art, queer
Leave a comment

Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων

Totally hearbroken. ο φανταστικός μου εραστής μόλις πέθανε στο νοσοκομείο της Αμιέν. και γαμώ τα γκομενάκια.

Εγώ, θα θαθ το πω. Αγαπώ τουθ ομοφοβικούθ. Αγαπώ αυτούθ που μου έκαναν αυτό. Γιατί; Διότι δεν αγαπώ τουθ φίλουθ των πούθτηδων. Κάτι τύπους θαν κι εθάθ. Οι φίλοι των πούθτηδων λένε: α, εμείθ αγαπάμε πολύ τους πούθτηδες, αμέ, και δεν λένε καν πούθτηδεθ, λένε ομοφυλόφιλουθ. Μπλιάχ. Θέλουν να έχουν θέθη θτην κοινωνία και να έχουν δικαιώματα όπωθ εμείθ, διότι είναι ανθρώπινα όντα όπωθ εμείθ. Είναι καλοί. Αλλά όχι! Οι πούθτηδεθ δεν είναι ανθρώπινα όντα όπωθ εθείθ, είναι όπως οι εκθωγήινοι: είναι διαφορετικοί, άλλο πράγμα. Δεν δέχονται τα δικαιώματα των φίλων των πούθτηδων. Είναι όλοι θτερημένοι, δεν μαθ αγγίδουν ποτέ, μαθ κοιτάδουν από μακριά, λένε: θαθ αγαπάμε. Αλλά αν μαθ αγαπάτε, ελάτε να μαθ γαμήθετε. Ενώ οι ομοφοβικοί λένε: θάνατοθ θτους πούθτηδεθ. Ήδη, εκείνοι, μαθ αποκαλούν πούθτηδεθ, είναι κουλ, ευχαριθτώ. Ύθτερα, μαθ αγγίδουν, μαθ θπάνε τα μούτρα, είναι θαν να μαθ γαμάνε. Εμένα προθωπικά μου αρέθει πολύ. Λέω ευχαριθτώ. Αγαπώ πολύ τουθ ομοφοβικούθ, είναι οι αληθινοί μαθ φίλοι. Και…

Δεκαετία του ’80: Οι νεκρολογίες στον γκέι τύπο του Σαν Φρανσίσκο για τους μαζικούς θανάτους ομοφυλόφιλων από ένα μυστηριώδες σύμπλεγμα ασθενειών καταλαμβάνουν ολόκληρες σελίδες. Μια γενιά ομοφυλόφιλων ζει, μαθαίνει να ζει, με τη βεβαιότητα ότι αντιμετωπίζει βέβαιο θάνατο. Θάνατο από αυτό που αρχικά αποκαλείται “ο γκέι καρκίνος” και κατόπιν, το 1982, θα ονομαστεί AIDS.

Και κατόπιν “ΣΙΩΠΗ = ΘΑΝΑΤΟΣ”, το σύνθημα μιας γενιάς που ζει, που μαθαίνει να ζει, απαιτώντας, από τη μια, καλύτερη περίθαλψη και θεραπείες και, από την άλλη, αναγνώριση μέσα από την ορατότητα και την ανοιχτή δράση. Είναι το δεύτερο κύμα ακτιβισμού στην εποχή μετά το Stonewall και τα πρώτα gay pride. Είναι η εποχή όπου απλά δεν σε παίρνει να το βουλώνεις, όπου έχεις ηθική και πολιτική υποχρέωση να μην το βουλώνεις – πράγμα που ισχύει φυσικά και για τους γκέι συγγραφείς της εποχής.

Σήμερα διανύουμε την εποχή που το AIDS έχει μετατραπεί σε μια χρόνια πάθηση και δεν είναι πια “Διάγνωση Θανάτου” – όπως απέδωσε στα ελληνικά η τηλεόραση τον τίτλο της 80s γκέι ταινίας “Longtime Companion”. Υπάρχουν πλέον συνδυαστικές θεραπείες και αποτελεσματικά κοκτέιλ φαρμάκων. Και μαζί με αυτά, ή χάρις σε αυτά, υπάρχουν οι “barebackers” που απολαμβάνουν τις ηδονές του σεξ δίχως προφυλάξεις, οι “bug chasers” που αποζητούν ενεργά να μολυνθούν από τον HIV και οι “gift givers” που μεταδίδουν κατόπιν συμφωνίας τον ιό σε άλλους. Πράγμα που σημαίνει ότι η λογοτεχνία των 80s έχει αρκετό δρόμο να καλύψει και πολλά ασταθή νεοσύστατα εδάφη να εξερευνήσει.

“Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων” του Tristan Garcia (εκδόθηκε στη Γαλλία το 2008) ξεκινά από τα 80s και, μέσα από τις ζωές τεσσάρων ανθρώπων, καλύπτει δυόμιση δεκαετίες ριζοσπαστισμού, άφθονου γκέι σεξ και και προδοσίας – σεξουαλικής, πολιτικής, και φυσικά πολιτικά σεξουαλικής.

Δεν βλέπεις πόσο σπαστικός είναι ο κόσμος, δεν βλέπεις πόσο προσποιούνται όλοι. Υπάρχει ένα είδος φουσκωμένης υποκριτικής καπότας, πάνω σε όλο τον πλανήτη. Όλοι θα ψοφήσουμε, μακροπρόθεσμα, δεν θυμάμαι πια ποιος το έλεγε αυτό. Υπάρχουν τα νιάτα που θέλουν να ξεφαντώσουν κι ο κόσμος που πεθαίνει χωρίς να λέει τίποτα κι όλοι αυτοί που ψιθυρίζουν μήπως και ενοχλήσουν κανέναν. Δεν έχεις πια το δικαίωμα να καπνίζεις, δεν μπορείς πια να τρέχεις γρήγορα στο δρόμο με το αυτοκίνητό σου, δεν μπορείς να πεις “πούτσος” σε ένα αγοράκι χωρίς να σε χώσουν στην στενή, κι έχεις τους μπάτσους τύπου Ντομινίκ που το βρίσκουν φυσικό, που σου λένε πώς να γαμάς, που θέλουν να βάλουν τους πούστηδες να συνεργαστούν με την κοινωνία, για να ζήσουν, για να επιβιώσουν. Όμως, γαμώτο μου, είναι σαν τους χοντρομαλάκες του ’68 που καταλήγουν στη Γερουσία, που κάνουν κουμάντο, που διαχειρίζονται τα πράγματα παρέα με τη γυναικούλα τους, τη φαμίλια τους και την γκομενίτσα τους…, για κοίτα, κάποιον μου θυμίζουν αυτά.

Ορίστε ο Ουίλιαμ Μίλερ, ή Γουίλ: ο πιο νέος απ’ όλους και ο πρώτος που γνωρίζουμε, ένα επαρχιωτόπαιδο που ξεκινά να “κατακτήσει” το Παρίσι το 1989. Μετά είναι ο Ντομινίκ Ρόσι: μέλος του ΚΚ στα 70s, τον οποίο κερδίζει κατόπιν η γκέι νυχτερινή ζωή του Παρισιού για μια δεκαετία, μολύνεται με τον HIV και το γυρνά στον μαχητικό ακτιβισμό AIDS. Ζαν Μισέλ Λεμποβίτς: καθηγητής, φιλόσοφος, εκπεσών αστέρας της αριστεράς. Και η αφηγήτριά μας, η Λιζ Λεβαλουά, δημοσιογράφος με την προνομιακή θέση ως φίλη του Γουίλ, συνάδελφος του Ντομινίκ, ερωμένη του Λεμποβίτς – με κάθε δικαίωμα δηλαδή να αφηγηθεί με εγκυρότητα την ιστορία των τεσσάρων, των εξής δύο, του Γουίλ.

Για ένα χρόνο, ο Γουίλι κοιμόταν έξω, κοντά στον Γκαρ ντυ Νορ, στα κτήρια όπου είχαν κάνει κατάληψη οι χρήστες του κρακ. Μάθαινε να φτύνει το σύστημα.

Ξεχώριζε με την εμφάνισή του. Πρώτα ξύρισε τα μαλλιά του και στεκόταν με το κεφάλι ψηλά· είχε ωραίο θώρακα με τονισμένους μυς. Ισχυριζόταν πως είναι καλλιτέχνης, κάτι που σήμαινε: είμαι σε ρήξη με την κοινωνία. Έλεγε πως έγραφε διάφορα πράγματα, πως ετοίμαζε κάτι κόλπα. Κάτι σαν εγκατάσταση, όπως έκαναν οι περφόρμερ που είχε γνωρίσει στο υπό κατάληψη κτήριο. Ήθελε να ουρλιάζει στίχους πάνω στους ήχους ροκ μουσικής, έτσι μου φαίνεται. Αλλά δεν υπήρξαν πια ροκ συγκροτήματα.

Γιατί ο κεντρικός άξονας του “Μίσους” — όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου στο πρωτότυπο – είναι η φθορά και διάλυση της ερωτικής σχέσης των Γουίλ και Ντομινίκ. Ο τελευταίος είναι πλέον ηγετική μορφή στον ακτιβισμό για τα γκέι δικαιώματα και της οργάνωσης Stand για την προφύλαξη από τον HIV. Ο πρώτος, ιδιωτικά, δημόσια, στον τύπο, είναι απέναντί του, μιας και στο μυαλό του Γουίλ τα προφυλακτικά είναι ένα κανονιστικό εργαλείο της ετεροκανονικότητας.

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου με μια σεξουαλική ζωή safe. Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που παίρνουν ναρκωτικά, που τους αρέσει να ρισκάρουν και το σεξ χωρίς προφυλάξεις αποτελεί μέρος αυτού του ρίσκου. Καταλαβαίνεις, αυτή είναι η επιλογή μου. Δεν είναι πως δεν μου αρέσουν οι καπότες, ένα κομμάτι καουτσούκ είναι στο κάτω κάτω, αλλά η διαφορά ανάμεσα στο γαμήσι με ή χωρίς καπότα, είναι πραγματικά τεράστια. Και το να ισχυρίζεται κάποιος, εδώ και χρόνια, πως δεν υπάρχει διαφορά είναι σκέτη βλακεία

Ο Garcia γεννήθηκε το 1981, που πάει να πει ότι δεν έχει αναμνήσεις από την προ-AIDS εποχή. Κι εγώ ίσα που το πρόλαβα στα παιδικά μου χρόνια. Αλλά κρίνοντας από τις αφηγήσεις των μεγάλων, κι απ’ ό,τι έζησα στα 20s μου, απ’ ό,τι έζησε ο καθένας που είχε πολιτικοποιημένα 20s, όλα είναι εδώ – είτε βρισκόσουν στο Παρίσι είτε στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη: η ένταση των νιάτων, της διανοητικής υπεροψίας και της περιπετειώδους σεξουαλικότητας· η έκπληξη και παγωμάρα εμπρός στον ιό· οι επικές διαμάχες των ακτιβιστών.

Ο Garcia γεννήθηκε το 1981, που πάει να πει ότι δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι ούτε τις θλιβερές, σώφρονες αποφάσεις της μέσης ηλικίας. Στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου ο συγγραφέας κοιτάζει κατάματα τον 40άρη ριζοσπάστη, με βαθειά κατανόηση και συμπάθεια, μεταδίδοντας στον αναγνώστη το δράμα της αδύνατης επιλογής που πρέπει να κάνει μέσα σε μια εχθρική κοινωνία: είτε θα περιθωριοποιηθεί σε βαθμό αφανισμού είτε θα βουτήξει στα ασφαλή νερά του mainstream.

Πρώτα πρώτα είδα τις μικρές κηλίδες και τις πληγές πάνω στα αδύνατα μπράτσα του.

Βλακωδώς, πίστεψα ότι είναι τατουάζ, προτού καταλάβω.

“Λίζ!”, φώναξε. Ήταν πάρα πολύ, πάρα πολύ ευχαριστημένος. Με φίλησε. “Γεια, γειά, είναι κουουουλ, γαμώτο κουλ.”

Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι του και έτρωγε κομπόστα από μήλα.

“Γεια σου Γουίλ”, είπα και κάθισα πλάι του.

Leave a Reply