https://www.youtube.com/watch?v=0MG1QMoZdj8
https://www.youtube.com/watch?v=0MG1QMoZdj8
Της E. Gabriella Coleman
Ο ηθικός λόγος της σύγχρονης βιοϊατρικής ψυχιατρικής, όσο καλά περιχαρακωμένη κι αν είναι στην τρέχουσα ιατρική τοπογραφία μας, υπάρχει εν μέσω διαφόρων μορφών πολιτικών αμφισβητήσεων. Εδώ θα εξετάσω τη σημασία ενός από τα πλέον εντυπωσιακά πολιτικά αντι-ρεύματα στην νέα βιοϊατρικοποίηση της ψυχικής υγείας: το κίνημα των επιζώντων της ψυχιατρικής, γνωστό επίσης και ως “mad liberation”. Αυτοί οι συνήγοροι αναφέρονται στους εαυτούς τους ως επιζώντες της ψυχιατρικής ώστε να υπογραμμίσουν το τραύμα που βιώνεται μέσα από διάφορες μορφές εξαναγκασμένης θεραπείας, όπως το ηλεκτροσόκ, η εξαναγκασμένη χορήγηση φαρμάκων, ο νοσοκομειακός εγκλεισμός, η απομόνωση και τα δεσμά. Αυτό το κίνημα, οι ιστορικές ρίζες του οποίου εκτείνονται πίσω στο ριζοσπαστικό περιβάλλον της δεκαετίας του 1970 και αναπτύχθηκαν στη δεκαετία του 1980 ώστε να περιλάβουν μια πιο μεταρρυθμιστική εκδοχή που επικεντρωνόταν στην συνηγορία των χρηστών, κινητοποιεί το πολιτισμικό ιδανικό της ελευθερίας και του αυτο-καθορισμού, μαζί με τον νόμο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της συναίνεσης κατόπιν ενημέρωσης, για να κλονίσει τις ηθικές, επιστημονικές και νομικές αξιώσεις που προάγονται από τις φαρμακευτικές εταιρίες και άλλους επίσημους ψυχιατρικούς θεσμούς (Morrison 2005, Lewis 2006b, Chamberlin 1990).
Το κίνημα των επιζώντων της ψυχιατρικής έχει συνεισφέρει σημαντικά στην επαναδιαμόρφωση της σχέσης μεταξύ της τρέλας και της λογικής μέσω μιας οδού επιθετικών, ριζοσπαστικών και κατά καιρούς ριψοκίνδυνων πολιτικών. Ενώ η γραμμή που έχει οριστεί στην επιστήμη μεταξύ των ειδικών και των μη-ειδικών είναι αξιόλογη, ο διαχωρισμός μεταξύ ψυχιάτρων και εκείνων που ονομάζονται ψυχικά ασθενείς έχει υπάρξει πιο πολύ σαν ένας αδιαπέραστος κόλπος, μιας και οι δεύτεροι, όπως μας υπενθυμίζει ένας υπερασπιστής τους, “έχουν θεωρηθεί ότι είναι παράλογοι – το έχουν χάσει” (Chamberlin 1990:323). Το μέγεθος αυτού του κόλπου έχει ελαττωθεί καθώς εκείνοι που διαγνώστηκαν ή χαρακτηρίστηκαν ψυχικά ασθενείς έχουν ακυρώσει με σθεναρό τρόπο τα περιχαρακωμένα στερεότυπα της ανικανότητάς τους μέσα από δραστήριες πολιτικές εκφράσεις, και τελικά έχει γίνει κατανοητό ότι κατέχουν μια λογική ικανότητα να μιλούν αξιόπιστα για την κατάσταση και την θεραπεία τους, ακόμα και να σχολιάζουν επί της επιστήμης της ψυχιατρικής. [1] Δρώντας για πρώτη φορά ως μια ορατή συλλογικότητα και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής ανησυχίας και αναστάτωσης, αυτοί οι ακτιβιστές βασίστηκαν σε ορισμένους από τους πλέον φορτισμένους πολιτισμικά λόγους πάνω στην ελευθερία, την ατομικότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα για να προσδώσουν πολιτισμικό βάρος στις διεκδικήσεις τους. Αυτοί οι λόγοι συνεχίζουν να κατέχουν περίοπτη θέση μετά από τριάντα χρόνια οργάνωσης.
Ενώ υπάρχουν διάφορες πολιτικές θέσεις και κριτικές που προωθούνται από τους χρήστες (consumers), επιζώντες (survivors) και πρώην ασθενείς (ex-patients) (που ορισμένες φορές περιγράφονται συλλογικά από τον όρο “c/s/x κίνημα”), όλες μαζί επικυρώνουν ένα δικαίωμα στον αυτο-καθορισμό εν όψει των εξαναγκασμένων θεραπειών, και αναζητούν να εκθέσουν αυτό που βλέπουν ως επιστημονικά ύποπτους ισχυρισμούς που προτάσσονται από την φαρμακευτική βιομηχανία και την καθεστωτική ψυχιατρική. Συχνά αυτό το επιτυγχάνουν προκαλώντας όχι το γενικό εγχείρημα της επιστήμης, αλλά αυτό που αντιλαμβάνονται ως συγκεκριμένες περιπτώσεις επίπλαστης επιστήμης. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσω περιπτώσεις και παραδείγματα που επιδεικνύουν πώς οι επιζώντες έχουν αμφισβητήσει την επίσημη ψυχιατρική επιστήμη και πρακτικές υποστηρίζοντας το δικό τους πολιτικό σχέδιο – να εδραιώσουν το δικαίωμα στον άνευ όρων αυτό-καθορισμό ενώπιον της κρίσης της υποκειμενικότητας και της λογικής τους ως παθολογικής και παράλογης από την ιατρική διάγνωση. Συγκεκριμένα, επιζητώ να κατανοήσω πώς αυτοί οι ακτιβιστές έχουν συντηρήσει μια ριζοσπαστική στάση παρόλο που μετακινούνται ανάμεσα σε σχετιζόμενες συναφείς συνθήκες – όπως η μετάβαση από το ριζοσπαστικό πολιτικό τοπίο των δεκαετιών του 1960 και 1970 σε αυτό του νεοφιλελεύθερου υλισμού της δεκαετίας του 1980, η αυξανόμενη νομιμοποίηση ενός νευροχημικού μοντέλου της ψυχικής ασθένειας, και μια κυρίαρχη κουλτούρα επιζήτησης, συνταγογράφησης και λήψης φαρμάκων – οι οποίες έχουν λειτουργήσει ενάντια στην ικανότητά τους να συντηρήσουν μια ορατή άρθρωση ριζοσπαστικών πολιτικών. [2]
Έτσι, ενώ το παρόν πρόσωπο του κινήματος των επιζώντων της ψυχιατρικής προκαλεί το τρέχον βιολογικό παράδειγμα της ψυχικής ασθένειας υποσκάπτοντας την θεωρούμενη βεβαιότητά του, οι εμπλεκόμενοι έχουν εξαπολύσει τις διεκδικήσεις τους από το θεμέλιο μιας μακρύτερης ιστορικής εμπλοκής με την ψυχιατρική σε διαφορετικές επιστημολογικές στιγμές και σε διαφορετικά πολιτικά κλίματα. Και αυτά τα πλαίσια έχουν διευκολύνει και αμβλύνει σημαντικά τη ριζοσπαστική φωνή του κινήματος. Για παράδειγμα, όπως θα επιχειρηματολογήσω παρακάτω, οι πολιτικές των πρώην ασθενών και των επιζώντων παρουσιάστηκαν σε μια περίοδο της Αμερικάνικης ιστορίας που ήταν ώριμη για μια ριζοσπαστική κριτική της ψυχιατρικής, μια κριτική που ήταν ικανή να επικοινωνήσει με πολιτισμική άνεση χάρις σε ένα ευρύτερο κλίμα εναντίωσης καθώς και σε μια πιο αβέβαιη κατάσταση της ψυχιατρικής.
Όμως, όταν ακριβώς αυτοί οι υποστηρικτές απέκτησαν φωνή, η επικρατούσα ψυχιατρική επανεφηύρε τον εαυτό της ούτως ώστε να καταστεί ένα πιο νομιμοποιημένο εγχείρημα, ένα εγχείρημα που παρείχε στο κοινό ένα ηθικά δελεαστικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας. Ως μέρος αυτής της μετατόπισης, η καθεστωτική ψυχιατρική κατέληξε να εστιάζει κυρίως σε ένα αντικείμενο για θεραπεία: τον εγκέφαλο. Θεωρώντας τον εγκέφαλο ως ένα όργανο που υπάρχει απομονωμένο από το κοινωνικό περιβάλλον του, η επικρατούσα ψυχιατρική πρακτική επιζήτησε να τροποποιήσει ένα εύρος συμπεριφορικών συμπτωμάτων, κατά βάση αποκλειστικά μέσα από τον ψυχότροπο χειρισμό της χημείας του εγκεφάλου, ιδιαίτερα των νευροδιαβιβαστών. Είναι αυτή η περιορισμένη επιστημονική πλαισίωση της κανονικότητας και της ασθένειας, που εντέλλει ένα κοκτέιλ από φαρμακευτικές παρεμβάσεις, την οποία είχαν να ανταγωνιστούν οι επιζώντες στον αγώνα τους να παραμείνουν ριζοσπαστικοί στη διάρκεια του χρόνου.
Μαζί με αυτές τις αλλαγές που ήταν εσωτερικό ζήτημα της ψυχιατρικής, οι επιζώντες αντιμετώπισαν ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που διευκόλυναν την άνοδο την πιο μετριοπαθούς έκφρασης του ακτιβισμού των χρηστών. Από τα μέσα προς τα τέλη του της δεκαετίας του 1980, φαινόταν ότι οι επιζώντες της ψυχιατρικής και οι πρώην ασθενείς ήταν καταδικασμένοι, όπως πολλοί άλλοι πολιτικοί ακτιβιστές εκείνης της περιόδου, να ατονήσουν και να εξαφανιστούν σε μια εποχή η οποία προάσπιζε πρωτευόντως τις καταναλωτικές και lifestyle πολιτικές. Σε εκείνα τα μεταβαλλόμενα πολιτικά και ιατρικά πλαίσια, η ελευθερία, η κυρίαρχη κινητοποιούσα κραυγή του κινήματος, έμοιαζε ικανή να μεταδώσει μόνο ένα μήνυμα: ατομική επιλογή εμπρός τις θεραπευτικές επιλογές, οι οποίες, όσο διεξοδικές κι αν ακούγονταν, στην πραγματικότητα περιορίζονταν απλά στην επιλογή από μια εκτεταμένη παράταξη ψυχιατρικών φαρμάκων. Πράγματι, εκ πρώτης όψεως, η άνοδος της συνηγορίας των χρηστών στη δεκαετία του 1980 και η περιθωριοποίηση των επιζώντων και των πρώην ασθενών έδειχνε να παρέχει ένα εύστοχο παράδειγμα της πρόσφατης διορατικότητας του David Harvey ότι “οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα που θεωρεί τις ατομικές ελευθερίες ιερές είναι ευάλωτο στην ενσωμάτωση στο πλήθος που μοιράζεται την κουλτούρα του νεοφιλελευθερισμού” (2005:41).
Όμως, παρά μια σημαντική δέσμευση στις ατομικές ελευθερίες και την αυξανόμενη ορατότητα της ρητορικής των χρηστών, το ριζοσπαστικό μήνυμα αυτού του κινήματος, στην πραγματικότητα, δεν καταβροχθίστηκε εύκολα από τη νεοφιλελεύθερη λογική. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι επιζώντες έχουν επιδείξει την ικανότητά τους να αντέχουν τη δοκιμή του χρόνου, δίνοντας ξανά έμφαση σε περισσότερο περιεκτικά πολιτικά λεξιλόγια, όπως αυτά των δικαιωμάτων των αναπήρων, μετατοπίζοντας στρατηγικά μηνύματα, και εισερχόμενοι σε μια περιοχή – τη νευροχημική βάση της ψυχικής ασθένειας όπως είχε διατυπωθεί από την επικρατούσα ψυχιατρική – όπου ελάχιστοι άλλοι ήταν πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν. [3]
Ως μέρος αυτού του ρίσκου, υπήρξαν μια από τις λίγες ομάδες που ανάγκασαν την Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρία (American Psychiatric Association, APA) να απευθυνθεί και να στραφεί στο αβέβαιο πέριξ των τρέχουσων βιολογικών θεωριών της ψυχικής ασθένειας. Όταν μια μικρή ομάδα επιζώντων της ψυχιατρικής οργάνωσε μια απεργία πείνας το καλοκαίρι του 2003, απαιτώντας διάφορες ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της APA, “να παρουσιάσουν επιστημονικά έγκυρες αποδείξεις” για τη βιολογική βάση της ψυχικής ασθένειας, η APA εν τέλει εξέδωσε μια δήλωση που παραδεχόταν ότι “η επιστήμη του εγκεφάλου δεν έχει εξελιχθεί σε σημείο ώστε οι επιστήμονες ή οι κλινικοί ιατροί να μπορούν να καταδείξουν εύκολα ορατές οργανικές βλάβες ή γενετικές ανωμαλίες οι οποίες από μόνες τους εξυπηρετούν ως αξιόπιστοι ή προγνωστικοί βιο-δείκτες κάποιας δεδομένης ψυχικής διαταραχής ή ψυχικών διαταραχών ως ομάδα.” [4] Σε μια εποχή κατά την οποία οι βιολογικές εξηγήσεις για συνθήκες συμπεριφοράς έχουν καταστεί μέρος του κατά μείζονα λόγο αδιαμφισβήτητου πεδίου εξηγήσεων, αυτή ήταν μια εξαιρετικά σπάνια, και έτσι ιστορική, πολιτική παραδοχή. Η απεργία πείνας εκπροσωπεί ένα από τα πλέον δυνατά παραδείγματα πώς οι επιζώντες της ψυχιατρικής, συχνά περιθωριοποιημένοι ως “μη ειδικοί”, “υπερβολικά ριζοσπάστες”, ή “το πολιτικό περιθώριο”, έχουν στην πραγματικότητα, μέσα από δεκαετίες συνεχούς, αν και διαρκώς μετατοπιζόμενης, πολιτικής δράσης, δημιουργήσει επιτυχημένα ένα πεδίο αναμέτρησης για μια κριτική δημόσια συζήτηση στις ιατρικές βιοεπιστήμες.
Θέτω αυτό το εντυπωσιακό παράδειγμα ως σημείο έναρξης από το οποίο θα εξετάσω το ρόλο, τη σημασία και τα όρια των ριζοσπαστικών πολιτικών για τη δημιουργία συμμετοχικών κοινών στις βιολογικές επιστήμες. Όσα ακολουθούν, πρέπει να τονιστεί, δεν είναι μια ευθεία εμπειρική ιστορία, πόσο μάλλον μια αναλυτική αφήγηση των επιζώντων, της Αμερικάνικης πολιτικής κουλτούρας ή των μετασχηματισμών στην ψυχιατρική. Αντίθετα, προχωρώ σε μια πιο μετριόφρονα και άκρως επιλεκτική αφήγηση παραδειγμάτων που προέρχονται από την αρχική δυναμική εμφάνιση των επιζώντων της ψυχιατρικής στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ακολουθώ τα ίχνη της ανόδου της συνηγορίας των χρηστών στη δεκαετία του 1980, και τελειώνω μια μια πιο αναλυτική εξέταση αυτής της απεργίας πείνας. Εφόσον εστιάζω κυρίως σε πρώην ασθενείς και επιζώντες, που τείνουν να παραθέτουν μια ριζοσπαστική κριτική, τους διαχωρίζω από τους χρήστες ιδιαίτερα στο αρχικό μέρος της αφήγησής μου, πριν να αναφερθώ στην άνοδο της συνηγορίας των χρηστών στη δεκαετία του 1980. Εμφωλεύω αυτά τα μερικά παραδείγματα μέσα σε ορισμένα από τα πλέον προεξέχοντα πολιτικά, ιατρικά και οικονομικά ρεύματα που έπαιζαν κατά τη διάρκεια αυτής της τριακονταετούς περιόδου (ειδικά οι κυρίαρχες τάσεις στην ψυχιατρική) ούτως ώστε να προσφέρω μια κριτική και εννοιολογική εκτίμηση των στιγμών στις οποίες το πολιτικό μήνυμα των επιζώντων της ψυχιατρικής είχε περισσότερο διαδεδομένη πολιτισμική και πολιτική λαβή. Πράττοντας έτσι, είναι ξεκάθαρο ότι ενώ μεγαλύτερες δυνάμεις ενδυναμώνουν και περιορίζουν την πολιτική δραστηριότητα, η ικανότητα αυτών των ακτιβιστών να επιβιώσουν ως κεντρικοί πρωταγωνιστές σε μια κριτική της καθεστωτικής ψυχιατρικής προκύπτει από την προθυμία τους να μετατοπίζουν το πολιτικό μήνυμα και τακτική τους εντός μιας παλίρροιας μεταβαλλόμενων συνθηκών. [5]
Η δεκαετία του 1960 και οι αρχές της δεκαετίας του 1970 ανακαλούνται ως μια ταραχώδης περίοδος στην Αμερικάνικη ιστορία όταν η ζωντανή φλόγα της πολιτικής εναντίωσης έκαιγε με πάθος, φωτίζοντας και, σε μερικές περιπτώσεις, μετασχηματίζοντας μια πληθώρα από κοινωνικά δεινά, θεσμούς και νομικές εντολές. Από τις επιθέσεις στον φυλετικό διαχωρισμό μέχρι τις φεμινίστριες που κραύγαζαν για ισότητα, η ακαδημαϊκή κριτική ήταν σε σημαντική αρμονία με μια θύελλα ευφάνταστων πολιτικών δράσεων. Σε αυτή την περίοδο, τόσο οι ακτιβιστές όσο και οι ακαδημαϊκοί συνέλαβαν την έννοια της τρέλας ως μέσον με το οποίο θα κατανοούσαν στην ίδια τη φύση της κοινωνικής αδικίας, της ανισότητας και των πολιτικών παρεμβάσεων. Για να πιάσουμε ένα από τα πιο πρώιμα και πιο δυναμικά παραδείγματα, το 1955 ο Martin Luther King εκφώνησε έναν από αυτούς που επρόκειτο να είναι μια σειρά από παθιασμένους λόγους για τα πολιτικά δικαιώματα, τον “Montgomery Story”, στη διάρκεια του οποίου παρότρυνε τους ακροατές του να “κρατήσουν τον χορό για τα πολιτικά δικαιώματα μέχρι το τέλος” υιοθετώντας μια τακτική φαινομενικά μη υπαγορευόμενη από την κοινή λογική. Εν ολίγοις, πρότεινε ότι το μονοπάτι προς την απελευθέρωση βρίσκεται στον ενστερνισμό της τρέλας.
Σε επόμενους λόγους θα εξηγούσε περισσότερο αυτό το μήνυμα, παρωθώντας τα μέλη του ακροατηρίου να μείνουν απροσάρμοστοι ενώπιον των φυλετικών διακρίσεων και διαχωρισμών, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, του μιλιταρισμού και της σωματικής βίας. [6] Για παράδειγμα, σε έναν λόγο που εκφώνησε το 1965 στο Πανεπιστήμιο του Δυτικού Μίσιγκαν, διακήρυξε “Είμαι περήφανος που είμαι απροσάρμοστος … Λέω με κάθε ειλικρίνεια ότι δεν σκοπεύω ποτέ να προσαρμοστώ στο διαχωρισμό και τις διακρίσεις.” [7] Για τους Αφρο-αμερικάνους η προσαρμογή στις νόρμες και τους νόμους των φυλετικών διακρίσεων σήμαινε πράγματι κατοίκηση στην επικράτεια της αληθινής τρέλας. Για να επιτύχει δικαιοσύνη και ελευθερία, ο King κατ’ επίφαση επιδοκίμαζε τον ενστερνισμό της “τρέλας” και έτσι, με τη σειρά του, διέγνωσκε τις νόρμες της κοινωνίας ως τρελές. Η διακήρυξή του είναι μόνο ένα σημαντικό παράδειγμα πώς τα νοήματα της κανονικότητας και της τρέλας σε αυτή την περίοδο της Αμερικάνικης ιστορίας είχαν ξεκινήσει να μετατοπίζονται κάτω από το βάρος σθεναρής κοινωνικής αναταραχής, ακαδημαϊκής κριτικής και νομικού λαϊκισμού.
Στη δεκαετία του 1960, ένα σταθερό ρεύμα κινημάτων πολιτικών δικαιωμάτων και αντι-αποικιοκρατικών κινημάτων, και άλλων προκλήσεων προς την εξουσία – από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις μέχρι τη στροφή στην αντικουλτούρα – διέγνωσκαν την κοινωνία με παρόμοιους όρους, ομιλώντας και απευθυνόμενα έντονα και συλλογικά προς τις κοινωνικές καταχρήσεις της εξουσίας. Συγκεκριμένα, αυτή η δεκαετία είδε μια άνθηση της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας που παρέτασσε την “τρέλα” ως μέσον για να αντιληφθεί, και συνεπώς να εκθάψει, την κακοποίηση, τον εξαναγκασμό και την αδικία. Ο ακαδημαϊκός υπερασπιστής της Νέας Αριστεράς, ο Herbert Marcuze, για παράδειγμα, έγραφε στα τέλη του ’60 για τους τρόπους που η δύναμη της κοινωνικής δυσαρέσκειας, και επομένως της εν δυνάμει πολιτικής εναντίωσης, ακυρώνονταν κατηγορηματικά μέσα από την καθίζηση και τον συσχετισμό με την παραφροσύνη, και έτσι εργαζόταν ώστε να επισκοτίζει τον πραγματικό τόπο της ασθένειας: την ευκατάστατη, σπάταλη κοινωνία (1968:248-252). Και φυσικά, και διασημότερα, υπήρχε ένα σώμα από ευρέως διαβασμένη βιβλιογραφία από ακαδημαϊκούς με επιρροή όπως ο Michel Foucault, ο Ervin Goffman και ο Thomas Sheff, καθώς επίσης κριτικές που αναπτύσσονταν από αντιγνωμούντες ψυχιάτρους, όπως ο Robert Laing και ο Thomas Szasz, που απευθύνθηκαν συγκεκριμένα στην ψυχιατρική, τους θεσμούς της, και τα σχήματα κατηγοριοποίησης της ως τρόπους εξαναγκασμού. Αυτή η βιβλιογραφία έδωσε ζωή σε αυτό που κατέληξε μια κυρίως ακαδημαϊκά προσανατολισμένη, εντούτοις με επιρροή, κριτική που επίσης έφθασε να γίνει γνωστή πιο ευρέως με τον όρο αντι-ψυχιατρική (Crossley 2006). [8]
Αυτοί οι υπερασπιστές ανέλαβαν οι ίδιοι να εναντιωθούν αμφισβητήσουν τη νομική ρύθμιση των σωμάτων τους όχι μόνο μέσα από το νόμο της συναίνεσης μετά από ενημέρωση και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά επίσης μέσα από τη ρύθμιση των σημασιών της ψυχικής ασθένειας, της τρέλας και της λογικής. Αντηχώντας το κάλεσμα του Martin Luther King να παραμείνουν απροσάρμοστοι ώστε να αποκαλύψουν την τρέλα της κοινωνίας, οι ψυχιατρικοί επιζώντες εναντιώθηκαν στους εξουσιαστικούς ιατρικούς θεσμούς ξεγυμνώνοντας τους παραλογισμούς της ψυχιατρικής περίθαλψης και επανασχηματιζοντας τις σημασίες της κανονικότητας και της τρέλας. Ορισμένοι υπερασπιστές αμφισβητούσαν συνολικά την κατάσταση της τρέλας, και άλλοι την κωδικοποιούσαν ως μια πραγματική και έγκυρη ανθρώπινη εμπειρία που δεν θα έπρεπε να παθολογικοποιείται, αλλά αντίθετα να εξυμνείται λόγω της παρέκκλισής της και της ικανότητάς της να παρέχει διορατικότητα για την ανθρώπινη κατάσταση. [9] Ανάμεσα σε αυτές τις διάφορες τοποθετήσεις, μια στάση ήταν κατ’ εξοχήν ξεκάθαρη και σχεδόν ομόφωνη: η εξαναγκασμένη θεραπεία, η οποία εκείνον τον καιρό στηριζόταν εξολοκλήρου από τον νόμο, ήταν μια μορφή βίας, γιατί αρνούταν στους συμμετέχοντες τον αυτο-καθορισμό των σωμάτων τους και συχνά τους έθετε σε περιπτώσεις που βίωναν ως επιζήμιες και επομένως ήταν τραυματικές.
Όπως ζωντανά καταδεικνύει η Linda Morrison στην εκτεταμένη της αφήγηση του κινήματος mad liberation, οι επιζώντες της ψυχιατρικής, μαζί με άλλους υπερασπιστές της ψυχικής υγείας, μέσα από αυτό το είδος ακτιβισμού όχι μόνο σχημάτισαν με επιδεξιότητα μια “φωνή” για να “ανταπαντήσει” στην ψυχιατρική πάνω σε ζητήματα περίθαλψης, θεραπείας και βλάβης, αλλά αναζήτησαν επίσης να αλλάξουν με πιο θεμελιώδη τρόπο τους όρους της εμπλοκής ώστε να δημιουργήσουν μια εναλλακτική επιστημολογική, υλική και ηθική πραγματικότητα σε σχέση με αυτή που παρέχει η επικρατούσα ψυχιατρική. Αποφεύγοντας μια επιθυμία για κανονικότητα όπως υπαγορεύεται από τις κυρίαρχες αντιλήψεις της ψυχικής ασθένειας, αναζήτησαν αντ’ αυτού να επικυρώσουν “την τοπική, περιφερειακή γνώση τους ως γνώση και όχι ως μόνο δεδομένα για το ψυχοφαρμακευτικό ερευνητικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα” (Morrison 2005:23).
Εκείνη την εποχή, πολλές από τις πολιτικές αξιώσεις των ακτιβιστών είχαν σημαντική δημόσια επιρροή, εν μέρει λόγω του φορτισμένου κοινωνικού περίγυρου της αντικουλτούρας στον οποίο διάφορα διατεμνόμενα αντιεξουσιαστικά ρεύματα εργάζονταν συνεργατικά για να ενισχύσουν το ένα το άλλο. Με την κοινωνία επίμονα και τόσο ορατά κάτω από επίθεση ως τρελή από τόσες πολλές διάφορες κοινωνικές ομάδες, υπήρχε ένα πολιτικό άνοιγμα μέσα από το οποίο εκείνοι που είχαν κριθεί τρελοί μπορούσαν να επικοινωνήσουν μια κριτική της ψυχιατρικής με περισσότερη ένταση από οποτεδήποτε πριν.
Εντούτοις, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι στους καιρούς αυτού του πολιτικού ξεσπάσματος, το πεδίο της ψυχιατρικής βρισκόταν επίσης σε μια διασταύρωση, υφιστάμενο σημαντικό επιστημολογικό αναβρασμό και στερούμενο τους τύπους των σκληρών επιστημονικών διακριτικών που υποτίθεται ότι τώρα φέρει. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη των νευροχημικών θεωριών του εγκεφάλου ήταν σε νηπιακή ηλικία, μόλις έχοντας αρχίσει να προκαλεί την εξουσία των ψυχοδυναμικών προσεγγίσεων – συχνά Φροϋδικών στον προσανατολισμό – οι οποίες είχαν υπάρξει το κυρίαρχο παράδειγμα στην ψυχιατρική μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. [10] Στις αρχές του ’70, αυτές οι τεχνικές υποκειντο αυξανόμενα σε μια κριτική ματιά, εν μέρει λόγω της τάσης τους να μειώνουν όλα τα φαινόμενα στην εμπειρία της παιδικής ηλικίας, και επομένως της ροπής τους να εκτρέφουν μια έκδηλη ηθικολογία που έριχνε μεγάλο πταίσμα στην οικογένεια, συνήθως στις μητέρες (Dolnick 1998). Επιπρόσθετα, το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο της Ψυχικής Διαταραχής (DSM), τώρα η τρέχουσα διαγνωστική βίβλος, θεωρούταν, ακόμα και εντός του πεδίου της ψυχιατρικής, κατάφωρα ασαφές και επομένως ανίκανο να στηρίξει τις εξουσιαστικές μορφές που τώρα κατέχει. Τελικά, και πιο διάσημα από όλα, ο θεσμός που σχετιζόταν στενότερα με την ψυχιατρική, το άσυλο, βρισκόταν κάτω από παρατεταμένη επίθεση από την πολιτική Δεξιά και Αριστερά, και μέσα στον οξύ πόνο της διάλυσής του εξαιτίας ενός περίπλοκου πλήθους πιέσεων που περιλάμβαναν πάνω από δύο δεκαετίες κριτικής και αποκαλύψεων, οικονομικών κρίσεων, και νομικών επιθέσεων από οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων. [11]
Ένα σώμα νόμων για την ψυχική υγεία ήταν φυσικά το πρωτεύον εργαλείο που χρησιμοποιούταν για να τοποθετούνται και κρατούνται εκείνοι που αναγνωρίζονταν ως ψυχικά ασθενείς εντός του περιορισμού του ψυχιατρικού νοσοκομείου και υποκείμενοι σε διάφορες εξαναγκασμένες θεραπείες. Εξαιτίας της εξάρτησης της ψυχιατρικής από τον νόμο, ο Foucault ορθά παρατηρεί ότι το σώμα του τρελού ήταν ένα “αντικείμενο δικαστικής απαγόρευσης”, διευκρινίζοντας επιπλέον ότι “ο νόμος υπερίσχυε της ιατρικής στην κατεύθυνση των τρελών σε μια περιθωριακή κατάσταση” (1970:338). Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις περισσότερες φιλελεύθερες δημοκρατίες, νομικά θεσπίσματα εξουσιοδοτούσαν εξαναγκασμένες θεραπείες και, μέχρι τη δεκαετία του 1960, ανεπίσημα κωδικοποιούσαν τους “τρελούς” είτε ως μη-άτομα είτε ως εγκληματίες στερώντας τους τα πολιτικά τους δικαιώματα (να ψηφίζουν, να παντρεύονται, να έχουν άδειες οδήγησης, για παράδειγμα) από τη στιγμή που τοποθετούταν μέσα σε κάποιο ίδρυμα. Με την επίθεση στο άσυλο έφθασε επίσης και μια επίθεση στο δίκτυο νόμων που συντηρούσαν την ιδρυματοποίηση.
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970, εξαιτίας σημαντικών αλλαγών που εν μέρει ακολούθησαν τον κινούμενο από τους ασθενείς δικαστικό αγώνα (περιλαμβανομένου αυτού των επιζώντων), και εν μέρει μέσα από ανεξάρτητες πρωτοβουλίες που υποστηρίζονταν από τον ακτιβισμό για τα πολιτικά δικαιώματα, ο νόμος δεν λειτουργούσε πλέον τόσο άψογα εξυπηρετικά για την ψυχιατρική. Για παράδειγμα, νομικές αλλαγές που υποστήριζαν τα πολιτικά δικαιώματα των ασθενών έκαναν πιο δύσκολο τον ακούσιο εγκλεισμό των ασθενών, διευκρίνισαν το δικαίωμα να αρνηθείς τη θεραπεία και έθεσαν εκτός νόμου την αναγκαστική εργασία εντός των νοσοκομείων. Αυτές οι αλλαγές λειτούργησαν μαζί για να υποδείξουν ότι η ψυχιατρική και ο θεσμοποιημένος τόπος της εκείνη την εποχή, το άσυλο, ήταν υπερβολικά πολύ ισχυρά και εξαναγκαστικά, συχνά εις βάρος της ευημερίας των ασθενών. [12]
Ένα καλά γνωστό παράδειγμα της γενικά πιο επισφαλούς θέσης που κατείχαν η ψυχιατρική και το άσυλο κατά την περίοδο αυτή προέκυψε και μεταδόθηκε από ένα πείραμα που διεξήγαγε ο καθηγητής του Πανεπιστήμιου του Stansford, David Rosenhan και δημοσιεύτηκε στο διάσημο επιστημονικό περιοδικό Science. Αξίζει να αφηγηθούμε σύντομα το πείραμα εδώ, γιατί είναι ένα δυνατό σημάδι ενός γενικότερου σκεπτικισμού που σημάδεψε την ψυχιατρική και τα άσυλα εκείνη την εποχή. Το 1973 ο Rosenhan έστειλε οκτώ ψευδοασθενείς σε διάφορα νοσοκομεία στην Ανατολική και Δυτική ακτή για να προσπαθήσουν να πετύχουν να εισαχθούν ισχυριζόμενοι ότι άκουγαν φωνές. Η εισαγωγές έγιναν χωρίς δυσκολία και το προσωπικό τους διέγνωσε κατευθείαν ως σχιζοφρενείς ή μανιοκαταθλιπτικούς. Μετά την εισαγωγή, επανήλθαν στην κανονική συμπεριφορά τους. Παρόλο που συμπεριφέρονταν κανονικά, ποτέ δεν ανιχνεύθηκαν από το προσωπικό, αλλά πολλοί συνασθενείς τους εύκολα παρατήρησαν την απάτη, και ένας σημαντικός αριθμός τους προκάλεσε: “Δεν είσαι τρελός, είσαι κάποιος δημοσιογράφος ή καθηγητής” (1973:4).
Από την άλλη μεριά, τα μέλη του προσωπικού ερμήνευσαν φαινομενικά άκακες και συνηθισμένες πράξεις, όπως η λήψη σημειώσεων, ως εκδήλωση της παρεκκλίνουσας, καταναγκαστικής συμπεριφοράς. Οι “ασθενείς” εξαναγκάστηκαν να παραμείνουν στο νοσοκομείο κατά μέσο όρο για δεκαεννιά μέρες, και σε μία περίπτωση, πενήντα δύο μέρες. Το Science δημοσίευσε τα ευρήματα σε ένα άρθρο, “Περί του να είσαι λογικός σε παράλογα μέρη”, που βοήθησε να τροφοδοτήσει μια δημοφιλή αντίληψη ότι τα ψυχιατρικά ιδρύματα ήταν μαντριά περιορισμού ανθρώπων που είχαν χαρακτηριστεί από το ψυχιατρικό επάγγελμα ως παρεκκλίνοντες, και όχι, αντίθετα, κάποιο μέρος για την γιατρειά των πραγματικά ασθενών.
Επειδή η ψυχιατρική περνούσε μια διαδικασία σημαντικής ρευστότητας, ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη στην κριτική, ειδικά σε μια εποχή που ήδη προάσπιζε τα ανθρώπινα δικαιώματα ενώπιον αυτού που γινόταν αντιληπτό ως απρόσωποι, επικίνδυνοι ή υπερβολικά ισχυροί θεσμοί. Εντούτοις, στις επόμενες δεκαετίες, όποια μορφή αξιοπιστίας κι αν είχαν σφυρηλατήσει οι επιζώντες αυτή κλονίστηκε και μετασχηματίστηκε από μια νέα εμπιστοσύνη στα βιολογικά θεμέλια της ψυχικής ασθένειας. Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1970 και φτάνοντας στο απόγειο στα τέλη της δεκαετίας του 1989, ένα νευροχημικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας παγιώθηκε και ενισχύθηκε ώστε να επιτύχει μια κατάσταση σημαντικής υπόληψης. Αυτό προέκυψε μέσα από τη σύγκλιση τροχιών που περιελάμβαναν νέους ομοσπονδιακούς κανονισμούς που κάλυπταν την φαρμακευτική έρευνα και διαφήμιση ξεκινώντας το 1962, την εισαγωγή των ψυχοτρόπων φαρμακευτικών αγωγών σε ευρεία βάση, και την τρίτη έκδοση του DSM. Κατά τη διάρκεια και μέσα από αυτή τη σύγκλιση, η ψυχιατρική διατύπωσε αυτό που ο Andrew Lakoff περιγράφει ως μια νέα τεχνική λογική της ιδιαιτερότητας, αυτό που αποκαλεί “φαρμακευτική λογική”, μια ιδέα ότι
“η στοχευμένη θεραπεία με φάρμακα θα αποκαταστήσει τα υποκείμενα σε μια φυσιολογική κατάσταση αντίληψης, συναισθήματος και βούλησης” (2005:7).
Μέχρι να αναπτυχθούν νέα ψυχοτρόπα φάρμακα στις αρχές της δεκαετίας του 1950, τα περισσότερα ψυχιατρικά φάρμακα, όπως το Valium, ήταν ηρεμιστικά, τα οποία έφεραν μαζί τους δύο σχετιζόμενες προοπτικές. Η μία ήταν ότι το κοινό και οι επαγγελματίες της ιατρικής συχνά τα αντιλαμβάνονταν όχι ως θεραπευτικά, υπό την έννοια ότι θα επέστρεφαν τον ασθενή στην υγιή κατάσταση, αλλά, ακόμα κι έτσι, άξια λόγου από τη στιγμή που παρείχαν μια σύντομη ανακούφιση από την έφοδο των συμπτωμάτων. Δεύτερον, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κοινό συχνά τα αντιμετώπιζαν με κριτικό μάτι επειδή ήταν επικίνδυνα, γνώριζαν μεγάλη κατάχρηση και ήταν εθιστικά, ιδιαίτερα μετά την επιβολή αυστηρότερων διαφημιστικών ρυθμίσεων το 1962 από τον FDA, ως μέρος δραστικών αλλαγών στον Νόμο περί Τροφίμων, Φαρμάκων και Καλλυντικών που ακολούθησε τη δημόσια κατακραυγή για ένα ηρεμιστικό, τη θαλιδομίδη, που προκάλεσε πολλές χιλιάδες βλάβες εκ γενετής, παρόλο που αρχικά είχε κριθεί ασφαλές από τις φαρμακευτικές εταιρίες (Healy 1997). Όπως σημειώνει ένα πλήθος από ιστορικούς, ανθρωπολόγους και κριτές της ψυχιατρικής, αυτές οι ρυθμιστικές πιέσεις βοήθησαν ενεργά στην τοποθέτηση της ψυχιατρικής και των νέων φαρμακολογικών εξελίξεων σε ένα δρόμο προς ένα αποκλειστικό και στενό ιατρικό μοντέλο της ασθένειας (Healy 1997, 2002, Lakoff 2005). Μετά τις ρυθμιστικές αλλαγές του 1962, οι φαρμακευτικές εταιρίες ήταν υποχρεωμένες να αποδεικνύουν ότι τα φάρμακα ήταν και ασφαλή και αποτελεσματικά πριν από την έγκριση (και επομένως την κυκλοφορία στην αγορά). Αυτό οδήγησε στην αναγκαιότητα, με άλλα λόγια, μιας πολύ πιο στενής συσχέτισης μεταξύ φαρμάκων και διακριτών οντοτήτων ασθενειών από όσο ήταν αναγκαίο πριν.
Αυτή η ρυθμιστική απαίτηση να συνδέεται η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων με συγκεκριμένες ασθένειες βοήθησε στην επιτάχυνση μιας ανεξάρτητης πρωτοβουλίας εντός της κλινικής ψυχιατρικής και φαρμακολογίας να σχηματιστούν πρότυπα σχήματα ταξινόμησης. Επινοήθηκε μια σειρά από τυποποιημένα σχήματα ταξινόμησης μετά από μια ευρέως δημοσιευμένη συγκριτική μελέτη που περιελάμβανε τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη η οποία επιδείκνυε σημαντικές ανομοιότητες στα διαγνωστικά καθεστώτα μεταξύ των δύο. Κάτω από την ηγεσία του Robert Spitzer, ενός ερευνητή από το Ψυχιατρικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Columbia, νέα όργανα και ερωτηματολόγια, όπως τα Research Diagnostic Criteria και η Global Assessment of Psychopathology, δημιουργήθηκαν για να επιτευχθεί μεγαλύτερη τυποποίηση και, ελπιζόταν, ειδικότητα στην ψυχιατρική.
Ο Robert Spitzer ήταν ένα από τα κύρια πρόσωπα που διήυθηναν και κατεύθυναν ένα φιλόδοξο, εξαετές πλάνο για να αναθεωρηθεί, ανανεωθεί και ενημερωθεί το DSM από την δεύτερη στην τρίτη έκδοση, το οποίο όταν ολοκληρώθηκε το 1980, όχι μόνο παρείχε στους ψυχιάτρους πιο τυποποιημένα κριτήρια με τα οποία θα αξιολογούσαν και θα διέγνωσκαν τους ασθενείς, αλλά περιέγραφε επίσης με την ακρίβεια ενός βιβλίου μαγειρικών συνταγών περισσότερες από 292 διαταραχές, 100 περισσότερες από όσες υπήρχαν προηγουμένως. [13] Εγκεκριμένο από την APA, σηματοδότησε ένα νέο τρόπο σκέψης, διάγνωσης και θεραπείας της ψυχικής ασθένειας που είχε, κατά την έκδοσή του, επισκιάσει μια πιο ψυχοδυναμική προσέγγιση που ήταν δημοφιλής στις προηγούμενες δεκαετίες. [14] Διαλαλούμενο από πολλούς στον επαγγελματικό κλάδο ως αυθεντικό επιστημονικό όργανο, αυτό το νέο εργαλείο εξόπλισε τον ψυχίατρο ώστε “να γίνει καταμετρητής, όχι ερμηνευτής” (Lakoff 2005:12).
Παρόλο που αυτή η εξέλιξη ήταν συχνά μια παρατραβηγμένη και διαμφισβητούμενη υπόθεση, από τη στιγμή που κυκλοφόρησε, το DSM III σύντομα έφερε αναστάτωση στο κοινό. “Υπήρχαν εντυπωσιακές ιστορίες στον τύπο”, γράφει ο δημοσιογράφος Alix Spiegel, “και τα τηλεοπτικά ειδησεογραφικά περιοδικά επιδείκνυαν παραδείγματα από αρκετές από τις διαταραχές που μόλις είχαν εντοπιστεί” (2005:62). Κατά την περίοδο της αρχικής του κυκλοφορίας, μεταφράστηκε σε δεκατρείς γλώσσες και σύντομα το εναγκάλισε ένα ευρύ φάσμα από ενδιαφερόμενα μέρη. Για τη φαρμακευτική βιομηχανία και τις ασφαλιστικές εταιρίες, συγκεκριμένα, παρείχε ένα επαγγελματικά προσυμφωνημένο τεχνούργημα για να προωθηθεί η αποτελεσματικότητα και να ιχνηλατούνται αποτελέσματα στις υπηρεσίες υγείας και στον εφοδιασμό με φάρμακα. “Η δημιουργία ενός διακριτού συνόλου διαταραχών, όπως η διαταραχή πανικού, η κοινωνική φοβία, ο ψυχαναγκαστικός, και άλλες διαταραχές,”, υποστηρίζει ο David Healy, “παρείχε στην φαρμακευτική βιομηχανία ένα σύνολο στόχων για να κατευθύνει πάνω τους τα σκευάσματά της” (1997:237). Τελικά, αυτά τα σκευάσματα παρουσιάστηκαν ως “καθαρότερα” και ασφαλέστερα από τους προκατόχους τους επειδή εύλογα στόχευαν ένα συγκεκριμένο σύνολο νευροχημικών, όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, τα οποία όλο και περισσότερο γινόταν αντιληπτά ως η καρδιά της συναισθηματικής ταραχής, παρόλο που δεν είχαν ακόμη αποδειχτεί οι οριστικές συνδέσεις (Rose 2003, Whitaker 2002, Lacasse and Leo 2005).
Σε αυτή την εποχή, μέσα από τον στενό συνδυασμό ενός πολλαπλασιασμού των θεραπευτικών μέσων και νέων τεχνολογιών παρέμβασης, απεικόνισης και ταξινόμησης, η ψυχιατρική, όπως υποστηρίζει ο Brad Lewis, έφτασε να αποκτήσει “μια εντυπωσιακά εξιδανικευμένη αντίληψη ‘ουδετερότητας στις θεωρίες’ της” (2006a:1). Η δύναμη της επιστήμης να ομιλεί και να εξωθεί το κοινό, φυσικά, δεν είναι μια περίκλειστη και αυτοσυντηρούμενη μηχανή που μεταφέρει ένα νέο μοντέλο της ψυχικής ασθένειας στην δημόσια αποδοχή. Όπως και με κάθε επιστημονικό ισχυρισμό ή ιατρική θεραπεία, υπάρχουν διάφορες περίπλοκες, αν και συχνά αόρατες, μορφές εμπλεκόμενων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων ηθικών υποσχέσεων, και με αυτή που παρέχεται από τη νέα φαρμακευτική λογική να αποδεικνύεται ιδιαίτερα ελκυστική. Το νευροχημικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας ήταν δελεαστικό, εν μέρει, γιατί παρείχε μια σαφή δέσμευση: ένα ηθικό άλλοθι που μπορούσε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από συγκεκριμένες μορφές υπευθυνότητας, και επομένως, λεγόταν, από το στίγμα. Όπως υποστηρίζει πειστικά ή Tanva Luhrmann στην ανάλυσή της της Αμερικάνικης ψυχιατρικής,
“η βιολογία είναι η μεγάλη ηθική υπεκφυγή της εποχής μας. Εφόσον κάτι βρίσκεται μέσα στο σώμα, δεν μπορεί να κατηγορηθεί το άτομο· το σώμα είναι πάντοτε ηθικά αθώο” (2000:8).
Η διακήρυξη αυτού του μοντέλου και οι ηθικές προεκτάσεις του αρθρώνονταν από τους ψυχιάτρους, πολλούς ασθενείς, και περισσότερο έμμεσα αλλά όχι λιγότερο έντονα, προωθούταν από τη φαρμακευτική βιομηχανία μέσα από ένα σημαντικά ενισχυμένο διαφημιστικό μηχανισμό. Και ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα, το βιολογικό μοντέλο αναγγέλθηκε από έναν άλλο συμμέτοχο που εμφανίστηκε λίγο πριν περάσει μια δεκαετία από την εγκαθίδρυση του ακτιβισμού των επιζώντων: η Εθνική Συμμαχία για τους Ψυχικά Ασθενείς (National Alliance for the Mentally Ill, NAMI). Έχοντας ιδρυθεί το 1979, η NAMI είναι μια μη κερδοσκοπική, υποστηρικτική οργάνωση συνηγορίας ευρείας κλίμακας, οικογενειών και φίλων εκείνων που έχουν βαριές ψυχικές ασθένειες. Βρίσκεται σε σημαντικά τεταμένη σχέση με τους επιζώντες λόγω της δίχως ενδοιασμούς επιδοκιμασίας της φαρμακευτικής θεραπείας και του νευροχημικού μοντέλου της ψυχικής ασθένειας (Morrison 2005:85-87, 149-155, Whitaker 2002:283). Με γερή χρηματοδότηση, μεγάλο μέρος της οποίας προέρχεται από την τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες, η NAMI προασπίζεται, στο ευρύτερο κοινό και στην κυβέρνηση, το βιολογικό μοντέλο της ασθένειας ως ένα μονοπάτι στο οποίο πρέπει να προσανατολιστεί η έρευνα και η θεραπεία, και ιδιαίτερα ως μια στρωτή διαδρομή σε αντίθεση με τον κακοτράχαλο δρόμο του στίγματος. Στην ιστοσελίδα της δηλώνει:
“Οι ψυχικές ασθένειες είναι εγκεφαλικές διαταραχές που εδράζονται στη βιολογία. Δεν μπορούν να υπερνικηθούν μέσα από “τη δύναμη της θέλησης” και δεν σχετίζονται με τον ‘χαρακτήρα’ ή τη νοημοσύνη του ατόμου.” [15]
Εάν η πολιτική του mad liberation του ’70 άνοιξε έναν χώρο στον οποίο οι “ψυχικά ασθενείς” απαιτούσαν μια φωνή και στους οποίους παραχωρήθηκε σε κάποιο βαθμό αυτή η λογική, τότε η αυξανόμενη αποδοχή του νευροχημικού μοντέλου της ασθένειας, με την ηθική υπόσχεσή του για πιθανή θεραπεία και εξάλειψη του στίγματος, άλλαξε τους όρους της εμπλοκής. Τώρα, το να είσαι λογικός σήμαινε να αποδέχεσαι αυτό το μοντέλο της ψυχικής ασθένειας και, ως άμεση φυσική συνέπεια, το μοντέλο θεραπείας που συνεπαγόταν: ψυχότροπα φάρμακα. Το να πράξεις διαφορετικά αντιμετωπιζόταν ως μια πλήρη απόρριψη αυτού που παρουσιαζόταν ως διάφανη και ξεκάθαρη επιστημονική απόδειξη και εμμέσως πλην σαφώς θα κωδικοποιούσε εκ νέου ένα άτομο ως πάσχον από έλλειψη λογικών δεξιοτήτων.
Παρά τις αλλαγές αυτές, η γλώσσα της ελευθερίας που εισήχθη από τους ριζοσπάστες του ’70 δεν εξαερώθηκε εντελώς ξαφνικά· αντιθέτως μεταλλάχθηκε. Οι πολιτικές του κινήματος των τρελών απελευθέρωσαν ένα παρεκβατικό τζίνι αυτοκαθορισμού και ελευθερίας το οποίο, χάρις στην τεράστια λαϊκή απήχησή του στο Αμερικάνικο πολιτισμικό φαντασιακό (cf. Foner 1998, Norton 1993) και σε άλλες φιλελεύθερες δημοκρατίες, δεν εξαφανίστηκε. Κατά τη διάρκεια των μέσων του ’80, σε πείσμα της κυριαρχίας ενός ανανεωμένου βιολογικού μοντέλου της ψυχιατρικής, το δημόσιο και ριζοσπαστικό πρόσωπο του κινήματος των επιζώντων της ψυχιατρικής έφθινε. Στη θέση του, άνθισε το μεταρρυθμιστικό κίνημα των χρηστών. Διατήρησε μια γλώσσα ελευθερίας η οποία, κατά καιρούς, ευθυγραμμιζόταν με και ενίσχυε τα νεοφιλελεύθερα ρεύματα που βρίσκονται ακόμα μαζί μας σήμερα.
Και ήταν καταναλωτισμός με τα όλα του. Η δεκαετία του 1980, και ιδιαίτερα η δεκαετία του 1990, είδε την άνοδο μιας θωρακισμένης φαρμακευτικής βιομηχανίας τα ιλιγγιώδη κέρδη της οποίας ήταν το αποτέλεσμα πολλών αλλαγών στην έρευνα και ανάπτυξη όπως επίσης και στις πρακτικές μάρκετινγκ. Η φαρμακευτική βιομηχανία εμπλεκόταν επιθετικά σε εκστρατείες μάρκετινγκ, εξακοντιζόμενες κατευθείαν στους ιατρούς και τα νοσοκομεία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, νέοι νόμοι ενέκριναν διαφημίσεις απευθείας στον καταναλωτή για όλες τις κατηγορίες φαρμακευτικής αγωγής. Αυτό βοήθησε στη διασφάλιση της ανόδου μιας χούφτας φαρμάκων-εμπορικών υπερπαραγωγών που στόχευαν στη διαχείριση ενός φάσματος χρόνιων καταστάσεων υγείας από την υψηλή χοληστερόλη μέχρι την κατάθλιψη (Oldani 2004, Goozner 2004, Healy 1997, 2002, βλέπε επίσης συλλογές στο Elliot and Chambers 2004, Sismondo 2004, και Petryna et al. 2006). Αυτές οι αλλαγές βοήθησαν να τεθούν σε κίνηση πολιτισμικές αλλαγές στην αυτοαντίληψη (Rose 2003, Dumit 2003a, 2003b) και τροφοδότησαν μια αυξανόμενη πολιτισμική αποδοχή, και ίσως ακόμα και μια επιθυμία, για φαρμακολογικές παρεμβάσεις για τη διαχείριση του σώματος και των δεινών του (Elliott 2003).
Από τη δεκαετία του 1990, οι φαρμακευτικές εταιρίες έχουν εργαστεί ενδελεχώς για να συνδέσουν συγκεκριμένα φάρμακα με τις διακριτές διαταραχές που υποτυπώνωνται στο DSM παρέχοντας άμεσα ιατρούς και νοσοκομεία με συστάσεις και οδηγίες, γνωστές σε ορισμένα μέρη ως φαρμακευτικοί αλγόριθμοι (Waters 2005). Ήταν πιο κοινό από ποτέ να σου λένε ότι οι ψυχικές ασθένειες ήταν χρόνιες καταστάσεις που συχνά απαιτούσαν ισόβια ένα κοκτέιλ φαρμακευτικών αγωγών. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, οι ψυχιατρικοί ασθενείς περισσότερο από κάθε άλλη φορά αποκαλούταν χρήστες και πελάτες, χαρακτηρισμοί που ορισμένοι ασθενείς, ακόμα κι εκείνοι που ήταν επιτιμιτικοί προς την ψυχιατρική, άρχισαν να ενστερνίζονται ενεργά (Tomes 2006, Morrison 2005, Chamberlin 1990).
http://www.youtube.com/watch?v=6vfSFXKlnO0
Πράγματι, τους παραχωρήθηκε η λογική των χρηστών: κατά το ’80 ενθαρρύνοταν να συμμετέχουν σε κάποιο βαθμό στην διαμόρφωση πολιτικής και στην ανάπτυξη κλινικών υγείας στην τοπική κοινότητα και άλλων εθνικά συντονισμένων προγραμμάτων που αντικατέστησαν τους μεγάλους κρατικούς θεσμούς· σε διάφορα πλαίσια ψυχικής υγείας, τους ζητούταν να παρέχουν ανατροφοδότηση ώστε να δημιουργηθεί μια συνεργατική σχέση μεταξύ ψυχιάτρων και πελατών, με την ελπίδα ότι θα φτάσουν στην ανάρρωση. Δεδομένων αυτών των παραχωρήσεων, εξηγεί η Linda Morrison, το κίνημα αυτο-βοήθειας των καταναλωτών κατέστη το ορατό πρόσωπο του κινήματος των καταναλωτών, επιζώντων και πρώην ασθενών, και οι πολιτικές στρατηγικές του στόχευαν πρωτίστως στους μεταρρυθμιστικούς στόχους “απόκτησης χρηματοδότησης, επιρροής και της δύναμης των διαπραγματεύσεων, καθόμενο στο τραπέζι με τους επαγγελματίες και όσους χάραζαν την πολιτική” (Morrison 2005:85, Tomes 2006). [16]
Σε αυτό το πλαίσιο, οποιεσδήποτε κατηγορίες για εξαναγκασμένες θεραπείες και παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων φαίνονταν κάπως αναιμικές και χλωμές, ίσως ακόμα και βουβές. Πώς θα μπορούσαν αυτοί οι ισχυρισμοί να σταθούν ως έγκυροι ή να είναι με οποιονδήποτε τρόπο επικοινωνήσιμοι στο ευρύτερο κοινό όταν οι ασθενείς θεωρούταν πλέον καταναλωτές που εξασκούσαν την ελεύθερη βούλησή τους, εργαζόμενοι συνεργατικά με εργαζόμενους στην ψυχική υγεία, διαχειριζόμενοι ανεπιθύμητα συμπτώματα καταπίνοντας χάπια (πιστοποιημένα ως ασφαλή από τον FDA) στην ιδιωτικότητα των κατοικιών τους – και όταν τα φάρμακα διαφημίζονταν από γιατρούς και φαρμακευτικές εταιρίες ως πολύ πιο αποτελεσματικά από μια προηγούμενη γενικά φαρμάκων;
Στην πραγματικότητα η νέα βιολογικοποίηση της ψυχικής υγείας προμήνυε διαφορετικές μορφές ελέγχου και εξαναγκασμού πάνω στους ασθενείς, και κατέστη σαφές ότι ένα ενωμένο μέτωπο ήταν απαραίτητο για να συνεχίσουν να οργανώνονται αποτελεσματικά (Oaks 2006, Morrison 2005:96-97). Από τη δεκαετία του 1990, μια παλιότερη γενιά επιζώντων της ψυχιατρικής και ορισμένα νέα μαχητικά στελέχη ακτιβιστών έχουν συναντηθεί για να συνεχίσουν να σφυρηλατούν μια ριζοσπαστική, και εντούτοις τακτική, πολιτική που θα απαντά σε αυτό το νέο ιατρικό και οικονομικό πλαίσιο. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο στοχευμένη επίθεση ενάντια στη φαρμακευτική επιστήμη και μια συνειδητή κίνηση να δοθεί τέλος στην προφανή διαμάχη μεταξύ των μεταρρυθμιστικών και ριζοσπαστικών θέσεων που είχαν αναπτυχθεί χαρακτηριστικά το ’80, ώστε να συμβιβάσει ένα φάσμα από πολιτικά συναισθήματα και προσωπικές απόψεις για τη φύση της ασθένειας/εμπειρίας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, εμφανίστηκαν πολλές ανανεωμένες προσπάθειες να εισαχθούν ξανά πρακτικές όπως η θεραπεία με ηλεκτροσόκ, και ιδιαίτερα η εξαναγκασμένη λήψη φαρμάκων. Για παράδειγμα, από το 1997 η NAMI προτείνει διαρκώς, και αναζητά ομοσπονδιακή στήριξη για ένα πρόγραμμα που πρώτα αναπτύχθηκε το ’70 ως μέρος της μετατόπισης από την αποασυλοποίηση στην ψυχική υγεία μέσα στην κοινότητα: το Πρόγραμμα Assertive Community Treatment, περισσότερο γνωστό ως PACT. Εφαρμοζόμενο πλέον σε είκοσι πολιτείες (και νομιμοποιημένο σε τουλάχιστον άλλες είκοσι), είναι ένα πρόγραμμα συμμόρφωσης με τη φαρμακευτική αγωγή που παρέχει διανομή φαρμάκων στο σπίτι. Η ιδέα είναι ότι εκπαιδευμένοι εργαζόμενοι στον τομέα της ψυχικής υγείας επισκέπτονται ορισμένους πελάτες κάθε μέρα στα σπίτια τους, ακόμα και δύο φορές την ημέρα, για να τους κάνουν ένεση ή να επιβεβαιώσουν ότι έχουν καταπιεί τα χάπια τους. Η NAMI της πολιτείας της Νέας Υόρκης διαφημίζει περήφανα το PACT ως “ουσιαστικά, ένα νοσοκομείο χωρίς τοίχους.” [17]
Η ριζοσπαστική πτέρυγα του mad liberation, εν μέρει λόγω αυτού του φάσματος ενός “νοσοκομείου χωρίς τοίχους”, επανεμφανίστηκε με ανανεωμένο και τακτικό σφρίγος. “Οι οργανωμένες προσπάθειες της NAMI και των συμπαθούντων της να εισαγάγουν το μοντέλο PACT της εξαναγκασμένης εξωνοσοκομειακής αγωγής σε κάθε πολιτεία”, γράφει η Linda Morrison, “κινητοποίησε μια δύναμη c/s/x ακτιβιστών το ’90 δίχως προηγούμενο στην ιστορία του κινήματος” (2005:91). Η πρόσβαση στο Internet διευκόλυνε την οργάνωση και επέτρεψε την άμεση μετάδοση πληροφοριών και προσωπικών τραυματικών εμπειριών, πολλές ως αποτέλεσμα των σοβαρών παρενεργειών φαρμάκων που προμοτάρονταν επίσημα ως ασφαλέστερα από την παλαιότερη γενιά φαρμάκων.
Αυτή η νέα επανάληψη του κινήματος mad liberation αφορά ακόμα κυρίως στην εναντίωση στην εξαναγκασμένη αγωγή και τη θεραπεία με ηλεκτροσόκ, αλλά έχει επίσης να ανταγωνιστεί νέους, πανίσχυρους θεσμικούς δρώντες, κυρίως την φαρμακευτική βιομηχανία και την πραγματικότητα που αυτή βοήθησε να εξασφαλίσει: αυτή της κυρίαρχης κουλτούρας συνταγογράφησης και λήψης φαρμάκων. Οι επιζώντες της ψυχιατρικής κατευθύνουν τώρα μεγάλο μέρος της πολιτικής ενέργειάς τους σε αυτό το πεδίο μάχης, προκαλώντας διαρκώς την φαρμακευτική βιομηχανία για ψευδή διαφήμιση και για απόκρυψη πιθανών επιβλαβών παρενεργειών που ανακαλύπτονται στις δικές τους κλινικές δοκιμές· και υποστηρίζουν ενεργά την έρευνα που αναζητά να κατανοήσει πώς τα τρέχοντα ψυχιατρικά φάρμακα μπορεί να παράγουν “χημικές λοβοτομές” μεταβάλλοντας μόνιμα τη χημεία του εγκεφάλου.
Μέρος της αναζωογονημένης ατζέντας μεταξύ των επιζώντων της ψυχιατρικής πρέπει επίσης να αναγνωστεί ως μια προσπάθεια να διευρυνθεί το πεδίο της λογικής που είχε υποχωρήσει και συρρικνωθεί σε ένα κουτί καταναλωτισμού από τη δημοφιλία του νευροεπιστημονικού παραδείγματος που επικυρώνεται μέσα από νέες μορφές ψυχιατρικών διαγνώσεων και θεραπειών σε συνδυασμό με νεοφιλελεύθερες τάσεις, όπως η ιδιωτικοποιημένη επιστήμη και οι νέες τεχνικές διαφήμισης. Και οι επιζώντες το πετυχαίνουν αυτό κυρίως αποσταθεροποιώντας την τρέχουσα κατάσταση της ψυχιατρικής επιστήμης και εκθέτοντας τον εξαναγκασμό που χαρακτηρίζει τα τρέχοντα καθεστώτα συνταγογράφησης και τους νέους νόμους που εγκρίνουν την εξαναγκασμένη χορήγηση φαρμάκων.
Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας διαμαρτυρίας στις ετήσιες συναντήσεις της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρίας που διοργανώθηκαν στις 20-23 Μαίου 2006 στο Τορόντο, οι επιζώντες της ψυχιατρικής και άλλοι υπερασπιστές μοίρασαν ένα φυλλάδιο που είχε τον τίτλο “Εις το Όνομα της Ψυχικής Υγείας – Παραβιάσεις Ανθρώπινων Δικαιωμάτων από την Ψυχιατρική.” Η πρώτη καταχώρηση στη λίστα – η απουσία συναίνεσης μετά από ενημέρωση κατά τη θεραπεία ασθενών – σχηματίζει το προπύργιο της κριτικής τους, σήμερα και στο παρελθόν. Αυτή ακολουθείται από την “εξαναγκασμένη χορήγηση φαρμάκων”, που εξειδικεύει και αναπτύσσει περισσότερο το ζήτημα της συναίνεσης μετά από ενημέρωση ώστε να περιλαμβάνει τις ψυχότροπες φαρμακευτικές αγωγές:
Οι ψυχίατροι συχνά χορηγούν αντικαταθλιπτικά και νευροληπτικά που ακινητοποιούν το εγκέφαλο και εθιστικά ηρεμιστικά (“φαρμακευτική αγωγή”) χωρίς συγκατάθεση μετά από ενημέρωση των ασθενών τους. Αυτό είναι παράνομο. Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα του Καναδά, “σωματικό άγγιγμα χωρίς συγκατάθεση” συνιστά επίθεση. Η εξαναγκασμένη χορήγηση φαρμάκων είναι επίθεση. Πολλοί επιζώντες της ψυχιατρικής έχουν υποστεί τραύματα και καταστεί ανίκανοι/ανάπηροι (μερικές φορές μόνιμα) εξαιτίας της εξαναγκασμένης χορήγησης φαρμάκων (π.χ. ενέσεις).
Ενώ οι επιζώντες της ψυχιατρικής επικυρώνουν σαφώς το δικαίωμα ενός ατόμου να πάρει φάρμακα για θεραπεία και έχουν στην πραγματικότητα μετακινηθεί περισσότερο από ποτέ υποστηρίζοντας και αναμεταδίδοντας μια στάση υπέρ της επιλογής (εν μέρει λόγω της ανόδου της συνηγορίας των χρηστών και εν μέρει επειδή ορισμένοι ακτιβιστές όντως στηρίζονται σε φάρμακα), φροντίζουν να υπογραμμίζουν αμέσως τα όρια του τρέχοντος κυρίαρχου λόγου της ελευθερίας των χρηστών. Για παράδειγμα, η παρακάτω εξήγηση από το The Freedom Center, ένα κέντρο υπεράσπισης με έδρα το Northampton, Μασαχουσέτη, είναι μια αρκετά σύνηθης θέση σε σχέση με τα φάρμακα μεταξύ ακόμα και περισσότερο ριζοσπαστικών ακτιβιστών. Ενώ ξεκάθαρα επικυρώνουν την επιλογή, και επομένως διατηρούν μια γλώσσα που είναι κοινή σε ένα μήνυμα από τους χρήστες που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1980, επίσης, σε μία κίνηση, την τροποποιούν ταχύτατα ώστε να επιδείξουν τα όρια αυτής της αφήγησης, δοσμένης σε ένα θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ουσιαστικά δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες και όπου υπάρχει έλλειψη ξεκάθαρης και ειλικρινούς πληροφόρησης για τις παρενέργειες:
Πολλά από τα μέλη μας παίρνουν κάποιο είδος ψυχιατρικής φαρμακευτικής αγωγής. Πιστεύουμε στην προσωπική επιλογή και ενδυνάμωση σε αντίθεση με τον πατερναλισμό και τον έλεγχο. Πιστεύουμε ότι τα άτομα θα έπρεπε, με υποστήριξη και πραγματική συγκατάθεση κατόπιν ενημέρωσης, να βρουν τι δουλεύει καλύτερα για αυτά. Πιστεύουμε ότι η σημερινή “συγκατάθεση κατόπιν ενημέρωσης” του ψυχιατρικού συστήματος είναι βασικά μια απάτη. Γιατί για να είναι αυθεντική η συγκατάθεση κατόπιν ενημέρωσης, θα έπρεπε ο καθένας να έχει πρόσβαση σε ακριβείς πληροφορίες για την “ψυχική ασθένεια” και την πραγματική φύση και τοξικότητα των ψυχιατρικών φαρμάκων· οι πραγματικές εναλλακτικές στα φάρμακα θα έπρεπε να χρηματοδοτούνται και να είναι διαθέσιμες·… Η επιστήμη πίσω από τα ψυχοφάρμακα είναι διεφθαρμένη από το χρήμα των φαρμακοβιομηχανιών, και μελέτες δείχνουν ότι τα placebo (ψευδοφάρμακα), η συμβουλευτική, η κοινωνική στήριξη και εναλλακτικές επιλογές είναι περισσότερο αποτελεσματικά και ασφαλή. Οι ιατροί και οι φαρμακευτικές εταιρίες πρέπει να σταματήσουν την παραπλανητική και απατηλή προπαγάνδα για τα ψυχοφάρμακα και να αρχίσουν να λένε την αλήθεια για το πόσο επικίνδυνα, αναποτελεσματικά και συχνά αντιπαραγωγικά μπορούν να είναι. Οι γιατροί θα έπρεπε να σταματήσουν να σπρώχνουν φάρμακα – φτάνοντας να βάζουν κόσμο να παίρνει έξι, εφτά ή οχτώ διαφορετικά φάρμακα ταυτόχρονα. Αυτό είναι κατάχρηση.[18]
Ο συνιδρυτής της οργάνωσης διευκρινίζει επιπλέον ότι “το δικαίωμα στην επιλογή είναι ένας τρόπος να ασχοληθείς με την πραγματικότητα των ατόμων υπό αγωγή τα οποία αισθάνονται ότι τα κρίνουν και τα αποξενώνουν. Δεν θέλουμε να είναι είμαστε τρελογιατροί από την αντίστροφη. Είμαστε ένα κίνημα μείωσης των βλαβών – δεν υπερασπίζεται την αποχή και σεβόμαστε ότι οι άνθρωποι παίρνουν δύσκολες αποφάσεις.” [19] Εντούτοις, όπως αναγνωρίζουν, με την ανυπαρξία άλλων θεσμικών επιλογών – πόσο μάλλον ασφαλιστικής κάλυψης – πέρα από τη λήψη φαρμάκων, πολλοί θεωρούν την επιλογή των χρηστών μια κενή υπόσχεση που λειτουργεί υπέρ της επιβεβαίωσης του νευροχημικού μοντέλου της ασθένειας το οποίο, όπως το βλέπουν αυτοί, απέχον πολύ από το επιστημονικά καθιερωμένο, μόνο χειρότερο μπορεί να γίνει από τη σχεδόν τυφλή πίστη που εναποτίθεται στις φαρμακευτικές θεραπείες.
Επομένως οι επιζώντες της ψυχιατρικής, ακόμα κι όταν εργάζονται μαζί με περισσότερο μεταρρυθμιστές υπερασπιστές των χρηστών, καταδεικνύουν τα όρια ενός μοντέλου της χρήσης ως ελευθερίας. Αποκαλύπτουν τις ανισότητες της εξουσίας που αποκρύπτονται σε ένα μοντέλο που έχει φτάσει στην κατάσταση της σχεδόν αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, δεν προκαλεί έκπληξη που τόσες πολλές από τις πολιτικές προσπάθειές τους στρέφονται σήμερα στην υπονόμευση την αυτοπεποίθησης η οποία με τη σειρά της βρίσκεται κάτω από την επιστημονική βάση του νευροχημικού μοντέλου της ψυχικής ασθένειας το οποίο με τη σειρά του υποστηρίζει τις τρέχουσες πρακτικές των φαρμακολογικών παρεμβάσεων και, δεδομένης της ηγεμονικής του θέσης, το πράττει μέσα από ακόμα πιο ακραία πολιτικά μέτρα.
Πρόσφατα, η πιο διϋλισμένη και επιτυχημένη από τις εκστρατείες τους ήταν η απεργία πείνας που αναφέρθηκε πιο πριν, η οποία οργανώθηκε στην Pasadena της Καλιφόρνιας, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2003. Έξι επιζώντες της ψυχιατρικής δέχτηκαν τη στήριξη επιζώντων από όλη τη χώρα που οργάνωσαν πιο σύντομες νηστείες αλληλεγγύης με σκοπό να τραβήξουν την προσοχή της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Ένωσης, της National Alliance for the Mentally Ill και του Αμερικάνικου υπουργείου υγείας. Η πρωτεύουσα απαίτησή τους ήταν
“να παρουσιάσει η βιομηχανία της ψυχικής υγείας έστω και μία μελέτη που να αποδεικνύει τον κοινό ισχυρισμό της βιομηχανίας ότι η ψυχική ασθένεια έχει βιολογική βάση.” [20]
Η επιλογή για απεργία πείνας ήταν σημαντική για πρακτικούς και συμβολικούς λόγους. Παρόλα τα χρόνια παροχής δεδομένων από τους χρήστες στο πεδίο της ψυχιατρικής, ένα θέμα βρισκόταν πίσω από συρματόπλεγμα, εκτός ορίων οποιουδήποτε είδους συζήτησης που να έχει νόημα: η βιοχημική φύση της ψυχικής ασθένειας. Αυτοί οι επιζώντες της ψυχιατρικής ανέπτυξαν μια ακραία πολιτική τακτική προσπαθώντας να εξαναγκάσουν μια συζήτηση για την αναγωγιστική βιολογική θεωρία της ψυχικής ασθένειας, η οποία φαινόταν να είναι κάτι γενικά μη συζητήσιμο. Επιπρόσθετα, η απεργία πείνας τους εξέφραζε ισχυρά επιτελεστικά στοιχεία. Αυτοί οι επιζώντες της ψυχιατρικής, οι οποίοι έχουν υποφέρει κάτω από την ψυχιατρική φροντίδα, είναι πρόθυμοι να επιφέρουν πόνο στους εαυτούς τους ώστε να επιδείξουν πώς εκείνοι οι ίδιοι θεσμοί και οργανώσεις που βεβαιώνουν ότι τους βοηθούν έχουν στην πραγματικότητα φτάσει να συμβολίζουν τον πόνο που ισχυρίζονται ότι έχουν υπομείνει.
Εκείνη την εποχή, παρακολουθούσα την απεργία με έντονο ενδιαφέρον, εν μέρει γιατί αυτή η κίνηση φαινόταν ιδιαίτερα τολμηρή. Ακόμα κι αν ήταν ξεκάθαρο ότι ένας μεγάλος βαθμός αβεβαιότητας περιέβαλλε τη νευροχημική βάση της ψυχικής ασθένειας, μου φαινόταν ότι η APA και τα σχετιζόμενα μέρη θα μπορούσαν πιθανώς να παρουσιάσουν τουλάχιστον μία πηγή η οποία, αν μη τι άλλο, θα φαινόταν, στο ευρύτερο κοινό, ότι προσφέρει “επαρκείς αποδείξεις” για να επικυρώσει τους ισχυρισμούς τους. Και αν το έκαναν, αυτό θα φίμωνε και θα σιωπούσε σημαντικά, αν όχι επ’ αόριστον, τη θέση που υπεράσπιζαν αυτοί οι διαδηλωτές. “Οι διαδηλωτές αντιμετώπισαν την πιθανότητα”, σημειώνει σωστά ο Brad Lewis, “να χαρακτηριστούν ‘τρελοί’” (2006b:339). Αυτές οι ενέργειες, με άλλα λόγια, έδειχναν να είναι επικίνδυνες όχι μόνο για τη σωματική βλάβη που πιθανά θα επέφερε η άρνηση λήψης τροφής αλλά επίσης διότι, αν αποτύγχαναν στην αναζήτησή τους, το ευρύτερο κίνημα θα απαξιώνονταν ακόμα περισσότερο από ορισμένες από τις ισχυρότερες ενώσεις και θεσμούς της ψυχιατρικής ενώ θα βρισκόταν κάτω από τη σταθερή παρατήρηση των επικρατούντων μέσων μαζικής ενημέρωσης. [21]
Λίγο μετά την έναρξη της απεργίας πείνας, η APA αρνήθηκε να εκδώσει ανακοίνωση. Είκοσι μέρες αργότερα, ο ιατρικός διευθυντής της είχε μια σύντομη τηλεφωνική συνομιλία με έναν διαμαρτυρόμενο, λέγοντάς του ότι οι ψυχικές ασθένειες ήταν στην πραγματικότητα “εγκεφαλικές ασθένειες και ότι αυτό το γεγονός ήταν τόσο αδιαμφισβήτητο όσο και το γεγονός ότι ‘η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο’ ” (δική μου υπογράμμιση). Απροσδόκητα, λίγες μέρες μετά, η APA εξέδωσε μια επίσημη ανακοίνωση που ανασκευάζει αυτόν τον προηγούμενο ισχυρισμό. Παρόλο που επέμενε ότι η ψυχική ασθένεια ήταν βιολογική, παραδέχτηκε ότι η επιστήμη του εγκεφάλου, όπως την αποκαλούσαν,
…δεν έχει εξελιχθεί στο βαθμό που οι επιστήμονες ή οι κλινικοί ιατροί να μπορούν να καταδείξουν άμεσα αντιληπτές παθολογικές οργανικές βλάβες ή γενετικές ανωμαλίες οι οποίες από μόνες τους να χρησιμεύουν ως αξιόπιστοι ή με predictive βιο-δείκτες μιας δεδομένης ψυχικής διαταραχής ή ψυχικών διαταραχών ως ομάδα… Οι ψυχικές διαταραχές είναι πιθανόν ότι θα αποδειχτούν πως αντιπροσωπεύουν διαταραχές επικοινωνίας μεταξύ κυττάρων· ή ενός αποδιοργανωμένου νευρικού κυκλώματος.” (δική μου υπογράμμιση)
Φυσικά, η αποκάλυψη αυτή ούτε αποδεικνύει ούτε αρνείται πλήρως μια βιολογική πραγματικότητα για την ψυχική ασθένεια. Αν μη τι άλλο, είναι σημαντική γιατί η APA ενεπλάκη πλήρως σε μια συζήτηση, όπως αυτή ορίστηκε από τους επιζώντες, πάνω στα όρια, τα κενά, και τον μυωπικό αναγωγισμό της ψυχιατρικής επιστήμης. [22] Συγκεκριμένα, η APA παραδέχτηκε ανοιχτά μια σύνηθη κατάσταση για κάθε επιστημονική προσπάθεια: ότι βρίσκεται σε θέση αβεβαιότητας ή μερικής βεβαιότητας, και την ανάγκη να προσανατολίζει γνωστές παραμέτρους προς υποθετικές μελλοντικές πιθανότητες. [23] Όπως ισχυρίζεται η APA, δεδομένων αυτών που ξέρουμε, είναι κατανοητό ότι μπορεί να ανακαλυφθεί ένα πιο βαθύ νευροχημικό μοντέλο για την ψυχική ασθένεια, αλλά όπως έχουν τώρα τα πράγματα, λείπουν ακόμα πολλά κομμάτια από αυτό το μοντέλο – υπερβολικά πολλά ίσως για να δικαιολογούν το είδος της εμπιστοσύνης υπεράνω κριτικής που εκχύνεται από τη θεσμική ψυχιατρική και, ιδιαίτερα, από την φαρμακευτική βιομηχανία. Όπως δήλωσε ένας από τους επιζώντες απεργούς πείνας σε μια συνέντευξη με τον David Oaks: “Αναγνώρισαν ότι δεν κατέχουν την βιολογική απόδειξη [της ψυχικής ασθένειας], οπότε αυτό έχει καταγραφεί… Τώρα είναι ο καιρός να υλοποιήσει η APA ένα πολύ πιο περίπλοκο μοντέλο [ψυχικής ασθένειας] που να αντικατοπτρίζει συνολικά το άτομο και όχι απλά αυτό το στενό, αναγωγιστικό, βιολογικό μοντέλο.” [24]
Με μια παραδοχή της αβεβαιότητας, έρχεται επίσης και κάποια αναγνώριση ότι η θεραπεία μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματική όπως κατά συνήθη τρόπο παρουσιάζεται. Ένας άλλος τρόπος σκέψης για την παραδοχή της αβεβαιότητας είναι ότι τοποθετεί τους υπερασπιστές/ασθενείς/επιζώντες σε μια θέση όπου είναι υποχρεωτικό να θεωρηθούν πιο σοβαρά ως ειδικοί, γιατί οι αποκαλούμενοι ειδικοί λειτουργούν τόσο εντός μια αβέβαιης επικράτειας όσο και οι ασθενείς τους, ενώ, όμως, οι ασθενείς είναι αυτοί που έχουν να υπομείνουν τις πολύ πραγματικές συνέπειες από την εμπλοκή σε θεραπείες που, παρόλο που πολλοί προσωπικά παραδέχονται ότι είναι χρήσιμες και αναγκαίες, συνεχίζουν να φέρουν τεράστιο, μη κατανοητό κίνδυνο. Εν τέλει, ένα από τα δυνατότερα μηνύματα που μετέφερε αυτή η απεργία πείνας είναι ότι πολλοί επιζώντες της ψυχιατρικής δεν αμφισβητούν την ιατρική επιστήμη καθεαυτή, αλλά αιτούνται μια πιο ανοικτή, διάφανη πρακτική που έρχεται πλήρως πρόσωπο με πρόσωπο και παραδέχεται τις τρέχουσες αβεβαιότητες, τους εξακριβωμένους κινδύνους των θεραπειών, και τον άκρως αναγωγιστικό προσανατολισμό των τρεχόντων μοντέλων. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος προς το τέλος της κατάχρησης και των άνισων σχέσεων εξουσίας που τόσο κοινά αποδίδονται στην ψυχιατρική.
Μια ενδιαφέρουσα ερώτηση που προκύπτει από την παραδοχή της APA που συζητήθηκε προηγουμένως είναι, Τι είδος θεραπειών θα έπρεπε, ή θα μπορούσε, να επινοήσει κανείς σε ένα πεδίο όπου λείπουν κομμάτια; Αυτή είναι η ερώτηση την οποία οφείλουν, και όντως έχουν, να αντιμετωπίσουν πολλοί επιζώντες, χρήστες και ασθενείς όταν αποφασίζουν να καταπιαστούν με ένα καθεστώς φαρμακευτικής αγωγής τα μακροχρόνια αποτελέσματα του οποίου είναι ελάχιστα κατανοητά και οι γνωστές παρενέργειες του οποίου συχνά αποκρύπτονται και, όταν απευθύνονται, συχνά υποτονίζονται χονδροειδώς. Αλλά αυτό συχνά είναι μια προσωπική επιλογή που λαμβάνει χώρα σε ατομικό επίπεδο, ή όλο και πιο πολύ συλλογικά μεταξύ ισοτίμων στο Internet, ή μέσα από τα δίκτυα υποστήριξης των οργανώσεων των επιζώντων, πολύ μακράν του ανοιχτού και δημόσιου διαλόγου με τους επικρατούντες ψυχιάτρους και, ασφαλώς, με την φαρμακευτική βιομηχανία.
Και αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι πως ενώ είναι δύσκολο να τεθεί αυτό το ερώτημα εντός του πλαισίου της βιοϊατρικής, το οποίο αποφεύγει εσκεμμένα την αβεβαιότητα και, συχνά για βάσιμους λόγους, είναι ένα ακόμα πιο αδιανόητο ερώτημα προς υποβολή εντός μιας βιομηχανίας που λειτουργεί στα χνάρια μια ιδιόμορφης λογικής υποσχέσεων που χρησιμοποιεί το παρελθόν ως στήριγμα μέσω του οποίου διατείνεται υπέρ της προόδου, της εξέλιξης και επομένως της καλής θέλησης. Αξιοποιώντας τη δουλειά του Paul Rabinow, ο Nick Rose αποστάζει τη φύση της σημερινής, φαρμακευτικά αγόμενης, ψυχιατρικής ως μια έντονη, περίπλοκη σχέση μεταξύ της ορμής για γνώση και της ανάγκης για τη διασφάλιση υψηλών περιθωρίων κέρδους: “Η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι πλέον επαρκής για να κινητοποιήσει μια παραγωγή ψυχιατρικής γνώσης… το κέρδος που μπορεί να βγει από τις υποσχέσεις για υγεία έχει καταστεί το πρωτεύων κίνητρο στην παραγωγή αυτού που μετράει ως γνώση για την ψυχική ασθένεια-υγεία” (2003:58). Ως μέρος αυτής της υπόσχεσης, έρχεται σαφώς στο προσκήνιο ένας ισχυρισμός: ότι τα νέα φάρμακα είναι μια αξιοσημείωτη βελτίωση, είτε σε αποτελεσματικότητα, στην ικανότητά τους να στοχεύουν περισσότερα διακριτά μια κατηγορία νευροδιαβιβαστών, είτε στην παραγωγή λιγότερων επιβλαβών παρενεργειών από τους προκατόχους τους (Whitaker 2002:257). Ακόμη κι αν δεν μπορούν να προσφέρουν θεραπεία, προσφέρουν όντως μια αφήγηση προόδου προσυσκευασμένη στην καλή θέληση.
Αυτή η εξευγενισμένη αφήγηση, όμως, έχει χάσει κάποια από τη λάμψη της τα τελευταία χρόνια. Έχουν υπάρξει αποκαλύψεις στο ευρύτερο κοινό οι οποίες έχουν κηλιδώσει σημαντικά την κατασκευασμένη καλή θέληση της φαρμακευτικής βιομηχανίας και τις προθέσεις που έχει μοχθήσει να προάγει από τη δεκαετία του 1980. Ο μακρύς κατάλογος μεγαλώνει, και μόνο εν τάχει μπορεί να απαριθμηθεί. Περιλαμβάνει την αποκάλυψη ότι η φαρμακευτική βιομηχανία έριξε τους τόνους και απέκρυψε πληροφορίες για την ένταση των παρανεργειών μια κατηγορίας αντιφλεγμονώδων αναλγητικών, καθώς και αντικαταθλιπτικών θεραπειών. Περιλαμβάνει επίσης δύο μελέτες, μία στις Ηνωμένες Πολιτείες και μία στη Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες ανακάλυψαν ότι τα νέα αντιψυχωτικά φάρμακα διαφέρουν από τους προκατόχους τους μόνο στην τιμή, όχι στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα. Πιο πρόσφατα, και εγγύτερα στην πολιτική των επιζώντων της ψυχιατρικής, οι The New York Times, αφού απέκτησαν εσωτερικά έγγραφα που διέρρευσαν από μια διενεργούμενη αγωγή ευθύνης προϊόντος, αποκάλυψε ότι η Eli Lily συστηματικά υποβάθμιζε τους κινδύνους για την υγεία και τις παρενέργειες μιας θεραπείας για τη σχιζοφρένεια που είναι το φάρμακο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της, το Zyprexa. Πολλοί επιζώντες εμπλέκονται πλέον σε μια εκστρατεία να κυκλοφορήσουν και να σχολιάσουν αυτά τα έγγραφα, με την ελπίδα ότι θα αύξαναν την επικριτική ευαισθητοποίηση για τους κινδύνους συγκεκριμένων ψυχιατρικών φαρμάκων. [25] Όλες μαζί, αυτές οι αποκαλύψεις έχουν παράγει μια αυξανόμενη κριτική προσοχή στην έλλειψη ρυθμιστικού σθένους και ακεραιότητας του FDA κατά την επίβλεψη των επιστημονικών δοκιμών και την εμπορική κυκλοφορία αυτών των φαρμάκων. [26]
http://www.youtube.com/watch?v=PHolKz6SZDs
Παράλληλα με αυτή την κριτική προσοχή των μμε στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες και τον FDA, η κυρίαρχη ιατρική και οι φαρμακευτικές πρακτικές που συνεπάγεται, ενώ σίγουρα ακόμη αναπτύσσονται και θαυμάζονται διεισδυτικά, έχουν αντιμετωπίσει επίσης σκληρό ανταγωνισμό, έξοδο των ασθενών, και συχνά αναμφισβήτητη καχυποψία καθώς οι ασθενείς αναζητούν εναλλακτικές θεραπείες, οι οποίες έχουν αυξηθεί εκθετικά ως τύποι και διαθεσιμότητα από το ’80 (Eisenberg, et al. 1998). Οι ασθενείς που παραμένουν στην κυρίαρχη ιατρική συχνά το κάνουν υπό τους δικούς τους όρους, καλλιεργώντας μια καταφανή μορφή αυτο-ειδίκευσης που χρησιμοποιείται στην μερική αυτο-διάγνωση και θεραπεία, συχνά με τη βοήθεια νέων τεχνολογιών του Internet. Και οι δύο κινήσεις συχνά συνοδεύονται από μια δριμεία κριτική στην συμβατική ιατρική και τις φαρμακευτικές – ένα μήνυμα που δηλώνει ότι οι θεραπείες, και η εξουσία να κατατάσσεις και να θεραπεύεις την ασθένεια, δεν είναι πλέον αποκλειστική ιδιοκτησία της κατεστημένης ιατρικής. Έτσι, εν μέσω έντονου λεπτομερούς ελέγχου από το κοινό και τα μμε, της αμαυρωμένης εικόνας της φαρμακευτικής βιομηχανίας, και μιας ημι-αυτόνομη ζώνη διάγνωσης και θεραπείας μεταξύ ισοτίμων, οι επικρίσεις που αγγέλονται από τους επιζώντες της ψυχιατρικής που αφορούν τα επισφαλή θεμέλια της φαρμακευτικής επιστήμης και το κάλεσμά τους για άνευ όρων αυτοκαθορισμό έχουν μια ευκαιρία να αντηχήσουν πιο εμβριθώς και πιο ευρέως, για ακόμα μια φορά, στο ευρύτερο δημόσιο πεδίο.
“Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία,” έγραψε ο Milan Kundera, “είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη.” Αν και όχι απαραίτητα μια από τις καλύτερα γνωστές ομάδες πολιτικών δρώντων, οι επιζώντες της ψυχιατρικής, οι πρώην ασθενείς, και οι χρήστες, δυνάμει της επιμονής τους και της τακτικής ικανότητας να μετατοπίζουν μηνύματα, έχουν εμπλακεί επιτυχώς στον αγώνα ενάντια στην εξουσία. Όπως σε όλα τα κοινωνικά κινήματα, η κρίσιμη κίνηση δεν είναι απλά να ομιλείς στην εξουσία, αλλά να καλλιεργείς μια ιστορική συνείδηση αυτής της διαδικασίας, γιατί είναι μέσα από αυτή την καλλιεργημένη μνήμη που προωθείται μια πολιτική από το παρόν στο μέλλον, για να απαντήσει σε μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Οι επιζώντες έχουν καλή γνώση της κληρονομιάς τους, και αυτό γίνεται προφανές από ένα πλήθος καταγραφές. Για παράδειγμα, σε σύγχρονες ομιλίες, είναι συνηθισμένο οι ηγέτες του κινήματος να αναβιώνουν τον Martin Luther King υπενθυμίζοντας στους ακροατές τους ότι “η ανθρώπινη σωτηρία βρίσκεται στα χέρια των δημιουργικά απροσάρμοστων” (Oaks 2006). Με αυτόν τον τρόπο, οι ομιλητές προσφέρουν λόγια έμπνευσης σχετικά με την δεινή κατάστασή τους που προκύπτει από τις εξαναγκασμένες θεραπείες. Η επίκληση χρησιμεύει επίσης στο να υπενθυμίζει στο ακροατήριό τους ότι το κίνημά τους είναι μια “μη βίαιη επανάσταση” με ιστορικές ρίζες βαθιά μέσα στην εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων και με βασικούς στόχους που παραμένουν αμετάλλαχτοι.
Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1980, όμως, οι επιζώντες της ψυχιατρικής βρέθηκαν σε μια δύσκολη θέση παρόμοια με αυτή πλήθους άλλων ριζοσπαστών υπερασπιστών. Η οξεία ακμή πολλών ριζοσπαστικών απαιτήσεων, συχνά εκφρασμένη με ένα λεξιλόγιο ανεξαρτησίας και ελευθερίας, αμβλύνθηκε από ένα ευρύτερο σύνολο οικονομικών και πολιτισμικών αλλαγών που εδραίωσαν μια νέα γλώσσα κοινής λογικής για την ελευθερία επικεντρωμένη στις ιδέες της επιλογής του τρόπου ζωής και των αρχών της ελεύθερης αγοράς. Είναι επίσης πιθανό ότι η πληθώρα αξιέπαινων νομικών αλλαγών που συνέβησαν το ’60 και το ’70 να ανέθρεψαν ένα αθέλητο κύμα μακαριότητας μεταξύ φιλελεύθερων και προοδευτικών κοινών που παρηγορούταν από το γεγονός ότι οι χειρότερες μορφές διαχωρισμού, ανισότητας, και καταχρήσεων ψυχικής υγείας είχαν τελειώσει, μιας και πολλές είχαν διορθωθεί στα νομικά βιβλία.
Η βιωσιμότητα των επιζώντων της ψυχιατρικής ως ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα απειλήθηκε επίσης με εξάλειψη από ένα μοναδικό σύνολο προκλήσεων. Αμφισβητούσαν ένα σύνολο ιατρικών πρακτικών οι οποίες, στο σύντομο χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας, είχαν αλλάξει ώστε όχι μόνο να είναι περισσότερο νομιμοποιημένες, αλλά επίσης και πολύ πιο κυρίαρχες εντός των επιστημών της υγείας, το ιατρικό επάγγελμα και το ευρύτερο κοινό. Η φαρμακευτική βιομηχανία ανέπτυξε και έθεσε σε κυκλοφορία ένα ευρύ φάσμα από φάρμακα έτοιμα να συνταγογραφηθούν από ψυχιάτρους και άλλους εργαζόμενους στην υγεία (όπως οικογενειακούς γιατρούς και εγγεγραμμένες νοσοκόμες) σε ανθρώπους σχεδόν κάθε ηλικιακής ομάδας για να διαχειριστούν ένα εξίσου ευρύ φάσμα πολλαπλασιαζόμενων καταστάσεων. Μαζί με τον πολλαπλασιασμό αυτών των φαρμακευτικών αγωγών, μια ρόδινη αισιοδοξία έφθασε να σημαδεύει το πεδίο, ένας οπτιμισμός στο οποίο το παρελθόν μπορούσε εύκολα να παραταχθεί ώστε να προσδιορίζει την προοδευτικότητα και τον ανθρωπισμό της τρέχουσας στιγμής. Επειδή ο προσανατολισμός της ψυχιατρικής εξελίχθηκε από τις ψυχοαναλυτικές του ρίζες, με μια γερή θεσμική βάση στο άσυλο, σε ένα παράδειγμα ιατρικής επιστήμης, η ρητορική της επιστημονικής προόδου είναι καταφανής. Δεδομένης αυτής της ιστορικής δυναμικής, οι επιζώντες εύκολα απαξιώνονται ως φανατικοί λόγω της ανικανότητάς τους να αποδεχτούν αυτό που παρουσιαζόταν ως η αλήθεια της επιστήμης. Κι όμως, αντλώντας από τις δικές τους μορφές ιστορικών συνειδήσεων και την κληρονομιά τους χτισμένη από την, από πρώτο χέρι, εμπειρία με τις αγωγές που συχνά παρέχονταν στο όνομα της φροντίδας και της θεραπείας – και μόνο αργότερα αναγνωρίστηκε ότι ήταν επιβλαβείς, άχρηστες, ή ακόμα και βάρβαρες – οι επιζώντες προσεγγίζουν το πεδίο με το ξίφος ενός σκεπτικιστή που, όταν εφαρμόζεται στην πολιτική σφαίρα, εργάζεται ώστε να καταστήσει αλανθαστώς σαφή τους κινδύνους των τρεχουσών θεραπειών και, επομένως, να διαταράξουν αυτή την αφήγηση προόδου.
Αυτό το άρθρο ωφελήθηκε από πολλά χέρια βοήθειας. Οι Geneviene Lakier, Micah Anderson, Praveen Sinha και οι συμμετέχοντες στο Law and Society Summer Institute του 2006 (ιδιαίτερα οι υπεύθυνοι των εργαστηρίων, Michelle Goodwin και Jonathan Klaaren) παρείχαν χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο draft. Οι Marko Zivkovic, Charles Barbour, Jeff Kochan, Kathleen Lowery, Jonah Bossewitch, Chloe Silverman, Pamela Moss και Linda Morisson σχολίασαν incisively σε πιο πρόσφατα drafts. Επιπρόσθετες ευχαριστίες στους Will Hall, Rob Wison, Alex Choby και Erika Dyck, που ο καθένας τους έκανε πολλά περισσότερα από όσα όφειλε. Αν και πολλά από τα incisive σχόλιά τους δεν αντικατοπτρίζονται εδώ, ασφαλώς εμπλούτισαν το άρθρο και το ευρύτερο project μου.
http://www.mani.org/Content/NavigationMenu/Inform_Yourselft/About_Mental_Illness.htm (τελευταία πρόσβαση 3 Οκτωβρίου 2007).
Για μια συγκεκριμένη αφήγηση των εντάσεων μεταξύ χρηστών και επιζώντων στα μέσα προς τα τέλη του ’80 και το τέλος του MNN λόγω μειούμενης υποστήριξης, βλ. Morisson (2005:80-87)
http://www.mindfreedom.org/kb/act/2003/mf-hunger-strike/hunger-strike-debate
Brown, Phil.1985. The Trasfer of Care: Psychiatric Deinstitutionalization and Its Aftermath. London: Routledge & Kegan Paul.
Chamberlin, Judi, 1990. “The Ex-Patient’s Movement: Where We’ve Been and Where We’re Going.” Journal of Mind and Behavior 11(3):323-336.
Crossley, Nick, 2006. Counseling Psychiatry: Social Movements in Mental Health. Abingdon, U.K., Routledge.
Dolnick, Edward, 1998. Madness on the Couch: Blaming the Victims in the Heydy of Psychoanalysis. New York: Simon & Schuster.
Dumit, Joseph, 2003a “Is It Me or My Brain? Depression and Neuroscientific Facts.” Journal of Medical Humanities 24(1/2):35-47.
2003b. Picturing Personhood: Brain Scans and Biomedical Identity. Princeton, N.J.: Princeton University Press.
Eisenberg, David M., et al. 1998. “Trends in Alternative Medicine Use in the United States, 1990-1997.” Journal of the American Medical Association 280(18):1569-1575.
Elliot, Carl, 2003. Better than Well: American Medicine Meets the American Drea. New York: Norton.
Elliot, Carl., and Tod Chambers (eds.) 2004. Prozac as a Way of Life. Chapel Hill: University of North Carolina Press.
Everett, Barbara, 2000. A Fragile Revolution: Consumers and Psychiatric Survivors Confront the Power of the Mental Health System. Waterloo, Ontario: Wilfrid Laurer University Press.
Foner, Eric. 1998. The Story of American Freedom. New York: Norton.
Foucault, Michel. 1970 [1998]. “Madness and Society.” In Foucault’s Aesthetics, Method and Epistemology, vol 2, ed. James Faubion, trans. Robert Hunley et al. New York: New Press.
Goozner, Merrill. 2004. The $800 Million Dollar Pill. Berkeley: University of California Press.
Grob, Gerald, 1991. From Asylum to Community: Mental Health Policy in Modern America. Princeton, N.J.: Princeton University Press.
Harvey, David. 2005. A Brief History of Neoliberalism. Oxford: Oxford University Press.
Healy, David. 1997. The Antidepressant Era. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.
—. 2002. The Creation of Psychopharmacology. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.
Hirsch, Sherry, et al. 1974. The Madness Network News Reader. San Francisco: Glide.
Kirk, Stuart, and Herb Kutchins. 1992. The Selling of the DSM: The Rhetoric of Science in Psychiatry. Piscaraway, N.J.: Aldine.
Lacasse, Jeffery, and Jonathan Leo. 2005. “Serotonin and Depression: A Disconnect Between the Advertisements and the Scientific Literature.” PloS Med 2(12): e392 DOI: 10.1371/journal.pmed.0020392
Lakoff, Andrew. 2005. Pharmaceutical Reason: Knowledge and Value in Global Psychiatry. Cambridge: Cambridge University of Press.
Lewis, Bradley, 2006a. Moving Beyond Prozac, DSM, and the New Psychiatry. Ann Arbor: University of Michigan Press.
—. 2006b. “A Mad Flight: Psychiatry and Disability Activism.” In The Disabilities Studies Reader, ed. Lennard Davis, 2nd ed. New York: Routledge.
Luhrmann, Tanya. 2000. Of Two Minds: The Growing Disorder in American Psychiatry. New York: Knopf.
Marcuse, Herbert. 1968. Negations. Boston: Beacon Press.
Morrison, Linda. 2005. Talking Back to Psychiatry: The Psychiatric Consumer/Survivor/Ex-Patient Movement. New York: Routledge.
Murphy, Michelle. 2006. Sick Building Syndrome and the Problem of Uncertainty. Durham, N.C.: Duke University Press.
Norton, Anne. 1993. Republic of Signs: Liberal Theory and American Popular Culture. Chicago: University of Chicago Press.
Oaks, David. 2006. “Unite for a Nonviolent Revolution in the Mental Health System: What 30 Years in the Mad Movement Have Taught Me.” Talk delivered at “Open Minds: Cultural, Critical and Activist Perspectives on Psychiatry,” New York University, September 23. On file with the author.
Oldani, Michae. 2004. “Thick Prescriptions: Toward an Interpretation of Pharmaceutical Sales Practices.” Medical Anthropology Quarterly 18(3): 325-356.
Petryna, Adriana, Andrew Lakoff, and Arthur Kleinman (eds.). 2006. Global Pharmaceuticals: Ethics, Markets, Practices. Durham, N.C.: Duke University Press.
Rissmiller, David, and Joshua Rissmiller. 2006. “Evolution of the Antipsychiatry Movement into Mental Health Consumerism.” Psychiatric Services 57: 863-866.
Rose, Nikolas. 2003. “Neurochemical Selves.” Society 41(1): 46-59.
Rosenhan, David. 1973. “On Being Sane in Insane Places.” Science, January 19, pp. 251-258.
Sharfstem, Steven, and Faith Dickerson. 2006. “Psychiatry and the Consumer Movement.” Health Affairs 25(3): 734-736.
Sismondo, Sergio (ed.). 2004. “Intersections of Pharmaceutical Research and Marketing.” Social Studies of Science 34(2).
Spiegel, Alix. 2005. “The Dictionary of Disorder: How One Man Revolutionized Psychiatry.” The New Yorker, January 3, pp. 56-63.
Tomes, Nancy. 2006. “The Patient as Policy Factory: A Historical Case Study of the Consumer/Survivor Movement.” Health Affairs 25(3): 720-729.
Waters, Rob. 2005. “Medicating Aliah.” Mother Jones, May/June, pp. 50-56.
Whitaker, Robert. 2002. Mad in America: Bad Science, Bad Medicine, and the Enduring Mistreatment of the Mentally Il. Cambridge: Perseus.

Η βιαιότητα των σωματικών θεραπειών στις οποίες υποβάλλονταν οι ψυχικά ασθενείς το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αλλά και ο τρόπος που αυτές αναπτύχθηκαν, μέσω πειραματισμού στην ουσία σε χιλιάδες έγκλειστους μέσα στα ψυχιατρεία, δεν μπορεί να μην ειδωθεί σε συνάρτηση με το κίνημα της ευγονικής που αναπτύχθηκε την ίδια περίοδο σε διάφορες χώρες ξεκινώντας από την αμερική. Οι ιδέες της ευγονικής, οι οποίες υποστήριζαν ότι ευφυΐα, ψυχικές ασθένειες αλλά και εγκληματικότητα, αλκοολισμός και άλλοι «εκφυλισμοί» ήταν γενετικά αποτυπωμένοι και άρα κληρονομικά αναπαραγόμενοι, αναπτύχθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και μπαίνοντας στον 20ο, άρχισαν να διαδίδονται περισσότερο και να δίνουν το πάτημα για συγκεκριμένες πρακτικές και νόμους. Γιατροί, ανάμεσά τους και πολλοί ψυχίατροι και ψυχολόγοι, ακαδημαϊκοί, δικηγόροι, ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, μέλη πάμπλουτων και γνωστών οικογενειών και άλλοι, μέσω της εργασίας, της κοινωνικής τους επιρροής αλλά και οργανώσεων που δημιούργησαν γι’ αυτό το σκοπό (βλέπε π.χ. την American Eugenics Society), προωθούσαν αλλά και πίεζαν για την εφαρμογή νομοθετικών ρυθμίσεων για την προστασία της «υγιούς γονιδιακής εξέλιξης» του πληθυσμού από τους «ελαττωματικούς», όπως διαχωρισμούς πληθυσμών, περιορισμούς σε γάμους, στείρωση, μέχρι και ευθανασία [1].
Στην Αμερική, κι ενώ ήδη υπήρχαν σε διάφορες περιοχές νόμοι που απαγόρευαν το γάμο μεταξύ συγκεκριμένων ομάδων, πρώτη η πολιτεία της Indiana το 1907 και μέσα σε μία δεκαετία άλλες τριάντα περίπου πολιτείες θεσμοθέτησαν την αναγκαστική στείρωση συγκεκριμένων πληθυσμών, μεταξύ αυτών και των ψυχικά ασθενών. Μέσω της στείρωσης των ψυχικά ασθενών ο «υγιής» πληθυσμός θα προστατευόταν από είδη ψυχικών ασθενειών που, από τους υπέρμαχους της ευγονικής, θεωρούνταν κληρονομικά. Μέχρι το 1950 υπάρχουν καταγεγραμμένες [2] τουλάχιστον 26.000 αναγκαστικές στειρώσεις ψυχιατρικών ασθενών, στις πολιτείες που τις θεσμοθέτησαν. Πέραν της στείρωσης, σε πολλά ψυχιατρικά ιδρύματα, γιατροί εφάρμοζαν διάφορους τύπους «έμμεσης» ευθανασίας, όπως για παράδειγμα στο ίδρυμα Lincoln, Ill., στο οποίο τάιζαν τους νέους ασθενείς με γάλα από φυματικές αγελάδες, θεωρώντας πως όσοι ήταν γονιδιακά δυνατοί θα ήταν προστατευμένοι… Η άλλη χώρα στην οποία αναπτύχθηκαν σε τόσο μεγάλο βαθμό οι ιδέες της ευγονικής και κατάφεραν να φτάσουν σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο, ήταν η ναζιστική γερμανία. Είναι γνωστά τα «μέτρα» που πήραν οι ναζί για να «προφυλάξουν» τη φυλετική καθαρότητα των άριων Γερμανών από Εβραίους, τσιγγάνους, ανάπηρους, ψυχικά ασθενείς, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές, φυματικούς, ζητιάνους, άστεγους, πόρνες, αλκοολικούς και αρκετούς άλλους, μέτρα που ξεκίνησαν από στείρωση και ευθανασία σε νοσοκομεία και ψυχιατρεία, προχώρησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κορυφώθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης και στους θαλάμους αερίων. Οι ιδέες της ευγονικής στη Γερμανία ήταν ανεπτυγμένες από τις αρχές του 1920. Τότε γίνεται και η έκδοση του βιβλίου Die Freigabe der Vernichtung Lebensunwerten Lebens (δηλαδή: νομιμοποίηση για την εξόντωση της ζωής που δεν αξίζει να τη ζει κανείς) από τον ψυχίατρο Alfred Hoche μαζί με τον Karl Binding, βιβλίο που υποστηρίζει την ευθανασία για τους ψυχικά ασθενείς και επηρέασε με πολύ άμεσο τρόπο το πρόγραμμα ευθανασίας για ψυχικά ασθενείς (πρόγραμμα Τ-4) των ναζί. Οι Γερμανοί ευγονιστές βέβαια, έλαβαν μεγάλη βοήθεια από τους Αμερικάνους ομοϊδεάτες τους. Ένα παράδειγμα είναι το Rockefeller Foundation που ήδη βοηθούσε στη χρηματοδότηση ερευνών στην Αμερική, και έδωσε μεγάλη χρηματοδότηση στα γερμανικά προγράμματα ευγονικής (τις δεκαετίες ’20 και ’30) όπως το Kaiser Wilhelm Institute (το οποίο περιελάμβανε και τομέα ψυχιατρικής) που έγινε το κύριο κέντρο ευγονικής έρευνας, αλλά και το πρόγραμμα ευγονικής στο οποίο δούλευε ο Josef Mengele [3] πριν το Άουσβιτς. Η εξόντωση των ψυχικά ασθενών στη ναζιστική Γερμανία ξεκίνησε από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία, μέσα στα οποία στήθηκαν θάλαμοι αερίων και κρεματόρια.
Μέχρι και το 1941 ήταν υπό τη διαχείριση των ψυχίατρων οι οποίοι, για να μειώσουν τον πληθυσμό στα νοσοκομεία τους, εκτός από την «τυπική» ευθανασία, πολλές φορές υπέβαλαν τους ασθενείς σε πολλαπλά ηλεκτροσόκ με στόχο να τους σκοτώσουν. «Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό πόσο κοινότοπο ήταν το πρόγραμμα: το 1941, το ψυχιατρικό ίδρυμα του Χάνταμαρ γιόρτασε την αποτέφρωση του δεκάκις χιλιοστού ασθενή του με μια ειδική τελετή, όπου όλοι οι συμμετέχοντες –γραμματείς, νοσοκόμοι, ψυχίατροι– πήραν ένα μπουκάλι μπίρα για την περίσταση.» [4] Όταν στα μέσα του 1941 το πρόγραμμα ευθανασίας σταμάτησε επισήμως λόγω των αντιδράσεων συγγενών των ψυχικά ασθενών και εκκλησιαστικών αντιπροσώπων, οι διευθυντές των νοσοκομείων συνέχισαν τις ευθανασίες με άλλα μέσα: υπέβαλλαν τους ασθενείς που θεωρούσαν ότι έπρεπε να πεθάνουν σε διαιτολόγιο χωρίς λίπη και βιταμίνες με σκοπό να πεθάνουν από την πείνα ή χορηγούσαν στους ασθενείς συγκεκριμένα φάρμακα με σκοπό να τους σκοτώσουν. Μέσα σε εφτά μόλις χρόνια, από το 1939 μέχρι το 1946 δολοφονήθηκαν τουλάχιστον 270.000 ψυχικά ασθενείς. Και άλλες χώρες εφάρμοσαν διάφορους τύπους ευγονικής, ενώ σε άλλες παρά την υιοθέτηση της από γιατρούς και άλλους, δεν πέρασαν νομοθετικές ρυθμίσεις. Στη Μεγάλη Βρετανία για παράδειγμα, παρά τις πολλές και επαναλαμβανόμενες προτάσεις για εφαρμογή νομοθεσίας για ακούσια ή εθελοντική στείρωση ψυχικά ασθενών, ο αρμόδιος φορέας του υπουργείου υγείας δε δέχτηκε να τη θεσμοθετήσει. Ωστόσο παρά τις προειδοποιήσεις στους γιατρούς των ψυχιατρείων ότι η στείρωση ψυχικά ασθενών για λόγους ευγονικής ακόμα και με τη συναίνεση του ασθενή ή των συγγενών του ήταν παράνομη, αρκετοί ήταν οι γιατροί που την εφάρμοζαν παρόλα αυτά. Οι προτάσεις και οι πιέσεις συνεχίστηκαν και έφτασαν κοντά στη θεσμοθέτησή της, μέχρι που ο ναζιστικός νόμος που εισήγαγε τη στείρωση για ψυχικά ασθενείς και άλλες ομάδες το 1934 στη Γερμανία, έστρεψε εφημερίδες και κοινή γνώμη ενάντια στην εφαρμογή της και η νομοθεσία εγκαταλείφτηκε οριστικά.
[1] Ένα παράδειγμα είναι ο Alexis Carrel, Γαλλοαμερικανός χειρούργος και ευγονιστής. Στο βιβλίο του Man the Unknown υποστήριζε λίγο αργότερα (το 1935), την περισυλλογή εγκληματιών και τρελών σε ιδρύματα ευθανασίας που θα ήταν εφοδιασμένα με τα κατάλληλα αέρια.
[2] Κανείς δεν μπορεί να δώσει έναν ακριβή αριθμό των στειρώσεων, εξαιτίας απώλειας ή καταστροφής αρχείων στο πέρασμα του χρόνου, του απόρρητου ιατρού-ασθενή, και το κυριότερο: πολλές στειρώσεις πραγματοποιήθηκαν χωρίς να είναι νόμιμες στη συγκεκριμένη πολιτεία ή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που έγιναν, ή αναφέρθηκαν ως «εθελοντικές», επομένως δεν βρίσκονται σε αρχεία. Το σύνολο των καταγεγραμμένων στειρώσεων ήταν πάνω από 63.000.
[3] Αξιωματικός των SS και γιατρός του Άουσβιτς, γνωστός για τα πειράματα που έκανε στους έγκλειστους στο στρατόπεδο ως «άγγελος του θανάτου».
[4] Robert N. Proctor, Η εξόντωση της «ζωής που δεν αξίζει να τη ζει κανείς», στο Τα όρια του σώματος: διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Αθήνα, Νήσος, 2004, σελ. 396
Mέσα σ’ αυτό το κλίμα λοιπόν ήταν που αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν οι παρακάτω σωματικές θεραπείες. Η ευγονική ήταν αρκετά διαδεδομένη στις τάξεις των γιατρών και πολλοί από αυτούς που δούλευαν σε ψυχιατρεία ήταν υποστηρικτές της. Ο Julius Jauregg άλλωστε, που ανακάλυψε τη μέθοδο πρόκλησης πυρετού ελονοσίας και πήρε και Νόμπελ το 1927 για την ανακάλυψη αυτή, ήταν πρόεδρος της Austrian League for Regeneration and Heredity [5] και μέλος της Vienna Anthropological Society και το 1935 υποστήριξε δημόσια τη ναζιστική αναγκαστική στείρωση. Μπορεί λοιπόν κανείς να φανταστεί, ότι μέσα στη γενικότερη συνθήκη του εγκλεισμού τους στα ψυχιατρεία, οι ψυχικά ασθενείς σε πολλές χώρες (πέρα της γερμανίας όπου η κατάσταση έφτασε σε ένα άλλο επίπεδο φρίκης) είχαν να υποστούν μια καθημερινή συναναστροφή με γιατρούς που τους θεωρούσαν υπάνθρωπους και επιπλέον βασανιστικές θεραπείες. Η λοβοτομή, οι θεραπείες σοκ και οι υπόλοιπες σωματικές θεραπείες της εποχής ήταν, επί το πλείστον, θεραπείες βίαιες, με σοβαρές παρενέργειες, που για κάποιους ασθενείς κατέληγαν σε θάνατο και οι οποίες βασίστηκαν στον πειραματισμό επί δεκαετίες στα σώματα και τα μυαλά των έγκλειστων στα ψυχιατρεία.
[5] Ένωση που ιδρύθηκε το 1928 και είχε ως γενικό στόχο τη «σωτηρία» του γερμανικού λαού (θεωρώντας Γερμανία και Αυστρία ως μία εθνική οντότητα). Προωθούσαν την ενδυνάμωση της οικογένειας, την εκπαίδευση για υγιή ζωή, για προώθηση των φυλετικών στοιχείων (σωματικών και διανοητικών), για αποφυγή όσων μπορούσαν να οδηγήσουν σε εκφυλισμό κ.ά. Άλλος ψυχίατρος στις τάξεις της, ο Erwin Stransky ήταν υπέρμαχος μιας «πνευματικής υγιεινής» που συνδύαζε ψυχολογικές συμβουλές με πληθυσμιακό διαχωρισμό και στείρωση. Ο Jauregg ήταν πολλές φορές ομιλητής στις εκδηλώσεις της. Σε μία από αυτές, το Μάιο του 1929 μίλησε για την κληρονομικότητα των ψυχικών ασθενειών και ασθενειών του νευρικού συστήματος.
Η στείρωση δεν ήταν ανακάλυψη του 20oυ αιώνα αλλά ούτε και της ευγονικής. Χρησιμοποιούνταν ήδη νωρίτερα, κυρίως ο ευνουχισμός, ως μέσο τιμωρίας ή «θεραπείας» για όσους κατηγορούνταν για διάπραξη «κατά φύση εγκλήματος» ή «σοδομίας». Ένα παράδειγμα «θεραπείας» ήταν η υστερεκτομή, στην οποία υπέβαλλαν οι γιατροί γυναίκες που είχαν διαγνωστεί με υστερία. Ο σαπφισμός (όπως έλεγαν τη γυναικεία ομοφυλοφιλία) και ο αυνανισμός επίσης χρειάζονταν εγχειρίσεις γεννητικών οργάνων για τη θεραπεία τους. Στειρώσεις γυναικών αλλά και ανδρών για ομοφυλοφιλία, αυνανισμό, στοματικό και πρωκτικό σεξ και άλλα «σεξουαλικά εγκλήματα» που έφταναν μέχρι το βιασμό συνεχίστηκαν τον 20ο αιώνα, ενώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η ομοφυλοφιλία και ο αυνανισμός τουλάχιστον ήταν «εγκλήματα» άμεσα συνδεδεμένα με την ψυχική ασθένεια. Ο ευνουχισμός έδωσε τη θέση του στη βαζεκτομή, κατά την οποία οι σπερματικοί πόροι απομονώνονται έτσι ώστε κατά την εκσπερμάτωση να μη βγαίνει σπέρμα. Οι ευγονιστές διαφήμιζαν τα πιο «ανθρώπινα χαρακτηριστικά» αυτής της μεθόδου για να προωθήσουν τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής στείρωσης. Στις γυναίκες εκτός από την υστερεκτομή, τη χειρουργική δηλαδή αφαίρεση της μήτρας, η άλλη συχνή εγχείρηση ήταν η εκτομή των ωοθηκών. Πολλοί ήταν και οι γιατροί, οι οποίοι χωρίς να συμφωνούν με την ευγονική, εξασκούσαν τη στείρωση σε ψυχικά ασθενείς γιατί πίστευαν ότι αυτή η μέθοδος είχε θεραπευτικά αποτελέσματα στους άντρες κυρίως ασθενείς τους: πίστευαν ότι μετά την επέμβαση εκκρίνονταν περισσότερες ορμόνες στο σώμα, οι οποίες είχαν θετική επίδραση στη διαταραχή του ασθενή.
Ο Julius Wagner-Jauregg προσπαθούσε να πετύχει τη θεραπεία ψυχικών ασθενειών μέσω της πρόκλησης πυρετού (γενικά η θεραπεία μέσω πυρετού υπήρχε ήδη, η λεγόμενη πυρετοθεραπεία). Στις αρχές του 20ου αιώνα (1917) δοκίμασε να προκαλέσει πυρετό χρησιμοποιώντας τον ιό της ελονοσίας και ανακάλυψε ότι είχε αποτελέσματα στη θεραπεία της προϊούσας γενικής παράλυσης [6]. Στη θεραπεία αυτή, ο γιατρός έκανε στους ασθενείς του ενέσεις με αίμα ασθενών με ελονοσία, προκαλώντας τους πολύ υψηλό πυρετό ο οποίος διαρκούσε αρκετές ώρες, ενώ μετά την υποχώρησή του ακολουθούσαν ρίγη. Ρίγη και πυρετός εναλλάσσονταν μέχρι να σταματήσει ο γιατρός τη μόλυνση, μετά από εβδομάδες, με κινίνο. Πριν τους χορηγήσει το κινίνο, ο γιατρός έπαιρνε λίγο αίμα από τον κάθε ασθενή για να μολύνει τους επόμενους. Πολλές παρενέργειες είχαν καταγραφεί όπως μυϊκός πόνος, ίκτερος, σπασμοί και καρδιακή ανεπάρκεια, ωστόσο ο πυρετός ελονοσίας θεωρήθηκε επιτυχημένη θεραπεία και άρχιζε να εφαρμόζεται μαζικά από ψυχίατρους, ενώ υπήρχαν γιατροί που τη συνιστούσαν ακόμα και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ενώ ήδη από το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου και μετά είχε ξεκινήσει η μαζική παραγωγή της πενικιλίνης, η οποία θεραπεύει τη σύφιλη.
[6] Διαταραχή που αναπτύσσεται στο τρίτο στάδιο της σύφιλης [τριτογόνος σύφιλη] δέκα με είκοσι χρόνια μετά την αρχική μόλυνση, επηρεάζει τον εγκέφαλο και το κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εκτός από νευρολογικά και ψυχιατρικά συμπτώματα (κυρίως ψύχωση), γι’ αυτό και αρχικά θεωρούνταν ψυχιατρική διαταραχή. Οι ασθενείς με τη διάγνωση αυτή νοσηλεύονταν σε ψυχιατρεία και στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένα μεγάλο μέρος του συνόλου των εισαγωγών σε αυτά.
Η υδροθεραπεία περιελάμβανε διάφορες πρακτικές που χρησιμοποιούσαν νερό και ήταν αναγνωρισμένη ως θεραπευτική μέθοδος για ψυχικές ασθένειες (θεωρούταν πολύ αποτελεσματική συγκεκριμένα για ασθενείς με ψύχωση) από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η μία από τις πιο συνηθισμένες πρακτικές περιελάμβανε το «τύλιγμα» του ασθενή σε ένα σεντόνι το οποίο είχε βυθιστεί σε νερό θερμοκρασίας από 4 (για τους πιο «ταραγμένους») μέχρι 38 βαθμούς Κελσίου (για τους πιο αδύναμους ασθενείς). Ο ασθενής τυλιγόταν μετά και με μια κουβέρτα συνήθως, ενώ αν αντιστεκόταν άλλο ένα σεντόνι προστίθετο στο θεραπευτικό αυτό «κουκούλι» και αφηνόταν στη συνέχεια εκεί τυλιγμένος ενώ η θερμοκρασία σιγά σιγά ανέβαινε. Η δεύτερη μέθοδος περιελάμβανε συνεχή μπάνια σε μια ιδιότυπη μπανιέρα, με ένα σωλήνα από τον οποίο ερχόταν ζεστό νερό και έναν άλλο από τον οποίο το νερό αυτό έφευγε, καθώς και βαλβίδες που επέτρεπαν στο γιατρό να ρυθμίζει τη θερμοκρασία και τη ροή του νερού. Ο ασθενής τοποθετούταν και δενόταν σ’ αυτή τη μπανιέρα και ένα σεντόνι από καραβόπανο τον σκέπαζε με μια τρύπα για να περάσει το κεφάλι του. Ο γιατρός άνοιγε το νερό στη θερμοκρασία και δύναμη που ήθελε, σε μια θεραπεία που μπορούσε να διαρκέσει μέχρι και ολόκληρες ημέρες. Με μια άλλη μέθοδο, οι γιατροί «ψέκαζαν» τον ασθενή με ζεστό νερό με μεγάλη πίεση, κάτι σα ντουζ. Η υδροθεραπεία θεωρούνταν επιστημονικώς αποδεδειγμένη θεραπεία, η αξιοπιστία της ωστόσο περιοριζόταν σε διάφορες υποθέσεις και θεωρίες που οι ψυχίατροι προσπαθούσαν με έρευνες να αποδείξουν. Μία από αυτές υποστήριζε ότι η υδροθεραπεία «καθαρίζει» τον ασθενή από τις «τοξικές ακαθαρσίες» που προκαλούν την τρέλα.
Η πρώτη λοβοτομή πραγματοποιήθηκε το 1936 από τον νευροχειρούργο Lima υπό την καθοδήγηση του νευρολόγου Egas Moniz, ο οποίος και εισήγαγε τη χειρουργική αυτή μέθοδο με το όνομα λευκοτομή, για την οποία πήρε Νόμπελ το 1949. Λέγεται ότι ο Moniz καλλιέργησε την ιδέα της λοβοτομής κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου τον προηγούμενο χρόνο, όταν παρακολούθησε την παρουσίαση των γιατρών Fulton και Jacobson οι οποίοι παρατήρησαν μεγάλη αλλαγή στη συμπεριφορά των δύο χιμπατζήδων-πειραματόζωων τους, όταν κατέστρεψαν τους μετωπιαίους λοβούς των εγκεφάλων τους. Στις πρώτες λοβοτομές γίνονταν δύο τρύπες στο κρανίο του ασθενή διαμέσου των οποίων έκαναν ενέσεις με καθαρό αλκοόλ, το οποίο κατέστρεφε ιστούς στο μετωπιαίο λοβό [7] του εγκεφάλου. Λίγο αργότερα ο Moniz αντικατέστησε το αλκοόλ με ένα χειρουργικό όργανο, το λευκοτόμο για την καταστροφή των ιστών. [8] Ο νευρολόγος και ψυχίατρος Walter Freeman με το νευροχειρούργο James W. Watts ονόμασαν την εγχείρηση λοβοτομή και την εισήγαγαν στην Αμερική. Η εξάπλωσή της ήταν αργή γιατί αφενός χρειαζόταν χειρούργο που να γνωρίζει τη διαδικασία και άλλο ιατρικό προσωπικό κατά τη διάρκειά της και αφετέρου δε φαινόταν να έχει θετικά αποτελέσματα στα περισσότερα είδη ψυχικών ασθενειών. Ο Freeman προσπαθώντας να κάνει την εγχείρηση λιγότερο πολύπλοκη και πιο φτηνή, γρήγορη και προσιτή δημιούργησε μια νέα μέθοδο λοβοτομής. Ο λευκοτόμος εισερχόταν όχι μέσω τρυπών στο κεφάλι του ασθενούς αλλά ανάμεσα στα βλέφαρα και το μάτι του και έφτανε στο μετωπιαίο λοβό. Μάλιστα ο Freeman πραγματοποιούσε τη λοβοτομή ενδιάμεσα από ηλεκτροσόκ, στο χρονικό εκείνο διάστημα κατά το οποίο ο ασθενής έχανε τις αισθήσεις του. Η λοβοτομή άρχισε να χρησιμοποιείται πιο μαζικά στα τέλη της δεκαετίας του 40 και εγκαταλείφθηκε σε λιγότερο από μια δεκαετία, με τη μαζική χρήση της χλωροπρομαζίνης στα ψυχιατρεία από τα μέσα της δεκαετίας του 50. Η μέθοδος αυτή, η οποία στην ουσία κατέστρεφε απόλυτα υγιή εγκεφαλικό ιστό, προκαλούσε μη αναστρέψιμες εγκεφαλικές βλάβες σε μεγάλο μέρος των ασθενών που υποβλήθηκαν σε αυτή, επιληπτικές κρίσεις, αλλοιώσεις στη συμπεριφορά: η εγχείρηση άφηνε πολλούς ασθενείς απαθείς και άβουλους, άλλους σε κατάσταση φυτού. Τα αποτελέσματα αυτά στη συμπεριφορά των ασθενών, η διανοητική και συναισθηματική παράλυση που προκαλούσε η λοβοτομή, θεωρούνταν από το μεγαλύτερο μέρος των ψυχίατρων της εποχής ως επιτυχία της μεθόδου, αφού συχνά η επιτυχία καθοριζόταν με βάση το κατά πόσο οι ασθενείς γίνονταν περισσότερο υπάκουοι κι ελέγξιμοι κι όχι με βάση το πραγματικό όφελος για τους ίδιους και τη ζωή τους.
[7] Ο όρος μετωπιαίος λοβός αναφέρεται στον έναν από τους τέσσερις λοβούς του εγκεφάλου, εκείνον που βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα του, πίσω από το μέτωπο και είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο της κίνησης και τον προγραμματισμό μελλοντικών δράσεων.
[8] Για μεγαλύτερη ακρίβεια να πούμε ότι οι ιστοί που σκόπευε να καταστρέψει με τη λοβοτομή ο Moniz ήταν περιοχές λευκής ουσίας του μετωπιαίου λοβού. Η λευκή ουσία μεταφέρει στην ουσία τα μηνύματα διαμέσου του νευρικού συστήματος και βρίσκεται στον εγκέφαλο και στη σπονδυλική στήλη.
Στις θεραπείες σοκ συγκαταλέγονται οι θεραπείες χορήγησης ινσουλίνης, metrazol και το ηλεκτροσόκ και ονομάστηκαν έτσι από την κατάσταση σοκ η οποία προκαλούνταν στους ασθενείς από τη θεραπεία ινσουλινικού κώματος. Το φάρμακο metrazol και ο ηλεκτρισμός δεν είχαν ως αποτέλεσμα τόσο το σοκ, όσο σπασμούς και κρίσεις, γι’ αυτό χαρακτηρίζονται και ως σπασμοθεραπείες.
Το 1927 ο αυστριακός ψυχίατρος Manfred Sakel άρχισε να χορηγεί ινσουλίνη (η οποία ανακαλύφθηκε λίγο νωρίτερα, το 1921) σε μικρές δόσεις σε ασθενείς του στο νοσοκομείο που δούλευε και αφού παρατήρησε βελτίωση συνέχισε να εξετάζει τις επιδράσεις της με πειράματα σε ζώα. Όταν αργότερα παρουσίασε τη μέθοδό του και τα αποτελέσματά της το 1933, η θεραπεία αυτή άρχισε να υιοθετείται και από άλλους ψυχιάτρους για τη θεραπεία ασθενών με σχιζοφρένεια και εξελίχτηκε σε μια αρκετά διαδεδομένη μέθοδο τις δεκαετίες του 1940 και 1950. Θεωρούταν η μοναδική θεραπεία συγκεκριμένα για τη σχιζοφρένεια. Η θεραπεία περιελάμβανε επαναλαμβανόμενες ενέσεις με μεγάλες δόσεις ινσουλίνης με σκοπό οι ασθενείς να εκδηλώνουν υπογλυκαιμικό σοκ και να πέφτουν σε κώμα. Πέντε ή έξι ημέρες την εβδομάδα οι γιατροί έκαναν ενέσεις με συνεχώς αυξανόμενες δόσεις ινσουλίνης στους ασθενείς, μέχρι να φτάσουν σε κατάσταση κώματος, η οποία διαρκούσε γύρω στα δεκαπέντε λεπτά, ενώ όσο η μέθοδος αυτή γινόταν περισσότερο δημοφιλής οι ψυχίατροι προσπαθούσαν να αυξάνουν τη διάρκεια του κώματος. Η κωματώδης κατάσταση σταματούσε με τη χορήγηση γλυκόζης και οι ενέσεις συνεχίζονταν μέχρι ο ασθενείς να παρουσιάσει βελτίωση ή γενικότερα, μέχρι να έχει πέσει πενήντα με εξήντα φορές σε κώμα. Παρόλο που δεν υπήρξε συγκεκριμένη εξήγηση από τους υποστηρικτές της για τους λόγους για τους οποίους η συγκεκριμένη θεραπεία υποτίθεται ότι είχε αποτελέσματα, και παρά τις σοβαρές επιπλοκές (υπογλυκαιμικά σοκ, μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, καρδιακή ανεπάρκεια) αλλά και το ποσοστό των θανάτων εξαιτίας της (1-2% των ασθενών), η εφαρμογή της συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν και άρχισε να εγκαταλείπεται εξαιτίας της χρήσης των φαινοθειαζίνων.
Την ίδια περίπου εποχή o νευρολόγος-ψυχίατρος Ladislas von Meduna, συγκρίνοντας τους εγκεφάλους ασθενών με επιληψία με αυτούς ασθενών με σχιζοφρένεια, έφτασε στο συμπέρασμα ότι η πρόκληση επιληπτικών κρίσεων σε ψυχικά ασθενείς θα τους θεράπευε. Μετά από πειράματα σε ζώα για την εύρεση της ουσίας αυτής που θα χορηγούνταν για την πρόκληση κρίσεων, ξεκίνησε θεραπείες σε ασθενείς με καμφορά, ουσία την οποία λίγο αργότερα αντικατέστησε με το metrazol. Οι κρίσεις οι οποίες προκαλούνταν στους ασθενείς ήταν πολύ βίαιες, σε σημείο μετά τη θεραπεία πολλοί ασθενείς να έχουν υποστεί κατάγματα ή να έχουν σπάσει δόντια. «Ένας [ασθενής] περιέγραψε τη θεραπεία σα να ‘σε ψήνουν ζωντανό σε έναν άσπρο καυτό φούρνο’ και ένας ψυχίατρος παρατήρησε ότι σχεδόν όλοι οι ασθενείς ‘καταβάλλονταν απ’ το φόβο επικείμενου θανάτου’. Ο τρόμος που βίωναν οι ασθενείς πριν χάσουν τις αισθήσεις τους περιγραφόταν σα να σε πέταγε κάποιος από ένα ψηλό κτίριο.» [9] Η θεραπεία προκαλούσε απώλεια μνήμης, εγκεφαλική βλάβη και μείωση των διανοητικών λειτουργιών, ενώ ταυτόχρονα η αποτελεσματικότητά της δεν ήταν ούτε «επιστημονικά» αλλά και ούτε πρακτικά αποδεδειγμένη. Παρόλα αυτά, θεωρούνταν αποτελεσματική και χρησιμοποιούνταν ευρέως σε ψυχιατρεία μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’40 οπότε και αντικαταστάθηκε εντελώς από το ηλεκτροσόκ.
Προϊόν της φασιστικής Ιταλίας, το ηλεκτροσόκ ανακαλύφθηκε από τους γιατρούς Ugo Cerletti και Lucio Bini και είναι η μόνη από τις σωματικές θεραπείες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα, παρά τα στοιχεία που έχουν έκτοτε έρθει στο φως για τις σοβαρότατες παρενέργειές της. Ο Cerletti και ο Bini γνωρίζοντας τις νέες θεραπείες σοκ της εποχής, πειραματίζονταν σε ζώα με σκοπό να καταφέρουν να προκαλέσουν κρίσεις όχι με κάποια ουσία, αλλά μέσω ηλεκτρισμού. Ο Bini σχεδίασε το πρώτο μηχάνημα ηλεκτροσόκ, που περιλαμβάνει ένα βολτόμετρο για τη ρύθμιση της τάσης του ρεύματος που διοχετεύεται στον ασθενή, ένα ρολόι που μετράει τα κλάσματα του δευτερολέπτου, για τη ρύθμιση της διάρκειας διοχέτευσης του ρεύματος και φυσικά τα ηλεκτρόδια, τα οποία τοποθετούνται στις δύο πλευρές του κεφαλιού. Από τα ηλεκτρόδια περνάει ρεύμα στον ασθενή, το οποίο του προκαλεί επιληπτική κρίση. Στη διαδικασία του ηλεκτροσόκ επίσης χρησιμοποιούνταν κάποιου είδους πλαστικά φίμωτρα για να προστατέψουν τους ασθενείς από το να δαγκώσουν τη γλώσσα τους, ενώ μετά τη θεραπεία χρησιμοποιούνταν δεσμά για να καταστείλουν επιθετικές τάσεις που καταγράφονταν από τους ψυχιάτρους της εποχής ως συχνές σε όσους είχαν υποβληθεί στη θεραπεία. Το 1938 ο Cerletti και ο Bini έκαναν ηλεκτροσόκ στον πρώτο ασθενή [10] και στις αρχές της δεκαετίας του 1940, η μέθοδος αυτή χρησιμοποιούνταν στο μεγαλύτερο μέρος των ψυχιατρείων. Την ίδια δεκαετία οι ψυχίατροι άρχισαν να χρησιμοποιούν μυοπαραλυτικά φάρμακα για να μετριάζουν τους σπασμούς οι οποίοι ήταν κι εδώ τόσο έντονοι που προκαλούσαν κατάγματα στους ασθενείς. Στις επιπλοκές του ηλεκτροσόκ εκτός από τους σωματικούς τραυματισμούς κατά τη διάρκειά του, συγκαταλέγονται απώλεια μνήμης και εγκεφαλικές βλάβες. Πολλοί ασθενείς έχαναν δεξιότητες που είχαν πριν το ηλεκτροσόκ, δεν μπορούσαν εύκολα να συγκεντρωθούν, να κάνουν υπολογισμούς, να φέρουν εις πέρας άλλες καθημερινές εργασίες, συνέπειες της θεραπείας (μεταξύ άλλων) που ήταν μη αναστρέψιμες. Είναι χαρακτηριστικό ότι τη δεκαετία του ’40 και του ’50, και ενώ πάρα πολλοί ασθενείς υποβάλλονταν σε ηλεκτροσόκ, γίνονταν ακόμη πειράματα σε ζώα αλλά και άλλες έρευνες που έδειχναν ότι το ηλεκτροσόκ προκαλεί διαφόρων ειδών βλάβες στον εγκέφαλο. Το ίδιο έδειχναν και οι νεκροψίες ασθενών που είχαν υποβληθεί σε ηλεκτροσόκ, ενώ πολλοί από αυτούς τους θανάτους είχαν προκληθεί από την ίδια τη θεραπεία. Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία, όπως λέγεται σήμερα, συνεχίζει να είναι ένα μέσο θεραπείας ψυχικών ασθενειών και δεν είναι λίγοι οι γιατροί που τη βρίσκουν αποτελεσματική. Νέα, πιο εξελιγμένα μηχανήματα και διαβεβαιώσεις για μια ασφαλή, ανώδυνη (ο ασθενής σήμερα βρίσκεται σε ολική αναισθησία κατά τη διάρκεια της ΗΣΘ) και χωρίς παρενέργειες διαδικασία. Την ίδια στιγμή, όχι μόνο ο τρόπος με τον οποίο δρα στον εγκέφαλο δεν έχει κατανοηθεί ακόμα, αλλά και η αποτελεσματικότητά της είναι θέμα αμφιλεγόμενο. Για παράδειγμα, ενώ η ΗΣΘ σήμερα θεωρείται κατάλληλη για ασθενείς με τάσεις αυτοκτονίας, άλλες έρευνες σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ηλεκτροσπασμοθεραπεία έδειξαν αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών και της πρόθεσης για αυτοκτονία μετά τη θεραπεία.
[9] Linda Andre, Doctors of deception: what they don’t want you to know about shock treatment, Rutgers university press, 2009, σελ. 33 [ελεύθερη απόδοση]
[10] Ο οποίος, σύμφωνα με τη γυναίκα του, τρεις μήνες μετά τα 11 ηλεκτροσόκ στα οποία υποβλήθηκε, υποτροπίασε.
Το πιο προφανές πράγμα πρέπει να ειπωθεί πρώτο. Η μνήμη σου δεν είναι μια συνιστώσα του εαυτού σου, όπως το χρώμα των μαλλιών σου ή η ιδιοσυγκρασία σου. Δεν την χάνεις όπως χάνεις μια βαλίτσα. Η μνήμη σου –το σύνολο όλων όσων έχεις ποτέ σκεφτεί, δει, μυρίσει, ακούσει, μάθει και κάνει στη ζωή σου-είναι ο εαυτός σου. Όταν χαθεί, έχεις μειωθεί ως άτομο, και αν χαθεί αρκετή, είσαι ένα άτομο διαφορετικό. Ακόμα και ο τρόπος που μιλάει κανείς γι’ αυτό –ως απώλεια- δεν είναι ακριβής. Κάτι χαμένο, στην τελική, μπορεί να βρεθεί ένα χαμένο αντικείμενο μπορείς ακόμα να το φανταστείς, ακόμα κι αν δεν ξέρεις πού είναι το γεγονός ότι υπήρξε δεν έχει χαθεί για σένα. Όταν χάνεις τη βαλίτσα σου, γνωρίζεις ακόμα το σχήμα, το χρώμα και το μέγεθός της και τι ακριβώς είχε μέσα. Η «απώλεια» μνήμης που συμβαίνει με τη θεραπεία σοκ είναι μια διαγραφή της μνήμης. Μια χρονική περίοδος εξαφανίζεται σα να μη συνέβη ποτέ. […] η αμνησία που σχετίζεται με τη θεραπεία του ηλεκτροσόκ είναι ξαφνική, βίαιη, και αναπάντεχη. Η ζωή σου ξαφνικά δεν έχει βιωθεί. Ποτέ δεν έγραψες εκείνο το άρθρο, δεν έκανες εκείνο το φίλο, δεν έκανες εκείνο το ταξίδι, δε διάβασες εκείνο το βιβλίο, δε γέννησες εκείνο το παιδί. […] Στο μεγαλύτερό της μέρος, η επίδραση του σοκ είναι σα να γυρίζεις πίσω μια βιντεοκασέτα, μετά σβήνεις το υπόλοιπό της, παρόλο που τυχαία κομμάτια σκιερών εικόνων και συναισθημάτων μπορεί να παραμείνουν. Η βιντεοκασέτα είναι η ζωή σου. Αν και παίρνει πολύ καιρό να ζήσεις μια ζωή, παίρνει μόνο λίγο να τη σβήσεις. Χρόνια και ακόμα και δεκαετίες ζωής μπορούν να σβηστούν σε λιγότερο από μια ώρα. Κάθε θεραπεία σοκ διαρκεί μόνο λίγα λεπτά. […] Η «απώλεια μνήμης» εξαιτίας του ηλεκτροσόκ είναι στην ουσία μια αλυσίδα απωλειών που δεν εξασθενούν αλλά αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου. Επειδή δεν ήξερα πια ποια ήμουν, δεν μπορούσα να χτίσω καινούριες σχέσεις. Επειδή έχασα τις γνώσεις και τις ικανότητές μου, δεν μπορούσα πια να δουλέψω. Επειδή δεν μπορούσα να δουλέψω, έγινα οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένη. Χωρίς δουλειά, φίλους, ή ταυτότητα, έχασα τη θέση μου στον κόσμο. Επειδή δεν έχω θέση στον κόσμο, ούτε ο γιος μου έχει θέση σ’ αυτόν. Και ου το καθεξής, ένας αργός κοινωνικός θάνατος που μπορεί να κρατήσει μια ζωή.
Σε µια εποχή -όχι πολύ μακρινή- που η ψυχική ασθένεια είχε πολύ ευρύ και ακαθόριστο περιεχόμενο και οι μικρές αποκλίσεις από τη νόρµα ισοδυναμούσαν µε τη στάµπα του τρελού, οι ψυχικά ασθενείς κλείνονταν σε ψυχιατρεία, καθηλώνονταν µε λουριά, στειρώνονταν, βασανίζονταν, δολοφονούνταν ως τρελοί, ανώµαλοι, εκφυλισμένοι. Η εξέλιξη της ψυχιατρικής πέρασε πάνω από τα σώµατα όλων αυτών που, από τη στιγµή της διάγνωσης του «ειδικού», τους αφαιρέθηκε οποιοσδήποτε λόγος πάνω στη ζωή και το θάνατό τους. Αυτά τα σώµατα ήταν το πεδίο των πειραματισμών, των ανακαλύψεων, των ελέγχων για την επιστημονική επιβεβαίωση νέων θεραπειών και φαρµάκων. Ταυτόχρονα, ήταν και είµαστε όλοι αυτοί πάνω στους οποίους, µέσα από το στιγματισμό και την περιθωριοποίηση µας, χτιζόταν και χτίζεται κοινωνικά η ουσία του κανονικού και του υγιούς. Από τότε μέχρι σήμερα ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μέχρι και την πιο μικρή αντίδραση, έχει γίνει αντικείμενο των επιστημών της ψυχικής υγείας. Τα ψυχιατρικά εγχειρίδια περιλαμβάνουν ένα πλήθος διαταραχών που γίνεται όλο και μεγαλύτερο με την πάροδο του χρόνου: διαταραχές της διάθεσης, της προσωπικότητας, σεξουαλικές, αναπτυξιακές και πολλές άλλες, επιμελώς, πλέον, καταγεγραμμένες. Και μπορεί οι περισσότερες από τις παραπάνω θεραπείες να μην εφαρμόζονται πια, έχοντας αντικατασταθεί από τα ψυχοφάρμακα, αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο πειραματισμός της ψυχιατρικής πάνω στα σώματά μας έχει σταματήσει. Τα ίδια τα φάρμακα διαφοροποιούνται ανά κάποια χρόνια, αφού ακόμη δεν έχουν κατανοηθεί ούτε οι αιτίες της ψυχικής «ασθένειας», αλλά ούτε και η ακριβής δράση των φαρμάκων στον οργανισμό. Ως αποτέλεσμα ένας τεράστιος αριθμός ατόμων αναγκάζονται να παίρνουν δύο, τρία ή και περισσότερα φάρμακα ταυτόχρονα είτε να περνούν από ένα πλήθος φαρμακευτικών συνταγών μέχρι να βρεθεί το ή τα φάρμακα που «λειτουργούν» στην περίπτωσή τους. Την ίδια στιγμή, θεραπείες, όπως το ηλεκτροσόκ, επιστρέφουν ξανά, υποτίθεται ανανεωμένες, ανώδυνες και πιο ασφαλείς, ωστόσο, πάντα θυμίζοντάς μας πως δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά από την εποχή που το να πέφτει κανείς σε κώμα εξήντα φορές θεωρούνταν θεραπευτικό. Ενώ καινούριες μελέτες και πειράματα φέρνουν στο προσκήνιο νέες θεωρίες, νέες θεραπείες, νέες προγνωστικές και προληπτικές μεθόδους, που το πέρασμα του χρόνου έρχεται να καταρρίψει εκ νέου. Ήμασταν και είμαστε, οι τρελοί, οι αλλόκοτοι, οι διαφορετικοί, αυτοί, εις βάρος των οποίων, µέσω του εγκλεισµού και των υπόλοιπων μέτρων «διαχείρισής» µας, µπορεί η εκάστοτε εξουσία να διατείνεται την ικανότητά της να προστατεύει και να διατηρεί την οµαλή και υγιή ζωή του κοινωνικού συνόλου. Αλλά κι αυτοί, με τη χρήση των οποίων, με τη χρήση, δηλαδή, των σωμάτων, των διαθέσεων, των αντοχών μας, μπορεί η επιστήμη να διακηρύττει την «πρόοδό» της και να επιζητά την αναγνώρισή της ως απόλυτη αλήθεια της εποχής μας.
[Linda Andre, Doctors of deception: what they don’t want you to know about shock treatment, σελ. 1-12 [ελεύθερη απόδοση]. Η Linda Andre υποβλήθηκε σε ηλεκτροσόκ το 1984, μετά από απειλές των ψυχίατρων, στο ίδρυμα που την έκλεισε ο αδερφός της με διάγνωση κατάθλιψης, ότι αν δεν συμφωνήσει να υποβληθεί σε θεραπεία δε θα βγει από εκεί ποτέ. Ήταν ήδη έγκλειστη πέντε μήνες χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο και χωρίς κανένα τρόπο να γνωρίζει αν οι απειλές των γιατρών είχαν νομική υπόσταση. Έκτοτε έχει «χάσει» πέντε χρόνια από τη ζωή της.]
Το παραπάνω κείμενο προοριζόταν να αποτελέσει παράρτημα της μπροσούρας Η Αλίκη στη χώρα των φαρμάκων που τυπώθηκε το φθινόπωρο του 2011. Παρ’ όλα αυτά επιλέξαμε την ανεξάρτητη έκδοσή του. Ως εκ τούτου δεν γίνεται κάποια ιδιαίτερη αναφορά στη θεραπεία των φαρμάκων ή στις θεραπευτικές μορφές με χρήση ουσιών που προηγήθηκαν αυτών, αλλά επιχειρείται μια επικέντρωση στις σωματικές θεραπείες που εφαρμόζονταν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, σημείο από το οποίο κι έπειτα τα φάρμακα απέκτησαν την πρωτοκαθεδρία στην αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας.
Το παρόν έντυπο τυπώθηκε το Μάη του 2012 σε χίλια αντίτυπα στην τυπογραφική κολλεκτίβα Rotta. Η χρήση του είναι ελεύθερη για τους σκοπούς του κοινωνικού ανταγωνισμού, στην οποία περίπτωση θα μας άρεζε η αναφορά στην έκδοση αυτή. delirium@espiv.net
Μέχρι σήμερα, θεωρούσα μυστηριώδη συγκυρία ότι ανέτρεχα στην παρακάτω ιστορία του Robert Kirby μόνο όταν κάτι κακό και δυσοίωνο αναδυόταν από μέσα μου (ή ερχόταν από μακριά – εξαρτάται από τις φιλοσοφικές κλίσεις σου το πώς θα το δεις). Read More
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 30.11.2012
Bent (1997)
• Queer τσάι με κονιάκ και cupcakes
Το Bent είναι μια ΒρετανοΓιαπωνέζικη ταινία του 97, σε σκηνοθεσία Sean Mathias, βασισμένη σε ένα θεατρικό του Martin Sherman του 79 (εξού και η θεατρική αισθητική της ταινίας). Η πλοκή διαδραματίζεται στη Γερμανία του 30’, όπου το κλίμα ελευθεριότητας στις τάξεις των ομοφυλοφίλων, αλλά και γενικότερα, που επικρατεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες καταρρέει υπό τη Ναζιστική εξουσία. Η ταινία ξεκινάει με ένα πάρτι κατά τη Νύχτα των Mεγάλων Mαχαιριών στο σπίτι του Max και του συντρόφου του Ruby, στο οποίο ο Max έχει καλέσει ένα όμορφο αξιωματικό των SA με τραγική κατάληξη. Το κλίμα γίνεται ανυπόφορο και η ανάγκη για διαφυγή από το Βερολίνο επιτακτική. O Max είναι γόνος εύπορης Εβραϊκής οικογένειας με σχέσεις αποστασιοποίησης λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Η οικογένεια θα προσφερθεί να τον φυγαδέψει αλλά αυτός δε θέλει να εγκαταλείψει τον Ruby… Το σκηνικό μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Dahaou, όπου εκτυλίσσονται και οι πιο δυνατές και ουσιώδεις στιγμές του φιλμ. Οι σκηνές αυτές αποτελούν μια ωδή στον Έρωτα κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Πρωταγωνιστούν πολλοί γνωστοί Βρετανοί κυρίως όπως Clyve Owen, Mick Jagger, Jude Law κτλ. Η φωτογραφία από τον Γιώργο Αρβανίτη είναι υπέροχη.
ΣΑΒΒΑΤΟ 1.12.2012
Paragraph 175 (2000)
• LGBTIQ Μπαρ
Η παράγραφος 175 ήταν μια διάταξη του γερμανικού ποινικού κώδικα, που θεσπίστηκε το 1871 και καταργήθηκε το 1994. Καθιστούσε τις ομοφυλοφιλικές πράξεις μεταξύ ανδρών έγκλημα, και σ’αυτή τη διάταξη βασίστηκαν οι Ναζί για να καταδικάσουν και μετά να στείλουν χιλιάδες γκέι άντρες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο ντοκιμαντέρ παρακολουθούμε συνεντεύξεις διωκόμενων και επιζώντων LGBT.
Πριν από μισό περίπου χρόνο βρεθήκαμε άτομα με διαφορετικές ιστορίες και διαφορετικές διαδρομές, κοινή όμως επιθυμία να συζητήσουμε, γύρω από το φύλο και τη σεξουαλικότητα, μέσα από ένα πολιτικό πρίσμα. Η αφορμή υπήρξε κάτι πολύ χειροπιαστό, που θα μετατρεπόταν στον αντικειμενικό μας σκοπό: η ανάγκη μας για δημιουργία ενός χώροχρόνου που θα στέγαζε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας και θα δημιουργούσε ρήγματα στην κυρίαρχη ετεροκανονικότητα και στις έμφυλες σχέσεις με πατριαρχικούς όρους.
Αφού κατά κύριο λογο ο δημόσιος χώρος καταλαμβάνεται από στρέητ, και ακόμα και στους πολιτικούς μας χώρους πρέπει να συμπιεστούμε για να χωρέσουμε, νιώσαμε ότι πρέπει να δημιουργηθεί επιτέλους ένας χώρος από εμάς για εμάς και για όλους σαν εμάς: τις αδερφές, τις τζιβιτζιλούδες, τους ανώμαλους, τις αποτυχημένες, τους γραφικούς πούστηδες, τις αλλόκοτες έτερο και όσες/όσους ασφυκτιούν στα όρια του φυσιολογικού. Ένας χώρος αυτοοργανωμένος, εκτός ετεροκανονικών, αλλά και εμπορευματικών πλαισίων που θα αγκαλιάσει τη ζύμωση μεταξύ μας και θα προωθήσει τη δημιουργία μιας κοινότητας με τα χαρακτηριστικά αυτά.
Αφορισμένες