psycho
Leave a comment

Urfaust – Verflucht das Blenden der Erscheinung

Αυτό το συγκρότημα μου το έμαθε ένα γκαβλάκι από Καλαμάτα που μιλούσαμε το μισό καλοκαίρι στο romeo κάθε βράδυ από τις 12 μέχρι τις πέντε ή έξι το πρωί. Μετά εξαφανίστηκε έσβησε το προφίλ του τον έχασα κι αυτόν μου έμειναν οι Urfaust. Λοιπόν αν πάσχετε από, ή σας έτυχε ποτέ, βίαιη ανάδυση αναμνήσεων και συναισθημάτων θα καταλάβετε πολύ καλά γιατί η ιστορία αυτή τελειώνει με Urfaust.

Δεν χρειάζομαι ecstasy εγώ. Το έχω μέσα μου. – Μαργαρίτα Καραπάνου

Η μανία είναι μια άκρως δυσάρεστη κατάσταση για τον ασθενή, θα βιαστεί να σας πληροφορήσει ο γιατρός σας, εντούτοις εγώ έχω να αναφέρω μια σπάνια περίπτωση πεντακάθαρης, απεσταγμένα ευφορικής μανίας, που κράτησε πάνω από ενάμιση μήνα, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, και τόσο συγκλονιστική που κάνει τα όποια κουμπιά και σκόνες κυκλοφορούν να μοιάζουν με παιδικά σιρόπια. Φταίει βέβαια ότι ήμουν ερωτευμένος και μάλιστα πρόσφατα.

Κάθε μέρα αυτού του ενάμιση μήνα ακολουθούσα το ίδιο τελετουργικό: Έτρωγα ένα κρουασάν, πήγαινα στη δουλειά όπου παρέμενα οκτώ και βάλε ώρες, επέστρεφα σπίτι, έτρωγα πάντα μια κονσέρβα τόνο με παξιμάδια, έκανα δέκα τσιγάρα στη σειρά που τα έσβηνα μέσα στην κονσέρβα ή απλά χάμω στο πάτωμα δίπλα στις υπόλοιπες κονσέρβες, έκανα ένα μπάνιο, μερικά τσιγάρα ακόμα και ξεκινούσα. Προορισμός μου ήταν ένα σπίτι στο κέντρο. Ένα σημαντικό κομμάτι της μέρας ήταν η πορεία προς αυτό το σπίτι, διότι έβλεπα, φυσικά, τα πράγματα όταν είχα τα μάτια ανοιχτά, αλλά έβλεπα επίσης πράγματα κι όταν είχα τα μάτια σφαλιστά. Κι επειδή τα τελευταία πράγματα ήταν πιο ενδιαφέροντα από τα πρώτα, περπατούσα με μάτια κλειστά και θανάσιμο κίνδυνο να χτυπήσω ή να με πατήσει αυτοκίνητο στο κέντρο της πόλης. Πάντοτε, όμως, έφτανα.

Μετά υπήρχε ένας νεκρός χρόνος που μάλλον, γιατί πραγματικά δεν ενθυμούμαι, αφορούσε αμοιβαίες αβρότητες, ψιλή κουβέντα και γενικότερα διενέργεια παράλληλων μονόλογων. Από τη μεριά μου τουλάχιστον, διότι έβρισκα ότι η γλώσσα κι η ομιλία ήταν πολύ αργά, χονδροειδή και περιορισμένα εργαλεία για να εκφράσουν το ηφαίστειο που κουβαλούσα μέσα μου. Πρέπει να καταστήσω σαφές εδώ ότι μια μανία τέτοιου είδους δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε εμπειρία είχα με ουσίες: Εγώ ομιλώ για ένα σιωπηλό, αμείλικτο ωκεάνιο κύμα εκατοντάδων χιλιομέτρων που ξεκινά από τα γιαπωνέζικα νησιά, σκίζει σαν κινούμενη ραχοκοκαλιά με πείσμα όλον τον Ειρηνικό, για να σκάσει βδομάδες αργότερα εκκωφαντικά στις ακτές της Καλιφόρνιας, εσείς μιλάτε για παιχνίδι με τα κύματα στα ρηχά και την ασφάλεια της αμμουδιάς πίσω από την πλάτη σας. Ευτυχώς κατά τις 11 βγάζαμε, μέσα στο κρύο, τα ρούχα μας κι αρχίζαμε να πιλατεύουμε ο ένας τον άλλον. Δεν θα πω λεπτομέρειες, φυσικά, αρκεί μονάχα να υπογραμμίσω ότι έκανα σεξ με όλες τις αισθήσεις μου κι αυτό συμπεριλαμβάνει και αισθήσεις που δεν ήξερα ότι διαθέτω. Μπορούσα να νιώσω το αίμα που έστελνε η καρδιά μου και στο τελευταίο τριχοειδές αγγείο, κάθε λεπτομέρεια της ανατομίας του πούτσου του στον κώλο μου, ήταν δυνατόν να αισθάνομαι ότι είμαι φτιαγμένος από καθαρή ενέργεια, ότι είμαι μια ακόρεστη οντότητα που απαιτεί μόνο θυσία – και σπέρμα. Διαβεβαιώνω, λοιπόν, εδώ ότι η απίστευτη αυτή γκάβλα μέχρι το ξημέρωμα είναι ακόμα εγγεγραμμένη στο ξύλινο πάτωμα εκείνου του ξενοικιασμένου δωματίου, ένα ξύλο ζεστό μέσα στην παγωνιά, γκαβλωμένο και αυτό και αλλόκοτα ελαστικό, σαν καουτσούκ – στην πίεσή μου, στις γρατζουνιές μου, στις μπουνιές μου και στα χτυπήματα με το κεφάλι μου. Όταν ερχόταν ο κάματος για εκείνον, κατά τις τέσσερις ή πέντε το πρωί, ξάπλωνα λίγο μαζί του και μετά έβγαινα και έπινα ρετσίνες στη Ναβαρίνου μέχρι να ξημερώσει χωρίς να με αγγίζει το κρύο. Μετά έτρωγα ένα κρουασάν… και τα λοιπά και πάλι από την αρχή.

Θα έλεγε κανείς ότι η έλλειψη ύπνου για ενάμιση μήνα ή η κακή διατροφή θα έθεταν ένα βιολογικό τέλος σε αυτή την ιστορία. Το τέλος όμως το έβαλε το χιόνι.

Ήταν Φλεβάρης πια και χιόνιζε ακόμα και μέσα στην πόλη. Αυτό δεν μου άρεσε, δεν μου αρέσει να μου χαλάνε τη ρουτίνα, τα πράγματά μου, τον τρόπο που έχω μάθει τα πράγματα. Ήταν εκεί στο δωμάτιό μου που το πολιορκούσαν οι χιονονιφάδες που τα συναισθήματα και οι αισθήσεις ευθυγραμμίστηκαν ξαφνικά με έναν νέο τρόπο κι αντί πια για ρεύματα ηδονής με διαπερνούσε ένα ασφυκτικό δυσάρεστο συναίσθημα ανησυχίας. Εμπρός στην αποδιοργάνωση, έβαλα επειγόντως τους Urfaust στο τέρμα, θυμήθηκα το γκαβλάκι από την Καλαμάτα, έγειρα, έσκυψα κεφάλι, υποτάχθηκα στο νέο φόβο που με τριγύριζε, γονάτισα κι άρχισα να ξερνάω, να ξερνάω κομμάτια από εμένα. Ήταν υπέροχο. Την επόμενη μέρα δεν πήγα δουλειά, πήγα γιατρό και με άρχισε εντατικά τα Seroquel, σε πέντε μέρες ήμουνα πάλι ένας ανθρωπάκος κι όχι ο Ziggy Stardust.

Ανέβηκα στη ζυγαριά. Από αυτή την ιστορία του ενάμιση μήνα είχα χάσει δέκα κιλά.

Leave a Reply