Latest Posts

In defence of boy-love: Το αγόρι που δεν μεγάλωσε ποτέ

Όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μεγαλώνουν. Σύντομα μαθαίνουν ότι θα μεγαλώσουν, και ο τρόπος που το έμαθε η Γουέντι ήταν αυτός. Μια μέρα, όταν ήταν δύο χρονών, έπαιζε σε κάποιο κήπο και έκοψε ένα ακόμα λουλούδι κι έτρεξε μ’ αυτό στη μητέρα της. Φαντάζομαι ότι πρέπει να έδειχνε πολύ χαριτωμένη, γιατί η κ. Ντάρλιγκ ακούμπησε το χέρι στην καρδιά της και φώναξε ‘Αχ, γιατί να μην μπορείς να μείνεις για πάντα έτσι!’ Αυτό ήταν το μόνο που αντάλλαξαν μεταξύ τους πάνω στο ζήτημα, αλλά στο εξής η Γουέντι γνώριζε ότι πρέπει να μεγαλώσει. Πάντα το ξέρεις μετά τα δύο. Δύο χρονών είναι η αρχή του τέλους”.

Στις 19 Μαΐου συμπληρώθηκαν 77 χρόνια από το θάνατο ενός ξεχωριστού αγοριού. Το όνομά του ήταν Michael Llewelyn-Davies και ήταν το αγαπημένο αγόρι του J.M. Barrie που είχε στενές σχέσεις με την οικογένειά τους. Δυστυχώς, πρώτα ο πατέρας τους Άρθρουρ πέθανε από καρκίνο και ακολούθησε η μητέρα τους Σύλβια. Τα αγόρια έμειναν ορφανά και ο J.M. Barrie τα υιοθέτησε το 1911.

Η τραγωδία συνεχίστηκε, όταν το 1918 ο George σκοτώθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ηλικία 21 ετών, κι όταν στις 19 Μαΐου 1921, ενώ σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο Michael βρέθηκε πνιγμένος στην πισίνα του Sandford, στην αγκαλιά ενός άλλου φοιτητή, του Rupert Buxton. Και οι δύο ήταν γυμνοί.

Ο Michael και ο Barrie διατηρούσαν μια μακροχρόνια καθημερινή αλληλογραφία, που καταστράφηκε το 1952 από τον αδερφό του εκδότη του Barrie, επειδή “παραήταν…!”.

Ο Michael ποζάριζε για τον Barrie με το κοστούμι του Πήτερ Παν και θεωρείται η σημαντικότερη επίδραση από όλα τα αγόρια στη δημιουργία αυτού του μύθου. Γιατί ο “Πήτερ Παν” δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξέλιξη των συναρπαστικών ιστοριών που ο Barrie αφηγούταν στα πέντε αγόρια.

pothos2-290-1Ο Πήτερ Παν ή το αγόρι που δεν μεγάλωσε ποτέ” ανέβηκε ως παράσταση για πρώτη φορά στις 27 Δεκεμβρίου 1904 και δημοσιεύτηκε ως αφήγημα με τίτλο “Πήτερ και Γουέντυ” το 1911 και ως θεατρικό έργο το 1928. Ο Πήτερ Παν, μεταφρασμένος σε πάρα πολλές γλώσσες και πασίγνωστος από την ομώνυμη ταινία της Disney (βγήκε στους κινηματογράφους το 1953, έπειτα από 14 χρόνια παραγωγής), αλλά και το πιο πρόσφατο “Hook” του Σπήλμπεργκ, είναι πια ένας ήρωας που έχει πάρει τη θέση του στην Αγγλική παράδοση. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε έναν φανταστικό κόσμο όπου υπάρχουν μόνο παιδιά και η έλξη που ασκεί σε όλους τους αναγνώστες και θεατές είναι αυτή η διάχυτη και πανταχού παρούσα αγάπη προς τα παιδιά.

Όσο συναρπαστική όμως είναι για τους νεαρούς αναγνώστες, άλλο τόσο τραγική φαντάζει στους ενήλικες αυτή η αγάπη – η οποία πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι αποτελεί μια έκφραση της παιδοφιλίας του Barrie. Η έλξη του Barrie προς τα αγόρια έχει καταγραφεί διεξοδικά στα βιβλία “J.M. Barrie and the Lost Boys” (Andrew Birkin, London, Constable, 1979), “The Death of Narcissus” (Morris Fraser, London, Secker and Warbung, 1976) και “Secret Gardens; a study of the golden age of children’s literature” (Humphrey Carpenter, London. George, Allen & Unwin, 1985). Τέλος, ο James Kinkaid προσφέρει μια έξοχη ψυχολογική ανάλυση του ρόλου του τρομαχτικού Κάπταιν Χουκ στον Πήτερ Παν, στο βιβλίο “Child-Loving; the Erotic Child and Victorian Culture” (London, Routledge, 1993).

Απόσπασμα από το “The Little White Bird” του J.M. Barrie (ένα πρωτότυπο των περιπετειών του Πήτερ Παν, η διήγηση του θαυμασμού ενός μεσήλικα εργένη για ένα μικρό αγόρι. Είχε συγκεντρώσει διθυραμβικές κριτικές όταν δημοσιεύτηκε, πράγμα που μας λέει μερικά πράγματα για το πώς άλλαξαν οι αντιλήψεις τα τελευταία εκατό χρόνια).

…Γνώριζα από διαίσθηση ότι περίμενε εμένα να του βγάλω τις μπότες. Τις έβγαλα με όλη τη σταθερότητα ενός χεριού κάποιας ηλικίας, και κατόπιν τον κάθισα στο γόνατό μου και του έβγαλα τη μπλούζα. Ήταν μια θαυμάσια εμπειρία, αλλά πιστεύω ότι παρέμεινα υπέροχα ήρεμος μέχρι που συνήλθα κάπως ξαφνικά από τα μικρά του αγκαλιάσματα, τα οποία με αναστάτωσαν βαθιά. Δεν μπορώ να συνεχίσω δημόσια με το γδύσιμο του Ντέιβιντ…

‘Ε, Ντέιβιντ’, είπα καθώς ανακάθισμα, ‘θέλεις να έρθεις στο κρεβάτι μου;’ Η μητέρα είπε ότι δεν κάνει να το θέλω εκτός κι αν το θέλεις εσύ πρώτος’, τσίριξε, και χωρίς άλλη φασαρία η μικρή φιγούρα σηκώθηκε και πετάχτηκε προς τη μεριά μου. Το υπόλοιπο της βραδιάς ήταν ξαπλωμένος επάνω μου και διαγώνιά μου, και μερικές φορές τα πόδια του ήταν στην άκρη του κρεβατιού και μερικές στο μαξιλάρι, αλλά πάντα διατηρούσε την κυριότητα από το δάχτυλό μου…

Σκεφτόμουν ξαπλωμένος αυτό το μικρό αγόρι, το οποίο, στη μέση του έργου του, καθώς τον έγδυνα, είχε ξαφνικά θάψει το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατά μου… Τη μικρή μορφή του Ντέιβιντ να στάζει νερά στο μπάνιο και το πώς αποπειρώμουν να τον πιάσω καθώς γλιστρούσε μέσα από τα χέρια μου σαν πέστροφα. Ή το πώς είχα σταθεί στην ανοιχτή πόρτα ακούγοντας την γλυκειά αναπνοή του, είχα σταθεί τόσο πολύ που είχα ξεχάσει το όνομά του…”

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην γκέι εφημερίδα “Ο πόθος” τ.21, Θεσσαλονίκη, Χειμώνας 1998

Napalm Death

 

Στο σαπισμένο αέρα από το υπόγειο του “Ελλήσποντου”, ο Tommy έβλεπε τις τελευταίες ακριβές 3.500 δραχμές του να μετατρέπονται σε 35 λεπτά χλιαρής γκάβλας από τους Napalm Death. Είχε πάει, φυσικά, για να ακούσει το σύνθημα αλλά το σύνθημα ήταν ανείπωτο ακόμα, το σύνθημα δεν το ήξερε κανείς ακόμα, το σύνθημα συστρεφόταν με ανυπομονησία, το σύνθημα λαχταρούσε να το φωνάξουν χείλια αγοριών αλλά όχι ακόμα, εδώ υπήρχαν τα λάθος αγόρια και ένα ακόμα πιο λάθος αγόρι που στεκόταν υπνωτισμένο ανάμεσά τους. Propelled to dispel our oxygen / Slowly seizing up our lungs και ο Tommy ένιωθε τα πνευμόνια του να γεμίζουν πνηγηρά από διοξίνες και διάφανα υγρά, που θα μπορούσαν να είναι και δάκρυα. Έκλαψε, γέλασε, γαμήθηκε, κλότσησε, ούρλιαξε, παρακάλεσε για έλεος, έφαγε τις μύξες του, κρύφτηκε σε αγκαλιές, έμαθε να κρατάει το κοφτερό μαχαίρι δυνατά κι όλα αυτά μαζί την ίδια μέρα κάθε μέρα. Αλλά, πάνω από όλα, περίμενε. Περίμενε παγωμένος, περίμενε τον θάνατο, περίμενε τα αγόρια και το σύνθημα, OK, go!, περίμενε δεκαεφτά χρόνια, OK, go!, περίμενε στο σκοτάδι ενός καφενείου όχι καταμεσής εμπρός από το στέητζ πια αλλά στηριγμένος σε ένα πλαϊνό ντουβάρι, OK, go!, ένιωθε το σύνθημα να είναι παρόν να φωσφορίζει παντού σαν στατικός ηλεκτρισμός ζαπ ζαπ ζαπ, OK, go!, ένιωθε την σωστή ένταση, ένιωθε τη σωστή γκάβλα, ένιωθε πάρα πολύ τα αγόρια πίσω του που άνοιξαν τα χείλη τους και (ήταν χαρά ή λύσσα;) επιτέλους το είπαν:

OK, go.

Στον κόσμο των αφεντικών ο Αλεχάντρο δεν γκαβλώνει / Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι

OK, go.

Ο Tommy περίμενε δεκαεφτά χρόνια. Περίμενε δεκαεφτά χρόνια για να κλάψει πρώτη φορά δημόσια.

Εσταυρωμένος skinhead

https://www.youtube.com/watch?v=PjarwquDLb8

Χρειάζεσαι ένα γερό στομάχι: Μεθύσια, γαμήσια και κραυγές από καραφλούς άντρες με τατουάζ, που φλερτάρουν με τον Ναζιστικό συμβολισμό. Τι επιθυμεί να μας πει ο Bruce LaBruce; (Εναρκτήρια πρόταση “έγκυρου review” για την ταινία “Skin Flick” [1999] του Bruce LaBruce)

Στις προσωπικές και συλλογικές queer οικειοποιήσεις του skinhead συναντιούνται ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός και ο φασισμός. Ο queer skinhead αποτελεί ένα, ευδιάκριτα ανδρικό, γκέι σεξουαλικό φαντασιακό όπου τα ζητήματα της αρρενωπότητας, της βίας και της εθνικότητας έρχονται στο προσκήνιο. Ορίστε, λοιπόν, ένα γκέι ανδρικό υποκείμενο, και μια υποκειμενικότητα, που λειτουργεί στον κόμβο μιας αισθητικής, πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας.

Μεγάλη Βρετανία, τέλη του ’60. Ο αρχικός skinhead αναπτύσσεται μέσα από την απογοήτευση με τη σκηνή των Mod και την απόρριψη των χίππιδων. Συνδυάζει τη σκληρή αρρενωπότητα που ασπάζονταν οι Μods στους δρόμους του Λονδίνου με την ματσίλα των “boot boys” του αγγλικού ποδοσφαίρου και το στιλ και τη μουσική των Rude boys των Δυτικών Ινδιών. Ο ενδυματολογικός κώδικας από αρβύλες, τζιν, τιράντες και κοντοκουρεμένα μαλλιά – εξελισσόμενος δίχως κεντρική προέλευση, ως ενορχήστρωση ανόμοιων πολιτιστικών στιλ και πρακτικών – κατέληξε να δηλοποιεί μια χαρακτηριστικά λευκή αρρενωπότητα της εργατικής τάξης η οποία ενσάρκωνε δυνάμει τις αξίες της “αρρενωπότητας, ανδρικής κυριαρχίας και ανδρικής αλληλεγγύης”. Αυτή η έκθεση αρρενωπότητας αναπτύχθηκε περαιτέρω κατά την επεξεργασία της εικόνας του skinhead μέσα από την ορατότητα των κινημάτων του πανκ το ’70 και το ’80. Η πανκ επανερμηνεία του skinhead αισθητικοποίησε αυτή την αρρενωπότητά σε τέτοιο βαθμό υπερβολής ώστε αυτός να ταυτίζεται, λανθασμένα, με την ακραία βία και τον φασισμό. Αυτές οι αντιλήψεις τροφοδοτούταν από τη δράση μιας ακροδεξιάς πτέρυγας των boneheads (δηλ. ανοιχτά ακροδεξιών skin), με στενούς δεσμούς με το Νεοναζιστικό και το White Power κίνημα – προσελκύοντας τεράστια προσοχή από τα media το ’80. Το αποτέλεσμα του τσίρκου των media γύρω από την σκηνή του White Power ήταν το ευρύ κοινό να θεωρεί όλους τους skinhead ως ρατσιστές. Παρόλο που το 1988 σχηματίστηκε η ομάδα SHARP (Skinheads Against Racial Prejudice) με μάχιμο στόχο να απομακρυνθεί ο skinhead από τους boneheads, η σημασία του skinhead ως νεοφασίστα εξακολουθεί να επικρατεί.

Από τα μέσα του ’80, η εικόνα του skinhead εδραιώνεται ως κυρίαρχο φετίχ στα ευρωπαϊκά αστικά γκέι δίκτυα, δηλώνοντας μια ρήξη στη συμβολική σημασία του skinhead. Η διαδεδομένη χρήση των skinhead σημαινόντων εντός των ευρωπαϊκών ανδρικών γκέι υποκουλτούρων έχει προκαλέσει σύγχιση και στις δύο ταυτότητες, καθιστώντας ασαφή τη διάκριση μεταξύ των δύο, με την εικόνα του ξυρισμένου κεφαλιού, των αρβύλων κλπ., να σταματά κάποιες στιγμές να δηλοποιεί τον skinhead, στέλνοντας αντίθετα το μήνυμα “είμαι γκέι”.

Δεδομένων των ιστορικών και κοινωνικών όρων του “τι εστί skinhead” σε επίπεδο αναπαράστασης και των συνειδητών ή υποσυνείδητων οικειοποιήσεων των skinhead σημαινόντων από τους γκέι άντρες, ο μετέπειτα αυτοπροσδιορισμός ως “queer skinhead” έχει προκαλέσει άγρια κριτική εντός και εκτός των queer κοινοτήτων. Κεντρικό επιχείρημα ενάντια σε αυτές τις οικειοποιήσεις είναι το “κεκτημένο δικαίωμα” του (στρέητ/queer) skinhead στην αντίληψη μιας αυθεντικής αρρενωπότητας, την αξιοποίηση της εξουσίας μέσα από μορφές κοινωνικής και σεξουαλικής βίας, και τη σημειωτική ισοδυναμία μεταξύ skinheads και Φασισμού.

Στο βιβλίο του “Gay Skins: Class, Masculinity and Queer Appropriations” (1996) ο Healy τοποθετεί την εξέλιξη του queer skinhead ως συμπτωματική τόσο της αιτίας όσο και του αποτελέσματος της αρρενωποίησης της γκέι ανδρικής κουλτούρας. Η συνύπαρξη του queer και του skinhead, στο ίδιο υποκείμενο, καθιστά αναγκαία την επανασύλληψη και των δύο ταυτοτήτων για να αποκαλυφθεί πώς “η γκέι υποκουλτούρα έχει φετιχοποιήσει, χρησιμοποιήσει, απορρίψει και οικειοποιηθεί την υποθετική φυσική αρρενωπότητα που ενσαρκώνεται στον skinhead”. Αυτή η έλξη, και αποστροφή ταυτόχρονα, για την αρρενωπότητα του skin συγκροτεί ένα φευγαλέο γκέι ανδρικό υποκείμενο, οι αναπαραστάσεις των queer skinheads μια οπτική σύγκρουση, η οποία θολώνει στρατηγικά τη διάκριση μεταξύ του ομοφυλόφιλου και του ομοκοινωνικού.

Ταυτότητα σε κρίση

Queer skinhead: Ο όρος προϋποθέτει μια φαινομενικά ανάρμοστη σχέση μεταξύ δύο σημαινόντων – του “queer” και του “skinhead” – τα οποία, συνυπάρχοντας, διαταράσσουν τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις της αρρενωπότητας. Η διαταραχή προκαλείται γιατί ο queer skinhead καταλαμβάνει ένα χώρο αναπαράστασης που συνενώνει το queer, ως αυτό που κοινωνικά δηλώνεται ως “ομοφυλόφιλο, αφύσικο, θηληπρεπές, πολιτικά αριστερό και κοινωνικά της μεσαίας τάξης”, με αυτό που ταυτίζεται με τις “ετεροφυλόφιλες, φυσικές, υπεραρρενωπές, κοινωνικά της εργατικής τάξης και πολιτικά δεξιές ιδιότητες” του skinhead. Αν η κατασκευή του κοινωνικού φύλου λειτουργεί κατ’ εξαίρεση, μέσα από ριζικές ακυρώσεις που δεν επιτρέπεται να αρθρωθούν (J. Butler), τότε η άρθρωση τέτοιων ακυρώσων στις αναπαραστάσεις των queer skinheads καθιστούν καταληπτή την κοινωνική διαδικασία με την οποία δομούνται και ρυθμίζονται τα υποκείμενα, και επομένως αποκαλύπτουν την αστάθεια των δυαδικών διακρίσεων στη δόμηση της αρρενωπότητας και της σεξουαλικότητας. Με άλλα λόγια, ο (στρέητ) skinhead αποτυγχάνει να διατηρήσει την κυριαρχία εντός δυαδικών ιεραρχιών ενώπιον της παρουσίας των queer skinheads, οι οποίοι προβαίνουν σε μια αυξανόμενα επιθετική εισβολή στην σταθερή ετεροφυλόφιλη αρρενωπότητα της εικόνας του.

Οι τελευταίοι, επιπλέον, αποκαλύπτουν την ενέργεια του κοινωνικού, πολιτικού και αισθητικού λόγου στη δόμηση των υποκειμένων και των υποκειμενικοτήτων, προσκαλώντας στην επαναδιατύπωση της σημασίας των δύο όρων queer και skin. Το συνεχές των αρρενωπών σημαινόντων στην ανδρική γκέι υποκουλτούρα συγκροτεί ένα συγκεκριμένο υποκείμενο, στο οποίο η ένωση της βίας και του φυλετικά βασισμένου ερωτισμού οδηγεί στο σχηματισμό μιας ανδρικής γκέι υποκειμενικότητας.

Ο queer skinhead καθιστά επίσης προβληματική την αντίληψη της ταυτότητας, εφόσον το Queer ως λόγος για το κοινωνικό φύλο και τη σεξουαλικότητα αποκρούει και ταυτόχρονα περιλαμβάνει πιο πολλά από απλά προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες. Με άλλα λόγια, το Queer δίνει την δυνατότητα μέσα από σεξουαλικές πρακτικές, επιτελέσεις και στρατηγικές αναπαραστάσεων να συναντηθούν πολλαπλοί λόγοι για μια ανάλυση της υποκειμενικότητας σε πείσμα της ιδιαιτερότητας του βιολογικού και κοινωνικού φύλου και της εθνικότητας που υποννοούν οι όροι “gay” και “lesbian”. Η ανάπτυξη του Queer περιλαμβάνει ένα υποκείμενο που αναλαμβάνει “ιδιαίτερες, επιτελεστικές πράξεις πειραματικής αυτοαντίληψης» (E. Kosofsky Sedwick), δρώντας ταυτόχρονα αντίθετα στο διαχωρισμό και αντίθετα στην αφομοίωση, προτείνοντας κάτι με το οποίο μπορείς να σχετιστείς αλλά εντούτοις παραμένει αλλόκοτο και παράξενο.

Με όλον το παραπάνω post-λόγο, οι ιδρωμένες μασχάλες του πολυαγαπημένου queer skinhead κινδυνεύουν να μη βρομάνε πλέον τόσο αρρενωπά, οπότε είναι επείγον να αναγνωρίσουμε και την άλλη μεριά: Την πιθανή αδυναμία απεγκλωβισμού των κυρίαρχων ιστορικών και πολιτισμικών συσχετισμών που χαρακτηρίζουν τον skinhead ως εκπρόσωπο μιας λευκής και ετεροσεξιστικής αρρενωπότητας, που περιλαμβάνει βία και ακροδεξιές πολιτικές τοποθετήσεις. Μια παρόμοια δυσκολία συναντούμε κατά το στοχασμό πάνω στη χρήση της Σβάστικας σε σαδομαζοχιστικά σκηνικά, όπου “οφείλεις να είσαι υπόλογος στις ιστορικές και υλικές συνέπειες όταν περιγράφεις ψυχολογικές εμπειρίες οποιουδήποτε είδους” (Susan Leigh Star). Η Star αμφισβητεί το βαθμό στον οποίο άτομα ή ομάδες έχουν τη δύναμη να καθορίσουν το πλαίσιο στο οποίο υπάρχουν τα σύμβολα, και, επιπλέον, το πόσο μπορεί η κυρίαρχη σημασία των συμβόλων να επανοηματοδοτηθεί με τη χρήση τους σε νέα πλαίσια. Εάν κάνουμε την παραδοχή ότι οι υπερασπιστές του σαδομαζοχισμού “πάσχουν” από αντικειμενικό ιδεαλισμό (εντός της επιθυμίας να διαχωρίσουν την ανθρώπινη δράση από τον ιστορικό πλαίσιο), τότε η επανοηματοδότηση μέσα σε νέα πλαίσια μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν το υποκείμενο κατέχει “εξουσία σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο και προτίθεται να εξαναγκάσει την επανερμηνεία των συμβόλων πάνω στην κλίμακα της χρήσης τους”.

Παρά την φαινομενική παγίωση της έννοιας “τι είναι skinhead” στην Δυτική κουλτούρα (“ένας λευκός ρατσιστής φασίστας”), η διαδεδομένη αναπαραγωγή των skinhead σημαινόντων που είναι ορατή σε όλα τα ευρωπαϊκά γκέι αστικά δίκτυα δείχνει μια αμφιθυμία να έρπεται. Οι queer οικειοποιήσεις φαινομενικά προσπαθούν να αποκόψουν το κοινωνικό νόημα από τον skin, φετιχοποιώντας τη μορφή ως σεξουαλική και όχι ως πολιτική ταυτότητα. Ο queer skinhead λειτουργεί πρωτίστως ως φετίχ εντός των φαντασιακών δομών της αντρικής γκέι υποκουλτούρας, αλλά το κοινωνικό νόημα που είναι ενσωματωμένο μέσα του λειτουργεί επίσης ως πρωταρχικό σημείο ερωτικοποίησης για πολύ κόσμο, καθιστώντας όχι τόσο απλή την εξαφάνιση του πολιτικού για χάρη του σεξουαλικού.

Ο skinhead ανάμεσά μας

Υπάρχουν δύο διακριτές φάσεις στην ανάπτυξη της εικόνα του skinhead: ο αρχικός “spirit of ’69” skinhead και η πανκ επανοηματοδότηση που επανέφερε, αισθητικοποίησε και οδήγησε το στιλ στα άκρα. Ο αρχικός skinhead αποπειρούταν να στιλιζάρει μια αυθεντική αρρενωπότητα της εργατικής τάξης μέσα από ενδυματολογικούς κώδικες που δανείζονταν από τον παραδοσιακό εξοπλισμό των εργατών (DM’s, για παράδειγμα), και με κουρεμένο κεφάλι που είχε μιλιταριστικές αναφορές στους Γάλλους και Αμερικάνους πεζοναύτες. Προφανώς το όλο στιλ κυριαρχούταν από μια έξαψη ότι είσαι αυθεντικός και βρετανικός. Ακόμα πιο συνοπτικά, μια αμυντική δήλωση ότι είσαι Λευκός.

Ο πανκ skinhead επανέφερε και τόνισε τα πλέον ακραία στοιχεία του βεστιάριου: τα κεφάλια ήταν τελείως ξυρισμένα, τα τζην έγιναν πιο κολλητά, οι αρβύλες ψηλότερες και με περισσότερες τρύπες. Οι προτιμήσεις του αρχικού skinhead για τη μαύρη μουσική παράδοση της Ska και της Motown αντικαθίσταται με τον επιθετική – λευκή – θορυβώδη ρητορική του “Oi!”. Η κύρια διαφορά στις δύο εκδοχές, ωστόσο, βρίσκεται την πολιτική σημασία του πανκ. “Στους νέους σκινάδες δόθηκε ένας πολιτικός ρόλος που ήταν τελείως απών από τον αρχικό skinhead, ο οποίος είχε απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στα πολιτικά κόμματα” (Nick Knight). Στην Αγγλία ακροδεξιές οργανώσεις όπως το The National Front διευκόλυναν αυτό το νέο ρόλο, απολαμβάνοντας την μαζική στρατολόγηση σκινάδων στις τάξεις τους από τα τέλη του ’70. Η υστερία των media για τις συμμορίες των σκινάδων και τη βία στα ποδοσφαιρικά ματς εντύπωσε στο ευρύτερο κοινό την αντίληψη ότι ο ενδυματολογικός κώδικας λειτουργούσε ως “στολή” συμμορίας και, συνεπώς, δεν ήταν απλά η μόδα μιας υποκουλτούρας.

Βία και ομοφυλοφιλία

Ο Michael Brake δίνει ιδιαίτερο βάρος στο πώς η ομοφυλοφιλία παραμένει αθέατη στην ανάλυση μιας νεανικής υποκουλτούρας. Υποστηρίζει ότι οι γκέι υποκουλτούρες λειτουργούν απομονωμένες από τις υπόλοιπες ομοκοινωνικές υποκουλτούρες λόγω της σεξουαλικής σημασίας τους και, επιπλέον, λόγω του ότι η ομοκοινωνική συμπεριφορά είναι εγγενώς δομημένη γύρω από μια έχθρα για την ομοφυλοφιλία: οι skinheads έχουν ιστορικά ταυτιστεί με ομοφοβική βία. Παρόλο που λευκοί γκέι άντρες είχαν και έχουν παρουσία στους κύκλους των skinhead, η αναλυτική αξία αυτής διαπίστωσης είναι μικρή, εφόσον οι άντρες αυτοί παραμένουν αόρατοι για τους στρεήτ συνοδοιπόρους. Η αποσταθεροποίηση της ιστορικής σημασίας του skinhead θα έπρεπε μάλλον να αναζητηθεί στις αέναα επαναλαμβανόμενες οπτικές αναπαραστάσεις του στην ανδρική γκέι υποκουλτούρα και πορνογραφία.

Ο ευαίσθητος skinhead

Ο skinhead παρουσιάζει την αρρενωπότητά του με εμβληματικό τρόπο, δηλαδή με το ξυρισμένο κεφάλι. Ενώ το ξύρισμα του κεφαλιού ενός υποκειμένου γενικά θεωρείται ότι καθιστά το υποκείμενο πιο αρρενωπό, μπορεί να ιδωθεί και ως μια διαδικασία θηλυκοποίησης, λειτουργώντας ως το κυρίαρχο πολιτισμικό σημάδι του τραύματος, ή ακόμα ως το αποτέλεσμα μιας κουλτούρας του τραύματος. Ιστορικά, στον Δυτικό λόγο, η εικόνα του ξυρισμένου κεφαλιού είναι σημάδι εξευτελισμού και οπτική δήλωση του ποιος είναι ο κυρίαρχος. Παρόλο που ο skinhead διαφέρει από τα ανίσχυρα υποκείμενα που υπέμειναν την ταπείνωση του κουρέματος (μιας και είναι αυτός που επαναδομεί την εικόνα του, κουρεύοντας ο ίδιος το δικό του κεφάλι), η φαλλική αρρενωπότητα που επενδύεται σε αυτόν μπορεί να αμφισβητηθεί μέσω της κοινής ιστορίας με όλους/-ες όσους/-ες έχουν υπομείνει και δεχτεί την κυριαρχία μέσα από το ξύρισμα του κεφαλιού. Ο ανδρισμός του επομένως κατοικεί στον ίδιο χώρο αναπαράστασης με αυτόν του πολέμου, της κυριαρχίας και της αποικιοποίησης. Ο βίαιος στρατιώτης κάτω από το σημάδι του οποίου η κοινωνία προκαλεί τον θάνατο, ο αλυσοδεμένος κατάδικος, ο παράφρονας, επικίνδυνος ψυχιατρικός ασθενής – ξυρισμένος και λοβοτομημένος – και, τελικά, η απαξιωμένη εικόνα του ξυρισμένου Εβραίου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης: η υπέρτατη εικόνα της καταπίεσης. Η εικόνα του skinhead λειτουργεί επομένως, αμφίσημα, και ως πανίσχυρη και ως απόβλητη. Είναι η εικόνα τόσο του καταπιεστή όσο και του καταπιεζόμενου, ένας δυϊσμός που σχετίζεται κατά την Kristine Stiles με την προσπάθεια του skinhead να υιοθετήσει “μια περιθωριακή εμφάνιση όσον αφορά τα Δυτικά συστήματα εξουσίας”. Η μυστικιστική εικόνα του Εσταυρωμένου Skin αντηχεί αυτή την προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ένας στιλιστικός κώδικας για να μαρκαριστεί το υποκείμενο ως καταδιωκώμενο: Χαραγμένο στο σώμα, αυτό το τατουάζ επιζητεί να καταστήσει υλική την ρομαντική θέση που αναλαμβανει ο skinhead – αυτή του παρία.

Και λίγη αποδόμηση

Ο queer skinhead λειτουργεί ως μέσον για την υπόσκαψη της στρέητ αρρενωπότητας που έχει επενδυθεί στον αρχικό (ετεροφυλόφιλο) skinhead, εκθέτοντάς την ως μια προσομοίωση πέραν της πραγματικότητας. Αυτή η αντίληψη της προσομοίωσης αναφέρεται στη συνάντηση του Jean Baudrillard με τον Μεταμοντέρνο κόσμο, στον οποίο αποκαλύπτεται ότι τα Σημεία δεν αντικατοπτρίζουν πλέον την πραγματικότητα ή κάποια πηγαία έννοια, αλλά λειτουργούν αυτο-αναφορικά. Όπως λέει ο ίδιος ο Baudrillard “…όταν δεν μπορεί πλέον να συντηρηθεί η διάκριση μεταξύ των πόλων, εισέρχεται κανείς στην προσομοίωση, και επομένως στον απόλυτο χειρισμό… Δεν είναι πλέον ζήτημα μίμησης, ούτε δημιουργίας αντιγράφων, ούτε καν παρωδίας. Είναι μάλλον ζήτημα αντικατάστασης των σημείων του πραγματικού από το ίδιο το πραγματικό”.

Λειτουργώντας ως προσομοίωση, η μίμηση από τους queer skinheads των (στρέητ) skinhead σημαινόντων, αποκηρύττει την ικανότητα του skinhead να παραμείνει πραγματικός. Συνεπώς, η αρρενωπότητα όλων των skinhead μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, εφόσον, σύμφωνα με τα προηγούμενα, πρόκειται για προσομοιώσεις, για παρωδίες του εαυτού τους.

Ακόμα χειρότερα, η ορατότητα του queer skinhead επικυρώνει ότι καθένας μπορεί να γίνει skinhead: “…με τους γκέι άντρες να μοιάζουν άθελα με skinheads, να ντύνονται σαν skinheads και να είναι πραγματικοί skinheads, ο skinhead ως σύμβολο της στρέητ, λευκής αρρενωπότητας της εργατικής τάξης εκπουστρεύεται: εν δυνάμει οποιοσδήποτε μπορεί να είναι skinhead – ακόμα κι αν μισεί να είναι skinhead”. (Healy).

Queering the skin, skinning the queer

Το κεντρικό ερώτημα είναι φυσικά αν η παντομίμα της ετεροφυλοφιλίας από αρσενικά γκέι υποκείμενα έχει το δυναμικό να μετασχηματίσει δραστικά τη σταθερότητα της αρρενωπότητας. Μια διαδικασία η οποία περιγράφεται με τον, ομολογουμένως εκπληκτικά σέξυ, όρο «queering the skin». Ίσως η skinhead πραγματικότητα δεν είναι μίμηση αλλά αυθεντικότητα, μια αυθεντικότητα που δομεί αυστηρά και άκαμπτα το σύστημα αποδοχής των skinhead – τόσο της στρέητ όσο και της queer εκδοχής. Η αυθεντικότητα είναι το πρώτο και τελευταίο κριτήριο για να διαχωριστούν εκείνα τα ανδρικά υποκείμενα που θεωρούνται «πραγματικοί skins» από αυτούς που θα αποκαλούσαμε υποτιμητικά lifestyle ή fashion skins. Με άλλα λόγια, όπως το θέτει ο James Haines, “Δεν μπορεί κάθε άντρας – γκέι ή μη – που ξυρίζει το κεφάλι του και φοράει ένα ζευγάρι αρβύλες και τιράντες να θεωρηθεί από τους skins (ακόμα και από τους queer skins) ως skinhead”.

Στα πλαίσια μιας λογοκεντρικής εθνογραφικής μελέτης της οργάνωσης (group) του internet “The Queer Skinhead Brotherhood”, ο Haines διαπιστώνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της Αδελφότητας θέτει για τον εαυτό της τα ίδια κριτήρια skin αυθεντικότητας με αυτά που αναγνωρίζουν οι στρεήτ skins, τον κώδικα αρρενωπότητας των οποίων φιλοδοξούν να ακολουθήσουν. Σε πείσμα της Queer θεωρίας, τα περισσότερα μέλη της Αδελφότητας δεν δείχνουν διατεθειμένα να αμφισβητήσουν αυτή την ιδιαίτερη αρρενωπότητα, αλλά, αντιθέτως, είναι υπερβολικά ευτυχή να τη διεκδικούν ως δική τους: είτε γιατί πρόκειται για μια ποιότητα που έφεραν μαζί τους στην Αδερφότητα είτε γιατί είναι η ποιότητα που οι νεοσύλλεκτοι φιλοδοξούν να αποκτήσουν. Κατά την άποψη του Haines, όχι μόνον δεν προκύπτει το ευτυχές γεγονός του «queering the skinhead», αλλά το τσίρκο των skinhead σημαινόντων στην ανδρική γκέι υποκουλτούρα λειτουργεί για ένα πλήθος γκέι ανδρικών υποκειμένων ως τόπος αποταυτοποίησης με τις “λοιπές αδερφές”. Με άλλα λόγια, αυτό που προκύπτει είναι το “skinning the queer”, μια συγκεκριμένη προσπάθεια του γκέι αντρικού υποκειμένου να αποστασιοποιηθεί από μια ιστορία θεσμοθετημένης θηλυπρέπειας. Ενώ η πανσπερμία skinhead σημαινόντων στη σύγχρονη γκέι κουλτούρα είναι απόδειξη της ικανότητας του skin να λειτουργεί ως κατηγορία μόδας, πιο ενδιαφέρουσα είναι η γκέι ανδρική υποκειμενικότητα που έχει να κάνει με την ταυτοποίηση με την (ετεροσεξιστική) αρρενωπότητα του skin και, φυσικά, με τον πόθο για “πραγματικούς” άντρες.

Από το Fault Lines – Queer Skinheads and Male Subjectivity inf the Film Praxis of Bruce LaBruce του Jose Da Silva

 Ένα παράδειγμα της προβληματικής αναφορικά με την queer οικειοποίηση του skinhead, βρίσκεται στους κώδικες του κειμένου μιας αφίσας του 2001 που διαφημίζει την παρέλαση Gay Pride στο Βερολίνο. Η αφίσα δείχνει σε προφίλ δύο άντρες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση, με τις εκφράσεις του προσώπου τους και την εγγύτητά τους να υποννοούν ότι είναι έτοιμοι για αναμέτρηση. Η αριστερή φιγούρα μπορεί να ταυτοποιηθεί ως skinhead μέσα από τα σημαίνοντα του ξυρισμένου κεφαλιού και από το μπλουζάκι με γιακά που φέρει τις trademark ρίγες της, δημοφιλούς στη μόδα των skinhead, μάρκας Fred Perry. Η φιγούρα απέναντι είναι εκ διαμέτρου διαφορετική, εμφανιζόμενη λιγότερο επιθετική και έτοιμη για αναμέτρηση, σχεδόν «κανονική» σε σύγκριση με την άλλη. Το σύνθημα της αφίσας λέει «QU(E)R gegen RECHTS» συνοψίζοντας το βασικό σύνθημα των εκδηλώσεων του 2001 «Berlin Stellt Sich Que(e)r Gegen Rechts!» (Βερολίνο, αντιστάσου στη Δεξιά!). Σε αυτό το πλαίσιο η αφίσα μπορεί να αναγνωστεί όχι μόνο ως άμεσο κάλεσμα για αντίσταση στον Φασισμό, αλλά επίσης ως ενάντια σε εικόνες/αναπαραστάσεις που υπονοούν σε σημειωτικό επίπεδο φασιστικές τάσεις.

https://www.youtube.com/watch?v=XMGK-9TabxQ

 

 

Χαίρε, ω χαίρε, λευτεριά

Στη βαμβακοφυτεία του Collin O’Hara ζούσαν οι πιο τυχεροί νέγροι. Όχι μόνο τους έδιναν διπλή μερίδα γαλοπούλα την ημέρα των Ευχαριστιών αλλά τους άφηναν να επιστρέφουν στα καταλύματά τους μία ολόκληρη ώρα πριν από τη δύση του ήλιου. Σπάνια έπεφτε βούρδουλας και η γυναίκα του Collin O’Hara πάντα έπλενε και καθάριζε τα τραύματα με οξυζενέ και ιώδιο. Στη βαμβακοφυτεία του Collin O’Hara ήτανε σκλάβος ένα πολύ όμορφο και πολύ έξυπνο αγόρι. Οι O’Hara καλούσαν τον Tommy στις γιορτές τους, έτρωγε από τα πλούσια αποφάγια τους και ήταν ο μόνος μαύρος στη φυτεία που μπορούσε να περηφανευτεί ότι ήξερε και να διαβάζει και να γράφει. Μια μέρα θα γινόταν επιστάτης. Του το είχαν πει.

Το βράδυ των 17ων γενεθλίων του, της ενηλικίωσής του, όταν πια έσβησε η μεγάλη εορταστική φωτιά στα καταλύματα των νέγρων, ο Tommy πήρε τον φίλο του τον Luther, πήρε και δύο μεγάλα οδοντωτά μαχαίρια και μπήκε στο άσπρο, ήρεμο, γεμάτο βιβλία μέγαρο των O’Hara. Πρώτα σφάξανε στον ύπνο του τον μονάκριβο γιο τους, ένα αγοράκι 7 ετών. Μετά κόψανε αθόρυβα και αποτελεσματικά το λαιμό της κυρίας O’Hara αλλά εμπρός στον Κύριο Collin σταματήσανε.

Ο Tommy τον έσπρωξε αρκετά δυνατά για να ξυπνήσει. Ήθελε να βλέπει ποιος θα του πάρει τη ζωή. Τα μάτια του Κύριου Collin ήταν γουρλωμένα από τον τρόμο και την έκπληξη όταν ο Tommy με μια επιδέξια κίνηση της φαλσέττας του έκοψε αριστοτεχνικά και ακαριαία την καρωτίδα και, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, το μισό λαιμό – κοιτώντας τον με το βλέμμα καρφωμένο στα μάτια.

They hit the North. Σκλάβοι φυγάδες, περάσανε βδομάδες κρυμμένοι σε δάση και έλη, προσπαθώντας να φτάσουν σε μέρη όπως “Βοστώνη”, “Νέα Υόρκη”, “Ουάσιγκτον”, μέρη όπου λέγανε ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς δεν είναι πια σκλάβοι. Και κάποτε φτάσανε.

Περιπλανήθηκαν λιγάκι στην άγνωστη πόλη, ελέγχοντας συνεχώς αν κουβαλούσαν πάνω τους ακόμα τις αλυσίδες με τα σκαλισμένα γράμματα “ιδιοκτησία του ….” Ο Luther βρήκε σύντομα δουλειά σε ένα ξυλουργείο, ήταν φιλότιμος, εργατικός, βρήκε ένα καλό μαύρο κορίτσι, φτιάξαν μια παράγκα όπως μπορούσαν να μοιάζει με σπιτικό και περήφανος περνούσε τα απογεύματά του στην πλακόστρωτη εσωτερική αυλή καπνίζοντας τομπάκο – περήφανος για τη δουλειά, τη γυναίκα, τα δύο παιδιά, το σπίτι και την ελευθερία του.

Ο Tommy είχε χαθεί. Ο κόσμος μιλούσε για έναν μέθυσο νέγρο που είχε βρει καταφύγιο στα μισοτελειωμένα κτίρια δίπλα στο ποτάμι, έναν μέθυσο νέγρο που έπινε όπιο και έλεγε ασυνάρτητες ιστορίες, έναν νέγρο που καλά θα έκανες να μην τον πλησιάσεις αν δεν ήθελες μπελάδες.

Νωρίς ένα βραδάκι, εμπρός στο έντιμο σπίτι του Luther έγινε μεγάλη φασαρία. Κόσμος είχε μαζευτεί τριγύρω, ένας μαύρος ήταν πεταμένος χάμω στο πεζοδρόμιο και τρεις άλλοι του έριχναν κλωτσιές. Ο Luther κλείδωσε την εξώπορτα κι έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Βρήκε τον χαμένο φίλο του κατάχαμα, ντυμένο στις βρομιές, με αίματα και το μάτι πρησμένο. “Tommy”, του είπε τρυφερά καθώς έπιανε το χεράκι του, “Tommy, παιδικέ φίλε μου, δεν ήταν αυτός ο λόγος που ήρθαμε στο Βορρά”. Εισέπραξε ένα μεθυσμένο βλέμμα. “Tommy, το φιλαράκι σου ο Luther είμαι, γιατί το έκανες αυτό; Πού έχεις μπλέξει;”

Luther…” απάντησε ξέπνοα ο Tommy. “Luther… Luther, άκου… Άκου με…”

“Ήμουν σκλάβος τόσα πολλά χρόνια, ήμουν σκλάβος τόσα πολλά χρόνια που δεν μπορώ να καταλάβω με τι μοιάζει η ελευθερία…”

(… πονάω πολύ…)

Battle tactics tips: #7 Παύετε να χρησιμοποιείτε μη κυριολεκτικές λέξεις, καταργείτε τα επίθετα και τα επιρρήματα.

“Προάγω αυτόν τον όρο (ηδονή), γιατί νομίζω ότι ξεφύγει από τις ιατρικές και φυσικοποιημένες υποδηλώσεις συμφυείς στην έννοια της επιθυμίας. Αυτή η αντίληψη έχει χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο, ως πλέγμα κατανόησης, ως βαθμονόμηση όσον αφορά τη φυσιολογικότητα: “Πες μου ποια είναι η επιθυμία σου και θα σου πω ποιος είσαι, αν είσαι φυσιολογικός ή όχι, και μετά μπορώ να νομιμοποιήσω ή να ακυρώσω την επιθυμία σου”. Η επιθυμία δεν είναι συμβάν αλλά σταθερό χαρακτηριστικό του υποκειμένου: παρέχει μια βάση πάνω στην οποία μπορεί να προσκολληθεί όλος αυτός ο ψυχολογικό-ιατρικός οπλισμός.

Ο όρος ηδονή από την άλλη, είναι παρθένα περιοχή, αχρησιμοποίητος, σχεδόν στερούμενος νοήματος. Δεν υπάρχει “παθολογία” της ηδονής, δεν υπάρχει “αντικανονική” ηδονή. Είναι ένα συμβάν “εκτός του υποκειμένου”, ή στα όρια του υποκειμένου, λαμβάνοντας χώρα σε αυτό το κάτι που δεν είναι ούτε του σώματος ούτε της ψυχής, που δεν είναι ούτε έσω ούτε έξω – με λίγα λόγια μια έννοια ούτε ανατεθημένη ούτε δυνάμενη να ανατεθεί.”

– Michel Foucault, “Η Γκέι Επιστήμη”

Οι μπάτσοι δεν είναι μπλε και πράσινοι, δεν είναι εκεί εξω, και δεν είναι μόνο ήδη μέσα μας. Το πιο φοβερό είναι ότι κάθονται δίπλα μας και μας δίνουν ένα ποτήρι νερό οταν διψάμε. “Οταν συνέρθεις, πάμε να χτίσουμε μαζί τη φυλακή σου, πουλάκι μου” ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ – ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ

COMMUNIQUE #1: To whom it may concern

Κοίταξα την ψυχαναλύτριά μου μετά από πολλές εβδομάδες. Έλειπα. Ήμουν σε μια πορεία όπου δυστυχώς δεν μύρισα ανθρώπινη σάρκα να καίγεται στο Ζαρα — 29 κατασκευαστές αναρχίας συνιστούν πίστη στον άνθρωπο. Ελειπα. Γιατί τραβήχτηκα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όχι για να φωνάξω εγώ “αλληλεγγύη” αλλά για να μου φωνάξουν οι από μέσα “freedom, freedom”. Έλειπα γιατί είχαμε το christmas break. Έλειπα γιατί μπήκα στη Σταυρούπολη. Και τώρα που οι εμπειρίες κατακάθησαν και προσπαθώ να τις βάλω σε σειρά, της είπα:

Με ναρκωτικά, με αλκοόλ, μέσα στο πολιτικό πλαίσιο της φάσης μας και όχι εν κενώ, σερνομαι, μπουσουλάω μπροστά στον κόσμο, χάνω τις αισθήσεις μου, ουρλιάζω με μια απόγνωση αρχαία “μπάτσοι φασίστες δολοφόνοι”, χορεύω, ποθώ τα πιο όμορφα αγόρια. Έτσι μοιαζει η ελευθερία;

Έχω πλήρη συνείδηση ότι ο πολιτικός αγώνας να βγω από τη φυλακή απέδωσε. Η καγκελόφραχτη πόρτα άνοιξε και κείτομαι ένα μέτρο μπροστά και απ έξω από το 20ετές κελί μου. Είμαι ελεύθερος. Είμαι ελευθερος;

Θα ήθελα να υπάρχει ένα ντοκιμαντερ που να δείχνει ξανά και ξανά τα 10 πρώτα λεπτά ελευθερίας ανθρώπων που είναι εγκλειστοι για δεκαετίες. Για να μάθω. Γιατί έχω άπειρες επιλογές και ορισμένες είναι ανθρωποφάγες. Τι παθαίνεις όταν το πάθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερο απ όλα τα κελιά; Χρειάζομαι περισσότερα ναρκωτικά, για πολιτική χρήση, αυτό είναι σίγουρο.

Και μου είπε: Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν καν να δουν την πόρτα της εξόδου.
Τι εννοείς; (Νομίζοντας ότι είναι κάποια μεταφορά). Και μου εξήγησε…

Μετά το μέγα σκάνδαλο, ήρθε η ώρα να εκκενωθεί συντεταγμένα το κολαστήριο της Λέρου. Αυτή βρισκόταν σε μια αποστολή ψυχιατρων και ψυχολόγων που κατέφθασε στο νησί με αυτόν τον σκοπό.

Περιπλανηθήκαμε στα έγκατα της φρίκης και φτάσαμε στην πτέρυγα με τους “βαρυποινίτες”, δηλαδή βαριές σχιζοφρένειες. Εκεί, σε ξεχωριστά κελιά, με κάγκελα που είχαν να ανοίξουν χρόνια, άνθρωποι σάπιζαν και θα σάπιζαν μέχρι να ψοφήσουν. Τα κάγκελα δεν άνοιγαν ποτέ: τους έριχναν το φαι μέσα από τα ανοίγματα και τους έριχναν νερό με τη μάνικα.

Προσεγγίσαμε τα κελιά, ανοίξαμε τις πόρτες, και οπισθοχωρήσαμε και περιμέναμε. ΔΕΝ ΑΣΚΗΘΗΚΕ ΚΑΝΕΝΟΣ ΕΙΔΟΥΣ ΒΙΑ. Οπισθοχωρήσαμε και περιμέναμε. Κάποιοι φιλούσαν το πάτωμα από το κελί τους. Οπισθοχωρήσαμε και περιμεναμε. Οπισθοχωρήσαμε και περιμέναμε να βγουν μόνοι τους, όποτε και όταν θέλανε.

ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΜΕΡΕΣ.

The Last Words of Hassan Sabbah

William S. Burroughs – The Last Words of Hassan Sabbah:

LISTEN TO MY LAST WORDS, ANY WORD, LISTEN IF YOU VALUE THE BODIES WHICH YOU WOULD SELL ALL SOULS FOREVER I BEAR NO SICK WORDS JUNK WORDS LOVE WORDS …. YOU WANT HASSAN SABBAH TO EXPLAIN THAT, TO TIDY UP, YOU HAVE THE WRONG NAME AND THE WRONG NUMBER … DONT LET THEM SEE US, DONT TELL THEM WHAT WE ARE DOING…. FOREVER … DON’T LET THEM SEE US … PLAY IT ALL PLAY IT ALL PLAY IT ALL BACK PAY IT ALL PAY IT ALL PAY IT ALL BACK … LISTEN TO MY LAST WORDS … LISTEN… EVERYTHING IS PERMITTED, BECAUSE EVERYTHING IS AN ILLUSION