queer
Leave a comment

You are triggering me! Η νεοφιλελεύθερη ρητορική της βλάβης, του κινδύνου και του τραύματος

του Jack Halberstam

Παρακολουθούσα πρόσφατα το The Life of Brian (1979) από τους Monty Pythons, ένα ξεκαρδιστικό ξαναγράψιμο της ζωής και του θανάτου του Χριστού, και διαπίστωσα πόσο αισχρά θα έδειχναν σήμερα τα αστεία από την ταινία. Στην πραγματικότητα, η ταινία, με τη θρησκευτική σάτιρα και τις σκηνές του Χριστού και των ληστών να τραγουδούν στο σταυρό, δεν θα προβαλόταν ποτέ σε ένα σημερινό σινεμά. Το The Life of Brian σαφώς έγινε δεκτό ως αμφιλεγόμενο στις μέρες του αλλά όταν οι λογοκριτές προσπάθησαν να καταστείλουν την ταινία σε αρκετές διαφορετικές χώρες, η ομάδα των Monty Pythons χρησιμοποίησε την ανθηρή αίσθηση του χιούμορ της προς όφελός της. Έτσι, όταν η ταινία απαγορεύθηκε σε κάποια μέρη, της έδωσαν ένα σλόγκαν όπως: “Τόσο αστεία που απαγορεύθηκε στη Νορβηγία!”

Το χιούμορ, γενικά, βασίζεται στο απρόσμενο (“Κανείς δεν αναμένει την Ισπανική Ιερά Εξέταση!”), στην επανάληψη σε σημείο γελοιότητας “μπορείς έχεις αυγά, μπέηκον και σπαμ – σπαμ, αυγά, σπαμ και λουκάνικο – ή σπαμ, σπαμ, σπαμ και σπαμ!”), χαζομάρα, ασυνέχειες, καρικατούρες και ένα αναρχικό χαρμάνι σοβαρού και σατιρικού. Και το χιούμορ είναι κάτι για το οποίο οι φεμινίστριες ιδιαίτερα, αλλά οι ριζοσπαστικές πολιτικές γενικότερα, κατηγορούνται ότι έχουν έλλειψη. Πρόσφατες διαμάχες μέσα στις κουήρ κοινότητες γύρω από τη γλώσσα, την αργκό, τη σατιρική ή ειρωνική αναπαράσταση και τις αντιλήψεις της βλάβης ή του προσβλητικού έχουν δημιουργήσει αρκετή διαμάχη με πολύ λίγο χιούμορ πρόσφατα, οδηγώντας σε απαιτήσεις για απαγορεύσεις, λογοκρισία και αλλαγές ονομάτων.

Οι λογομαχίες μεταξύ ανθρώπων που μοιράζονται ουτοπικούς σκοπούς, στην πραγματικότητα, δεν είναι κάτι καινούργιο. Θυμάμαι που φανερώθηκα στα 70s και στα 80s μέσα σε έναν κόσμο πολιτισμικού φεμινισμού και λεσβιακού σεπαρατισμού. Μετά δυσκολίας θα υπήρχε μια εκδήλωση τα χρόνια εκείνα δίχως κάποια να αισθανθεί παραβιασμένη, πληγωμένη, τραυματισμένη από την άσχημα διατυπωμένη ερώτηση κάποιας, την κακή επιλογή λέξεων άλλου ατόμου ή απλά από έστω την υποψία αρώματος στο δωμάτιο. Άτομα με διάφορα είδη εξάντλησης, εύκολα ενεργοποιήσιμων αλλεργιών, άσχημα διαχειριζόμενου τραύματος σταματούσαν διαρκώς τις διαδικασίες για να φωνάξουν με δυνατές φωνές πόσο άσχημα ένιωσαν γιατί κάποια είπε, κάπνισε ή ψέκασε κάτι κοντά τους ώστε είχε βρομίσει τον χώρο που ανέπνεαν. Άλλες προχωρούσαν σε προσαρμογές, ελάττωναν τη χρήση αποσμητικού, προσπαθούσαν να αποφύγουν την πατριαρχική γλώσσα, σκέφτονταν πριν μιλήσουν, κρατούσαν η μία την άλλη, έκλαιγαν, μελαγχολούσαν και τελικά αποσυνθέτονταν σε ένα ακατάστατο, απαράδεκτο έλος κλαψουριασμένων, υπο-αλλεργικών, ψυχοσωματικών, anti-sex, anti-porn, pro-drama, υπέρ της επεξεργασίας μετα-πολιτικά υποκείμενα.

Οι πολιτικοί καιροί αλλάζουν και καθώς τα 80s δώσανε τόπο στα 90s, καθώς ο κλαψιάρης λευκός φεμινισμών των κυριών έδωσε τόπο για να αποκαλυφθεί ένας πολυφυλετικός, μεταδομιστικός, διαθεματικός φεμινισμός πολύ μεγαλύτερης προέλευσης, ο κόσμος άρχισε να γελά, να χαλαρώνει, άτομα υπερνίκησαν τους εαυτούς τους και άρχισαν να μιλούν και να αναγνωρίζουν ότι ο εχθρός δεν ήταν ανάμεσά μας αλλά ήταν ενθυλακωμένος σε νέα, άπληστα οικονομικά συστήματα. Είναι περιττό να πω ότι για τις γυναίκες των έγχρωμων φεμινισμών τα στοιχήματα ήταν πάντα υψηλότερα και οι πολιτικές ταυτοτήτων είχαν διαδραματιστεί διαφορετικά. Αλλά, στα 90s, βιβλία για τον νεοφιλελευθερισμό, τον μεταμοντερνισμό, την έμφυλη επιτελεστικότητα και το φυλετικό κεφάλαιο έστρεψαν την προσοχή μακρυά από τον πληγωμένο εαυτό και βρήκαμε τους εχθρούς μας και, καθώς μιλούσαμε ανοιχτά και παρατηρούσαμε ότι νεοφιλελεύθερες μορφές του καπιταλισμού κάλυπταν την οικονομική εκμετάλλευση με γλώσσα ελευθερίας και απελευθέρωσης, φάνηκε σαν να είχαμε παρατήσει τις πληγωμένες εαυτές μας για νέες δημιουργίες πληθών, συλλογικοτήτων, συνεργασιών και σχεδίων λιγότερα κεντραρισμένων στα άτομα και τις συμφορές τους. Φυσικά, ισοπεδώνω κάθε είδους ιστορικών και πολιτισμικών εκδοχών μέσα σε πολλαπλές ιστορίες φεμινισμού, queerness και κοινωνικών κινημάτων. Αλλά είμαι πρόθυμη να το πράξω ώστε να υπογραμμίσω εδώ την επανεμφάνιση της ρητορικής της βλάβης και του τραύματος που φωτίζει όλες τις κοινωνικές διαφορές με όρους πληγωμένων συναισθημάτων και διαιρεί πολιτικά συνασπισμένα υποκείμενα σε ιεραρχίες βαθμών πληγώματος,

Στο σημείο αυτό, θα έπρεπε να θυμηθούμε την παρωδία “τέσσερις άντρες από το Γιορκσάηρ” από τους Monty Pythons όπου οι τέσσερεις παλιόφιλοι θυμούνται τα στερημένα παιδικά τους χρόνια – ο ένας λέει “ζούσαμε σε ένα μικρό ετοιμόρροπο σπίτι…” ο επόμενος απαντά “Σπίτι; Ήσασταν τυχεροί που ζούσατε σε σπίτι. Εμείς ζούσαμε σε δωμάτιο…” Και πετάγεται ο τρίτος με: “Δωμάτιο; Ήσασταν τυχεροί που είχατε δωμάτιο, εμείς έπρεπε να μένουμε στο διάδρομο!” Ο τέταρτος συμπληρώνει τον κύκλο: “Διάδρομος! Εμείς ονειρευόμασταν να μέναμε στο διάδρομο!” Αυτοί οι διαγωνισμοί κακουχιών, αλλά χωρίς το χιούμορ, είναι δεδομένα κομμάτια για τη “γενιά triggered” και πραγματικά, σπάνια πάω σε ένα συνέδριο, φεστιβάλ ή μάζωξη χωρίς να αναδυθεί μια διαμαρτυρία για κάποιον τρόπο αναπαράστασης που έκανε trigger κάποιον κάπου. Και καθώς ο κόσμος “εγκαλεί ο ένας τον άλλον” σε μια χορωδία από δάχτυλα που κροταλίζουν, δείχνουμε ότι χάνουμε γρήγορα κάθε αίσθηση προοπτικής και αντί να χτίζουμε συμμαχίες, αποσυναρμολογούμε σκληρά κερδισμένους συνασπισμούς για τους οποίους πολεμήσαμε.

Μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησης της προσβολής και της βλάβης έχει εστιαστεί στη γλώσσα, αργκό και ονοματοθεσία. Για παράδειγμα, ξεκίνησαν διαμάχες τους τελευταίους λίγους μήνες για την ονομασία ενός παλιού νάιτ κλαμπ στο San Francisco: “Trannyshack”, και εμφανίστηκαν επιχειρήματα για το αν η λέξη “tranny” θα έπρεπε καν να χρησιμοποιείται. Αυτές οι διαμάχες απέσπασαν την προσοχή από κάποιο κόσμο και η θρυλική queer performer, Justin Vivian Bond, ανέβασε μια ανοιχτή επιστολή στη σελίδα της στο Facebook που έλεγε στους αναγνώστες και οπαδούς ξεκάθαρα ότι “οργίζεται από αυτές τις ασήμαντες μαλακίες”. Η Bond θύμισε στους αναγνώστες ότι πολλοί άνθρωποι “είναι ευχαριστημένοι που είναι trannies” και δεν είναι ευχαριστημένοι που πρέπει να σιωπήσουν ντροπιαστικά χάριν της “αστυνομίας λέξεων”. Η Bond και άλλες έχουν επίσης αναφερθεί στο queer έθιμο της επανοικειοποίησης όρων κακομεταχείρησης και μετατροπής τους σε στοργικούς όρους αγάπης. Όταν εξαλείφουμε όρους όπως το “tranny” στο κυνήγι της αξιοπρέπειας και ενσωμάτωσης, στην πραγματικότητα ταΐζουμε πάλι τις ίδιες ακριβώς ιδεολογίες που προκαλούν την ομο- και τρανς-φοβία αρχικά! Στο The Life of Brian, ο Brian τελικά αρνείται να συμμετέχει στον αντισημιτισμό που κάνει την μητέρα του να το αποκαλεί “Ρωμαίο”. Σε μια γενναία “coming out” ομιλία λέει: “Δεν είμαι Ρωμαίος μαμά, είμαι Οβριός, yid, heebie, ένας γαμψομύτης, είμαι kosher μαμά, είμαι ένας πεζός της Κόκκινης Θάλασσας και περήφανος για αυτό!”

Και τώρα για κάτι τελείως διαφορετικό… Η διαμάχη σχετικά με τον όρο “tranny” δεν είναι ένα μοναδικό συμβάν. Τέτοιες συμπλοκές έχουν γίνει ένα μάλλον προβλέψιμο και τακτικό κομμάτων όλων των ειδών από συνέδρια και συναντήσεις. Πράγματι, γίνεται δύσκολο να μιλήσεις, να εκτελέσεις μια εργασία, να προσφέρεις έργο στις μέρες μας δίχως κάποια, κάπου να ισχυρίζεται ότι αισθάνεται βλάβη, ότι επανατραυματίζεται από ένα πολιτιστικό γεγονός, μια ζωγραφιά, ένα θεατρικό έργο, μια ομιλία, μια χαλαρή χρήση της αργκό, έναν χαρακτηρισμό, μια καρικατούρα και ούτως καθεξής είτε ο “βλαπτικός” λόγος/χαρακτηρισμός συμβαίνει εντός ενός περίπλοκου αισθητικού έργου είτε όχι. Σε ένα συνέδριο, ένα θεατρικό έργο που έφερνε στο προσκήνιο τον ακρωτηριασμό του γυναικείου σώματος στο 17ο αι. απορρίφθηκε ως τρανς-φοβικό και κατέστη η ευκαιρία για πολλαπλές δημόσιες συζητήσεις για να συζητηθεί η βλάβη που επέβαλλε σε τρανς άτομα παρόντα στην παράσταση. Ένα άλλο κομμάτι σε αυτήν την παράσταση στο συνέδριο είχε έναν χαρακτήρα “μάντισσας” που κατηγορήθηκε για οριενταλιστική στερεοτυπία. Σε μια άλλη εκδήλωση που παρακολούθησα η οποία εστίαζε στις κουήρ αρρενωπότητες, οι διοργανωτές κατηγορήθηκαν ότι περιθωριοποιούσαν τις κουήρ θηλυκότητες. Και σε ένα μάθημα που παρέδιδα πρόσφατα ήταν ένα νεαρό άτομο που υποτίθεται ότι ανησυχούσε μην τυχόν κάνει “trigger” μια τρανς φοιτήτρια χρησιμοποιώντας τις λάθος αντωνυμίες σε σχέση με έναν τρίτο φοιτητή που δεν έδειχνε να ενοχλείται από αυτό! Μια άλλη φοιτήτρια μου είπε πρόσφατα ότι είχε γίνει “triggered” σε ένα μάθημα για την αποικιοκρατία με την προβολή του The Battle of Algiers. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι προσβεβλημένες ομάδες απαιτούν απολογίες και δίνονται υποσχέσεις ότι μελλοντικές επαναλήψεις του τάδε ή του δείνα θεατρικού κομματιού θα έχει κομμένα όλα τα προσβλητικά μέρη. Ή, όπως στην περίπτωση του “Trannyshack”, το όνομα του κλαμπ άλλαξε.

Όσο αναγωγιστικές έχουν γίνει τέτοιες αντιδράσεις σε αισθητικό και ακαδημαϊκό υλικό, τόσο έχουν υπερ-απλουστευθεί οι ορισμοί του τραύματος μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Υπάρχουν περίπλοκοι λόγοι για το τραύμα άμεσα διαθέσιμοι ως συνέπεια εργασία δεκαετιών για τη μνήμη, την πολιτική βία και κακοποίηση. Αυτό το έργο μάς έχει προσφέρει πολλαπλές θεωρίες για τους τρόπους που η φορτισμένη μνήμη του πόνου, της κακοποίησης, του βασανιστηρίου ή της φυλάκισης μπορεί να επαναφλεγεί από καταστάσεις ή συσχετισμούς που προκαλούν βαθιά κρυμμένες μνήμες να υπερχειλίσουν πίσω στο σώμα με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Αλλά όλη αυτή η δουλειά, από τις Shoshana Felman Macarena Gomez-Barris, Saidiya Hartman, Cathy Caruth, Ann Cvetkovic, Marianne Hirsch και άλλες, έχει σπρωχτεί στην άκρη κατά το τρέχον κύμα των πολιτικών των θλιμμένων.

Ισχυρισμοί ότι γίνεσαι triggered απεργάζοται τις κυριολεκτικές αντιλήψεις περί συναισθηματικού πόνου και διαμορφώνουν τα τραυματικά γεγονότα ως ελάχιστα θαμμένη βλάβη που μπορεί εύκολα να ανέλθει ξανά στην επιφάνεια σε σχέση με οποιαδήποτε μορφή αναπαράστασης ή συσχετισμού που προσομοιάζει ή ακόμα απλά αναπαριστά το θέμα της αρχικής επίπονης εμπειρίας. Και έτσι, ενώ στο παρελθόν, στρεφόμασταν στα μυστικιστικά σημειωματάρια του Φρόυντ για να σκεφθούμε τη μνήμη ως ένα παλίμψηστο, θάβοντας υλικό κάτω από στρώσεις αναγραφών, τώρα βλέπουμε τη μνήμη σαν ένα ενεργό καλώδιο που στέκεται στην ψυχή περιμένοντας για ένα σπινθήρα. Εκεί που κάποτε βλέπαμε την ανάκληση του τραύματος ως ένα σύνολο από αινιγματικά συμπτώματα που κινούνται στο σώμα, τώρα ο κόσμος αναγάγει την επαναφορά στην επιφάνεια μιας επίπονης μνήμης στον γενικό όρο “trigger”, φανταζόμενος ότι ο συναισθηματικός πόνος είναι κατά κάποιο τρόπο παρόμοιος με ένα τραβηγμένο μυ – ως κάτι που πονά όποτε χρησιμοποιείται, και ως ζημιά που χρήζει προστασίας.

Δεκαπέντε με είκοσι χρόνια πριν, βιβλία σαν το States of Injury της Wendy Brown (1995) και το The Melancholy of Race: Psychoanalysis, Assimilation and Hidden Grief της Anna Cheng (2001) ρωτούσαν τις αναγνώστριες να σκεφτούν πώς τα παράπονα γίνονται πένθος, πώς οι πολιτικές φθάνουν να απαιτούν ζημία και πώς μια νεοφιλελευθερη ρητορική του ατομικού πόνου συσκοτίζει τις βίαιες πηγές της κοινωνικής ανισότητας. Αλλά, νεώτερες γενιές από κουήρ δείχνουν να έχουν ακούσει μόνο ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας και αντί να αναγνωρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός ακριβώς δουλεύει ψυχολογικοποιώντας την πολιτική διαφορά, εξατομικεύοντας δομικές εξαιρέσεις και μυστικοποιώντας την πολιτική αλλαγή, κάποιοι πρόσφατοι ακτιβιστές φαίνεται ότι έχουν εξισώσει τον κοινωνικό ακτιβισμό με περιγραφικές δηλώσεις σχετικά με την ατομική βλάβη και τον ψυχικό πόνο. Επιτρέψτε μου να είμαι ξεκάθαρη – το να λες ότι νιώθεις πληγωμένη από την χρήση από ένα άλλο κουήρ άτομο μιας επαναοικειοποιημένης λέξης όπως tranny και το να οργανώνεσαι ενάντια στη χρήση αυτής της λέξης ΔΕΝ είναι κοινωνικός ακτιβισμός. Είναι λογοκρισία.

Σε μια κοινωνία μετα-καταφατικής δράσης, όπου ακόμα και οι πρόσφατες ιστορίες πολιτικής βίας όπως η δουλεία ή το λυντσάρισμα παρουσιάζονται σαν ένα μακρινό και άσχετο παρελθόν, όλοι οι ισχυρισμοί στις δυσκολίες έχουν παρουσιαστεί ως ίσοι. Και μερικοί σπουδαστές, συνηθισμένοι να πετάνε βιαστικά ιστορίες από επίπονα γεγονότα της παιδικής ηλικίας τους (νεκρά κατοικίδια/παπαγάλοι, κάποιος τραυματισμός σε άθλημα) στις αιτήσεις των κολεγίων και άλλων τέτοιων ιδρυμάτων, έχουν φτάσει να θεωρούν τους εαυτούς τους ως κοινότητες γυμνών, τρεμουλιαστών, ταραγμένων μικρών εαυτών – υπερβολικά ευάλωτων για να σηκώσουν ένα αστείο, υπερβολικά κατεστραμμένων για να πουν κάποιο. Στις κουήρ κοινότητες, μερικοί άνθρωποι είναι τώρα δεσμευμένοι σε μια εκδοχή “It Gets Better” της καλλιέργειας της συνείδησης εντός της οποία αυτοκτονικοί, κατατεθλιμμένοι και θύματα του bullying νεαροί γκέι και λεσβίες μάχονται σαν αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι σε ένα κατεστραμμένο αρκτικό τοπίο να τα καταφέρουν να διανύσουν τον χειμώνα της παιδικής ηλικίας. Με τη βοήθεια φιλικών ενήλικων, ψυχοθεραπείας, κουήρ νεανικών ομάδων και εθνικών εκστρατειών, αυτοί οι ίδιοι νέοι εξωτερικεύουν αφηγήσεις βλαβών που οι ίδιοι μπορεί να έχουν βιώσει ή μπορεί και όχι στην πραγματικότητα. Οι κουήρ ομάδες νεολαίας ιδιαίτερα εγκαθιστούν μια αφήγηση τραύματος και ενθαρρύνουν την LGBT νεολαία να θεωρεί τον εαυτό της ως “σε κίνδυνο” και “αβέβαιο” είτε νιώθει είτε δεν νιώθει έτσι για τον εαυτό της, είτε το coming out ως LGB ή T κατέληξε όντως σε κακοποίηση είτε όχι! Και τότε, όταν πια ξεπεράσουν ηλικιακά τις ομάδες νεολαίας τους, αυτοί οι ίδιοι LGBT νέοι γίνονται υπερευαίσθητοι σε όλα τα σημάδια και τις αποδείξεις της κακοποίησης που έχουν μάθει.

Τι σημαίνει όταν νεαρά άτομα που ωφελούνται από αρκετές γενιές πλέον κουήρ κοινωνικού ακτιβισμού από ανθρώπους στα 40 ή τα 50 τους (που στην παιδική ηλικία τους δεν είχαν καταφύγιο εκστρατείες κατά του bullying ή κοινωνικές υπηρεσίες ή πολλαπλές αναπαραστάσεις άλλων κουήρ ατόμων να χτίζουν τις ζωές τους) αισθάνονται κακομεταχειρισμένα, τραυματισμένα, εγκαταλελειμμένα, παρεξηγημένα, χτυπημένα και κατεστραμμένα; Αυτά τα νεαρά άτομα, με τις συμμαχίες τους γκέι-στρέτ, τους υποστηρικτικούς γονείς τους και το νέο δικαίωμά τους στο γάμο εκδίδουν τακτικά επικλήσεις για “ασφαλείς χώρους”. Όμως, όπως το βραβευμένο βιβλίο από το Lambda Literary Safe Space: Neighborhood History and the Politics of Violence της Christina Hanhardt δείχνει, η ατζέντα του safe space εργάστηκε σε συνδυασμό με αστικές πρωτοβουλίες για να αυξηθεί η αστυνόμευση των φτωχών γειτονιών και ο εξευγενισμός άλλων. Το Safe Space: Gay Neighborhood History and the Politics of Violence ιχνηλατεί την ανάπτυξη των LGBT πολιτικών στις ΗΠΑ το διάστημα 1965-2005 και εξηγεί πώς ο LGBT ακτιβισμός μεταμορφώθηκε από ένα πολυφυλετικό κίνημα συνασπισμών από τα κάτω με στενούς δεσμούς με ομάδες κατά της φτώχειας και αντιρατσιστικές οργανώσεις σε ένα mainstream κίνημα κατά της βίας με φιλοδοξίες για κρατική αναγνώριση.

Και, καθώς οι LGBT κοινότητες καθιστούν στην “ασφάλεια” πρώτη προτεραιότητα (κι αυτό κατά τη διάρκεια μιας εποχής μιλιταριστικής επένδυσης σε καθεστώτα ασφάλειας) και εδράζουν το κυνήγι τους για ασφάλεια σε ανταγωνιστικές αφηγήσεις για το τραύμα, η μάχη ενάντια σε επιθετικές νέες μορφές εκμετάλλευσης, ο παγκόσμιος καπιταλισμός και τα διεφθαρμένα πολιτικά συστήματα ξεχνιούνται και μένουν πίσω.

Αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος; Όταν ομάδες που μοιράζονται κοινό σκοπό, ουτοπικά όνειρα και μια από κοινού αποστολή βρίσκουν φταίξιμο μεταξύ τους αντί να ρίχνουν τις τράπεζες και τους τραπεζίτες, τους πολιτικούς και το κοινοβούλια, τους πρυτάνεις των πανεπιστημίων και τους Διευθύνοντες Σύμβουλους; Αντί να συνειδητοποιούμε, όπως το θέτουν οι Moten και Hearny στο The Undercommons, ότι “χρωστάμε η μία στην άλλη τα πάντα”, θεσπίζουμε τιμωρίες η μία για την άλλη και παρασυρόμαστε μακρυά από σχέδια που θα μπορούσαν να μας ενώσουν, και κουλουριαζόμαστε σε μικρές ομάδες νιώθοντας ερωτικά δεμένες μέσα από την αυταρέσκειά μας.

Θέλω να κάνω ένα κάλεσμα για έναν καιρό ευθύνης και εξειδίκευσης: δεν είναι όλοι οι LGBT νεολαίοι αυτοκτονικοί, ούτε υπήρξαν όλα τα LGBT άτομα υποκείμενα σε βία και bullying, και πραγματικά η τάξη και η φυλή παραμένουν πολύ περισσότερο ζωτικοί παράγοντες στη λογοδοσία για την ευαλωτότητα στη βία, τη βαρβαρότητα της αστυνομίας, τον κοινωνικό βασανισμό και την μειωμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση και τις ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Ας ρίξουμε όλες μια μακρά σκληρή ματιά στα προνόμια που συχνά αναδύονται σε δημόσιες αναπαραστάσεις πένθους και οργής. Ας αναγνωρίσουμε ότι το να είσαι κουήρ δεν σημαίνει πλέον αυτόματα ότι σε έχουν μεταχειριστεί βίαια και ας ζητήσουμε για πολύ πιο κείμενες αξιώσεις στην περιθωριοποίηση, το τραύμα και τη βία. Ας μην παίζουμε βιολί ενώ καίγεται η Ρώμη (ή το Παρίσι), ας μην παθαίνουμε trigger καθώς ανεβαίνει το νερό, ας μην θρηνούμε καθώς τα σκουπίδια συσσωρεύονται. Ας αναγνωρίσουμε αυτούς τους εσωτερικούς πολέμους ως τον περισπασμό που ήταν κάποτε. Μια φορά κι έναν καιρό, η ονομασία “κουήρ” σήμαινε μια αντίθεση στις πολιτικές ταυτοτήτων, μια δέσμευση στον συνασπισμό, ένα όραμα για εναλλακτικούς κόσμους. Τώρα έχει γίνει ένας ασθενής όρος ομπρέλα για μια συνομοσπονδία ταυτοτικών υποθέσεων. Είναι καιρός να προχωρήσουμε, να συγχύσουμε τον εχθρό, να γίνουμε ακατάληπτοι, αόρατοι, ανώνυμοι. Με τα λόγια του José Muñoz, “δεν υπήρξαμε ποτέ κουήρ”. Με τα λόγια του μεγάλου ιππότη από τους Monty Python και το Ιερο Δισκοπότηρο, “δεν είμαστε πια οι Ιππότες που λένε Ni, είμαστε τώρα οι Ιππότες που λένε ‘Ekki-ekki-ekki-ekki-PTANG. Zoom-Boing, z’nourrwringmm.’”

Leave a Reply