queer
Leave a comment

Το πάρκο

Με την αιώνια επιφυλακτικότητα που σε διακρίνει, μπαίνεις πάντα από την ίδια πλευρά, όχι τόσο γιατί συνήθισες ή αγάπησες αυτό το δρομάκι, όσο γιατί αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια έτσι μοναχικός και αθόρυβος που εισβάλλεις. Άλλωστε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευκολότερα καλύπτεις με τη βόλτα σου όλες τις κατευθύνσεις του πράσινου φωτοστέφανου, με την αψιά μυρουδιά κατουρλιού ζώων κι ανθρώπων· ακόμα και τη μυρουδιά απ’ το τρίχωμα και τα φαγιά τους. Τα δυο πρώτα παγκάκια – σαπισμένο το ξύλο, χορταριασμένες οι τσιμεντένιες βάσεις, κι αν επιχειρήσεις μια έρευνα, χωρίς δυσκολία διαπιστώνεις ότι οι πιο πολλοί προτιμάνε να βολεύονται στο σανίδι της ράχης, γδέρνοντας και λερώνοντας με τα παπούτσια τους το υπόλοιπο παγκάκι· η πρώτη εικόνα, λοιπόν, παρουσιάζει κάτι απ’ την αρπαχτικότητα των γυμνασμένων γυπαετών που, συνήθως, δεν κατασπαράζουν, παρά μόνο σε περίπτωση έντονης πρόκλησης – κατά κανόνα τα προσπερνάς, γιατί μια ζωή γεμίζουν απ’ τα μεσάνυχτα και πέρα, εξαιτίας του ότι βρίσκονται κοντά σε φως από αυτοκίνητα παρκαρισμένα και βόλτες άσχετων μοναχικών ή ζευγαριών. Αντικρίζεις φάτσες που κατ’·επανάληψη στην ίδια πτέρυγα μαρμαρώνουν ή κάνουν πιάτσα κάτω απ’ τις ίδιες κολώνες, τα δέντρα ή τελοσπάντων γυροφέρνουν μόνιμα στον ίδιο μικρό τόπο – “του εγκλήματος” σου ’ρχεται να γράψεις απ’ τις χιλιάδες εκφράσεις κλισέ πού ’μαθες να αναμασάς. Λίγες οι άγνωστες μορφές. Συμμαζεμένες, δειλές κι άτολμες ακόμα, δεν κοιτάζουν κατάματα. Το ξέρεις – στό ’μαθε μια χαρά το κύκλωμά σου – έχουνε μεγαλύτερη πέραση τα νέα φυντάνια του πάρκου, οι πρωτόβγαλτοι – όπως στο θέατρο, που πάντα τραβούσε κι εσένα, από περιέργεια, το παίξιμο του πρωτοεμφανιζόμενου. Σκέψου πως θά ’θελες κι εσύ να θεωρείσαι κάτι τέτοιο, ένα αγόρι που πρωτοπατάει με χίλιες προφυλάξεις και αναστολές το υγρό χώμα, που αγγίζει αναρριγώντας τα φυλλώματα, έτσι, για να διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε πραγματικό χώρο, όπου δεν βρικολακιάζουν οι άνθρωποι.

Παρακεί βλέπεις τις αδελφές να κωλοχτυπιούνται απ’ τα γέλια, να σου ρίχνουν σουβλερές ματιές γιατί, όπως και να το κάνουμε, νέος ακόμα είσαι και τρώγεσαι – την ίδια τύχη έχει κι ό,τι γυαλίζει με πρώτη ματιά – αν και, συνήθως, πέστο αδελφίστικη νοοτροπία, πέστο εκλεκτικότητα, απορρίπτουν τους μισούς. (Εύκολα πέφτουν τα βέλη στους Σεβαστιανούς οι λέξεις που ανήκουν στο οπλοστάσιο της ανδροκρατικής ηθικής, γίνονται πραγματικά πυρά εκδίκησης στο αντίθετο στρατόπεδο. Και τι σημαίνει “αδελφή” θα σου πει ο άλλος που εξωραΐζει την άθλια πραγματικότητα, θα σου προσάψει δόλο, ενοχοποίηση και αποδοχή της καταπίεσης. Μα το διαχωρισμό αυτόν σε ομοφυλόφιλο, αδελφή κι ένα σωρό άλλες αποχρώσες έννοιες ή καλλιαρντοποιημένα στεγανά, πρώτοι και καλύτεροι τα οικειοποιούνται κι αισθάνονται άνετοι και ασφαλείς μέσα τους οι ομοφυλόφιλοι-αδελφές. Κι ο επιπλέον λόγος που πιθανώς να σε απάλλασσε απ’ τις βαριές κατηγορίες είναι η αναγκαιότητα της καταφυγής σε λέξεις-κώδικες για τη σωστή περιγραφή του υποκειμένου και για απόλυτη ακρίβεια στους επιμέρους χαρακτηρισμούς). Ποιες απ’ αυτές συγκεντρώνουν και τις άλλες, δεν σ’ απασχόλησε και λίγο σε νοιάζει. Η ουσία είναι πως πρέπει πάση θυσία να περάσεις ξυστά από δίπλα τους, κρατώντας παράστημα αντρικό και έκφραση που να μην προδίνει πονηρές διαθέσεις και τα τέτοια. Ξέρεις εσύ, όπως το ξέρουν ή το μαντεύουν εύκολα και τούτες: σκληραίνεις τα χαρακτηριστικά σου, χώνεις το ένα ή και τα δυο χέρια μάγκικα στις τσέπες, περνάς ρίχνοντας ένα προσποιητά. έκπληκτο βλέμμα στη συντροφιά τους κι απομακρύνεσαι σταθερά μα γρήγορα. Ξαλάφρωσες, δεν τις μπορείς τις αδελφές. Έτσι και σε πάρουν πρέφα κι αν δεν τις μιλήσεις, τότε είναι που πνιχτά ή ξεφωνημένα το σχόλιο δεν το γλιτώνεις ό,τι κι αν είσαι. Όχι, βέβαια, πως έχεις υποστεί τέτοια δοκιμασία, αλλά ενημερώθηκες σχετικά, γνώρισες κάποια πρόσωπα, σου άνοιξαν τα μάτια, κι ενώ μετά βδελυγμίας απέφευγες κι αποστρεφόσουν παρόμοια στέκια κι ανθρώπους, αφέθηκες τελικά στη μοίρα κι ας θεωρούσες τον εαυτό σου δυνατό και τρίχες κατσαρές. Σου άνοιξαν τα μάτια και τώρα τρως με την κουτάλα τα ευκολοσερβίριστα.

Κάποιοι αλητάμπουρες με τη γόπα, το μουστάκι και τη βαριά κι ασήκωτη περπατησιά σε κόβουν, ενώ τους προσπερνάς. Προτιμούν να κάνουν πως χαζεύουν τα κοιμισμένα ζώα στα κλουβιά τους, γιατί έτσι επιτυγχάνεται ευκολότερα το πλησίασμα. Κάνεις το ίδιο κι εσύ και η συζήτηση για την παιχνιδιάρα μαϊμού ή την αργοπορημένη χελώνα σε φέρνει εκεί που θες. Μα και πάλι μην πεις ότι σού ’τυχαν παρόμοια περιστατικά. Ψέματα. Απλώς εκθέτεις τις πιο πιθανές εκδοχές κι εξιστορείς πώς περίπου αρχίζουν κι εξελίσσονται τα πράγματα.

Εκείνα τα παγκάκια στη σειρά – λες και κάνεις επιθεώρηση καθαριότητας ή φάτσας – είναι σκότωμα. Βρίσκεσαι σε τρομερό δίλημμα για ποιο βάδισμα ν’ ακολουθήσεις, τι έκφραση να πάρεις, πώς να ταχτοποιήσεις το μαλλί. Στο πρώτο μπορεί να κάθεται η μεγαλύτερη ξεκωλιάρα του πάρκου – αποκομμένη απ’ την παρέα της, αν και σπάνιο αυτό. Στο παρακάτω δεν αποκλείεται να συχνάζει η χειρότερη περίπτωση τσιναριού-νάρκισσου, που ξημερώνεται στην Τσιμισκή και νυχτώνεται στο πάρκο. Και στο άλλο ενδεχομένως να κουρνιάζει ένας ομοφυλόφιλος που να ταιριάζετε στα γούστα. Πες πως αλλάζεις κίνηση, έκφραση, μαλλί από το δεύτερο παγκάκι κι πέρα – κι αυτό αν προλαβαίνεις. Έτσι όμως κι αμέσως παρακάτω συναντήσεις τον ηλικιωμένο που κάποτε έκανες την παραχώρηση, από συμπόνια, να τα συμφωνήσεις, ενώ αηδίαζες ακόμα και να τον ακουμπήσεις; (Σε χάιδεψε λιγάκι, τέλειωσε χωρίς τη συμμετοχή σου κι ενώ άνοιγε την εξώπορτα να φύγεις, με το ζόρι δέχτηκες το χαρτζιλίκι στην τσέπη του πουκαμίσου, εσύ ξέροντας πως δεν θα τον ξανάβλεπες, αυτός ελπίζοντας σε νέα επαφή). Όπως και να το χάνεις, ντρέπεσαι να τον αντικρίσεις δίχως την απαιτούμενη σκληρότητα.

Στα πρώτα δισταχτικά βήματα, σε είχε συνεπάρει ο τρόμος τής ασχήμιας που θα συναντούσες κι έψαχνες με αγωνία τρόπους ριζικής απόκρουσης των προτάσεων. Χωρίς να πληγώνεις, χωρίς να μπλέκεις σε ιστορίες. Δε χρειάστηκε. Κι όχι γιατί οι άσχημοι ήταν δυσεύρετοι ή αποκλεισμένοι, αλλά γιατί συμβιβάστηκαν με τον εαυτό τους και πλησιάζουν άτομα της ίδιας περίπου στάθμης – ούτε ομορφότερα, ούτε πολύ χειρότερα απ’ αυτούς. Γι’ αυτό και μετριάζεται η έκπληξή σου όποτε συναντάς παρέες απαρτιζόμενες από όμορφους ή άσχημους κατ’ αποκλειστικότητα: οι δρόμοι των ομοειδών συμπίπτουν. Σπάνια έγινες μάρτυρας συγχώνευσης των δύο κόσμων.

Το κατάλαβες όμως πως σε πνίγει αυτό το κλίμα, η πονηριά, τα σούρτα-φέρτα, οι αδιάντροπες ματιές, το νυφοπάζαρο. Βγαίνεις – παρόλο τον κίνδυνο να αναγνωριστείς από συγγενικά ή γειτονικά σου πρόσωπα που θα περνούν πεζή ή μ’ αυτοκίνητο – και αναπόφευκτα εισπνέεις το καυσαέριο και τη σκόνη. Άλλες παρουσίες εκεί, πιο φοβισμένες σου φαίνονται (ή μήπως το αντίθετο;) λιγότερο αντιπαθητικές πάντως. Δημιουργήθηκε κι ένα είδος πάρκινγκ για τους βιαστικούς γιωταχήδες πάνω στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο. Μαύρα φαντάσματα κοιτούν εξεταστικά απ’ τα παράθυρα τις σιλουέτες που σουλατσάρουν· αν είναι του γούστου τους, κορνάρουν, σφυρίζουν, μιλάνε. Διαφορετικά, αναμονή. Ό,τι και να πεις, τον έβρισκες ανέκαθεν πιο σικ αυτόν τον τρόπο ψωνίσματος, καθαρότερη δουλειά, γρήγορη. Κι ό,τι πάλι να πεις, τέτοιες περιπτώσεις σού ’τυχαν κάποιες φορές. Το αυτοκίνητο σταθμεύει συνήθως στην άκρη της παραλίας, όπου βρίσκονται κι άλλα παρατεταγμένα στη σειρά – ομαλοί έρωτες εκείνοι –, οι πρώτες θέσεις γίνονται κρεβάτι και τα λοιπά. Έχεις στο κάτω κάτω και μεταφορικό μέσο για το σπίτι, οποιαδήποτε ώρα κι αν τελειώσει η ιστορία. Το ξαναλές: ξηγημένα πράματα.

Το μανίκι είναι με τους φαντάρους. Άπειρα περιστατικά σού ’χουν διηγηθεί τόσοι και τόσοι ανοιχτομάτηδες παρκόβιοι· ότι κάνουν τους επιδειξίες, τους βαρύμαyκες, τους νταήδες. Με το χακί καλύπτονται. Ναι, παραλίγο να την πατήσεις κάποτε κι εσύ. Ευτυχώς, πέρασες ξώφαλτσα. Οι πιο μερακλήδες όμως επιμένουν, σπάζοντας τα μούτρα τους, δίνοντας παράλληλα και τη χειρότερη εικόνα παρακμιακού ομοφυλόφιλου. Ο αχαλιναγώγητος πόθος τους καταστρέφει τις όποιες αμυδρά καλές εντυπώσεις. Κι εξαιτίας τους έχουν μετά το θράσος μερικά τσογλάνια ν’ ανοίγουν το πορτέλο, να την πιάνουν παίζοντάς την μισοσηκωμένη και ν’ αξιώνουν επιτόπια ικανοποίηση. Εύχεσαι ποτέ να μη βρεθείς σε ανάλογη θέση. Όσο τουλάχιστον δε σε πήραν ακόμα τα χρόνια.

Διαθέτει, βέβαια, και πνευματικότητα το πάρκο. Μια μερίδα κουλτούρας όλο και κυκλοφορεί, όλο και γίνεται αναγνωρίσιμη. Από τους πρώτους καλλιεργημένους με όνομα ήταν ο ποιητής που εξακολουθεί να κόβει βόλτες στο περιθώριο, κι αργότερα έφερε κι άλλους, το παράδειγμά του έγινε προς μίμηση. Ένα είδος σήματος κατατεθέντος, που λένε, με προσβάσεις, φιλίες προς κάθε κατεύθυνση, αλλά και με μπόλικη σοβαροφάνεια. Τελευταία, κάποιοι που τον διαβάζουν επιπόλαια, απαγγέλουν σκαμπρόζικους στίχους του, καθώς αυτός περνάει σύρριζα από παγκάκια με φαντάρους (κι είναι τόσο ευερέθιστος κάποτε-κάποτε που ορμάει αλόγιστα στους διασύροντες την ποίησή του· αδυνατώντας όμως να τα βγάλει πέρα με την τόση κακία, παραιτείται κι εξαφανίζεται). Ο άλλος, συγγενικής πάστας με τον πρώτο, ποιητής, φαίνεται να κατέχεται ακόμα από αναστολές – ή με τη μέθοδο που ακολουθεί να βρίσκει ευκολότερα παρέα. Δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται. Νόμος των πιθανοτήτων και τα παρόμοια.

Ομολογείς πάντως με χαρά ότι, παρά τα όσα έχεις ακούσει για εφόδους αστυνομικών, όσες φορές και να κυκλοφόρησες, ποτέ δεν έπεσες πάνω σε μπάτσο. Άλλωστε, έχουν άλλα προβλήματα κι αυτοί, λίγο η κοινωνία έγινε ελαστικότερη, λίγο οι διώξεις περιορίστηκαν σε διακριτικότερα πλαίσια εξαιτίας της ΕΟΚ – όλα μετράνε. Έχεις ακούσει για έλεγχο ταυτοτήτων, βίαιη σχεδόν προσαγωγή για εξακρίβωση στοιχείων και στη συνέχεια εξέταση για τις αρρώστιες – πράγματα που διασκεδάζουν τις αδελφές. Πόσα κόλπα και κομπίνες, υπερβολές ή γεγονότα δεν έφτασαν στ’ αυτιά σου! Θύμα κανένας τελικά δεν αισθάνεται ή και δεν είναι. Όλα έχουν το δούναι και το λαβείν τους. Άσε που κάποιο σκληρό αστυνομικάκι ενδίδει στο τέλος και συμβιβάζονται τα πράγματα. Τα πάντα – το κατάλαβες πια – είναι σχετικά. Ακόμα και τα πλέον άσχετα σε πρώτη όψη.

Το πάρκο ρυθμίζει τη ζωή μας”, το άκουσες από στενό φίλο με ψυχώσεις κι ατέρμονες αναζητήσεις, αλλά αυτό δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα του αποφθέγματος – και το υιοθέτησες αμέσως. Γιατί όχι, αφού και το δεσμό σου εξαιτίας του πάρκου κινδύνευες πάντα να τον χάσεις – όπως και τον έχασες. Με τόση πηγαία ειλικρίνεια δεν πρόκειται, φυσικά, να αποσιωπήσεις ή να διαστρεβλώσεις τα αληθινά γεγονότα: κοντά δύο το πρωί είχες ανακαλύψει στα σύδεντρα τον παντρεμένο και γονιό κύριο με τη σκυλίσια μούρη που μέσα στη σκοτοδίνη σου έκανες παλιότερα έρωτα μαζί του. Βλέποντας πως οι άλλες λύσεις ήταν ανέφικτες, ενέδωσες στα παρακάλια του και στρωθήκατε στο γρασίδι σε στάση εξηνταεννιά. Κάπου στην τελευταία φάση πήρε το μάτι σου το δεσμό που έλειπε από Θεσσαλονίκη και θά ’φτανε, κατά τα λεγόμενά του, την επομένη, να ανηφορίζει ένα μονοπάτι με βήμα χορευτικό, ανάερο – γνώρισμα αδιάψευστο – σε απόσταση λίγων μέτρων από κει που βρισκόσουν κατάχαμα. Αντί να λακίσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση, έτρεξες, τον παρακολούθησες πίσω απ’ τους πυκνούς πυράκανθους, τον έχασες για λίγο και αντικρίζοντάς τον μετά παρέα μ’ έναν ψηλό μαλλιά αναρχικό, αναδύθηκες απ’ τον κρυψώνα και βάδισες πίσω του σε απόσταση βολής. Όταν γύρισε από ένστικτο το κεφάλι, δυσκολεύτηκε να σ’ αναγνωρίσει, πλησίασε και έκπληκτος ζήτησε εξηγήσεις για την εκεί παρουσία σου. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι σου, άλλον τρόπο αντίδρασης δεν είχες πρόχειρο εκείνη τη στιγμή, του άστραψες ένα χαστούκι που αντήχησε σ’ όλο το πάρκο και τρέμοντας από αγανάκτηση τό ’βαλες στα πόδια.

Δεν έχεις χωνέψει ακόμα τον υπόκοσμο – αν επιτέλους πείστηκες πως μέσα εκεί μόνο ο υπόκοσμος κυκλοφορεί. (Πώς μπορείς και ξεστομίζεις τέτοια ύβρη; Τόσο εύκολα κηλιδώνεις τους καλούς φίλους, όπως το Λάκη που σπουδάζει στο Εξωτερικό, και μόλις πατήσει το πόδι του στη Σαλονίκη κάνει δεύτερο σπίτι το πάρκο; Αρχίζει την περιπλάνηση στο πάνω τμήμα – το πιο ανασφαλές από τότε που ένα μάτσο αλητών ξυλοφόρτωσε τη θρασύτατη Στέλλα – κατεβαίνει μετά στους μεγάλους διαδρόμους με το άπλετο φως – σε μια τέτοια απόπειρα καθόδου, αναφέρει το μαρτυρολόγιο, δολοφόνησαν τη θλιμμένη πριγκίπισσα Τζίλντα – και κάνει έναρξη της δεύτερης πράξης στην παράστασή του. Ώσπου να βαρεθείς καθόσουν και παρακολουθούσες όλο το ξεπάτωμά του από χλόη σε χλόη, από παγκάκι σε παγκάκι, από πούτσο σε πούτσο. Τά ’βλεπες και δεν αποφάσιζες ποιον να κατηγορήσεις: αυτόν που γινόταν αντικείμενο χρησιμοποίησης σαν την οποιαδήποτε κοινή ή εσένα που ανεχόσουν όχι μόνο να του μιλάς αλλά και να του κάνεις συντροφιά, τη στιγμή που οι δικές του επιθυμίες ήταν ακόρεστες κι ακόλαστες, ενώ οι δικές σου δεν είχαν προλάβει να μορφοποιηθούν καν μέσα στον ανεμοστρόβιλο που σ’ είχε αρπάξει;)

Μα στό ’λεγα πάντα πως δεν είσαι για τέτοια. Είχες αριστοκρατικές αντιλήψεις, κάποια, βρε αδελφέ, μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό σου. Και ξέπεσες στο πάρκο. Βέβαια, έχεις το ελαφρυντικό πως τη συνήθεια άλλοι σού τη μετέδωσαν και τώρα τη γυροφέρνεις και την εκμεταλλεύεσαι ξεδιάντροπα κι επικίνδυνα. Πίστεψες στην αρχή ότι θα κατόρθωνες ν’ αποτραβήξεις από τούτη τη ζωή κάποιον τελοσπάντων που ήταν δίπλα σου και σ’ αγαπούσε μ’ επαρχιωτική έστω νοοτροπία, ενώ τώρα ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Όμως ήταν, ομολόyησέ το, γλυκιά η συνήθεια κι εύκολος ο τρόπος της αναζήτησης και η εξεύρεση συντροφιάς από το πάρκο. Έπεσες με τα μούτρα κι άντε τώρα να δούμε αν ποτέ θα σηκωθείς.

Από τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαμιώτη “Από το πάρκο στο κενό”. Επανεκδόθηκε το 2008 από τις εκδόσεις “Πολύχρωμος Πλανήτης”

Leave a Reply