική τους ευκαιρία να λικνιστούν ενάρετα στο φως του προβολέα, η Olive αποκαλύπτει το πραγματικό κίνητρο για τον προεφηβικό διαγωνισμό: τη σεξουαλικότητα. Χωρίς να καταφεύγει σε πουριτανική επίθεση ενάντια στην σεξουαλική απόλαυση ή σε κάποιο είδος ηθικής απαξίωσης, το Little Miss Sunshine παραιτείται από το δαρβινικό σύνθημα των νικητών, «ας νικήσει η καλύτερη!», και αποδομείται μέσα σε ένα νεο-αναρχικό κρεσέντο εκστατικής αποτυχίας: «Καμιά δεν θα μείνει πίσω!». Η μικρή δυσλειτουργική οικογένεια χοροπηδά μέσα κι έξω από το ταλαιπωρημένο κίτρινο Volkswagen της, παρά τα πλήγματα και τις ύβρεις που δέχεται κατά την πορεία. Και σε πείσμα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας – των απόπειρων αυτοκτονίας, της επικείμενης χρεωκοπίας, του θανάτου της κεφαλής της οικογένειας, και της τελικά μηδαμινής σημασίας του διαγωνισμού ομορφιάς, ένα νέο είδος αισιοδοξίας γεννιέται. Δεν είναι η αισιοδοξία που βασίζεται στη θετική σκέψη ως τον επεξηγηματικό μηχανισμό για την κοινωνική ευρρυθμία, ούτε η αισιοδοξία που επιμένει στην φωτεινή πλευρά με κάθε κόστος. Είναι μάλλον αυτή η μικρή ηλιαχτίδα που παράγει σκιά και φως δίχως προτιμήσεις και γνωρίζει ότι το νόημα του ενός πάντοτε βασίζεται στο νόημα του άλλου.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=12WMNjVR3SY]


Βασισμένο στο βιβλίο της Judith Halberstam “The Queer Art of Failure”

Queer art of failure

Το 2004, το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στην αυστριακή Elfride Jelinek. Μια απονομή που δεν προκάλεσε ιδιαίτερα ρίγη υπερηφάνειας στην χώρα της, αλλά προκάλεσε ιδιαίτερες αναταράξεις σε μικρότερα γεωγραφικά πλάτη: Γκρινιάρικη, δυσάρεστη δημόσια πορνογραφία, χυμένο κείμενο δίχως καλλιτεχνική δομή, ανεπανόρθωτο πλήγμα σε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, αφορμή σύγχυσης στην γενικότερη άποψη για την λογοτεχνία ως τέχνη. Πάνω-κάτω αυτά είπε το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας Knut Ahnlund, αποχωρώντας διαμαρτυρόμενος – για να το διατυπώσω ευγενικά. Από την άλλη μεριά, και η συγγραφέας απουσίαζε κατά την τελετή απονομής, πιθανολογουμένως εξαιτίας της αγοραφοβίας της.

Η Jelinek απολαμβάνει με συνέπεια κακές έως χλιαρές κριτικές σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Η ανατομία και στόχευση εκ μέρους της του αυστριακού εθνικού χαρακτήρα, η απεικόνιση των εσωτερικών λειτουργιών της οικογένειας, της οικιακής ζωής και του γάμου στη μεταπολεμική Αυστρία είναι ένα εξημμένο χάος δυσαρέσκειας, πικρόχολων συναισθημάτων, αγκυλωμένων οικειοτήτων και φαύλων αιμομικτικών ερώτων κατά τη γέννηση του φασισμού. Στο βιβλίο «The Piano Teacher», η Jelinek καταγράφει έναν καταστροφικό δεσμό μάνας-κόρης. Ο κύριος χαρακτήρας, η Erika Kohut, είναι μια τριαντάρα ανύπαντρη αυστριακή που μένει στη Βιέννη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί με τη μάνα της και παραδίδει μαθήματα πιάνου στο Κονσερβατουάρ της Βιέννης, στον ελεύθερο χρόνο της. Έρχεται σε σύγκρουση μαζί της για τη μουσική, την Αυστρία, την υψηλή τέχνη και την καλλιτεχνική ανωτερότητα. Υπάρχουν πολλές μέρες που η Erika αφήνει πίσω το σπίτι (μαζί και το δωμάτιο που μοιράζεται με τη κυριαρχική μητέρα της) και απλά περιπλανιέται στην πόλη, λες και ψάχνει διέξοδο από την κλειστοφοβική ζωή της επαγγελματικής βαρεμάρας και των συνεχών μικροκαυγάδων με τη μάνα της. Υπάρχουν κάποιες βραδιές που καταλήγει σε peep show στην τούρκικη μεριά της πόλης. Άλλες βραδιές παίρνει από πίσω ερωτικά ζευγάρια μέχρι να πάνε στο αυτοκίνητό τους και παίρνει μάτι τις σεξουαλικές μάχες τους. Κάπως έτσι κυλά η ζωή της, μέχρις ότου καταφθάνει ένας νέος σπουδαστής στην τάξη της, ο όμορφος Walter Kleemer. Ο Kleemer βλέπει στην περιποιημένη δασκάλα του μια δυνητική κατάκτηση και αρχίζει να τη φλερτάρει. Σύντομα, καταλήγουν σε μια κρυφή σεξουαλική σχέση.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=9KixxB8c0vk]

Η αφήγηση της αιμομικτικής σύγκρουσης της Erika με τη μητέρα της φαίνεται επιτέλους να υποχωρεί, χάρη στον Walter, εμπρός σε μια πιο αποδεκτή σχέση μεταξύ ατόμων με μεγάλη διαφορά ηλικίας: τον έρωτα του νεαρού άντρα για την μεγαλύτερη δασκάλα του. Το φλερτ του Walter συγκροτείται από προσπάθειες να γοητεύσει την Erika, η οποία ανταποκρίνεται με συνεχείς προσβολές. Τη ζητά σε ραντεβού – αυτή νιώθει «μια αποστροφή να μεγαλώνει μέσα της». Τη συνοδεύει, αυτή και τη μάνα της σπίτι – αυτή εύχεται να τις παρατούσε μόνες τους. Και όταν τελικά ο αυθάδης νεαρός όντως απομακρύνεται και χάνεται μέσα στη βιεννέζικη νύχτα, η Erika επιστρέφει στο μητρικό κουκούλι της και κλειδώνεται στο μπάνιο.

Με ένα ξυραφάκι κόβει τη δική της, την ιδιωτική της, σάρκα.

Όταν επιτέλους ξεκινά μια ξεκάθαρα σεξουαλική σχέση, η Erika τού στέλνει μια επιστολή όπου του ζητά να την καταχραστεί σεξουαλικά, να την κακομεταχειριστεί, να την σπάσει, να την αφήσει να λιμοκτονήσει, να την αμελήσει. Επιθυμεί να καταστραφεί και επιθυμεί να καταστρέψει τους δικούς της μαθητές κατά την πορεία. Απαιτεί σαδιστική σκληρότητα από τον Walter:

Θα συστρέφομαι σαν σκουλήκι στα άσπλαχνα δεσμά σου, όπου θα με έχεις να κείτομαι για ώρες, στήνοντάς με σε κάθε είδος από διάφορες στάσεις, χτυπώντας ή κλοτσώντας με, ακόμα και μαστιγώνοντάς με!

Η Erika ζητά, με την επιστολή της, να σβήσει εμπρός του, να χαθεί διαμελισμένη: η επίδειξη μιας πολύ βαθιά ριζωμένης υπακοής εκ μέρους της, απαιτεί ακόμα μεγαλύτερους βαθμούς έντασης. Στην «απογραφή του πόνου», όπως αποκαλεί ο Walter το γράμμα της, υπάρχει ένας κατάλογος απο τιμωρίες που είναι βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να τις υπομείνει όλες. Θέλει ο νεαρός άντρας να την λιώσει, να την βασανίσει, να την περιγελάσει, να την φιμώσει, να την απειλήσει, να την κατασπαράξει, να κατουρήσει πάνω της και τελικά να την καταστρέψει. Διαβάζοντας την επιστολή, παρουσία της, αρνείται ευθύς αμέσως να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και αποσύρεται μέσα στη νύχτα, αλλά μόνο για να επιστρέψει αργότερα ώστε να υπακούσει στις οδηγίες του γράμματος για την απογύμνωση και κατάχρησή της.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=L6h9eommKeA]

Η συγγραφέας μελετά στενά, έντονα και βίαια το ντουέτο μάνας-κόρης – κλειδώνοντάς τες σε έναν καταστροφικό και άγονο αιμομικτικό χορό που θα τελειώσει μόνο με τον θάνατό τους. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την πρωταγωνίστρια να παλεύει με την γηρασμένη μάνα της, μετά να την φιλά στο κοινό κρεβάτι τους, τραυματίζοντας κατόπιν μια νεαρή σπουδάστρια που ετοιμαζόταν για ρεσιτάλ. Κατόπιν τραυματίζει τον εαυτό της, μαχαιρώνοντας το κορμί της. Δεν προσπαθεί ακριβώς να αυτοκτονήσει. Θέλει, τουναντίον, να συνεχίσει να πελεκά εκείνο το κομμάτι μέσα της που παραμένει αυστριακό, συνένοχο, φασιστικό και συμμορφούμενο. Η παθητικότητα της Erika είναι ένας τρόπος να αρνηθεί να γίνει δίοδος για ένα επίμονο νήμα φασιστικού εθνικισμού, και ο μαζοχισμός ή η αυτο-παραβίασή της καταδεικνύει την επιθυμία της να σκοτώσει μέσα της τις εκδοχές του φασισμού που εισέρχονται στην ύπαρξη – μέσα από το γούστο, μέσα από συναισθηματικές αντιδράσεις, μέσα από την αγάπη για την πατρίδα, την αγάπη για τη μουσική, την αγάπη για τη μητέρα. Καθώς, στο τέλος του βιβλίου, περιπλανιέται στους δρόμους της Βιέννης, το αίμα της στάζει στο πεζοδρόμιο. Οι τομές στο κορμί της αναπαριστούν την προσπάθειά της να επαναδομηθεί ως κάτι άλλο από μια αποθήκη για την μητέρα της, την πατρίδα και την τάξη της – αλλά τελικά κατασκευάζουν μια εκδοχή γυναίκας που είναι ακατάστατη, αιματηρή, βίαιη και γεμάτη αυτοαπέχθεια, μια εκδοχή που μιμείται ένα κάποιο είδος φασιστικού ήθους για την γυναικεία φύση μεταφέροντας τους όρους του ναζιστικού μισογυνισμού πάνω στο γυναικείο σώμα, με κυριολεκτικό και τρομαχτικό τρόπο Ο μαζοχισμός της Erika στρέφει το μίσος της για τη μάνα της και της «αυστριακότητά» της πίσω, ενάντια στον εαυτό της.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=xNfOjPN0UpA]


Βασισμένο στο βιβλίο της Judith Halberstam “The Queer Art of Failure”

Coming in from dreamland / I’m on fire

Είναι πάλι Χριστούγεννα. Οι οικογένειες μαζεύονται σε συνεστιάσεις, φίλοι βρίσκουν αφορμή να τα πούνε και τα τζάνκια της κας Γαλανού συνωστίζονται στον προθάλαμο του ιατρείου για την δόση τους – να τα βγάλουν πέρα κι αυτές τις γιορτές.

Ο Tommy περιμένει σιωπηλός να έρθει η σειρά του και χαζεύει μια καταναγκαστική περίπτωση που συνέχεια λύνει τα κορδόνια της και μετά τα ξαναδένει. Μια οστέινη νευρική ανορεξία τρώει με αηδία μια μπανάνα, μια μεταιχμιακή βρίζεται στο κινητό με τον γκόμενο και μετά ξαναπαίρνει με κλάματα να μην την αφήσει. Ο κύριος με το κοστούμι και το δερμάτινο χαρτοφύλακα θα μπορούσε να είναι σχιζοφρενής – ή απλά μια αγχώδης διαταραχή; – δεν μπορεί να τον ψυχολογήσει.

Στο παλιό γραφείο με το τηλέφωνο-αντίκα κάθεται ο πατέρας της κας Γαλανού, ψυχίατρος κι αυτός, σε καιρούς όπου δεν υπήρχαν μαγικά χαπάκια, και αναστενάζει… Πόσα Χριστούγεννα, πόσες πρωτοχρονιές, πασχαλινές διακοπές, καλοκαίρια, τριήμερα κι αργίες να ’ταν έτσι γεμάτο το ιατρείο; Τα χρόνια που πέρασαν, οι ασθενείς που τον επισκέφθηκαν, άφησαν τα σημάδια τους πάνω του. Ο κ. Γαλανός έχει λίγο απ’ όλα – αλλά ο Tommy ξέρει ότι εκείνος ποτέ δεν έζησε στ’ αλήθεια όλα τα συναρπαστικά πράγματα που του έχουν αφηγηθεί οι δικοί του ασθενείς.

Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει κανέναν, παρά μόνο οι ίδιες περιπτώσεις: το όμορφο αγόρι στο παραδίπλα κάθισμα ρωτά συνέχεια αν πήρε κανείς ποτέ Zyprexa, έχει τρομάξει με όσα γράφουν μέσα οι οδηγίες προς τον ασθενή. «Εγώ, παίρνω 30 mg», του λέει περήφανα ο Tommy. Το αγόρι τον κοιτάζει με υγρά μάτια, γεμάτα απελπισία, και ρωτά: «Είσαι καλύτερα τώρα;». «Είμαι καλά, είμαι πολύ καλά» έρχεται αυτόματα η απάντηση, ο Tommy πρέπει να θυμηθεί να μην πει ψέματα στη κα. Γαλανού, να πει την αλήθεια για το τι γυρεύει εκείνο το βράδυ στο ιατρείο της, να πει ότι σιχαίνεται τις γιορτές και τη δήθεν χαρωπή ατμόσφαιρα, να πει ότι θέλει όλος ο κόσμος να περάσει τα χειρότερα Χριστούγεννα της ζωής του, νυσταγμένος από τα Xanax, να ουρλιάζει από τα Seroxat, μαγκωμένος από τα Zyprexa, ιδρωμένος από τα Lamictal, να παρακαλά το Stilnox για λίγο οίκτο, για λίγο ύπνο, ρε, δίχως τρόμο και φρίκη.

Στο δρόμο για το ιατρείο ο Tommy πέρασε δίπλα από ένα ψεύτικο αγιοβασίλη. Το σκασμένο πλαστικό του μαρτυρούσε μια επιτυχή πρότερη καριέρα – σε καζίνο ή σε shopping mall – και η ρομποτική φωνή επαναλάμβανε ακούραστα στα αμερικάνικα: «Merry Christmas, ho, ho, ho!». Ο Tommy κοντοστάθηκε και χάζεψε το μαγαζί με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Το δικό του σπίτι δεν είναι στολισμένο, έχει μόνο μια ουρά από λαμπάκια, ξεχασμένη από τις προηγούμενες γιορτές, που αναβοσβήνει πεισματικά… on – off – on – off – on – off… μέχρι που ο Tommy νυστάζει, σιγοκλείνει τα μάτια του… on – off – on – off… και αποκοιμάται.

«Είμαι καλά, πολύ καλά…» ψιθυρίζει στον εαυτό του περιμένοντας στον προθάλαμο και γέρνει κουρασμένος το κεφάλι.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=wcxrR3YLWBI]