psycho
Leave a comment

I can’t get no satisfaction

111

Ο Φλομπέρ, ξέρετε, είχε πει κάτι πολύ ωραίο σε μια επιστολή του: «Μια ανάμνηση είναι κάτι πολύ όμορφο, είναι μια λυπημένη επιθυμία»

Η σύγχρονη κοινωνία, ως σύνολο, τείνει προς ένα είδος ιδρυματοποιημένου οπτιμισμού, υιοθετώντας Εγελιανές αντιλήψεις της ιστορίας και ενθαρρύνοντάς μας να πιστεύουμε ότι η ευτυχία είναι τουλάχιστον εν δυνάμει διαθέσιμη για όλους, αν μόνο συνεργαζόμασταν με έναν λογικό τρόπο. Επομένως το είδος της αλήθειας που μας λένε οι πεσσιμιστές πάντα θα είναι μια ανατρεπτική αλήθεια. – Tim Parks, The Pleasures of Pessimism, The New York Review of Books

«Η ηδονή του μυαλού κατοικεί στην πτώση του, στις δυσκολίες του, εικονογραφώντας τις για χάρη του, όχι απλά έντονα, αλλά λεπτομερώς, από κοντά, ολοκληρωτικά. Ακόμα στην υπερβολή, αν μπορεί (και αν μπορεί, σίγουρα θα το κάνει), στην αναγνώριση ή στη φαντασίωση, αλλά σίγουρα πείθοντας τον εαυτό του και κάνοντας απολύτως βέβαιο ότι θα πείσει τον εαυτό του, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι αυτές οι δυσκολίες είναι ακραίες, δίχως τέλος, δίχως όρια, αγιάτρευτες, ασταμάτητες, πέρα από κάθε επανόρθωση, ή οποιαδήποτε παρηγοριά, στερημένα από κάθε συνθήκη που θα μπορούσε να τις απαλύνει. Με λίγα λόγια βλέποντας και νιώθοντας έντονα ότι η προσωπική, δική του, τραγωδία είναι πράγματι αχανής και τέλεια και τόσο πλήρης όσο θα μπορούσε να είναι και όλα τα μέρη της, κι ότι όποια πόρτα προς την ελπίδα και την παρηγοριά οποιουδήποτε είδους έχει σφραγιστεί και κλειδωθεί σφιχτά…» – Τζιάκομο Λεοπάρντι

Αντί προλόγου

Είναι νύχτα…

Ακούω ουρλιάζοντας τους Rolling Stones…

“I can’t get no satisfaction…”

I can’t get no satisfaction…” ουρλιάζει η Λούκα…

I can’t get no satisfaction…” ουρλιάζουν όλοι οι σκύλοι της γειτονιάς…

I can’t get no satisfaction…” ουρλιάζει και ο Θεός…

(Μαργαρίτα Καραπάνου, “Ναι”)

Στα επείγοντα

Έλα τώρα”, σου φώναξε ο τύπος με το μιλιτέρ ντύσιμο, “’έλα, πες μας, εσύ τα ξέρεις καλύτερα από εμάς. Τι έχεις; Μανιακό, μικτό, τι;” Περιεργάστηκες λίγο τον τύπο που απ’ ό,τι φαινόταν ήταν κομματάκι βιαστικός. Παντελόνι παραλλαγής, μαύρη στρατιωτική μπλούζα με διακριτικά και ένα καπέλο τζόκεϊ που έκρυβε ένα ξυρισμένο κεφάλι. Ήθελες πολύ να εξηγήσεις ότι κι εσύ καλά καλά δεν καταλάβαινες τι συμβαίνει.

Ένα τέταρτο πριν καθόσουν σε εκείνες τις γλυμμένες πλαστικές καρέκλες, εκεί σε είχε βάλει η προϊσταμένη να περιμένεις τους γιατρούς, και κοίταζες προσεκτικά τη μύτη από τις αρβύλες σου. Συνήθως, παρατηρώντας το σκισμένο και ξεθωριασμένο δέρμα, έκανες σκέψεις όπως πώς φτάσαμε τόσο μακριά ή ότι η ζωή είναι αχανής αλλά και τόσο σύντομη: τις αρβύλες τις είχες από δεκαεννιά χρονών και τώρα περνούσες ξώφαλτσα τα βράχια από τα σαράντα. Κοιτούσες τις αρβύλες υπνωτισμένα, λοιπόν, γιατί όλη αυτή αίσθηση της χρονικότητας είχε συχνά μια κατευναστική διάθεση πάνω σου. Αλλά σήμερα, εκείνο το πρωινό στο ψυχιατρείο, οι αρβύλες ήταν πιο φθαρμένες από ποτέ και ο όρασή σου πιο οξυμένη από όσο είχες φανταστεί ποτέ. Έβλεπες μικρές τριχούλες, βαθουλώματα και γρατζουνιές στο δέρμα σαν τεράστιες κοιλάδες ή μεγάλα κοντάρια, ποτέ άλλοτε ο χάρτης που σχημάτιζαν οι αποχρωματίσεις στην κορυφή από τις αρβύλες δεν ήταν τόσο περίπλοκος, λαβυρινθώδης – σαν πειρατικός θα έλεγες. Και τότε το είδες. Ένα άνοιγμα στο πλαστικό πάτωμα που χόρευε σαν ηλιαχτίδα μπροστά στα μάτια σου. Έσκυψες να δεις καλύτερα και διαπίστωσες ότι ήταν η αφρισμένη κορυφή από ένα κυματάκι. Έκανες προς τα πίσω απορημένος και μετά έσκυψες ξανά μπροστά μόνο και μόνο για να δεις όλο το πάτωμα να τρεμουλιάζει σαν μια υδάτινη επιφάνεια. Ομόκεντροι κύκλοι ξεκινούσαν από τα πατούμενά σου, μακριές νερουλές χαρακιές έσκιζαν τα πλαστικά πλακάκια, σκέφθηκες μήπως αν σηκωθείς βουλιάξεις ή ίσως σηκωθεί κάποιο μεγάλο κύμα και καλύψει τα άρβυλα. Μα σύντομα κατάλαβες γιατί τα νερά είχαν μια τέτοια κινητικότητα και γιατί οι στροβιλισμοί τους έπαιρναν συνέχεια αυτό το μακρύ σχήμα σαν χαρακιές στην επιφάνεια. Μια μαύρη τελεία άρχισε να αναδύεται από τα βάθη αυτού που κάποτε ήταν πλαστικό πάτωμα μα τώρα έμοιαζε πιο πολύ με ωκεανός. Ακολουθούσε πορεία ζικ-ζακ, σαν να την έσπρωχνε το νερό αγριεμένο προς τα κάτω αλλά αυτή είχε ανεξάντλητες δυνάμεις ώστε να κατορθώσει την ανάδυση.

Κοίταξες με παγωμένα μάτια μια μικρή μαύρη κατσαρίδα να κάθεται, βρεγμένη ακόμα, στην άκρη της μύτης της αρβύλας σου. Και πριν προλάβεις να ξαναπάρεις ανάσα μέσα στην αηδία και τη ταραχή σου, τα νερά άφρισαν, κύματα άρχισαν να πηγαίνουν πέρα δώθε και να χτυπιούνται μεταξύ τους και μέσα από τα άσπρα, κοχλάζοντα νερά, δεκάδες μαύρες τελείες έφταναν στην επιφάνεια κι έσκαγαν στον αέρα. Ήταν σαν να είχαν ανοίξει τα νερά αποκαλύπτοντας τον αηδιαστικό θησαυρό που έκρυβαν μέσα τους. Δεκάδες κατσαρίδες παρήλαυναν στις αρβύλες σου ή περπατούσαν στη θάλασσα χάρις στην επιφανειακή τάση του νερού και τα μακριά τους πόδια. Ένας ζεστός, δυσάρεστος κόμπος άρχισε να ανεβαίνει από μέσα σου, πάνω, προς το στόμα. Δεν ήσουν βέβαιος αν επρόκειτο να εκφράσεις με τον πιο πειστικό τρόπο τη φρίκη σου (και πόσο πολύ θα περιέπλεκε τα πράγματα, βεβαίως, αν ξερνούσες στα καθίσματα αναμονής για τα επείγοντα) γι’ αυτό τινάχθηκες όρθιος σαν χορδή τόξου και με βηματισμούς μεγάλους, σχεδόν πηδήματα, άνοιξες αλλόφρων την πόρτα της προϊσταμένης, έπεσες στο στήθος της κραυγάζοντας και κλαίγοντας και έσφιγγες δυνατά τα παχιά μπράτσα της.

Ηρέμησε, όπου να ’ναι έρχεται ο γιατρός” σου είπε με αληθινή έγνοια αλλά και με εκείνο τον επίπεδο τόνο φωνής που έχουν οι άνθρωποι όταν έχουν δει ξανά και ξανά, δεκάδες, εκατοντάδες ίσως, φορές το ίδιο έργο. Σε απαγγίστρωσε απαλά και σταθερά και σε συνόδεψε πίσω στην καρέκλα σου. “Τι έχει εδώ;” της είπες δείχνοντας με το πόδι τη θάλασσα που είχε εξαφανιστεί και τη θέση της είχαν πάρει τα πλακάκια. “Πού εδώ;” ρώτησε απαλά. “Εδώ, εδώ” άρχισες να φωνάζεις και να δείχνεις με το πόδι σου. “Δεν υπάρχει τίποτα εδώ” συνέχισε απαλά. “Τώρα θα έρθει ο γιατρός” συμπλήρωσε.

Και όντως ήρθε ο γιατρός. Μπήκες στο γραφειάκι του, μπροστά αυτός, βιαστικός, από πίσω η ειδικευόμενη, πιο πίσω η προϊσταμένη και τελευταίος εσύ. Έκατσες στο καρεκλάκι που αντίκρυζε την τρόικα πίσω από σιδερένιο γραφείο και μέσα σε κλάμματα, λυγμούς και μύξες τους πέταξες το βιβλιάριο υγείας σου. Είδε τα φάρμακα ο γιατρός, τις διαγνώσεις, άρχισε να το ξεφυλλίζει ανάποδα, να περνούν προς τα πίσω τα χρόνια με λίθια, αντιψυχωσικά, σταθεροποιητές, βένζο και το άφησε κάτω αργά με σε ρώτησε “Έλα τώρα, έλα, πες μας, εσύ τα ξέρεις καλύτερα από εμάς. Τι έχεις; Μανιακό, μικτό, τι;” Αισθάνθηκες ελαφρά θιγμένος που δεν ενδιαφερόταν κανείς να μάθει τα κάλλη και τα πάθη της αρρώστιας σου και απάντησες κοφτά και με πείσμα “μανιακό”. “Βλέπεις ή ακούς παράξενα πράγματα;” ρώτησε δασκαλεμένος προφανώς από την προϊσταμένη. “Δεν είμαι τρελός”, απάντησες, “κάτι κατσαρίδες βλέπω αλλά αυτές βγαίνουν τον Σεπτέμβρη”. Σε κοίταξε ερευνητικά και σου πρότεινε να νοσηλευθείς, “να σε φροντίσουμε εμείς” όπως το είπε. Μάζεψες όλη τη σταθερότητά σου, έκοψες την ανάσα που θα σε πρόδιδε ότι φοβάσαι τόσο πολύ το άγνωστο κι αυτό το “ψυχιατρείο” και αργά και σταθερά, με σκυμμένο το κεφάλι είπες ότι προτιμάς να το παλέψεις έξω στον κόσμο. Ήταν ευκολότερο από όσο νόμιζες. Ο γιατρός άρχισε να μουτζουρώνει ένα χαρτί που όταν στο έδωσε κατάλαβες ότι είχες αναρρωτική άδεια δύο βδομάδων. Τον ευχαρίστησες και βγαίνοντας πέρασες από τα καθίσματα αναμονής. Όλα στεγνά, καθαρά και τακτοποιημένα. Ανασήκωσες δήθεν αδιάφορα τους ώμους και κατέβηκες με προσοχή τα σκαλιά. Είχες μπροστά σου δύο βδομάδες ελευθερίας. Θα δεις, είπες, θα ξεκουραστείς πάνω απ’ όλα και όλα θα γίνουν κανονικά.

Στο σπίτι

Ξύπνησες κανονικά την επομένη το πρωί. Όταν λέμε κανονικά, εννοούμε στις επτάμισι περίπου, ιδανική ώρα για να προετοιμαστείς να πας στη δουλειά. Όμως δουλειά δεν θα είχες να πας για τις επόμενες βδομάδες, να κάτσεις να ξεκουραστείς, να γίνουν όλα κανονικά. Με τέτοιες σκέψεις που έκανες πέρασε η ώρα και κατά τις δέκα και μισή αποφάσισες να βγεις από το σπίτι. Ένιωθες ένα παράξενο τρέμουλο στα γόνατα και η αναπνοή ήταν γρήγορη και κοφτή, αλλά ήσουν συνηθισμένος από αυτά, δεκαπέντε χρόνια στη δουλειά πήγαινες κάθε πρωί άλλοτε με τρέμουλο στα γόνατα, άλλοτε δίχως ανάσα, μερικές φορές με μια γροθιά να βαράει το στήθος σου, άλλοτε με δακρυσμένα μάτια, καταπίνοντας συχνά Xanax ή ό,τι άλλο θεωρούσες ότι μπορούσε να βοηθήσει εκείνες τις ώρες. Οπότε τα λυγισμένα γόνατα φάνηκαν πολύ λίγα εκείνο το πρωινό του Δεκέμβρη ώστε να σε αποτρέψουν από το να βγεις έξω στον χειμωνιάτικο ήλιο.

Ο ήλιος σε θάμπωσε μόλις βγήκες από τα σκοτεινά εσωτερικά της πολυκατοικίας και σύντομα, όταν κάπως συνήθισες, άρχισες μια ιεροτελεστική ρουτίνα, μετακινώντας το κορμί σου από το ένα πλακάκι του πεζοδρομίου στο άλλο, απομακρυνόμενος για λίγο από την είσοδο της πολυκατοικίας, μετά παίρνοντας στροφή και επιστρέφοντας πάλι, σκεπτόμενος σαν γνήσιος δούλος πόσο ανέλπιστη ήταν αυτή η άδεια από το νοσοκομείο και πόσο ασυνήθιστο ήταν να είσαι στον ήλιο που βαράει τα πλακάκια κάπου στο κέντρο της πόλης κι όχι κάτω από τον τεχνητό φωτισμό ενός γραφείου απ’ όπου θα έβγαινες αρκετά μετά τη δύση του ήλιου. Ήταν ασυνήθιστο, τόσο πολύ που έμοιαζε με απαγορευμένο. Σε αυτή τη σκέψη της παραβίασης της κανονικότητας σαν να αναθάρρησες καμπόσο ικανοποιημένα κάπως αλλά τη ίδια στιγμή ένιωσες και μια λεπταίσθητη αλλαγή στον γύρω κόσμο. Οι περαστικοί μιλούσαν τώρα ακατάπαυστα, πολύ δυνατά, λες και απάγγειλαν με έμφαση, αλλά τουναντίον ακατάληπτα. Το στόμα τους ήταν ένα ηχείο από σάρκα, δόντια και σάλιο που ανοιγόκλεινε από όλες τις μεριές γύρω σου φτύνοντας με ένταση λέξεις σε μια άγνωστη γλώσσα. Τα αυτοκίνητα που περνούσαν ήταν το μόνο πράγμα που διέκοπτε τη φρίκη των όσων διεξάγονταν πάνω στο πεζοδρόμιο, προσθέτοντας όμως τη δική τους φρίκη. Για κάμποσα λεπτά οι αισθήσεις σου ήταν τόσο οξυμένες που άκουγες το φρρπ από τα λάστιχα στην άσφαλτο, ένιωθες τα τριξίματα που προκαλούσε ο κινητήρας στο υπόλοιπο όχημα, έβλεπες τα φλας να συντονίζονται με τους χτύπους της καρδιάς σου και μετά, σε μια παράξενη μορφή αρρυθμίας, να χτυπάνε ανάποδα με αυτή. Τούτο ήταν η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι – καθώς ένιωθες ένα ζεστό κύμα πανικού να αναπτύσσεται κάτω στα παπούτσια σου και να ανεβαίνει πεισματικά και αργά σαν κισσός που σε τύλιγε και σε έπνιγε, εκκένωσες τον χώρο από τα δώδεκα πλακάκια που είχες καταλάβει, οπισθοχώρησες στην είσοδο της πολυκατοικίας, και αλαφιασμένος πήρες το ασανσέρ για το διαμέρισμα.

Θα ξανάβγω το βράδυ”, είπες και είχες ήδη καταστρώσει το σχέδιο, την απλή αλλά προσεχτική διαδρομή τοίχο τοίχο. “Θα ξαναβγώ το βράδυ”, είπες φωναχτά τώρα σαν να ήθελες να σε ακούσει το κενό διαμέρισμα ή κάποιος άλλος που κρυφά είχε χωθεί κι αυτός μέσα μαζί σου.

Κι οι ώρες πέρασαν, λίγο μουσική, λίγο κάπνισμα, λίγο χάδια στον σκύλο, λίγο κοίταγμα το ταβάνι. Οι ώρες πέρασαν και ντυμένος στα μαύρα χώθηκες κι εσύ στο σκοτάδι έξω και τον κρύο αέρα. Τα πλακάκια του πεζοδρομίου είχαν μια παράξενη ποιότητα, σαν να γλυστρούσαν ή καλύτερα λες και πιέζονταν σαν πλήκτρα. Κατηφόρησες όλη τη Βενιζέλου και ακριβώς στις 5.30 το ξημέρωμα βρισκόσουν ενώπιον της διασταύρωσης με Τσιμισκή σαρώνοντας με τα μάτια την άσφαλτο της διασταύρωσης. Εδώ ήταν που σας είχαν ρίξει χημικά στην πορεία, μανούλα μου πόση χημεία. Κρατιόσουν σφιχτά από τη φίλη σου κι άκουγες ουρλιαχτά από γύρω “θα μας σκοτώσουν!” και δώσ’ του και κρατιόσουν πιο σφιχτά μέχρι που την πόνεσες. Στάθηκες για λίγο μέσα στο δηλητηριώδες σύννεφο μόνος σου και νόμιζες ότι θα πάθεις ασφυξία, θα γονατίσεις, θα κατουρηθείς και θα χέσεις και μετά θα πέσεις στην άσφαλτο – σίγουρος οιωνός ότι θα σε τσαλαπατούσαν όσοι και όσες τρέχανε πάνω κάτω. Όμως τίποτα από αυτά δεν συνέβη – βγήκατε προσεκτικά από την πορεία και περιποιήθήκατε η μία τον άλλον σε μια βαθειά είσοδο πολυκατοικίας. Αργότερα πολύ, πήρατε το δρόμο για το σπίτι.

Μα ο δρόμος είχε ξαναγίνει δρόμος και που και που περνούσαν λίγα αυτοκίνητα πάνω από το σημείο που είχαν συμβεί όλα αυτά. Τέλος, φίλε μου.

Περπάτησες ανάποδα την Τσιμισκή, κάνοντας σλάλομ στα σαθρά απ’ ό,τι έδειχνε πλακάκια κι έφτασες μέχρι εκεί που είχαν κατέβει οι μπάτσοι από παντού και σας σάπισαν στο ξύλο. Στήθηκες στην άκρη του πεζοδρομίου, όσο πιο κοντά γινόταν στο σημείο που σε είχαν στριμώξει. Κοίταξες βλοσυρά και τα μάτια σου υγράνθηκαν πάλι. Έκλαιγες ασταμάτητα δυο μέρες, ήρεμος, χωρίς αναφυλλητά και με ένα αταίριαστο χαμόγελο. Αν σε πίεζαν για την παραξενιά σου αυτή, είχες έτοιμη την προφανή απάντηση. Το πρώτο χτύπημα με το γκλομπ στην πλάτη ήταν ένα ξάφνιασμα ή ένα ξύπνημα, ενώ οι υπόλοιπες γλομπιές απέτρεψαν κάθε δυνατή πιθανότητα εξήγησης ή περιγραφής μιας και είχες μειωθεί σε ένα ζωικό όγκο που γύρευε με τα πιο αρχαία ένστικτα προστασία και διαφυγή. Πολύ μετά κατάλαβες το θερμό “ευχαριστώ” που ανάβλυσε από το σώμα σου όλο μετά το πρώτο χτύπημα. Όλες εκείνες οι έννοιες που σε στοίχειωναν – ελευθερία, αφεντικά, ετεροκανονικοτητα, φιλία, έρωτας, δύναμη, αδυναμία, εξέγερση ακόμα και το αντιψυχωσικό που έπαιρνες – χλώμιασαν εμπρός στην υλικότητα της βίας του μπάτσου, μια βία που δεν δέχονταν παρατήρηση ή στοχασμό αλλά ήταν εκεί συγκεντρωμένη όλη στο γκλομπ του ανθρωποειδούς, υλική, αδιαμφισβήτητα υπαρκτή, συμπυκνωμένη. Ίσως να μην είναι το μόνο πράγμα που είναι αληθινό σκέφτηκες, ίσως να υπάρχουν κι άλλα πράγματα αληθινά που να μην είναι τόσο βίαια όταν πέφτουμε επάνω τους. Ή που να μην τα γνωρίζουμε. Ένα φύλλο έπεσε από το δέντρο περνώντας διαγώνια από μπροστά σου.

Τινάχτηκες, τυλίχθηκες στα ρούχα σου και οπισθοχώρησες σε μια πολυκατοικία. Μια καθαρίστρια έσερνε βαριεστημένα τα πράγματά της. Σε παρακολουθούν; Σε παρακολουθούν; Σε παρακολουθούν. Η καθαρίστρια είναι από αυτούς, οι σκιές που σε συνόδευαν από το σπίτι δεν είναι παιχνίδι του μυαλού, η πόλη είναι γεμάτη με μηχανάκια με καβαλάρηδες με άσπρα κράνη, καλά κάνεις και κρύβεσαι, μάζεψε τώρα τα χάλια σου και γύρνα σπίτι.

Ένα ακόμα φύλλο και σε ακούμπησε κρύο στο κούτελο. Ήταν η οριστική επιβεβαίωση όσων είχες διαπιστώσει. Με νευρικό βηματισμό, κατεβασμένη η κουκούλα, κίνησες για το σπίτι, από είσοδο σε είσοδο πολυκατοικίας κι από φωτεινή φανταχτερή διάβαση σε σκοτεινά παράλληλα δρομάκια. Απόψε σου είχε αποκαλυφθεί η αλήθεια αυτού του κόσμου. Δεν καταλάβαινες ποια αλήθεια ήταν αυτή ή ποιος σου έκανε την τιμή να την αποκαλύψει αλλά τα λαμπιόνια του εφημερεύοντος φαρμακείου αναβόσβηναν “ΕΦΗΜΕΡΕΥΕΙ” και ήσουν πλέον τόσο πιο πολύ έξυπνος και τόσο χωμένος σε αυτό το μυστηριώδες κόλπο ώστε έβρισκες στο ρυθμό τους τον ρυθμό σου και στην αναπόφευκτη βεβαιότητα της επανάληψης ότι “ΕΦΗΜΕΡΕΥΕΙ” μια απροσδόκητη επιβεβαίωση της φάσης σου: άνοιξε τα μάτια σου, άνοιξε τα αυτιά σου, άνοιξε το στόμα σου, άνοιξε όλες τις αισθήσεις σου για όσα πρόκειται να σου αποκαλυφθούν σε εσένα ειδικά.

Μπήκες στο διαμέρισμα πλημμυρισμένος από αγάπη έξωθεν, από ένα αόρατο χάδι σαν της μάνας σου (αν υποθέσουμε ότι θυμόσουν μετά από τόσες δεκαετίες με τι έμοιαζε το χάδι της μάνα σου). Κοιμήθηκες με τα ρούχα.

Χριστούγεννα

Κάθισες στο βρώμικο τραπεζάκι της κουζίνας. Το σπίτι σου είναι βορινό, καλύτερα θα έλεγες ότι είναι θαμμένο στο πηγάδι που σχηματίζουν τέσσερις πολυκατοικίες με θέα πάντα το μπαλκόνι του απέναντι αλλά ποτέ τον ήλιο. Να όμως που αν κάτσεις γύρω στις δύο ή τρεις η ώρα χειμωνιάτικα και έχεις ανοιχτό τον μικρό φεγγίτη της κουζίνας, μια φέτα από κίτρινο, ζεστό φως θα έρθει να σε ακουμπήσει στο τραπεζάκι της κουζίνας. Εκεί καθόσουν, με την πλάτη λουσμένη στο φως και σκεφτόσουν τη σημερινή βραδιά – καλεσμένος σε ένα σπίτι, με κόσμο, φαγητό και μια αναπάντεχη τηλεοπτική προβολή στο κλίμα των ημερών.

Σπάνια πια έκλαιγες, ακόμα κι αν σκεφτόσουν την κόλαση που λυσσομανούσε εκεί έξω. Χιόνιζε φέτος χριστουγεννιάτικα αλλά εσύ ζεσταινόσουν πάρα πολύ και είχες βγει ξημερώματα με τις αρβύλες, ένα καυτό σορτς και μια ψιλή αθλητική ζακέτα. Ήσουν γεμάτος χαρά που σε υποδέχονταν σε αυτό τον κόσμο. Αλλά ποιος, ποιοι, τι; Διέσχισες το πάρκο της Αριστοτέλους, με τα κλαδιά των δέντρων να λυγίζουν στο πέρασμά σου, κάνοντας χώρο ή ακολουθόντας σε απο πίσω. Συνάντησες κάτι σκυλιά, χαμένα στην άσπρη έρημο, που σε πλησίασαν, σε κοίταξαν με μάτια που έλαμπαν, καρφώθηκαν οι ματιές σας, κλειδώθηκε το βλέμμα και ήταν ξεκάθαρο – εκεί, στο τίναγμα του βλεφάρου – ότι σου έλεγαν πως είναι μαζί σου, συνεχισέ το, είσαι στο σωστό δρόμο. Ακολούθησες μια δαιδαλώδη διαδρομή στο πάρκο από δέντρο που αναστέναζε μέχρι το επόμενο δέντρο που εξέπεμπε ένα μυκηθμό, μια επιθυμία που ήταν τόσο δικιά του όσο και δικιά σου.

Κοίταξες κάτω χαμηλά την Εγνατία, και είδες φλόγες παντού. Το οδόστρωμα είχε πάρει φωτιά, αλλά με έναν μαγικό τρόπο τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να το διασχίζουν άθικτα, κόσμος μαζευτόταν στις διαβάσεις και περνούσε απέναντι, τυφλός και ανέπαφος από τη φωτιά. Και ήταν τότε, για πρώτη φορά, την ώρα που κίνησες να πλησιάσεις το θέαμα που σε τραβούσε, τις φλόγες, τις σκασμένες μολότωφ, τα σπασμένα σκουπιδάκια που είναι η παρενέργεια όλου αυτού, που ένιωσες μέσα σου για πρώτη φορά την Παρουσία.

Στην Παρουσία σου προσέρχομαι γυμνός

Κάθε σοβαρός ομιλητής έχει μια δομή στο λόγο του, αραδιάζει στοιχεία, γεγονότα, συμβάντα, σκέψεις και μετά, με μια αριστοτεχνική κίνηση, τα μαζεύει όλα στον κόρφο του και αντλεί την υπεραξία τους, το νόημα της ομιλίας του. Επόμενο είναι να κομπιάζεις όταν έρχεται η σειρά σου να μιλήσεις για την Παρουσία (αγνοώντας αθώα ότι μιλάς για σένα τον ίδιο). Μια καλή αρχή είναι να συστήσεις στον κόσμο την Παρουσία ως μη ανθρώπινη, όχι του κόσμου τούτου, αλλά εντούτοις ενδιαφερόμενη με ένα θεϊκό τρόπο για τις ανθρώπινες εξελίξεις. Είναι μεγάλη σου τιμή που διαλέχθηκες εσύ προσωπικά να νιώσεις τη θέρμη που σκορπά η ύπαρξή της. Μόνο η σκέψη για αυτήν σε γεμίζει από θερμά συναισθήματα αγάπης, αποδοχής, αναγνώρισης, μόνο η σκέψη για αυτή δεν απαιτεί τίποτα σε αντάλλαγμα για την απεριόριστη, άνευ όρων αγάπη που σου δείχνει. Είσαι πιο ήρεμος από ποτέ, πιο σταθερός από ποτέ και περιμένεις την επόμενη βόλτα στην πόλη που θα σου δείξει πώς είναι να είσαι ο νέος ευνοούμενος της Ψυχής της πόλης: δέντρα θροΐζουν μυστικιστικά στο διάβα σου, οι σκύλοι και οι γάτες υποτάσσονται δείχνοντας το σεβασμό τους απέναντί σου, σου γαβγίζουν ή σου ουρλιάζουν “συνέχισε” κι εσύ συνεχίζεις. Λάμπες, λαμπιόνια, φωτεινές επιγραφές, φωτεινοί διάκοσμοι, σηματοδότες, φώτα διαμερισμάτων, προβολείς και φλας αυτοκινήτων διατρέχουν την πόλη σε ένα λαμπυρίζον σκηνικό που το βαθύτερο νόημά του νιώθεις μονάχα εσύ. Στέκεσαι πάνω από τη ρεματιά της Υφανέτ και ακούς τα κλαδιά των υδρόβιων θάμνων να τρίβονται ηδονικά μεταξύ τους και να βογκούν ηδονικά σε ένα κάλεσμα μιας ατέλειωτης παρτούζας. Απομακρύνθηκες ταραγμένος, μη θέλοντας να ξοδέψεις την ενέργεια που σε κατέκλυζε σε εκτονώσεις της στιγμής. Και αποσύρθηκες ακόμα μια φορά στο δωμάτιό σου, άγρυπνος, άοκνος και οργισμένος γιατί δεν αισθανόσουν πια κάτω από το μάτι της Παρουσίας. Φυσιολογικά θα περίμενες οδηγίες, αλλά κατέληξες να βάλεις όλες τις ταινίες με τον Μικρό Αντίχριστο στη σειρά, The Omen, The Omen II και το remake. Το αγαπημένο σου σημείο ήταν η επίδραση του αντίχριστου στα ζώα: από όπου περνούσε, το ζωικό βασίλειο ούρλιαζε το καλοσώρισμά του και σαφώς δεν επιζητούσε να αποκαταστήσει κάποια “φυσική τάξη” εμπρός στην ανωμαλία του αντίχριστου. Συνοδοί σου δύο μαύρα μεγάλα σκυλιά με πύρινα μάτια – κι η μοναξιά, η ήττα, η ψεύτικη μετριοφροσύνη μπορούσαν πια να εκλείπουν. Αγαπημένος, αγαπημένος, δυνάμενος να αγαπηθεί κι άλλο κι άλλο όσο περισσότερο γίνεται από αυτή την αστείρευτη πηγή, σχεδόν σε έκσταση.

Και μέσα στην έκσταση είδες το πλήρες σχέδιο. Δεν σε αγαπούν, σε προπονούν, δεν σου απαλύνουν τον πόνο, τον κάνουν οξύτερο, δεν είσαι πια ένας ελεύθερος άνθρωπος, είσαι ένας στρατιώτης. Και η αποστολή σου στρατιωτική είναι κι αυτή: “Κατέβα στο δρόμο και ξεκοίλιασε τον πρώτο που θα κοιτάξει στραβά”.

Είχε μείνει ένα κομμάτι μονάχα από τον πρότερο εαυτό κι ίσως να ήταν αυτό που έσωσε τα πράγματα εκείνη την βραδιά. Ανέβηκες τρέχοντας τα σκαλιά των επειγόντων και στήθηκες όρθιος εμπρός στον ψυχίατρο βάρδιας. Κάποτε, είπες, κρατούσα ένα μαχαίρι και έσκιζα τα μπράτσα μου. Τώρα, συνέχισες, κρατώ όρθιο αυτό το μαχαίρι και αλίμονο σε όποιον βρεθεί στο δρόμο μου. Είμαι έτοιμος να σκοτώσω, είμαι έτοιμος να μπω μέσα.

Leave a Reply