queer
Leave a comment

Ο έκνομος γκέι: ένα σχόλιο στον Jean Genet

“Η προδοσία είναι ηθική αναγκαιότητα”

Αυτή η δύσκολη και απεχθής αλήθεια πρόκειται να είναι το μείζον πρόσκομμα για όποιον ενδιαφέρεται για τον Jean Genet. Οι αναγνώστες θα συμμεριστούν τον βιογράφο του, τον Edmund White, ο οποίος εξομολογείται ότι δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει τον “υποτιθέμενο θαυμασμό για την προδοσία” του Genet (…) “Καταλαβαίνω ότι ένας φυλακισμένος θα μπορούσε να αναγκαστεί να προδώσει τους φίλους του, αλλά πώς μπορεί κανείς να είναι περήφανος για μια τέτοια αποτυχία;” Genet ο κλέφτης, Genet ο κατάδικος, Genet ο επιδεικτικά γκαβλωμένος ομοφυλόφιλος: όλα αυτά είναι αποδεκτά, σχεδόν αξιοσέβαστα, σε σύγκριση με τη βρόμικη μικρή εξομολόγηση του Genet ότι παρέδωσε στην αστυνομία τον “πιο βασανισμένο (martyrisé) φίλο του” και ότι, για να κάνει την πράξη του ακόμα πιο ατιμωτική, για να στερήσει κάθε εντύπωση ότι είναι αδικαιολόγητη ή αδιάφορη, απαίτησε πληρωμή για την προδοσία του. Δεν υπάρχει κάποια τιμή μεταξύ κλεφτών εδώ, καμία από εκείνη την αφοσίωση στους αδερφούς σου στο έγκλημα που δίνει στον Vautrin του Balzac μια ακαταμάχητη ηθική γοητεία. (Ο Vautrin θα μπορούσε να δώσει στην ευυπόληπτη κοινωνία ένα μάθημα για την αξιοπρεπή αρετή της αφοσίωσης). Είτε λέει είτε δεν λέει την αλήθεια για την προδοσία του ο Genet είναι, για εμάς, άσχετο. Αυτό που έχει σημασία είναι η απόρριψη εκ μέρους του οποιασδήποτε τέτοιας γοητείας, η άρνησή του να επιχειρηματολογήσει ότι ο κόσμος των εγκληματιών εμμένει πιο αυστηρά σε ηθικά ιδανικά από ό,τι η “έννομος” κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκαν αυτά τα ιδανικά.

Αυτή η άρνηση μόνο εν μέρει συνιστά την πολύ πιο φιλόδοξη πρόθεση να φαντασιωθεί μια μορφή εξέγερσης που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους νόμους, τις κατηγορίες και τις αξίες που θα αμφισβητούσε και, ιδανικά, θα κατέστρεφε. Αναφέρθηκα προηγουμένως σε ένα σημαντικό πρόγραμμα στην πρόσφατη κουήρ θεωρία, ειδικά όπως μορφοποιήθηκε από την Judith Butler: αυτό της παράθεσης ετεροφυλοφιλικών (και ετεροσεξιστικών) νορμών με τρόπους που να σημειώνουν την αδυναμία μέσα τους – με τρόπους που ταυτόχρονα θα εκθέσουν όλους τους παρεκβατικούς τόπους της ομοφοβίας και θα αναπλάσουν συγκεκριμένες αξίες και θεσμούς όπως η οικογένεια ως αυθεντικά φροντιστικούς και ενεργοποιώντας κοινότητες, αυτή τη φορά. Ο Genet μπορεί να συνεισφέρει στην κριτική αυστηρότητα αυτού του προγράμματος παρέχοντας μια διεστραμμένα ξένη προοπτική. Βασικά, είναι αδιάφορος σε οποιαδήποτε ανασύνταξη ή επανοηματοδότηση των κυρίαρχων όρων που θα απευθύνονταν στην κυρίαρχη κουλτούρα. Όχι μόνον αποτυγχάνει να εμπλακεί σε μια παρωδιστικά υπερβολική μίμηση των στυλ και των αξιών αυτής της κουλτούρας, αλλά θα άμβλυνε την αυθεντικότητα του έργου του αν ισχυριζόταν κανείς, όπως κάνει ο Sartre, ότι ο εναγκαλισμός του της εγκληματικότητας είναι σχεδιασμένος να μετασχηματίσει μια στιγματίζουσα ουσία που του επιβάλλεται από άλλους σε ένα ελεύθερα επιλεγμένο πεπρωμένο (λες και έκλεβε από την κοινότητα που τον απέκλεισε και λέγοντας, “Μόνο εγώ είμαι υπεύθυνος για το ον εντός του οποίου οι άλλοι ζήτησαν να με φυλακίσουν”). Ας δοκιμάσουμε μια πιο δύσκολη θέση: Η χρήση από τον Genet των κυρίαρχων όρων της κουλτούρας του (ειδικά οι ηθικές και σεξουαλικές κατηγορίες της) είναι σχεδιασμένη όχι για να επαναλάβει ή να υποσκάψει εκείνους τους όρους, αλλά για να εκμεταλλευτεί τη δυναμική τους της διαγραφής της πολιτισμικής σχεσιακότητας της ίδιας (με άλλα λόγια, των ίδιων των προϋποθέσεων για υποσκάπτουσες επανατοποθετήσεις και προκλητικές επαναλήψεις).

Αυτή η διαγραφή δεν μπορεί, όμως, να επηρεαστεί άμεσα. Η διαδικασία όντως περιλαμβάνει ορισμένες αναστροφές, ή αντιθετικούς επανασχηματισμούς, δεδομένων κατηγοριών. Η προδοσία, πιο αξιομνημόνευτα, αντί να παράγει ενοχή, εναγκαλίζεται ως ηθικό επίτευγμα. Ήταν, γράφει στο Επιτάφιες Σπονδές, το πιο δύσκολο βήμα στη “συγκεκριμένη άσκηση” που τον οδήγησε στο κακό. Αλλά ακόμα κι εδώ η αναστροφή της αξίας επισκιάζει τον αρχικό όρο της αναστροφής, ο οποίος έχει χαθεί σε αυτό που επιμένει ο Genet, στο Αιχμάλωτος του Έρωτα, ότι είναι η έκσταση που παράγεται από την προδοσία. Η θέση της προδοσίας σε μια ηθική αντανάκλαση εξαφανίζεται στην εγγύτητα μιας “ερωτικής εξύψωσης”, και αυτή η κατηγορική μετατόπιση σώζει την έλξη του Genet προς την προδοσία από το να είναι απλά μια υπερβατική σχέση με την αφοσίωση.

Για τον Genet, η ομοφυλοφιλία οφείλει να εμπλακεί στην προδοσία από τη στιγμή που η τελευταία είναι ερωτικά φορτισμένη. Θα ήταν βολικό να διαχωρίσουμε αυτά τα δύο (να πάρουμε την ομοφυλοφιλία χωρίς την προδοσία), αλλά αυτή η καθησυχαστική κίνηση θα αστοχούσε στην αυθεντική και ανησυχητική άποψη του Genet ότι η ομοφυλοφιλία είναι όμοια της προδοσίας και ότι, επιπλέον, η προδοσία προσδίδει στην ομοφυλοφιλία την ηθική της αξία. Στο Επιτάφιες Σπονδές, όπου αυτές οι συνδέσεις γίνονται με τη μεγαλύτερη ένταση, ο Genet γράφει ότι “ο έρωτας για μια γυναίκα ή ένα κορίτσι δεν μπορεί να συγκριθεί με τον έρωτα ενός άντρα για ένα έφηβο αγόρι”. Αν η προδοσία είναι τρόπο τινά κρίσιμη για την ερωτική ειδικότητα της ομοφυλοφιλίας, και αν η “ασύγκριτη” ομοφυλοφιλία ορίζεται όχι μόνο ως ανδρική ομοφυλοφιλία αλλά επίσης ως, πιθανώς, μια συγκεκριμένη σχέση κυριαρχίας και υποταγής μεταξύ ενός άνδρα κι ενός αγοριού, τότε το ηθικό επιχείρημα για την προδοσία κινδυνεύει να αποπεμφθεί ως μια διεστραμμένη σοφιστεία. Συμπεραίνεται, θα μπορούσε να πει κανείς, από έναν άκρως περιοριστικό ερωτισμό, και η ίδια η δυνατότητα ενός τέτοιου συμπεράσματος θα μπορούσε να είναι αρκετή για να δυσφημήσει τη σεξουαλικότητα στην οποία εδράζεται.

Αλλά η αξία της προδοσίας είναι μια μυθική σύνθεση στο Επιτάφιες Σπονδές, και ως τέτοια έχει τα οικουμενικά χαρακτηριστικά όλων των μύθων. Έχει υπάρξει η ένσταση ότι ο ψυχαναλυτικός οιδιπόδειος μύθος επίσης περιγράφει μια πολύ περιορισμένη κατάσταση: όχι μόνο τα φαντασιακά άγχη των μικρών αγοριών (κι όχι των μικρών κοριτσιών) σε ένα συγκεκριμένο στάδιο στη συναισθηματική και σεξουαλική ανάπτυξή τους, αλλά επίσης το φαντασιακό πεδίο της πυρηνικής αστικής οικογένειας σε μια συγκεκριμένη στιγμή στην ευρωπαϊκή ιστορία, και επίσης ίσως κατά τη διάρκεια μιας κρίσης στην πατριαρχική κοινότητα δομημένη σύμφωνα με έναν αρχαίο ιουδαϊκό σεβασμό και τρόμο για τον νομοθέτη πατέρα. Αλλά αυτά τα επιχειρήματα δεν ακυρώνουν τον μύθο, και η αλήθεια του οιδιπόδειου συμπλέγματος δεν έχει τίποτα να κάνει με τις εμπειρικές αντιστοιχίες του, με τον αριθμό των οικογενειών που θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους στο οιδιπόδειο τρίγωνο. Αυτός είναι ένας μύθος για την ίδια την τριγωνικότητα, για την εξάρτηση όλης της κοινωνικότητας από το αποδιοργανωτικό αποτέλεσμα ενός τρίτου παράγοντα στο στενά ενωμένο ζευγάρι. Ο οιδιπόδειος πατέρας δεν είναι τίποτα περισσότερο – και τίποτα λιγότερο – από τη φωνή που διαταράσσει μια συνδετική πληρότητα. Θα μπορούσε φυσικά να λεχθεί ότι η πατριαρχία έχει διαφθείρει αυτό τον αναγκαίο μύθο ζητώντας μας να πιστέψουμε ότι η φωνή μεταφέρει μια τρομοκρατική απαγόρευση, ενώ θα μπορούσε να έχει συλληφθεί ως μια αποπλανητική πρόσκληση να αντικατασταθεί το πάθος από την κοινωνικότητα. Αυτή θα ήταν, όμως, μια επιδερμική ανάγνωση. Αν η εφαρμογή του μύθου δεν περιορίζεται σε οικογένειες που αντανακλούν πιστά την πατριαρχική δομή του, αυτή η δομή είναι παρ’ όλα αυτά ένα προνομιούχο όχημα για τη δραματική μεταφορά της ανάγκης του υποκειμένου να κληθεί έξω από την οικειότητα και εντός του κοινωνικού, να σωθεί από εκστατικές ενώσεις που απειλούν την εξατομίκευση. Ο απαγορευτικός πατέρας δεν είναι, στο κάτω κάτω, εξωτερικός στο σενάριο της ένωσης με τη μητέρα. Δεν επιδράμει, από έξω, σε μια μη αντιμαχόμενη σύνδεση. Είναι συστατικό στοιχείο της σύνδεσης με την έννοια ότι σώζει το υποκείμενο από τους κινδύνους της επιθυμίας. Επιτρέπει την έκφραση της επιθυμίας εξασφαλίζοντας ότι δεν θα ικανοποιηθεί. Με κάπως παρόμοιο τρόπο, οι παιδεραστικές ανδρικές οικειότητες δεν οροθετούν το πεδίο της εφαρμογής για τον μύθο του Genet της ομοφυλοφιλικής προδοσίας, αν και ίσως μόνο “ο ομοφυλόφιλος” μπορεί να καταστήσει την ηθική αναγκαιότητα της προδοσίας καταληπτή.

Οι Επιτάφιες Σπονδές εμπνεύστηκαν από τον θάνατο ενός από τους εραστές του Genet, του Jean Decarnin, ενός εικοσάχρονου κομμουνιστή μαχητή της αντίστασης που πυροβολήθηκε το 1944 στα οδοφράγματα του Παρισιού “από τη σφαίρα ενός γοητευτικού νεαρού δωσίλογου”. Ο ομολογούμενος στόχος των Επιτάφιων Σπονδών είναι “να αφηγηθεί τη δόξα του Jean Decarnin”, αλλά, όπως εμπιστεύεται ο Genet στην αρχή, η εργασία μπορεί να περιλαμβάνει ορισμένους “απρόβλεπτους δευτερεύοντες σκοπούς”. Πράγματι, ένας παράξενος στόχος διαφαίνεται γρήγορα: αυτός της εξύμνησης του δολοφονικού δωσίλογου (Ο Genet τον ονομάζει Riton) και, πιο γενικά, των Ναζί που ήταν εχθροί του Jean (και της Γαλλίας). Με άλλα λόγια, ο Genet θρηνεί τον Jean μέσα από μια πράξη προδοσίας. “Κατέχω την ψυχή του Riton. Είναι φυσικό για την πειρατεία, την άκρως τρελή ληστεία της περιπέτειας του Χίτλερ, να εγείρω μίσος σε τίμιους ανθρώπους αλλά βαθύ θαυμασμό και συμπάθεια σε εμένα”.

Μπορούμε να ξεμπερδέψουμε γρήγορα με τους τετριμμένους λόγους μιας τέτοιας προδοσίας, λόγους που επιδιώκουν να τη δικαιολογήσουν, επομένως στερώντας την από ένα μεγάλο κομμάτι της δύναμής της. Πρώτα από όλα, υπάρχει όλη η απόσταση μεταξύ της επίσημης γλώσσας της ελεγείας και της ιδιαίτερης έντασης του θρήνου του Genet για τον Jean. Όσο πιο μακριά μπορεί να φτάσει ο Genet από την κανονική ιεροπρέπεια που υπαγορεύεται από τον θάνατο, τόσο πιο πειστικά προσωπικός και ειλικρινής θα εμφανιστεί ο πόνος του – σε αυτόν και σε μας. Ενώπιον της κλισέ ευσέβειας του σημειώματος που καρφιτσώθηκε σε ένα δέντρο στον τόπο του θανάτου του Jean (“Ένας νεαρός πατριώτης έπεσε εδώ. Ευγενείς Παριζιάνοι, αφήστε ένα λουλούδι και κρατήστε ενός λεπτού σιγή”), οι τρελές φαντασιώσεις του Genet για την ψυχή του Jean κατοικούν τώρα σε ένα σπιρτόκουτο στην τσέπη του, ή σε ένα κάδο σκουπιδιών που είναι καλυμμένος με αγάπη και λουλούδια διάστικτα με βρομιές όταν ο κάδος εκρήγνυται, επιμαρτυρούν την αυθεντικότητα της θλίψης του, σε αυτή τη βίαιη άρνηση να αφεθεί να φύγει ο Jean, η οποία εμπνέει κανιβαλιστικές φαντασιώσεις όπως αυτή του πεινασμένου Genet, με το μαχαίρι και το πιρούνι στο χέρι, αναμένοντας άπληστα τη γεύση του δέρματος και των οργάνων του αγαπημένου πτώματος, εκκρίνοντας σάλιο στην προοπτική να βουτήξει τα πιο επίλεκτα μέρη στο δικό τους λίπος. Η προδοσία έχει μια ειδική λειτουργία σε αυτή την προκλητική απόρριψη των κωδίκων του πένθους. Αντί να επιτρέπει στον κώδικα να παίρνει τη θέση του και να είναι ένας απρόσωπος μάρτυρας στη δική του θλίψη, ο Genet θα αποδείξει τη θλίψη του στον εαυτό του μέσω του πόνου που νιώθει για την προδοσία του Jean. Εάν, όπως γράφει, είναι μόνο στον χαμό του Jean που συνειδητοποιεί πόσο προσδεμένος ήταν σε αυτόν, τότε το να υποφέρεις θα έπρεπε να καλλιεργείται ως η πιο αξιόπιστη απόδειξη αγάπης. Το να μεταχειριστεί τον νεκρό Jean ύπουλα είναι βασανιστήριο, οπότε ο Genet έπρεπε να αγαπούσε τον Jean. Αυτή η συνταγή θα υπηρετήσει την αυτογνωσία στο μέλλον: “Θα ήθελα να είμαι ένα τελειωμένος μπάσταρδος και να σκοτώνω αυτούς που αγαπώ – όμορφους εφήβους – ούτως ώστε να μπορέσω να γνωρίσω τον μεγαλύτερο πόνο μου, τη βαθύτερη αγάπη μου για αυτούς”.

Αυτή η λογική, την οποία ο Genet επιδεικνύει ως συγγραφέας, είναι ηθικό κιτς. Η προδοσία ως μια αυθεντική πράξη θρήνου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια υπερένταση προς μια λογοτεχνική αυθεντικότητα, και ως τέτοια είναι η τελευταία γερή ιδέα στο Επιτάφιες Σπονδές. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι το πώς χαράσσεται η προδοσία μέσα στον ίδιο τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Αυτό που φαίνεται να προσφέρει στο Genet την ύψιστη ερωτική απόλαυση είναι το γλειφοκώλι. Εδώ είναι μια φαντασίωση του Genet ως Χίτλερ με έναν νεαρό γάλλο (τον αδερφό του Jean):

Ο πισινός του Paulo ίσα που είναι κομματάκι τριχωτός. Οι τρίχες είναι ξανθές και σγουρές. Έβαλα μέσα τη γλώσσα μου και τρύπωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα. Ήμουν γοητευμένος από μια βρομερή μυρωδιά. Το μουστάκι μου έφερε πίσω, προς τέρψη της γλώσσας μου, λίγη από την κοπριά που σχημάτιζαν ο ιδρώτας και τα σκατά ανάμεσα στις ξανθές τρίχες του Paulo. Σκάλιξα με το ρύγχος μου, κόλλησα στην κοπριά, δάγκωσα κιόλας – ήθελα να σχίσω τους μύες του ανοίγματος σε κομμάτια και να μπω όλος μέσα, όπως ο αρουραίος στο διάσημο βασανιστήριο, όπως οι αρουραίοι στους παρισινούς υπονόμους καταβρόχθιζαν τους καλύτερους στρατιώτες μου.

Η κανιβαλιστική οικειοποίηση του Jean μετά τον θάνατό του από τον Genet αποδεικνύεται ότι είναι μια συνέχιση της πράξης του έρωτά τους. Ο Genet ήδη “τον έτρωγε”, και αυτό που έτρωγε ήταν, για να το πούμε έτσι, ο Jean ήδη νεκρός. Είναι λες και στο στοματικό του πάθος για τον πρωκτό του εραστή του, για τα κομματάκια ύλης των κοπράνων που σκαλώνουν στο άνοιγμα, που ο Genet εκφράζει μια προτίμηση για αυτά που είχε απορρίψει το σώμα του εραστή του, για αυτά που δεν προσφέρονταν πλέον για καμία χρήση στον ζωντανό Jean. Στο γλειφοκώλι, ο άλλος μειώνεται στιγμιαία σε ένα άνοιγμα για απορρίμματα και για τα ίχνη των απορριμμάτων. Η φαντασία του Genet πηγαίνει παραπέρα: μη ικανοποιούμενος να τρώει απλώς αυτά που αποβάλλει ο Jean, φαντασιώνεται να μετασχηματίζει όλον τον Jean στα δικά του απορρίμματα. Έτσι, ο Genet που τρώει τον Jean μέσα στον Jean θα μπορούσε να γίνει αυτός που θα αποβάλλει τα απορρίμματα του Jean ή, ακριβέστερα, να αποβάλλει τον Jean ως απόρριμμα.

Η βιαιότητα αυτής της φαντασίωσης είναι αμφίσημη: η ένταση του Genet είναι δολοφονική, αλλά ο ίδιος ο φόνος υπηρετεί ως ένα ιδανικό τέλειας ταυτότητας μεταξύ των εραστών. Η επίθεση του Genet είναι, όντως, ο προδοτικός μετασχηματισμός μιας μορφής μιας σεξουαλικής υπηρεσίας στο σερβίρισμα ολόκληρης της ύπαρξης του εραστή. Με ψυχαναλυτικούς όρους, η μανία της πρωκτικότητας (που προτείνεται από την εικόνα του επιτιθέμενου αρουραίου) ενισχύει τις δολοφονικές παρορμήσεις της στοματικότητας. Αλλά η ερωτική επίθεση του Genet επίσης εξουδετερώνει τις διαφορές μεταξύ αυτού και του Jean: το γλειφοκώλι είναι ένα συμβιωτικό εγχείρημα. Διαγράφει τη διαφορά μεταξύ του Jean και του εαυτού του όχι μόνο μέσα από τις φαντασιώσεις του να παρασκευάσει γεύμα από το πτώμα του εραστή του, αλλά μέσα από το πρόγραμμά του να εξαφανιστεί μέσα στο κορμί του Jean, να “χωνευθεί” από τον Jean από τα κάτω. Έτσι ο Jean ο ίδιος φαντασιώνεται ως ανταποκρινόμενος στον στοματικό κανιβαλισμό του Genet με έναν πρωκτικό κανιβαλισμό που κατασπαράσσει τον Genet. Οι δύο γίνονται ένα, και η ελαφριά παρεκβατική θολούρα που ζούμε στις διαρκείς αναφορές στον “Jean” και τον “Genet” ως δύο είναι το λιγότερο φαντασιακά θεραπευμένη όταν η θαυμαστή σχέση του Jean με τον Jean τελειοποιείται στιγμιαία ως μια ταυτότητα μεταξύ των δύο.

Ο Sándor Ferenczi προέβαλλε τη θεωρία ότι, στη συνουσία με μια γυναίκα, ο άνδρας επιζητεί ασυνείδητα να επιστρέψει στην ασφάλεια της ύπαρξης μέσα στη μήτρα. Η φαντασιούμενη άνοδος του Genet μέσα στον Jean μέσα από τον πρωκτό του είναι μια άγρια αντιστροφή αυτής της επιστροφής σε έναν φροντιστικό για τη ζωή τόπο στο σώμα της μητέρας. Η “επιστροφή” έχει τώρα ένα αναπαραγωγικά στείρο σκηνικό. Από το σώμα ενός άλλου άντρα, ο Genet μπορεί να εξέρθει, ή να επανεξέρθει, ως απόρριμμα. Το γλειφοκώλι επομένως επαναλαμβάνει την πηγή της ζωής ως τον αρχικό θάνατο, τόσο για τον Genet ως υποκείμενο όσο και για τον εραστή-μητέρα. Αυτός ο θάνατος επανα-βιώνεται τόσο ως βίαιη επιθετικότητα και, σε μια παρωδιστική επανάληψη του εκστατικά χορτασμένου βρέφους που κοιμάται ελαφρά στο στήθος της μητέρας του, όσο και ως ένας υπέροχος θάνατος μέσα στον ψυχρό ίσκιο του ορθού του Jean, “στον οποίο σύρθηκα και εισήλθα με όλο μου το σώμα, για να κοιμηθώ στα βρύα εκεί πέρα, στη σκιά, να πεθάνω εκεί”.

Επομένως αυτός “ο γοητευτικός νεαρός δωσίλογος” που σκότωσε τον Jean απλώς καθιστά πραγματικό τον θάνατο στην καρδιά του έρωτα του Genet για τον Jean. Για τον Genet αυτό το πυκνό δίκτυο προδοσίας και θανάτου – που περιλαμβάνει τελετουργικά εξωραϊσμένες μνήμες από γλειφοκώλι, ένα δολοφονικό ξέσκισμα στα εντόσθια του εραστή, την ανακάλυψη του Genet του έρωτά του για τον Jean μόνο όταν ο Jean μπορεί να φαντασιωθεί ως βρώσιμο πτώμα, μια δίχως όρια τρυφερότητα για τον προδότη που στην ουσία προσέφερε τον Jean στον Genet ως λατρευτά και ακαταμάχητα άψυχο – όλα αυτά καταγράφουν, για να το πούμε έτσι, τη διαθεσιμότητα της ομοφυλοφιλίας στην ασκητική επιδίωξη του κακού από τον Genet. Πολύ πιο πέρα από το απλώς να απορρίπτει μια ομοφοβική έμφαση στη στειρότητα του γκέι έρωτα, ο Genet εναγκαλίζει χαρούμενα αυτό που θα μπορούσε να αποκαλεσθεί το ανατομικό έμβλημα αυτής της στειρότητας. Θα μπορούσε να ισχύει ότι αυτή η ανικανότητα να παραχθεί ζωή, η απουσία ενός αναπαραγωγικού τόπου (και εξόδου) στο ανδρικό σώμα, όπως επίσης το “ξόδεμα” του σπέρματος στην πεπτική οδό ή ορθό, είναι που κάνει τον Genet να αναφέρεται στον έρωτα μεταξύ δύο ανδρών ως ασύγκριτο;

Αυτές οι συνδέσεις υπερορίζονται στο Επιτάφιες Σπονδές χωρίς καν να δηλωθούν. Η jouissance από το γλειφοκώλι κλιμακώνεται – μπορεί κανείς να πει ότι εξαγνίζεται – σε έναν εορτασμό του θανάτου του Jean και ένα πάθος για τον δολοφόνο του και τους εχθρούς του. Η ηδονή της γεύσης των απορριμμάτων του Jean είναι η ηδονή της γεύσης του Jean ως απόρριμμα, κι αυτό σημαίνει να αγαπάς τον Jean ως νεκρό, που σημαίνει να τον επιθυμείς νεκρό και, τελικά, να θεωρείς αρετή την προδοσία και τον φόνο. Αυτά τα λογικά αδικαιολόγητα ισοδύναμα παρόλα αυτά έχουν την “ορθότητα” μιας ερωτικής αποκορύφωσης, μιας άλογης κι όμως ακαταμάχητης λογικότητας μιας πολύ συγκεκριμένης jouissance. Το συναισθηματικό και ηθικό συμπέρασμα στο οποίο κλιμακώνεται αυτή η jouissance – η ερωτική έξαψη στην προδοσία του Jean και της παράδοσής του, νεκρού, στον δολοφόνο του – διατηρεί, όπως λέει ο Genet στο Αιχμάλωτος του Έρωτα, την “ερωτική εξύψωση” με την οποία ξεκίνησε. Στον Genet, η δολοφονική προδοσία γενικεύει και κοινωνικοποιεί το γλειφοκώλι χωρίς να χάνει καθόλου από την ερωτική ενέργεια του γλειφοκωλιού. Οι ηθικές αφαιρέσεις του Genet δεν είναι συμπτωματικά υποκατάστατα για μια καταπιεσμένη σεξουαλικότητα. Η σεξουαλικότητα στην οποία εδράζονται αυτές οι αφαιρέσεις επιμένει όχι υπό αλλά παράλληλα με την ασκητική επιδίωξη του κακού. Πράγματι, τη πρακτική του γλειφοκωλιού θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι περιοδικά επαναφορτίζει την ηθική του κακού του Genet.

Του Leo Bersani, στο “Homos”

Leave a Reply