queer
Leave a comment

Sex wars

Παρακολουθώ την πτώση του Yiannopoulos, μετά τις εφηβοφιλικές δηλώσεις-αποκαλύψεις του. Βεβαίως θα ήταν μαζική αφέλεια η πίστη ότι θα μπορούσε να κάνει τον καραγκιόζη της δεξιάς, να κατηγορεί, να χλευάζει, να ειρωνεύεται, να κακοποιεί επ’ άπειρον, δίχως να έρθει η στιγμή όπου θα κάνει το “λάθος” να μιλήσει βιωματικά για τον εαυτό του. Και να τος τώρα, αμακιγιάριστος και ταλαιπωρημένος, να ζητά αυτό που στέρησε από τους άλλους: κατανόηση. Δεν θα σταθώ στο ακαριαίο ξήλωμα των γαλονιών του από τη δεξιά εν όψει του παραπτώματος (ακυρώσεις περιοδείας, ματαίωση του βιβλίου του, απόλυση κλπ), ούτε με τις εσωτερικές δυναμικές της alt-right πάνω στο ζήτημα. Αντίθετα με ενδιαφέρει ο “αριστερός” λόγος που εκτυλίσσεται στα media.

Αυτόν θα τον περιέγραφα ως εξής. Πρώτον ότι αναγνωρίζεται στον ανθρωποφάγο Yiannopoulos επιτέλους μια “ανθρώπινη” στιγμή, μια “ατυχής/ειλικρινής” στιγμή, μια αδερφίστικη στιγμή. Δεύτερον, υπάρχει ένα έκδηλο άγχος να τραβηχθούν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές, ενάντια στην παιδοφιλία, την εφηβοφιλία, τον βιασμό, υπέρ της προστασίας των παιδιών κλπ. Η αριστερά γελά και γλεντά με την πτώση του Yiannopoulos θεωρώντας με έπαρση ότι έχει το ηθικό πλεονέκτημα στο ζήτημα του boy love: είναι και καθαρή και ξεκάθαρη. Ας δούμε όμως μερικά ιστορικά στοιχεία για αυτή τη θαυμαστή σύμπνοια δεξιάς και αριστεράς εμπρός στα παιδιά. Η δεκαετία που μας ενδιαφέρει είναι του ’90 και τα πράγματα που θα σας πω τα έζησα από την πρώτη σειρά – δηλαδή όσο πιο κοντά στη σκηνή γίνεται, μιας και η σκηνή των πραγμάτων ήταν στις ΗΠΑ.

Θα ξεκινήσω με την επιδημία του AIDS, το οποίο θυμίζω ότι κάποτε ήταν ένα σύνδρομο που οδηγούσε σύντομα σε φριχτό και επώδυνο θάνατο. Όπως θυμίζει ο Leo Bersani στο ιστορικό κείμενο του Is The Rectum A Grave, ο πανικός απέναντι στο AIDS και τους ασθενείς/φορείς ήταν ένας πανικός ενάντια στην ομοφυλοφιλία. Το 1985, επί Ρήγκαν, η έμφαση δινόταν στην ανίχνευση των φορέων παρά στην έρευνα για την καταπολέμηση. Αυτό ήταν λογικό μιας και υπήρχαν σχέδια και προθέσεις για τους ασθενείς-φορείς: να τους κάνουν σήμανση με τατουάζ σε εμφανές σημείο (χέρι, πρόσωπο) για να τους ξεχωρίζουν, να τους εφοδιάζουν με ειδικές ταυτότητες, και δύο φορές υπήρξε δημοψήφισμα να μπαίνουν σε καραντίνα-στρατόπεδα συγκέντρωσης. Καταλαβαίνετε ότι με όλη αυτή την αθέλητη ορατότητα των γκέι, υπό τις χειρότερες συνθήκες και με εκατόμβες νεκρών, δεν υπήρχε χώρος για αδράνεια ή σιωπή. SILENCE=DEATH έλεγε το σύνθημα της ACT UP, που έθετε το πλαίσιο γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε ένας ξέφρενος ακτιβισμός, ένα νέο δεύτερο κύμα μετά το Stonewall, με τεράστιες πορείες, μπάχαλα, παρεμβάσεις, ακαδημαϊκό και κινηματικό λόγο, με δίκτυα αλληλοβοήθειας και πάρα πολλά άλλα.

Μέσα σε αυτό το κίνημα χτίστηκε και σφυριλατήθηκε η ταυτότητα. Η οργή και ο τρόμος, από μιαρό, ατόμικο συναίσθημα και αδυναμία, συλλογικοποιήθηκαν, έγιναν όχι απλά ηθικά νόμιμα αλλά και επιθυμητά. Και μέσα σε αυτό το καζάνι που έβραζαν τα συστατικά αυτού που αποκαλούμε “γκέι άντρας” άρχισαν να διακρίνονται πολιτικές τάσεις και κατευθύνσεις – η ιστορική παρακαταθήκη για την μετέπειτα πορεία του κινήματος (μέχρι σήμερα). Η Sara Schulman στο βιβλίο The Gentrification of Life, The Gentrification of Politics περιγράφει την ιδιόμορφη σύσταση που σύντομα απέκτησε αυτή η αρχέγονη σούπα. Πού ήταν οι ριζοσπάστες, οι επαναστάτες, οι καλλιτέχνες, οι σεξουαλικά ελευθεριάζοντες, οι διεστραμμένοι, αναρωτιέται η Schulman. Για να δώσει η ίδια την απάντηση: ψόφησαν. Ψόφησαν από AIDS, συνεπείς στις αρχές τους, κι έμειναν πίσω οι εγκρατείς, οι σώφρωνες, οι συντηρητικοί, οι κρυφοί, οι υπεύθυνοι, που βγήκαν από τις τρύπες τους και άρχισαν να αρθρώνουν λόγο.

Στα 90ς αυτοί που καταφέρονταν ενάντια στις σάουνες, στα πάρκα και τα ψωνηστήρια, τα σεξ πάρτυ, την ελευθεριακότητα ήταν διακεκριμένοι γκέι άντρες. Μάταια ό,τι είχε απομείνει από το radical προσπαθούσε να αντικρούσει αυτή τη θύελλα συντηρητικοποίησης. Στο συνέδριο Sex Panic, 250 ακτιβιστές (ανάμεσά τους και η πολυαγαπημένη Judith Halberstam) προσπάθησαν να οριοθετήσουν μια γραμμή αντίστασης. Μάταιο. Από τη μια υπήρχαν οι υπερασπιστές φερ’ ειπείν της επιλογής του ακάποτου σεξ (σε μια εποχή που ήταν σχεδόν καταδίκη σε θάνατο), από την άλλη θριαμβευτικά best seller από γκέι ακτιβιστές όπως το Sexual Ecology εξηγούσαν με επιστημονικά, επιδημιολογικά μοντέλα ότι αν δεν θέλουμε να πεθάνουμε όλοι πρέπει να οδηγηθεί η σεξουαλική συμπεριφορά των γκέι αντρών στην εγκράτεια και τη μονογαμία. Και μια οδός από την οποία προέκυψε ως νόμιμο προς την κοινωνία το αίτημα για τον γάμο ήταν ακριβώς ως μηχανισμός κοινωνικής αρχιτεκτονικής, εκβιασμού και πίεσης: όχι απλά πρέπει να ζητούμε γάμο, αλλά όταν μας τον δώσουν και δεν παντρευτούμε, τότε ντροπή μας, έλεγε διακεκριμένος ακτιβιστής, έτσι όπως τον παραθέτουν οι massqueerraid.

Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα we are just like you (με μια τόση δα διαφορά), we fuck like you, we love like you, we think like you, έπρεπε να υπάρξει ακόμα περισσότερη εκκαθάριση από μιαρά στοιχεία στο νέο, τίμιο, αξιοπρεπές και θυματοποιημένο πρόσωπο του κινήματος. Μέσα στα 90ς ο International Lesbian and Gay Association ILGA, μια οργάνωση ομπρέλα πάνω από 450 οργάνωσεις από όλο τον πλανήτη, απέκτησε συμβουλευτικό στάτους στον ΟΗΕ. Ήταν μια λαμπρή εξέλιξη, μέχρι που ένας ακραίος ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής εντόπισε ομάδες boy lovers μέσα στα μέλη του ILGA. Με απειλή διακοπής κάθε χρηματοδότησης του ΟΗΕ από τις ΗΠΑ, ζητήθηκε “να ξεκαθαρίσει” ο οργανισμός από τέτοια στοιχεία. Είναι πολύ δύσκολο να προωθείς την προαναφερθείσα γαμήλια (και στρατιωτική) ατζέντα έχοντας σεξουαλικούς παραβάτες πόσο μάλλον boy lovers. Όχι απλά αποβλήθηκαν οι εν λόγω οργανώσεις, αλλά στάλθηκε σε ολους παγκοσμίως (και σε εμάς) μια δήλωση πολιτικών φρονηματων ότι δεν ασχολούμαστε με οποιοδήποτε τρόπο με το θέμα.

Η συνέχεια στα 00ς είναι γνωστή: Το αίτημα για τον γάμο σταθεροποιήθηκε στη κεντρική θέση, έγινε της μόδας ο όρος alternative families και people of alternative lifestyles, γιατί το γκέι, λεσβία και τρανς τρομάζει τον κόσμο, κυκλοφόρησαν τα πρώτα προπαγανδιστικά βιβλία κόμιξ οικογενειακών καταστάσεων Daddy’s Roommate και Heather Has Two Mommies για τα οποία δόθηκαν μάχες να μπουν στις σχολικές βιβλιοθήκες κλπ.

Στην Ελλάδα δεν υπήρξε αυτή η πολιτική κοσμογονία. Διανύσαμε όλη την κρίση του AIDS, μέχρι το 1997, χωρίς να κουνηθεί φύλλο. Φυσικά και δεν έγιναν πορείες, ούτε παρεμβάσεις, ούτε διαδηλώσεις κάποιου βεληνεκούς. Φυσικά δεν υπήρξε μαζική πολιτική ζύμωση στους LGBT ούτε παρήχθη κάποιος έντονα δημόσιος πολιτικός λόγος, με χλιαρή εξαίρεση τον gay τύπο της εποχής (Κράξιμο, ο πόθος, posithiv). Καταλύτης για τη δημιουργία κοινότητας δεν ήταν παρά τα κλαμπ του Βαλλιανάτου, “ένα σχέδιο κοινωνικοποίησης των ομοφυλόφιλων” όπως είπε ο ίδιος. Επίσης μέχρι το 1997 δεν είχε εκδοθεί καν ένα φυλλάδιο για το ασφαλέστερο σεξ μεταξύ ανδρών. Θα αντιπαραθέσω τον μαχητικό ακτιβισμό της ACT UP/New York που εισέβαλλε στο καθεδρικό του Αγ. Πατρικίου και διέκοψε τη λειτουργία κατηγορώντας τον επίσκοπο ότι έχει αίμα στα χέρια του, με την ελληνική ACT UP: Όταν σε ένα συνέδριο AIDS επισκέφθηκα το ελληνικό πηγαδάκι και ρώτησα/απαίτησα γιατί δεν βγάζουν τόσες οργανώσεις ένα γαμημένο φυλλάδιο αντίκρυσα το θεάμα σκυμμένων κεφαλιών, της σιωπής και μετά της απολογίας – όσο είναι η Εκκλησία στο ΚΕΕΛΠΝΟ ως κοινωνικός φορέας, φυλλάδιο δεν θα δείτε. Ήταν λοιπόν ιδιωτική η πρωτοβουλία για τα πρώτα προσπέκτ που τυπώθηκαν, προϊόν grassroots activism. Κι οι παπάδες (μας) έχουν κι αυτοί αίμα στα χέρια τους.

Όσο για το “gentrification της πολιτικής”, όπως θα έλεγε και η Schulman, οι ενασχολήσεις μας με τα πιτσιρίκια δεν ήταν συμβατές με τις πρώτες ενασχολήσεις άλλων με τον γάμο. Ήταν Κακές Δημόσιες Σχέσεις, γι΄ αυτό και υπήρχαν απειλές ότι θα διοργανωθεί συνέδριο με ψυχολόγους, παιδαγωγούς, ίσως εγκληματολόγους ίσως και με τον αστυνομικό διευθυντή, για να μπει τελεία στο θέμα της “παιδεραστίας” στη Θεσσαλονίκη, βαρίδι στα πόδια τους.

Παρουσίασα, λίγο-πολύ, μια πολιτική και κοινωνική έρημο εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι ο τωρινός εντόπιος πολιτικός λόγος δεν πηγάζει από κάποια βιωμένη ή αφηγημένη ακτιβιστική, πολιτική, ιστορική εντόπια παρακαταθήκη, δεν σφυρηλατήθηκε ποτέ τίποτα, δεν υπάρχει κάποια συνέχεια. Αντίθετα παπαγαλίζουμε copy-paste και εν κενώ τα ιστορικά συμπεράσματα των ΗΠΑ σαν να είναι δικά μας συμπεράσματα. Μεταφέραμε τους στόχους, την ηθική, την υποκρισία, το ταυτοτικό συναίσθημα, την παιδοφοβική υστερία και το αγγλοσαξωνικό academia αυτούσια στην Ελλάδα, κι έχουμε και το θράσος να παθιαζόμαστε κιόλας.

Έχουμε ξεχάσει ότι στα περιστατικά στο Spices, που οδήγησαν σε μια αυτοκτονία αλλά και στο σκοτεινό σύννεφο του πορνογραφικού υλικού με ανήλικους, ήταν που μπήκαν τα θεμέλια για το Athens Pride. Επιδείξαμε πλήρη έλλειψη ακαριαίων πολιτικών αντανακλαστικών στην υπόθεση με τις οροθετικές γυναίκες, καταλήγοντας σε έναν απολιτίκ ανθρωπιστικό λόγο. Και σήμερα, στην υπόθεση Yiannopoulos, με σπουδή και ευκολία προσθέτουμε στα σχόλια μας και την αποψάρα μας για το boy love.

Δεν με ενδιαφέρουν τόσο οι επί μέρους απόψεις, όσο η αναγνώριση του πλαισίου. Το AIDS δικαίως ονομάστηκε η πιο πολιτική ασθένεια που υπήρξε ποτέ, μιας και έχει μετασχηματίσει κοινωνίες – πολυ πιο πέρα από την LGBT σφαίρα. Ο μετασχηματισμός αυτός δείχνει να κλειδώνει στη σημερινή κατάσταση: είτε μας αρέσει είτε όχι, ο σημερινός λόγος είναι λόγος AIDS. Η θεραπεία αυτής της κατάστασης δεν είναι πιο ράντικαλ αιτήματα προς το κράτος για να βγούμε από αριστερά, είναι πρωτίστως η αναγνώριση του αόρατου πλαισίου, η επαφή με το παρελθόν, ο προβληματισμός στο τι είναι κοινότητα και πώς αυτή δομείται, τι σημαίνει ταυτότητα και πόση ουσιοκρατία χωράει αυτό και πολλά άλλα ακόμα. Εσείς καγχάζετε με τον Yiannopoulos, έναν βολικό αχυράνθρωπο ή έναν αποδιοπομπαίο τράγο για τα κρίματά άλλων, εγώ καγχάζω με την έπαρσή σας.

ΥΓ. Ήμουν 14 χρονών όταν ψωνιζόμουν στην Ομόνοια. Για όσους θα αρχίσουν πάλι να κλαψουρίζουν για τα αθώα παιδάκια έχω να τους πω το ίδιο πράγμα που είπα εκείνο το βράδυ στο σύμπαν όταν κατέβαινα την Πανεπιστημίου: Fuck you. Fuck, μωρέ!

Leave a Reply