art, queer
Leave a comment

Νεκρή Ευρώπη

Μόλις διάβασα τη «Νεκρή Ευρώπη» του Χρήστου Τσιόλκα. Λοιπόν και γαμώ τα βιβλία. Πάνω που νόμιζα ότι η τελειότητα (ή το τελείωμα, όπως το πάρεις) για μια αδερφή είναι να μετακομίσει στο Σόνεμπεργκ του Βερολίνου, με το ίδιο χτένισμα, τα ίδια ρούχα και τα ίδια βίτσια με άλλες δέκα χιλιάδες αδερφές, ο κ. Τσιόλκας μου θύμισε ότι τα πράγματα είναι way πιο περίπλοκα από αυτό. Με άλλα λόγια, πολύ πιο ενδιαφέροντα, αρκεί να ξέρεις πού να ψάξεις. Άσε που άμα έχεις το κατάλληλο disposition σε βρίσκουν αυτά. Δεν μπορείς να ξεφύγεις άμα το έχεις το μικρόβιο στο αίμα σου.

Ο πατέρας μου άρχισε να ρωτάει δεξιά κι αριστερά. Δεν του πήρε και πολύ να μάθει τα κουτσομπολιά
(…)
– Πόσο συχνά βλέπεις τον σινιόρ Μπρούνο Παρλοβέκιο;
Θυμάμαι ότι του ζήτησα τσιγάρο.
– Σου αρέσει το σεξ μαζί του ή το κάνεις για λεφτά;
Δεν θυμάμαι τι του απάντησα.
– Είσαι αδερφή;
– Ναι. Σ’ αυτό απάντησα σίγουρα ναι.
Θυμάμαι ότι τότε άναψε τσιγάρο, αγκάλιασε το τιμόνι και κοίταξε έξω τη θάλασσα.
– Μην το κάνεις ποτέ για τα λεφτά, εντάξει; Μου το υπόσχεσαι;
Νομίζω πως κατένευσα.
– Άμα σου βγει το όνομα ότι ψωνίζεσαι, χάθηκες; Κατάλαβες;
Νομίζω ότι κατένευσα ξανά.
– Σε ζηλεύω, Ισαάκ. Μακάρι να μου χάριζε κι εμένα ο Θεός την αγάπη για τον πούτσο αντί να με καταδίκαζε στην επιθυμία για μουνί. Σε ζηλεύω. Ελευθερία. Να μην έχεις να σκέφτεσαι οικογένεια. Μπορείς να κάνεις τα πάντα – να το θυμάσαι αυτό, μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις.
Και μ’ έκανε σκνίπα στο μεθύσι εκείνο το βράδυ.

Διαβάζοντας το λοιπόν το βιβλίο κοίτα να δεις τι θυμήθηκα! Ήμουνα πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, και βάλε, στο στέκι του Βιολογικού και ήταν Σεπτέμβρης. Δηλαδή πέφταν τα φύλλα. Αυτό το λέω γιατί οι “Ναυτία” που θα παίζανε εκείνο το βράδυ ήταν στημένοι κάτω από το μεγάλο δέντρο και όταν σηκώθηκε αεράκι, άρχισαν να ξεκολλάνε και να πετάνε δεκάδες και δεκάδες φύλλα και πέφτανε σαν χιόνι παφ παφ και ήταν και γαμώ. Ήμουν λοιπόν κι εγώ εκεί, σε μια κατάσταση καθόλου καλή δηλαδή μια από τα ίδια, παρέα με ένα πρεζόνι που την είχε ακούσει και κοιμόταν στο χώμα και ένα κοπρόσκυλο που το είχα πάρει αγκαλιά και πίναμε μαζί ρετσίνες.

Οι “Ναυτία” έφευγαν για τουρνέ στην Ευρώπη και πολύ ευγενικά κάνανε εκείνη τη συναυλία για να μας αποχαιρετήσουν και να τους αποχαιρετήσουμε. Όποτε πήγα κι εγώ γιατί την έβρισκα με τα τραγούδια τους γενικά και με τους στίχους από το “Νεκρό Συναίσθημα” ειδικά που το έβαζα κάθε βράδυ κοιμηθώ για εφτά μήνες στη σειρά. Εννοείται ότι άλλα λέγανε αυτοί κι άλλα καταλάβαινα εγώ, αλλά άμα είσαι καλλιτέχνης και βγει το έργο σου στον κόσμο τότε δεν σου ανήκει πια και αυτό έπαθαν κι αυτοί με μένα. Επρόκειτο περί παρεξηγήσεως.

Το νεκρό συναίσθημα, ή αλλιώς “bluntness of affect” που λένε κι οι ψυχίατροι, είναι θεμελιώδες στην προσωπικότητά μου δηλαδή μου είναι σχεδόν αδύνατον να νιώσω κάτι για έναν άνθρωπο οπότε ήταν πολύ λογικό που παρακολουθούσα τη συναυλία παρέα με ένα σκύλο. Επίσης ήταν ο λόγος που ήμουν η μεγαλύτερη πουτάνα της Θεσσαλονίκης (θέλω να πιστεύω) μπας και την άκουγα με το σεξ αλλά μπα. Στο άλλο του βιβλίο, το “Loaded” που έγινε και ταινία (το “Head On” με τον μάναρο Alex Dimitriades), ο ήρωας λέει κι αυτός “Πιστεύεις ότι είμαι πουτάνα; Λοιπόν είμαι η μεγαλύτερη πουτάνα!” ή κάτι τέτοιο δεν θυμάμαι. That makes two of us, λοιπόν.

Για το εξώφυλλο του LP “Ευρωπαϊκή Αναγέννηση” των “Ναυτία”, η ταλαντούχα Μαρία Ηλέκτρα (ψάξτε το “Χαμένο Φάσμα”) είχε ζωγραφίσει μια γριά ξαπλωμένη σε ένα χειρουργικό κρεβάτι να ξεγεννά ένα τέρας υπό την επίβλεψη των γιατρών. Η γριά ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι γιατροί ήταν, ας πούμε, η Μέρκελ κι ο Σαρκοζί της εποχής. Τώρα μπορώ να πω ότι η εικονογράφηση ήταν προφητική και όσο πιο γρήγορα το καταλάβει κι η αστική τάξη που βλέπει σήμερα τη νωχελική μακαριότητά της και την ίδια την ύπαρξή της να καταρρέει ραγδαία τόσο το καλύτερο για όλους μας.

Λοιπόν στο βιβλίο, που είναι πρώτα και πάνω από όλα πολιτικό, έχουμε ένα Αυστραλό φωτογράφο με ορισμένα υπαρξιακά ζητήματα που έρχεται σε μια ήπειρο που έχει το ίδιο πρόβλημα. Είναι μια άσκηση πάνω στη δύναμη του μίσους. Μίσος προς και από πεποιθήσεις, προσωπικές, φυλετικές, συλλογικές, ό,τι θες, που απορρίπτει. Και μια προσπάθεια συμφιλίωσης ορισμένες από αυτές. Όλα αυτά συμβαίνουν στο ταξίδι του στην Ευρώπη (τώρα έχω φτάσει εκεί που μετά το Άμστερνταμ και το Παρίσι φτάνει στην Αγγλία). Για παράδειγμα, ένας χαρακτήρας λέει για τους Δίδυμους Πύργους “επιτέλους!” και είναι μια τέτοιας έντασης ενέργεια που διατρέχει όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου που θα την χαρακτήριζα μεταφυσική, ακόμα και υπερφυσική. Τα τηλεφωνήματα στον σύντροφό του πίσω στην Αυστραλία είναι τα μοναδικά ιντερλούδια μιας κάποιας ηρεμίας μέσα στη θύελλα των συναισθημάτων. Όμως τα συναισθήματα κι οι πεποιθήσεις μας είναι δυνατότερα από εμάς και χέστηκαν για το τι πιστεύουμε γι’ αυτά.

Όταν οι “Ναυτία” τραγουδούσαν μέσα στη φθινοπωρινή παρακμή “Δεν υπάρχει έλεος σ’ αυτόν τον εφιάλτη / Γιατί, γιατί να υποφέρω τόσο;” έκλαιγα αγκαλιά με τον σκυλάκο. Νομίζω ότι κι ο ήρωας έχει ανάγκη να κλάψει εν μέσω των φαντασμάτων που στοιχειώνουν την Ευρώπη μπας και ανακουφιστεί λιγάκι. Μένουν λίγες ακόμα σελίδες, ακόμα ελπίζω σε happy end στο βιβλίο τουλάχιστον. Γιατί όσον αφορά την ίδια την εκλεπτυσμένη Ευρώπη, του πολιτισμού, της κοινωνικής ευαισθησίας, της οικονομικής ευμάρειας, της καλλιέργειας – όλων όσων του έταζε και εξυμνούσε ο πατέρας του, έλληνας μετανάστης στην Αυστραλία – το τέλος έχει μάλλον έρθει.

Leave a Reply