queer
Leave a comment

Μια αγνότητα έλαμπε στα μάτια του

Τελικά, αυτά που μένουν για να θυμάται κανείς στη ζωή του είναι οι εμπειρίες. Οι εμπειρίες που προέρχονται μέσα από τις συναναστροφές του με άλλους. Έτσι θα μεταφερθώ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να διηγηθώ μια εμπειρία μου με έναν Βορειοηπειρώτη που μπορεί να ήταν κι Αλβανός. Αυτό, ίσως, να μην έχει και καμία σημασία. Ίσως, όμως, και να έχει…

Ένα βράδυ του χειμώνα που είχαμε και άφρες πολλές, εγώ κι ο φίλος μου ο Θωμάς, είπαμε να πάμε μια τσάρκα στο Βαρδάρι, όπως λέει και το τραγούδι. Αφού κάναμε μερικές βόλτες με το αμάξι του στους γύρω δρόμους, τις γνωστές οδούς Ταντάλου και Σαπφούς, είδαμε ότι δεν υπήρχε τίποτε το ενδιαφέρον για εμάς κι έτσι πήραμε το δρόμο προς το Σιδηροδρομικό Σταθμό.

Περνώντας, όμως, μπροστά από τα πρακτορεία Καστοριάς είδαμε να κάθεται και να περιμένει ένα πολύ ωραίο παιδί με τις τσάντες του. Όπα λέω! Εδώ είσαι Θωμά, φρενάρισε κι ο θεός βοηθός. Τον πλησιάσαμε με το αμάξι, του μιλήσαμε και μας είπε ότι περιμένει το λεωφορείο για την Καστοριά. Είχε, όμως, κλείσει το πρακτορείο, μιας και ήταν δέκα το βράδυ. Και τότε του λέω εγώ, θα περιμένει μέχρι αύριο εδώ; Έλα μέσα αγόρι μου να μην κρυώνεις… κι έτσι φύγαμε… Ήταν πραγματικά πολύ όμορφος, με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Ήταν από το Αργυρόκαστρο. Λένε ότι εκεί υπάρχει μια ράτσα που βγάζει πολύ όμορφα αγόρια με ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά. Το διαπίστωσα κι αργότερα.

Πήραμε το δρόμο για το σπίτι μου. Όση ώρα μιλούσαμε – όσο μπορούσαμε να συνεννοηθούμε – η αδρεναλίνη ανέβαινε, ο πόθος αυξανόταν κατακόρυφα. Ένας μικρός φόβος υπήρχε πάντοτε για το άγνωστο.

Φτάσαμε λοιπόν σπίτι μου, κι αφού καθίσαμε οι τρεις μας, τα είπαμε λίγο και κάποια στιγμή ο Θωμάς την έκανε για να μας αφήσει μόνους. Η επιθυμία μου να κοιμηθώ με έναν άνθρωπο με οδήγησε να μην πιέσω και πολύ τα πράγματα για να γίνει κάτι μεταξύ μας. Αφού κάναμε μπάνιο κι οι δυο, κατόπιν πήγαμε και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι μαζί. Η αίσθηση αλλά και η επιθυμία να κοιμηθώ με ένα αγόρι και μάλιστα γυμνοί, πραγματικά με έκανε να πετάω στα ουράνια από τη χαρά μου. Ένιωθα το καυτό κορμί που με αγκάλιαζε κι αυτό που αρκούσε. Έτσι κοιμηθήκαμε ως το ξημέρωμα.

Το πρωί, όταν ξυπνήσαμε, δεν άντεξα άλλο στον πειρασμό και του έκανα επίθεση· τον πήρα στο στόμα μου και κατόπιν με πόνεσε κι έτσι τελειώσαμε γλυκά. Δεν είχαμε πολύ χρόνο, έπρεπε να φύγουμε, εκείνος για Καστοριά κι εγώ για Σέρρες, μιας και ήμουν φοιτητής εκεί. Βγαίνοντας στην αυλή να φύγουμε, ακούω τη χήρα από πάνω να μας χαιρετάει. “Φεύγουν τα παιδιά!” την ακούω να λέει, η χήρα που πάντα με παρακολουθεί.

Παίρνουμε το λεωφορείο και φτάνουμε στο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Εκεί του προτείνω να του κεράσω μια μπουγάτσα, έτσι για ένα τελευταίο αντίο. Στο τέλος, τον πηγαίνω μέχρι το πρακτορείο Καστοριάς για να τον αποχαιρετήσω, και μόλις του πιάνω το χέρι με τραβά μπροστά στον κόσμο, μ’ αγκαλιάζει και μου δίνει ένα φιλί στο στόμα. Αυτό ήταν, μου κόπηκαν τα πόδια… Φεύγω ταραγμένος και δεν γυρνάω πίσω να δω. Παίρνω το λεωφορείο για Σέρρες και ζαλισμένος προσπαθώ να καταλάβω τι ήταν αυτό που μου συνέβη. Ήταν κάτι που ακόμα το θυμάμαι.

Από την εφημερίδα “Ο Πόθος”, τ.20, Καλοκαίρι 1998

Leave a Reply