Latest Posts

To queer or not to queer?

“Η αντίσταση δεν είναι μια απλή άρνηση, είναι μια δημιουργική διαδικασία” – Μισέλ Φουκώ

Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Γιώργο Τσιτιρίδη, συνεργάτη μου σε αυτό το περιοδικό, ήταν πριν από δέκα περίπου χρόνια, όταν αυτός ήταν ένα αγοράκι με σκουλαρίκι στο αυτί κι εγώ ένα οργισμένος 25άρης με σκουλαρίκι στη μύτη. Ήταν αργά το βράδυ και βρισκόμασταν στον θεοσκότεινο δρόμο προς Περαία, καθ’ οδόν για τα στούντιο του “Ωμέγα TV”, ενός προφητικού καναλιού τέταρτης εθνικής της Θεσσαλονίκης. Με άλλα λόγια βρεθήκαμε στα στούντιο του παππού του «Τηλεβόα», δέκα χρόνια πριν αυτός γίνει το cult κανάλι του “Παρά Πέντε”. Φιλοδοξώντας να ανεβάσει την ισχνή τηλεθέαση του “Ωμέγα TV” από 0,01% τουλάχιστον στο 0,05% μια αποφασισμένη και με πείσμα δημοσιογράφος κάλεσε για τοκ σόου μερικές “επιφανείς” πουστάρες της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και η μετριότητά μου. Το όνομα της παρουσιάστριας ήταν Κατερίνα Λάσπα. Εντελώς περιληπτικά να σας πω ότι η παρουσιάστρια, τιμώντας το επίθετό της, έθεσε μερικά πολύ σοβαρά ερωτήματα όπως ποιος από εμάς είναι παθητικός και ποιος ενεργητικός. Δέκα χρόνια μετά, στη χρυσή επέτειο εκείνης της εκπομπής, και δυο χρόνια μετά τη δημόσιο σχολιασμό της Τατιάνας Στεφανίδου ότι “αναγούλιασε” με το φιλί στο “Brokeback Mountain”, με τρώει ο κώλος μου να γράψω λίγες λέξεις.

Η δημιουργία του νεολογισμού “ομοφυλόφιλος” το 19ο αιώνα, ήταν η απαρχή της ψευδο-“επιστημονικής” μετάλλαξης μιας πράξης (σεξ μεταξύ ανδρών) σε παθολογία μιας μερίδας ανθρώπων. Ναι, και πριν τους “ομοφυλόφιλους” υπήρχαν άντρες που κάνανε σεξ μεταξύ τους και συχνά τιμωρούταν γι’ αυτό. Τιμωρούταν, όμως, για την πράξη τους. Ο καινοφανής “ομοφυλόφιλος”, όμως,δεν είναι απλά μια το υποκείμενο μιας πράξης αλλά ένα ξεχωριστό “είδος” ανθρώπου, μία ταυτότητα, με χαρακτηριστικά και υπόσταση μετρήσιμα, αξιολογήσιμα, κατατάξιμα και αναγνωρίσιμα. Οι ίδιοι οι ομοφυλόφιλοι έπεσαν στη φάκα, και μαχητικές γκέι προσωπικότητες όπως ο Γερμανός Μάγκνους Χίρσφινλνττη δεκαετία του ’30, βοήθησαν στην εντατικοποίηση του διαχωρισμού που έφτασε πια να μιλά για το “Τρίτο Φύλο”. Ο ομοφυλόφιλος χαρακτήρας βρέθηκε σε θέση παρατήρησης, εξέτασης και σχολιασμού τρίτων για αυτόν χωρίς ο ίδιος να έχει δικαίωμα να ομιλεί – ή, όταν ομιλεί, να υιοθετεί με αντεστραμμένο πρόσημο τον μη-ομοφυλόφιλο λόγο. Ο φαντασιακός “ομοφυλόφιλος” υπήρξε (και δυστυχώς, εν μέρει, είναι ακόμα) ένα αφόρητα αντιφατικό ον, όχι μια φυσική πραγματικότητα αλλά μια φαντασιακή προβολή. Ο “ομοφυλόφιλος” είναι μια δίχως νόημα κατασκευή που η λειτουργία της είναι να συνοψίζει και να υπογραμμίζει με αρνητικό πρόσημο το πολιτισμικό νόημα της ετεροφυλοφιλίας, ενσωματώνοντας οτιδήποτε “άλλο” και “διαφορετικό” από αυτή. Με άλλα λόγια ο “ομοφυλόφιλος” είναι μια ταυτότητα δίχως ουσία, εντούτοις πάρα πολύ χρήσιμη.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι γκέι έχουν εγκλωβίσει τον εαυτό τους σε αυτή την ταυτότητα χωρίς νόημα. Μια ταυτότητα που, στο ακτιβιστικό της κομμάτι, δεν ποθεί να βγει από τη θέση στην οποία έχει ταξινομηθεί, να διαρρήξει τα όρια που της έχουν υποδείξει, αλλά ποθεί να αποδείξει (σε αυτούς που προφανώς μετράει ο λόγος τους) ότι είναι εξίσου έγκυρη. Η ωσμωτικά πολλά υποσχόμενη ρήση των αντρών,των πραγματικών αντρών, ότι “πούστης δεν είναι αυτός που το έκανε, αλλά αυτός που του άρεσε”, έχει αντικατασταθεί με την ερώτηση που ακούς παντού: “είναι” ή “δεν είναι γκέι”;Η δίχως νόημα γκέι ταυτότητα γεννοβολάει πλέον με ρυθμούς πυροβόλου πράγματα που είναι”γκέι”. Και δεν υπάρχει έλλειψη από αυτά. Όπως λέει ο αγαπημένος μου Mark Simpson,

Τώρα έχουμε γκέι μπαρ,γκέι ιερείς, γκέι τηλεόραση, γκέι ποδόσφαιρο,γκέι ραδιόφωνο, γκέι επιδημίες, γκέι εγκεφάλους, γκέι μπίρες, γκέι λάιφστάιλ, γκέι serial killers, γκέι βίντεο, γκέι ψυχολόγους, γκέι βουλευτές, γκέι περιοδικά, γκέι υδραυλικούς, γκέι αστέρες της ποπ, γκέι διακοπές, γκέι θεατρικά έργα, γκέι νεολαία, γκέι διαφημίσεις, γκέι μυθιστορήματα, γκέι κλαμπ, γκέι προφυλακτικά, γκέι σπουδές, γκέι στρατιώτες, γκέι επαγγελματίες,γκέι περιοχές, γκέι μπουτίκ, γκέι σημαίες, γκέι χτενίσματα, γκέι πόλεις, γκέι χρήμα και, φυσικά,τον γκέι τύπο όπου όλα αυτά τα γκέι πράγματα,και πολλά άλλα επίσης, παρουσιάζονται, συνεντευξιάζονται, προωθούνται και… καταγράφονται ενθουσιωδώς.

Τα έχει πάρει ο Mark στο κρανίο, υπερβολικά, αλλά καταλαβαίνετε την κεντρική ιδέα. Ο David Turner, εκ των συντελεστών του “Κράξιμο”, μου είχε πει ότι το επαναστατικότερο πράγμα που μπορεί να κάνει μια αδερφή σήμερα είναι να παντρευτεί [άτομο του αντίθετου φύλου]. Δεν θα συμφωνήσω μαζί του,αλλά παρατηρώ ότι όσο πιο ορατό γίνεται το γκέι, τόσο περισσότεροι γίνονται οι άνθρωποι που το εγκαταλείπουν. Υπάρχει μια μετακίνηση της θέσης του «ομοφυλόφιλου» από αυτή του αντικειμένου σε αυτή του υποκειμένου που υπόσχεται μια νέα σεξουαλική «ταυτότητα» σε όσους γαμιούνται ή ερωτεύονται με άτομα του ίδιου φύλου, μια ταυτότητα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ορισμού του περιεχομένου της. Αυτή η πραγματικά δίχως περιεχόμενο ταυτότητα εκμεταλλεύεται τον χώρο που εκκενώνει ο αντιφατικός «ομοφυλόφιλος» για να πάρει μια θέση που ορίζεται απολύτως σχετικά, από την απόσταση και τη διαφορά της από το καθεστώς.

Η σεξουαλική ταυτότητα μπορεί να συνταχθεί τώρα όχι με ουσιοκρατικούς όρους αλλά με όρους αντιπαράθεσης, όχι με το “τι” είναι, αλλά με το “πού” είναι και το “πώς” είναι. Όσοι συνειδητά καταλαμβάνουν μια τέτοια περιθωριακή θέση/αντίθεση με καθαρά συγκρουσιακό χαρακτήρα, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι γκέι αλλά queer.

Χαμένος στο βρακί σου

Είμαι αρκετά μεγάλος ώστε να θυμάμαι τον Νίκο Αναστόπουλο. Ο Νίκος ήταν ο εμβληματικότερος Έλληνας ποδοσφαιριστής της εποχής του, κάπου στα ’80s. Ήταν επίσης το δίχως άλλο ο πρώτος Έλληνας μετροσέξουαλ, σε μια πρώιμη, ακατέργαστη εκδοχή του είδους. Όχι, ο Νίκος δεν είχε αποτριχωμένα πόδια και στήθος, ούτε designer γένια τριών ημερών. Στην πραγματικότητα ο Νίκος ήταν τόσο εξαίσια τριχωτός που στις μέρες μας θα τον συνελάμβανε η fashion police για την επική φλοκάτη του. Επιπλέον είχε ένα μουστάκι που η μόνη λέξη που αποδίδει τη θέση του ως power symbol είναι η αρχαιοπρεπής «μύσταξ».Ήταν αυτός ο 100% άνδρας που θα επωμιζόταν μιαν αποστολή «λεπτότερης» φύσης: όλοι εμείς οι επιζώντες των «βαριά αρωματισμένων» θερινών διαδρομών του ΟΑΣΘ θυμόμαστε πολύ καλά τον Νίκο να κάνει κάτι τόσο απλό, σωτήριο αλλά κα-θόλου δεδομένο για την Ελλάδα των ζιβάγκο του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Να φοράει ΑΠΟΣΜΗΤΙΚΟ.

Μόνο ένας γνήσιος αρσενικός σαν τον Νίκο θα μπορούσε να προτείνει στον υπόλοιπο ανδρικό πληθυσμό ότι μπορεί να χρησιμοποιεί και άλλα προϊόντα περιποίησης πέρα από την αγία τριάδα:σαπούνι – αφρός ξυρίσματος – άφτερ σέηβ. Εκείνη την αγνή εποχή η θύμηση της χούντας ήταν ακόμα νωπή, μαζί με τις ενδυματολογικές απόψεις της, όπως αυτές παρατίθενται σε βιογραφικά βιβλία σαν τον «Καιάδα» του Λουκά Θεοδωρακόπουλου. Οι συλληφθέντες «τοιούτοι» κατατάσσονται σε «από πάνω» και «από κάτω» με κριτήριο αν φοράνε σώβρακο ή σλιπ.

Σήμερα, το 2010, ο ανδρικός πληθυσμός της Ελλάδας μοιάζει να κυνηγά λαχανιασμένος την υπερταχεία του ανδρικού ναρκισσισμού, αν πι-στέψουμε τα εντυπωσιακά ποσοστά αύξησης πωλήσεων ανδρικών καλλυντικών. Και τα ποσοστά αποτριχωμένου στήθους στις παραλίες θα πρόσθετα. Μόνο που όλα αυτά είναι so last year. Το ανδρικό σώμα που παρουσιάζεται, αποενοχοποιημένα, γυμνό και ελκυστικό (στην πραγματικότητα ένα σώμα που επιθυμεί ανοιχτά να το επιθυμούν) είναι μια ευχάριστη αλλαγή, αλλά δεν είναι πλέον αρκετό (για τις εταιρίες). Δεν είναι αρκετά τολμηρό. Ή διεγερτικό.

Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι: γυμνασμένοι, ιδρωμένοι, ξυρισμένοι, λαδωμένοι και τέλεια χτενισμένοι άντρες ομαδικά στα αποδυτήρια με την τεστοστερόνη να έρπει σαν ομίχλη στο υγρό πάτωμα. Η D&G νοίκιασε την Εθνική Ιταλίας και υποσχέθηκε την πραγματοποίηση της υπέρτατης γκέι φαντασίωσης. Αν ο metrosexual διατεινόταν ότι φρόντιζε εαυτόν για χάρη του γκομενακίου, εδώ έχουμε να κάνουμε με απροκάλυπτες αναφορές στο σκληρό γκέι πορνό.

Θα μπορούσε ο νεκρός χρόνος της «Αθλητικής Κυριακής» να μετατραπεί σε κάτι πιο ενδιαφέρον αλλά πάλι αθλητικού περιεχομένου; Αν έκαναν πειρατεία οι αδερφές στην εκπομπή ασφαλώς, αλλά ευτυχώς δεν χρειάζεται να κάνουμε τέτοια παραληρηματικά σενάρια: όλο και περισσότεροι αθλητές, ιδιαίτερα οι ποδοσφαιριστές (που είναι Αθλητές με κεφαλαίο «Α»), αναγνωρίζουν και φλερτάρουν με τους γκέι οπαδούς τους. Να πω για τον David Beckham; Ή για τον Freddie Ljungberg; Ετεροφυλόφιλοι με πιστοποιητικό και οι δύο, πόζαραν αμφότεροι για το εξώφυλλο του εγγλέζικου γκέι περιοδικού “Attitude” (το 2002 και το 2006 αντίστοιχα). Ο παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών άσος του ράγκμπι Ben Cohen πόζαρε για τολμηρό ημερολόγιο που στόχευε στους γκέι άντρες. Και πάει λέγοντας.Το να είσαι αντικείμενο του πόθου για ομοφυλόφιλους δεν ήταν κάτι που θα έβαζες στο βιογραφικό σου μέχρι πρόσφατα. Λοιδορίες από τους άλλους, ίσως ξεσπάσματα οργής από εσένα. Αλλά όπως πολύ όμορφα το γράφει ο Mark Simpson όταν αναλύει τον νεολογισμό “sporno” (“sports porno”) “φαίνεται ότι τώρα σημαίνει ότι δεν σου αξίζει μόνο η αγάπη αλλά ότι αξίζεις και πολλά λεφτά”.

Ας αφήσουμε για λίγο κάτω το τελευταίο Dieux du Stade (τοποθετώντας και τα δύο χέρια πάνω στο τραπέζι) και ας στρέψουμε τη σκέψη μας σε έναν πολιτικό άνδρα, τον Απόστολο Κακλαμάνη. “…πού οδηγείται η χώρα με ανθρώπους που δεν ξέρουν την ιστορία του τόπου, που τους έχουμε παραδώσει στα κανάλια στους δήθεν γκέι, τις δήθεν ωραίες κυρίες, …”. Τι εννοεί ο ποιητής με τους “δήθεν γκέι” ; Ή όπως το θέτει ο Mark Simpson:

Το ανδρικό σώμα έχει γίνει πλήρως και πραγματικά, για να μην πω με γούστο, ένα εμπόρευμα. Μετά από δεκαετίες φετιχισμού από τους γκέι άνδρες, οι αθλητές είναι αντικείμενα φετίχ του ίδιου του εαυτού τους. Ήταν πιθανώς αναπόφευκτο. Οι άνδρες είναι παραδοσιακά το πιο ευαίσθητο σε οπτικά ερεθίσματα φύλο – και κατά μακρόν οι μεγαλύτεροι καταναλωτές πορνό. Κι έτσι γιατί να μην ξεμπερδέψεις με τις γυναίκες στο ενδιάμεσο και να “πορνοποιήσεις” τον εαυτό σου; Χάρη στην υπέροχο αρσενικό δυναμικό του sporno, εκατομμύρια αγοριών και ανδρών σε όλο τον κόσμο αγοράζουν εξημμένοι ρούχα και εσώρουχα που φοράει ή υπογράφει ο ήρωάς τους.Και πώς θα μπορούσε ένας άντρας, οποιοσδήποτε άντρας, να αντισταθεί στην έλξη ενός spornostar; Οι spornostar διαθέτουν όλα όσα θα ήθελε ένας σημερινός άντρας: νιάτα, ρώμη, χρήμα, φήμη, εμφάνιση, εξίσου όμορφα αδερφικά φιλαράκια, λαμπερούς παρτενέρ – και τα τηλέφωνατων κορυφαίων φωτογράφων και στυλιστών.

Τελικά είναι επιλήψιμο και ποταπό να ονειρεύεσαι τα βράδια τις μπουτάρες του δικού σου ”sporno” star; Αν ρωτήσεις τον Σωκράτη (που γύριζε “από το κυνήγι του όμορφου Αλκιβιάδη” όπως μας έμαθαν στο σχολείο), αθλητισμός και λατρεία του γυμνού αντρικού σώματος είναι αδιαίρετες έννοιες. Οι παλαίστρες στην αρχαία Αθήνα ήταν ένας πρώτης τάξεως χώρος για ψωνιστήρι. Και φυσικά τα ρούχα κατέστρεφαν την εμπειρία στους Ολυμπιακούς, και για τους αθλητές και για τους θεατές. Οπότε αγωνίζονταν γυμνοί. Αν έχεις εκπληρώσει το στοιχειώδες καθήκον σου να έχεις δει στρέητ τσόντα με τους συμμαθητές σου, τότε θα γνωρίζεις ότι πολλές γυμνές γυναίκες που τρίβονται ισούνται με κάβλα. Οι φωτογραφίες των Dieux du Stade είναι ίσως η σειρά των κυριών να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Η ηδονοβλεπτική θεώρηση καταστάσεων “άντρας προς άντρα” φαίνεται ότι ανάβει εξ’ ίσου και κατ’ αντιστοιχία τις γυναίκες. Τα 200.000 αντίτυπα του ημερολογίου του 2007 αφήνουν λίγα περιθώρια για άλλες υποθέσεις.Υπάρχει, όμως, κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον στις φωτογραφίες αυτές:

Αυτή η αμιγώς αρσενική επιδειξιομανία, προς όποιον και αν απευθύνεται,γκέη/στρέητ/μπάη/θηλυκό/αρσενικό είναι τόσο γοητευτικά, υποτακτικά πρόθυμη να ευχαριστήσει. Ειδικά από παλληκάρια που ζούνε μέσα από τη δράση και την παρώθηση να κυριαρχούν.

Κολυμπώντας μέσα στα ευρώ, τα μοντέλα-αθλητές ξεχνούν ότι παραδίδουν ό,τι πολυτιμότερο θεωρείται ότι διαθέτει ο άντρας, την πρωτοβουλία και την κυριαρχία, στις πολυεθνικές που τους νοικιάζουν και στα χέρια στυλιστών, διαφημιστών, φωτογράφων και λοιπών. Αντικρίζουν παθητικά τον φακό, αφήνουν το κεφάλι τους να γείρει στον ώμο του συμπαίκτη τους, τα χέρια του να ξεκουράζονται πάνω σε αυτόν τον υπέροχο πέτρινο πισινό τους. Με άλλα λόγια, παίζουν με τη φωτιά. Αυτός είναι ο λόγος που όλοι αυτοί οι “παθητικοί” αθλητές-μοντέλα είναι, πρέπει να είναι, εγγυ-ημένα ετεροφυλόφιλοι. Όπως και ορισμένοι πρωταγωνιστές σε τσόντες, είναι “εξ ανάγκης” δήθεν γκέι, μέχρι να πάρουν το χρήμα και να φύγουν. Με άλλα λόγια, μια ορισμένη δόση ομοφοβίας είναι απαραίτητη για να λειτουργήσουν οι διαφημίσεις στις οποίες πρωταγωνιστούν: η εταιρίες θέλουν ν απετύχουν την πρόκληση, την αντίδραση, το σοκ, το ξάφνιασμα ίσως και τον φόβο. Ιδού κάποιοι γενναίοι άντρες που έκαναν μια βόλτα στην gayland και γύρισαν αλώβητοι. Οι προκλητικές εικόνες, μερικές κατάφωρα πρόστυχες, προκαλούν έντονο άγχος στους ετεροφυλόφιλους άντρες. Οι οποίοι,για να αποδείξουν ότι δεν γουστάρουν τους κοιλιακούς, τις φάτσες τους, το “πακέτο” κλπ, κάνουν το μόνο ηθικό και νόμιμο: βγάζουν βιαστικά την πιστωτική, αγοράζουν το σλιπάκι και φεύγουν τρέχοντας.

Οι διαφημίσεις αυτές απευθύνονται και σε ετεροφυλόφιλους και σε ομοφυλόφιλους άντρες, καθώς και σε ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Κάθε κατηγορία μπορεί να έχει τη δική της ερμηνεία και τη δική της αντίδραση απέναντί τους. Ο καπιταλισμός, όμως, είναι εργοδότης ίσων ευκαιριών: εφ’όσον καταλήγεις στο ταμείο, τότε “όλα καλά”, χίλιοι καλοί πελάτες χωράνε.

Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων

Totally hearbroken. ο φανταστικός μου εραστής μόλις πέθανε στο νοσοκομείο της Αμιέν. και γαμώ τα γκομενάκια.

Εγώ, θα θαθ το πω. Αγαπώ τουθ ομοφοβικούθ. Αγαπώ αυτούθ που μου έκαναν αυτό. Γιατί; Διότι δεν αγαπώ τουθ φίλουθ των πούθτηδων. Κάτι τύπους θαν κι εθάθ. Οι φίλοι των πούθτηδων λένε: α, εμείθ αγαπάμε πολύ τους πούθτηδες, αμέ, και δεν λένε καν πούθτηδεθ, λένε ομοφυλόφιλουθ. Μπλιάχ. Θέλουν να έχουν θέθη θτην κοινωνία και να έχουν δικαιώματα όπωθ εμείθ, διότι είναι ανθρώπινα όντα όπωθ εμείθ. Είναι καλοί. Αλλά όχι! Οι πούθτηδεθ δεν είναι ανθρώπινα όντα όπωθ εθείθ, είναι όπως οι εκθωγήινοι: είναι διαφορετικοί, άλλο πράγμα. Δεν δέχονται τα δικαιώματα των φίλων των πούθτηδων. Είναι όλοι θτερημένοι, δεν μαθ αγγίδουν ποτέ, μαθ κοιτάδουν από μακριά, λένε: θαθ αγαπάμε. Αλλά αν μαθ αγαπάτε, ελάτε να μαθ γαμήθετε. Ενώ οι ομοφοβικοί λένε: θάνατοθ θτους πούθτηδεθ. Ήδη, εκείνοι, μαθ αποκαλούν πούθτηδεθ, είναι κουλ, ευχαριθτώ. Ύθτερα, μαθ αγγίδουν, μαθ θπάνε τα μούτρα, είναι θαν να μαθ γαμάνε. Εμένα προθωπικά μου αρέθει πολύ. Λέω ευχαριθτώ. Αγαπώ πολύ τουθ ομοφοβικούθ, είναι οι αληθινοί μαθ φίλοι. Και…

Δεκαετία του ’80: Οι νεκρολογίες στον γκέι τύπο του Σαν Φρανσίσκο για τους μαζικούς θανάτους ομοφυλόφιλων από ένα μυστηριώδες σύμπλεγμα ασθενειών καταλαμβάνουν ολόκληρες σελίδες. Μια γενιά ομοφυλόφιλων ζει, μαθαίνει να ζει, με τη βεβαιότητα ότι αντιμετωπίζει βέβαιο θάνατο. Θάνατο από αυτό που αρχικά αποκαλείται “ο γκέι καρκίνος” και κατόπιν, το 1982, θα ονομαστεί AIDS.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=N6LOiK5cf2k]

Και κατόπιν “ΣΙΩΠΗ = ΘΑΝΑΤΟΣ”, το σύνθημα μιας γενιάς που ζει, που μαθαίνει να ζει, απαιτώντας, από τη μια, καλύτερη περίθαλψη και θεραπείες και, από την άλλη, αναγνώριση μέσα από την ορατότητα και την ανοιχτή δράση. Είναι το δεύτερο κύμα ακτιβισμού στην εποχή μετά το Stonewall και τα πρώτα gay pride. Είναι η εποχή όπου απλά δεν σε παίρνει να το βουλώνεις, όπου έχεις ηθική και πολιτική υποχρέωση να μην το βουλώνεις – πράγμα που ισχύει φυσικά και για τους γκέι συγγραφείς της εποχής.

Σήμερα διανύουμε την εποχή που το AIDS έχει μετατραπεί σε μια χρόνια πάθηση και δεν είναι πια “Διάγνωση Θανάτου” – όπως απέδωσε στα ελληνικά η τηλεόραση τον τίτλο της 80s γκέι ταινίας “Longtime Companion”. Υπάρχουν πλέον συνδυαστικές θεραπείες και αποτελεσματικά κοκτέιλ φαρμάκων. Και μαζί με αυτά, ή χάρις σε αυτά, υπάρχουν οι “barebackers” που απολαμβάνουν τις ηδονές του σεξ δίχως προφυλάξεις, οι “bug chasers” που αποζητούν ενεργά να μολυνθούν από τον HIV και οι “gift givers” που μεταδίδουν κατόπιν συμφωνίας τον ιό σε άλλους. Πράγμα που σημαίνει ότι η λογοτεχνία των 80s έχει αρκετό δρόμο να καλύψει και πολλά ασταθή νεοσύστατα εδάφη να εξερευνήσει.

“Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων” του Tristan Garcia (εκδόθηκε στη Γαλλία το 2008) ξεκινά από τα 80s και, μέσα από τις ζωές τεσσάρων ανθρώπων, καλύπτει δυόμιση δεκαετίες ριζοσπαστισμού, άφθονου γκέι σεξ και και προδοσίας – σεξουαλικής, πολιτικής, και φυσικά πολιτικά σεξουαλικής.

Δεν βλέπεις πόσο σπαστικός είναι ο κόσμος, δεν βλέπεις πόσο προσποιούνται όλοι. Υπάρχει ένα είδος φουσκωμένης υποκριτικής καπότας, πάνω σε όλο τον πλανήτη. Όλοι θα ψοφήσουμε, μακροπρόθεσμα, δεν θυμάμαι πια ποιος το έλεγε αυτό. Υπάρχουν τα νιάτα που θέλουν να ξεφαντώσουν κι ο κόσμος που πεθαίνει χωρίς να λέει τίποτα κι όλοι αυτοί που ψιθυρίζουν μήπως και ενοχλήσουν κανέναν. Δεν έχεις πια το δικαίωμα να καπνίζεις, δεν μπορείς πια να τρέχεις γρήγορα στο δρόμο με το αυτοκίνητό σου, δεν μπορείς να πεις “πούτσος” σε ένα αγοράκι χωρίς να σε χώσουν στην στενή, κι έχεις τους μπάτσους τύπου Ντομινίκ που το βρίσκουν φυσικό, που σου λένε πώς να γαμάς, που θέλουν να βάλουν τους πούστηδες να συνεργαστούν με την κοινωνία, για να ζήσουν, για να επιβιώσουν. Όμως, γαμώτο μου, είναι σαν τους χοντρομαλάκες του ’68 που καταλήγουν στη Γερουσία, που κάνουν κουμάντο, που διαχειρίζονται τα πράγματα παρέα με τη γυναικούλα τους, τη φαμίλια τους και την γκομενίτσα τους…, για κοίτα, κάποιον μου θυμίζουν αυτά.

Ορίστε ο Ουίλιαμ Μίλερ, ή Γουίλ: ο πιο νέος απ’ όλους και ο πρώτος που γνωρίζουμε, ένα επαρχιωτόπαιδο που ξεκινά να “κατακτήσει” το Παρίσι το 1989. Μετά είναι ο Ντομινίκ Ρόσι: μέλος του ΚΚ στα 70s, τον οποίο κερδίζει κατόπιν η γκέι νυχτερινή ζωή του Παρισιού για μια δεκαετία, μολύνεται με τον HIV και το γυρνά στον μαχητικό ακτιβισμό AIDS. Ζαν Μισέλ Λεμποβίτς: καθηγητής, φιλόσοφος, εκπεσών αστέρας της αριστεράς. Και η αφηγήτριά μας, η Λιζ Λεβαλουά, δημοσιογράφος με την προνομιακή θέση ως φίλη του Γουίλ, συνάδελφος του Ντομινίκ, ερωμένη του Λεμποβίτς – με κάθε δικαίωμα δηλαδή να αφηγηθεί με εγκυρότητα την ιστορία των τεσσάρων, των εξής δύο, του Γουίλ.

Για ένα χρόνο, ο Γουίλι κοιμόταν έξω, κοντά στον Γκαρ ντυ Νορ, στα κτήρια όπου είχαν κάνει κατάληψη οι χρήστες του κρακ. Μάθαινε να φτύνει το σύστημα.

Ξεχώριζε με την εμφάνισή του. Πρώτα ξύρισε τα μαλλιά του και στεκόταν με το κεφάλι ψηλά· είχε ωραίο θώρακα με τονισμένους μυς. Ισχυριζόταν πως είναι καλλιτέχνης, κάτι που σήμαινε: είμαι σε ρήξη με την κοινωνία. Έλεγε πως έγραφε διάφορα πράγματα, πως ετοίμαζε κάτι κόλπα. Κάτι σαν εγκατάσταση, όπως έκαναν οι περφόρμερ που είχε γνωρίσει στο υπό κατάληψη κτήριο. Ήθελε να ουρλιάζει στίχους πάνω στους ήχους ροκ μουσικής, έτσι μου φαίνεται. Αλλά δεν υπήρξαν πια ροκ συγκροτήματα.

Γιατί ο κεντρικός άξονας του “Μίσους” — όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου στο πρωτότυπο – είναι η φθορά και διάλυση της ερωτικής σχέσης των Γουίλ και Ντομινίκ. Ο τελευταίος είναι πλέον ηγετική μορφή στον ακτιβισμό για τα γκέι δικαιώματα και της οργάνωσης Stand για την προφύλαξη από τον HIV. Ο πρώτος, ιδιωτικά, δημόσια, στον τύπο, είναι απέναντί του, μιας και στο μυαλό του Γουίλ τα προφυλακτικά είναι ένα κανονιστικό εργαλείο της ετεροκανονικότητας.

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου με μια σεξουαλική ζωή safe. Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που παίρνουν ναρκωτικά, που τους αρέσει να ρισκάρουν και το σεξ χωρίς προφυλάξεις αποτελεί μέρος αυτού του ρίσκου. Καταλαβαίνεις, αυτή είναι η επιλογή μου. Δεν είναι πως δεν μου αρέσουν οι καπότες, ένα κομμάτι καουτσούκ είναι στο κάτω κάτω, αλλά η διαφορά ανάμεσα στο γαμήσι με ή χωρίς καπότα, είναι πραγματικά τεράστια. Και το να ισχυρίζεται κάποιος, εδώ και χρόνια, πως δεν υπάρχει διαφορά είναι σκέτη βλακεία

Ο Garcia γεννήθηκε το 1981, που πάει να πει ότι δεν έχει αναμνήσεις από την προ-AIDS εποχή. Κι εγώ ίσα που το πρόλαβα στα παιδικά μου χρόνια. Αλλά κρίνοντας από τις αφηγήσεις των μεγάλων, κι απ’ ό,τι έζησα στα 20s μου, απ’ ό,τι έζησε ο καθένας που είχε πολιτικοποιημένα 20s, όλα είναι εδώ – είτε βρισκόσουν στο Παρίσι είτε στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη: η ένταση των νιάτων, της διανοητικής υπεροψίας και της περιπετειώδους σεξουαλικότητας· η έκπληξη και παγωμάρα εμπρός στον ιό· οι επικές διαμάχες των ακτιβιστών.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=k8TBmeK9Abg]

Ο Garcia γεννήθηκε το 1981, που πάει να πει ότι δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι ούτε τις θλιβερές, σώφρονες αποφάσεις της μέσης ηλικίας. Στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου ο συγγραφέας κοιτάζει κατάματα τον 40άρη ριζοσπάστη, με βαθειά κατανόηση και συμπάθεια, μεταδίδοντας στον αναγνώστη το δράμα της αδύνατης επιλογής που πρέπει να κάνει μέσα σε μια εχθρική κοινωνία: είτε θα περιθωριοποιηθεί σε βαθμό αφανισμού είτε θα βουτήξει στα ασφαλή νερά του mainstream.

Πρώτα πρώτα είδα τις μικρές κηλίδες και τις πληγές πάνω στα αδύνατα μπράτσα του.

Βλακωδώς, πίστεψα ότι είναι τατουάζ, προτού καταλάβω.

“Λίζ!”, φώναξε. Ήταν πάρα πολύ, πάρα πολύ ευχαριστημένος. Με φίλησε. “Γεια, γειά, είναι κουουουλ, γαμώτο κουλ.”

Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι του και έτρωγε κομπόστα από μήλα.

“Γεια σου Γουίλ”, είπα και κάθισα πλάι του.

Μ’ αγαπάς;

– Μ’ αγαπάς; τον ρώτησα.
– Όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
– Μα εσύ δεν αγαπάς τίποτα.
– Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=cq3FlgXGTd0]

Είμαι ευτυχισμένη

Έχω βρει στο ράδιο εξαίσιο σταθμό, εκπέμπει τα τραγούδια π’ αγαπώ.

Τις Τρίτες τα απογεύματα μπορείτε να με βρείτε στο κέντρο της πόλης, εκεί γύρω από την Καρόλου Ντηλ. Τις Τρίτες τα απογεύματα πηγαίνω στην αναλύτριά μου. Τις Τρίτες τα απογεύματα (και όλη τη μέρα πριν) είμαι να μην μου μιλάς. Όλο το “Αυτό” που μαζεύεται όλη τη βδομάδα, κουνιέται, βράζει, αφρίζει μέσα μου, ασφυκτιά να βγει σαν την μπίρα μέσα στο κουνημένο μπουκάλι. Είναι σαν το κατούρημα: σφίγγεσαι αλλά άμα αρχίσεις να αδειάζεις τη φούσκα σου δεν μπορείς να το σταματήσεις. Και αυτό έπαθα την προηγούμενη Τρίτη. Τα έκανα πάνω μου.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=S6lOc6zwUtc]

Τρίτη απόγευμα λοιπόν. Είμαι στο τιμόνι και οδηγώ, σφεντόνα από τη δουλειά, και ψάχνω να παρκάρω. Έχω βάλει Kap Bambino να παίζει. Ω, πόσο μου αρέσουν οι Kap Bambino! Τώρα τσιρίζουν το Neutral. Ω, πόσο μου αρέσει το Neutral! Κι αυτό το αγόρι με τις τζίβες μου αρέσει, το αγόρι που σχεδόν έπεσε πάνω μου, ω! πόσο μου αρέσει είναι τόσο γλυκό άμα ξαπλώσουμε μαζί θα πιάνω τις τζίβες του και θα στρίβω τρυφερά το κεφάλι του “από εδώ”, “από εκεί” θα μου χαμογελά “μη με πειράζεις” μα εγώ θα τις τραβάω σκανταλιάρικα για να κάνει γκριμάτσες δήθεν “πονάω” νομίζω αγαπάω αυτό το αγόρι είμαι τόσο συγκινημένος που το αγαπάω – όχι! δεν το αγαπάω σκέτο, είμαι ερωτευμένος, σχεδόν πληγωμένος που δεν είναι τώρα δίπλα μου – και δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου δεν είναι αναφιλητά δεν είναι λυγμοί είναι σαν να φυσάει βαρδάρης στα μούτρα μου σαν να έχει μπει ένα σκουπιδάκι και απλά τρέχουν τα μάτια μου σαν να ξεχειλίζει από μέσα μου αυτή η αγάπη για το αγόρι από κάθε πόρο του δέρματός μου κι από τα μάτια είναι ακόμα πιο ασυγκράτητο. Και μετά σκέφτηκα τις συντρόφισσες και τους συντρόφους μου, ω! πόσο τους αγαπώ κι αυτούς, είναι ένα καρουζέλ τώρα από πρόσωπα που περνάνε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου από μπροστά μου, θέλω να πάρω τηλέφωνο την Φ., την Ι., τον Δ., αλλά τα μάτια μου τσούζουν από το κλάμα και τα χέρια μου είναι μούσκεμα που σκουπίζω τα μούτρα μου και είμαι τόσο ευτυχισμένος που δεν θα ξέρω τι να πω, ω! παναγίτσα μου και χριστούλη μου και όλα τα σχετικά που μου μάθανε να λέω σε τέτοιες στιγμές, δεν αντέχω άλλο ουρλιάζω πνίγομαι είμαι τόσο χαρούμενος που σας μισώ όλους σας που δεν μπορώ να μοιραστώ τώρα αυτή τη χαρα μου ζεσταίνομαι με ενοχλούν τα ρούχα μου με καλύπτουν χώσ’το εδώ το κολοαμάξι πετάγομαι έξω μαζεύω το μπλουζάκι πίσω από το λαιμό και ξεχύνομαι στον δρόμο.

Εκεί έξω στο δρόμο έχει πολύ κόσμο. Πάνε πάνω, πάνε κάτω, δεξιά, αριστερά… περιμένουν στα φανάρια… μετά ξεκινάνε όλοι μαζί να πάνε απέναντι… Με αποφασιστικότητα, με προσήλωση, με συντονισμό. Ω! Παναγίτσα μου και χριστούλη μου, είμαι στο κέντρο μιας μυρμηγκοφωλιάς με όλα αυτά τα έντομα να μη σταματάνε να “πηγαίνουν κάπου” με πείσμα. Έρχεται κατά πάνω μου η μαμά-μυρμήγκι μπροστά μου με τα έξι τριχωτά πόδια και το μαύρο γυαλιστερό κεφάλι με τις κεραίες κρατάει με τσάντα και κάτι σατανικό και evilβγαίνει με συριγμό από τις δαγκάνες της καθώς τραβάει το παιδί της πάνω της. Είναι φρικτό, φρικτό. Φρικτό και επικίνδυνο. Είμαι παγιδευμένος. Ακολουθώ τεθλασμένη πορεία, δεν ακουμπώ κανένα τους φυσικά, δεν σταματώ πουθενά, διασχίζω διαγώνια οδοστρώματα με αυτοκίνητα που τρέχουν, παρτέρια, πεζοδρόμια, λακούβες, λάσπες, έχω κρύψει το πρόσωπό μου στις γροθιές μου αλλά, με βλέπω στην τζαμαρία, είμαι survivor φάση θα τα καταφέρω.

Εκεί έξω στο δρόμο έχει πολύ κόσμο. Πάνε πάνω, πάνε κάτω και φωνάζουν πολύ. Όλο μιλάνε. Δεν είναι έντομα, είναι ρομπότ – αλλά ρομπότ εντομοειδή. Και τρέχουν τα προγράμματά τους. Δηλαδή γελάνε, μαλώνουν, τρώνε, κοιτάνε βιτρίνες. Αλλά δεν αισθάνονται. Μέσα στο γυαλιστερό μαύρο καύκαλό τους υπάρχει ένα πηχτό πράσινο οξύ που βρομάει και τίποτα άλλο. Με έχουν εξαπατήσει, κάποιος παίζει μαζί μου.

Αυτό το σκέφτομαι πολύ έντονα εμπρός στη βιτρίνα “ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ-ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ” που από τη μέσα μεριά είναι τρεις από αυτούς και ο ένας δείχνει στους άλλους δύο κουρτίνες. Νομίζω ότι στάζουν τα σάλια μου από την ένταση και θέλω να μπουκάρω μέσα. Μέσα από την τζαμαρία φυσικά, δεν προλαβαίνω να βρω την πόρτα όλα γυάλινα τα έχουν κάνει άντε βρες άκρη τώρα εσύ σε αυτή τη συνομωσία. Θέλω να ξεριζώσω το παρκόμετρο και να μπουκάρω μέσα και να τσακίσω τα σιχαμένα ποδαράκια τους με τις τρίχες που κουνιούνται στον αέρα να το καρφώσω στα ξαφνιασμένα καύκαλά τους oh die you motherfuckers αλλά σιχαίνομαι τα ζουμιά και τις κεραίες και τις δαγκάνες αλλά αυτό πρέπει να σταματήσει δεν γίνεται άλλο αυτό το ψέμα θα σας σκοτώσω όλους, καριόληδες. Και βρίσκω μια γωνιά, όχι μακριά από τον ζητιάνο “δεν έχω να φάω”, που ζητάει να φάει από αυτή τη φυλή από παράσιτα που έχει καταλάβει την πόλη, δικός μας φαίνεται δεν τον φοβάμαι. Και βγάζω το μαχαίρι μου και σχίζω το μπράτσο μου. Όχι διστακτικά. Με μανία και σκοπό. Και ευτυχώς βγαίνει αίμα. Βγαίνει αίμα, αίμα, αίμα! Ω! Παναγίτσα μου και χριστούλη μου! Είμαι ακόμα εγώ είμαι ακόμα άνθρωπος έχω ξεφύγει χα! σας την έφερα κουφάλες! Και έχει φτάσει η ώρα και για τη συνεδρία και με έχει φέρει ο δρόμος στην πόρτα της και μπαίνω μέσα γαλήνιος, ανακουφισμένος – οι ενδορφίνες από το κόψιμο βλέπετε θα σας τα πω άλλη φορά.

“Δεν αντέχω άλλο αυτό το πράγμα, θέλω να σκοτωθώ.”

“Πώς θα το κάνεις;”

“Θα σκίσω το λαιμό μου με αυτό το μαχαίρι, θα τρέχει αίμα. Πολύ και ζεστό. Και θα είμαι μέσα σε μια γεμάτη μπανιέρα και θα με πάρει ο ύπνος κουλουριασμένος. Γιατί έχω κουραστεί. Έχω κουραστεί πολύ και θέλω να τελειώνω. Και το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ για πάντα: θα έχει ένα αιρ-κοντίσιον να φυσάει και έναν πολύ όμορφο σκύλο που θα με φροντίζει και θα με γλύφει.”

“Θέλεις να ξαναμπείς στη μήτρα. Θα ξαναγεννηθείς.”

“Και ποιος θα με γεννήσει;”

“Εγώ.”

Θα ‘θελα να είμαι με έναν άντρα δυνατό. Μου χρειάζεται ένας άντρας πολύ δυνατός που να μπορώ να θαυμάζω. Και που δεν θα γελάει με τη ζωή μου. Θα ήθελα έναν άνθρωπο που να είναι πιο πάνω από μένα και να μπορώ να τον θαυμάζω.

Μαργαρίτα Καραπάνου, Ημερολόγια

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=CoMuVq1Ynnc]

Θεσσαλονίκη Pride 2012

ΣΤΙΣ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ 1969 ΣΤΗ NΕΑ YΟΡΚΗ, μετά από μία ακόμα εισβολή μπάτσων σε ένα γκέι μπαρ (Stonewall Inn), οργισμένοι ομοφυλόφιλοι, μπάι και τρανς εξεγέρθηκαν και συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις καταστολής. Η μέρα εκείνη έγινε σύμβολο του κινήματος για την απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης και τρανς επιθυμίας. Η επόμενη δεκαετία χαρακτηρίστηκε από το ξέσπασμα ταραχών από τις κοινότητες των lgbt (lesbian, gay, bisexual, trans) και η επέτειος αυτή ήταν σταθερά αφορμή για πορείες μνήμης σε πολλές πόλεις της αμερικής. Καθώς τα πρώτα αιτήματα για κατάργηση των νόμων περί σοδομισμού και για τη θέσπιση δικαιωμάτων αφομοιώθηκαν μερικώς, οι συγκεντρώσεις αυτές μετατράπηκαν από εξεγερτικού σε εορταστικού χαρακτήρα.

Από το ’69 μέχρι σήμερα ο συντηρητισμός των δυτικών κοινωνιών έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα, με τελευταίο ένα πρότυπο πολιτικής ορθότητας, κατά το οποίο οι κυβερνήσεις με πρόσχημα τη δημοκρατία υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό πολύ απέχει από το να εξαλείψει το λόγο για τον οποίο οι εξεγέρσεις αυτές ξεκίνησαν. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα πράγματα γίνονται καλύτερα. Όμως, τα κράτη υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ίδια στιγμή που παράγουν προπαγάνδα γύρω από την ετεροφυλόφιλη οικογένεια ως τη βάση του εθνικού κορμού. Ψευτοπροοδευτικές κουλτούρες που περιορίζουν τη συζήτηση για τη σεξουαλικότητα στα όρια του ιδιωτικού, την ίδια στιγμή που η βία σε διαφορετικότητες (lgbt), από τα σχολεία μέχρι τα γήπεδα και από το δημόσιο χώρο μέχρι τους χώρους εργασίας, είναι καθημερινή και φυσικοποιημένη. Η ομοφυλόφιλη και τρανς επιθυμία εξοβελίζεται στο περιθώριο της “έγκυρης” επιθυμίας.

Η Θεσσαλονίκη είναι μία ακόμα συντηρητική πόλη στην οποία ανθίζουν εθνικισμοί και ρατσιστικές επιθέσεις κι αρρενωπές, ομοφοβικές κουλτούρες. Τα μίντια αναπαράγουν και καθορίζουν τις πατριαρχικές ιεραρχίες, αναπαράγωντας, για παράδειγμα, το πρότυπο του σκληρού αρσενικού και του αδύναμου θηλυκού. Κοινωνικά νόμιμοι Άνθιμοι ξεσπούν σε ρητορικές μίσους. Οι κρατικοί φορείς προσπαθούν να βγάλουν κέρδος πουλώντας εναλλακτισμό και ανοχή στη διαφορετικότητα, κουκουλώνοντας το βίαιο παρελθόν και παρόν της πόλης. Ο δημόσιος χώρος, κατειλλημμένος από την ετεροκανονικότητα, υπο την απειλή των στραβών βλεμμάτων μέχρι και της σωματικής βίας, μας περιορίζει σε μαγαζιά που ο εμπορικός και πολιτισμικός τους χαρακτήρας τα κάνει μερικώς μόνο προσβάσιμα.
Η ομοφυλόφιλη επιθυμία μας φέρει μια ολόκληρη ιστορία καταπίεσης και συκοφάντησης, παθολογικοποίησης και δίωξης, στην οποία το κράτος με τις δυνάμεις καταστολής του, τους επιστήμονες και ειδικούς του, έχει παίξει σημαντικό ρόλο. Σε αυτό το πλαίσιο αναγνωρίζουμε ότι μια διοργάνωση για την προβολή της ομοφυλοφιλίας σε μια πόλη που δεν την ανέχεται είναι πάντα σημαντική. Την ίδια στιγμή, όμως, μας φαίνεται τουλάχιστον αντιφατικό ένα pride να ζητά θεσμική στήριξη και προστασία από τις δυνάμεις καταστολής. Επιλέγουμε να δημιουργήσουμε κοινοτικές σχέσεις, αυτοοργανωμένους, αντιεμπορευματικούς χώρους, με αντιιεραρχικές δομές, όπου οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί θα αντιπαλεύονται παράλληλα.

Δεν βλέπουμε το pride ως μια γιορτή, αλλά ως μια παρένθεση στη βία της καθημερινότητάς μας. Δεν διεκδικούμε να διευρύνουμε το πεδίο της κανονικότητας ώστε να μας χωρέσει, αλλά την κατάργησή των συστημάτων καταπίεσης.

Στεκόμαστε υπερήφανες ως η ντροπή του έθνους, ως τα απόβλητα της κανονικότητας.

Μαζική Ανώμαλη Επιδρομή
Massqueerraid
Συντρόφισσες
23 /6/2012

[slideshow id=1]

Νεκρή Ευρώπη

Μόλις διάβασα τη «Νεκρή Ευρώπη» του Χρήστου Τσιόλκα. Λοιπόν και γαμώ τα βιβλία. Πάνω που νόμιζα ότι η τελειότητα (ή το τελείωμα, όπως το πάρεις) για μια αδερφή είναι να μετακομίσει στο Σόνεμπεργκ του Βερολίνου, με το ίδιο χτένισμα, τα ίδια ρούχα και τα ίδια βίτσια με άλλες δέκα χιλιάδες αδερφές, ο κ. Τσιόλκας μου θύμισε ότι τα πράγματα είναι way πιο περίπλοκα από αυτό. Με άλλα λόγια, πολύ πιο ενδιαφέροντα, αρκεί να ξέρεις πού να ψάξεις. Άσε που άμα έχεις το κατάλληλο disposition σε βρίσκουν αυτά. Δεν μπορείς να ξεφύγεις άμα το έχεις το μικρόβιο στο αίμα σου.

Ο πατέρας μου άρχισε να ρωτάει δεξιά κι αριστερά. Δεν του πήρε και πολύ να μάθει τα κουτσομπολιά
(…)
– Πόσο συχνά βλέπεις τον σινιόρ Μπρούνο Παρλοβέκιο;
Θυμάμαι ότι του ζήτησα τσιγάρο.
– Σου αρέσει το σεξ μαζί του ή το κάνεις για λεφτά;
Δεν θυμάμαι τι του απάντησα.
– Είσαι αδερφή;
– Ναι. Σ’ αυτό απάντησα σίγουρα ναι.
Θυμάμαι ότι τότε άναψε τσιγάρο, αγκάλιασε το τιμόνι και κοίταξε έξω τη θάλασσα.
– Μην το κάνεις ποτέ για τα λεφτά, εντάξει; Μου το υπόσχεσαι;
Νομίζω πως κατένευσα.
– Άμα σου βγει το όνομα ότι ψωνίζεσαι, χάθηκες; Κατάλαβες;
Νομίζω ότι κατένευσα ξανά.
– Σε ζηλεύω, Ισαάκ. Μακάρι να μου χάριζε κι εμένα ο Θεός την αγάπη για τον πούτσο αντί να με καταδίκαζε στην επιθυμία για μουνί. Σε ζηλεύω. Ελευθερία. Να μην έχεις να σκέφτεσαι οικογένεια. Μπορείς να κάνεις τα πάντα – να το θυμάσαι αυτό, μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις.
Και μ’ έκανε σκνίπα στο μεθύσι εκείνο το βράδυ.

Διαβάζοντας το λοιπόν το βιβλίο κοίτα να δεις τι θυμήθηκα! Ήμουνα πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, και βάλε, στο στέκι του Βιολογικού και ήταν Σεπτέμβρης. Δηλαδή πέφταν τα φύλλα. Αυτό το λέω γιατί οι “Ναυτία” που θα παίζανε εκείνο το βράδυ ήταν στημένοι κάτω από το μεγάλο δέντρο και όταν σηκώθηκε αεράκι, άρχισαν να ξεκολλάνε και να πετάνε δεκάδες και δεκάδες φύλλα και πέφτανε σαν χιόνι παφ παφ και ήταν και γαμώ. Ήμουν λοιπόν κι εγώ εκεί, σε μια κατάσταση καθόλου καλή δηλαδή μια από τα ίδια, παρέα με ένα πρεζόνι που την είχε ακούσει και κοιμόταν στο χώμα και ένα κοπρόσκυλο που το είχα πάρει αγκαλιά και πίναμε μαζί ρετσίνες.

Οι “Ναυτία” έφευγαν για τουρνέ στην Ευρώπη και πολύ ευγενικά κάνανε εκείνη τη συναυλία για να μας αποχαιρετήσουν και να τους αποχαιρετήσουμε. Όποτε πήγα κι εγώ γιατί την έβρισκα με τα τραγούδια τους γενικά και με τους στίχους από το “Νεκρό Συναίσθημα” ειδικά που το έβαζα κάθε βράδυ κοιμηθώ για εφτά μήνες στη σειρά. Εννοείται ότι άλλα λέγανε αυτοί κι άλλα καταλάβαινα εγώ, αλλά άμα είσαι καλλιτέχνης και βγει το έργο σου στον κόσμο τότε δεν σου ανήκει πια και αυτό έπαθαν κι αυτοί με μένα. Επρόκειτο περί παρεξηγήσεως.

Το νεκρό συναίσθημα, ή αλλιώς “bluntness of affect” που λένε κι οι ψυχίατροι, είναι θεμελιώδες στην προσωπικότητά μου δηλαδή μου είναι σχεδόν αδύνατον να νιώσω κάτι για έναν άνθρωπο οπότε ήταν πολύ λογικό που παρακολουθούσα τη συναυλία παρέα με ένα σκύλο. Επίσης ήταν ο λόγος που ήμουν η μεγαλύτερη πουτάνα της Θεσσαλονίκης (θέλω να πιστεύω) μπας και την άκουγα με το σεξ αλλά μπα. Στο άλλο του βιβλίο, το “Loaded” που έγινε και ταινία (το “Head On” με τον μάναρο Alex Dimitriades), ο ήρωας λέει κι αυτός “Πιστεύεις ότι είμαι πουτάνα; Λοιπόν είμαι η μεγαλύτερη πουτάνα!” ή κάτι τέτοιο δεν θυμάμαι. That makes two of us, λοιπόν.

Για το εξώφυλλο του LP “Ευρωπαϊκή Αναγέννηση” των “Ναυτία”, η ταλαντούχα Μαρία Ηλέκτρα (ψάξτε το “Χαμένο Φάσμα”) είχε ζωγραφίσει μια γριά ξαπλωμένη σε ένα χειρουργικό κρεβάτι να ξεγεννά ένα τέρας υπό την επίβλεψη των γιατρών. Η γριά ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι γιατροί ήταν, ας πούμε, η Μέρκελ κι ο Σαρκοζί της εποχής. Τώρα μπορώ να πω ότι η εικονογράφηση ήταν προφητική και όσο πιο γρήγορα το καταλάβει κι η αστική τάξη που βλέπει σήμερα τη νωχελική μακαριότητά της και την ίδια την ύπαρξή της να καταρρέει ραγδαία τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Λοιπόν στο βιβλίο, που είναι πρώτα και πάνω από όλα πολιτικό, έχουμε ένα Αυστραλό φωτογράφο με ορισμένα υπαρξιακά ζητήματα που έρχεται σε μια ήπειρο που έχει το ίδιο πρόβλημα. Είναι μια άσκηση πάνω στη δύναμη του μίσους. Μίσος προς και από πεποιθήσεις, προσωπικές, φυλετικές, συλλογικές, ό,τι θες, που απορρίπτει. Και μια προσπάθεια συμφιλίωσης ορισμένες από αυτές. Όλα αυτά συμβαίνουν στο ταξίδι του στην Ευρώπη (τώρα έχω φτάσει εκεί που μετά το Άμστερνταμ και το Παρίσι φτάνει στην Αγγλία). Για παράδειγμα, ένας χαρακτήρας λέει για τους Δίδυμους Πύργους “επιτέλους!” και είναι μια τέτοιας έντασης ενέργεια που διατρέχει όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου που θα την χαρακτήριζα μεταφυσική, ακόμα και υπερφυσική. Τα τηλεφωνήματα στον σύντροφό του πίσω στην Αυστραλία είναι τα μοναδικά ιντερλούδια μιας κάποιας ηρεμίας μέσα στη θύελλα των συναισθημάτων. Όμως τα συναισθήματα κι οι πεποιθήσεις μας είναι δυνατότερα από εμάς και χέστηκαν για το τι πιστεύουμε γι’ αυτά.

Όταν οι “Ναυτία” τραγουδούσαν μέσα στη φθινοπωρινή παρακμή “Δεν υπάρχει έλεος σ’ αυτόν τον εφιάλτη / Γιατί, γιατί να υποφέρω τόσο;” έκλαιγα αγκαλιά με τον σκυλάκο. Νομίζω ότι κι ο ήρωας έχει ανάγκη να κλάψει εν μέσω των φαντασμάτων που στοιχειώνουν την Ευρώπη μπας και ανακουφιστεί λιγάκι. Μένουν λίγες ακόμα σελίδες, ακόμα ελπίζω σε happy end στο βιβλίο τουλάχιστον. Γιατί όσον αφορά την ίδια την εκλεπτυσμένη Ευρώπη, του πολιτισμού, της κοινωνικής ευαισθησίας, της οικονομικής ευμάρειας, της καλλιέργειας – όλων όσων του έταζε και εξυμνούσε ο πατέρας του, έλληνας μετανάστης στην Αυστραλία – το τέλος έχει μάλλον έρθει.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=SfLh1uoyA3s]

Lucid dreaming

Όταν μπαίνω στη μανία ο γιατρός μού δίνει αντιψυχωτικά. Πολλά. Και δεν είναι ένας ο γιατρός. Είναι πολλοί. Ήταν η Τ, μετά ήταν ο Χ, τώρα είναι η Β. Έναν ακόμα Χ, που ήταν πριν από όλους αυτούς και που το γράμμα του είναι “Χ” από το “άγνωστος Χ” κι όχι από αρχικό ονόματος, γιατί δεν το θυμάμαι αυτό πια, δεν τον βάζω μέσα. Διότι είναι γιατρός, αλλά δεν ήταν γιατρός “μου”. Συνοπτικά, πρώτα πηδηχτήκαμε με τον άγνωστο Χ και μετά που έμαθα πάνω στο small talk την επαγγελματική του ιδιότητα, ζήτησα ένα χαρτί για να πάρω αναβολή από το στρατό. Το πήρα εύκολα, βιαστικά. Αλλά εγώ είμαι εντάξει τύπος, πολύ καλό θα ήταν να τον ξαναέβλεπα και να του δώσω πάλι αυτό που του είχε αρέσει. Δηλαδή: να είμαι ξαπλωμένος γυμνός ανάσκελα και με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος και να φοράω μόνο τις άσπρες αθλητικές κάλτσες “δεν πειράζει που είναι λερωμένες λίγο” και να τον βλέπω να με βλέπει. Εγώ φυσικά μόνο βλέπω, αυτός βλέπει, ναι, αλλά πηδάει κιόλας, δηλαδή κάνει όλη τη δουλειά. Είμαι ένα δώρο, μια ευχάριστη έκπληξη, μια αναπάντεχη χαρά, ένας κόμπος από κλωστές και νήματα που για τον άγνωστο Χ είναι είναι η “γκάβλα”. Μου μαζεύει τα χέρια στο στήθος “έτσι” και “έτσι”, με ενθαρρύνει να αντέξω το ζόρι, νομίζω ότι θα ήθελε να κλάψω λίγο την ώρα που με πηδάει, νομίζω ότι εγώ θα ήθελα να κλάψω.

Είμαι πολύ καλό δώρο, broadly αλλά και strictly speaking. Από τότε που θυμάμαι πράγματα, είμαι πάντα εξαιρετικός σε αυτό, αυτό έχουν να το λένε όλοι. Πρώτα στα συγγενικά και φιλικά σπίτια, μετά στο σχολείο και μετά στα γαμήσια. Έχω μια σταθερότητα, το δίχως άλλο.

Έλεγα λοιπόν ότι όταν έχω μανία, ο γιατρός μού δίνει πολλά αντιψυχωτικά. Όπως τώρα, που ξεκίνησα Solian. Είμαι ένα δώρο και για τον γιατρό, “μια δύσκολη περίπτωση”. Αρχίζουμε πάντα φιλικά και αισιόδοξα, του σφίγγω και του κουνάω έντονα το χέρι με ευγνωμοσύνη μετά το πρώτο ραντεβού και φεύγω με συνταγή για την ελάχιστη δόση, “σχεδόν υποθεραπευτική”, “μια βοήθεια”. Αλλά, να, ξεχνιέμαι μετά (τεμπελιάζω, θα έλεγα) και σταματώ να προσπαθώ να κρατήσω μακριά τη λύσσα και σε μια βδομάδα, δέκα μέρες, μουγκρίζω από το μίσος και τρέχουν τα σάλια. Επίσης χαρακώνω το αριστερό χέρι με το μαχαίρι στο ύψος του μπράτσου, που το έχω κάνει μπλε μαρέν, τον καρπό τον φυλάω για τα βαθιά κοψίματα όταν τα πράγματα γίνουν “σοβαρά”.

Κι έτσι το καλοκαίρι που μας πέρασε πήγα από τα 300 mg Seroquel στα 600, μετά στα 800, στα 1000 και στο τέλος κατάπινα 1 γραμμάριο και κάτι και είχε μουδιάσει το στόμα μου και δεν μπορούσα να μιλήσω κι έπρεπε να μουγκρίζω και να ουρλιάζω για να ξεσκαλώσει η λέξη. Ήταν πολύ καλό και βοηθητικό γιατί μου έδινε κάτι άλλο να ασχολούμαι. Επίσης μου θύμιζε ότι είμαι άρρωστος υπό αγωγή επίσης πολύ σημαντικό γιατί ο ψυχικός πόνος είναι, λέμε, μια ασθένεια σαν όλες τις άλλες, “σαν να έχεις διαβήτη” και παρόλο που δεν υπάρχει θεραπεία “με την κατάλληλη αγωγή μπορείς να έχεις μια πλήρη και παραγωγική ζωή” κατά τας γραφάς και το διαφημιστικό φυλλάδιο.

Όλα τα παραπάνω τα γράφω τώρα στα ξημερώματα γιατί είδα ένα όνειρο που δεν ήταν όνειρο, έναν εφιάλτη που δεν ήταν εφιάλτης: ήταν lucid dreaming, πράγμα φριχτό και απαίσιο γιατί άμα επιτέλους καταφέρεις και το σκάσεις από εκεί μέσα, μετά έχεις μπροστά σου να υπομείνεις τουλάχιστον μία ώρα για να σταματήσεις να τρέμεις από την εμπειρία. Το παθαίνω αυτό όταν ξεκινάω με τα αντιψυχωτικά. Που τώρα δεν είναι ακόμα πολλά πολλά, αλλά ούτε και λίγα.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=iO0niGPR5S4]

Και το λοιπόν ήθελα να γράψω για τον συμβολισμό που είδα στο όνειρο, γιατί ξύπνησα μέσα στην οργή και το μίσος και είχα δει μπροστά μου το λόγο για αυτή την οργή και το μίσος πριν από λίγα λεπτά με τα ίδια μου τα μάτια. Να τον πω αυτόν τον λόγο “αιτία”; Να τον πω “αφορμή”; Πάντως ήθελα να τον καταγράψω, σαν ομολογία ένα πράγμα (και εδώ να μην παραλείψω να δώσω αγωνιστικούς χαιρετισμούς στον σύντροφο Michel Foucault), αλλά να που τα κατάφερα να φτάσω στο τέλος του κειμένου και να μην τον έχω ομολογήσει ακόμα διότι μάλλον ντρέπομαι γι’ αυτόν και είναι και ατέλεια στην ζελοφάν εορταστική τελειότητά μου.

Οπότε ξεκινάω αυτό το blog, με σκοπό μάλλον να πω διάφορα ψέματα – μισές αλήθειες για να ακριβολογώ – μιας και δεν τολμώ να προφέρω το όνομα του κτήνους, πόσο μάλλον να το πιάσω από τα κέρατα και, φευ!, να ξεμπερδεύω. Αλλά ακόμα κι έτσι, παραμένω ένας άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα και πλούσιο εσωτερικό κόσμο, φιλικός, χαμογελαστός, με πνεύμα, easy going. Επίσης έχω διαβάσει πολλά βιβλία, αθλούμαι και παίρνω ναρκωτικά. All in all, δεν θα βαρεθούμε. Kι αυτό δεν είναι ψέμα.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=wNpqHagD_5M]

Through the cables and the underground now
The faceless breathless calls
This is babel, sensurround now
This place is death with walls

Too much contact, no more feeling
The sound around them all
Acid on the floor so she walk on the ceiling
And the body electric flashes on the bathroom wall
And the body electric flashes on the bathroom wall
Crawling to the corners where the idiot children call
See the body flashing on the bathroom wall