queer
Leave a comment

baedan/no future (μέρος πρώτο)

Αλλά τι είναι μια αιωνιότητα καταδίκης συγκρινόμενη με μια απειρότητα ηδονής σε ένα και μόνο δευτερόλεπτο;
–C. Baudelaire

Η αντι-κοινωνική στροφή

Το No Future, το magnum opus του Lee Edelman για την κουήρ αρνητικότητα, προσφέρει μια σειρά από κρίσιμα μαθήματα για τους baedlings. Με άλλα λόγια, για εκείνους από εμάς των οποίων η queerness σημαίνει την άρνηση της κοινωνίας και όχι κάποια διαπραγμάτευση με αυτή ή εντός αυτής. Στο διάβασμά μας και στη χρήση – ή κατάχρηση – της μοναδιαίας δουλειάς του Edelman, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να δοκιμάσουμε επί το έργον την ακαδημαϊκή του φόρμα, τη θέση του μέσα στη θεσμοθετημένη κουήρ θεωρία, και τον διαχωρισμό μεταξύ της θεωρίας του και της πρακτικής του. Το σχέδιό του αποτυγχάνει στο ότι εντοπίζει την κουήρ αρνητικότητα εντός διαφόρων πολιτισμικών παραγωγών – λογοτεχνία, κινηματογράφο – κι όμως ποτέ δεν εργάζεται για να αποκαλύψει αυτήν την άρνηση στο πλαίσιο της εξέγερσης δια ζώσης ή του ενεργού αγώνα ενάντια στην κοινωνία που παριστάνει ότι εχθρεύεται.

Εξερευνώντας το No Future, επιμένουμε στην απαλλοτρίωσή του από τον φιλντισένιο πύργο της θεωρίας και στη χρήση του ως εργαλείο για τα σχέδια των ζωών μας. Ενάντια στις ασφαλείς ερμηνείες που προσφέρονται από τον ακαδημαϊσμό και τους θεωρητικούς του, αναχωρούμε για μια επεξεργασία της κουήρ αρνητικότητας που δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από την καταστροφή του πολιτισμένου κόσμου.

Η/Ο Judith/Jack Halberstam, ένας ακόμα δημοφιλής κουήρ θεωρητικός, διαβάζει τη σημασία του κειμένου του Edelman σε σχέση με αυτό που αποκαλούν το αντι-κοινωνικό πρόγραμμα, αλλά επίσης το βιώνει ως ελλειματικό:

Η πολεμική του Edelman ανοίγει την πόρτα σε μια θηριώδη άρθρωση της αρνητικότητας (“γαμώ την κοινωνική τάξη και το Παιδί στο όνομα του οποίου τρομοκρατούμαστε συλλογικά, γαμώ την Annie, γαμώ το άστεγο παιδί στους Αθλίους, γαμώ το φτωχό, αθώο παιδί στο Δίκτυο, γαμώ τους Νόμους τόσο με κεφαλαίο ‘ν’ όσο και με πεζό, γαμώ όλο το δίκτυο Συμβολικών σχέσεων και το μέλλον που χρησιμεύει ως στυλοβάτης του”) αλλά, τελικά, δεν γαμάει τον νόμο, με μεγάλο ή μικρό ‘Ν’, υποκύπτει στο νόμο της γραμματικής, το νόμο της λογικής, το νόμο της αφαίρεσης, το νόμο του απολίτικου φορμαλισμού, το νόμο των Στυλ…

Αλλού, ο Halberstam πιο εμφανώς πλαισιώνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του ως εξής: “Θέλω να εμπλακώ κριτικά με το πρόγραμμα του Edelman εδώ ώστε να επιχειρηματολογήσω υπέρ μιας πιο ανοιχτά πολιτικής πλαισίωσης του αντι-κοινωνικού προγράμματος”.

Ο στόχος του Halberstam είναι σαν τον δικό μας, κατά κάποιο τρόπο. Η θηριώδης αρνητικότητα του Edelman παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στο δίχτυ της επίσημης γνώσης και κυριαρχίας που είναι ο ακαδημαϊσμός. Παγιδευμένος σε τέτοιους νόμους – λογικής, αφαίρεσης, φορμαλισμού – η θεωρία του Edelman, ως έχει, μπορεί μόνο να εξυπηρετήσει ως μια κάπως πιο σκανταλιάρικη άρθρωση του νόμου της ίδιας της κοινωνικής τάξης. Δεν επιθυμούμε μια πιο ανοιχτά πολιτική πλαισίωση του αντι-κοινωνικού προγράμματος, όπου η λογική της ίδιας της πολιτικής μπορεί μόνο να μας προσφέρει περισσότερη αφαίρεση, περισσότερο φορμαλισμό, περισσότερο από τα ίδια. Για εμάς, η κουήρ θεωρία είναι σημαντική μόνο στο βαθμό που την κάνουμε εργαλείο ή όπλο για τα σχέδιά μας. Αλλά επί τούτου δεν μπορούμε να κοιτάξουμε στην πολιτική, η οποία είναι η επιστήμη της οργάνωσης και της αναπαράστασης της κοινωνίας. Αντίθετα πρέπει να υπερβούμε το πρόγραμμα του Edelman, απορρίπτοντας το απολίτικό του για χάρη ενός εκρηκτικού αντι-πολιτικού.

Αν ο Edelman άνοιξε μια πόρτα, όπως επιχειρηματολογεί ο Halberstam, για ένα αντι-κοινωνικό κουήρ πρόγραμμα, τότε ας διαβούμε το κατώφλι και ας δούμε όλο το σπίτι να φλέγεται όσο είμαστε εκεί. Αυτό που ακολουθεί είναι μια στενή ανάγνωση και ανατροπή του No Future. Αυτά είναι τα ζωτικά στοιχεία της θεωρίας δίχως τις αποσκευές του ακαδημαϊσμού, τα κρίσιμα σημεία του κειμένου που έχουν οξυνθεί σε όπλα για αντι-κοινωνικά προγράμματα.

Καθαρή αρνητικότητα

Το πρόγραμμα του Edelman, στο βαθμό που μπορούμε να το φανταστούμε ως σημείο εκκίνησης, είναι ενδιαφέρον διότι για αυτόν η queerness είναι θεμελιωδώς αρνητική. Είτε με τη μορφή της γκέι αφομοίωσης, τις πολιτικές ταυτοτήτων, ή την “ριζοσπαστικά κουήρ” υποκουλτούρα, οποιαδήποτε σύγχρονη εμπλοκή με την queerness πρέπει να υπολογίσει δεκαετίες καπιταλιστικής ενσωμάτωσης στην κοινωνία και το κράτος της. Αυτές οι ποικίλες μορφές ενώνονται μαζί μέσα από τη θετική κουήρ ταυτότητα ως ένα κοινό περιεχόμενο. Αν διαβάζουμε τον Edelman με έντονη της έννοια της καθάρσεως, είναι γιατί η σύλληψη του της αρνητικής queerness μας επιτρέπει να αποβάλλουμε όλες τις ταυτοτικές αποσκευές που συνοδεύουν την queerness.

Αυτή η κίνηση ενάντια σε θετικά κουήρ προγράμματα είναι κρίσιμη. Εικονογραφεί μία αλήθεια για το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο στηρίζεται στη συσσώρευση αξίας – οποιασδήποτε αξίας – για τη δική του αυτο-αναπαραγωγή. Το κεφάλαιο είναι μια συνεχής διαδικασία εξέγερσης ενάντια στον εαυτό του. Υποκείμενα που κάποτε ήταν περιθωριοποιημένα ή προς εξολόθρευση από την πολιτισμένη τάξη απορροφούνται στα κυκλώματά του, θέσεις που θα μπορούσαν να σημαίνουν ένα απ’ έξω μετακινούνται προς τα μέσα. Δεν υπάρχει θετική queerness που να μην είναι ήδη τόπος αναπαραγωγής της κοινωνίας. Οι θετικιστικοί θεσμοί της queerness – τα χορευτικά πάρτι, τα κοινοτικά προγράμματα, οι ακτιβιστικές ομάδες, τα κοινωνικά δίκτυα, η μόδα, η λογοτεχνία, η τέχνη, τα φεστιβάλ – σχηματίζουν την υλική δομή του πολιτισμού. Οποιοσδήποτε ανταγωνισμός ή διαφορά κατέχουν αυτές οι μορφές επανακατασκευάζεται επιμελώς στην εικόνα του κεφαλαίου. Όλη η αξία έχει εξαχθεί, όλος ο κίνδυνος έχει εξουδετερωθεί. Προς τρόμο μας, η queerness γίνεται το avant-garde των αγορών και η δυναμική ροή αίματος της προηγμένης μεταμοντέρνας οικονομίας.

Αυτή η ανάλυση του θετικισμού δεν αφορά αποκλειστικά την queerness. Μπορεί κανείς να δείξει εύκολα οποιονδήποτε αριθμό αναρχικών σχεδίων και να εκθέσει τους τρόπους με τους οποίους αναπαράγουν την ίδια την αλλοτρίωση που στοχεύουν να υπερβούν. Συνεργατικές επιχειρήσεις, ριζοσπαστικά αγαθά, ανεξάρτητα media, κοινωνικοί χώροι, Foods Not Bombs: όταν τα θετικά αναρχικά σχέδια δεν εκτελούν κοινωνική εργασία για να απομακρύνουν μια κατάρρευση ή αναστάτωση, αναπτύσσουν τις καινοτομίες (αυτο-οργάνωση, αποκεντρωμένη παραγωγή, crowdsourcing, κοινωνική δικτύωση) που θα βοηθήσουν να εκταθεί το βασίλειο του κεφαλαίου και στον επόμενο αιώνα.

Η αναχώρηση από αυτές τις μορφές είναι η επεξεργασία της queerness στο αρνητικό. Σε αυτή τη σύνδεση της queerness και της αρνητικότητας, ενωνόμαστε με τον Edelman, ο οποίος ορίζει την queerness ως εξής:

Η queerness, αμείωτα συνδεδεμένη με το “παρεκκλίνον ή το άτυπο”, με αυτό που προστρίβεται ενάντια στην “κανονικοποίηση”, βρίσκει την αξία του όχι σε ένα καλό επιδεκτικό σε γενίκευση, αλλά μόνο στην πεισματική λεπτολογία που κενώνει κάθε έννοια του γενικού καλού. Ο εναγκαλισμός της κουήρ αρνητικότητας, επομένως, δεν μπορεί να έχει καμία αιτιολόγηση εάν η αιτιολόγηση του απαιτεί να ενισχύσει κάποια θετική κοινωνική αξία. Η αξία του, αντίθετα, βρίσκεται στην πρόκληση απέναντι στην αξία όπως ορίζεται από το κοινωνικό, και επομένως στη ριζική πρόκλησή της μέχρι την ίδια την αξία του κοινωνικού καθεαυτού.

Θέτοντάς το με άλλον τρόπο, δεν ενδιαφερόμαστε για ένα κοινωνικό πρόγραμμα της queerness, για τις κουήρ συνεισφορές στην κοινωνία, στο να ορίσουμε τα δικά μας γκέτο μέσα στις υλικές και συμβολικές δομές της καπιταλιστικής ζωής. Αντίθετα, η εμπλοκή μας με την κουήρ θεωρία πρέπει να είναι εναρμονισμένη με τον εντοπισμό των στιγμών που αποκαλύπτουν τη δυνητική λύση της κοινωνίας, των δομών της και των σχέσεών της. Για τον Edelman, μια θεωρία κουήρ αρνητικότητας αρχίζει από μια εξερεύνηση της φανταστικής θέσης των κουήρ μέσα στο συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας. Η μεθοδολογία του είναι να πλοηγηθεί στους λόγους και τους εφιάλτες της ετεροκανονικότητας της δεξιάς πτέρυγας. Παραθέτοντας τον ένα φονταμενταλιστή ειδικό μετά τον άλλο, χτίζει τον τρόμο με τον οποίο το αντι-κουήρ κατεστημένο φαντάζεται την απειλή της queerness. Ένα νήμα επιμένει σε όλη την ιστορία μέχρι και σήμερα το οποίο φαντάζεται τους κουήρ ως τους καταστροφείς της κοινωνικής συνοχής, ως τους ‘νεκροθάφτες της κοινωνίας’, ως την αποκήρυξη των αξιών της σκληρής δουλειάς και της οικογένειας, ως το επίμονο κύμα που διαβρώνει το υπόβαθρο των νομισματικών και λιβιδινικών οικονομιών, ως κλέφτες, απατεώνες, εκπορνευόμενους, αμαρτωλούς, δολοφόνους, παρεκκλίνοντες και ανώμαλους. Οι κουήρ δεν είναι απλά καταραμένοι, είναι η απόδειξη της θεμελιώδους καταδίκης της κοινωνίας, επίσης. Οι σοδομίτες, στο κάτω κάτω, ονομάζονται λόγω της συμβολικής θέσης τους ως το σεξουαλικό σύμβολο της παρακμής του πολιτισμού και την επικείμενης εξολόθρευσης.

Αναλύοντας ένα παράδειγμα αυτής της φαντασίωσης, ο Edelman γράφει:

Θα ήταν μια καλή ιδέα να το θεωρήσουμε αυτό λιγότερο ως περίπτωση υπερβολικής πολεμικής ρητορικής και περισσότερο ως υπενθύμιση του αποπροσανατολισμού που θα έπρεπε να συνεπάγονται οι κουήρ σεξουαλικότητες: “αποδοχή ή αδιαφορία στο ομοφυλοφιλικό κίνημα θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή της κοινωνίας επιτρέποντας την πολιτική τάξη να επαναπροσδιοριστεί και την κατακόρυφη πτώση ημών, των παιδιών μας και των εγγονιών μας σε μια εποχή δίχως θεό. Πράγματι, τα ίδια τα θεμέλια του Δυτικού Πολιτισμού βρίσκονται σε ρίσκο”. Πριν ξεχυθεί από τα χείλη μας η φαρισαϊκή αποχαύνωση του φιλελεύθερου πλουραλισμού, πριν παρέχουμε για μια ακόμα φορά τη διαβεβαίωση ότι η δικής μας είναι ένα άλλο είδος αγάπης αλλά μιας αγάπης σαν τη δική τους παρόλα αυτά, πριν επικαλεστούμε ευσεβώς τη λιτανεία των ένδοξων συνεισφορών μας στους πολιτισμούς της ανατολής και της δύσης ισάξια, τολμάμε να κάνουμε παύση ένα λεπτό για να αναγνωρίσουμε ότι μπορεί και να ’χει δίκιο – ή, πιο σημαντικό, ότι θα έπρεπε να έχουμε δίκιο: ότι η queerness θα έπρεπε και πρέπει να καταστρέφει τέτοιες αντιλήψεις όπως η “πολιτική τάξη” μέσα από μια ρήξη με τη θεμελιώδη πίστη μας στην αναπαραγωγή της μελλοντικότητας;

Η επιθυμία του Edelman για μια queerness που θα άκουγε τον εαυτό της να αποκαλείται απειλή για την κοινωνική τάξη και που το εκλαμβάνει αυτό ως πρόκληση παρά ως προσβολή βρίσκει έναν παραλληλισμό στο κείμενο “Εγκληματική Οικειότητα”, που έχει γραφεί από ‘μια συμμορία εγκληματιών κουήρ’ και δημοσιεύτηκε στο αναρχικό περιοδικό Total Destroy το 2009.

Ο μηχανισμός του ελέγχου έχει κάνει την ίδια μας της ύπαρξη παράνομη. Έχουμε υπομείνει την ποινικοποίηση και τη σταύρωση των σωμάτων μας, του φύλου μας, των απείθαρχων κοινωνικών μας φύλων. Επιδρομές, κυνήγια μαγισσών, κάψιμο στην πυρά. Έχουμε καταλάβει το χώρο των παρεκκλινόντων, των πορνών, των διεστραμμένων και των βδελυγμάτων. Αυτή η κουλτούρα μας έπλασε εγκληματίες, και φυσικά, με τη σειρά μας, αφιερώσαμε τις ζωές μας στο έγκλημα. Στην ποινικοποίηση των ηδονών μας, βρήκαμε την ηδονή που είχαμε στο έγκλημα! Στο να μας κάνουν παράνομους για αυτό που είμαστε, ανακαλύψαμε ότι πράγματι είμαστε γαμημένοι παράνομοι! Πολλοί κατηγορούν τους κουήρ για την παρακμή αυτής της κοινωνίας – εμείς περηφανευόμαστε για αυτό. Κάποιοι πιστεύουν ότι σκοπεύουμε να κάνουμε κουρέλι αυτόν τον πολιτισμό και τον κοινωνικό ιστό του – δεν θα μπορούσαν να έχουν περισσότερο δίκιο. Συχνά μας περιγράφουν ως διεφθαρμένους, παρηκμασμένους και απεχθείς – αλλά, ω, δεν έχουν δει τίποτα ακόμα.

Η θέση της κυριότητας του αρνητικού σημαίνει μια απελευθερωτική συνομωσία μεταξύ των εχθρών της κοινωνίας. Μας επιτρέπει να διαφύγουμε από τις παγίδες που βρίσκονται σε κάθε προσπάθεια κατάφασης σε μια θετική αντι-αφήγηση. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί το καταστροφικό και αντι-κοινωνικό δυναμικό της queerness δίχως επίσης να επιβεβαιώνει την κοινωνική τάξη. Δεν μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ενάντια στην αντι-κουήρ παράνοια που μας φαντάζεται εχθρούς του Θεού, του κράτους και της οικογένειας χωρίς να κάνει σιωπηρή παραχώρηση στη νομιμότητα καθενός από αυτά. Η ελπίδα για προοδευτικές αντιλήψεις ανοχής ή συγκρουσιακού ακτιβισμού για να ακυρωθεί αυτή η φαντασίωση είναι μια έκφραση της επιθυμίας για αφομοίωση μέσα στην κοινωνία. Ακόμα και ‘ριζοσπαστικές’ ή ‘ενάντια στην αφομοίωση’ κουήρ θέσεις αποπειρώνται να αρνηθούν αυτή την αρνητικότητα και να δημιουργήσουν χώρο για κουήρ αντιπροσώπευση στο Κράτος ή για το κουήρ ανήκειν εντός του καπιταλισμού.

Θα ακολουθήσουμε τον Edelman καθώς επεξεργάζεται αυτή την ιδέα:

Αντί να απορρίπτουμε, με φιλελεύθερο λόγο, την απόδοση του αρνητικού στο κουήρ, θα μπορούσαμε… καλύτερα να σκεφτούμε να το αποδεχτούμε ή ακόμα να το εναγκαλιστούμε. Όχι με την ελπίδα να σφυρηλατήσουμε εκ τούτου κάποια τελειότερη κοινωνική τάξη – μια τέτοια ελπίδα, άλλωστε, θα αναπαρήγαγε μόνο την περιοριστική επιταγή του μελλοντισμού, ακριβώς όπως οποιαδήποτε τέτοια τάξη θα προκαλούσε εξίσου την αρνητικότητα του queer – αλλά μάλλον για να αρνηθούμε την επιμονή της ελπίδας της ίδιας ως κατάφασης, η οποία είναι πάντοτε κατάφαση μιας τάξης της οποία την άρνηση θα καταχωρήσουμε ως ασύλληπτη, ανεύθυνη, απάνθρωπη. Και ο τζόκερ της κατάφασης; Πάντα η ερώτηση: Αν όχι αυτό, τότε τι; Πάντοτε η απαίτηση να μεταφραστεί η επιμονή, η καταναγκαστική δύναμη, ή αρνητικότητα σε κάποια καθορισμένη στάση ή “θέση” της οποίας ο καθορισμός θα συνιστούσε άρνησή της επομένως: πάντα η επιταγή να την περιτειχίσεις σε κάποια σταθερή και θετική μορφή… Δεν σκοπεύω να προτείνω κάποιο “καλό” το οποίο πρόκειται εκ τούτου να εξασφαλιστεί. Τουναντίον, εννοώ να επιμένω ότι τίποτε, και σίγουρα όχι αυτό που αποκαλούμε “καλό” δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε εξασφάλιση στην τάξη του Συμβολικού… Θα μπορούσαμε μάλλον, να ρίξουμε μεταφορικά την ψήφο μας υπέρ του “τίποτα από τα παραπάνω”, εφόσον το πρωτείο ενός σταθερού “όχι” σε αντίδραση στο νόμο του συμβολικού, πράγμα που θα αντηχούσε τη θεμελιακή πράξη αυτού του νόμου, την αυτο-συγκροτούμενη άρνησή του.

Και πάλι, μια μικρή μετατόπιση μπορεί να εφαρμόσει αυτό το επιχείρημα στις διαλεκτικές και φαντασιακές κατασκευές των αναρχικών. Πολλοί αναρχικοί βρίσκουν τους εαυτούς τους να απαντούν καταναγκαστικά στους αρνητικούς χαρακτηρισμούς των προθέσεων και των διαθέσεών μας. Ενώπιον ενός καταιγισμού από κολακευτικές κατηγορίες – ότι είμαστε εγκληματικοί, μηδενιστές, βίαιοι, σπορείς της αταξίας – οι θιασώτες ενός θετικού αναρχισμού ενστικτωδώς ανταποκρίνονται επιμένοντας ότι κινητοποιούμαστε από τα υψηλότερα ιδανικά (δημοκρατία, ομοφωνία, ισότητα, δικαιοσύνη), αναζητούν να δημιουργήσουν μια καλύτερη κοινωνία, είναι μή βίαιοι, και πιστεύουν ότι η αναρχία θα είναι η μεγαλύτερη τάξη από όλες. Ξανά και ξανά αναρχικοί και άλλοι επαναστάτες προσφέρουν την υποταγή τους στην κοινωνία αρνούμενοι την πραγματικότητα ή τη δυνατότητα της εχθρότητάς τους με την κοινωνική τάξη.
Αριστερίστικες αντιλήψεις ρεφορμισμού, προόδου, ανοχής και κοινωνικής δικαιοσύνης πάντα φτάνουν πρόσωπο με πρόσωπο με τη σκληρή πραγματικότητα ότι κάθε προοδευτική ανάπτυξη μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πιο εκλεπτυσμένο σύστημα μιζέριας και εκμετάλλευσης. Ότι η ανοχή δεν σημαίνει τίποτα. Ότι η δικαιοσύνη είναι μια αδυνατότητα. Οι ακτιβιστές, προοδευτικοί και επαναστάτες εξίσου, πάντοτε θα ανταποκρίνονται στην κριτική μας της κοινωνικής τάξης με μια απαίτηση να αρθρώσουμε κάποιο είδος εναλλακτικής. Ας πούμε μια και καλή ότι δεν έχουμε καμία εναλλακτική να προσφέρουμε. Ερχόμενοι κατά πρόσωπο με την άψογη ενσωμάτωση από το σύστημα όλων των θετικών σχεδίων μέσα του, δεν έχουμε περιθώρια να το επιβεβαιώνουμε ή να υποθέτουμε επιπλέον εναλλακτικές ώστε να τις καταναλώσει. Αντίθετα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η εργασία μας είναι άπειρη, όχι γιατί έχουμε τόσα πολλά να χτίσουμε αλλά γιατί έχουμε έναν ολόκληρο κόσμο να καταστρέψουμε. Η καθημερινή ζωή μας είναι τόσο κορεσμένη και δομημένη από το κεφάλαιο που είναι αδύνατον να φανταστούμε μια ζωή που να αξίζει να τη ζεις, εκτός από αυτή της εξέγερσης.

Κατανοούμε ότι η καταστροφή είναι απαραίτητη, και την επιθυμούμε σε αφθονία. Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε μέσα από την ντροπή ή την έλλειψη εμπιστοσύνης σε αυτές τις επιθυμίες. Δεν μπορεί να υπάρχει ελευθερία στη σκιά των φυλακών, δεν μπορεί να υπάρχει ανθρώπινη κοινότητα στο πλαίσιο των εμπορευμάτων, δεν μπορεί να υπάρχει αυτοπροσδιορισμός κάτω από τη βασιλεία του κράτους. Αυτός ο κόσμος – η αστυνομία και οι στρατοί που τον υπερασπίζονται, οι θεσμοί που τον συγκροτούν, η αρχιτεκτονική που του δίνει σχήμα, οι υποκειμενικότητες που τον κατοικούν, οι συσκευές που διαχειρίζονται τη λειτουργία του, τα σχολεία που εγγράφουν την ιδεολογία του, ο ακτιβισμός που μανιωδώς ανταποκρίνεται στις κρίσεις του, οι αρτηρίες της κυκλοφορίας και της ροής του, τα αγαθά που ορίζουν τη ζωή εντός τους, τα δίκτυα επικοινωνιών που τον πολλαπλασιάζουν, η πληροφορική που επιτηρεί και τον εγγράφει – πρέπει να εξοντωθούν σε κάθε περίσταση, μια και καλή. Η όποια αποφυγή αυτής εργασίας, η επιβεβαίωση στους εχθρούς μας των καλών μας προθέσεων, είναι η πιο χονδροειδής ανειλικρίνεια. Η αναρχία, όπως και με την queerness, είναι περισσότερο ισχυρή στην αρνητική της μορφή. Οι θετικές αντιλήψεις για αυτές τις δύο, όταν δεν είναι απλά μια σιωπηλή συναίνεση στο πρόσωπο ενός εκλεπτυσμένου και εξελισσόμενου ολοκληρωτισμού μιας κυριαρχίας, είναι ανέλπιδα παγιδευμένες στη μάχη με τις λεπτομέρειες αυτού του ολοκληρωτισμού υπό τους δικούς του όρους.

Στο No Future, ο Edelman ιδιοποιείται και θέτει σε προνομιακή θέση μια συγκεκριμένη ψυχοαναλυτική έννοια: την ενόρμηση θανάτου (death drive). Κατά την επεξεργασία της σχέσης της “κουήρ θεωρίας και της ενόρμησης θανάτου” (ο υπότιτλος του No Future), παρατάσσει την έννοια ώστε να κατονομάσει μια δύναμη που δεν είναι αποκλειστικά προσδεδεμένη στην κουήρ ταυτότητα. Επιχειρηματολογεί ότι η ενόρμηση θανάτου είναι μια διαρκής έκρηξη αταξίας μέσα από την ίδια τη συμβολική τάξη. Είναι μια ακατονόμαστη και αδύνατον να αρθρωθεί τάση οποιασδήποτε κοινωνίας να παράγει τις αντιθέσεις και τις δυνάμεις οι οποίες μπορούν να κάνουν αυτήν την κοινωνία κομμάτια.

Για να αποφύγουμε να παγιδευτούμε στη Λακανική ιδεολογία, θα έπρεπε να αναχωρήσουμε σύντομα από ένα καθαρά ψυχοαναλυτικό πλαίσιο για να κατανοήσουμε αυτήν την ενόρμηση. Ο Μαρξισμός, για να το φανταστούμε με έναν άλλο τρόπο, μας διαβεβαιώνει ότι μια θεμελιώδης κρίση μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής εγγυάται ότι θα παραγάγει τη δική του άρνηση από εντός του. Οι μεσσιανικές παραδόσεις, παρομοίως, στηρίζονται γερά στην πίστη ότι ο μεσσίας πρέπει να ανέλθει κατά την πορεία της καθημερινής ζωής για να ανατρέψει τον τρόμο της ιστορίας. Οι πιο ρομαντικές επεξεργασίες του αναρχισμού περιγράφουν το αναπόφευκτο της εξέγερσης ατόμων ενάντια στην κοινοτοπία και την αλλοτρίωση της σύγχρονης ζωής. Η cybernetic κυβέρνηση λειτουργεί πάνω στην κατανόηση ότι οι ψευδαισθήσεις της κοινωνικής ειρήνης περιέχουν μια σειρά από περίπλοκα και απρόβλεπτα ρίσκα, καταστροφές, μολύνσεις, συμβάντα και αναστατώσεις που πρέπει να υποστούν διαχείριση. Κάθε μια από αυτές περιέχει έναν πυρήνα αλήθειας, έστω και ενάντια στις ιδεολογίες τους. Η ενόρμηση θανάτου ονομάζει αυτό το μόνιμο και ανεπίδεκτο σμικρύνσεως στοιχείο που είχε και πάντα θα παράγει εξέγερση. Ύπαρξη του είδους, queerness, χάος, πείσμωνα εξέγερση, η κομμούνα, ρήξη, η Ιδέα, το άγριο, διαταραχή αντιθετικής περιφρόνησης – μπορούμε να δώσουμε αναρίθμητα ονόματα σε αυτά που δραπετεύουν από την ικανότητά μας να το περιγράψουν. Καθένα από αυτά αποπειράται να θέσει τους όρους της αλλοπρόσαλλης άρνησης που είναι εγγενής στην κοινωνία. Καθένα από αυτά πλησιάζει στην θεωρητικοποίηση της οικουμενικής τάσης ότι κάθε πολιτισμός θα παράγει τη δική του κατάλυση.

Εκρήξεις αστικών ταραχών, η επικράτηση μεθόδων πειρατείας και απαλλοτρίωσης, το μίσος για τη δουλειά, η δυσφορία φύλου, η ανεξήγητη άνοδος των βίαιων επιθέσεων ενάντια σε αστυνομικούς, η αυτο-θυσία, οι μη αναπαραγωγικές σεξουαλικές πρακτικές, το παράλογο σαμποτάζ, η μηδενιστική κουλτούρα των χάκερ, οι άνομοι καταυλισμοί που υπάρχουν απλά για τον εαυτό τους – η ενόρμηση θανάτου αποδεικνύεται σε κάθε στιγμή που υπερβαίνει την κοινωνική τάξη και αρχίζει να ξηλώνει το ύφασμά της.

Η συμβολική παράταξη της queerness από την κοινωνική τάξη είναι πάντα μια προσπάθεια να ταυτοποιηθεί η αρνητικότητα της ενόρμησης θανάτου, να κλειδωθεί αυτό το χαοτικό δυναμικό στην περίφραξη της μιας ή της άλλης υποκειμενικότητας. Η εργασία του Foucault είναι θεμελιακή για την κουήρ θεωρία εν μέρει εξαιτίας του επιχειρήματός του ότι η εξουσία πρέπει να παράγει και μετά να ταξινομήσει ανταγωνιστικές υποκειμενικότητες ούτως ώστε μετά να εξολοθρεύσει κάθε ανατρεπτικό δυναμικό εντός του κοινωνικού σώματος. Ομοφυλόφιλοι, γκάνγκστερ, εγκληματίες, μετανάστες, μητέρες σε προνοιακό καθεστώς, τρανσέξουαλ, γυναίκες, νέοι, τρομοκράτες, το μαύρο μπλοκ, κομμουνιστές, εξτρεμιστές: η εξουσία πάντοτε δομεί και ορίζει αυτά τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που πρέπει να υποστούν διαχείριση. Όταν ο καπνός καθαρίζει μετά από κάποιες ταραχές, οι μηχανισμοί του κράτους και των media αρχίζουν οικουμενικά να εντοπίζουν τέτοια συμβάντα εντός της λογικής της ταυτότητας, παγώνοντας τη ρευστότητα της εξέγερσης εντός μιας χούφτας θέσεων των υποκειμένων προς φυλάκιση, ή, πιο σατανικά, προς οργάνωση. Ο προοδευτισμός, με την ορμή του για περιεκτικότητα και αφομοίωση, ποντάρει τις ελπίδες του στην κοινωνική βιωσιμότητα αυτών των υποκειμένων, η την ικανότητά τους να συμμετέχουν στην καθημερινή αναπαραγωγή της κοινωνίας. Πράττοντας έτσι, η ιδεολογία της προόδου λειτουργεί ως παγίδα του ανατρεπτικού δυναμικού εντός ενός συγκεκριμένου υποκειμένου και για να εκλιπαρήσει μετά την αυτό-αποκήρυξη από το υποκείμενο του κινδύνου που είχε κατασκευαστεί να αναπαριστά. Αυτή η κίνηση για κοινωνική ειρήνη αποτυγχάνει να εξουδετερώσει την ορμή, διότι παρά ένα ευρύ δίκτυο ντετερμινισμών, δεν υπάρχει υποκείμενο που να μπορεί από μόνο του και σε τελειότητα να περιέχει το δυναμικό για εξέγερση. Η ταυτόχρονη προσπάθεια για δικαιοσύνη πρέπει επίσης να αποτύχει, γιατί η ενσωμάτωση καθεμιάς διαδοχικής θέσης υποκειμένου στις κανονιστικές σχέσεις δημιουργεί την ανάγκη για την κατασκευή του επόμενου Άλλου προς πειθάρχηση ή καταστροφή.

Αντί για ένα προοδευτικό σχέδιο που στοχεύει σταθερά στην εκρίζωση ενός χάους που αναδύεται στο πέρασμα του χρόνου, το πρόγραμμά μας, τοποθετημένο στο κατώφλι της δουλειάς του Edelman, βασίζεται πάνω στην επίμονη αρνητικότητα της ενόρμησης θανάτου. Επιλέγουμε να μην εγκαθιδρύουμε ένα μέρος για τους κουήρ, μετατοπίζοντας έτσι τη δομική θέση της queerness σε κάποιον άλλον πληθυσμό. Ταυτιζόμαστε με την αρνητικότητα της ενόρμησης, και επομένως επιτελούμε μια αποταύτιση μακριά από οποιαδήποτε ταυτότητα προς εκπροσώπηση ή η οποία θα μπορεί να εκλιπαρεί για δικαιώματα.

Ακολουθώντας κι άλλο τον Edelman:

Για να μορφοποιήσεις τη λύση της αστικής κοινωνίας, την ενόρμηση θανάτου της κυρίαρχης τάξης (order), δεν αφορά ούτε να είσαι ούτε να καταστείς αυτή η ενόρμηση. Μια τέτοια ύπαρξη δεν είναι το ζήτημα. Αντίθετα, η προσχώρηση σε αυτή την εικονιστική θέση σημαίνει την αναγνώριση και την άρνηση των επιπτώσεων του να βασίζεις την πραγματικότητα στην άρνηση αυτής της ενόρμησης. Καθώς η ενόρμηση θανάτου διαλύει εκείνες τις συσσωματώσεις της ταυτότητας που μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε και να επιβιώνουμε ως οι εαυτοί μας, έτσι και οι κουήρ πρέπει να επιμένουν στην ενόχληση, στο queering την κοινωνική οργάνωση ως τέτοια – στην ενόχληση, και επομένως στο queering των εαυτών μας και της επένδυσής μας σε μια τέτοια οργάνωση. Γιατί η queerness δεν μπορεί ποτέ να ορίσει μια ταυτότητα. Μπορεί μόνο να διαταράξει μία. Και επομένως, όταν ισχυρίζομαι, όπως σκοπεύω να κάνω εδώ, ότι το βάρος της queerness προορίζεται να εντοπίζεται λιγότερο στον ισχυρισμό μιας αντιθετικής πολιτικής ταυτότητας παρά στην αντίθεση στην πολιτική ως την κυβερνούσα φαντασίωση για την πραγματοποίηση ταυτοτήτων, δεν προτείνω καμία πλατφόρμα ή θέση από την οποία η κουήρ σεξουαλικότητα ή οποιοδήποτε κουήρ υποκείμενο θα μπορεί τελικά και αληθινά να καταστεί ο εαυτός του, λες και θα μπορούσε κάπως να καταφέρει εκ τούτου να επιτύχει μια ουσιώδη queerness. Προτείνω αντίθετα ότι η αποτελεσματικότητα της queerness, η πραγματική στρατηγική αξία της, βρίσκεται στην αντίστασή της σε μια συμβολική πραγματικότητα η οποία μόνο μας περιβάλλει σαν υποκείμενα στον βαθμό που την περιβάλλουμε εμείς, προσκολλημένοι στους διακυβερνητικούς της μύθους, στις επίμονες εξαχνώσεις της, ως την ίδια την πραγματικότητα.

Αυτή η αρνητική queerness μάς αποκόπτει από οποιαδήποτε απλή κατανόηση των εαυτών μας. Επιπλέον, μας αποκόπτει από οποιαδήποτε στερεότυπη ή εύκολα αναπαριστούμενη αντίληψη του τι χρειαζόμαστε, τι επιθυμούμε ή τι πρέπει να γίνει. Η queerness δεν φαντάζεται έναν συνεκτικό εαυτό, και επομένως δεν μπορεί να ανακινήσει οποιονδήποτε εαυτό για να βρει τη θέση του μέσα στον πολιτισμό. Η μόνη queerness που η κουήρ σεξουαλικότητα θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα πετύχει θα υπήρχε σε μια πλήρη άρνηση προσπαθειών στη συμβολική ενσωμάτωση της σεξουαλικότητας στις διακυβερνητικές δομές και στις δομές της αγοράς. Αυτή η άρνηση της αναπαράστασης αποκλείει οποιαδήποτε ελπίδα είχαμε ποτέ στις πολιτικές ταυτοτήτων ή θετικά ταυτοτικά προγράμματα. Αρνούμαστε την προοδευτική πίστη στη δυνατότητα να μορφοποιηθούν τα σώματά μας στην τάξη του συμβολικού. Αρνούμαστε τη φιλελεύθερη διαβεβαίωση ότι όλα καλά θα πάνε, αρκεί να έχουμε πίστη.

Όχι, αντίθετα εννοούμε να “εξαπολύσουμε αρνητικότητα ενάντια στη συνοχή οποιασδήποτε αυτο-εικόνας, που μας υποβάλλει σε έναν ηθικό νόμο ο οποίος εκκενώνει το υποκείμενο ούτως ώστε να το τοποθετήσει μέσω και μέσα σε αυτή την ίδια την πράξη της εκκένωσης, επιτρέποντας την υλοποίηση, εκ τούτου, μιας ελευθερίας πέρα από τα όρια οποιασδήποτε εικόνας ή αναπαράστασης, μια ελευθερία που τελικά κατοικεί σε τίποτα περισσότερο από την ικανότητα να προελαύνει μέσα στο κενό”.

Μια μη ταυτοτική, μη αναπαραστάσιμη, ακατάληπτη κουήρ εξέγερση θα είναι καθαρά αρνητική, ή δεν είναι καθόλου. Με τον ίδιο τρόπο, μια εξεγερτική αναρχία πρέπει να εναγκαλίζεται την ενόρμηση θανάτου ενάντια σε όλους του θετικισμούς που παρέχονται από τον κόσμο στον οποίο αντιτίθεται. Αν ελπίζουμε να διακόψουμε την ασταμάτητη κίνηση προς τα μπρος του κεφαλαίου και του κράτους του, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε αποτυχημένες μεθόδους. Πολιτικές ταυτοτήτων, πλατφόρμες, επίσημες οργανώσεις, υποκουλτούρες, ακτιβιστικές καμπάνιες (η καθεμιά είτε κουήρ είτε αναρχική) πάντα θα καταφθάνουν στα αδιέξοδα της ταυτότητας και της αναπαράστασης. Πρέπει να το σκάσουμε από αυτές τις θετικότητες, αυτά τα μοντέλα, για να πειραματιστούμε αντίθετα με την απέθαντη αρνητικότητα της ενόρμησης θανάτου. Ο Edelman ξανά:

Η αθανασία της ενόρμησης θανάτου, επομένως αναφέρεται σε μια συνεχή άρνηση που προσφέρει διαβεβαίωση για απολύτως τίποτα: ούτε ταυτότητα, ούτε επιβίωση, ούτε κάποια υπόσχεση του μέλλοντος. Αντίθετα, επιμένει τόσο επί της αδυνατότητας όσο και ως η αδυνατότητα ενός Συμβολικού τερματισμού, η απουσία οποιουδήποτε Άλλου προς επιβεβαίωση της αλήθειας της Συμβολικής τάξης και επομένως η απατηλή θέση του νοήματος ως άμυνα ενάντια στο αυτο-αρνούμενο περιεχόμενο της jouissance… [Η queerness] επιβεβαιώνει μια σταθερή, εκρηκτική jouissance που ανταποκρίνεται σε ένα αδύνατον να αρθρωθεί πραγματικό, στην αδυναμία μιας σεξουαλικής συμπάθειας ή του να είναι ποτέ ικανή να σημαίνει τη σχέση μεταξύ των φύλων. [Η queerness] επομένως, όπως η ενόρμηση θανάτου, εμπλέκει, μέσω της άρνησης, την κανονιστική στάση, την ακινησία, της εμφυλοποίησης… χαλάει τις απονεκρώνουσες δομές που μας παραδίδουν εμάς τους ίδιους ως εαυτούς και το κάνει με όλη τη δύναμη του Πραγματικού που τέτοιες μορφές πρέπει να αποτύχουν να δηλοποιούν… η ενόρμηση θανάτου και υπεκφεύγει και λύει την αναπαράσταση… οι νεκροθάφτες της κοινωνίας [είναι] εκείνοι που δεν νοιάζονται για το μέλλον.

Θα επιστρέψουμε σύντομα στις έννοιες της μελλοντικότητας και της jouissance, αλλά να λήξουμε αυτό το ζήτημα, θα ισχυριστούμε ότι μια εξεγερσιακή διαδικασία μπορεί να είναι μόνον μια έκρηξη αρνητικότητας ενάντια σε οτιδήποτε κυριαρχεί και μας εκμεταλλεύεται, αλλά επίσης ενάντια σε καθετί που παράγει εμάς έτσι όπως είμαστε.

Όχι για τα Παιδιά

Σε ένα προηγούμενο απόσπασμα, αναφέραμε ένα κείμενο από τον J. Halberstam στο οποίο δηλώνεται η πρόθεσή του να ξαναδουλέψει τη θεωρία του Edelman σε κάτι πιο ρητά πολιτικό. Μοιραζόμαστε τη δυσαρέσκεια του Halberstam για τον Edelman, για τον οποίο η κουήρ αρνητικότητα ισούται με ελάχιστα περισσότερα από κυκλώματα διαλέξεων, πάρτυ κυκλωμάτων, ώρες στο γυμναστήριο, Botox και τον χονδροειδή ναρκισσισμό της γκέι ζωής. Όπως θα ισχυριστούμε αργότερα, η θεωρία του Edelman είναι βαριά υποχρεωμένη στη δουλειά του Guy Hocquenghem, αλλά ο Edelman αποτυγχάνει να εφαρμόσει την κριτική του Hocquenghem της κουήρ υποκουλτούρας στην ίδια του τη ζωή, επιλέγοντας ανόητα να αγνοήσει αυτό που ο τελευταίος προειδοποίησε στο Αλλοπαρμένοι Κώλοι:

Εφόσον δεν μας καίνε στην πυρά ή δεν μας κλειδώνουν σε άσυλα, συνεχίζουμε να παραδέρνουμε στα γκέτο των νάητ κλαμπ, στα δημόσια ουρητήρια και στις πλάγιες ματιές, ωσάν αυτή η μιζέρια να είχε γίνει το συνήθειο της ευτυχίας μας. Και έτσι, με τη βοήθεια του κράτους, χτίζουμε τις δικές μας φυλακές.

Για να φύγουμε από τις αυτο-συνιστώμενες φυλακές που περιγράφονται από τον Hocquenghem πρέπει να στρέψουμε την ίδια την κριτική του Edelman εναντίον του και ενάντια στην οικτρή μορφή του προγράμματος της ζωής του. Το επιχείρημά μας παραμένει ότι το πρόγραμμά του πρέπει να εξωθηθεί πέρα από τα ίδια τα όριά του. Στην πραγματικότητα, είναι η ίδια η αποσύνδεση αυτής της θεωρίας από οποιαδήποτε πράξη εξέγερσης που εξασθενεί τη δυνητική δύναμη στο No Future. Το να φτάσεις σε ένα συμπέρασμα απολίτικης αποσύνδεσης μέσα από την κουήρ αρνητικότητα είναι ασθενής σκέψη. Μας ενδιαφέρει αντίθετα μια πρακτική μέσα από την οποία η κουήρ θεωρία και η κουήρ εξέγερση ενώνονται σε μια επεξεργασία ενεργού μηδενισμού, αντι-πολιτικής.

Για να γυρίσουμε για λίγο στον Halberstam:

No future για τον Edelman σημαίνει να δρομολογούμε τις επιθυμίες μας πέριξ της αιώνιας λιακάδας του υπέροχου παιδιού και να βρίσκουμε τη σκιερή όψη των πολιτικών φαντασιακών στις περήφανα άγονες και μη αναπαραγωγικές λογικές της κουήρ σχέτισης. Φαίνεται επίσης να σημαίνει κάτι (υπερβολικά πολλά) για το συμβολικό του Λακάν και όχι αρκετά για την ισχυρή αρνητικότητα των πολιτικών του πανκ… Η αρνητικότητα θα μπορούσε κάλλιστα να συνιστά μια αντι-πολιτική αλλά δεν θα έπρεπε να καταχωρείται ως απολίτικη.

Ο Halberstam έχει πάλι δίκιο που ασκεί κριτική στην υπερβολική εξάρτηση του Edelman από την ψυχανάλυση. Από αυτή την άποψη, μπορούμε πραγματικά να ερμηνεύσουμε την μεθοδολογία του μόνο ως αποφυγή, έναν τρόπο να επεξεργαστεί η κουήρ αρνητικότητα από τις ασφαλείς θέσεις του ακαδημαϊκού ή του αναλυτή. Θα συμφωνήσουμε επιπλέον ότι η αρνητικότητα θα έπρεπε να είναι αντι-πολιτική αντί για απολίτικη. Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είμαστε βέβαιοι τι θα μπορούσαν είναι οι ‘πολιτικές του πανκ’, και φοβόμαστε ότι πιθανά θα ήταν το ίδιο τρομερές όσο και οποιαδήποτε άλλη πολιτική. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να ορίσουμε την αντι-πολιτική μας ως αυτό που αρνείται κάθε πολιτική λογική: εκπροσώπηση, διαμεσολάβηση, διάλογο με την εξουσία. Κι έτσι, ακόμα μια φορά, πρέπει να εγκαταλείψουμε τους κουήρ ακαδημαϊκούς και τις εύκολες απαντήσεις τους. Αποκλίνουμε από τον Halberstam στο ότι δεν θα εντοπίσουμε τις αντι-πολιτικές μας σε κάποιο είδος μουσικής ή στην υποκουλτούρα που το συνοδεύει. Αντίθετα, θα αποπειραθούμε να δείξουμε ότι η έλλειψη στη σκέψη του Edelman θα ολοκληρώνονταν από τις αντι-πολιτικές τάσεις μια εξεγερσιακής αναρχικής πρακτικής αυτο-οργανωμένης επίθεσης.

Η κριτική της πολιτικής από τον Edelman ξεκινά με την μορφή του Παιδιού. Όλες οι πολιτικές θέσεις, υποστηρίζει, εκπροσωπούν τις εαυτές τους ως κάνοντας αυτό που είναι το καλύτερο για τα παιδιά. Οι πολιτικοί, οποιαδήποτε κι αν είναι τα κόμματά τους ή οι κλίσεις τους, οικουμενικά πλαισιώνουν τις διαμάχες τους γύρω από το ερώτημα ποιες πολιτικές είναι καλύτερες για τα παιδιά, ποιος κρατά το Παιδί ασφαλέστερο, ή τι είδος κόσμου θέλουμε να χτίσουμε για τα παιδιά μας. Η κεντρικότητα του Παιδιού στο πεδίο του πολιτικού δεν περιορίζεται στην εκλογική πολιτική ή στα πολιτικά κόμματα. Εθνικιστικές ομάδες οργανώνουν τις εαυτές τους γύρω από μια αναγκαιότητα να διατηρηθεί ένα μέλλον για τα παιδιά τους, ενώ αναρχικοί και κομμουνιστές επαναστάτες ασχολούνται με επαναστατική οργάνωση που στοχεύει να δημιουργήσει έναν καλύτερο κόσμο για μελλοντικές γενιές. Οι πολιτικοί ασχολούνται με διαφορετικά παιδιά αναλόγως τις αποστάσεις τους από ιδεολογίες, αλλά το Παιδί παραμένει σταθερό σαν μια οικουμενική λωρίδα Möbius, αναστρέφοντας τον εαυτό της και γυρνώντας έτσι ώστε να είναι η αδιαμφισβήτητη και άθικτη οικουμενική αξία κάθε πολιτικής. Η πολιτική, όσο υποτιθέμενα ριζοσπαστική κι αν είναι, είναι απλά η οικουμενική κίνηση της υποταγής στο ιδανικό του μέλλοντος – να συντηρεί, να διατηρεί και να αναβαθμίζει τις δομές της κοινωνίας και να τις πληθύνει μέσα στο χρόνο πάντα για χάρη των παιδιών. Το Παιδί πρέπει πάντα να ονομάζει τον ορίζοντα και τον ευεργετούμενο κάθε πολιτικού προγράμματος.

Είναι για αυτό το λόγο που ο Edelman υποστηρίζει ότι η queerness διαπιστώνει για τον εαυτό της ότι απουσιάζει από κάθε πολιτικό λόγο:

Γιατί η άποψη του φιλελεύθερου για την κοινωνία, η οποία δείχνει να χορηγεί στον κουήρ μια θέση, δεν επιδοκιμάζει καθόλου παραπάνω από ότι η συντηρητική δεξιά την queerness της αντίστασης στον μελλοντισμό και επομένως την queerness του κουήρ. Ενώ η δεξιά πτέρυγα φαντασιώνεται την εξάλειψη των κουήρ (ή την ανάγκη να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο την ύπαρξή τους), η αριστερά θα εξάλειφε την queerness ρίχνοντας το ψυχρό φως του λόγου επάνω της, ελπίζοντας εκ τούτου να την εκθέσει ως απλά ένα τρόπο σεξουαλικής έκφρασης ελεύθερο από τον διαπεραστικό χρωματισμό της, τον σχηματισμό της καθοριστικής φαντασίας, μέσα από την οποία μπορεί να φαίνεται ότι προμηνύει, κι όχι μόνο για τη δεξιά, τη λύση της κοινωνικής τάξης και του κέντρου προσοχής της, το Παιδί. Η queerness επομένως φτάνει να μη σημαίνει τίποτα και για τους δυο: για τη δεξιά πτέρυγα, το κενό πάντα σε πόλεμο με τη θετικότητα της αστικής κοινωνίας. Για την αριστερά, τίποτα περισσότερο από μια σεξουαλική πρακτική που χρειάζεται απομυστικοποίηση.

Το Παιδί, φυσικά, πολύ λίγα έχει να κάνει με τα πραγματικά παιδιά. Όπως όλοι οι άνθρωποι, τα παιδιά είναι σκλαβωμένα κάτω από την πολιτική τάξη του κράτους και του κεφαλαίου, αναμένονται να φέρουν το φορτίο του να είναι οι αθώοι ωφελούμενοι των πολιτικών πρωτοβουλιών. Όχι, αντίθετα το Παιδί είναι το φανταστικό σύμβολο για τον αιώνιο πολλαπλασιασμό της ταξικής κοινωνίας. Το Παιδί αναπαριστά τη διαδοχή των γενεών και τη συνέχιση αυτής της κοινωνίας πέρα από το εύρος ζωής των ζωντανών μελών της. Κάθε πολιτική, εφόσον ασχολείται πρωταρχικά με το Παιδί, αποκαλύπτεται τότε ότι είναι απλά μια διαδικασία για να διαχειρίζεται και να εξασφαλίζει τη συνεχιζόμενη ύπαρξη της κοινωνίας. Ως εχθροί της κοινωνίας, είμαστε επίσης εχθροί της πολιτικής.

Για να παραθέσουμε τον Edelman:

Η φαντασίωση που κείτεται υποκάτω της εικόνας του παιδιού σχηματίζει μόνιμα τη λογική εντός της οποίας πρέπει να αναστοχαστεί κανείς το ίδιο το πολιτικό. Αυτή η λογική μάς αναγκάζει, στο βαθμό που θα καταχωρούμασταν ως πολιτικά υπεύθυνοι, να υποκύψουμε στην πλαισίωση της πολιτικής διαμάχης – και, πράγματι του πολιτικού πεδίου – ως οριζόμενο από τους όρους που αυτό το βιβλίο περιγράφει ως αναπαραγωγικός μελλοντισμός: όροι που επιβάλλουν ένα ιδεολογικό όριο στον πολιτικό λόγο ως τέτοιον, διατηρώντας κατά τη διαδικασία το απόλυτο προνόμιο της ετεροκανονικότητας καθιστώντας ανήκουστη, ρίχνοντας έξω από το πολιτικό πεδίο, τη δυνατότητα μιας κουήρ αντίστασης σε αυτή την οργανωτική αρχή κοινοτικών σχέσεων.

Αν οι διάφοροι λόγοι της πολιτικής αφορούν πάντα μόνο το Παιδί (ως το μέλλον της κοινωνίας), η queerness πρέπει να είναι αντι-πολιτική γιατί σημαδεύει μια θεμελιώδη διακοπή των κοινωνικών νορμών και μηχανισμών που υπάρχουν για να καταστήσουν υποχρεωτική την αναπαραγωγή του Παιδιού. Ναι, το κουήρ σεξ, μπορεί να είναι μη αναπαραγωγικό σεξ, αλλά δεν μπορούμε να ορίσουμε την queerness μέσα από τέτοιες υπεραπλουστευτικές και νατουραλιστικές λογικές. Η queerness, πέραν του ότι είναι η άρνηση της ετεροκανονικής οικογενειακής μήτρας, πρέπει επίσης να εξασκείται ως μια ηθελημένη άρνηση της πολιτικής επιταγής να αναπαραχθεί η ταξική κοινωνία. Σε έναν κόσμο όπου όλες οι κοινωνικές σχέσεις μαγεύονται από την υποχρέωσή μας στο Παιδί ως το μέλλον της κοινωνικής τάξης, πρέπει να σπάσουμε αυτές τις κοινοτικές σχέσεις και να σπάσουμε τη στραγγαλιστική λαβή της πολιτικής στις καθημερινές μας ζωές. Η queerness πρέπει να είναι εξωτερικό της πολιτικής, ένας ανταγωνισμός ενάντια στο πολιτικό, άλλως δεν είναι καθόλου κουήρ.

Με τα λόγια του Edelman:

Η queerness ονομάζει την πλευρά εκείνων που “δεν μάχονται για τα παιδιά”. Την πλευρά έξω από τη συναίνεση κάτω από την οποία όλες οι πολιτικές επιβεβαιώνουν την απόλυτη αξία του αναπαραγωγικού μελλοντισμού. Τα πάνω και τα κάτω της πολιτικής μοίρας μπορεί να μετρούν τον παλμό της κοινωνικής τάξης, αλλά η queerness, αντίθετα μορφοποιείται εκτός και πέρα από τα πολιτικά συμπτώματά της, ο τόπος της ενόρμησης θανάτου της κοινωνικής τάξης: ένας τόπος, ασφαλώς, ταπείνωσης εκφρασμένης στο στίγμα, κάποιες φορές θανάσιμη συνέπεια της ανάγνωσης αυτής της φιγούρας κυριολεκτικά… Πιο ριζοσπαστικά, όμως, όπως επιχειρηματολογώ εδώ, η queerness επιτυγχάνει την ηθική αξία της ακριβώς στο βαθμό που προσχωρεί σε αυτόν τον τόπο, αποδεχόμενη την εικονιστική θέση ως αντίσταση στη βιωσιμότητα του κοινωνικού ενώ επιμένει στο άλυτο μιας τέτοιας αντίστασης από κάθε κοινωνική δομή.

Η queerness, όπως θα την συλλάβουμε επομένως, δεν είναι κλειδωμένη σε μια διαλεκτική μάχη κουήρ ταυτότητας ενάντια στις κανονιστικές ταυτότητες, ούτε των κουήρ πολιτικών ενάντια στις ετεροκανονικές πολιτικές. Μάλλον η κουήρ αντίθεσή μας στέκεται ενάντια στις ψευδείς αντιθέσεις που η πολιτική πάντοτε εξυπηρετεί στο να αναπαριστά. Η queerness σημαδεύει τον χώρο που είναι έξω και ενάντια στην πολιτική λογική. Οι εξεγερσιακοί αναρχικοί δεν είναι ξένοι σε αυτόν τον χώρο. Ενώ οι αριστεριστές αναρχικοί αρθρώνουν τη δραστηριότητά τους ως πολιτική, η εξεγερσιακή αναρχία δεν ασχολείται με τέτοιες αφαιρέσεις. Φεύγουμε από όλους τους πολιτικούς ρόλους που καλούμαστε να συμβολίσουμε, είτε εκείνους που κατασκευάζονται από τα media είτε εκείνους από αυτο-διοριζόμενους ηγέτες αγώνων. Σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους αυτο-αποκαλούμενους επαναστάτες, δεν μαχόμαστε για ένα ουτοπικό μέλλον (κομμουνιστικό, αναρχικό, cybernetic). Δεν ψάχνουμε για νίκες που θα τις απολαύσουν συμβολικά παιδιά σε μια μελλοντική κοινωνία. Δεν μαχόμαστε για ένα αφηρημένο ιδανικό. Δεν δημιουργούμε έναν κόσμο και δεν κινητοποιούμαστε από οτιδήποτε έξω από τους εαυτούς μας. Η αντι-πολιτική μας πρακτική, οι προσπάθειές μας για εξέγερση, αναδύονται ξεκάθαρα από το γενικό πλαίσιο μιας επίγνωσης των καθημερινών ζωών μας. Αν μιλάμε για κοινωνικό πόλεμο, είναι γιατί πειραματιζόμαστε με τύπους σχέσεων και πάλης με σκοπό να επιτεθούμε στην κοινωνική τάξη.

Για να ξεφύγουμε στ’ αλήθεια από την πολιτική, πρέπει να αναπτύξουμε μορφές αγώνα που σπάζουν τις ψευδαισθήσεις με τις οποίες γίνεται αναγκαία η πολιτική. Για να παραθέσουμε ξανά τον Edelman:

Η πολιτική ονομάζει την κοινωνική θέσπιση της προσπάθειας του υποκειμένου να εγκαταστήσει τις συνθήκες για [μια] αδύνατη παγίωση ταυτοποιούμενο με κάτι έξω από τον εαυτό του… αναβαλλόμενο στη διηνεκές από αυτό τον εαυτό του. Η πολιτική, επομένως, ονομάζει τον αγώνα για επιτελεσθεί μια φαντασιακή τάξη της πραγματικότητας στην οποία η αλλοτρίωση του υποκειμένου θα εξαφανιζόταν στην ενότητα της ταυτότητας στο τέλος αυτής της ατελείωτης αλυσίδας σημαινόντων που βιώνεται ως ιστορία.

Η πολιτική είναι τόσο απαίσια δύναμη γιατί κινείται από μια αλλοτρίωση και έλλειψη που είναι ριζωμένες στα θεμέλια της κοινωνίας. Για να θεραπευτεί αυτή η ανία, τα άτομα στρέφονται στην πολιτική για να ανακαλύψουν κάποια οικουμενική αλήθεια για την οποία να παλέψουν – μια βολική αφαίρεση για να γεμίσει το κενό της εμπειρίας τους. Αυτό είναι ένα παράδοξο, φυσικά, καθώς αυτή η αλλοτρίωση είναι εγγενής στην καπιταλιστική κοινωνία, και η πολιτική μπορεί μόνο να αναπαράγει αυτήν την κοινωνία, και επομένως την συνακόλουθη μιζέρια. Η φαντασίωση της πολιτικής υπόσχεται να συρράψει την κενή υποκειμενικότητα ενός σε κάποια αφαίρεση έξω από τον εαυτό σε μια προσπάθεια να βρει κάποιο νόημα, να τοποθετηθεί εντός της ιστορίας, πραγματικά να κάνει κάτι. Ως μια μορφή τέχνης της περφόρμανς, η πολιτική δρα σαν μια μεγάλη αναπαράσταση αντίστασης στην κοινωνία, κι όμως ως απλή αναπαράσταση παραμένει αδιαχώριστη από τη συμβολική τάξη. Οι πραγματικότητα της πολιτικής είναι ότι δεν προσφέρει τίποτα. Ένα κενό που αντιστοιχεί στην έλλειψη νοήματος της κοινωνικής ζωής.
Μια εξεγερσιακή, κουήρ αντι-πολιτική λειτουργεί ώστε να διακόπτει το κλειστό κύκλωμα του κενού-πολιτικής-κενού. Σταματώντας την ατελείωτη επιδίωξη ενός καλύτερου κόσμου για το Παιδί, το πρόγραμμά μας εστιάζει στην άμεση ικανοποίηση, χαρά, σύγκρουση, εκδίκηση, συνωμοσία και ευχαρίστηση. Αντί για πολιτική, εμπλεκόμαστε στον κοινωνικό πόλεμο. Δίχως απαιτήσεις, απαλλοτριώνουμε αυτά που επιθυμούμε. Αντί για αντιπροσώπευση, βασιζόμαστε στην αυτόνομη αυτο-οργάνωση. Δεν διαμαρτυρόμαστε, επιθετόμαστε. Όπως και με την queerness μας, η αντι-πολιτική μας πασχίζει να διαφύγει της πολιτικής ταυτοποίησης ή της ιδεολογικής προσάρτησης σε αυτή ή την άλλη πολιτική υποκειμενικότητα.

Η προσχώρηση σε αυτή την εικονιστική ταυτοποίηση με τη λύση της ταυτότητας, η οποία είναι επίσης η εξάρθρωση της κοινωνικής και συμβολικής μορφής, θα μπορούσε να περιγραφεί ως πολιτικά αυτο-καταστροφική… αλλά η πολιτική (ως η κοινωνική επεξεργασία της πραγματικότητας) και ο εαυτός (ως ένα απλό πρόσθεμα που διατηρεί το μέλλον για το εικονιστικό παιδί), είναι αυτό που η queerness, ξανά ως μορφή, αναγκαστικά καταστρέφει – αναγκαστικά στο βαθμό που αυτός ο “εαυτός” είναι ο φορέας του αναπαραγωγικού μελλοντισμού και αυτή η “πολιτική” τα μέσα της διάδοσής τους ως η τάξη της κοινωνικής πραγματικότητας… Η πολιτική αυτο-καταστροφή ενυπάρχει στην μόνη πράξη που μετρά ως τέτοια. Την πράξη της αντίστασης στη σκλαβιά εμπρός στο μέλλον εις το όνομα του να έχεις ζωή.

Αποφεύγοντας την παγίδα του μέλλοντος

Θα έπρεπε να είναι προφανές μέσα από τη μεταχείριση από τον Edelman της σχέσης της πολιτικής με το Παιδί ότι η κάθεξη που συλλαμβάνει όλη την πολιτική φιλοδοξία είναι μια ενόρμηση προς το μέλλον. Η κοινωνική τάξη πρέπει να απασχολείται με το μέλλον ούτως ώστε να δημιουργήσει μια υποδομή που να κοιτάζει προς τα εμπρός και έναν λόγο για να πληθύνεται η ίδια. Το όνομα του Edelman για αυτή την επιμονή στο Παιδί ως το μέλλον είναι ο αναπαραγωγικός μελλοντισμός. Ο αναπαραγωγικός μελλοντισμός είναι η ιδεολογία που απαιτεί όλες οι κοινωνικές σχέσεις και η κοινοτική ζωή να δομούνται ώστε να επιτρέπουν τη δυνατότητα του μέλλοντος μέσα από την αναπαραγωγή του Παιδιού, και επομένως της αναπαραγωγής της κοινωνίας. Η ιδεολογία του αναπαραγωγικού μελλοντισμού εξασφαλίζει τη θυσία όλης της ζωτικής ενέργειας για την καθαρή αφαίρεση της εξιδανικευμένης συνέχισης της κοινωνίας. Ο Edelman υποστηρίζει ότι “η μελλοντικότητα συμποσούται με έναν αγώνα για τη Ζωή εις βάρος της ζωής. Για τα Παιδιά εις βάρος των εμπειριών δια ζώσης των πραγματικών παιδιών”.

Αν η queerness είναι μια άρνηση της συμβολικής αξίας του Παιδιού ως ο ορίζοντας του μέλλοντος, η queerness πρέπει να εμφανίζεται ως υπάρχουσα ενάντια στο ίδιο το μέλλον. Για να είμαστε συγκεκριμένοι, το κουήρ πρόγραμμά μας πρέπει επίσης να λαμβάνει στάση το ίδιο ως η άρνηση του μέλλοντος του πολιτισμού.

Ο Edelman υποστηρίζει ότι “το κουήρ έρχεται να δηλοποιήσει το κώλυμα σε κάθε υλοποίηση της μελλοντικότητας, την αντίσταση, εσωτερική στο κοινωνικό, σε κάθε κοινωνική δομή ή φόρμα”. Τοποθετεί αυτή την κουήρ αντι-μελλοντικότητα ως ούσα η πρωτεύουσα φαντασιακή αιτιολόγηση της αντι-κουήρ βίας: “Αν δεν υπάρχει μωρό και, κατά συνέπεια, κανένα μέλλον, τότε το φταίξιμο πρέπει να πέσει στο θανάσιμο δέλεαρ στείρων, ναρκισσιστικών απολαύσεων που γίνονται κατανοητές ως εγγενώς καταστροφικές για το νόημα και επομένως ως υπεύθυνες για τη λύση της κοινωνικής οργάνωσης, της συλλογικής πραγματικότητας, και, αναπόφευκτα, της ίδιας της ζωής”. Επικαλείται τις αντι-κουήρ ερμηνείες της Βιβλικής καταστροφής των Σοδόμων για να περιγράψει τους τρόπους με τους οποίους το συλλογικό φαντασιακό είναι ακόμα στοιχειωμένο από την άποψη ότι ένας πολλαπλασιασμός της queerness μπορεί μόνο να έχει ως αποτέλεσμα μια επίμονη απειλή κοινωνικής αποκάλυψης. Επομένως στο όνομα του Παιδιού και του μέλλοντος που εκπροσωπεί, κάθε καταπίεση, σεξουαλική ή άλλη, μπορεί να δικαιολογηθεί.

Το Παιδί, εγκλεισμένο σε μια αθωότητα που βλέπεται ως συνεχώς υπό πολιορκία, συμπυκνώνει μια φαντασία ευαλωτότητας στην queerness των κουήρ σεξουαλικοτήτων ακριβώς στο βαθμό που αυτό το Παιδί κατοχυρώνει, με τη μορφή του ως εξάγνιση, την ίδια αξία για την οποία η queerness βρίσκει τον εαυτό της να κατηγορείται: μια επιμονή στην ομοιομορφία που σκοπεύει να αποκαταστήσει ένα Φαντασιακό παρελθόν. Το Παιδί, με άλλα λόγια, σημαδεύει την φετιχιστική εμμονή της ετεροκανονικότητας: μια ερωτικά φορτισμένη επένδυση στην άκαμπτη ομοιομορφία της ταυτότητας που είναι κεντρική στην καταναγκαστική αφήγηση του αναπαραγωγικού μελλοντισμού. Και επομένως, όπως διατείνεται η ακραία δεξιά, η μάχη ενάντια στους κουήρ είναι μια μάχη ζωής και θανάτου για το μέλλον ενός Παιδιού του οποίου τα συντρίμμια επιδιώκονται από τους κουήρ. Πράγματι, όπως η οργάνωση Army of God κατέστησε σαφές στον οδηγό κατασκευής βομβών που παράγει για την βοήθεια των μαχητικά “pro-life” μελών της, ο σκοπός της ήταν πλήρως συγκλίνων με τη λογική του αναπαραγωγικού μελλοντισμού: να “διαρρήξει και τελικά να καταστρέψει τη δύναμη του Σατανά να σκοτώσει τα παιδιά μας, τα παιδιά του Θεού”.

Ο Edeleman συνεχίζει παραθέτοντας τους τρόπους που ο αναπαραγωγικός μελλοντισμός είναι εγγενής στη λευκή ρατσιστική ιδεολογία και στον λευκό εθνικισμό. Δεσμευμένος όπως είναι το Παιδί στις αντιλήψεις της φυλής και του έθνους:

Επιτρέψτε μου να τελειώσω με μια αναφορά στις “δεκατέσσερις λέξεις”, που αποδίδονται στον David Lane, με τις οποίες τα μέλη διάφορων λευκών σεπαρατιστικών οργανώσεων σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες επιβεβαιώνουν τη συλλογική δέσμευσή τους στο σκοπό του φυλετικού μίσους: “πρέπει να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη των ανθρώπων μας και ένα μέλλον για τα λευκά παιδιά”. Εφ’ όσον “λευκά” είναι η μόνη λέξη που καθιστά αυτό το πιστεύω αποκρουστικό, εφ’ όσον τα εικονιστικά παιδιά συνεχίζουν να “εξασφαλίζουν την ύπαρξή μας” μέσα από τη φαντασίωση ότι επιβιώνουμε εντός τους, εφ’ όσον ο κουήρ διαψεύδει αυτή τη φαντασίωση, επιτελώντας την απο-πραγματοποίησή της τόσο βέβαια όσο και μια συνάντηση με το Πραγματικό, μόνο για έναν τόσον καιρό πρέπει [η queerness] να έχει τελικά κάποιο μέλλον.

Για να ενισχύσει το επιχείρημά του για την καταπιεστική φύση του αναπαραγωγικού μελλοντισμού, ο Edelman παραθέτει τον Walter Benjamin περιγράφοντας τον τρόπο που η φαντασίωση του μέλλοντος ήταν εγγενής στην εξάπλωση του φασισμού στην Ευρώπη. Ο Edelman, μέσω του Benjamin, περιγράφει “τον φασισμό στο πρόσωπο του μωρού”, μια φράση που σκοπό είχε να εικονογραφήσει την απόλυτη εξουσία που παρέχεται από την ιδεολογία του αναπαραγωγικού μελλοντισμού. Αυτός ο φασισμός στο πρόσωπο του μωρού υπηρετεί στην πραγμοποίηση της διαφοράς και επομένως στην εξασφάλισης της αναπαραγωγής της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης με τη μορφή του μέλλοντος. Καμία θηριωδία δεν αποκλείεται εφ’ όσον πρόκειται για το παιδί. Κανένα απεχθές πρόγραμμα βιομηχανίας δεν θα έπρεπε να αποκλείεται εφ’ όσον θα υπηρετεί στην επίσπευση του μέλλοντος του βιομηχανικού πολιτισμού. Στρατοί ανδρών, αυτοκρατορικοί και επαναστατικοί το ίδιο, έχουν πάντα παραταχθεί στη σφαγή εις το όνομα του Παιδιού.

Αλλά δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πιο πέρα παρά από τις επικεφαλίδες των νέων του σήμερα για δούμε τη συμβολική εξουσία που παρατάσσει το πρόσωπο του Παιδιού στην υπηρεσία της κοινωνικής τάξης. Αυτή τη χρονιά, το έθνος σαγηνεύτηκε από δύο φρικιαστικά παραδείγματα της επικράτειας του θανάτου των λευκών ρατσιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Travor Martin στο Sanford, Florida και ο Bo Morrison στο Slinger, Winsconsin: δυο μαύροι νέοι που δολοφονήθηκαν στα χέρια ρατσιστών εθελοντών φρουρών.

Παρόλο που η συστηματική δολοφονία και φυλάκιση μαύρων ανθρώπων είναι τόσο κοινός τόσο που δεν μπορεί να είναι πρώτη είδηση, αυτές οι ιστορίες έχουν σαρώσει το έθνος ειδικά εξαιτίας του τρόπου που διατέμνονται με τις αφηγήσεις αθωότητας και παιδικής ηλικίας. Ειδικά στην περίπτωση του Trayvon Martin, του οποίου το μέλλον αποσπάστηκε από αυτόν στην ηλικία των δεκαεπτά, μαίνεται μια διαμάχη γύρω από τον χαρακτήρα του και την αθωότητα του όσον αφορά τη συμβολική θέση του ως το Παιδί.

Μια θέση αυτής της διαμάχης κυκλοφορεί μια “αγγελική” εικόνα του προσώπου του για να διαβεβαιώσει την κοινωνία για την παιδική φύση του. Η άλλη πλευρά κυκλοφορεί μια πειραγμένη φωτογραφία του που φορά ένα grill ως ένα είδος φυλετικής διαβεβαίωσης στην ενηλικίωσή του. Κάθε πλευρά εξετάζει πυρετωδώς τις ‘αποδείξεις’ για να επιχειρηματολογήσει αν είχε επιτεθεί στον δολοφόνο του πριν πεθάνει. Αυτό που διακυβεύεται σε αυτή τη διαμάχη είναι η συμβολική θέση του Trayvon ως το Παιδί: αν αναπαριστά το Παιδί, ο φόνος του είναι η απεχθής καταστροφή του μέλλοντός του (και κατ’ επέκταση του καθενός). Αν δεν είναι το Παιδί, τότε ο δολοφόνος τους έδρασε από την ανάγκη να προστατεύσει το μέλλον της δικής του κοινότητας (και των παιδιών εντός της) από μια εκλαμβανόμενη (ακόμα και και ψευδή) απειλή. Ενώ πολιτικοί τόσο ψηλά όσο ο Πρόεδρος επενδύουν τον Trayvon με το βάρος να κουβαλά τη μελλοντικότητα για τα δικά τους παιδιά, άλλοι συνεχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμά τους από την δεύτερη τροπολογία να κατέχουν όπλα ώστε να προστατεύουν τα δικά τους.

Ο Bo Morrison δολοφονήθηκε επίσης από έναν ρατσιστή νοικοκύρη, και ο φονιάς του συνεχίζει με ασυδοσία γιατί μπορεί να ισχυριστεί ότι ήθελε να εξαλείψει οποιαδήποτε απειλή στα δικά του παιδιά. Νεαροί άνδρες που εμφανίζονται, όπως οι κουήρ, ως εχθροί της οικογένειας καταστράφηκαν στο όνομα του Παιδιού. Σε κάθε περίσταση, η συνολική συζήτηση επικεντρώνεται στο Παιδί ενώ αποκρύπτει εξ ολοκλήρου την πραγματικότητα των πραγματικών νεαρών ατόμων που εκτελέστηκαν εις το όνομα του παιδιού.

Ειδήμονες αρθρώνουν τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν από γονείς και κράτος για αποκατασταθεί η υπόσχεση του μέλλοντος: μια απαγόρευση στα όπλα, περισσότερο υπεύθυνη οπλοκατοχή, την αφαίρεση των ‘κουκούλων’ από τις γκαρνταρόμπες των παιδιών, επίβλεψη της γειτονιάς, περισσότερη αστυνόμευση, “δικαιοσύνη”. Αυτοί οι φρικιαστικοί φόνοι επιδεικνύουν ότι πραγματικά δεν υπάρχει μέλλον. Είναι αυτή η αλήθεια στην οποία ξυπνούν νέοι άνθρωποι παντού. Γεμίζουν τους δρόμους μαζικά, με κουκούλες, ξεφεύγουν από την αστυνομία και παγιδεύουν τις ροές των πόλεων. Φεύγουν από το σχολείο – την κοινότυπη φυλακή της μελλοντικότητας – ώστε να συλήσουν μαγαζιά και να είναι με τους φίλους τους. Ετοιμάζονται και συντονίζονται, έτσι ώστε την επόμενη φορά που κάποιος από αυτούς καεί στην πυρά για χάρη του Μέλλοντος, θα κάνουν την πόλη να καεί σε είδος. Οι φωτιές της Ελλάδας, του Λονδίνου και του Μπαχρέιν υπαινίσσονται τις συνέπειες ενός τέτοιου ξυπνήματος.

Για να εδραιώσουμε περαιτέρω τη θεωρία του Edelman για το Παιδί και τις σύγχρονες διαμάχες γύρω από την αναπαραγωγή στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην άνοδο του Καπιταλισμού, θα στραφούμε σύντομα στο έργο της Silvia Federici στο βιβλίο της Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα. Στο Κάλιμπαν, η Federici μελετά την άνοδο του Καπιταλισμού στην Ευρώπη μέσα από τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Για την Federici, η μετακίνηση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό ήταν εφικτή μόνο μέσα από τη συσσώρευση των σωμάτων των γυναικών και κατά συνέπεια μέσα από την ανάπτυξη της σωματικής τους ικανότητας σε έναν τόπο ειδικά για την αναπαραγωγή μιας προλεταριοποιημένης εργατικής δύναμης. Η ιστορία της εικονογραφεί ότι αντί για μια αδιάλειπτη μετάβαση, η περίοδος σημαδεύτηκε από μια σταθερή ταλάντωση μεταξύ εξέγερσης και καταστολής της ανταρσίας. Χαρακτηρίζει τους χωρικούς και τους προλεταριοποιημένους εργάτες που επαναστάτησαν ενάντια στο Κράτος και στο ξύπνημα του μαύρου λοιμού ως μη έχοντες “κανένα ενδιαφέρον για το μέλλον”, αποκομμένοι καθώς ήταν από κάθε τελεολογική φαντασίωση. Υποστηρίζει ότι η αυτονομία και εξουσία που οι γυναίκες χωρικές (και οι κουήρ) διατηρούσαν πάνω στα κορμιά τους έπρεπε να καταστραφεί ώστε η εκκολαπτόμενη μπουρζουαζία να τις μετατρέψει σε μηχανές αναπαραγωγικού έργου.

Θα παραθέσουμε από αυτήν, επεξεργαζόμενοι τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο η κατασκευή της ατομοποιημένης μονάδας κοινωνικής αναπαραγωγής – η οικογένεια – ήταν σημαντική για τη διαδικασία της καταστολής της πρώιμης μεσαιωνικής εξέγερσης ενάντια στον καπιταλισμό:

Στο μεσαίωνα, η μετανάστευση, η αλητεία, και η άνοδος των εγκλημάτων κατά της περιουσίας ήταν μέρος της αντίστασης στην φτωχοποίηση και στην αποστέρηση. Αυτά τα φαινόμενα τώρα πήραν μαζικές διαστάσεις. Παντού – αν δώσουμε βάση στα παράπονα σύγχρονων αυθεντιών – οι αλήτες εξαπλώνονταν, άλλαζαν πόλεις, περνούσαν τα σύνορα, κοιμόταν σε αχυρώνες ή συγκεντρώνονταν στις πύλες των πόλεων – μια τεράστια ανθρωπότητα εμπλεγμένη σε μια δική της διασπορά, η οποία για δεκαετίες ξέφευγε από τον έλεγχο των αρχών… Μια μαζική ανάκτηση και επανοικειοποίηση του κλεμμένου κοινοτικού πλούτου ήταν υπό διεξαγωγή… Στην επιδίωξη της κοινωνικής πειθαρχίας, εκτοξεύτηκε μια επίθεση ενάντια σε όλες τις μορφές της συλλογικής κοινωνικότητας και σεξουαλικότητας συμπεριλαμβανομένων αθλημάτων, αγωνισμάτων, χορών, ale-wakes, φεστιβάλ και άλλων ομαδικών τελετουργικών που είχαν υπάρξει πηγή δεσμών και αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών… Αυτό που διακυβεύονταν ήταν η αποκοινωνικοποίηση και η αποσυλλογικοποίηση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμη, καθώς και η προσπάθεια να επιβληθεί μια πιο παραγωγική χρήση του ελεύθερου χρόνου… Η υλική περίφραξη που επιχειρούταν μέσω της ιδιωτικοποίησης της γης και το φράξιμο των κοινών ενισχύονταν από μια διαδικασία κοινωνικής περίφραξης, με την αναπαραγωγή των εργατών να μετατοπίζεται από το ανοιχτό χωράφι στην πόλη, από την κοινότητα στην οικογένεια, από το δημόσιο χώρο, στον ιδιωτικό.

Μέσα από το επιχείρημά της, η Federici στρέφεται με συνέπεια στην ιστορική θηριωδία που ήταν τα κυνήγια μαγισσών ως την πρωτεύουσα μορφή της καταστροφής της δύναμης των γυναικών και την μετέπειτα συσσώρευση των σωμάτων τους ως αναπαραγωγικές μηχανές. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι τον 16ο και 17ο αιώνα, μια συλλογική αφήγηση κυκλοφορούσε με σκοπό να υποδαυλίσει την παράνοια και τη θέρμη κατά των μαγισσών η οποία κατηγορούσε τις μάγισσες ως δολοφόνους παιδιών. Κοινές αντιλήψεις έλεγαν ότι οι μάγισσες, κάτω από το μανδύα ότι είναι θεραπεύτριες, θα εισέρχονταν στα σπίτια των εργοδοτών τους και θα θυσίαζαν τα παιδιά τους στον Διάβολο. Σε καιρούς όπου κράτη και οικογένειες ασχολούνταν όλο και περισσότερο με την μείωση του πληθυσμού, αυτός ο φόβος οδήγησε σε ένα τεράστιο μίσος ενάντια σε όσες κατηγορούταν για μαγεία. Εδώ, βλέπουμε την εμφάνιση της πρωταρχικότητας του Παιδιού ως το κυβερνών σύμβολο της ιδεολογικής και υλικής αναπαραγωγής της ταξικής κοινωνίας. Οι μάγισσες, και οι μεσαιωνικές γυναίκες πιο ευρέως, μπορούν επομένως να τοποθετηθούν μέσα στη δομική κατηγορία της queerness που παρατάσσει ο Edelman: η κατηγορία εκείνων που αρνούνται υποδούλωση στο μέλλον με τη μορφή του Παιδιού. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, αν και η Federici το αναφέρει μόνο σε μια υποσημείωση, ότι υπήρχε πολύ μεγάλη συσχέτιση μεταξύ μαγείας και queerness, και ότι αμέτρητοι κουήρ συνάντησαν τον θάνατό τους κατά τη διάρκεια των κυνηγιών μαγισσών.
Η Federici το ισχυρίζεται λέγοντας

…η υποδούλωση των γυναικών στην τεκνοποιία… οι μήτρες τους έγιναν δημόσιο έδαφος, ελέγχονταν από τους άντρες και το κράτος, και η αναπαραγωγή ετίθετο άμεσα στην υπηρεσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης… Ο Μαρξ ποτέ δεν αναγνώρισε ότι η αναπαραγωγή θα μπορούσε να γίνει έδαφος εκμετάλλευσης και με τον ίδιο τρόπο έδαφος αντίστασης. Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να αρνηθούν να αναπαράγουν, ή ότι μια τέτοια άρνηση θα μπορούσε να γίνει μέρος ταξικού αγώνα… Γυναίκες σε απεργία ενάντια στην κατασκευή παιδιών.

Το τυφλό σημείο στη σκέψη του Μαρξ πρέπει να παραμείνει παρόν στην κριτική μας του αναπαραγωγικού μελλοντισμού και της κοινωνικής τάξης τους. Είναι χρήσιμο να εξετάσουμε τις στιγμές όπου οι άνθρωποι ηθελημένα αντιστέκονταν την αναπαραγωγή της κοινωνίας μέσα από την αφαίρεση των σωμάτων τους από τις ροές της μελλοντικότητας. Είναι πλέον προφανές πώς, στην ιστορική στιγμή που περιγράφεται στον Κάλιμπαν, η κυριολεκτική άρνηση να δημιουργήσεις παιδιά ήταν μια πρακτική αντίστασης στην κυριαρχία των σωμάτων τους από το κράτος. Αυτή η σωματική αντίσταση και άρνηση είναι ζωτική ακόμα και σήμερα, αλλά ο σύγχρονος αγώνας μας δεν είναι ένας αγώνας που εξαπολύεται αποκλειστικά ενάντια στην απαίτηση να παράγεις πραγματικά παιδιά. Ερχόμαστε σε σύγκρουση με το σύμβολο του Παιδιού του οποίου τα ενδιαφέροντα και του οποίου το πρόσωπο κυβερνά τις επιχειρήσεις της πολιτικής και όλων των πολιτικών υποκειμένων. Ένα διαφορετικό είδος απεργίας θα είναι απαραίτητο για να αρνηθούμε την φαντασιακή δύναμη του Παιδιού.

Μια άλλη χρήσιμη κριτική που στρέφει η Federici ενάντια στον Μαρξισμό είναι ότι από την πλευρά των γυναικών, είναι αδύνατον να ισχυριστεί κανείς ότι ο καπιταλισμός υπήρξε ποτέ προοδευτικός ή απελευθερωτικός. Ισχυρίζεται ότι αν κατανοήσουμε ότι η ταξική κοινωνία αναδύθηκε μέσα από τη σφαγή χιλιάδων γυναικών και την ανάπτυξη των σωμάτων τους ώστε να ταιριάζει στις ανάγκες της βιομηχανίας, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο καπιταλισμός σήμαινε οικουμενικά υποβάθμιση και εκμετάλλευση για τις γυναίκες. Ενώ δεν είναι τίποτα καινοφανές να ισχυριστείς ότι καπιταλισμός σημαίνει εκμετάλλευση, αυτό το επιχείρημα δένει με την ανάλυσή μας γιατί συγκεκριμένα καταγγέλλει και αντικρούει την τελεολογία (Μαρξιστική συγκεκριμένα, αλλά παρατασσόμενη από πολλές άλλες ιδεολογίες) που λέει ότι ο καπιταλισμός ήταν μια αναγκαία στάση στο δρόμο για την ουτοπία. Απορρίπτοντας αυτή την προοδευτική ιδεολογία, η Federici θεμελιωδώς αμφισβητεί την αφηγηματική σταθερότητα του αναπαραγωγικού μελλοντισμού, ο οποίος μας διαβεβαιώνει ότι η ιστορία μάς κινεί εμπρός προς τον παράδεισο, για ότι η τωρινή διευθέτηση δεν είναι παρά ένα βήμα σε αυτή τη διαδρομή.
Αν πρόκειται να καταλάβουμε πλήρως γιατί το σύμπλεγμα του Παιδιού, το πολιτικό, και ο αναπαραγωγικός μελλοντισμός έχουν περιπλεχθεί σε τόσο καταπιεστικές συνθήκες, θα ήταν χρήσιμο για μας να αναλύσουμε τις συγκεκριμένες δυναμικές του καπιταλισμού καθώς εξελίχθηκε μέσα από την αντεπανάσταση των τελευταίων αρκετών δεκαετιών. Συγκεκριμένα, θα χρειαστεί να κοιτάξουμε το ίδιο το κεφάλαιο ως μια δύναμη που αποικιοποιεί τη ζωή και την ξαναφτιάχνει κατ’ εικόνα του. Για αυτό, θα στραφούμε στο έργο του Jacques Camatte στο δοκίμιό του “Ενάντια στην Εξημέρωση”:

Η βιομηχανία του μέλλοντος έχει γίνει επιτέλους ανεξάρτητη και έχει αναλάβει μια τεράστια έκταση. Το κεφάλαιο εισέρχεται σε αυτό το νέο πεδίο και αρχίζει να το εκμεταλλεύεται, πράγμα που οδηγεί σε περαιτέρω απαλλοτρίωση ανθρώπων και σε ενίσχυση αυτής της εξημέρωσής τους. Αυτή η λαβή πάνω στο μέλλον είναι αυτό που ξεχωρίζει το κεφάλαιο από όλους τους άλλους τρόπους παραγωγής. Από τις πιο πρώτες αρχές του η σχέση του κεφαλαίου με το παρελθόν ή το παρόν πάντοτε ήταν μικρότερης σημασίας από όσο η σχέση του με το μέλλον. Η μόνη ροή ζωής του κεφαλαίου βρίσκεται στην συναλλαγή που διεξάγει με την εργατική δύναμη. Έτσι όταν παράγεται υπεραξία, είναι, με την άμεση αίσθηση, απλά δυνητικό κεφάλαιο. Μπορεί να καταστεί ενεργό κεφάλαιο απλά μέσα από μια συναλλαγή ενάντια στη μελλοντική εργασία. Με άλλα λόγια, όταν παράγεται υπεραξία στο παρόν, αποκτά πραγματικότητα μόνο αν η εργατική δύναμη μπορεί να εμφανιστεί ότι είναι ήδη διαθέσιμη στο μέλλον. Αν επομένως το μέλλον δεν βρίσκεται εκεί, τότε το παρόν (και εφεξής το παρελθόν) καταργούνται: πρόκειται για απαξίωση μέσα από την απόλυτη απώλεια της ουσίας. Ξεκάθαρα λοιπόν, η πρώτη αποστολή του κεφαλαίου πρέπει να είναι η κυριαρχία του μέλλοντος ώστε να μπορεί να διαβεβαιωθεί η ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας του. (Αυτή η κατάκτηση οργανώνεται από το πιστωτικό σύστημα). Επομένως το κεφάλαιο έχει ουσιαστικά ιδιοποιηθεί τον χρόνο, τον οποίο πλάθει κατ’ εικόνα του ως ποσοτικό χρόνο. Όμως, η παρούσα υπεραξία συνειδητοποιήθηκε και καταξιώθηκε μέσα από συναλλαγή ενάντια στην μελλοντική εργασία, αλλά τώρα, με την ανάπτυξη της βιομηχανίας του μέλλοντος, η τρέχουσα υπεραξία έχει καταστεί η ίδια ανοιχτή στην κεφαλαιοποίηση. Αυτή η κεφαλαιοποίηση απαιτεί ο χρόνος να προγραμματιστεί και αυτή η ανάγκη εκφράζεται η ίδια ως έναν επιστημονικό συρμό στη μελλοντολογία. Εφεξής, το κεφάλαιο παράγει χρόνο. Από εδώ και πέρα πού θα μπορούν τα άτομα να τοποθετούν τις ουτοπίες τους;

Κατά τη διάρκεια ζωής του Camatte, το έργο του “Ενάντια στην Εξημέρωση” σημαδεύει μια μετατόπιση στη θεωρία του από αριστερο-κομμουνισμό σε αντιλήψεις ενάντια στον πολιτισμό. Αυτό το απόσπασμα να ενέπνεε αργότερα τεράστια επιρροή στην αγγλόφωνη αντι-πολιτισμική θεωρία. Το επιχείρημά του είναι ότι η συγκεκριμένη, προσανατολισμένη στο μέλλον, φύση του κεφαλαίου – η τάση του να συσσωρεύει το μέλλον – επέτρεψε στον καπιταλισμό να αναπτυχθεί στην τερατωδία που είναι. Πέρα απλά από την ιδιοποίηση της ζώσης εργασίας ανθρώπινων όντων και της εμπορευματοποίησής της ως νεκρή εργασία, ο Camatte ισχυρίζεται ότι το κεφάλαιο έχει αποικίσει τα ίδια τα ανθρώπινα όντα, συνιστώντας την ίδια την ύπαρξή τους και ξανά-κατασκευάζοντας ανθρώπινες σχέσεις στις κοινότητες του κεφαλαίου. Περιγράφει αυτή τη διαδικασία – την ανθρωπομορφοποίηση του κεφαλαίου – ως εξημέρωση. Με το να αποικίζει κάθε άποψη της ζωής μέσα στη βιομηχανική κοινωνία, το κεφάλαιο επομένως φτάνει να εξημερώνει τα μέλλοντα των ατόμων τόσο όσο και τα παρόντα τους. Ο Camatte συνεχίζει:

Οι καθιερωμένες κοινωνίες που υπήρχαν σε προηγούμενους καιρούς κυριαρχούσαν στο παρόν και σε ένα μικρότερο βαθμό στο παρελθόν, ενώ το επαναστατικό κίνημα είχε για τον εαυτό του το μέλλον. Οι μπουρζουάδικες επαναστάσεις και οι προλεταριακές επαναστάσεις όφειλαν να εγγυώνται την πρόοδο, αλλά αυτή η πρόοδος εξαρτώταν από την ύπαρξη ενός μέλλοντος που καταξιώνονταν σε σχέση με ένα παρόν και ένα παρελθόν που πρόκειται να καταργηθούν. Σε κάθε περίπτωση… το παρελθόν παρουσιάζεται ως σκεπασμένο στο σκοτάδι, ενώ το μέλλον είναι μόνο λαμπερό φως. Το κεφάλαιο έχει κατακτήσει το μέλλον. Το κεφάλαιο δεν φοβάται τις ουτοπίες, εφόσον τείνει να τις παράγει. Το μέλλον είναι ένα πεδίο για την παραγωγή κέρδους. Για να παραχθεί το μέλλον, να βρεθεί σε ύπαρξη, οι άνθρωποι πρέπει τώρα να τεθούν υπό τους όρους μιας λειτουργίας μιας αυστηρά προ-εννοημένης διαδικασίας παραγωγής: πρόκειται για τον προγραμματισμό φτασμένο στον έσχατο βαθμό του…

Η κυριαρχία του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, προσφέρεται για την άνοδο μια δομικής αναπαράστασης, όπου καθετί ανάγεται σε [έναν συνδυασμό] κοινωνικών σχέσεων, παραγωγικών δυνάμεων ή μυθικών memes κλπ διατεταγμένων με τέτοιον τρόπο ώστε να βγάζουν νόημα ως μια ολότητα.

Αυτή η ολότητα είναι η κατάστασή μας. Η ιστορία είναι μόνο η εγγραφή αιώνων ήττας και θριάμβου του κεφαλαίου πάνω στους νεκρούς. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας που κυριαρχείται από την αναπαράστασή του ως η σφαίρα δυνατοτήτων επέκτασης και νέων τεχνολογιών. Και γύρω μας βρίσκονται οι αναρίθμητοι θεσμοί, τεχνολογίες και διαδικασίες που θα μας χρησιμοποιούσαν ως τα υποτακτικά εργαλεία για αυτή τη διαδικασία κυριαρχίας. Αυτό είναι τι σημαίνει να περιγράφεις τον καπιταλισμό ως μια ολότητα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν επιχειρηματολογούμε απλά ενάντια σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό σύστημα, αλλά ενάντια στην ίδια τη βιομηχανική κοινωνία. Όχι για μια συγκεκριμένη διαχείριση των μέσων παραγωγής, αλλά εναντίον τους συνολικά.

Ότι το κεφάλαιο τώρα σχηματίζει τον ορίζοντα των ζωών μας είναι προφανές. Το να πεις “no future” σημαίνει να πεις ότι δεν έχουμε μέλλον εκτός από αυτό που πλανιέται στη θάλασσα, με τους ανέμους της κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ξεδιπλώνονται να το φυσούν συνεχώς. Επισφαλής εργασία, ζωές χρέους, η αδυνατότητα της σύνταξης, η ανάγκη να ξανακατασκευάζεις τον εαυτό σου διαρκώς μέσα από αμέτρητες τεχνικές-του-εαυτού ώστε να φέρεις τον εαυτό σου στην αγορά ως ένα σχετικά νέο εμπόρευμα, νοίκι, λογαριασμοί, πίστωση: τα γεγονότα της δικιάς μας καθημερινής αναπαραγωγής μας αναγκάζουν να πουλάμε διαρκώς, όχι μόνο τη σωματική μας ικανότητα, αλλά επίσης και τους μέλλοντές μας. Κάθε φορά που προσφέρουμε το σώμα μας σε μια ιατρική μελέτη, κάνουμε σεξεργασία ή εκτελούμε μια απάτη, στοιχηματίζουμε τα μέλλοντά μας ενάντια στην αποθαρρυντική δουλειά να επιβιώσουμε ακόμα έναν μήνα στην κόλαση.

Οι αρχισυντάκτες της αντικρατικής κομμουνιστικής επιθεώρησης Endnotes γράφουν στο δεύτερο τεύχος τους:

Η καπιταλιστική αυτο-διαιώνιση παρουσιάζεται ως η αιωνιοποίηση, εμφανίζεται άπειρη, δίχως ένα υπερπέραν. Εφόσον αυτή η σχέση προβάλλει τον εαυτό της σε ένα άπειρο μέλλον, η επαναστατική θεωρία αναγκαστικά ασχολείται με τη ρήξη, με μια διακοπή στην ίδια τη χρονικότητα της σχέσης.

Με τι θα μπορούσε να μοιάζει μια τέτοια διακοπή; Πώς μπορούμε να φανταστούμε μια δύναμη ικανή να μπλοκάρει την αστείρευτη ροή του χρόνου μέσα στο μέλλον; Ας επιστρέψουμε στον Edelman. Αναφέρει ένα απόσπασμα από μια εκστρατεία για έναν ‘νόμο για δικαιώματα γονέων’ (μια πολιτική εκστρατεία που στοχεύει ‘στην ενδυνάμωση της οικογένειας’):

Είναι καιρός να ενωθούμε μαζί και να παραδεχτούμε ότι η δουλειά που κάνουν οι γονείς είναι αναντικατάστατη – ότι θρέφοντας εκείνα τα μικρά σώματα και καλλιεργώντας εκείνες τις μικρές ψυχές, δημιουργούν την αποθήκη του κοινωνικού και ανθρώπινου κεφαλαίου που είναι τόσο ουσιώδες στην υγεία και στον πλούτο του έθνους μας. Με απλά λόγια, δημιουργώντας τις συνθήκες που επιτρέπουν τους γονείς να περιποιούνται τα παιδιά τους, θα εξασφαλίσουμε το συλλογικό μας μέλλον.

Ο Edelman συνεχίζει αναλύοντας την εκστρατεία:

Αγνοείστε για μια στιγμή αυτό που απαιτεί να αποκαλείται διαφάνεια αυτής της έκκλησης. Αγνοείστε, επομένως, πόσο γρήγορα το πνευματοποιητικό όραμα των γονιών “θρέφοντας και μεγαλώνοντας… μικρά σώματα… μικρές ψυχές” υποχωρεί σε μια ρητορική που προσφέρει αντί για αυτό την πολύ πιο πραγματιστική (και πολιτικά επιτακτική) επένδυση στο “ανθρώπινο κεφάλαιο… ουσιώδες στην υγεία και τον πλούτο του έθνους μας”. Αγνοείστε, πράττοντας έτσι, πώς το απόσπασμα επαναπροτείνει εκείνες τις ανθρώπινες “ψυχές” ως “κεφάλαιο” [και] μας καλεί να “περιθάλψουμε” αυτούς τους “κεφαλαιοποιημένους” ανθρώπους ακριβώς στο βαθμό που έρχονται να ενσαρκώσουν αυτό το εκ τούτου εξανθρωπισμένο “κεφάλαιο”. Αγνοείστε όλα αυτά και τα μάτια κάποιου ακόμα θα πετάγονταν ανακαλύπτοντας ότι μόνο η πολιτική παρέμβαση θα “επιτρέψει… γονείς να περιθάλψουν τα παιδιά τους” έτσι ώστε να “εξασφαλίσουν το συλλογικό μας μέλλον” – ή να εξασφαλίσουν… ότι το παρόν μας πάντα θα είναι υποθηκευμένο σε ένα φαντασιακό μέλλον εις το όνομα του πολιτικού “κεφαλαίου” που εκείνα τα παιδιά πρόκειται επομένως να έχουν γίνει.

Και έτσι η ιδεολογία του αναπαραγωγικού μελλοντισμού έρχεται και βραχυκυκλώνει μέσα στο πλαίσιο του προσανατολισμένου στο μέλλον καπιταλισμού. Η πλήρης ισχύς της πολιτικής και συμβολικής τάξης τίθεται μέσα στην ώθηση για αναπαραγωγή – να αναπαραχθεί το Παιδί. Αλλά εδώ βλέπουμε ότι η συνεχώς επεκτεινόμενη έκταση του κεφαλαίου διεκδικεί το μέλλον και ακόμα και τις ψυχές από ακόμα αγέννητα παιδιά. Το κεφάλαιο πρέπει να συνεχίσει να επεκτείνεται, και μπορεί να το κάνει αυτό μόνο οικειοποιούμενο τον καθένα από τους μέλλοντές μας, και ακόμα κι εκείνους από τα παιδιά μου θα μπορούσαμε κάποτε να έχουμε. Και η ώθηση προς τα εμπρός του αναπαραγωγικού μελλοντισμού πρέπει να υπηρετεί τον σκοπό του, να εξευρίσκει διαρκώς θυσίες στην ατελεύτητη διαδικασία της εξημέρωσης όπου το κεφάλαιο φθάνει να κατέχει όλη τη ζωή. Το κεφάλαιο είναι το μέλλον μας. Κι όμως δεν υπάρχει μέλλον. Μέσα σε αυτή την αντίθεση – η επέκταση του κεφαλαίου σε όλες τις όψεις της ζωής ενάντια στην αδυνατότητα να ζήσεις μια ζωή εντός του καπιταλισμού – που πρέπει να προσανατολίσουμε την μελέτη μας και να μιλήσουμε θεωρητικά πώς θα μπορούσαμε να διακόψουμε την αέναη διαιώνιση της παρούσας τάξης.

Για να το κάνουμε αυτό, φυσικά, απαιτείται ένας οξύς σκεπτικισμός προς τη φαντασίωση του μέλλοντος. Ο Edelman:

Μπορεί να θέλαμε να πιστεύουμε ότι με υπομονή, με εργασία, με γενναίες συνεισφορές από ομάδες πολιτικής πίεσης ή γενναία συμμετοχή σε ακτιβιστικές ομάδες ή με γενναίες δόσεις νομικής κατανόησης και εκλογικής επιτήδευσης, το μέλλον θα έχει μια θέση για εμάς – μια θέση στο πολιτικό τραπέζι που δεν θα πρέπει να είναι σε κόστος των θέσεων που αναζητούμε στο κρεβάτι ή στο μπαρ ή στα λουτρά. Αλλά δεν υπάρχουν κουήρ σε αυτό το μέλλον όπως δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον για τους κουήρ, επιλεγμένοι καθώς είναι να φέρουν τα άσχημα νέα ότι δεν μπορεί να υπάρξει καν μέλλον… Ότι το μέλλον δεν είναι τίποτα παρά παιδιάστικη υπόθεση, ξαναγενημμένο κάθε μέρα για να φιλτράρει τον τάφο που χάσκει μέσα από το δίχως ζωή γράμμα, δελεάζοντάς μας, παγιδεύοντάς μας στο ιστό αράχνης της πραγματικότητας.

Αυτή η πίστη σε ένα μέλλον για ένα μέλλον για τους κουήρ που δείχνει ο Edelman επιδείχτηκε πιο πρόσφατα από την εκστρατεία “It Gets Better”, μια σειρά από viral βίντεο στο YouTube που απευθύνονται στους κουήρ νέους τα οποία τους υπόσχονται ότι η ζωή πρέπει να γίνει καλύτερη αν μόνο έχουν αρκετή υπομονή. Διασημότητες, πολιτικοί και άνθρωποι από κάθε πλευρά της ζωής ενώθηκαν μαζί για να προασπίσουν το όμορφο αναπόφευκτο ενός καλύτερου μέλλοντος. Στην αντίδραση της εκστρατείας εμπρός στην πολύ πραγματική θηριωδία των αυτοκτονιών γκέι εφήβων, απλά σπρώχνει τη θηριωδία μακριά και ενθαρρύνει το ακροατήριό της να υποκύψει υπομονετικά στη συνεχιζόμενη μιζέρια. Προσπαθώντας να αποκρούσει τον θάνατο, αποκρούει τη ζωή, αντικαθιστώντας την με θυσία και αναμονή για ένα καλύτερο μέλλον. Η εκστρατεία υπόσχεται έναν κόσμο εκπλήρωσης που υπάρχει πέρα από τον εφιάλτη του λυκείου, κι όμως κάπως αποτυγχάνει να αναφέρει τους εφιάλτες που ξυπνάνε: του χρέους, της δουλειάς, της οικογένειας, της ασθένειας, της κατάθλιψης και του άγχους που το μέλλον ασφαλώς πρέπει να παραδώσει.

Από τα βίντεο αυτά το πιο χυδαίο και ίσως το πιο χαρακτηριστικό είναι μια πρόσφατη κυκλοφορία από το Αστυνομικό Τμήμα του Σαν Φρανσίσκο που απεικονίζει κουήρ αστυνομικούς να λένε τις ιστορίες με το coming out τους και να διαβεβαιώνουν τους θεατές για το καλύτερο μέλλον που έρχεται. Μαζί με αυτές τις διαβεβαιώσεις, επιπλέον ικετεύουν την κουήρ νεολαία να καλέσει το αστυνομικό τμήμα αν βρίσκεται σε ανάγκη, δηλώνοντας “[τα πράγματα] θα γίνουν καλύτερα, και μέχρι να γίνουν, θα είμαστε εδώ για εσένα”.

Το μέλλον θα συνεχίσει το, σαν φάντασμα, θέαμά του, υποσχόμενο λύτρωση κι όμως συνεχώς αναβάλλοντας την ικανοποίησή της. Όσο πιο πολύ προχωρούμε μέσα στο μονοπάτι του, τόσο πιο μακριά θα είμαστε από την ουτοπία με την οποία μας εμπαίζει. Θα φτάνουμε σταθερά εκεί που φανταστήκαμε ότι θα μας πήγαινε το μέλλον, μόνο για να ανακαλύψουμε ότι η έρημος της σύγχρονης ζωής συνεχίζει να απλώνεται σε κάθε κατεύθυνση – ότι το πέρασμα του χρόνου έχει συνεχίσει να μας παραδίδει εκ νέου προς καθαρή επανάληψη του ίδιου: την ίδια εκμετάλλευση, αποξένωση, κατάθλιψη, έλλειψη νοήματος. Αν η queerness πρόκειται να είναι το όπλο μας, πρέπει φανατικά να αποφύγουμε οποιαδήποτε τάση προς τον αναπαραγωγικό μελλοντισμό που θα στόμωνε τα στιλέτα μας. Πρέπει να αρνηθούμε τους θεσμούς του μέλλοντος, είτε είναι λύκεια είτε αστυνομικά τμήματα, οι οποίοι φέρνουν αιωνίως μιζέρια στο παρόν μας. Αν πρόκειται να παύσουμε την συσσώρευση προς τον ουρανό της στοίβας των κουήρ σωμάτων που θυσιάζονται στα πόδια του μέλλοντος, πρέπει να σιωπήσουμε τη χορωδία του it-gets-better και να επιτεθούμε, εδώ και τώρα, σε οτιδήποτε την κάνει ανυπόφορη.
Αν ο σκοπός μας είναι να συμμετέχουμε στην εξέγερση ενάντια στην εξημέρωση και στην μελλοντικότητα του κεφαλαίου, δεν πρέπει να μας εξαπατήσουν οι φευγαλέες ουτοπίες του αναπαραγωγικού μελλοντισμού. Αντίθετα πρέπει να τοποθετηθούμε εντός του παρόντος και να εξερευνήσουμε επιμελώς τις μεθόδους του σαμποτάζ, της διακοπής, της απαλλοτρίωσης και της καταστροφής που αρνούνται την κυριαρχία της μελλοντικότητας. Ή, όπως το θέτει ο Edelman:

Αν η μοίρα του queer είναι να καταλάβει τη μοίρα που κόβει το νήμα της μελλοντικότητας, αν η jouissance, η διαβρωτική ευχαρίστηση, εγγενής στην queer (μη)ταυτότητα εξολοθρεύει την φετιχιστική jouissance που εργάζεται για να εδραιώσει την ταυτότητα επιτρέποντας την πραγματικότητα να συμπηχθεί γύρω από την τελετουργική αναπαραγωγή της, τότε η μόνη αντιθετική θέση στην οποία θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει η queerness μας θα εξαρτώταν από το αν θα αναλάβουμε στα σοβαρά από τη μεριά μας το μέρος της ενόρμησης θανάτου την οποία καλούμαστε να μορφοποιήσουμε και να επιμείνουμε, ενάντια στη φανατική θρησκεία του Παιδιού και της πολιτικής τάξης που επιβάλλει, ότι εμείς, όπως κατέστησε σαφές ο Guy Hocquenghem, “δεν είμαστε το σημαίνον αυτού που θα μπορούσε να καταστεί μια νέα μορφή ‘κοινωνικής οργάνωσης’”, ότι δεν έχουμε προθέσεις για ένα νέο είδος πολιτικής, μια καλύτερη κοινωνία, ένα πιο λαμπρό αύριο, εφόσον όλες αυτές οι φαντασιώσεις αναπαράγουν το παρελθόν, μέσα από την εκτόπιση, με τη μορφή του μέλλοντος. Επιλέγουμε, αντίθετα, να μην επιλέγουμε το Παιδί, ως την εικόνα πειθάρχησης του Φαντασιακού παρελθόντος ή ως έναν τόπο ταύτισης μέσα από την προβολή με ένα πάντοτε αδύνατο μέλλον. Η queerness που προτείνουμε, με τα λόγια του Hocquenghem, “έχει άγνοια της διαδοχής των γενεών ως στάδια στο δρόμο για μια καλύτερη ζωή. Δεν γνωρίζει τίποτα για τη ‘θυσία σήμερα για χάρη των μελλοντικών γενεών’ … ξέρει ότι ο πολιτισμός από μόνος είναι θνητός.” Κι ακόμα: αντλεί ευχαρίστηση από αυτή τη θνητότητα ως την άρνηση από οτιδήποτε θα όριζε τον εαυτό του, ηθικά, ως υπέρ της ζωής. Εμείς είμαστε που πρέπει να θάψουμε το υποκείμενο στο ομοιάζον προς τάφο κοίλωμα του σημαίνοντος, εκφέροντας επιτέλους τις λέξεις για τις οποίες καταδικαζόμαστε είτε τις πούμε είτε όχι: ότι εμείς προαγάγουμε τις εκτρώσεις, ότι το Παιδί ως το έμβλημα της μελλοντικότητας πρέπει να πεθάνει, ότι το μέλλον είναι μια απλή επανάληψη και τόσο θανάσιμο όσο και το παρελθόν. Η queerness μας δεν έχει τίποτα να προσφέρει σε ένα Συμβολικό που ζει αρνούμενο αυτήν ανυπαρξία παρά μόνο μια επιμονή που τρυπά το φαντασιακό παραπέτασμα της μελλοντικότητας, που συντρίπτει την αφηγηματική χρονικότητα με την πάντα εκρηκτική δύναμη της ειρωνείας. Και επομένως αυτό που είναι το πιο queer σε εμάς, το πιο queer μέσα μας, το πιο queer σε πείσμα ημών, είναι αυτή η προθυμία να επιμένουμε μη μεταβατικά – να επιμένουμε ότι το μέλλον πρέπει να σταματήσει εδώ.

Ονομάζοντας το ακατονόμαστο

Μια κρίσιμη αντίληψη στο σχέδιο του Edelman είναι ο όρος κατάχρησις. Η κατάχρηση μπορεί να οριστεί είτε ως η χρήση ενός όρου για ονοματίσει κάτι που δεν μπορεί να ονοματιστεί ή την κακή χρήση μιας λέξης για να περιγραφεί κάτι. Για τον Edelman, κάθε χρήση της λέξης κουήρ πρέπει πάντα να είναι κατάχρηση, καθώς κατά λάθος δίνει όνομα στο ακατονόμαστο. Αυτή η αντίληψη είναι ένα εργαλείο για την κριτική όλων των πολιτικών και θεωρητικών διαδικασιών που επιβεβαιώνουν μια κατηγορία ταυτότητας στη θέση του ακατονόμαστου σχεδίου μας. Για τον Edelman, το θεμελιώδες ακατονόμαστο είναι η ενόρμηση θανάτου: η λύση του πολιτισμού, και η δική μας λύση, που πάλλεται μέσα στο υπάρχον. Λέει ότι “είναι ακριβώς επειδή είναι ακατονόμαστη με όλες τις αντηχήσεις που μπορείς να δώσει σε αυτό το όνομα, είναι συγγενής με την πεμπτουσία του ακατονόμαστου, με άλλα λόγια με τον θάνατο”. Παρόλο που θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις ακατονόμαστες ενορμήσεις και σχέδια διαφορετικά, είμαστε αναγκασμένοι να έρθουμε αντιμέτωποι με την πολιτική λογική της κατάχρησης και να αντιμετωπίσουμε την παρόρμηση να δώσουμε ένα όνομα – κι επομένως μια αναπαράσταση και μια πολιτική – σε αυτό που είναι ουσιαστικά άλεκτο στις ζωές μας.

Το επιχείρημα του Edelman στρέφεται συγκεκριμένα ενάντια στη Judith Butler και το πρόγραμμά της για μια ριζοσπαστική περιεκτικότητα. Ενάντια στη Butler, επιχειρηματολογεί ότι προσπάθειες να νομιμοποιηθεί και συμπεριληφθεί οποιοδήποτε υποκείμενο μέσα στην πολιτική πρέπει πάντοτε να αποτυγχάνουν. Ενώ κανείς θα μπορούσε να κινητοποιεί για την περίληψη μια συγκεκριμένης κατάχρησης η οποία ονομάζει το αντι-κοινωνικό κενό, αυτό το κενό παραμένει άθικτο, και ένα άλλο όνομα πρέπει να του δοθεί. Ο αναγκαίος Άλλος της κοινωνικής τάξης δεν μπορεί να καταργηθεί μέσα από την προσανατολισμένη στο ρεφορμισμό ενσωμάτωση κάθε διαδοχικού άλλου εντός του προγράμματος των πολιτικών εκπροσώπησης. Ένας άλλος Άλλος πρέπει να εγερθεί για να καλύψει το κενό. Η κοινωνία θα εντοπίσει ένα άλλο εχθρικό υποκείμενο προς πειθάρχηση και καταστροφή.

Ενάντια στη Butler και των συλλήψεών της περί κοινωνικής δικαιοσύνης, ο Edelman ισχυρίζεται:

Δεσμευμένη καθώς είναι στην καταληπτότητα ως τον διευρυνόμενο ορίζοντα της κοινωνικής δικαιοσύνης, η Butler θα επιβεβαίωνε “τη δική μας δύναμη” να επαν-αρθρώσουμε μέσω της κατάχρησης, τους νόμους που είναι υπεύθυνοι για αυτό που επιδέξια καλεί ο “ηθικοποιημένος σεξουαλικός τρόμος” μας. Μια τέτοια επαν-άρθρωση, ισχυρίζεται, θα περνούσε μέσα από το επαναλαμβανόμενο σκάνδαλο μέσω του οποίου το ακατονόμαστο παρόλα αυτά καθιστά τον εαυτό του ακουστό διαμέσου του δανεισμού και της εκμετάλλευσης των ίδιων των όρων που θεωρούνται ότι εξασφαλίζουν τη σιωπή του. Αυτό, φυσικά, υποθέτει ότι το ακατονόμαστο σκοπεύει, πάνω από οτιδήποτε άλλο να μιλήσει, ενώ ο Lacan ισχυρίζεται … κάτι ριζοσπαστικά διαφορετικό: ότι το σεξ, ως η “δομική ανολοκλήρωση της γλώσσας είναι αυτό το οποίο δεν επικοινωνεί τον εαυτό του, αυτό το οποίο σημαδεύει το υποκείμενο ως αδύνατο να γίνει γνωστό”. Το δίχως άλλο, όπως μας βοηθά να δούμε η Butler, οι νόρμες της κοινωνικής τάξης, όντως, αλλάζουν μέσα από την κατάχρηση, κι εκείνη που κάποτε ήταν διωκόμενοι ως μορφές ηθικοποιημένου σεξουαλικού τρόμου μπορεί να ανταλλάξουν τους κρύους και σκοτεινούς τάφους τους για μια θέση στη δημόσια σκηνή. Αλλά αυτή η αναδιανομή των κοινωνικών ρόλων δεν σταματά την πολιτισμική παραγωγή μορφών … που θα φέρουν το βάρος της ενσάρκωσης ενός τέτοιου ηθικοποιημένου σεξουαλικού τρόμου. Διότι εκείνος ο ίδιος ο τρόμος επιβιώνει των ανταλλάξιμων μορφών που τον ενσαρκώνουν στο βαθμό που αποκρίνεται σε κάτι μέσα στο σεξ που είναι εκ φύσεως ακατονόμαστο: το Πραγματικό της σεξουαλικής διαφοράς.

Για τον Edelman, η queerness είναι το άλεκτο που διαφεύγει της ικανότητας να ονομάζεται: “η queerness ως όνομα μπορεί κάλλιστα να επανενισχύει τη συμβολική τάξη της ονοματοδοσίας, αλλά ονοματίζει αυτό που αντιστέκεται, ως σημαίνον, την απορρόφηση μέσα στην Φαντασιακή ταυτότητα του ονόματος”. Κι έτσι αυτή η κριτική της ονομάτισης και της ακόλουθης περίληψης των παρεκκλίνοντων υποκειμένων πρέπει να θέσει υπό ερώτηση τις δομές που παράγουν κανονιστικά και παρεκκλίνοντα υποκείμενα από την αρχή. Ο αγώνας μας δεν μπορεί να είναι για αυτή ή εκείνη την ταυτότητα, αλλά μάλλον ενάντια στις αναπαραστατικές πολιτικές της Ταυτότητας συνολικά.

Ο Edelman:

Στο φορέα υπεύθυνο για την πραγματοποίηση της καταστροφής τους έχουν δοθεί πολλά ονόματα: …παγκόσμια εξολόθρευση νοήματος… νεκροθάφτες της κοινωνίας… οτιδήποτε αρνείται να επιτρέπει στους γονείς να περιθάλπτουν τα παιδιά τους… ομοφυλόφιλοι… η ενόρμηση θανάτου και το Πραγματικό της jouissance… Επομένως [η queerness] δένει μαζί αυτές τις απειλές στον αναπαραγωγικό μελλοντισμό. Καμία πολιτική κατάχρηση, όπως προτείνει η Butler, δεν θα μπορούσε να προλάβει την ανάγκη να συγκροτήσει, επομένως, μια τέτοια κατηγορία [της queerness]. Γιατί ακόμα κι αν, όπως προτείνει η Butler, η πολιτική κατάχρηση μπορεί να αλλάζει κατά τη διάρκεια του χρόνου οι επιβαίνοντες αυτής της κατηγορίας, η ίδια η κατηγορία… συνεχίζει να σημαδεύει το μέρος του οτιδήποτε αρνείται καταληπτότητα.

Κι έτσι η ερώτηση που τίθεται αφορά την άρνηση της καταληπτότητας. Σύγχρονες διευθετήσεις της εξουσίας έχουν καταργήσει τη σκηνή που κάποτε συνόδευε τις σκοτεινές άλεκτες επιθυμίες της queerness και της καταστροφής. Αντί για μια διαταγή ενάντια στην ομιλία, η δύναμη της βιοπολιτικής δημοκρατίας είναι συγκεκριμένα να μας κάνει να μιλάμε. Οι cybernetic σχέσεις διαβεβαιώνουν ότι καθένας από εμάς ως ομιλόν υποκείμενο έχει την δυνατότητα να ονομάζει τους εαυτούς μας, να αισθητικοποιεί τους εαυτούς μας, να παραθέτει μπλογκ και κοινωνικά δίκτυα και avatars για να εκπροσωπούμε τους εαυτούς μας. Η σύγχρονη λειτουργία της εξουσίας μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια ατελεύτητη κινηση προς την καταληπτότητα – μια κίνηση που μετακινεί αυτά που ήταν τυφλά σημεία σε νέα υποκείμενα προς εμπορική προώθηση. Νέες ταυτότητες προς επιτήρηση.

Μας συλλαμβάνει το κράτος κάθε φορά που κάνουμε τους εαυτούς μας καταληπτούς. Είτε είναι απαίτηση, είτε πολιτικό υποκείμενο, είτε επίσημη οργάνωση, κάθε καταληπτή μορφή μπορεί να ανακτηθεί, αναπαρασταθεί ή να εξοντωθεί.

Το πρόγραμμά μας πρέπει να συνεχίσει με την αναγνώριση του παραδόξου ότι το να καθίσταται καταληπτό – ακόμα κι από εμάς, ακόμα και σε εμάς – θα ήταν ήττα του. Πρέπει να αδράξουμε τη δυνατότητα μιας ζωής ούτε περιορισμένη ούτε έχουσα παραχθεί μέσω της πανταχού παρουσίας του κεφαλαίου και του κράτους. Ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι οι λέξεις αποτυγχάνουν να την περιγράψουν και τα προγράμματα αποτυγχάνουν να την επιφέρουν είναι που μπορούμε και καταλαβαίνουμε αυτή τη ζωή. Ως τέτοιο, κάθε επιταγή να χωρέσουμε αυτό το άλεκτο πρόγραμμα σε λέξεις πρέπει να γίνει κατανοητή ως ένας συμβιβασμός αυτού που πρέπει να είναι ένα πρόγραμμα δίχως συμβιβασμούς. Δεν υπάρχει γλώσσα που να μπορεί να κάνει τις προθέσεις μας κατανοητές στην κοινωνική τάξη. Κάθε κίνηση προς τα μπρος όπως η κατανοητότητα θα ήταν προδοσία του συγκεκριμένου ανταγωνιστικού χαρακτήρα του σχεδίου μας ενάντια σε εκείνη κοινωνική τάξη.

Ο Camatte επεξεργάζεται αυτό το σημείο:

Αυτή είναι εξέλιξη της ίδιας της ζωής, μια έρευνα για έναν άλλο τρόπο ζωής. Ο διάλογος θα έπρεπε να ασχολείται μόνο με τα σχέδια και τις ιδέες για την πραγμάτωσης αυτής της επιθυμίας. Κανένας διάλογος δεν μπορεί να λάβει χώρα μεταξύ της κοινωνικής τάξης και εκείνων που πρόκειται να την ανατρέψουν. Αν ο διάλογος ακόμα βλέπεται σαν μια δυνατότητα, τότε αυτό θα ήταν ένδειξη ότι το κίνημα παραπαίει. Κάτω από την επιφάνεια όλων αυτών βρίσκεται ένα βαθιά σημαντικό φαινόμενο: κάθε ανθρώπινη ζωή από την ίδια την αρχή της ανάπτυξής μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, έχει υποβληθεί μια εξαθλίωση. Κι ακόμα περισσότερο, η καπιταλιστική κοινωνία είναι θάνατος οργανωμένος με όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Εδώ δεν πρόκειται για θέμα θανάτου ως η εξάλειψη της ζωής, αλλά θάνατος-μέσα-στη-ζωή, θάνατος με όλη την ουσία και τη δύναμη της ζωής. Το ανθρώπινο ον είναι νεκρό και δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα τυπικό του κεφαλαίου … αλλά σε εκείνα τα μεγάλα πλήθη από αυτάρεσκα εφησυχαζόμενους τύπους, που επιβιώνουν με άδεια δράματα και φαντασιώσεις, αυτή η απαίτηση, αυτή η παθιασμένη ανάγκη, απλά δείχνει παράλογη ή, το καλύτερο, ένας παράδεισος που είναι εξ ορισμού μη προσβάσιμος.

Κι έτσι μια queerness που αντιτίθεται στην κοινωνία πρέπει να ενσαρκώνει την ενόρμηση θανάτου αυτού που έχει γίνει θάνατος-μέσα-στη-ζωή, την εγγενή άρνηση της κοινωνικής τάξης στηριζόμενη στη χρήση της ζωής για τους σκοπούς της. Σε αυτό το πρόγραμμα, δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε μιλώντας τη γλώσσα, ή εκφράζοντας απαιτήσεις προς, τις υπάρχουσες δομές εξουσίας. Είναι συγκεκριμένα η ικανότητα αυτών των δομών να συμπεριλαμβάνουν τον ανταγωνισμό που κάνει την καταληπτότητα συνώνυμη με την ανάρρωση.

Ο Edelman επιστρέφει στη Butler:

Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν που η ανατρεπτική πράξη της, η επαν-άρθρωση της νόρμας, ενώ υπόσχεται να ανοίξει αυτό που η Butler αποκαλεί ένα ριζοσπαστικά νέο πεδίο για το ανθρώπινο, μας επιστρέφει, αντ’ αυτού, σε οικείες μορφές ενός ανθεκτικού φιλελεύθερου ουμανισμού του οποίου το σύνθημα στην πορεία πάντα ήταν και εδώ παραμένει “το μέλλον”.

Αλλά τι θα γινόταν αν δεν ήταν; Τι θα γινόταν … αν όλοι εκείνοι οι καταδικασμένοι σε οντολογική παύση εξαιτίας των μη αναγνωρίσιμων και, συνεπώς, μη βιώσιμων ερώτων, παρακμάζουσας καταληπτότητας, αρνούνταν να φέρουν [τους εαυτούς τους], καταχρηστικά, εντός της αρχικής κίνησης του μελλοντικού νοήματος – ή που αρνήθηκαν, ακριβέστερα, να αποτάξουν το νόημα που προσκολλάται σε εκείνες τις κοινωνικές ταυτότητες που η καταληπτότητα περιφρονεί…

Τέτοιοι [κουήρ] θα επέμεναν στην μη καταληπτότητα του ακατάληπτου, στο εσωτερικό όριο της σημασίας και την αδυνατότητα να μετατραπεί η απώλεια του Πραγματικού σε κέρδος με νόημα στο Συμβολικό χωρίς το επίμονο υπόλειμμα του: του αναπόφευκτου Πραγματικό της ενόρμησης θανάτου. Ως ενσαρκώσει της ακαταληπτότητας, φυσικά, πρέπει να φορέσουν πέπλο σε αυτά που εκθέτουν, καθιστάμενοι, ως μορφές για αυτό, τα μέσα της προφανούς υποταγής στο νόημα. Αλλά εκεί που η Butler … συντελεί στη λογική της καταληπτότητας του μελλοντισμού αναζητώντας τίποτα περισσότερο παρά να διευρύνει την εφικτή απόσταση από εκείνα που μας επιτρέπει να αδράξουμε, εκεί που κινείται, προς το μέλλον, προς την διεξαγόμενη νομιμοποίηση της κοινωνικής μορφής μέσα από την αναγνώριση που λέγεται ότι παρέχει “οντολογική βεβαιότητα και αντοχή” [queerness], αν και προορίζεται, φυσικά, για να αξιώνεται για καταληπτότητα, συναινεί στη λογική που τον καθιστά μια μορφή για αυτά που δεν μπορεί ποτέ να αδράξει το νόημα. Εξευτελισμένα, εναγκαλίζεται τον εξευτελισμό ως την ατελείωτη επιμονή του πραγματικού που το συμβολικό ποτέ δεν θα κατέχει ως νόημα τώρα ή στο μέλλον.

Εδώ ο Edelman επικαλείται τη Λακανική αντίληψη του Πραγματικού, ή αυτού που ξεφεύγει από την άρθρωση μέσα από συμβολικές κατασκευές. Το Πραγματικό είναι το απερίγραπτο και ακατονόμαστο χαρακτηριστικό της ζώσης εμπειρίας μας. Το Πραγματικό είναι η ανεπίδεκτη σμικρύνσεως ουσία της εξέγερσης, της απόλαυσης, της συνωμοσίας και της χαράς που αποτελούν το πρόγραμμα μας και το οποίο συνεχώς διαφεύγει της αναπαραστάσεως από πολιτικούς ή της επιτήρησης από αστυνομικές συσκευές. Αντίθετα, η καταληπτότητα προσφέρει δύο επιλογές: νομιμοποίηση και δημοκρατική συμπερίληψη, ή απονομιμοποίηση και καταστολή.

Leave a Reply