Latest Posts

Θεραπείες αποστροφής

Μια τηλεοπτική εκπομπή στην Αγγλία [1995] αποκαλύπτει τη φρίκη του κοντινού παρελθόντος: “θεραπείες ομοφυλόφιλων”

Τα τελευταία χρόνια έχουν φτάσει στα αυτιά μας πολλά σενάρια για τη θεραπεία της ομοφυλοφιλίας με διάφορες και συχνά επώδυνες, αν όχι επικίνδυνες μεθόδους, ενώ πρόσφατα εξαγγέλθηκε πρόγραμμα επιλεκτικού ευνουχισμού στους παιδεραστές σε πολλές από τις πολιτείες των ΗΠΑ. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εξουδετέρωσης κάθε ανορθόδοξης ερωτικής συμπεριφοράς και έκφρασης, παραθέτουμε τις φρικιαστικές μαρτυρίες Άγγλων ομοφυλόφιλων ανδρών που υποβλήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’60 σε βασανιστικά προγράμματα θεραπείας της σεξουαλικότητάς τους. Όλες αυτές οι σοκαριστικές αποκαλύψεις έγιναν πρόσφατα από αγγλικό τηλεοπτικό κανάλι σε ντοκιμαντέρ, που όταν προβλήθηκε προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. Δυστυχώς τέτοιου είδους στοιχεία βγαίνουν πάντα στην επιφάνεια αρκετά αργά, όταν τα περιθώρια δράσης δεν υπάρχουν. Ας ελπίσουμε πως και στο μέλλον δε θα είμαστε μάρτυρες παρόμοιων προσπαθειών της σύγχρονης εποχής για κατάπνιξη κάθε μορφής μειονοτικού τρόπου ζωής και έκφρασης.

Δολοφονήθηκε από γιατρούς

Ένας 29χρονος γκέι άνδρας πέθανε μετά από ειδικό πρόγραμμα θεραπείας της ομοφυλοφιλίας του. Οι αρχές δικαιολόγησαν το θάνατό του ισχυριζόμενοι ότι οφείλονταν σε “φυσικά αίτια”. Τριάντα χρόνια αργότερα, ο γιατρός που συμμετείχε στη νεκροψία επιβεβαιώνει ότι ο Billy Clegg-Hill πέθανε από κώμα και σπασμούς, αποτέλεσμα των ενέσεων μορφίνης που του έγιναν στα πλαίσια “αποστροφικής” θεραπείας με σκοπό να γίνει ετεροφυλόφιλος.

Το 1962 ο λογαχός Billy Clegg συνελλήφθη μετά από επιχείρηση σύλληψης ομοφυλόφιλων της αστυνομίας του Σάουθαμπτον. Ο δικαστής πρότεινε την υποχρεωτική του υποβολή επί έξι μήνες σε ειδική θεραπεία στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Νέτλεϊ. Τρεις μέρες μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, ο Billy ήταν νεκρός.

Του δείχνανε γυμνές φωτογραφίες ανδρών και μετά του έκαναν ενέσεις από μορφίνες για να του προκαλέσουν αδιαθεσία. Ο στόχος των γιατρών ήταν να συνδέσουν την έλξη του προς τους άνδρες με ναυτία και εμετούς, ώστε να κάνουν την ομοφυλοφιλία γι’ αυτόν τόσο δυσάρεστη ώστε να γίνει ετεροφυλόφιλος.

Ο γιατρός Richard Goodbody αμφισβητεί το κείμενο της νεκροψίας που κατατάσσει το θάνατο του Billy σε φυσιολογικά αίτια.

Δεν ήταν φυσικά αίτια κατά τη γνώμη μου”, λέει ο γιατρός και επιμένει στην ετυμηγορία του ότι ο Billy πέθανε από κώμα και σπασμούς, αποτέλεσμα των ενέσεων που του είχαν γίνει. Η ετυμηγορία των “φυσικών αιτίων” ήταν ψευδής και εφευρέθηκε από τον ιατροδικαστή.

Ο κύριος Goodbody υποστηρίζει πως όχι μόνο η επιλογή των φαρμάκων ήταν λανθασμένη αλλά κατηγορεί και τους γιατρούς γιατί απέτυχαν να ενεργήσουν άμεσα και αποτελεσματικά όταν ήδη η κατάσταση του άρχισε να επιδεινώνεται. “Όταν άρχισε να χειροτερεύει, δεν έγιναν οι απαιτούμενες ενέργειες για να τον επαναφέρουν, ενώ όταν αποφάσισαν τη μεταφορά του σε γενικό νοσοκομείο ήταν ήδη πολύ αργά”, λέει ο κ. Goodbody.

Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί ενισχύονται και από την αδελφή του θύματος που κατηγορεί τις στρατιωτικές και ιατρικές αρχές ότι μπορούσαν να προλάβουν περαιτέρω επιπλοκές στην υγεία του, ενώ την περίοδο εκείνη η οικογένειά της είχε πιεστεί να μη ζητήσει έρευνα της υπόθεσης. Κάνοντας έναν απολογισμό, δηλώνει: “Πιστεύω πως έπρεπε να έχουν τιμωρηθεί. Το να εξοντώσουν κάποιον μόνο και μόνο επειδή είναι ομοφυλόφιλος είναι τελείως λάθος”.

Τρεις μέρες πάνω σε κόπρανα και εμετούς

Γιατροί ανάγκασαν τον έφηβο Peter Price να ξαπλώνει σε ένα κρεβάτι, πάνω στα δικά του ούρα, κόπρανα και εμετούς. Τον κρατούσαν εκεί τρεις μέρες δείχνοντάς του φωτογραφίες γυμνών ανδρών ενώ του έκαναν ναρκωτικές ενέσεις και του έδειχναν ταινίες προσβάλλοντάς τον ως “σιχαμένη αδερφή”.

Ο εφιάλτης του Peter άρχισε όταν στα 14 του, το1965, πιέστηκε από τη μητέρα του να ακολουθήσει θεραπεία για την ομοφυλοφιλία του. Κατέληξε σε ψυχιατρική κλινική που τότε (μόλις τρεις δεκαετίες πριν) θεωρούταν από τους περισσότερους γιατρούς ως το καταλληλότερο μέρος για τις “αδελφές”.

Ήταν σαν ταινία τρόμου”, θυμάται. “Άλλοι ασθενείς έκλαιγαν και ούρλιαζαν όλη τη νύχτα. Ξάπλωνα στο κρεβάτι τρομοκρατημένος”. Ο Peter θυμάται πως τον είχαν βάλει σε ένα κρεβάτι κάποιου κατασκότεινου δωματίου χωρίς παράθυρα, με μια ντουζίνα γκέι περιοδικά. Παιζόντουσαν ταινίες προσβάλλοντας την ομοφυλοφιλία του και του έκαναν ενέσεις. “Οι ενέσεις εκείνες μου προκαλούσαν φοβερή αδιαθεσία. Ήθελα να ξερνώ συνέχεια”, λέει. Οι γιατροί δεν του έδιναν ούτε λεκάνη και επέμεναν να ξερνάει πάνω του. Κάθε ώρα του έκαναν και από μία ένεση, υποχρεώνοντας τον ταυτόχρονα να κοιτάζει ημίγυμνες φωτογραφίες ανδρών.

Το σκεπτικό των γιατρών ήταν να κάνουν για τον Peter αποστροφική την εικόνα ανδρικών σωμάτων ώστε να χάσει την ομοφυλοφιλία του. Αυτή ήταν μια μετριοπαθής εκδοχή των ναζιστικών πειραμάτων σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης που προσπαθούσαν να θεραπεύσουν την ομοφυλοφιλία. Δυστυχώς όμως, όλα αυτά δεν συνέβαιναν στη ναζιστική Γερμανία, αλλά στη Βρετανία του ’60.

Τρεις μέρες μετά την αρχή του βασανιστηρίου αυτού, ο Peter αποφάσισε πως είχε πλέον υποστεί αρκετά. Οι γιατροί όμως έλεγαν “Όχι! Δεν τελειώσαμε ακόμη… Θέλουμε δύο μέρες… υπάρχει και η ηλεκτρική θεραπεία”.

Τα έπαιξα”, λέει ο Peter. “Για μένα τα ηλεκτρόδια ήταν σαν Φρανκενστάιν”. Τελικά κατάφερε να φύγει, αλλά πιστεύει μετά από τόσα χρόνια πως έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από εκείνη την εμπειρία. “Αν δεν είχα κάνει εκείνη τη θεραπεία, θα ζούσα μια ευτυχισμένη ζωή ως ομοφυλόφιλος και θα είχα κάποιο σύντροφο ή μια μόνιμη σχέση. Εκείνη η θεραπεία ‘απέχθειας’ μου άλλαξε τη ζωή μου ολόκληρη”.

Ηλεκτρικά σοκ για να γίνει “κανονικός”

“Τα ηλεκτρικά σοκ ήταν τρομερά επώδυνα. Ήταν μια επώδυνη δόση που διαπερνούσε όλο μου το σώμα”.

Αυτή είναι η εμπειρία του Colin Fox, που το 1964 ήταν ένας καταθλιπτικός και απομονωμένος γκέι άνδρας ηλικίας 19 ετών. Όπως και ο Peter Price, “δέχτηκε” να του γίνει θεραπεία αποστροφής της ομοφυλοφιλίας του, αλλά μόνο γιατί η οικογένειά του, η θρησκεία και η κοινωνία τον έπεισαν ότι η ομοφυλοφιλία ήταν αρρώστεια και διαφθορά. Οι γιατροί στο Grumpsall Hospital, κοντά στο Μάντσεστερ, εκμεταλλεύτηκαν τη λαχτάρα του Colin να απαλλαγεί από τους ομοφυλοφιλικούς δαίμονες και ταυτόχρονα από τον πανικό του μήπως συλληφθεί (η ομοφυλοφιλία ήταν τότε ακόμη ποινικοποιημένη με αρκετά χρόνια φυλάκισης).

Αισθανόμουν ένας κακός άνθρωπος και ζούσα το φόβο της φυλάκισης”, λέει ο Colin. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η απόφασή του να υποστεί τη θεραπεία έδωσε στους γιατρούς ελευθερία κινήσεων. Η αντιμετώπιση του Colin βασίστηκε στη φρικτή θεωρία του Pavlov με πειράματα ηλεκτροσόκ που είχε κάνει σε σκυλιά! Συνδέοντας έτσι την ομοφυλοφιλία με τον πόνο, οι γιατροί ήλπιζαν να ανατρέψουν την έλξη του Colin προς τους άντρες.

Του έδειχναν φωτογραφίες ημίγυμνων ανδρών και γυναικών, ενώ ηλεκτροφόρα καλώδια ήταν συνδεδεμένα με τα χέρια και τα πόδια του. Κάθε φορά που του έδειχναν την εικόνα ενός άντρα, δέχονταν ηλεκτροπληξία που η έντασή της εξαρτιόταν από το πόσο ελκυστικό τον έβρισκε ο Colin. Όσο μεγάλωνε η έλξη, τόσο αυξανόταν η δόση του ηλεκτροσόκ. Στο τέλος, “ανταμείβονταν” με τη φωτογραφία μιας γυναίκας που έβρισκε “περισσότερο” ελκυστική χωρίς δόση ηλεκτροσόκ.

Ο πόνος πραγματικά με τρομοκρατούσε”, λέει ο Colin, που τώρα είναι 51 χρονών και ευτυχισμένος ως ομοφυλόφιλος. “Νομίζω πως μου έκανε φοβερό κακό, ευτυχώς για λίγο χρονικό διάστημα”.

Όπως και στις άλλες προσπάθειες θεραπείας, οι γιατροί που έκαναν το ηλεκτροσόκ του Colin ισχυρίζονται πως ενήργησαν για το καλύτερο συμφέρον του και μαζί με τη συγκατάθεση του ίδιου. “Δεν έχω κάνει σε κανέναν ασθενή τίποτα που δεν θα έκανα σε εμένα ή τα παιδιά μου”.

Δημοσιεύτηκε στην εφημ. “ο πόθος”, Νοέμβριος 1996, με τίτλο “Όχι στις θεραπείες!”. Η εικονογράφηση είναι μεταγενέστερη. Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι από την performance “Aversion” της Mary Coble που φιλοξενήθηκε στο Conner Contemporary Art στην Ουάσιγκτον, DC το 2007

Ηδονή και επιθυμία (Reloaded)

Προάγω αυτόν τον όρο (ηδονή), γιατί νομίζω ότι ξεφύγει από τις ιατρικές και φυσικοποιημένες υποδηλώσεις συμφυείς στην έννοια της επιθυμίας. Αυτή η αντίληψη έχει χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο, ως πλέγμα κατανόησης, ως βαθμονόμηση όσον αφορά τη φυσιολογικότητα: “Πες μου ποια είναι η επιθυμία σου και θα σου πω ποιος είσαι, αν είσαι φυσιολογικός ή όχι, και μετά μπορώ να νομιμοποιήσω ή να ακυρώσω την επιθυμία σου”. Η επιθυμία δεν είναι συμβάν αλλά σταθερό χαρακτηριστικό του υποκειμένου: παρέχει μια βάση πάνω στην οποία μπορεί να προσκολληθεί όλος αυτός ο ψυχολογικό-ιατρικός οπλισμός.

Ο όρος ηδονή από την άλλη, είναι παρθένα περιοχή, αχρησιμοποίητος, σχεδόν στερούμενος νοήματος. Δεν υπάρχει “παθολογία” της ηδονής, δεν υπάρχει “αντικανονική” ηδονή. Είναι ένα συμβάν “εκτός του υποκειμένου”, ή στα όρια του υποκειμένου, λαμβάνοντας χώρα σε αυτό το κάτι που δεν είναι ούτε του σώματος ούτε της ψυχής, που δεν είναι ούτε έσω ούτε έξω – με λίγα λόγια μια έννοια ούτε ανατεθημένη ούτε δυνάμενη να ανατεθεί.

Michel Foucault, “Η Γκέι Επιστήμη

6-ways-A-05-70

Χορός του λυκόφωτος

Του Ρέντσο Νοβατόρε

Αυτή είναι η ώρα των νυχτερινών μου σκέψεων.
Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Ο ερυθρός Δαίμονας
της καταχθόνιας χαράς μου.
Καπνίζω..
Καπνίζω απεγνωσμένα, έντονα. Πάντα!
Πάντα! Πάντα! Πάντα!
Ευχόμουν να σκεφτώ, να γράψω, να τραγουδήσω…
Κοιμάται όμως ο Δαίμονάς μου.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Ο ερυθρός Δαίμονας
της καταχθόνιας χαράς μου.
Και οι σκέψεις δεν έρχονται…
Ούτε καν το γέλιο και η κατάρα…
Κι αυτή είναι η μαύρη ώρα μου
Της μαύρης μελαγχολίας.

* * *

Κοιτάζω, αφηρημένα, το τσιγάρο μου.
Ισχνό, ωχρό και θερμό
Σαν άρρωστος εραστής.
Το κοιτάζω να αναλώνεται πολύ αργά
όπως η ζωή και τα όνειρα μου:
όπως η ζωή και τα όνειρα όλων των αδερφών μου.
Η στάχτη έπεσε στη γη και διασκορπίστηκε. Έτσι!
Ο καπνός, ορθώνεται, πυκνός και γκρίζος, στον αέρα
και διασκορπίζεται κι αυτός. Έτσι.
Τίποτα για μένα δε μένει
παρά λίγη κίτρινη νικοτίνη στα τρυφερά χείλη πάνω. Έτσι.

* * *

Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
Κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Ο ερυθρός Δαίμονας
της καταχθόνιας χαράς μου.
Κοιτώ τον ήλιο!
Τον βλέπω να κατεβαίνει εν μέσω της ξανθής δίνης
μιας πανέμορφης θάλασσας από χρυσό.
Από χρυσό και αίμα… Την καρδιά μου όμως έχει δαγκώσει.
Την έχει δαγκώσει ένα παγωμένο φυτό
χωρίς ελπίδες και δάκρυα,
χωρίς μίσος και χωρίς αγάπη.
Ω, θα μπορούσες τουλάχιστον να κλάψεις…
θα μπορούσες τουλάχιστον να καταραστείς…
Αλλά, όχι!
Όχι! όχι! όχι!

* * *

Ποιος;
Ποιος, επομένως, μ’ έκανε ποτέ τόσο κακό;
Ποιος είναι ο σατανικός μάστορας των βασάνων μου αυτών;
Ω μητέρα… μητέρα μου…
Αν είχες ακόμη τη δύναμη
να είσαι ικανή να καταραστείς…
Αλλά, όχι!
Όχι! όχι! όχι!
Παρ’ όλα αυτά ήσουν εσύ μόνο
εσύ! Που
μου έδωσες ζωή,
Που μου έδωσες πόνο,
Που μου έδωσες το Κακό!
Πες μου όμως:
Πίστευες ίσως στη χαρά του να ζεις;
Είμαι επομένως ο γιος ενός τέτοιου αλλόκοτου ονείρου;
Ή είμαι απλά το πιο χυδαίο τέκνο
της συλλογικής αναισθησίας;
Γιατί λοιπόν, ω μητέρα,
δεν είχες -εκείνη την ημέρα-
την ηρωική έμπνευση να χτυπήσεις

ΜΕ ΒΙΑ

το πρησμένο στομάχι σου
πάνω σε μια σκληρή πέτρα. Έτσι!
Γιατί δεν θα είχα θελήσει να δω
Τον Ήλιο.
Γιατί δεν θα είχα θελήσει
αυτήν τη μίζερη ζωή.
Γιατί υποφέρω τόσο, Έτσι…
Ω μητέρα, κλαις;
Και γιατί;
Νιώθεις ίσως τις τύψεις
για το ότι με δημιούργησες;
Φαντάζεσαι ίσως το κακό
που με βασανίζει και
τόσο φρικτά με σπάει;
Ω, είχες τουλάχιστον τη δύναμη
Να είσαι ικανή να καταραστείς…
Αλλά, όχι!
Όχι! όχι! όχι!
Είναι πολύ πρόστυχοι!

* * *

Το ποτάμι κυλά και τραγουδάει…
(το πανέμορφο ποτάμι, γαλήνιο και γελαστό)
κυλά πάνω από το ντελικάτο
Υγρό και σκονισμένο, κρεβάτι του
κι οι λευκοί αφροί του
είναι ένα χρυσό πάπλωμα.
Ο τιτάνειος ύφαλος
πλένει τα γρανιτικά του πλευρά
μέσα στα λιτά νερά σου
-ω μοναχικό ποτάμι-
και κάθησε στις όχθες σου
Κοιτάζω τα πράσινα φύλλα
που, κεντημένος με σκιά και με φως,
ο άνεμος χαϊδεύει. Έτσι!
Κοιτάζω. Σκέφτομαι και θυμάμαι…
Η ψυχή μου όμως είναι σκοτεινή
και, τριγύρω μου,
το σούρουπο κλαίει. Μαύρο.
Δεν αγαπώ πλέον.
Δεν πιστεύω πια!

* * *

Ποιος;
Ποιος, επομένως, μ’ έκανε ποτέ τόσο κακό;
Οι γυναίκες και η Αγάπη;
Οι άντρες και η φιλία;
Η κοινωνία και ο νόμος της;
Η ανθρωπότητα και η πίστη της;
Ίσως όλα αυτά!
Ίσως κανένα από αυτά!
Δεν ξέρω…
Αισθάνομαι τόσο άσχημα…
Τόσο Πολύ! Τόσο Πολύ! Τόσο Πολύ!
Εδώ…στην ψυχή!

* * *

Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
κοιμάται στο σκοτεινό λυκόφως
αυτής μου της ψυχής
Πόσο είναι λυπηρό…λυπηρό και μελαγχολικό.

* * *

Εύχομαι για νέους φίλους.
Για αληθινούς νέους φίλους.
Χρειάζομαι να εμπιστευτώ
(σε κάποιον)
τις μαύρες μου μελαγχολίες.
Δεν έχω όμως φίλους
είμαι μόνος!
Μόνος με τις
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ μου
Μόνος με τη Μοίρα μου.
Μόνος. Τόσο μόνος!

* * *

Κοιμάται ο Δαίμονάς μου.
Το μυαλό μου δέχτηκε πυροβολισμούς
Από τις κιτρινωπές
μαύρες και πράσινες ακτίνες
της βρώμικης πραγματικότητας!
Της πραγματικότητας που περνά…
«ένα μείγμα θηρίων και κτηνώδους.
Μια σύνθεση υποκρισίας και άγνοιας.
Μια ανάμειξη δειλίας και ψεμάτων
Ένα σύνολο από κόπρανα και λάσπη».
Α, όχι!
Όχι! Όχι! Όχι!
Υποφέρω τόσο!
Τόσο πολύ! Τόσο πολύ! Τόσο πολύ!

* * *

Ο ήλιος δύει.
(ο πανέμορφος από χρυσάφι ήλιος)
οι Άγγελοι του δειλινού
αγωνιούν…
Τα πράσινα φύλλα είναι κρανία των νεκρών,
ψυχρά, γελούν περιφρονητικά…
Το ποτάμι
(το πανέμορφο λιτό ποτάμι)
είναι τώρα ένα μαύρο ερπετό
τρομακτικά εξαπλωμένο μέσα στη μάζα του ύφαλου.
Τάφος ζοφερός και άφωνος.
Τάφος ζοφερός και μαύρος.

* * *

Το τσιγάρο μου έχει σβήσει…
(το τσιγάρο μου ισχνό, ωχρό και θερμό
σαν άρρωστος εραστής)
Η στάχτη διασκορπίστηκε.
Ο καπνός επίσης.
Τίποτα για μένα δε μένει
παρά λίγη κίτρινη νικοτίνη στα τρυφερά χείλη πάνω: Λίγη όπως η ζωή και τα όνειρα. Έτσι!

* * *

Μέσα στο σκοτεινό
Της ψυχής μου λυκόφως
Ο κόκκινός μου Δαίμονας ξυπνά.
Νιώθω σαν ένα ρυάκι από πικρό αίμα
που ρέει
πάνω από χείλη τρυφερά…
Έχω ένα τραγικό προαίσθημα…
Τι θα συμβεί τη νύχτα;
Όμως… τα αστέρια
τα αγαπημένα αστέρια
θα δουν
Ω, αν μόνο μπορούσες ξανά
να γελάσεις και να καταραστείς για μια ακόμη φορά…
Βλέπω όμως μια λάμψη ( μια πυρά νεκρική;)
Να λάμπει στης νύχτας το σκοτάδι.
Αισθάνομαι…
Αισθάνομαι! Αισθάνομαι! Αισθάνομαι!
Είμαι ένα άστρο που γυρνά προς
ένα τραγικό ηλιοβασίλεμα.

Το ποίημα του Ρέντσο Νοβατόρε βρέθηκε εδώ

 

Μπροστά στην παράνοια

Η εμπειρία του να είσαι το πραγματικό μέσον για μια διαρκή διαδικασία δημιουργίας σε πηγαίνει πέρα από κάθε κατάθλιψη ή καταδίωξη ή μάταιη δόξα, παρελθόν, ακόμα και το χάος ή το κενό, μέσα στο ίδιο το μυστήριο αυτής της συνεχούς μετατροπής από ανυπαρξία σε ύπαρξη, και μπορεί να είναι η περίσταση αυτής της μεγάλης απελευθέρωσης όπου κανείς κάνει τη μετάβαση από το να μη φοβάται τίποτα, στη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάται. Εντούτοις, είναι πολύ εύκολο να χάσει κανείς το δρόμο σε οποιοδήποτε στάδιο, και ειδικά όταν πλησιάζει πολύ.

Εδώ μπορεί να βρίσκεται μεγάλη χαρά, αλλά είναι το ίδιο εύκολο να κατακρεουργηθείς από τη διαδικασία όσο και να ταλαντευτείς μαζί της. Θα απαιτηθεί μια φαντασιακή πράξη από εκείνους που δεν γνωρίζουν από τη δική τους εμπειρία τι στο διάολο μπορεί να καταστεί αυτή η μεθοριακή γραμμή μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Αλλά για αυτό υπάρχει η φαντασία.

Η στάση ή η θέση ενός σε σχέση με την πράξη ή τη διαδικασία μπορεί να καταστεί κατηγορηματική από την άποψη της τρέλας ή της λογικής.

Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν ότι καλούνται να παράγουν τους εαυτούς τους από το τίποτα, καθώς το υποκείμενο συναίσθημα είναι ότι δεν έχουν δημιουργηθεί επαρκώς ή ότι έχουν δημιουργηθεί μόνο για την καταστροφή.

Αν δεν υπάρχουν νοήματα, δεν υπάρχουν αξίες, δεν υπάρχει καμία πηγή συντήρησης ή βοήθειας, τότε ο άνθρωπος, ως δημιουργός, πρέπει να εφεύρει, να πλάσει νοήματα και αξίες, συντήρηση και αρωγή μέσα από το τίποτα. Είναι ένας μάγος.

Κάποιος άνθρωπος μπορεί πράγματι να παραγάγει κάτι νέο – ένα ποίημα, ένα μοτίβο, ένα γλυπτό, ένα σύστημα ιδεών – να κάνει σκέψεις που κανείς δεν έχει κάνει πριν, να παραγάγει σημάδια που κανείς δεν έχει δει πριν. Μικρό το όφελος που θα αποσπάσει από τη δική του δημιουργικότητα. Η φαντασία δεν μεταβάλλεται από τέτοιους “θεατρινισμούς”, ακόμα και τους πιο μεγαλειώδεις. Η μοίρα που περιμένει τον δημιουργό, αφότου έχει αγνοηθεί, παραμεληθεί, περιφρονηθεί, είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς ανάλογα με την άποψή σας, να ανακαλυφθεί από το μη-δημιουργικό.

Υπάρχουν ξαφνικές, φαινομενικά ανεξήγητες αυτοκτονίες που πρέπει να γίνουν κατανοητές ως η αυγή μιας ελπίδας τόσο τρομερής και οδυνηρής που είναι αδύνατον να την υπομείνεις.

Κατά τη “φυσιολογική” μας αλλοτρίωση από την ύπαρξη, το άτομο που έχει επικίνδυνη συνείδηση της ανυπαρξίας αυτού που εκλαμβάνουμε ως ύπαρξη (τις ψευδο-επιθυμίες, τις ψευδο-αξίες, τις ψευδο-πραγματικότητες των ενδημικών παραισθήσεων εκείνων που εκλαμβάνονται ως η ζωή και ο θάνατος και ούτως καθ’ εξής) μας παραδίδει στην τωρινή εποχή μας τις πράξεις δημιουργίας που περιφρονούμε και λαχταρούμε.

Οι λέξεις σε ένα ποίημα, οι ήχοι σε μια κίνηση, ο ρυθμός στο χώρο, αποπειρώνται να επανασυλλάβουν προσωπικά νοήματα σε προσωπικό χρόνο και χώρο μακριά από τη θέα και τους ήχους ενός αποπροσωποποιημένου, αποκτηνωμένου κόσμου. Είναι προγεφυρώματα σε μια ξένη περιοχή. Είναι πράξεις εξέγερσης. Η πηγή τους είναι στη Σιωπή που βρίσκεται στο κέντρο καθεμιάς μας. Οπουδήποτε και οποτεδήποτε μια τέτοια σπείρα από ρυθμικό ήχο ή χώρο εγκαθίσταται στον εξωτερικό κόσμο, η δύναμη που περιέχει παράγει νέες γραμμές δυνάμεων των οποίων τα αποτελέσματα γίνονται αισθητά για αιώνες.

Η δημιουργική ανάσα “έρχεται από μια ζώνη του ανθρώπου όπου άνθρωπος δεν μπορεί να κατέλθει, ακόμα κι αν επρόκειτο να τον οδηγήσει εκεί ο Βιργίλιος, γιατί ο Βιργίλιος δεν θα πήγαινε εκεί κάτω” (The Journals of Jean Cocteau, μτφρ. Wallace Fowlie, Indiana University Press 1964).

Αυτή η ζώνη, η ζώνη του τίποτα, από τις σιωπές των σιωπών, είναι η πηγή. Ξεχνάμε ότι όλες βρισκόμαστε εκεί κάθε στιγμή.

Μια δραστηριότητα πρέπει να γίνει κατανοητή με τους όρους της εμπειρίας από την οποία αναδύεται. Αυτά τα αραβουργήματα που μυστηριωδώς ενσωματώνουν μαθηματικές αλήθειες στις οποίες πολύ λίγοι μπορούν να ρίξουν μια ματιά – πόσο όμορφες, πόσο εξαίρετες – άσχετα αν ήταν το αλώνισμα και το μαστίγωμα ενός ανθρώπου που πνίγεται.

Βρισκόμαστε εδώ πέρα από όλες τις ερωτήσεις εκτός από εκείνες της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, της ενσάρκωσης, της γέννησης, της ζωής και του θανάτου.

Η δημιουργία εκ του μηδενός έχει δηλωθεί αδύνατη ακόμα και για τον Θεό. Αλλά μας απασχολούν τα θαύματα. Πρέπει να ακούσουμε τη μουσική από αυτές τις κιθάρες (Λόρκα).

Από την άποψη ενός ανθρώπου που έχει αλλοτριωθεί από την πηγή του η δημιουργία εγείρεται από την απόγνωση και τελειώνει στην αποτυχία. Αλλά ένας τέτοιος άνθρωπος δεν έχει βαδίσει το μονοπάτι στο τέλος του χρόνου, το τέλος του χώρου, το τέλος του σκοταδιού και το τέλος του φωτός. Δεν γνωρίζει ότι εκεί όπου όλα τελειώνουν, εκεί όλα αρχίζουν.

R. D. Laing, “The Politics of Experience and The Bird of Paradise”

Οι παραληρητικές ιδέες αναφοράς περιγράφουν το φαινόμενο της εμπειρίας ενός ατόμου αβλαβών συμβάντων ή απλών συμπτώσεων και της πίστης ότι έχουν ισχυρή προσωπική σημασία. Είναι “η αντίληψη ότι οτιδήποτε αντιλαμβάνεται κανείς στον κόσμο σχετίζεται με το δικό του πεπρωμένο”. [Lawrence M. Porter, “Women’s Vision in Western Literature” (2005) σ. 117] Στην ψυχιατρική οι παραληρητικές ιδέες αναφοράς αποτελούν μέρος από τα διαγνωστικά κριτήρια για ψυχωσικές ασθένειες όπως η σχιζοφρένεια, η παραληρηματική διαταραχή, ή η διπολική διαταραχή (κατά τα ανεβασμένα στάδια της μανίας)

“Στις τυπικές παρανοϊκές ιδέες αναφοράς (…)” μια βαθύτερη γνωριμία με τον ασθενή αποκαλύπτει το γεγονός ότι “αυτό που τον βασανίζει δεν είναι τόσο τα παραληρήματα αναφοράς που έχει, αλλά η οδυνηρή υποψία του ότι δεν είναι σημαντικός για κανέναν, ότι κανείς δεν αναφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτόν”. — R. D. Laing

Dead roads

Η πόλη έχει την εφήμερη μορφή στρατιωτικού καταυλισμού, πόλης πετρελαίου ή ορυχείων, που εγκαταλείφθηκε και ξανακατοικήθηκε κατά στρώματα, ενοχλητικά καινούριας και ταυτόχρονα ρημαγμένης. Μια αγορά με στρατιωτικά οχήματα παρκαρισμένα γύρω της… Πάγκοι που πουλάνε σιδερικά, εξοπλισμό κατασκηνώσεων, μαχαίρια, όπλα και πυρομαχικά, πέτρινα σκαλιά που ξεκινάνε από την αγορά και ανεβαίνουν έως την πόλη που βρίσκεται χτισμένη στην πλαγιά του λόφου, μια πόλη από κόκκινα πλιθάρια και κλειστά παραθυρόφυλλα.

Ο Κιμ βρήκε ότι έμοιαζε σαν να την είχε ξεράσει μονοκόμματη μια τερατώδης σφήκα. Από τους στενούς όλο στροφές δρόμους του έρχεται η μυρωδιά τοίχων σοβαντισμένων με σκατά, μια αρχαία κακία από έντομα που κόβει την ανάσα… Συγκεντρώσου, Πράκτορα Κ9. Ο Ταξιδιώτης έχει εφοδιαστεί με χρήματα και με τη γλώσσα. Τριγυρίζει μ’ ένα μπλουτζίν, με στρατιωτικό τζάκετ και ψάθινο καπέλλο… Α, τα όπλα… Μια αρκετά μεγάλη περιοχή έχει παραχωρηθεί για τις αγοραπωλησίες των κάθε λογής όπλων.

“Αν ψάχνετε κάποιο ειδικό μοντέλο, κύριε” – ένας εύσωμος κύριος δίνει στον Κιμ την κάρτα του – “μπορούμε να σας το βρούμε…”. Ο Κιμ κοιτάζει ολόγυρα – μονάχα όπλα, ίσαμε εκεί που φτάνει το μάτι του στα μαγαζιά που βρίσκονται χτισμένα στη λοφοπλαγιά. Βρίσκεται στον τομέα των αυτόματων όπλων. Εδώ η χρυσή νεολαία συγκεντρώνεται για να χαϊδέψει τρυφερά ένα ρωσικό τουφέκι εισόδου Κ-47 ή ένα Ούζι, το πιο σικ πράγμα που μπορείς να κουβαλάς σε μπαρ και εστιατόρια… εντελώς αυτόματο, παρατηρεί ο Κιμ, κι υπάρχουν πλήθος τέτοια. Από σκουπίδια όπως τα τσέχικα νεροπίστολα, που στην ουσία έχουν ακτίνα δράσης γύρω στο ένα μέτρο, έως το καλό βαρύ πράμα όπως τα παλιά Τόμσον… Ένα αγόρι με σκούρα ρόδινα μάγουλα και μακριές βλεφαρίδες κοιτάζει με λαχτάρα ένα Η&Κ 223… “Αγόρασέ μου το και θα ’μαι δικός σου για πάντα…” Η ανάσα του αγοριού είναι όμορφη και ερεθιστική… Ο Ταξιδιώτης πλησιάζει και ρωτάει την τιμή. Ο έμπορος βλέπει ότι ο Ταξιδιώτης είναι οπλισμένος και ίσως έμπειρος στη χρήση όπλων…

“Τέσσερις χιλιάδες δολάρια το δίνω, λογική τιμή”.

Συμφωνούν στα τρεισήμισι. Τα λεφτά δεν έχουν μεγάλη σημασία εδώ. Ο Κιμ δίνει το όπλο στ’ αγόρι μπροστά στον έμπορο που λάμπει από χαρά… “Χαίρομαι να εξυπηρετώ εξαίρετους κυρίους κυρίως σαν κι εσάς…”

“Χρειάζομαι μερικά όπλα… μια αλλαξιά ρούχα και αποσκευές”.

 

Είναι σύνηθες το φαινόμενο πράκτορες ή ιδιώτες αγοραστές να έρχονται στην αγορά, αφού γνωρίζουν ότι μπορούν ν’ αγοράσουν στα μαγαζιά τα πάντα. Ο Κιμ βρίσκει χωρίς δυσκολία τη μάρκα του άφτερ σέιβ του και τον αιώνιο αλλιγάτορά του, όπως αποκαλεί τον Γκλάντστόουν, όταν η μία παλιώνει αγοράζει άλλη. Α ναι, όπλα… Αυτό το σπέσιαλ 44άρι διπλής ενέργειας επιθυμεί και το ρωσικό; Πολύ ωραίο, λαβή από παλίσαντρο, κι αυτό το σπέσιαλ Κολτ 38 των δύο ιντσών με τη λαβή που ταιριάζει απόλυτα στο χέρι του Κιμ. Να μην ξεχάσει τη βαζελίνη – Θεέ μου, πάει πέντε δολάρια το σωληνάριο… “Μάλιστα, κύριε, τα πάντα ακριβαίνουν”, ο νεαρός υπάλληλος σκάει ένα πονηρό χαμόγελο. Το αγόρι προχωρεί μπροστά, το καινούριο του H&K κρέμεται στους σίγουρους αλαζονικούς ώμους του. Διακρίνεις χωρίς δυσκολία το πόσο επιδέξια θα μπορούσε να το κατεβάσει και να κόψει κάποιον στα δύο.

Το Ξενοδοχείο Γανυμήδης βρίσκεται στο τέλος ενός μακριού στριφογυριστού δρόμου. Υπογράφει τα χαρτιά κι ο μικρός τους οδηγεί σ’ ένα δωμάτιο που βλέπει σ’ ένα μικρό κλειστό κήπο με συκιές και πορτοκαλιές, με μια λιμνούλα κι ένα συντριβάνι… Στην άλλη άκρη του διαδρόμου είναι το χαμάμ και το παλιομοδίτικο καρβολικό σαπούνι, “σαπούνι ομορφιάς του χαριτωμένου” το λένε στην Περσία. Ο Κιμ έχει εντρυφήσει στα καρβολικά σαπούνια… Μες στο χαμάμ είναι κι άλλα αγόρια, αναγνωρίζει τ’ ατίθασα κόκκινα μαλλιά και τα πράσινα γατίσια μάτια που έλαμπαν σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά παραθυρόφυλλα.

Μακρύς στριφογυριστός δρόμος νεαρών που ψηλαφίζουν όπλα. Στο χαμάμ είναι δύο νεαροί από την αγορά. Τα αγόρια γυρίζουν και χαμογελούν. Στέκονται όρθια, έχουν στύση και σαπουνίζουν με νωχελικές κινήσεις το ένα το άλλο, με τα ίδια τρυφερά δάχτυλα που αγγίζουν τα όπλα, που ελέγχουν το μηχανισμό τους με απαλό λεπτό άγγιγμα. Υψώνουν τα δάχτυλά τους. Κάποιο παζάρεμα που δεν καταλαβαίνει ο Ταξιδιώτης και μια διάλεκτος που οι ενέσεις αραβικών των Βεδουίνων και των άλλων διαλέκτων δεν την έχουν καλύψει. Είναι ένας βόμβος που βγαίνει από τον λάρυγγα και περνάει τα δόντια, τα οποία είναι ξέσκεπα σαν των άγριων σκυλιών. Στην αρχή η δόνηση φέρνει ανατριχίλα στα δόντια του ξένου κι έντονο πόνο, ο φαλλός του λικνίζεται, ορθώνεται και πάλλεται.

Τώρα το αγόρι – Χαράντ λεγόταν – στριφογυρίζει πίσω του με τη βαζελίνη. Τα δάχτυλα, λες και γεμίζει όπλο, γλιστρούν μέσα και αγγίζουν τη σκανδάλη και ο Ταξιδιώτης εκσπερματώνει, χτυπώντας ένα στόχο στον τοίχο. Τ’ αγόρια τον χτυπούν στην πλάτη. Τον κουβαλούν πίσω στο δωμάτιο και ο Χαράντ του φυσάει καπνό από το στήθος ως τ’ αρχίδια. Ο Ταξιδιώτης πέφτει στα γόνατα, και μυρίζει τον καπνό με τη βαριά ξινισμένη μυρωδιά της νυφίτσας. Περνά τρυφερά το χέρι του στην κλωνική συσκευή. Ήχος τρεχούμενου νερού ένα φλάουτο Σωσίβιο Καρβολικό Σαπούνι ξεφλουδίζει το φορεμένο από κάτω χαμόγελό του. Στέκονται εκεί γαλήνια ανήθικα ατίθασα κόκκινα μαλλιά που λάμπουν στο δωμάτιο με τα κλειστά παραθυρόφυλλα σαν λεπτά χρυσά σύρματα. Υψώνουν δάχτυλα το Ξενοδοχείο Γανυμήδης. Δεν καταλαβαίνει τα παζαρέματα τ’ αγόρια τον μυρίζουν ένας βόμβος στα τέσσερα στην ψάθα δόντια ξέσκεπα σαν των άγριων σκυλιών ορθώνεται και πάλλεται. Τ’ αγόρια τον χτυπούν στην πλάτη. Θυμάται το παιχνίδι με τις τρεις βαθιές ανάσες όταν ένα αγόρι έρχεται από πίσω και τυλίγει τα μπράτσα του σφιχτά στο στήθος του. Λιποθυμά και συνέρχεται καθώς όλα τ’ αγόρια γελούν, πέρασε κάποια εξέταση.

Τον κουβαλούν πίσω στο δωμάτιό του και τον ξαπλώνουν στο κρεβάτι, βυθίζεται στον ύπνο. Ξυπνάει όταν ο Χαράντ τον σκουντάει απαλά, μυρωδιά αρνιού που ψήνεται στα κάρβουνα έξω στο μπαλκόνι.

Μετά το δείπνο τα τέσσερα αγόρια βγάζουν χάρτες. Πρόκειται για κάποια επιχείρηση. Δείχνουν στο χάρτη, προετοιμάζουν μια ενέδρα. (Ένα αγόρι εκσπερματώνει πάνω στο χάρτη. Ένα άλλο ακολουθεί τα ίχνη του σπέρματος μ’ ένα κραγιόνι. Κάνει υπολογισμούς με λογαριθμικό κανόνα.)

Ψηλαφούν τα σώματά τους όπως τα όπλα τους, σαν τεχνήματα, με τα μυημένα χαϊδευτικά δάχτυλα ειδημόνων. Ο Χαράντ είναι γυμνός, το όπλο του αποσυναρμολογημένο σ’ ένα χαμηλό τραπέζι μπροστά του. Σηκώνει τα κομμάτια ένα ένα, τα ψηλαφεί και απομνημονεύει το σχήμα τους σαν Μπράιγ, για να λύνει και να δένει τ’ όπλο του στο σκοτάδι. Τ’ αγόρια παίζουν το παιχνίδι της αλληλοαναγνώρισης στο σκοτάδι αγγίζοντας ο ένας το πέος του άλλου.

Ο Κιμ ανακάθεται γυμνός και σφίγγοντας το σφιγκτήρα του από φόβο μη λερώσει το κρεβάτι. Στην άκρη του δωματίου είναι μια μαρμάρινη τουαλέτα, μια βρύση και μια καθιστή μπανιέρα με μια χάλκινη κατσαρόλα από πάνω και χαμηλή φλόγα πετρελαίου. Αφοδεύει με πάταγο και λερώνει τη λεκάνη με υγρά κόπρανα ανάμικτα με αίμα. Κανείς δεν του δίνει σημασία. Πλένεται με καρβολικό σαπούνι, σκουπίζεται και βγάζει το ρωσικό σπέσιαλ 44άρι με τη βελτιωμένη σκανδάλη από τη θήκη του. Περίστροφο σπαστό που όμως ο κύλινδρός τους δεν παίζει ούτε κλάσμα του εκατοστού. Διαλύει το όπλο προσεκτικά, λαδώνοντας και απομνημονεύοντας το κάθε του κομμάτι. Ένα αγόρι έχει δεκαοκτάσφαιρο περίστροφο με 17 διαμέτρημα, τα λεπτά φυσίγγια έχουν μήκος επτά εκατοστά, το βλήμα, μακρύ και αιχμηρό με μαλακό μέταλλο στη μέση και σκληρό στις δύο άκρες, ανοίγει σαν μανιτάρι κατά την πρόσκρουση στο μέγεθος μισοδόλαρου.

Ο Κιμ νιώθει ένα πλήγμα που του μουδιάζει το στήθος, ρουφά, αγκομαχά για μια ανάσα που δεν έρχεται…

Ουίλιαμ Μπάροουζ, “Ο Τόπος των Νεκρών Δρόμων”

Συγκάτοικος

Έχει χαθεί, ακούει γοητευμένος καθώς ο συγκάτοικός του λέει μια ιστορία.

Είναι η ίδια ιστορία ξανά και ξανά, αλλά δεν τον νοιάζει. Ούτε καν προσέχει, είναι το πιο συναρπαστικό πράγμα στον κόσμο και κάθε λέξη φαντάζει φρέσκια, καινούρια, σαν να έχει μόλις εφευρεθεί ειδικά για αυτόν. Αυτή τη στιγμή η ιστορία είναι το μόνο που γνωρίζει. Ζει και αναπνέει για την ιστορία.

Αυτήν την ιστορία, για έναν νεαρό άντρα που αρχίζει να ερωτεύεται τον καλύτερο φίλο του…

Του bzork

Αγνά νιάτα

Αλλά ίσως, όπως προτείνει η σύμπλεξη του Λακάν με την Αντιγόνη στο Σεμινάριο 7, η πολιτική αυτο-καταστροφή ενυπάρχει στη μόνη πράξη που μετρά ως τέτοια: την πράξη της αντίστασης στην υποδούλωση εμπρός στο μέλλον εις το όνομα του να έχεις μια ζωή.

Αν η μοίρα του queer είναι να καταλάβει τη μοίρα που κόβει το νήμα της μελλοντικότητας, αν η jouissance, η διαβρωτική ευχαρίστηση, εγγενής στην queer (μη)ταυτότητα εξολοθρεύει την φετιχιστική jouissance που εργάζεται για να εδραιώσει την ταυτότητα επιτρέποντας την πραγματικότητα να συμπηχθεί γύρω από την τελετουργική αναπαραγωγή της, τότε η μόνη αντιθετική θέση στην οποία θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει η queerness μας θα εξαρτώταν από το αν θα αναλάβουμε στα σοβαρά από τη μεριά μας το μέρος της ενόρμησης θανάτου την οποία καλούμαστε να μορφοποιήσουμε και να επιμείνουμε, ενάντια στη φανατική θρησκεία του Παιδιού και της πολιτικής τάξης που επιβάλλει, ότι εμείς, όπως κατέστησε σαφές ο Guy Hocquenghem, “δεν είμαστε το σημαίνον αυτού που θα μπορούσε να καταστεί μια νέα μορφή ‘κοινωνικής οργάνωσης’”, ότι δεν έχουμε προθέσεις για ένα νέο είδος πολιτικής, μια καλύτερη κοινωνία, ένα πιο λαμπρό αύριο, εφόσον όλες αυτές οι φαντασιώσεις αναπαράγουν το παρελθόν, μέσα από την εκτόπιση, με τη μορφή του μέλλοντος. Επιλέγουμε, αντίθετα, να μην επιλέγουμε το Παιδί, ως την εικόνα πειθάρχησης του Φαντασιακού παρελθόντος ή ως έναν τόπο ταύτισης μέσα από την προβολή με ένα πάντοτε αδύνατο μέλλον. Η queerness που προτείνουμε, με τα λόγια του Hocquenghem, “έχει άγνοια της διαδοχής των γενεών ως στάδια στο δρόμο για μια καλύτερη ζωή. Δεν γνωρίζει τίποτα για τη ‘θυσία σήμερα για χάρη των μελλοντικών γενεών’ … ξέρει ότι ο πολιτισμός από μόνος είναι θνητός.” Κι ακόμα: αντλεί ευχαρίστηση από αυτή τη θνητότητα ως την άρνηση από οτιδήποτε θα όριζε τον εαυτό του, ηθικά, ως υπέρ της ζωής. Εμείς είμαστε που πρέπει να θάψουμε το υποκείμενο στο ομοιάζον προς τάφο κοίλωμα του σημαίνοντος, εκφέροντας επιτέλους τις λέξεις για τις οποίες καταδικαζόμαστε είτε τις πούμε είτε όχι: ότι εμείς προαγάγουμε τις εκτρώσεις, ότι το Παιδί ως το έμβλημα της μελλοντικότητας πρέπει να πεθάνει, ότι το μέλλον είναι μια απλή επανάληψη και τόσο θανάσιμο όσο και το παρελθόν. Η queerness μας δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε ένα Συμβολικό που ζει αρνούμενο αυτήν ανυπαρξία παρά μόνο μια επιμονή που τρυπά το φαντασιακό παραπέτασμα της μελλοντικότητας, που συντρίπτει την αφηγηματική χρονικότητα με την πάντα εκρηκτική δύναμη της ειρωνίας. Και επομένως αυτό που είναι το πιο queer σε εμάς, το πιο queer μέσα μας, το πιο queer σε πείσμα ημών, είναι αυτή η προθυμία να επιμένουμε μη μεταβατικά – να επιμένουμε ότι το μέλλον πρέπει να σταματήσει εδώ.

Lee Edelman, “NO FUTURE – Queer Theory and the Death Drive”

Ενόρμηση θανάτου

Η ενόρμηση ή ορμή (Trieb) σύμφωνα με το Λακάν θα πρέπει να διακριθεί από το ένστικτο (Instinkt). Το ένστικτο σχετίζεται με μια μυθική προγλωσσική ανάγκη που έχει βιολογική βάση ενώ η ενόρμηση δεν έχει καμιά σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών. Οι ενορμήσεις δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιηθούν και δεν στοχεύουν σε ένα αντικείμενο αλλά περιστρέφονται διαρκώς γύρω από αυτό (Dylan,2005:207). Η ενόρμηση δεν είναι εξ αρχής ενοποιημένη αλλά είναι αρχικά τεμαχισμένη σε μερικές ενορμήσεις.

Η ενόρμηση «ικανοποιείται» όταν αποτυγχάνει να πετύχει το στόχο της, όταν επαναλαμβάνει αυτή την αποτυχία. Η ατελείωτη κυκλοφορία γύρω από το αντικείμενο παράγει την ικανοποίησή της, παράγει απόλαυση, jouissance. Έτσι ο πραγματικός σκοπός της ενόρμησης δεν είναι να επιτύχει τον στόχο της αλλά να κυκλοφορεί ατελείωτα γύρω από αυτόν (Zizek,2006b:63) σχηματίζοντας ένα κλειστό κύκλωμα. Η ενόρμηση σύμφωνα με το Λακάν είναι άμετρη, επαναληπτική και τελικά καταστροφική και για αυτό το λόγο ο Λακάν υποστηρίζει ότι κάθε ενόρμηση, είναι ενόρμηση θανάτου (Dylan,2005:210) .

Η ενόρμηση θα πρέπει να διακριθεί από την επιθυμία. Η επιθυμία ωθεί στην εύρεση μιας αδύνατης πληρότητας μέσα από την προσκόλλησή της σε ένα αντικείμενο που λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της πληρότητας. Επίσης πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του αντικειμένου της επιθυμίας και του αντικειμένου ως αίτιου της επιθυμίας. Το αντικείμενο της επιθυμίας είναι χαμένο και αναδύεται ως επανευρεθέν. Το αντικείμενο της ενόρμησης είναι η ίδια η απώλεια.

Στο ντιβάνι με τον Λακάν

https://www.youtube.com/watch?v=C2q2bis6eLE

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Ο δικός μου έφτασε βαθιά, πιέζοντας τη λεκάνη του δυνατά στα κωλομάγουλά μου. Τινάχτηκα μπροστά, μετακινώντας τον αγκώνα μου και σηκώνοντας το κεφάλι μου καθώς μούγκριζα, με τον απαλό, απελπισμένο θόρυβο να διακόπτεται ρυθμικά από το χαστούκι του στον κώλο μου. “Έτσι, αγόρι”, είπε. “Πάρε τον πούτσο μου”.

Κοίταξα προς την άλλη μεριά του καναπέ εκεί όπου ο Πάνος ήταν απλωμένος στην πλάτη του, με τα πόδια ανοιχτά. Είχε πετάξει και το χέρι του προς τα πίσω, αλλά όχι γιατί ήταν απαραίτητο. Νομίζω το έκανε γιατί απλά ήθελε να νιώθει ανοιχτός, τελείως εκτεθειμένος, ευάλωτος, ήθελε να δείξει σε κάποιον άλλο (πάντα κάποιον άλλο) όλα τα ευάλωτα σημεία του – όχι ότι ο τύπος από πάνω του είχε οποιαδήποτε γαμημένη ιδέα τι του προσφερόταν.

Ή τουλάχιστον σίγουρα δεν έβαζε τα μούτρα του στις μαλακές τρίχες στη μασχάλη του Πάνου, δεν τις φιλούσε απαλά, ψιθυρίζοντας γλυκόλογα, λέγοντάς του πόσο τον αγαπά, πόσο τον είχε ανάγκη, όπως θα έκανα εγώ αν ήμουν αυτός ο άντρας, όπως θα έκανα αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα.

Του bzork

Ελληνικό Ομοφυλοφιλικό Μέτωπο Επαναστατικής Δράσης

Το καλοκαίρι του 1997, μεσούσης της Θεσσαλονίκης Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, έκανε την εμφάνισή του στην πόλη ένα οχτασέλιδο εφημεριδάκι, αρκετά φτηνιάρικο στο χαρτί και με μια αρκετά ντροπαλή απολογία στο τέλος – συγγνώμη που δεν είχαμε λεφτά για άλλες σελίδες.

Όπως καμιά φορά συμβαίνει με αφορμή Πολιτιστικές Πρωτεύουσες, Φεστιβάλ Κινηματογράφου, Πρωτεύουσες Νεολαίας και τα λοιπά μεγαλειώδη, το να καμουφλαριστείς με τα επίσημα ρούχα του επίσημου λόγου αλλά από το στόμα σου να ξεπηδούν οι μη επίσημες λέξεις, αν μη τι άλλο, έχει την πλάκα του. Το “Τάμαριξ” (κν. το φυτό αρμυρίκι) ήταν το επίσημο περιοδικό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, μια αφορμή για να γνωρίσει ο αναγνώστης στιγμές και τόπους της πόλης (οι ορχήστρες του μεσοπολέμου, το λιμάνι, κ.ό.κ.). Το “Πούστριξ” ήταν ένα περιοδικό της Ομάδας Πρωτοβουλίας Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης, μια αφορμή για να γνωρίσει ο αναγνώστης στιγμές και τόπους ΛΟΑΤ δράσης στην πόλη (και την υπόλοιπη Ελλάδα). Παρουσιάζεται το Αυτόνομο Μέτωπο Ομοφυλόφιλων Θεσσαλονίκης ΑΜΟΘ και το περιοδικό “Μπανάνες”, το “Κράξιμο”, το “Αμφί”/ΑΚΟΕ και η “Λάβρυς”. Κυκλοφόρησε μόνο, και εξαντλήθηκε, το Τεύχος 0, ανήμερα της 26ης Ιουνίου 1997.

TAMARIX a31

26 ΙΟΥΝΙΟΥ 1997
Δαυίδ Θεσσαλονίκης, Ιωάννου Γοτθίας, Ανθίωνος οσ.
Σελήνη 22 ημερών
Παγκόσμια Ημέρα Ομοφυλοφιλικής Περηφάνειας

Αυτή η ημερολογιακή κατακλείδα στο “Πούστριξ” – που ποτέ δεν θα γραφόταν έτσι η αντίστοιχη στο “Τάμαριξ” – θα μπορούσε να δηλώνει μια διάθεση και μια επιθυμία οι ομοφυλόφιλοι/ες της 4ης αράδας να διεκδικούν μια θέση στο τραπέζι. Να συνδιαλεχθούν με τον Ιωάννη Γοτθίας και τον όσιο Ανθίωνα δύο σειρές πιο πάνω και να πουν “είμαστε κι εμείς εδώ”.

Το “Πούστριξ” όμως δεν αναζητούσε ένα ανενημέρωτο ευρύτερο κοινό της πόλης για να του απευθύνει τον λόγο, αλλά τους ίδιους τους ομοφυλόφιλους/ες της πόλης. Κι αν κάποιος άλλος – πέρα από τον Γοτθίας και τον Ανθίωνα – θα μπορούσε να είναι πιθανός συνομιλητής του, τότε, το δίχως άλλο, αυτός θα ήταν η “Σελήνη 22 ημερών” και όλα τα πράγματα που συμβαίνουν το βράδυ κάτω από το φως της. Ό,τι γράφτηκε, ό,τι ειπώθηκε, ό,τι τυπώθηκε, ό,τι κυκλοφόρησε, έγινε για έναν μόνο λόγο: Για να τυπωθεί χιλιάδες φορές, ξανά και ξανά και ξανά, και να μοιραστεί ένα έντυπο που ξεκινά με τη φράση “26 ΙΟΥΝΙΟΥ” και τελειώνει με το “ΗΜΕΡΑ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΚΗΣ ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ”.

Με άλλα λόγια ήταν μέρος ενός πείσματος εκείνης της εποχής, ενός πείσματος που έστελνε κόσμο για μοιράσματα κειμένων gay pride στο κέντρο, ενός πείσματος που για κάμποσα χρόνια τύπωνε αφίσες THESSALONIKI GAY PRIDEκι ας σήμαινε αυτό απλά ένα ημιυπαίθριο πάρτι στο οικείο γκέι μπαρ της πόλης. Ήταν μέρος ενός πείσματος που λαχταρούσε απεγνωσμένα να δει τα στριμωγμένα, ιδρωμένα, όμορφα σώματα στα πάρτι αυτά να ξεχύνονται στους δρόμους.

Τελικά δεν συνέβη τότε, συμβαίνει όμως σήμερα.

pothos-259

thessaloniki_pride_2012

Σε ένα CD που βρήκα τις προάλλες στο παλιό σπίτι, μέσα σε ένα κουτί κάτω από βιβλία, μέσα σε μια ντουλάπα, έχει αρχεία, φωτογραφίες και κείμενα που μας εμπιστεύθηκαν τότε για να φτιάξουμε το “Πούστριξ”. Κάποια από αυτά δεν χώρεσαν τότε, κάποια είναι σε άγνωστες μορφές αρχείων σε μια ιδιότυπη κατάσταση ψηφιακού θανάτου.

Παραθέτω πιο κάτω μια διακήρυξη από το Ελληνικό Ομοφυλοφιλικό Μέτωπο Επαναστατικής Δράσης από το 1980, η οποία επίσης δεν χώρεσε. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτή η ομάδα είναι ανύπαρκτη σε κάθε προσπάθεια αναζήτησης στο διαδίκτυο. Ας αποκτήσει μια θέση λοιπόν, έστω και με 14 χρόνια καθυστέρηση.

Εδω μπορειτε να κατεβασετε το ΠΟΥΣΤΡΙΞ σε μορφη PDF

Απ’ την εξέγερση των πούστηδων στην επανάσταση των ομοφυλόφιλων

Σ’ έναν κόσμο, βασισμένο στη σεξουαλική καταπίεση και σ’ αυτή την τρομερή βρωμιά – την εργασία –, όλοι όσοι δεν είναι παραγωγικοί, όλοι αυτοί που δεν πηδάνε – κυρίως μέσα στα λαϊκά στρώματα – που δεν πρόκειται ν’ αυξήσουν τον αριθμό των ανέργων στην αγορά εργασίας, όλοι αυτοί που έχουν βαρεθεί αυτόν τον ιουδαιοκρετίνικο πολιτισμό του κώλου, τον αστικό καπιταλισμό, δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση απ’ την παραίτηση ή την εξέγερση.

Γαμημένοι συχνά χωρίς ευχαρίστηση, καταπιεσμένοι απ’ όλες τις μεριές, πιστεύοντας στην παλαβή βλακεία ότι η αστική τάξη θα μας δέχονταν αν καθόμαστε φρόνιμοι, πολύ συμπαθείς κι ανεκτικοί, με το παράλογο πρόσχημα ότι υπάρχουν πούστηδες παπάδες, πούστηδες δήμαρχοι, πούστηδες υπουργοί ή πούστηδες βιομήχανοι, οι ομοφυλόφιλοι που δεν απολαμβάνουν καμμιά προστασία της υποτιθέμενης προόδου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δηλαδή εμείς δεχτήκαμε για χρόνια να το βουλώνουμε.

Τέρμα τα’ αστεία: Καταργούμε όλες τις παλιές τακτικές, τα Κινήματα και τις «σοβαρές» ομάδες, τα «κουλτουριάρικα» περιοδικά και φτύνουμε τους «αξιοσέβαστους» ομοφυλόφιλους, που τους… σέβεται ο θυρωρός τους και οι αρχές: (καθάρματα, θα σας γδάρουμε και σας)!

Πρέπει να καταλάβετε τη λύσσα μας, την επιθυμία μας να τα βάλουμε μ’ έναν κόσμο που βρωμάει σκατά και αίμα, που έχει κάνει τους ομοφυλόφιλους κοπρόσκυλα, ανάπηρους και απογοητευμένους. Για πάρα πολύ καιρό η εξέγερση των ομοφυλόφιλων συγκρατήθηκε· για πολύ καιρό οι ομοφυλόφιλοι δεν μπόρεσαν να τολμήσουν να ξεράσουν στα μούτρα αυτής της κοινωνίας, των μπάτσων, των αφεντικών, των ιδεολόγων, που ονομάζονται ψυχίατροι, ψυχο-κοινωνιολόγοι ή εθνολόγοι, ή όσα πίστευαν γι’ αυτούς! Αχ αυτός ο φόβος που εμποδίζει το μίσος να εκδηλωθεί με αποφασιστικές χειρονομίες!

Για πάρα πολύ καιρό, η σιωπή, το σκοτάδι των δημόσιων ουρητηρίων, τα λουτρά της Ομόνοιας, τα πορνο-σινεμά, οι χαμοπρασινάδες δίπλα στο Γκρην-Παρκ, η γούβα της Μιχαλακοπούλου, ο περιφερειακός του Λυκαβηττού, πρόσφεραν μια απόλαυση που πληρώνονταν με άγχος και πανικό που ξαναρχίζει ασταμάτητα. Δεν υπάρχει κανένας μπάτσος να με παραφυλάει κρυμμένος εκεί, μέσα στο σκοτάδι; Αυτό που το χέρι μου αγγίζει τον μηρό του δεν θα μου ορμήξει;

Ρεμάλια, χαφιέδες και μπάτσοι οργανώνουν το κυνήγι των πούστηδων. Σκοτώνουν έναν πούστη, ξέρετε, κι ο κόσμος βρίσκει ότι αυτό το σκυλί πήρε ό,τι του άξιζε. Για σκεφτείτε: δεν αγαπάει τις γυναίκες, δεν ανήκει στην υψηλή κοινωνία, δεν έχει λεφτά. Κι από πάνω, κάνει ουρητήρια για πούστηδες κάτω στο μεγαλύτερο πέρασμα της Αθήνας που διέρχονται πολυάριθμα ορθόδοξα ζευγάρια… ΕΡΓΑΣΙΑ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – ΠΑΤΡΙΔΑ. Εμπρός οι μουσικές, το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ζει και ο Καραμανλής το ίδιο.

Αυτή η συγκρατημένη λύσσα, αυτή η επιθυμία να δαγκώσεις, αυτή η ανήμπορη διάθεση που μένει εκεί στα βάθη του εαυτού μας, να καταστρέψουμε τον κόσμο.

Ούτε ένας ετεροφυλόφιλος, όση «κατανόηση» κι αν έχει (έχουμε ανάγκη από κατανόηση, θέλω να πω: απ’ αυτόν τον φοβερό οίκτο, που χαρακτηρίζει τους «αριστερούς» «παπάδες» του λαού – και δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς αριστερός για να βουλιάζει κάθε πρωί στον καλό του Λένιν-θεούλη, προσευχόμενος για τα παιδάκια που παρελαύνουν μπροστά στον Φιλ ντε Κάστρο…) ούτε ένας ετεροφυλόφιλος δεν θα καταλάβει τι ήταν η Κόλασή μας για τόσα και τόσα χρόνια: αυτή η συγκρατημένη λύσσα, αυτή η επιθυμία να δαγκώσεις, αυτή η ανήμπορη διάθεση που μένει εκεί στα βάθη του εαυτού μας, να καταστρέψουμε τον κόσμο. Και να μην απομείνει τίποτα! Το παρελθόν να ψοφήσει για πάντα! ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ ΜΑΣ, της ντροπής μας… Αυτό το αίσθημα ότι είμαστε χωρισμένοι απ’ τους άλλους: ένας αόρατος τοίχος φυλακής που στέκεται ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εκείνους απ’ τους άλλους που θα θέλαμε να τους μιλάμε… να τους μιλάμε… να τους μιλάμε… Τίποτα. Κι ο τοίχος γίνεται όλο και πιο γερός!

Οι έρωτές μας; Ας το επαναλάβουμε: ένας καμπινές που βρωμάει σκατά και δοχεία γεμάτα ούρα, σκονισμένες κόρες ψωμιού, αφημένα εκεί επίτηδες, σαν για να μας πουν: να τι είσαι: ένα σκατό, τίποτα παραπάνω. Και τα χρόνια που στη σκάνε, ω μοναξιά για μόνη παρέα, μαζί με την αφόρητη ιδέα: δεν θα ’χω ζήσει. Όσο γι’ αυτούς που απωθούν την ταπείνωση των καμπινέδων, για να πάνε στα Κέντρα ή στα γραφεία Κινημάτων, οι γνωριμίες που γίνονται ένα βράδυ, ξεχνιούνται την άλλη μέρα – εάν δεν τα παρατήσεις εσύ, θα ’ναι ο άλλος που θα σου πει: καληνύχτα! έχω γρηά μάνα! γυναίκα! παιδιά!… δεν είμ’ ελεύθερος. Το ξέρουμε το τραγούδι… η αιώνια κωμωδία όπου πιάνονται μερικοί από μας – τι να πούμε!

Να η πραγματικότητα: το βίωμα του ομοφυλόφιλου. Ας το θυμηθούμε: δεν ενδιαφέρομαι εδώ γι’ αυτούς που διαθέτουν διαμέρισμα, με ωραία θέα στο δάσος του Λυκαβηττού ή του Φιλοπάππου, γι’ αυτούς που χαϊδεύουν ένα ωραίο τεκνό αγορασμένο απ’ τη Δεξαμενή ή την πλατεία Κολωνακίου, όπου πάνω σ’ ένα πολυτελές και σουσταλίδικο κρεββάτι στο ιδιαίτερο ξενοδοχείο μας στο Καστρί ή την Γλυφάδα. Μιλάω για τους άλλους: τους εργάτες που στεγάζονται στις συνοικίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (ή αλλού), τους μικροϋπάλληλους των γραφείων, τους Λιβανέζους και όλους τους ταγμένους στη φρίκη των δρόμων, όπως η Λ. Συγγρού. Η κατεύθυνση που παίρνουμε οδηγεί πάντα στο ίδιο αδιέξοδο, οι πράξεις που κάνουμε κουβαλάνε μέσα τους την καταδίκη μας: η κλούβα με τους μπάτσους περιμένει το βράδυ κρυμμένη κάπου. Το ποινικό δικαστήριο παραμονεύει πάντα τον απρόσεχτο ομοφυλόφιλο.

Κι όποιος με το πρόσχημα της «απόπειρας» ή της «προσβολής δημοσίων ηθών» έχει καταδικαστεί σε τρεις ή έξη μήνες φυλακή – έστω και με αναστολή – μπορεί να γίνει ο δακτυλοδεικτούμενος μέσα στη δήθεν αποστειρωμένη ελληνική κοινωνία, των ηθικών…

Υπάρχουν και οι ομοφυλόφιλοι-γελωτοποιοί που κάνουν την τρελλή μέσα στα αστικά σαλόνια της «καλής νεόπλουτης» ελληνικής κοινωνίας, που ισχυρίζονται αναίσχυντα ότι η ομοφυλοφιλία στην Ελλάδα είναι ελεύθερη και ότι οι «σοβαροί» ομοφυλόφιλοι δεν έχουν προβλήματα. Σ’ αυτούς που απευθύνονται όσοι «εκδίδουν» Δελτία Τύπου και που θέλουν να τα προωθήσουν στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο…

Νομίζουμε ότι δείξαμε μέσα απ’ όλα τα παραπάνω ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν μπορεί παρά να είναι μόνο εξεγερμένοι ΣΗΜΕΡΑ. Ότι το Ελληνικό Ομοφυλοφιλικό Μέτωπο Επαναστατικής Δράσης δεν μπορεί παρά να διαλέξει ένα δρόμο που οδηγεί στην Απελευθέρωση όλων των ανδρών και όλων των γυναικών, αν θέλει πραγματικά να σταματήσει η μιζέρια της καθημερινότητας.

Κανένας ομοφυλόφιλος δεν πρόκειται να ελευθερωθεί αν δεν συμμετάσχει στον αγώνα μας…

Πολλοί ομοφυλόφιλοι – ορισμένοι από μας τουλάχιστον – ανακαλύπτουν ότι κάτι καινούριο έχει γεννηθεί.

Μπροστά σ’ αυτή την καινούρια κατάσταση, εμείς οι εξεγερμένοι ομοφυλόφιλοι – που μερικοί από μας ήταν ήδη πολιτικοποιημένοι – επιβεβαιώνουμε απέναντι κι ενάντια σ’ όλα – ότι θα γίνουμε πραγματικοί επαναστάτες, βάζοντας έτσι υπό αμφισβήτηση ό,τι είναι απαγορευμένο στον Ευρω-αμερικάνικο πολιτισμό.

Απομένει να διανύσουμε ακόμα ένα μακρύ δρόμο. Πάντως ανάμεσα στην καθεστηκυία τάξη, τους υπηρέτες της κι εμάς, ο πόλεμος έχει αρχίσει. Μην αμφιβάλλετε: Θέλουμε την ολοκληρωτική καταστροφή αυτού του κόσμου. Τίποτα λιγότερο. Και μ’ αυτό ήδη καταπιανόμαστε. Η βασιλεία της Αναγκαιότητας τελειώνει.

Η ελευθερία όλων, απ’ όλους, για όλους, αναγγέλλεται…

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ (Άνοιξη 1980)

Η εικόνα αυτού του άρθρου είναι από την αριστουργηματική ταινία του ’80 “Οι ομοφυλόφιλοι”

Η βούληση για γνώση

Ο Foucault είδε την ψυχαναλυτική εκδοχή της Δυτικής φιλοσοφίας της γνώσης του εαυτού ως μια στιγμή – μια ουσιαστικά δυσοίωνη στιγμή – στην άσκηση της εξουσίας στη Δυτική ιστορία, ως υπηρέτη μιας ογκώδους εξουσιαστικής στρατηγικής κανονικοποίησης της υποκειμενικότητας. Στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας, ο Foucault επιμένει στην σημασία της επιθυμίας ως συστατικής της σύγχρονης υποκειμενικότητας, αλλά βρίσκει την επιθυμία που παράγεται από ειδικά σύγχρονες ασκήσεις της εξουσίας (η ψυχανάλυση θα ήταν υποδειγματική εδώ) ως την επιθυμία του υποκειμένου να γνωρίζει την επιθυμία του. Η ιδιαιτερότητα αυτής εκτεταμένης στιγμής στην ιστορία της εξουσίας (η στιγμή μας) έχει, σύμφωνα με το επιχείρημα του Foucault, λιγότερα να κάνει με τα ιδιαίτερα περιεχόμενα των επιθυμιών του σύγχρονου υποκειμένου παρά με την συναίνεση του υποκειμένου στην άποψη (που προωθείται από την εξουσία) ότι οι επιθυμίες του (και ειδικά οι σεξουαλικές επιθυμίες του) είναι το κλειδί στην ύπαρξή του. Οι ίδιες οι καθοριστικές επιθυμίες είναι δευτερεύουσες σε αυτή την επιστημολογική πείνα, σχεδόν άσχετες με τις ταξινομήσεις και την απορρέουσα διαχείριση που καθίσταται δυνατή μέσα από τη γνώση μας για αυτές. Η ομολόγηση καθιστά τα υποκείμενα ορατά, και η ορατότητά τους (ιδανικά, η ορατότητα των επιθυμιών οι οποίες, όπως τα έχουν κάνει να πιστεύουν, συνιστούν την ουσία τους) είναι προαπαιτούμενο για την πολιτική καθυπόταξή τους.

Leo Bersani, “Is the Rectum a Grave? and other essays”, “The Will To Know”, 2010