ΚΡΥΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΜΕ ΜΥΡΩΔΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΠΝΟΣ ΠΑΝΤΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Ο ΘΕΡΙΣΤΗΣ ΠΑΝΩ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΤΩ ΧΑΜΗΛΑ





https://www.youtube.com/watch?v=6gDDjaMW9gs
ΚΡΥΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΜΕ ΜΥΡΩΔΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΠΝΟΣ ΠΑΝΤΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Ο ΘΕΡΙΣΤΗΣ ΠΑΝΩ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΤΩ ΧΑΜΗΛΑ





https://www.youtube.com/watch?v=6gDDjaMW9gs
Στο έμφυλο επιπεδο, είμαστε Τρανς*, Λεσβιες, Γκει και πολλα αλλα ομορφα (οπως τα βλεπουμε εμεις) πραγματα. Θεωρουμε την συγκυρια του οτι ολες αυτοπροσδιοριζομαστε *και* ως Queer, Trans, LGB, ως κατι που δεν ειναι συμπτωση, αλλα μια συνθηκη παραλληλων ιστορικα αγωνων που μας εδεσε με συντροφικες, προσωπικες σχεσεις, μια συνθηκη παρομοιων συνθηκων κακοποιησης και καταπιεσης στη δημοσια σφαιρα, αλλα -το πιο σημαντικο για το αουτινγκ μας-, μια συνθηκη αντι-εργαλειο, ωστε να μπορει να εξερευνηθει η τοξικ ταυτοτητα μας. Οχι επειδη περναμε απο καποια δηθεν επιστημολογικη σκεψη οτι το να εισαι πχ γκει η/και χρηστης ειναι επιλογες η ντετερμινισμος. Για την ακριβεια, πολιτικα δεν μας ενδιαφερει μια τετοια τοποθετηση αυτη τη στιγμη, οταν εχει εξερευνηθει πολιτικα μεχρι εξαντλήσεως.
Η τοξικ ταυτοτητα μας ιστορικα για τον χωροχρονο που ζουμε, ειναι πρωτοεμφανιζομενη.
Ευτυχως, προκειμενου να ανοιξουμε το θεμα, να υπαρξουμε επιτελους ορατα, και να διεκδικησουμε λογο σε κινηματα διχως να θεωρουμαστε οι καταστροφεις των διαδικασιων και της… Επαναστασης, χρησιμοποιησαμε ολες μας οι εμπειριες, τα βιωματα, το προσωπικο, τα ακαδημαικα αλλα και δρομισια μας εργαλεια απο τις κουιρ μας συνθηκες υπαρξης. Με τροπο τετοιον, ωστε μεσω θεωριας και πραξης να δειξουμε το παραλληλο και αντιστοιχο της γενεαλογιας των δυο αυτων μορφων αντιστασης στο πεδιο των πολιτικων σωματος.
Ζουμε σε νηφαλιοκρατικη και νευροτυπικη κοινωνια.
Νευροτυπικη, επειδη, που απο το θεσμικο επιπεδο (νομοι) μεχρι και τις κοινωνικες τεχνολογιες πειθαρχησης, επιβαλλει στα σωματα ολωνων, το τι ακριβως θεωρειται ‘φυσιολογικο’, που παντα στην νεοφιλελε συνθηκη ταυτιζεται με τον ‘παραγωγικο πολιτη’. Σωματα που εχουν περασει απο τα λευκα κελια των ψυχιατρειων, απο τις αιθουσες ανακρισης και ψευδο-θεραπειας των ψυχγιατρων και εχουμε διαγνωσεις. Διαγνωσεις τις οποιες εμεις βλεπουμε ως διαφορετικα μοτιβα συνειρμων, διαφορετικα σχηματα χωρικα κ χρονικα συμπεριφορας και ενσυναισθησης. Η διαφορετικοτητα αυτη (αναλογα με τη διαγνωση) μας στελνει στο πεδιο του επικυνδινου πολιτη, η του αντιπαραγωγικου, η ακομη και σε ελευθεριακες διαδικασιες, του υποκειμενου που δεν εχει την ‘ακεραιοτητα’ να αγωνιστει, να τοποθετηθει σε διαδικασιες η/και να μαχηθει στα οδοφραγματα, οπως οι χωροι αυτοι εχουν τοσο στενα ορισει.
Νηφαλιοκρατικη, διοτι θεσμικα αλλα και μεσω κοινωνικων τεχνολογιων πειθαρχησης στα σωματα μας, τρωμε καταπιεση, κακοποιηση και κοινωνικη απομονωση, επειδη κανουμε την επιλογη να αυτοδιαχειριστουμε την χημικη ισορροπια και συνθηκη στους υποδεκτες του εγκεφαλου μας, μεσω του εργαλειου της προσωπικης κ προσωποποιημενης ερευνας, μεσω αυτοοργανωμενων διαδικασιων αλληλοβοηθειας, προσπερνωντας την διαμεσολαβηση του “ειδικου” δηλαδη του γιατρου, και -πολλες φορες- περνωντας στην σφαιρα της παρανομιας, σε περιπτωση που η ουσια με την οποια αυτο-θεραπευομαστε η απλως διασκεδαζουμε, ειναι παρανομη. Πολλες φορες οχι λογω καποιας υγιεινιστικης επικνυνδοντητας για τα σωματα μας, αλλα για ιστορικους λογους λομπι μεσα στο καπιταλιστικο πλαισιο.
Η τρανς εμπειρια και η ομοφυλοφιλικη εμπειρια ζωης, θανατου και αντιστασης εχουν περασει απο τα ιδια σταδια κοινωνικα με τις τοξικ συντροφισσες, αλλα το ενα θεμα με το αλλο, βρισκονται αλλου χρονικα, και εντελως αλλου στο θεμα γενεαλοφιας αγωνων.
Το να εισαι τρανς*, η το να εισαι μια ομοφυλοφιλη ανδρας η λεσβια, εχει περασει και να περασει απο τα ιδια ιστορικα σταδια με το να εισαι τοξικ:
Αδιανοητο/ανυπαρκτο/κρυμμενο ==> παρανομο ==> ψυχικη ασθενεια ==> αρχες αγωνων ==> ορατοτητα.
Γνωριζουμε ολες που βρισκομαστε στο θεμα του εμφυλου.
Στο θεμα των τοξικ αγωνων, ακομη ομως βρισκομαστε στο αδιανοητο.
Ο κοινωνια πιστευει απλα στερεοτυπα ναρκομανων και τοξικοεξαρτημενων, επειδη η μοναδικη ορατοτητα -μεχρι στιγμης- υπαρχει σε σωματα τα οποια εχουν κανει την σεβαστη επιλογη ενος πολυ στενου χορου με τον θανατο (το γραφουμε κυριως ποιητικα/αισθητικα, καθως ο θανατος ειναι μια σεβαστη επιλογη), υπαρχει σε σωματα τα οποια αναγκαζονται να ζουν σε ιλλεγκαλιστικες συνθηκες προκειμενου να αποκτησουν και να χρησιμοποιησουν καθημερινα η και οχι, την ουσια που επιθυμουν ωστε να λειτουργησουν με τον τροπο που οι ιδιες εχουν ορισει ως “παραγωγικο” για τα ονειρα τους, και την ελευθερη φαντασια τους.
Η παρανομια και η ελλειψη παιδιας, και στις θεσμικα αποκαλουμενες σκληρες ουσιες (πχ ηρωινη), αλλα και σε πιο θεσμικα αποκαλουμενες μαλακες, προκαλει εκτροχιασμους απο τις επιθυμιες των τοξικ σωματων. Απο καμμια ουσια δεν μπορει να γλιτωσει καμμια υπο την παρουσα συνθηκη του κυνηγιου μαγισσων.
Οι μεν θεσμικα αποκαλουμενες σκληρες ουσιες, οντως προκαλουν μια στενη σχεση με τα σωματα μας, αλλα οι γραμμες οι χρονικες που εκατερωθεν τους βρισκονται 2 διαφορετικες συνθηκες χρησης, ειναι ορατοτατες και κατα βασην επιλογη το να τις περασεις. Καμμια μας δεν εχει παρθει μεταφυσικα απο καποια δαιμονικη ουσια η παρεα και χορευει με τον θανατο (ζητω η νεολαια πασοκ)
Οι θεσμικα αποκαλουμενες μαλακες ουσιες οπως η μαριχουανα και τα ψυχεδελικα μανιταρια, εμπεριεχουν εξισου μεγαλο κινδυνο για τα σωματα μας υπο τις παρουσες συνθηκες παρανομιας και ελλειψης παιδιας ασφαλους χρησης και ελαχιστοποιησης κινδυνων (harm reduction). Με τα ψυχεδελικα, υπαρχει ο κινδυνος σε σωματα τα οποια εχουν υποστει στο παρελθον κακοποιηση (ποσο μαλλον τα κουιρ δικα μας σωματα), να προκαλεσουν ανεπιθυμητες θεσμικα αποκαλουμενες “παρανοιες” και να μας στειλουν στα λευκα κελια των ψυχιατρειων επειδη “το καψαμε”, “ξεφυγαμε”, “παθαμε ψυχωτικο επισοδειο”.
Παρολα αυτα, οι πιο σκληρες ουσιες του πλανητη, οπως το αλκοολ και η νικοτηνη, ειναι νομιμοτατες και φθηνες. Οι 2 αυτες ουσιουλες, εκτος του οτι στο υποκειμενικο βιωματικο επιπεδο φτανουν τα υποκειμενα -πιθανον- εξισου ακραιες καταστασεις, συμπεριφορες, “εθισμους” και συνθηκες, δυστυχως αποτελουν και κινδυνο για μη-χρηστριες. Βλεπε τρακαρισματα με οδηγους υπο επιρρεια αλκοολ, και παθητικες καπνιστριες.
Οσο η τοξικ ταυτοτητα μας δεν εχει καν ορατοτητα ως σωματικη συνθηκη υποκειμενων που επιθυμουν να καταλαβουν χωρο στο κοινωνικο, και οσο ακομη και οι πιο ριζοσπαστικοι κουιρ χωροι θεωρουν οτι οι χρηστριες ‘μολυνουν’ τις πολιτικες διαδικασιες αγωνα (παρολο που οι χωροι αυτοι ειναι τιγκα στις in the closet χρηστριες), θα πολεμαμε, θα μιλαμε, και θα κανουμε ορατες τις συνθηκες αυτοδιαχειρησης της σωματικοτητας μας.
Ειμαστε Τοξικες, Τρελλες, υπερηφανες ανώμαλες.
Ειμαστε κυριολεκτικα η Τριφεκτα-Εφιαλτης της Ελληνικης Πατριαρχικης Κοινωνιας. Και πιστευουμε οτι οσο πιο απο-τα-κατω ξεκινας, τοσο μεγαλυτερες ελπιδες εχεις για ομορφους κοινωνικους αγωνες και συντροφικες σχεσεις.
Μια Queer Toxic & Psych, κατα κοσμον, “Alex C”
p.s. Συντομα κοντα σας και με συλλογικα κειμενα, δρασεις και -πανω απο ολα- επαναστατικη ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ.
p.s.2. Ορθογραφικα, γραμματικα και συντακτικα λαθη θα μεινουν ως εχουν, καθως ειναι αποτελεσμα γραφης και σκεψης μιας χρηστριας υπο την επιρρεια Οπιουχων και Βενζοδιαζεπίνων -υπο την παρουσα στιγμη-, αλλα και αυπνιας και ερωτικης καψουρας.
Η Sontag ταυτοποιεί το camp ως “μια αισθαντικότητα που μετατρέπει το σοβαρό στο επιπόλαιο” (καθιστώντας το άρθρο της ένα άλλο είδος προδοσίας εφόσον παίρνει το camp υπερβολικά στα σοβαρά), και ως ζήτημα “γούστου” που “κυβερνά κάθε ελεύθερη (σε αντίθεση με τη συνηθισμένη) ανθρώπινη απόκριση”. Το camp, επομένως, είναι επίσης είναι τόσο μια υπαρξιακή κατάσταση όσο και αισθαντικότητα: μια τεράστιων διαστάσεων σοβαρή και εμβριθής επιπολαιότητα. (…) Θα επιχειρηματολογήσω τώρα ότι τώρα, αυτή τη στιγμή, όλος ο γαμημένος κόσμος είναι camp.
–Bruce LaBruce

κι οι γέροι ποιητές / προβάλλουν το κεφάλι στο παράθυρο, / είναι ώρα τους, / φωνάζουν βοήθεια, / φωνάζουν άγνωστους φαντάρους πάνω, / επισείουν προκλητικά το πορτοφόλι τους, /
ρίχνουν μ’ ένα τρελό βλέμμα στη φωτιά τα ποιήματά τους / που πήρε μια ζωή να γράψουν, / γδύνονται να ‘ναι έτοιμοι, / ανάβουν κερί, βάζουν κολόνια, πίνουν ηρεμιστικά, / ρωτούνε, βρίζουνε, δακρύζουν, και ξαφνικά-σωπαίνουν.Ανδρέας Αγγελάκης «Η μεταφυσική της μιας νύχτας»
Ο Μένης Κουμανταρέας, πριμοδοτημένος αστός, προικισμένος με περίσσεια ταλέντου, γόνιμη ανησυχία και βαθιά «συμπόνια» για τα ανθρώπινα πάθη, αναδείχτηκε με το σπαθί του σε έναν απ’ τους κορυφαίους ελληνόγλωσσους πεζογράφους του περασμένου και του τωρινού αιώνα. Το βάρβαρο φονικό του δεν μοιάζει παράταιρο με την «εποχή των δολοφόνων» που διανύουμε.
Εσχατο δώρο του Μένη, το κύκνειο άσμα του, «Ο θησαυρός του χρόνου», συναρπαστικό ανάγνωσμα, αποχαιρετισμός στη ζωή με επίμονες αναγωγές στο σπαραγμένο κοινωνικό και ερωτικό οδοιπορικό του.
Λογάριαζε για ξαδέρφια του -και είναι- τον Ιωάννου και τον Ταχτσή. Και «μαγκιά του» του Μένη, αυτός, ένας μποέμ αριστοκράτης, μεγαλωμένος στα πούπουλα, να πιάνει τον σφυγμό των λούμπεν αλλά και σημαίνουσες πτυχές της προλεταριακής νεολαίας του καιρού μας, ποδοσφαιριστές, μηχανόβιους, φοιτητές και άλλους πολλούς μέσα στα φυλλοκάρδια του αστικού κέντρου της πρωτεύουσας και να αναδεικνύει πρωταγωνιστικά τις περιπτώσεις τους σε λογοτεχνία υψηλής στόφας.
Στα αφηγήματά του, σχοινοτενή ή σύντομα (πολύ σπανίως), πάντοτε άρτια και αριστοτεχνικά, δεν υπάρχει χαρά. Ούτε πλάκα. Είναι βέβαια όλα τους μουσκεμένα σ’ έναν άγριο σαρκασμό για τη ζωή και τα τερτίπια της. Μα ένα δραματικό κλίμα νοτίζει τις σχέσεις των ηρώων του, μια στυφή τραγικότητα διαπερνά την ατμόσφαιρά τους και τα σφραγίζει.
Κι αν το φρικτό του τέλος μάς θυμίζει το φινάλε του Παζολίνι και ιδίως του Ταχτσή, αυτών των «γενναίων της ηδονής» -για κάποιους βέβαια, ουκ ολίγους, «κυνικών διεφθαρμένων»- δεν πέφτουμε έξω.
Ετσι είθισται, σε μια στιγμή, στα μπόσικα, οι άντρες αυτοί, ερωτοπαθείς έως εσχάτων -ιδίως όταν πρόκειται για έναν «ζωηρό» ολομόναχο γέροντα- να θυσιάζονται στον βωμό της «κατάρας» που τους δέρνει μια ζωή. Κι ας σπεύσουν ξανά και ξανά οι «τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες» να μιλήσουν για την «ευθύνη» των «ανώμαλων» και τους «παρασυρμένους» κολασμένους νεαρούς, αιώνια «θύματα» της αναπαραδιάς και της εκάστοτε «κρίσης».
Μα δεν σώνει κάποτε αυτό το πάθος; Σε κάποιους όχι, ποτέ. Εις τας δυσμάς του βίου του ο άνθρωπος ο ερωτομανής και λαγνουργός προς ανατολάς στρέφεται, ψάχνει για «φως στα μάτια του». Και έτσι την «πατάει».
Η ακολασία ως χαρακτηριστικό ή και «προνόμιο» των πάσης φύσεως καλλιτεχνών και «καλλιτεχνών» θεωρείται περίπου δεδομένη κι όχι ιδιαίτερα μεμπτή. Στην περίπτωση των πλούσιων ισχύουν σχεδόν τα ίδια, όμως δυσμενή σχόλια συνοδεύονται από αισθήματα απέχθειας λόγω, ας πούμε, «ταξικού συμπλέγματος», ευλόγως βέβαια, γιατί οι ερωτικά παρεκκλίνοντες στιγματίζονται διά βίου στις λαϊκές τάξεις και γιατί «αυτοί οι πλούσιοι κάνουν με τα λεφτά τους ό,τι θέλουν» και περίπου έτσι είναι, κάπου τους «πιάνουμε» μεταξύ ωμής πραγματικότητας και λαγνοθηρικής παραμυθολογίας.
Οι ηδυπαθείς γέροντες που κατέχονται από φόβο, κυρίως της απειλής κατά της ζωής τους, αλλά και αιδώ, λόγω του πιθανότατου χλευασμού και της κατακραυγής («ανεπαίσχυντα τα τέλη της ζωής ημών» εύχεται συν τοις άλλοις και η Ορθόδοξη Εκκλησία), πειθαναγκάζονται να κρατούν καταχωνιασμένους πόθους μυστικούς, να στραγγαλίζουν ορέξεις που ανασταίνονται στη θωριά ενός νέου καλλίγραμμου ή μιας νέας δροσερής και συνήθως κλειδώνονται για να θάψουν τις επιθυμίες τους στις σκοτεινές τους κάμαρες.
Για τους τολμητίες ηλικιωμένους, τους εξορισμένους κοινωνικά απ’ την ερωτική δράση -γιατί έτσι «επιβάλλεται» (τα «πουρά» οφείλουν να καλογερεύουν»)-, που παραβαίνουν όμως το διαχρονικό αυτό -για δεξιούς κι αριστερούς- ταμπού, οι κίνδυνοι πάντοτε ελλοχεύουν. Είναι τα ευκολότερα θύματα προμελετημένου ή ευκαιριακού δόλιου φόνου. Περί τα μεσάνυχτα πέπρωται να τελούνται οι πλέον ειδεχθείς. Κυνικά και χωρίς μεγάλα ρίσκα για τον δράστη. Τα εν βρασμώ, συχνά εωθινά και δίχως μέθη.
«Τα τσόλια, αδερφέ μου, είναι σκατόψυχα», θα μπορούσε ίσως να εξομολογηθεί ο Μένης· «τα ταΐζεις, τα ποτίζεις, τα χαρτζιλικώνεις βαρβάτα, τα κάνεις “θεούς”, και στο τέλος σού τη φέρνουν». Στην αρχή παίζουν θέατρο, είναι προπονημένα σ’ αυτό. Ακόμη και τον ερωτευμένο έχουν μάθει άριστα να κάνουν.
Εξαιρείται βέβαια ένα ποσοστό γεροντόφιλων («πουρολάγνων»). Πειστικοί θεατρίνοι ή όχι, λειτουργούν σαν γελαστούρια σωτήρια στην ηδονοθηρική παραφορά της γεροντικής ερημίας. Δεν εξαιρούν κανέναν, ούτε αριστοκράτη, ούτε φουκαρά. Τον δεύτερο τον ξεπαστρεύουν μάνι μάνι, ο πρώτος από κάποιο δέος (το χρήμα, οι υψηλές γνωριμίες, η διασημότητα) αναστέλλει κάπως τη βία τους. Μα όπως και να ’χει, τα θρασύδειλα τσόλια είναι αδίστακτα, άμα τους κάτσει.
Τα ενδημικά μάλλον ηπιότερα, τα αλλοδαπά εκδικητικότερα, ένεκα η ξενιτιά και το ρεβανσιστικό πύον της ταλαιπωρίας και της ένδειας. Ξεφτιλίζοντας, ξεπαραδιάζοντας, ληστεύοντας -και σπανιότερα «καθαρίζοντας»- τον «πουστόγερο» (ή τη «γριά πουτάνα») εκδικούνται τις «αδικίες» που τους έγιναν στο τσαλάκωμα της αξιοπρέπειας των θυμάτων τους και με τη βίαια αφαίρεση της ζωής τους.
Τα τσόλια είναι άσπλαχνα, ο Μένης ήπιε το πικρότερο ποτήρι. Ως τσαμπουκαλεμένος γέροντας ο Κουμανταρέας φαίνεται πως διέθετε ικανή θρασύτητα ώστε να προκαλεί κάποιους ευέξαπτους και ανερμάτιστους εκδιδόμενους νεαρούς ώστε να τον κάνουν να φτύσει αίμα.
Ο εκλεκτός συγγραφέας ζούσε γενναία μελετώντας «καβαφικώ τω τρόπω» την έξοδό του· σαν πρόβα θανάτου μοιάζει το τελευταίο του αριστούργημα, ο «Θησαυρός του χρόνου», σαν τον θάνατό του να τον ήξερε καλά: ή λιώσιμο απ’ τον φρικτό καρκίνο που τον τυραννούσε ή ξεπάστρεμα από ευεργετημένα χέρια «ερωτικά». Του ’λαχε το δεύτερο.
Τι νιώθουμε εμείς, οι πιο πολλοί από μας, και μιλάμε αψήφιστα για το τι και το πώς; Οχι για το «τι» διημείφθη και το «πώς» δολοφονήθηκε, αυτά μπορεί κανείς να τα υποθέσει, να τα φανταστεί, σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρόμοια επεισόδια συμβαίνουν κάθε μέρα και κυρίως κάθε νύχτα κατά τρόπο παραπλήσιο παντού. Αλλά τι κατέχουμε για το «τι» συνέβαινε στα μύχια της ψυχής του, για το μέγεθος της ταραχής, για τη βρικολακιασμένη αγωνία, για την καταγωγή του πόθου, για το άγριο υπαρξιακό αδιέξοδο που επιτείνει το προθανάτιο άγχος;
Ποιος ξέρει τι βαθύ σαράκι μπαίνει στην ψυχή και τη φλομώνει, στοιχειωμένες μορφές απ’ το παρελθόν, ματαιωμένοι ή μισοτελειωμένοι έρωτες, «θυμάται ορμές που βάσταγε», όλο αυτό το απρόσκλητο κομφούζιο κατακυριεύει τον άνθρωπο που βρίσκεται στο κατώφλι του Αδη αλλά διψάει ακόμη για αληθινή ζωή, για ερωτική ζωή, έστω και για τα ελάχιστα, τα πιο τιποτένια ψίχουλά της.
Κι ο τελευταίος ετοιμοθάνατος ποθεί να ξεγελαστεί, ρουφώντας τη στερνή ικμάδα ζωντάνιας από γύρω του, έξω και κόντρα σε κείνον τον απαίσιο θάλαμο των φαντασμάτων, αφήνεται και ενδίδει, όσο μπορεί, όπως κάποιες νύχτες παλιά. Κι ας μη γίνεται να τα καταφέρει. Μα ποιος δικαιούται να στερεί τους γέροντες απ’ τα έσχατα ερωτικά τους δικαιώματα;
Καλό ταξίδι, αγαπημένε μας, Μένη, εσύ ήξερες καλύτερα απ’ τον καθένα μας τι έκανες –κι ας λένε-, κι ας ήπιες το πιο πικρό ποτήρι, του θανάτου, από χέρια που ίσως να αγάπησες και σε σταύρωσαν.
Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, στις 04.12.2015
Συντάκτης: Θωμάς Κοροβίνης, συγγραφέας («Το πρώτο φιλί», «Τι πάθος ατέλειωτο», «’55» κ.ά.)
https://www.youtube.com/watch?v=-QzAlOw39c8


Φτιάχνω κάτι μπουκάλια με ρετσίνα γεμάτα γόπες από τσιγάρα. Είναι αρκετά απλά επιλογή: στα τενεκάκια μπίρα δεν βλέπεις αν το γέμισες, τα πλαστικά μπουκάλια και ποτήρια λιώνουν από την κάφτρα, το σταχτοδοχείο είναι ξέχειλο και το πάτωμα πλαστικό, καίγεται, και είμαι στο νοίκι. Κάποτε με ζήτησαν ένα τέτοιο μπουκάλι για να γίνει ινσταλέησον στο Fine Arts, αλλά πώς θα γίνει ινσταλέησον δίχως εμένα να το ταϊζω, την παρέα του; Στο κάτω κάτω ένα μπουκάλι είναι, ο καθένας μπορεί να φτιάξει κι από ένα ίδιο. Αλλά βλέπει ο καθένας σε αυτό τα ίδια πράγματα με μένα;


Κάνω εκκαθαρίσεις και βρίσκω πράγματα. Αυτό το flyer από το 1997 μου φαίνεται ότι είναι η πρώτη τόσο δημόσια χρήση της λέξης queer στην Ελλάδα. Βεβαίως υπήρξε μια παρεξήγηση: εγώ νόμιζα ότι κουήρ θα πει να είσαι πιτσιρίκος, με πολλά πήρσινγκ, αφάνταστα οργισμένος και στραβωμένος, πολιτικά ριζοσπάστης, να φοράς άρβυλα και να σκεφτεσαι όλη την ώρα σεξ. Και όλοι ξέρουμε ότι, οϊμέ!, αυτό δεν ισχύει ακριβώς. Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν ότι κανένας δεν ήξερε καν τη λέξη που τόσο εμβληματικά κυριαρχούσε στο flyer. Έτσι παρόλο που η rave σκηνή ήταν στα ντουζένια της και παρόλο που dj θα ήταν αγαπημένος αναρχοχριστιανός από το πιο ενημερωμένο δισκάδικο της πόλης (ECXATON PRODUCTIONS, ωχ μανα μ’), συνέβη αυτό που κάθε παιδάκι τρέμει ότι θα συμβεί στο πάρτι γενεθλίων του: δεν πάτησε ούτε γάτα. Ούτε κουνούπι. Τίποτα. Αλλά πλάκα πλάκα κατάλαβα κάτι, ότι ίσως να είμαι αλλόκοτος, ίσως να είμαι εγώ αυτό που ψάχνω και – πού θα πάει – θα τους βρω κάποτε και τους άλλους. Για την ιστορία, δεν έκλαψα που δεν ήρθαν τα παιδάκια στο πάρτυ: “Όταν βαράει η μπότα από την trance με πιάνουν τα νεύρα μου” είπε ένα γκαρσόνι αρκετά φωναχτά ώστε να το ακούσουν όλοι. Κι όταν βαραει η μπότα από την trance ανυπομονούν κι οι δικές μου μπότες να βαρέσουν. Νομίζω γεννήθηκα σε λάθος εποχή, ρε γαμώτο…