psycho

Απεργία ζωής

Πριν διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι ανέβαλλα τη συγγραφή του όσο περισσότερο γινόταν. Αν και η αναβλητικότητα δεν με χαρακτηρίζει ως άνθρωπο, αυτό το κεφάλαιο υπήρξε εξαίρεση γιατί ένοιωθα ένοχος γράφοντάς το. Νιώθω ένοχος γιατί αυτά που γράφω είναι τόσο ένα μάθημα που πρέπει να πάρω ο ίδιος όσο και ένα επιχείρημα που πιστεύω ότι κι άλλα άτομα χρειάζεται να διαβάσουν.

Αυτό το κεφάλαιο είναι βασικά για το μόχθο της crip ζωής, την εργασία του να ζεις με αναπηρία, και θα είμαι ο πρώτος που θα παραδεχθεί ότι δεν είναι υπερήφανος για τις σχέσεις του ούτε με τον μόχθο ούτε με την εργασία. Δεν είναι μόνο ότι εργάζομαι υπερβολικά πολύ αλλά επίσης ότι δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω τον εαυτό μου έξω από την εργασία μου. Είναι ειλικρινά αμήχανο το πόσα λίγα γνωρίζω για τον εαυτό μου πέρα από την εργασία μου. Αν αφαιρέσω τις σελίδες που διάβασα αυτή την εβδομάδα, τις λέξεις που πληκτρολόγησα πριν το πρωινό, τα μαθήματα που σχεδίασα να παρακολουθήσω αυτό το εξάμηνο, τα συνέδρια που παρακολούθησα, τις επιτροπές που συμμετείχα, τις συναντήσεις με τα μέλη του διδακτικού προσωπικού που υπέμεινα, τις ώρες που έκατσα στο γραφείο – τι πραγματικά απομένει;

Ένα μέρος μου θέλει να επιμένει ότι απομένουν αρκετά πράγματα. Έχω ένα εντατικό πρόγραμμα άσκησης. Έχω έναν σύντροφο που αγαπώ και έχουμε σπίτι κι ένα σκυλί που το νοιαζόμαστε. Έχω φίλους. Έχω συνταγές που μου αρέσει να μαγειρεύω και εκπομπές στην τηλεόραση που παρακολουθώ. Έχω μια σχολαστική ρουτίνα φροντίδας δέρματος. Πηγαίνω και ψωνίζω στη λαϊκή αγορά κάθε Σάββατο. Έχω μια ζωή, ανθηρή και γεμάτη. Αλλά ένα άλλο κομμάτι από εμένα, το πιο ειλικρινές που η crip αρνητικότητά μου ωθεί στην επιφάνεια, κλοτσώντας και ουρλιάζοντας μέσα από το σπλάχνα μου, είναι λιγότερο βέβαιο για την ποιότητα της ζωής μου πέρα από την εργασία μου. Αυτή η πλευρά μου που δεν υποκρίνεται νιώθει αναγκασμένη να παραδεχτεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της άσκησής μου είναι αφιερωμένο στην αποτοξίνωση του σώματός μου και το άγχος της δουλειάς μου. Ο σύντροφός μου έχει απειλήσει να με αφήσει πολυάριθμες φορές γιατί λέει ότι περνάω πολλή ώρα στο γραφείο. Σπάνια βλέπω τους φίλους και τις φίλες μου, και μετά βίας προλαβαίνω να παρακολουθώ τα μηνύματά τους. Δεν έφτιαξα καμία από τις αγαπημένες μου συνταγές εδώ και μήνες γιατί ήμουν πολύ κουρασμένος, και συχνά με παίρνει ο ύπνος  στα μισά οποιουδήποτε επεισοδίου και να προσπαθώ να παρακολουθήσω. Το δέρμα μου βγάζει συνεχώς σπυράκια, ανεξάρτητα από τι απλώνω πάνω του. Η λαϊκή αγορά είναι στην πραγματικότητα ένα Costco[1]. Έχω μια ζωή, αλλά είναι θλιβερή και κρέμεται από μια κλωστή. Είμαι θλιμμένος και κρέμομαι κι εγώ από μια κλωστή. Εργάζομαι υπερβολικά πολύ, αλλά δεν ξέρω πώς να σταματήσω. Όχι εννοώ, να σταματήσω στ’ αλήθεια. Δεν είμαι καν βέβαιος ότι ξέρω πώς έμοιαζε πραγματικά το να σταματήσω… Αυτό το κεφάλαιο υποτίθεται είναι μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση, μια κίνηση προς την απόσυρση μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες, μια κίνηση για δακτυλογραφώ μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες, μια κίνηση προς μια απεργία από τη ζωή όπως τη γνωρίζω.

Στο προηγούμενο κεφάλαιο, πρότεινα την «κλοπή πρόσβασης» ως μια καθημερινή πρακτική, έναν τρόπο να προσανατολιζόμαστε προς τους άλλους και να κινούμαστε μαζί, σαν ομάδα, μέσα στον κόσμο, ώστε  να διασφαλίζουμε ότι ικανοποιούνται οι συλλογικές ανάγκες προσβασιμότητας. Η κλοπή πρόσβασης πρόκειται αφορά την αναζήτηση τρόπων ώστε να κυλήσει η ζωή όταν φαίνεται ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Μερικές φορές πρέπει να κάνουμε πράγμα που δεν θεωρούνται και τόσο αξιοπρεπή ώστε να τα βγάλουμε πέρα με τις συνθήκες  της ζωής. Αυτό, το κεφάλαιο, όμως, βυθίζεται βαθύτερα στη ζοφερή άφεση της crip αρνητικότητας. Εδώ θέλω να σκεφτώ τι συμβαίνει ότι η ζωή δεν δουλεύει ή δεν μπορεί πια να δουλέψει. Λέγοντας «ζωή», αναφέρομαι στο σύνολο των δραστηριοτήτων που καταλαμβάνουν το χρόνο μας. Για πολλούς από εμάς, η πλειοψηφία των δραστηριοτήτων της ζωής είναι με κάποιο τρόπο συνδεδεμένες με την εργασία, είτε  αμειβόμενη εργασία (π.χ. απασχόληση σε μια δουλειά και παράλληλη απασχόληση ) ή μη αμειβόμενη εργασία (π.χ. φροντίδα και οικιακές υπευθυνότητες). Υπάρχει επίσης ο μόχθος της ίδιας της ζωής, καθώς τα σωματονοητικά μας σύνολα απαιτούν μόχθο για να συντηρηθούν σε βάθος χρόνου. Το να τα ταΐζουμε, να τα πλένουμε, να τα κρατάμε ζεστά και στεγνά, να τους προσφέρουμε ξεκούραση, να τα ασκούμε και να τα φροντίζουμε όταν τραυματίζονται ή πονούν, όλα αυτά αποτελούν μορφές του μόχθου της ζωής. Όπως ακριβώς η καρδιά που πρέπει να μοχθεί αδιάλειπτα για να διοχετεύει στο σώμα φρέσκο αίμα, που έτσι κι εμείς πρέπει να μοχθήσουμε τα σώματά μας ώστε να κρατηθούμε ζωντανοί.

Για τα crip άτομα, ο μόχθος του να ζούμε αποκτά ένα επιπρόσθετο, ρητορικό βάρος λόγω του στίγματος που περιβάλλει τις «ειδικές ανάγκες» μας. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι, ανάπηροι και μη ανάπηροι από κοινού, απαιτούν μόχθο για να ζήσουν, τα ανάπηρα άτομα επωμίζονται ένα ιδιαίτερο βάρος για τον μόχθο που κατευθύνεται στη συντήρησή μας, και μας υπενθυμίζεται καθημερινά το πόσο βάρος θεωρείται ότι γινόμαστε… Από τις ματιές με κατανόηση που παρακολουθούμε να δέχονται οι γονείς μας καθώς μεγαλώνουμε, στον υπεύθυνο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού που απρόθυμα μας προσφέρει τις τροποποιήσεις που έχουμε ανάγκη, μέχρι τους πολιτικούς στην τηλεόραση που για το δημόσιο χρέος ρίχνουν το φταίξιμο στα πενιχρά προνοιακά μας επιδόματα, αντιλαμβανόμαστε καλά πώς οι άλλοι αντιλαμβάνονται τον μόχθο που μας κρατάει ζωντανούς. Γίνεται αντιληπτός ως υπερβολικός μόχθος, αχρείαστος μόχθος, μόχθος με χαμηλή απόδοση, χαμένος μόχθος.

Αντιλαμβανόμαστε, επίσης, πόσο πολύ μη αναγνωρισμένο μόχθο αναλαμβάνουμε ως αποτέλεσμα αυτών των αντιλήψεων: η ατελείωτη γραφειοκρατία για να εξασφαλίσεις τα επιδόματα, ατέρμονες κλήσεις στην ασφαλιστική εταιρία, συχνές διαδρομές στο γραφείων υπηρεσιών αναπηρίας, αιτήματα αλλαγής φαρμακείου, αύξηση του αριθμού των ραντεβού με τον θεραπευτή μας και περίοδοι νοσηλείας στο νοσοκομείο ή σε κέντρα αποκατάστασης που προκύπτουν από την εντεινόμενη πίεση στα  σωματονοητικά μας σύνολα. Πέρα από αυτό, υπάρχουν όλοι οι μικροί μπελάδες –που σου τρώνε το χρόνο– που συνοδεύουν τα ανάπηρα άτομα σε έναν κόσμο φτιαγμένο για τους «ικανούς», όπως να περιμένεις να ανοίξει μια προσβάσιμη θέση πάρκινγκ, να πρέπει να κινηθείς μέχρι την πίσω μεριά του κτιρίου για να βρεις μια ράμπα, να φορτίζεις τις μπαταρίες για ένα ακουστικό βαρηκοΐας  ή ένα πρόσθετο μέλος, να καθυστερείς μια σύσκεψη μέχρι να φτάσει ο διερμηνέας, να ζητάς από ανθρώπους να επαναλάβουν αυτά που είπαν αρκετές φορές γιατί μιλάνε πολύ γρήγορα ή με μια συναισθηματική ένταση που δεν γίνεται αντιληπτή, να χρειάζεται να καθαρίσεις το γραφείο δεύτερη φορά πριν το γεύμα επειδή ο συνάδελφός σου το χρησιμοποίησε δίχως να ρωτήσει, ή να απαιτείς επιλογές ψηφιακής συμμετοχής σε μια εκδήλωση (για ακόμα μια φορά) γιατί υπάρχει μια γαμημένη πανδημία. Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι άνθρωποι που κατηγορούν τους ανάπηρους ότι απαιτούν υπερβολικά πολύ μόχθο είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν ούτε για το μισό από το μόχθο που όντως απαιτούμε ή ότι πολύς από αυτόν είναι άμεσο αποτέλεσμα των εμποδίων που τοποθετούν μπροστά μας. Υπάρχει τόσος πολύς crip μόχθος μέσα στο να είσαι ανάπηρος, και μεγάλο μέρος του είναι απλά η πλοήγηση ανάμεσα σε διαφορετικές αποχρώσεις των σταδίων του ικανοτισμού.

Όταν λέω ότι θέλω να λάβω υπόψη σε αυτό το κεφάλαιο τι συμβαίνει όταν η ζωή δεν κυλάει, ένα μέρος από αυτό στο οποίο αναφέρομαι είναι ο ασφυκτικός όγκος του ξεχωριστού crip μόχθου που οι ανάπηροι άνθρωποι διαπιστώνουν ότι εκτελούν. Είναι πολύ· είναι υπερβολικά πολύ. Αλλά η φράση «ζωή που δεν κυλάει» αναφέρεται επίσης και στο πώς ο μόχθος για τη ζωή μπορεί να εισβάλλει σε πλευρές των ζωών που δεν προορίζονται για εργασία, οι οποίες δεν ήταν εξαρχής μόχθος αλλά έχουν φτάσει να υιοθετούν τις ποιότητές της. Αυτή η παραβίαση συχνά λαμβάνει μορφή ως εξάντληση, υπερδιέγερση ή ευερεθιστότητα που κάνουν δύσκολο για μας να αφιερώσουμε χρόνο και προσοχή στα πράγματα που μας νοιάζουν χωρίς να νιώθουμε ότι μοχθούμε ακόμα περισσότερο. Η κοπιώδης χαρακτήρας της ζωής, που μετατρέπει την ίδια τη ζωή σε μόχθο μέχρι που δεν μπορούμε καν να διακρίνουμε το ένα από το άλλο. Είναι ένας βαθμός υπερβολικής εργασίας που επικολλά εργασία πάνω σε οτιδήποτε κάνουμε.

Είναι σαν να  χτυπάμε κάρτα σε μια δουλειά που ονομάζεται ζωή και να μην ξέρουμε πώς να κάνουμε διάλειμμα ή να σχολάσουμε για βράδυ. Τα πάντα μοιάζουν με αγγαρεία. Κάθε συζήτηση καταλήγει να γίνεται ένα ακόμη στοιχείο σε μια λίστα Υποχρεώσεων. Κάθε μήνυμα, μια υποχρέωση. Κάθε έξοδος, με τα πόδια ή με αμαξίδιο, μια προσβολή για ένα ήδη κουρασμένο σώμα. Κάθε γεύμα, μια ενοχλητική διακοπή της ατζέντας της ημέρας. Και ξανά και ξανά. Καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να διακρίνεις μεταξύ εργασίας και μη εργασίας όταν τα πάντα σε κάνουν να νιώθεις με τον ίδιο τρόπο: κουρασμένο, θλιμμένο, αδιάφορο, άδειο, μόνο, βαριεστημένο, απογοητευμένο, αγχωμένο, οργισμένο, ψυχικά καταπονημένο, ή οποιοδήποτε από κακά crip αισθήματα που σκιαγραφούν την εμπειρία της αναπηρίας. Η γεύση του μόχθου γίνεται όλο και εντονότερη, μέχρι που δεν μπορείς να γευτείς κάτι άλλο. Ο μόχθος που απαιτείται για να συντηρήσεις τη ζωή σου διαλύεται σε μια δεξαμενή της ζωής του μόχθου, που καθιστά σχεδόν αδύνατο να αναγνωρίσεις τη ζωή έξω από τον μόχθο σου. Τότε είναι που ξέρεις ότι η ζωή δεν μπορεί να δουλεύει άλλο έτσι. Η ζωή δεν δουλεύει όταν η ίδια η ζωή μοιάζει με δουλειά.

Μια απεργία ζωής είναι μια crip αρνητική  αντίδραση στην εργασία της ζωής ή στο χρόνιο  μοχθο-ζήν . Εμπνευσμένη από τις πολιτικές ενάντια στην εργασία και τη ρητορική του εργατικού κινήματος, μια απεργία ζωής επιδιώκει την πλήρη εγκατάλειψη κάθε μόχθου πέρα από εκείνον που απαιτείται για τη συντήρησή μας. Μια απεργία ζωής μπορεί να περιλαμβάνει άρνηση μισθωτής εργασίας, αλλά μια τέτοια άρνηση ούτε είναι απαραίτητη ούτε αρκετή. Η απεργία ζωής είναι μια ευρύτερη απόσυρση, μια πνευματική περιχαράκωση, μια οπισθοχώρηση μέσα στον εαυτό ως τρόπος να ορμήσεις ξανά μπροστά. Η απεργία ζωής είναι απεργία από τους τρόπους συσχέτισης και ενσωμάτωσης που έχουν οργανωθεί γύρω από την εργασία και ισχυρίζονται ότι μας γνωρίζουν, μας ορίζουν και μας ολοκληρώνουν. Η απεργία ζωής σημαίνει να πεθάνεις για τον κόσμο έτσι όπως εξάγεται και πουλιέται πίσω σε εμάς, ώστε να μπορέσουμε να βρούμε  μέσα μας μια άλλη ζωή, έναν άλλο τρόπο να ζούμε. πιο συντονισμένο με τα σωματονοητικά μας σύνολα,  με το πώς θέλουμε να τα κατοικούμε και πώς θέλουμε εκείνα να κατοικούν τον  τον κόσμο.

(…)

Πώς να κάνεις απεργία ζωής

Είναι ακριβώς λόγω της αναγνώρισης των πολλαπλών και αλληλεπικαλυπτόμενων  μόχθων της ζωής –μισθωτών και μη μισθωτών, οικονομικών και σχεσιακών, κοινωνικών και προσωπικών– που είμαι πεπεισμένος για την ανάγκη μιας «απεργίας ζωής». Ως σκόπιμη και προσωρινή διακοπή του μόχθου, η «απεργία ζωής» δημιουργεί όρια γύρω από τον εαυτό μας, προκειμένου να επουλώσει  τα τραύματα του μοχθο-ζήν. Ομολογουμένως, μια «απεργία ζωής» δεν είναι βιώσιμη και, όπως και οι προσπάθειες για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας, αποτελεί μια ατομικιστική απάντηση σε ένα συστημικό πρόβλημα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον ατομικισμό της μισθωτής εργασίας, ο οποίος αποσκοπεί στην απόκρυψη των δομικών ελαττωμάτων του καπιταλισμού, ο ατομικισμός μιας «απεργίας ζωής» δίνει σε καθένα από εμάς τη δύναμη να τιμήσουμε τις ιδιαίτερες μας ανάγκες, ώστε να διασφαλίσουμε τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των κοινοτήτων που βασίζονται στη φροντίδα. Είναι ένας τρόπος για μένα να αναγνωρίσω πότε η ζωή που ζω έχει γίνει υπερβολικά κοπιαστική, ίσως σε τέτοιο βαθμό που δεν μοιάζει πια καθόλου με ζωή.

Μια «απεργία ζωής» μπορεί να πάρει πολλές μορφές, ανάλογα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων του μόχθου που φέρει κανείς και τις υλικές συνθήκες της ζωής του. Σε έναν ιδανικό κόσμο, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να απεργήσουν από τη ζωή κυριολεκτικά και να πέσουν σε χειμερία νάρκη όπως οι αρκούδες για μήνες ολόκληρους. Μακάρι οι άνθρωποι να μπορούσαν να παραιτηθούν από τις δουλειές τους, να διαγράψουν τους λογαριασμούς email τους και να κλειστούν σε μια καλύβα στο δάσος, να απλωθούν σε μια παραλία ή να διασχίσουν με τα πόδια μια ολόκληρη ήπειρο χωρίς χρονοδιάγραμμα ή πρόγραμμα. Για μερικά άτομα, τέτοιου είδους απεργίες είναι εφικτές, και για αυτούς τους ανθρώπους, χαίρομαι ειλικρινά πολύ. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εμάς δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά να κάνουμε απεργία από τη ζωή με αυτόν τον τρόπο, επειδή έχουμε κοπιώδεις υποχρεώσεις που δεν μπορούν να αποφευχθούν ούτε πρακτικά ούτε ηθικά. Σκέφτομαι τους γονείς με μικρά παιδιά. Σκέφτομαι τους ενήλικες με αναπηρία που χρειάζονται βοήθεια σε μία ή περισσότερες καθημερινές δραστηριότητες. Σκέφτομαι τους ανθρώπους με περιορισμένα εισοδήματα ή που έχουν συχνά ραντεβού με γιατρούς ή που βρίσκονται στη φυλακή ή που είναι οι κύριοι φροντιστές ενός συντρόφου, μέλους της οικογένειας ή φίλου. Σκέφτομαι τους περισσότερους από εμάς, για τους οποίους η δυνατότητα μιας πλήρους «απεργίας ζωής» απλά δεν πρόκειται να συμβεί.

Θα ήθελα, ωστόσο, να πιστεύω ότι η «απεργία ζωής» δεν χρειάζεται να είναι ολοκληρωτική για να έχει αξία. Όπως εξηγεί η Kathi Weeks στο σημαντικό βιβλίο της The Problem with Work, η άρνηση της εργασίας σύμφωνα με μια αντι-εργασιακή πολιτική «δεν είναι μια αποκήρυξη της εργασίας tout court, αλλά μάλλον μια άρνηση της ιδεολογίας της εργασίας» (2011, 99). Η «απεργία ζωής» δεν αφορά μόνο τον τερματισμό της πρακτικής του «μοχθο-ζήν», αλλά και την αναθεώρηση του προσανατολισμού μας ως προς την «κανονιστικότητα του μόχθου». Η «crip αρνητικότητα» αποκαλύπτει την κανονιστικότητα του μόχθου» για αυτό που πραγματικά είναι, ένα δηλαδή πρωταρχικό παράδειγμα των θεμελιωδών αποτυχιών του φιλελεύθερου ανθρωπισμού που εκφράζεται μέσω του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Η «crip αρνητικότητα» μας καλεί να εκφράσουμε τα άσχημα συναισθήματά μας  απέναντι στην ιδεολογία της εργασίας. Αναγνωρίζει επίσης τη συλλογική μας ύπαρξη σε σχέση με αυτή την ιδεολογία, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους η ιδεολογία αυτή διαμορφώνει και οριοθετεί τις εφικτές μορφές άρνησης που έχουμε στη διάθεσή μας. Η «crip αρνητικότητα» μας επιτρέπει να απορρίψουμε τον κόσμο όπως είναι και, παράλληλα, να παραμένουμε ενήμεροι για τη θέση μας μέσα σε αυτόν. Η «απεργία ζωής», ως πρακτική της «crip αρνητικότητας», δεν αποτελεί εξαίρεση: είναι ταυτόχρονα φιλόδοξη ως προς την πρόθεσή της και ευέλικτη ως προς τους όρους της. Μια «απεργία ζωής» μπορεί να σημαίνει την παραίτηση από μια δουλειά, αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει τη μείωση των ωρών εργασίας. Μια «απεργία ζωής» μπορεί να περιλαμβάνει μια μακρά απόδραση σε έναν απομακρυσμένο προορισμό, αλλά μπορεί επίσης να είναι ένα μακρύ Σαββατοκύριακο στο διαμέρισμά σας χωρίς προγραμματισμένες δραστηριότητες. Μια «απεργία ζωής» μπορεί να είναι η διακοπή των δεσμών με κάποιον, αλλά μπορεί επίσης να είναι μια σειρά ειλικρινών συζητήσεων που αποσαφηνίζουν τα όριά σου. Όπως αναφέρει η Sunaura Taylor, μια «απεργία ζωής» «υπονοεί το δικαίωμα να μην εργάζεσαι, καθώς και το δικαίωμα να ζεις», δηλαδή ο σκοπός της απεργίας δεν είναι μόνο η άρνηση της εργασίας, αλλά και το να αφήσουμε τα κακά crip συναισθήματά που κακοφορμίζουν να διανοίξουν μια νέα ζωή (2004, 11). Μια νέα ζωή που δεν δεσμεύεται ούτε καθορίζεται από την εργασία που εκτελούμε. Μια νέα ζωή που δεν μπορεί να αναχθεί στον μόχθο μας, είτε αυτός  παίρνει τη μορφή της εργασίας, της φροντίδας, ή  της αυτοσυντήρησης. Μια νέα ζωή που «αμφισβητεί τον τρόπο ζωής που σήμερα ορίζεται από την εργασία και υποτάσσεται σε αυτήν» (Weeks 99). Μια νέα ζωή γεμάτη ζωή.

Όπως παραδέχομαι νωρίτερα σε αυτό το κεφάλαιο, δεν ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω πώς είναι μια ζωή γεμάτη ζωή. Εξακολουθώ να την αναζητώ, εξακολουθώ να βρίσκομαι στη διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης μου με τον μόχθο. Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω πώς να κάνω απεργία από τη δική μου ζωή. Αυτή τη στιγμή, μαθαίνω πώς να ξεκουράζομαι, απόλυτα και βαθιά. Βρίσκω παρηγοριά στην καθοδήγηση του Nap Ministry της Tricia Hersey, το οποίο εξηγεί, παρά το όνομά του, ότι η ξεκούραση «είναι κάτι περισσότερο από έναν υπνάκο» (2020b). Η ανάπαυση, που είναι μια μορφή που μπορεί να πάρει η απεργία της ζωής, είναι εφευρετική. Βρίσκεται στο σταυροδρόμι της μαύρης θεολογίας της απελευθέρωσης, του γυναικισμού, του αφροφουτουρισμού, της θεωρίας των επανορθώσεων, των σωματικών πρακτικών και της κοινοτικής οργάνωσης. Το Nap Ministry θεωρεί την ανάπαυση ως «πολυεπίπεδη, λεπτή και πειραματική», η οποία συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών του κόσμου μας, δίνοντάς μας το χρόνο και το χώρο να τον φανταστούμε διαφορετικά (Hersey 2021). Οραματιζόμενος την απεργία ζωής μου ως ένα πειραματισμό ανάπαυσης, μπορώ να παραδεχτώ ότι δεν ξέρω ποια θα είναι τα αποτελέσματά της ή πώς θα τελειώσει για μένα. Το να αποσυρθώ από το μοχθο-ζήν δεν απαιτεί πάντοτε ένα σχέδιο για να επιστρέψω σε αυτή. Μερικές φορές αρκεί για την ώρα η απόφαση να απεργήσω· αρκεί για την ώρα η απόφαση να ξεκουραστώ· η επιλογή να πειραματιστώ με το «αρκετά!» μου μπορεί να είναι αρκετή για την ώρα. Και μετά, με τον καιρό…

Ίσως η απεργία μου να ενθαρρύνει και κάποιον άλλο να απεργήσει, με τον δικό του τρόπο και ανάλογα με τα δικά του τραύματα από το μοχθο-ζήν. Η απεργία της ζωής, όπως όλες οι «crip» αρνητικές πρακτικές, είναι πιο ισχυρή όταν ενθαρρύνει τα δικά μας «κακά» συναισθήματα ως «crip» να γίνουν αισθητά συλλογικά. Ενώ κάθε ατομική μας απεργία έχει τη δική της αξία, μια μεμονωμένη απεργία δεν αξιοποιεί την κοινοτική ενέργεια που υπόσχεται η «crip»αρνητικότητα . Μόνο «όταν καλύπτουμε τα κενά το ένα άτομο για τον άλλο και αποφασίζουμε να είμαστε αμείλικτες στην υποστήριξη και τη μαρτυρία μας», γράφει η Hersey για την ανάπαυση, «μπορούμε να αλλάξουμε την κοινότητα» (2020α). Το να καλύπτουμε τα κενά σημαίνει να ακούμε όταν κάποιο άτομο λέει ότι είναι πολύ κουρασμένο ή να εμπιστευόμαστε ότι οι άλλοι και άλλες θα ακούσουν  πραγματικά όταν παραδεχόμαστε ότι είμαστε εξαντλημένοι. Σημαίνει να αναλαμβάνεις εσύ όταν κάποιο άτομο λέει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει ή να είσαι ευγενικός με τον εαυτό σου όταν εσύ είσαι αυτός που δεν μπορεί. Σημαίνει να είσαι παρών όταν κάποιο άτομο λέει ότι σε χρειάζεται και να είσαι αρκετά γενναίος ώστε να ζητήσεις βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι. Σημαίνει να περιμένεις ότι μερικές φορές όλοι στο δίκτυο φροντίδας σου θα χρειαστούν «απεργίες ζωής» ταυτόχρονα και να είσαι πρόθυμος να αντέξεις ακόμα και συζητήσεις μετά τα μεσάνυχτα για να διασφαλίσεις ότι όλοι θα πάρουν αυτό που χρειάζονται.

Η απεργία ζωής, παρότι απαιτείται σε ατομικό επίπεδο, ασκείται μέσα στην κοινότητα. Είναι με «μια ριζοσπαστική κατανόηση της αλληλοσύνδεσης», λέει η Hersey (2020α), που μπορούμε συλλογικά να διαπραγματευτούμε την άρνηση. Τόσο ο ένας τη φορά όσο και όλα μαζί, επιμένουμε ότι δεν το κάνουμε πια αυτό. Δεν θα συμμετάσχουμε. Δεν θα δώσουμε περισσότερο από τον εαυτό μας. Αρνούμαστε την πρόσβαση που μας έχει δοθεί. Δεν είναι αρκετή· είναι πολύ αργά· είναι πρόσβαση σε ένα δωμάτιο που δεν θέλουμε να καταλάβουμε. Κάνουμε έναν υπνάκο. Χωρίζουμε. Φεύγουμε. Τελειώσαμε για τώρα, για σήμερα, για πάντα. Ενδίδουμε στα κακά crip συναισθήματά μας. Απεργούμε.


[1] Η Costco είναι μια μεγάλη αμερικανική πολυεθνική εταιρεία λιανικού εμπορίου που λειτουργεί ως κλαμπ αποθηκών που παρέχουν προϊόντα με σύστημα συνδρομής.


Αποσπάσματα από το βιβλίο Crip Negativity (Forerunners: Ideas First),
University of Minnesota Press. Συγγραφέας: J. Logan Smilges