art, queer
Leave a comment

Η μπαλάντα της σεξουαλικής εξάρτησης

Αρχικό κείμενο: JiaJia Fei, Δεκέμβριος 2007, Περίληψη: Αθάνατος Λεβέντης

Το “Ballad of Sexual Depedency” της φωτογράφου Nan Goldin στο σπίτι μου είναι πάντα θαμμένο κάτω από πράγματα που δεν μετακινούνται εύκολα γιατί με φοβίζει πολύ το εξώφυλλο επειδή εγώ είμαι αυτή που κοιτάζει με αγωνία τη γυμνή πλάτη στην άκρη του κρεβατιού και το βλέμμα της Goldin με στοιχειώνει. Ευτυχώς, η JiaJia Fei ελάχιστα θα αναφερθεί σε αυτό το φωτοάλμπουμ και θα μας πάει σε πιο uplifting φωτογραφικές – και όχι μόνο – καταστάσεις. Ωστόσο, ο τίτλος “Μπαλάντα της Σεξουαλικής Εξάρτησης”, το πασίγνωστο εξώφυλλο και η σκυλοδαρμένη Nan Goldin είναι τα τρία πράγματα που δεν μπορώ να αποχωριστώ αυτήν την περίοδο. JiaJia, αναλαμβάνεις.

Μεταξύ 1972 και 1992, η Nan Goldin παρήγαγε μια συλλογή φωτογραφιών που θέμα τους ήταν μια κλίκα από drag queen που σύχναζαν σε ένα μπαρ της Βοστόνης που λεγόταν The Other Side. Σκηνές από άντρες ντυμένους ως γυναίκες στις πιο προσωπικές και ιδιωτικές στιγμές της ζωής τους – φορώντας make up, βάζοντας τα ρούχα, μιλώντας στο τηλέφωνο – καταγεγραμμένες σε μια σειρά από φωτογραφίες με υπερβολικά κορεσμένο χρώμα οι οποίες εικονογραφούν τον μη συμβατικό τρόπο ζωής των drag queens και των τρανς. Οι drag queens υπήρξαν το θέμα πολλών ντοκιμαντερίστικων φωτογράφων του εικοστού αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των Diane Arbus, Lisette Model και Weegree. Το υλικό αυτής θεματολογίας έχει χαρακτηριστεί τυπικά για την ηδονοβλεπτική του ποιότητα, μέσα από την οποία η drag queen παρουσιάζεται ως μια απαξιωμένη θεατρική προσωπικότητα πακέτο με την παρέα των στρίπερ, τα μέλη του καρναβαλιού, ή άλλα απόμακρα ή περιθωριακά μέλη της κοινωνίας. Τον ρόλο του cross-dresser στο φωτογραφικό ντοκιμαντέρ τον μεταχειρίζονται ως θέμα διαθέσιμο για ενδελεχή παρατήρηση, ικανοποιώντας τη λαχτάρα του ηδονοβλεψία για το αφάνταστο και το “δεν έχει ξαναγίνει”. Εικόνες σαν κι αυτές, έχουν λειτουργήσει για την ικανοποίηση της επιθυμίας του θεατή ως ηδονοβλεψία, για να εξεταστεί ανοιχτά η φύση των υποκειμένων που υποδύονται κάποιον άλλο και φλερτάρουν επίμονα με την ερώτηση αν “είναι άντρας ή γυναίκα;” Η σειρά φωτογραφιών της Nan Goldin στο The Other Side ικανοποιεί αυτό το ερώτημα, αλλά με τρόπο που ελευθερώνει τους θεατές τους από έναν απρόσκλητο ηδονοβλεπτισμό. Οι εικόνες της Goldin μας προσκαλούν να κοιτάξουμε αυτόν τον κόσμο του αθέατου, αλλά το σημαντικότερο, να αναπτύξουμε μια σπλαχνική κατανόηση αυτού του κόσμου.

Αυτό που διαχωρίζει την Nan Goldin από προγενέστερους επαγγελματίες σε στιλ ντοκιμαντέρ είναι η σχέση της φωτογράφου με τα θέματά της και η αυτο-απεικόνιση των εικόνων της. Ξεκάθαρα άτυπα, και επικαλούμενα την αμεσότητα της αισθητικής του snapshot, αυτά τα βαθιά παθιασμένα και μέσα από προσωπική σχέση πορτρέτα καταπλήσσουν πιο πολύ για την ικανότητά τους να συλλαμβάνουν μια συνενοχή μεταξύ φωτογράφου και υποκειμένου, στις πιο προσωπικές στιγμές του, ως αποτέλεσμα χρόνου που έχουν περάσει μαζί. Η Goldin ξεκίνησε να τραβά φωτογραφίες από τους φίλους της στις αρχές των 60s. Εκείνες οι εικόνες σύντομα εξελίχθηκαν σε ένα μεγαλύτερο σώμα έργου, που αποτελούταν από 700 σλάιντ που αποκαλέστηκαν The Ballad of Sexual Dependency, και αργότερα αποστάχθηκαν σε μια σειρά φωτό σχετικά με τις drag queen, που αποκαλούταν The Other Side – το θέμα αυτού του κειμένου. Το The Other Side παρουσιάζει εικόνες που έχουν καταγραφεί μέσα από μια αφήγηση της ζωής αποκλειστικά σε πρώτο πρόσωπο, που μοιράζονταν οι φίλες της Goldin. Δρουν ως ένα οπτικό ημερολόγιο της υπονόμευσης του φύλου, επιτελούμενη μέσα στις ίδιες τις εικόνες. Πρόκειται για παρέκκλιση από την απόμακρη, καθαρά κλινική μελέτη του υλικού του θέματος, όπως αυτή εμφανίζεται στην κληρονομιά του φωτογραφικού ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για τη φωτογράφιση στιγμών που συλλαμβάνονται εν μέσω της καθημερινής ζωής και επί τόπου, στο περιβάλλον των ανθρώπων που καταγράφονται. Ο στόχος της Goldin στην καταγραφή της ζωής των θεμάτων της, συμπεριλαμβανομένης και της δικής της ζωής, είναι να τα εξανθρωπίσει και να αντικρούσει τις παραδοσιακές απόψεις για τη σεξουαλικότητά τους και την παρουσίαση του φύλου τους ως παθολογική. Η Goldin γράφει στην εισαγωγή της στο The Other Side,

“Οι εικόνες σε αυτό το βιβλίο δεν αφορούν ανθρώπους που υποφέρουν από δυσφορία φύλου αλλά αντίθετα εκφράζουν ευφορία φύλου. Αυτό το βιβλίο μιλάει για νέες δυνατότητες και υπέρβαση”.

Κρατώντας αυτή τη σκέψη, θα ισχυριστώ ότι η σειρά πορτρέτων drag queen της Nan Goldin στο The Other Side λειτουργούν, ταυτόχρονα, ως ανατροπή κανονιστικών αντιλήψεων για την αναπαράσταση του φύλου και ως φωτογραφικό ντοκιμαντέρ. Τα έργα της είναι performances της post-punk υπόγειας σκηνής της Νέας Υόρκης των 80s – με σεξ, ναρκωτικά και μουσική – στην οποία και η ίδια ήταν ενεργά συμμετέχουσα. Δεν είναι σύμπτωση που η επιτελεστική πράξη του παιχνιδιού με το φύλο στο cross-dressing καταγράφεται μέσα από το εγγενώς επιτελεστικό μέσο της φωτογραφίας. Οι φωτογραφίες της Goldin ενσαρκώνουν την εξάλειψη μιας δυαδικής αντίληψης των φύλων και της παραδοσιακής διάκρισης μεταξύ φωτογράφου και θέματος, η οποία καθίσταται δυνατή μόνο χάρη στην γεμάτη κατανόηση ματιά για το θέμα της.

This slideshow requires JavaScript.

Πριν εξετάσω το ρόλο του drag στην αποσταθεροποίηση της κατασκευής του φύλου, αναφορικά με τις φωτογραφίες της Goldin, θα περιγράψω πρώτα την πολιτισμική ιστορία από την οποία πηγάζει αυτή η ανατροπή. Η Goldin περιγράφει η ίδια τη δική της δουλειά ως έχουσα “πολύ μεγάλη σχέση με τα gender politics, πριν καν υπάρξει μια τέτοια λέξη”. Άσχετα αν υπήρχε ή δεν υπήρχε η λέξη, η διάκριση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού φύλου μέσα από το φόρεμα και το κοστούμι είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Μια κατανόηση των καθορισμένων κανονικοτήτων, οδηγιών, ή ακόμα και νόμων που ορίζουν ποιος τύπος ένδυσης είναι κατάλληλος για κάθε φύλο είναι ουσιώδης για την ανατροπή του μέσα από το cross-dressing. Στην Ευρωπαϊκή παράδοση, η άνοδος του καπιταλισμού και της βιομηχανικής ορθολογικότητας ήταν υπεύθυνη για την μεγάλη αρρενωπή αποκήρυξη του στόμφου και της επίδειξης, προς όφελος της τυποποίησης μιας περισσότερο εγκρατούς και μετρημένης μορφής ανδρικής φορεσιάς. Από αυτή την περίοδο και μετά, εγκαταστάθηκαν σκληρά καθορισμένες διακρίσεις της σύγχρονης αρρενωπής και θηλυπρεπούς ένδυσης, με την ανδρική ένδυση να αντανακλά μια ηθική σοβαρότητα και με το θηλυκό φόρεμα να παραμένει το αποκλειστικό πεδίο για αισθησιασμό και παιχνίδι. Το διπολικό μοντέλο του ανδρικού και γυναικείου φύλο από τότε και στο εξής παρουσίαζε οπτικούς κώδικες ένδυσης που αντιπροσώπευαν συμπληρωματικές λειτουργίες του φύλου τους. Οι άνδρες, φορώντας λιγότερο επιδεικτικό ρουχισμό με τη μορφή κοστουμιών και απλού ιματισμού, ενσάρκωναν την καθαρή λειτουργικότητα του καπιταλισμού που απαιτούσε σεβασμό προς το φύλο και έλλειψη σημασίας για τον ρουχισμό. Οι γυναίκες, από την άλλη, ως γενικά ανενεργές στη συμμετοχή τους στην κοινωνία, διέκριναν τους εαυτούς τους με ακόμα πιο επιδεικτικό ρουχισμό, επικαλούμενες το θηλυκό κοστούμι ως υπέρμετρο και περιττό. Ακόμα και σήμερα, αυτές οι σταθερές αντιλήψεις για την έμφυλη ένδυση υπαγορεύουν ποιος τύπος ρουχισμού είναι, ή δεν είναι, κατάλληλος για κάθε φύλο.

Η ενάντια στα πολιτισμικά δεδομένα πράξη του cross-dressing λειτουργεί ως παράκαμψη από αυτές τις σταθερές αντιλήψεις περί αποδεκτού ανδρικού και γυναικείου ντυσίματος. Αυτό που είναι διαμετρικά αντιτιθέμενο στα λείψανα της μεγάλης αρρενωπής αποκήρυξης είναι η ανάδυση της drag queen στον εικοστό αιώνα, το θέμα των εν λόγω φωτογραφήσεων. Ο όρος drag queen κατάγεται από τα Polari, ένα υποσύνολο της Αγγλικής γλώσσας που χρησιμοποιούταν ως αργκό στις γκέι κοινότητες των αρχών του εικοστού αιώνα. Ο όρος επινοήθηκε στην θεατρική αργκό για να περιγράψει τα μεσοφόρια που φορούσαν οι άντρες που έπαιζαν γυναικείους ρόλους. Χρησιμοποιούμενη τυπικά σε σχέση με τις δραστηριότητες μιας cross-gendered προσωποποίησης που ενέπλεκε περφόρμερ με αρσενικά σώματα ντυμένους θηλυκά, η drag queen χαρακτηρίζεται από περίβλεπτες επιδείξεις θηλυκής αίγλης. Η ιστορία της drag queen επικαλείται μια σύμφυτη θεατρική ποιότητα, βασισμένη στην ηθοποιία και στην υπερβολή, για το τι είναι αποκλειστικά προσβάσιμο στο γυναικείο φύλο.

Σύμφωνα με τη Susan Sontag, “δεν πρόκειται τόσο για ζήτημα ακούσιου αποτελέσματος vs. ενσυνείδητης πρόθεσης, όσο για τη λεπτεπίλεπτη σχέση μεταξύ παρωδίας και αυτο-παρωδίας”.

Το drag ως performance εδώ λειτουργεί επίσης στο κωμικό βασίλειο, όπου οι γκέι άντρες έχουν απαντήσει στην κατάσταση της ομοφοβίας, όχι μόνο σπάζοντας πλάκα με τον κόσμο αλλά σπάζοντας πλάκα με τον εαυτό τους και με τις γυναίκες που καταλαμβάνουν μια παρόμοια – εντούτοις, όχι ισοδύναμη – πολιτισμική θέση σε σχέση με τους άντρες όσον αφορά ζητήματα επιθυμίας. Η αντίληψη της Sontag για την παρωδία και την αυτο-παρωδία στην κωμική drag παράσταση είναι κρίσιμη για το ίδιο το είδος της θεσμοθετημένης παράστασης. Κι όμως, τα πορτρέτα της Goldin στο The Other Side προκαλούν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά τα χαρακτηριστικά της παρωδίας. Οι drag queens της ούτε είναι στη σκηνή, ούτε υποδύονται κάτι για κάποιο ακροατήριο, αλλά εμφανίζονται να συλλαμβάνονται στα παρασκήνια σε μια εκτέλεση της πραγματικότητας.

Το The Other Side είναι μια σειρά φωτογραφιών που εξελίχθηκαν από την πρώιμη δουλειά της Nan Goldin πάνω στις drag queens στα 70s όταν η φωτογράφος μοιραζόταν ένα διαμέρισμα με δύο τραβεστί. Μετατοπίζοντας τις φωτογραφίσεις από δημόσιες περσόνες επί σκηνής σε πιο ενδόμυχες και οικιακές στιγμές, η Goldin παρήγαγε εικόνες που αποκάλυπταν μια νέα ταυτότητα της drag queen, η οποία υπονομεύει την παραδοσιακή αντίληψη του φωτογραφικού ντοκιμαντέρ. Η Goldin ξεκίνησε την καριέρα της ως φωτογράφος καταγράφοντας την post-punk σκηνή της Νέας Υόρκης, με μουσική, ναρκωτικά και πάρτι. Στο πνεύμα των αστικών υποκουλτούρων, οι drag queens ήταν πάρα πολύ εμπλεκόμενες στη σκηνή της υπονόμευσης. Η Goldin λάτρευε οπτικά τις drag queens ως υλικό για το θέμα της και, επιπλέον, συναισθηματικά μέσα από φιλίες. Η μεταχείριση εκ μέρους της του φωτογραφικού ντοκιμαντέρ ως snapshots που εξανθρωπίζουν, εκτός του πλαισίου των καλών τεχνών, σχηματίζει το καθοδηγούμενο από το περιεχόμενο στιλ της Goldin.

Η Goldin εξομολογήθηκε ότι “δεν ήξερε τίποτα για την καλλιτεχνική φωτογράφιση”.

Το αποτέλεσμα είναι ένας βαθύτερος εορτασμός των θεμάτων της, με την ομορφιά των εγκόσμιων δραστηριοτήτων τους να καταγράφονται για χάρη του περιεχομένου κι όχι για την έλξη θα ασκούσαν μέσα από κάποιον από τους επίσημους τρόπους.

Όποιος κάνει φωτογραφικό ντοκιμαντέρ κατέχει ένα βαρυσήμαντο ρόλο ως παραγωγός μιας εικόνας που αναπαριστά την πραγματικότητα. Επιλέγοντας την στιγμή που θα ενεργοποιήσει το διάφραγμα της μηχανής, επιλέγοντας τις ρυθμίσεις της έκθεσης, καθώς και με άλλες επιλογές μέχρι την εμφάνιση στο χαρτί, η ερμηνεία του φωτογράφου του υλικού που έχει για θέμα μεταφέρεται άμεσα από την αρνητική εικόνα στην θετική αναπαράσταση. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, η σπλαχνική «αληθοφάνεια» των εικόνων της Goldin την κατέταξε έχοντας υπόψη άλλους ρεαλιστές του ντοκιμαντέρ – και οδηγώντας, τελικά, σε δεσμούς με τους Robert Frank, Emmet Gowin, Irving Penn, Alfred Stieglitz και Diane Arbus. Η Nan Goldin αποκλίνει από την παράδοση του ντοκιμαντέρ αυτών των ρεαλιστών, οι οποίοι, οποιαδήποτε κι αν ήταν η προσωπική σχέση με τα θέματά τους, παρέμεναν μακρινοί παρατηρητές, στους οποίους επιτρεπόταν μόνο να κοιτάζουν και να μελετούν τα θέματά τους με τον φακό της φωτογραφικής μηχανής. Σε αντίθεση με το έργο της Diane Arbus, η οποία επίσης φωτογράφισε drag queens, η Goldin ταυτιζόταν με την κοινωνική αποξένωση των θεμάτων της: η οικειότητα που επιτύγχανε ήταν δυνατόν να υπάρξει μόνο μέσα από την εμπιστοσύνη που προέρχεται με μια ζωή μαζί με τις drag queens που φωτογράφιζε. Έτσι, τα υποκείμενα δεν εμφανίζονται σε ένα απόμακρο, ηδονοβλεπτικό ατενές βλέμμα, αλλά ως φίλες που έχουν συνηθίσει την αναπόφευτη παρουσία της φωτογραφικής μηχανής. Η Nan Goldin αποκάλυψε για την Arbus ότι

“Οι drag queens μισούσαν τη δουλειά της Arbus. Δεν την άφηναν να μπει στο μαγαζί, γιατί μισούσαν τον τρόπο που φωτογραφίζει τις drag queens. Τις έγδυνε από την ταυτότητά τους. Δεν σεβόταν το πώς ήθελαν αυτές να είναι”.

Το στοιχείο της ισότιμης συναλλαγής είναι ασφαλώς παρόν στις φωτογραφίες της Goldin. Πρόκειται για το ηθικό δικαίωμα του φωτογράφου να τραβάει υποκείμενα με τα οποία έχει στενή σχέση.

“Υπάρχει μια δημοφιλής αντίληψη ότι ο φωτογράφος είναι εκ φύσεως ένας ηδονοβλεψίας, ο τελευταίος που θα καλεστεί στο πάρτι. Αλλά δεν μασάω – αυτό είναι το δικό μου πάρτι. Αυτή είναι η οικογένειά μου, η ιστορία μου”.

Ο κόσμος που φωτογράφησε η Goldin είναι επομένως προσβάσιμος μόνο σε αυτούς/ες που κατοικούν εντός του.

Όσο κι αν τα πορτραίτα της είναι μια εξελισσόμενη προσωπική αφήγηση της ζωής μεταξύ φίλων και γνωστών – προσκαλώντας τους θεατές της να συμμετέχουν στην υποκουλτούρα τους – άλλο τόσο η δουλειά της Goldin αφορά την ίδια τη ζωή της. Το βάρβαρο στιλ της ειλικρινούς καταγραφής από την Goldin είναι εμφανέστατο στις πρώιμες αυτοπροσωπογραφίες, εκεί όπου τα έργα της έγιναν performances της αυτο-βιογραφίας της. Η γραμμή μεταξύ φωτογράφου και θέματος καταργείται μέσα από τη μεταχείριση που επιφυλάσσει η Golding για τον εαυτό της, όταν εισέρχεται στο κάδρο της δικής της φωτογράφισης. Μια σειρά φωτό που καλείται All By Myself παρουσιάζει τη μελανιασμένη όψη του προσώπου της Goldin, μετά από το ξύλο που έφαγε από έναν γκόμενο, και την συναισθηματική και ψυχική αγωνία που ακολούθησε. Οι αυτοπροσωπογραφίες της Nan Goldin ενσωματώνονται άψογα στις υπόλοιπες φωτογραφίσεις προσώπων που έχει κάνει. Η φωτογράφιση του εαυτού της, με μαυρισμένα τα μάτια από το ξύλο, όρισε την Goldin όχι ως δημοσιογράφο-χρονικογράφο της σκηνής στην οποία είχε εμπλακεί, αλλά ως performer που προσπαθούσε να παίξει έναν ρόλο. Η μέθοδός της για την αναπαράσταση συχνά θεωρείται ακόμα και επιδειξιομανία, αποκαλύπτοντας δίχως ντροπή ή εξήγηση, την χαοτική και αυθόρμητη ζωή της ίδιας της φωτογράφου με drag queens και εθισμένους στο σεξ, στη ζωή των οποίων ήταν χωμένη.

[…]

Μαζί με τα πορτρέτα της Nan Goldin στα 90s, ένας αυξανόμενος αριθμός γκέι και λεσβιακών ακαδημαϊκών σπουδών αναδύθηκε ταυτόχρονα, επηρεασμένος από τα νέα θεωρητικά μοντέλα του “δομημένου φύλου” της φιλοσόφου Judith Butler. Η Butler ξεκίνησε με την αμφισβήτηση της ουσιοκρατίας στη δυαδική διάκριση των φύλων. Το βασικό επιχείρημα της Butler στο έργο της “Αναταραχή Φύλου” (Gender Trouble) προϋπέθετε ένα σφάλμα στη φεμινιστική θεωρία – η οποία θεωρεί ότι υπάρχει μία ταυτότητα μέσα σε όλες τις γυναίκες. Κάνοντάς το αυτό, εικονογραφεί τον τρόπο που το φαινόμενο του cross-dressing ή του drag μπορούν να υποσκάπτουν το φύλο. Το drag υποσκάπτει τη διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, το εκφραστικό μοντέλο του φύλου και την θεωρία μιας πραγματικής ταυτότητας φύλου. Η επιτέλεση του drag, επιπλέον, παίζει με τη διάκριση μεταξύ της ανατομίας του επιτελούντος και του φύλου που επιτελείται. Τελικά, η Butler ορίζει το φύλο ως μια στυλιζαρισμένη επανάληψη πράξεων, όπου το φύλο παράγεται μέσα από την συμμόρφωση του σώματος. Τα γνωρίσματα των φύλων δεν είναι εκφραστικά αλλά επιτελεστικά, και δεν υπάρχει καμία προϋπάρχουσα ταυτότητα μέσα από την οποία μπορεί να μετρηθεί η πράξη. Μέσα από κοινωνικές επιτελέσεις η ίδια η αντίληψη ενός ουσιαστικού φύλου δομείται ως μέρος μια επιτελεστικής στρατηγικής.

Το επιχείρημα της Butler είναι άκρως σημαντικό στο πλαίσιο των πορτρέτων της Goldin, εξοστρακίζοντας όλες τις ιδεολογίες της ψυχανάλυσης μετά τον Διαφωτισμό που αποκαλύπτουν μια κανονιστική αρρενωπότητα και μια υπερβολική θηλυκότητα. Μπορεί η επιτέλεση, εντός των κατεστημένων δομών, να επιφέρει αναταραχή φύλου; Θα μπορούσε το cross-dressing και το να υποδύεσαι το θηλυκό να αποτελούν μια επικάλυψη του φύλου; Αν ναι, τότε το φύλο είναι μια προσωποποίηση και το να καθίστασαι έμφυλος περιλαμβάνει προσωποποίηση ενός ιδανικού που κανείς στην πραγματικότητα δεν ζει. Η Goldin και η Butler επομένως εξασκούν δύο παραλλαγές της υπονόμευσης. Η Goldin με την εξάλειψη του υποκειμένου και του φωτογράφου παρέχει εικόνες, που δεν έχουν ιδωθεί ποτέ, από υπόγειους τρόπους ζωής, βγαλμένες μέσα από τις δομές τους. Η Butler, σχηματίζοντας μια θεωρία για την εξάλειψη των δυαδικών μοντέλων του φύλου, απαιτεί έναν επαναπροσδιορισμό της ουσιοκρατίας όσον αφορά τα φύλα. Η ριζοσπαστική συνύπαρξή τους στις αρχές των 90s μεταφέρει την πολιτισμική αστάθεια μιας εποχής που εκλιπαρεί για αλλαγή στην αναπαράσταση και στις μεταμορφωτικές πολιτικές.


Στην οικογένεια που απαρτίζουν οι φίλοι μου, υπάρχει επιθυμία για την οικειότητα της οικογενείας εξ αίματος, αλλά επίσης επιθυμία για κάτι πιο ανοιχτό. Οι ρόλοι δεν είναι τόσο καθορισμένοι. Αυτές είναι μακροχρόνιες σχέσεις. Κόσμος έρχεται, κόσμος φεύγει, κόσμος επιστρέφει, αλλά αυτοί οι χωρισμοί υπάρχουν δίχως τη ρήξη της οικειότητας. Είμαστε συνδεδεμένοι όχι εξ αίματος ή λόγω τόπου, αλλά μέσα από μια παρόμοια ηθική, την ανάγκη να ζούμε πλήρως και για τη στιγμή, μια δυσπιστία για το μέλλον, έναν παρόμοιο σεβασμό για την ειλικρίνεια, μιαν ανάγκη να διευρυνθούν τα όρια, και μια κοινή ιστορία. Ζούμε τη ζωή χωρίς αντάλλαγμα, αλλά με μελέτη. Υπάρχει μεταξύ μας μια ικανότητα να ακούμε και να συμπάσχουμε που υπερβαίνει τον κανονικό ορισμό της φιλίας.

Leave a Reply