queer
Leave a comment

Θεωρία και πράξη της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης

Ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου είχαν μια μικρή βιβλιοθήκη στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί ήταν κάποια βιβλία που «θα διάβαζα όταν θα γινόμουν μεγάλος». Δεν χρειάζεται να πω ότι ήμουν ήδη πέμπτη δημοτικού άρα αρκετά μεγάλος κατά τη γνώμη μου για να διαβάσω οτιδήποτε άλλο σε αυτό το σπίτι πέρα από ανοησίες όπως τα άπαντα του Γρηγόριου Ξενόπουλου και το «Πέυτον Πλέης». Με την πρώτη κοινή απουσία τους, επισκέφθηκα τα απαγορευμένα βιβλία.

Με την πρώτη επεξεργασία κατέληξα ότι τα βιβλία αυτά ήταν βιβλία του πατέρα μου περισσότερο παρά κοινό κτήμα. Είχαν τίτλους όπως «Ο καλός στρατιώτης Σβέηκ», «Ο πιστός Ρουσλάν», «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», «Υποβρύχιο 451», «Αρχιπέλαγος Γκούλακ» και «Ο Μεγάλος Εθνάρχης: βιογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή υπό του ευρωβουλευτού Τάκη Λαμπρία». Όλα αυτά μου προκάλεσαν ένα δυσάρεστο συναίσθημα, περισσότερο γιατί η πολεμοχαρής φύση τους μου θύμιζε ακόμα πιο πολύ τον πατέρα μου και τις απαιτήσεις του από εμένα. Διάβασα όλο το μικρό εγχειρίδιο που μοίραζε το ΝΑΤΟ στους φίλους του, ήτοι γνωριμία με την Ατομική Βόμβα, τη ραδιενέργεια, και πρακτικός οδηγός κατασκευής πυρηνικού καταφυγίου. Βρήκα ότι ένα πυρηνικό καταφύγιο είναι εξαιρετική ιδέα και ανυπομονούσα να μας βομβαρδίσουν και να βγαίνουμε στην επιφάνεια για 30 λεπτά μόνο μετά από επτά ημέρες για να μετράμε τα ραίντγκεν και τα μπεκερέλ. Θα βγαίναμε στο έδαφος οριστικά μόνο μετά από δύο χρόνια όπου θα τρώγαμε μανιτάρια και βρύα. Ήταν η ιδανική περιπέτεια.

Ίσως αν ήξερα να διαβάζω τα μεγαλίστικα, θα μπορούσα να κατανοήσω πιο σύντομα τι ήταν οι γονείς μου. Εννοώ ότι ο τόμος Α και Β από τη «Συνηγορία για την Ευρώπη που Παρακμάζει» εξηγούσε σαφώς ότι με μεγάλωναν δύο ακροδεξιά θρησκόληπτα καθίκια, μια διαπίστωση που θα αργούσα ακόμα λίγο να κάνω. Αντί για αυτό, την προσοχή μου τράβηξαν δύο καταπράσινα σκληρόδετα βιβλία με ιδιόχειρη αφιέρωση, σημάδι ότι δεν ήταν δική τους επιλογή αλλά φιλόδοξο δώρο κάποιου σε ένα ζευγάρι ελληναράδων εκπαιδευτικών δημοτικού. Το ένα λεγόταν «Το Πράσινο Σύννεφο» και το άλλο είχε τίτλο «Θεωρία και Πράξη της Αντιαυταρχικής Εκπαίδευσης» και ήταν του ιδίου.

Ξεκίνησα, φυσικά, με τη «Θεωρία και Πράξη». Παρά τον ψαρωτικό τίτλο ήταν πολύ απλό και βατό και το διάβασα μονορούφι, σαν παραμύθι. Κοντολογίς, επρόκειτο για έναν τύπο που λεγόταν A.S. Neil και είχε φτιάξει ένα ιδιαίτερο σχολείο κάπου στην αγγλική εξοχή όπου έκανε πράξη τις θεωρίες του για την εκπαίδευση. Το σχολείο αυτό λεγότανε «Summerhill» και είχε τη βασική ιδιότητα ότι κανείς δεν ήταν αναγκασμένος να κάνει οτιδήποτε, συμπεριλαμβανομένης και της παρακολούθησης των μαθημάτων. Οι μαθητές και οι δάσκαλοι ήταν ίσοι και με ισότιμους ψήφους αποφασίζανε στη συνέλευση της Παρασκευής την πορεία του σχολείου, τα μαθήματα, διευθετούσαν τα όποια προβλήματα και κανόνιζαν τα πρακτικά θέματα, όπως ο ανεφοδιασμός και τα αναλώσιμα. Ένιωθα μια μικρή ικανοποίηση που οι μαθητές κέρδιζαν αριθμητικά τους καθηγητές, οπότε γινόταν πάντα το δικό τους.

Σε αυτό το σχολείο έστελναν τα παιδιά τους γονείς από όλη την Ευρώπη και μου έκανε μεγάλη εντύπωση η περιγραφή μιας νέας άφιξης: ένας νεαρός μαθητής είχε καταφθάσει και ήταν ηλίου φαεινότερο ότι είχε πάρα πολλά νεύρα. Δεν είχε επομένως καμία διάθεση να παρακολουθεί μαθήματα και, αντί για αυτό, προτιμούσε να περνάει τον χρόνο του στα χωράφια έξω από το σχολικό κτίριο. Μου φάνηκε συναρπαστική η άπειρη κατανόηση και ο χρόνος που του δόθηκε. Για μήνες, ο τύπος άραζε στους αγρούς γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη του στο σχολείο. Πολύ σύντομα, ανέπτυξα μια αδυναμία για αυτόν τον τυπά, διότι κι εγώ θα ήθελα να το σκάσω από αρκετά από τα ανιαρά μαθήματα με βασικότερο αυτό της Ωδικής όπου επαναλαμβάναμε αιωνίως το «Μακεδονία ξακουστή» που έδιωξε άλλοτε τον τύραννο, άλλοτε τον βάρβαρο κι άλλοτε τον Βούλγαρο – αναλόγως των εξελίξεων στην τοπική εξωτερική πολιτική που ασκούσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Πολύ σύντομα, άρχισα να ονειρεύομαι καλοκαιρινές κοπάνες με τον φίλο μου τον Κ., όπου χανόμασταν στα κίτρινα στάχυα, πέφταμε γελώντας ανάσκελα χάμω κοιτάζοντας τον αστραφτερό μπλε ουρανό και ακούγοντας το θρόισμα γύρω μας. Εκεί, μέσα στη μικρή κρυψώνα μας, το μπλουζάκι του Κ. ανέβαινε ελαφρά αποκαλύπτοντας ένα αθώο, ακίνδυνο, φιλικό στομάχι που ανεβοκατέβαινε αναπνέοντας και προσκαλούσε να το ακουμπήσει η ζεστή παλάμη μου ή ακόμα το μάγουλό μου. Παρακάτω ήταν το άσπρο από την αρχή από το σλιπάκι του αλλά παρακάτω δεν ήξερα ακόμα· ήξερα μόνο ότι ήθελα να αγκαλιάζω σιωπηλά τον Κ. και να μένουμε κρυμμένοι, ασφαλείς και δραπέτες, στα στάχυα.

Μετά από πολλές εξιστορήσεις και περιπέτειες και παραδείγματα, η «Αντιαυταρχική Εκπαίδευση» άρχισε να φθάνει στο τέλος της και τον λόγο πήρε πάλι ο A.S. Neil, ο οποίος είχε παραμείνει διακριτικά στο υπόβαθρο. Ήταν η ώρα του απολογισμού, η ώρα που θα αποτιμούσε την επιτυχία ή την αποτυχία του εγχειρήματός του. Πολύ ευγενικά εξήγησε ότι, παρά τις πρωτοφανείς εκπαιδευτικές μεθόδους, υπήρξαν μαθητές που πήγαν στο κολέγιο και μάλιστα κάνουν το μεταπτυχιακό τους με διακρίσεις. Αλλά αυτό δεν είναι μέτρο επιτυχίας, καθώς άλλες μαθήτριες έγιναν πετυχημένες φουρνάρισσες και υδραυλικοί. Πιο πολύ τον απασχολούσε η ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της ελευθερίας των παιδιών, το σημείο που είχε δώσει όλη την ενέργεια και την αγάπη του.

Αλλά πώς να μετρηθεί αντικειμενικά; Ποιο είναι το κριτήριο για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη και ελευθερία; Όλα ήταν τόσο σχετικά που κι ο ίδιος ο A.S. Neil αναγκάστηκε να πάρει ένα ελαφρώς αυταρχικό τόνο για να πείσει για τη σταθερότητα των λεγόμενών του. Ακόμα κι αν όλα τα άλλα είναι σχετικά, ένα πράγμα είναι βέβαιο, είπε: «Σε αντίθεση με όλα τα άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στο ‘Summerhil’ δεν εμφανίστηκε ποτέ κρούσμα ομοφυλοφιλίας».

Leave a Reply