queer
Leave a comment

Εσταυρωμένος skinhead

Χρειάζεσαι ένα γερό στομάχι: Μεθύσια, γαμήσια και κραυγές από καραφλούς άντρες με τατουάζ, που φλερτάρουν με τον Ναζιστικό συμβολισμό. Τι επιθυμεί να μας πει ο Bruce LaBruce; (Εναρκτήρια πρόταση “έγκυρου review” για την ταινία “Skin Flick” [1999] του Bruce LaBruce)

Στις προσωπικές και συλλογικές queer οικειοποιήσεις του skinhead συναντιούνται ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός και ο φασισμός. Ο queer skinhead αποτελεί ένα, ευδιάκριτα ανδρικό, γκέι σεξουαλικό φαντασιακό όπου τα ζητήματα της αρρενωπότητας, της βίας και της εθνικότητας έρχονται στο προσκήνιο. Ορίστε, λοιπόν, ένα γκέι ανδρικό υποκείμενο, και μια υποκειμενικότητα, που λειτουργεί στον κόμβο μιας αισθητικής, πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας.

Μεγάλη Βρετανία, τέλη του ’60. Ο αρχικός skinhead αναπτύσσεται μέσα από την απογοήτευση με τη σκηνή των Mod και την απόρριψη των χίππιδων. Συνδυάζει τη σκληρή αρρενωπότητα που ασπάζονταν οι Μods στους δρόμους του Λονδίνου με την ματσίλα των “boot boys” του αγγλικού ποδοσφαίρου και το στιλ και τη μουσική των Rude boys των Δυτικών Ινδιών. Ο ενδυματολογικός κώδικας από αρβύλες, τζιν, τιράντες και κοντοκουρεμένα μαλλιά – εξελισσόμενος δίχως κεντρική προέλευση, ως ενορχήστρωση ανόμοιων πολιτιστικών στιλ και πρακτικών – κατέληξε να δηλοποιεί μια χαρακτηριστικά λευκή αρρενωπότητα της εργατικής τάξης η οποία ενσάρκωνε δυνάμει τις αξίες της “αρρενωπότητας, ανδρικής κυριαρχίας και ανδρικής αλληλεγγύης”. Αυτή η έκθεση αρρενωπότητας αναπτύχθηκε περαιτέρω κατά την επεξεργασία της εικόνας του skinhead μέσα από την ορατότητα των κινημάτων του πανκ το ’70 και το ’80. Η πανκ επανερμηνεία του skinhead αισθητικοποίησε αυτή την αρρενωπότητά σε τέτοιο βαθμό υπερβολής ώστε αυτός να ταυτίζεται, λανθασμένα, με την ακραία βία και τον φασισμό. Αυτές οι αντιλήψεις τροφοδοτούταν από τη δράση μιας ακροδεξιάς πτέρυγας των boneheads (δηλ. ανοιχτά ακροδεξιών skin), με στενούς δεσμούς με το Νεοναζιστικό και το White Power κίνημα – προσελκύοντας τεράστια προσοχή από τα media το ’80. Το αποτέλεσμα του τσίρκου των media γύρω από την σκηνή του White Power ήταν το ευρύ κοινό να θεωρεί όλους τους skinhead ως ρατσιστές. Παρόλο που το 1988 σχηματίστηκε η ομάδα SHARP (Skinheads Against Racial Prejudice) με μάχιμο στόχο να απομακρυνθεί ο skinhead από τους boneheads, η σημασία του skinhead ως νεοφασίστα εξακολουθεί να επικρατεί.

Από τα μέσα του ’80, η εικόνα του skinhead εδραιώνεται ως κυρίαρχο φετίχ στα ευρωπαϊκά αστικά γκέι δίκτυα, δηλώνοντας μια ρήξη στη συμβολική σημασία του skinhead. Η διαδεδομένη χρήση των skinhead σημαινόντων εντός των ευρωπαϊκών ανδρικών γκέι υποκουλτούρων έχει προκαλέσει σύγχιση και στις δύο ταυτότητες, καθιστώντας ασαφή τη διάκριση μεταξύ των δύο, με την εικόνα του ξυρισμένου κεφαλιού, των αρβύλων κλπ., να σταματά κάποιες στιγμές να δηλοποιεί τον skinhead, στέλνοντας αντίθετα το μήνυμα “είμαι γκέι”.

Δεδομένων των ιστορικών και κοινωνικών όρων του “τι εστί skinhead” σε επίπεδο αναπαράστασης και των συνειδητών ή υποσυνείδητων οικειοποιήσεων των skinhead σημαινόντων από τους γκέι άντρες, ο μετέπειτα αυτοπροσδιορισμός ως “queer skinhead” έχει προκαλέσει άγρια κριτική εντός και εκτός των queer κοινοτήτων. Κεντρικό επιχείρημα ενάντια σε αυτές τις οικειοποιήσεις είναι το “κεκτημένο δικαίωμα” του (στρέητ/queer) skinhead στην αντίληψη μιας αυθεντικής αρρενωπότητας, την αξιοποίηση της εξουσίας μέσα από μορφές κοινωνικής και σεξουαλικής βίας, και τη σημειωτική ισοδυναμία μεταξύ skinheads και Φασισμού.

Στο βιβλίο του “Gay Skins: Class, Masculinity and Queer Appropriations” (1996) ο Healy τοποθετεί την εξέλιξη του queer skinhead ως συμπτωματική τόσο της αιτίας όσο και του αποτελέσματος της αρρενωποίησης της γκέι ανδρικής κουλτούρας. Η συνύπαρξη του queer και του skinhead, στο ίδιο υποκείμενο, καθιστά αναγκαία την επανασύλληψη και των δύο ταυτοτήτων για να αποκαλυφθεί πώς “η γκέι υποκουλτούρα έχει φετιχοποιήσει, χρησιμοποιήσει, απορρίψει και οικειοποιηθεί την υποθετική φυσική αρρενωπότητα που ενσαρκώνεται στον skinhead”. Αυτή η έλξη, και αποστροφή ταυτόχρονα, για την αρρενωπότητα του skin συγκροτεί ένα φευγαλέο γκέι ανδρικό υποκείμενο, οι αναπαραστάσεις των queer skinheads μια οπτική σύγκρουση, η οποία θολώνει στρατηγικά τη διάκριση μεταξύ του ομοφυλόφιλου και του ομοκοινωνικού.

Ταυτότητα σε κρίση

Queer skinhead: Ο όρος προϋποθέτει μια φαινομενικά ανάρμοστη σχέση μεταξύ δύο σημαινόντων – του “queer” και του “skinhead” – τα οποία, συνυπάρχοντας, διαταράσσουν τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις της αρρενωπότητας. Η διαταραχή προκαλείται γιατί ο queer skinhead καταλαμβάνει ένα χώρο αναπαράστασης που συνενώνει το queer, ως αυτό που κοινωνικά δηλώνεται ως “ομοφυλόφιλο, αφύσικο, θηληπρεπές, πολιτικά αριστερό και κοινωνικά της μεσαίας τάξης”, με αυτό που ταυτίζεται με τις “ετεροφυλόφιλες, φυσικές, υπεραρρενωπές, κοινωνικά της εργατικής τάξης και πολιτικά δεξιές ιδιότητες” του skinhead. Αν η κατασκευή του κοινωνικού φύλου λειτουργεί κατ’ εξαίρεση, μέσα από ριζικές ακυρώσεις που δεν επιτρέπεται να αρθρωθούν (J. Butler), τότε η άρθρωση τέτοιων ακυρώσων στις αναπαραστάσεις των queer skinheads καθιστούν καταληπτή την κοινωνική διαδικασία με την οποία δομούνται και ρυθμίζονται τα υποκείμενα, και επομένως αποκαλύπτουν την αστάθεια των δυαδικών διακρίσεων στη δόμηση της αρρενωπότητας και της σεξουαλικότητας. Με άλλα λόγια, ο (στρέητ) skinhead αποτυγχάνει να διατηρήσει την κυριαρχία εντός δυαδικών ιεραρχιών ενώπιον της παρουσίας των queer skinheads, οι οποίοι προβαίνουν σε μια αυξανόμενα επιθετική εισβολή στην σταθερή ετεροφυλόφιλη αρρενωπότητα της εικόνας του.

Οι τελευταίοι, επιπλέον, αποκαλύπτουν την ενέργεια του κοινωνικού, πολιτικού και αισθητικού λόγου στη δόμηση των υποκειμένων και των υποκειμενικοτήτων, προσκαλώντας στην επαναδιατύπωση της σημασίας των δύο όρων queer και skin. Το συνεχές των αρρενωπών σημαινόντων στην ανδρική γκέι υποκουλτούρα συγκροτεί ένα συγκεκριμένο υποκείμενο, στο οποίο η ένωση της βίας και του φυλετικά βασισμένου ερωτισμού οδηγεί στο σχηματισμό μιας ανδρικής γκέι υποκειμενικότητας.

Ο queer skinhead καθιστά επίσης προβληματική την αντίληψη της ταυτότητας, εφόσον το Queer ως λόγος για το κοινωνικό φύλο και τη σεξουαλικότητα αποκρούει και ταυτόχρονα περιλαμβάνει πιο πολλά από απλά προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες. Με άλλα λόγια, το Queer δίνει την δυνατότητα μέσα από σεξουαλικές πρακτικές, επιτελέσεις και στρατηγικές αναπαραστάσεων να συναντηθούν πολλαπλοί λόγοι για μια ανάλυση της υποκειμενικότητας σε πείσμα της ιδιαιτερότητας του βιολογικού και κοινωνικού φύλου και της εθνικότητας που υποννοούν οι όροι “gay” και “lesbian”. Η ανάπτυξη του Queer περιλαμβάνει ένα υποκείμενο που αναλαμβάνει “ιδιαίτερες, επιτελεστικές πράξεις πειραματικής αυτοαντίληψης» (E. Kosofsky Sedwick), δρώντας ταυτόχρονα αντίθετα στο διαχωρισμό και αντίθετα στην αφομοίωση, προτείνοντας κάτι με το οποίο μπορείς να σχετιστείς αλλά εντούτοις παραμένει αλλόκοτο και παράξενο.

Με όλον το παραπάνω post-λόγο, οι ιδρωμένες μασχάλες του πολυαγαπημένου queer skinhead κινδυνεύουν να μη βρομάνε πλέον τόσο αρρενωπά, οπότε είναι επείγον να αναγνωρίσουμε και την άλλη μεριά: Την πιθανή αδυναμία απεγκλωβισμού των κυρίαρχων ιστορικών και πολιτισμικών συσχετισμών που χαρακτηρίζουν τον skinhead ως εκπρόσωπο μιας λευκής και ετεροσεξιστικής αρρενωπότητας, που περιλαμβάνει βία και ακροδεξιές πολιτικές τοποθετήσεις. Μια παρόμοια δυσκολία συναντούμε κατά το στοχασμό πάνω στη χρήση της Σβάστικας σε σαδομαζοχιστικά σκηνικά, όπου “οφείλεις να είσαι υπόλογος στις ιστορικές και υλικές συνέπειες όταν περιγράφεις ψυχολογικές εμπειρίες οποιουδήποτε είδους” (Susan Leigh Star). Η Star αμφισβητεί το βαθμό στον οποίο άτομα ή ομάδες έχουν τη δύναμη να καθορίσουν το πλαίσιο στο οποίο υπάρχουν τα σύμβολα, και, επιπλέον, το πόσο μπορεί η κυρίαρχη σημασία των συμβόλων να επανοηματοδοτηθεί με τη χρήση τους σε νέα πλαίσια. Εάν κάνουμε την παραδοχή ότι οι υπερασπιστές του σαδομαζοχισμού “πάσχουν” από αντικειμενικό ιδεαλισμό (εντός της επιθυμίας να διαχωρίσουν την ανθρώπινη δράση από τον ιστορικό πλαίσιο), τότε η επανοηματοδότηση μέσα σε νέα πλαίσια μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν το υποκείμενο κατέχει “εξουσία σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο και προτίθεται να εξαναγκάσει την επανερμηνεία των συμβόλων πάνω στην κλίμακα της χρήσης τους”.

Παρά την φαινομενική παγίωση της έννοιας “τι είναι skinhead” στην Δυτική κουλτούρα (“ένας λευκός ρατσιστής φασίστας”), η διαδεδομένη αναπαραγωγή των skinhead σημαινόντων που είναι ορατή σε όλα τα ευρωπαϊκά γκέι αστικά δίκτυα δείχνει μια αμφιθυμία να έρπεται. Οι queer οικειοποιήσεις φαινομενικά προσπαθούν να αποκόψουν το κοινωνικό νόημα από τον skin, φετιχοποιώντας τη μορφή ως σεξουαλική και όχι ως πολιτική ταυτότητα. Ο queer skinhead λειτουργεί πρωτίστως ως φετίχ εντός των φαντασιακών δομών της αντρικής γκέι υποκουλτούρας, αλλά το κοινωνικό νόημα που είναι ενσωματωμένο μέσα του λειτουργεί επίσης ως πρωταρχικό σημείο ερωτικοποίησης για πολύ κόσμο, καθιστώντας όχι τόσο απλή την εξαφάνιση του πολιτικού για χάρη του σεξουαλικού.

Ο skinhead ανάμεσά μας

Υπάρχουν δύο διακριτές φάσεις στην ανάπτυξη της εικόνα του skinhead: ο αρχικός “spirit of ’69” skinhead και η πανκ επανοηματοδότηση που επανέφερε, αισθητικοποίησε και οδήγησε το στιλ στα άκρα. Ο αρχικός skinhead αποπειρούταν να στιλιζάρει μια αυθεντική αρρενωπότητα της εργατικής τάξης μέσα από ενδυματολογικούς κώδικες που δανείζονταν από τον παραδοσιακό εξοπλισμό των εργατών (DM’s, για παράδειγμα), και με κουρεμένο κεφάλι που είχε μιλιταριστικές αναφορές στους Γάλλους και Αμερικάνους πεζοναύτες. Προφανώς το όλο στιλ κυριαρχούταν από μια έξαψη ότι είσαι αυθεντικός και βρετανικός. Ακόμα πιο συνοπτικά, μια αμυντική δήλωση ότι είσαι Λευκός.

Ο πανκ skinhead επανέφερε και τόνισε τα πλέον ακραία στοιχεία του βεστιάριου: τα κεφάλια ήταν τελείως ξυρισμένα, τα τζην έγιναν πιο κολλητά, οι αρβύλες ψηλότερες και με περισσότερες τρύπες. Οι προτιμήσεις του αρχικού skinhead για τη μαύρη μουσική παράδοση της Ska και της Motown αντικαθίσταται με τον επιθετική – λευκή – θορυβώδη ρητορική του “Oi!”. Η κύρια διαφορά στις δύο εκδοχές, ωστόσο, βρίσκεται την πολιτική σημασία του πανκ. “Στους νέους σκινάδες δόθηκε ένας πολιτικός ρόλος που ήταν τελείως απών από τον αρχικό skinhead, ο οποίος είχε απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης στα πολιτικά κόμματα” (Nick Knight). Στην Αγγλία ακροδεξιές οργανώσεις όπως το The National Front διευκόλυναν αυτό το νέο ρόλο, απολαμβάνοντας την μαζική στρατολόγηση σκινάδων στις τάξεις τους από τα τέλη του ’70. Η υστερία των media για τις συμμορίες των σκινάδων και τη βία στα ποδοσφαιρικά ματς εντύπωσε στο ευρύτερο κοινό την αντίληψη ότι ο ενδυματολογικός κώδικας λειτουργούσε ως “στολή” συμμορίας και, συνεπώς, δεν ήταν απλά η μόδα μιας υποκουλτούρας.

Βία και ομοφυλοφιλία

Ο Michael Brake δίνει ιδιαίτερο βάρος στο πώς η ομοφυλοφιλία παραμένει αθέατη στην ανάλυση μιας νεανικής υποκουλτούρας. Υποστηρίζει ότι οι γκέι υποκουλτούρες λειτουργούν απομονωμένες από τις υπόλοιπες ομοκοινωνικές υποκουλτούρες λόγω της σεξουαλικής σημασίας τους και, επιπλέον, λόγω του ότι η ομοκοινωνική συμπεριφορά είναι εγγενώς δομημένη γύρω από μια έχθρα για την ομοφυλοφιλία: οι skinheads έχουν ιστορικά ταυτιστεί με ομοφοβική βία. Παρόλο που λευκοί γκέι άντρες είχαν και έχουν παρουσία στους κύκλους των skinhead, η αναλυτική αξία αυτής διαπίστωσης είναι μικρή, εφόσον οι άντρες αυτοί παραμένουν αόρατοι για τους στρεήτ συνοδοιπόρους. Η αποσταθεροποίηση της ιστορικής σημασίας του skinhead θα έπρεπε μάλλον να αναζητηθεί στις αέναα επαναλαμβανόμενες οπτικές αναπαραστάσεις του στην ανδρική γκέι υποκουλτούρα και πορνογραφία.

Ο ευαίσθητος skinhead

Ο skinhead παρουσιάζει την αρρενωπότητά του με εμβληματικό τρόπο, δηλαδή με το ξυρισμένο κεφάλι. Ενώ το ξύρισμα του κεφαλιού ενός υποκειμένου γενικά θεωρείται ότι καθιστά το υποκείμενο πιο αρρενωπό, μπορεί να ιδωθεί και ως μια διαδικασία θηλυκοποίησης, λειτουργώντας ως το κυρίαρχο πολιτισμικό σημάδι του τραύματος, ή ακόμα ως το αποτέλεσμα μιας κουλτούρας του τραύματος. Ιστορικά, στον Δυτικό λόγο, η εικόνα του ξυρισμένου κεφαλιού είναι σημάδι εξευτελισμού και οπτική δήλωση του ποιος είναι ο κυρίαρχος. Παρόλο που ο skinhead διαφέρει από τα ανίσχυρα υποκείμενα που υπέμειναν την ταπείνωση του κουρέματος (μιας και είναι αυτός που επαναδομεί την εικόνα του, κουρεύοντας ο ίδιος το δικό του κεφάλι), η φαλλική αρρενωπότητα που επενδύεται σε αυτόν μπορεί να αμφισβητηθεί μέσω της κοινής ιστορίας με όλους/-ες όσους/-ες έχουν υπομείνει και δεχτεί την κυριαρχία μέσα από το ξύρισμα του κεφαλιού. Ο ανδρισμός του επομένως κατοικεί στον ίδιο χώρο αναπαράστασης με αυτόν του πολέμου, της κυριαρχίας και της αποικιοποίησης. Ο βίαιος στρατιώτης κάτω από το σημάδι του οποίου η κοινωνία προκαλεί τον θάνατο, ο αλυσοδεμένος κατάδικος, ο παράφρονας, επικίνδυνος ψυχιατρικός ασθενής – ξυρισμένος και λοβοτομημένος – και, τελικά, η απαξιωμένη εικόνα του ξυρισμένου Εβραίου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης: η υπέρτατη εικόνα της καταπίεσης. Η εικόνα του skinhead λειτουργεί επομένως, αμφίσημα, και ως πανίσχυρη και ως απόβλητη. Είναι η εικόνα τόσο του καταπιεστή όσο και του καταπιεζόμενου, ένας δυϊσμός που σχετίζεται κατά την Kristine Stiles με την προσπάθεια του skinhead να υιοθετήσει “μια περιθωριακή εμφάνιση όσον αφορά τα Δυτικά συστήματα εξουσίας”. Η μυστικιστική εικόνα του Εσταυρωμένου Skin αντηχεί αυτή την προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ένας στιλιστικός κώδικας για να μαρκαριστεί το υποκείμενο ως καταδιωκώμενο: Χαραγμένο στο σώμα, αυτό το τατουάζ επιζητεί να καταστήσει υλική την ρομαντική θέση που αναλαμβανει ο skinhead – αυτή του παρία.

Και λίγη αποδόμηση

Ο queer skinhead λειτουργεί ως μέσον για την υπόσκαψη της στρέητ αρρενωπότητας που έχει επενδυθεί στον αρχικό (ετεροφυλόφιλο) skinhead, εκθέτοντάς την ως μια προσομοίωση πέραν της πραγματικότητας. Αυτή η αντίληψη της προσομοίωσης αναφέρεται στη συνάντηση του Jean Baudrillard με τον Μεταμοντέρνο κόσμο, στον οποίο αποκαλύπτεται ότι τα Σημεία δεν αντικατοπτρίζουν πλέον την πραγματικότητα ή κάποια πηγαία έννοια, αλλά λειτουργούν αυτο-αναφορικά. Όπως λέει ο ίδιος ο Baudrillard “…όταν δεν μπορεί πλέον να συντηρηθεί η διάκριση μεταξύ των πόλων, εισέρχεται κανείς στην προσομοίωση, και επομένως στον απόλυτο χειρισμό… Δεν είναι πλέον ζήτημα μίμησης, ούτε δημιουργίας αντιγράφων, ούτε καν παρωδίας. Είναι μάλλον ζήτημα αντικατάστασης των σημείων του πραγματικού από το ίδιο το πραγματικό”.

Λειτουργώντας ως προσομοίωση, η μίμηση από τους queer skinheads των (στρέητ) skinhead σημαινόντων, αποκηρύττει την ικανότητα του skinhead να παραμείνει πραγματικός. Συνεπώς, η αρρενωπότητα όλων των skinhead μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, εφόσον, σύμφωνα με τα προηγούμενα, πρόκειται για προσομοιώσεις, για παρωδίες του εαυτού τους.

Ακόμα χειρότερα, η ορατότητα του queer skinhead επικυρώνει ότι καθένας μπορεί να γίνει skinhead: “…με τους γκέι άντρες να μοιάζουν άθελα με skinheads, να ντύνονται σαν skinheads και να είναι πραγματικοί skinheads, ο skinhead ως σύμβολο της στρέητ, λευκής αρρενωπότητας της εργατικής τάξης εκπουστρεύεται: εν δυνάμει οποιοσδήποτε μπορεί να είναι skinhead – ακόμα κι αν μισεί να είναι skinhead”. (Healy).

Queering the skin, skinning the queer

Το κεντρικό ερώτημα είναι φυσικά αν η παντομίμα της ετεροφυλοφιλίας από αρσενικά γκέι υποκείμενα έχει το δυναμικό να μετασχηματίσει δραστικά τη σταθερότητα της αρρενωπότητας. Μια διαδικασία η οποία περιγράφεται με τον, ομολογουμένως εκπληκτικά σέξυ, όρο «queering the skin». Ίσως η skinhead πραγματικότητα δεν είναι μίμηση αλλά αυθεντικότητα, μια αυθεντικότητα που δομεί αυστηρά και άκαμπτα το σύστημα αποδοχής των skinhead – τόσο της στρέητ όσο και της queer εκδοχής. Η αυθεντικότητα είναι το πρώτο και τελευταίο κριτήριο για να διαχωριστούν εκείνα τα ανδρικά υποκείμενα που θεωρούνται «πραγματικοί skins» από αυτούς που θα αποκαλούσαμε υποτιμητικά lifestyle ή fashion skins. Με άλλα λόγια, όπως το θέτει ο James Haines, “Δεν μπορεί κάθε άντρας – γκέι ή μη – που ξυρίζει το κεφάλι του και φοράει ένα ζευγάρι αρβύλες και τιράντες να θεωρηθεί από τους skins (ακόμα και από τους queer skins) ως skinhead”.

Στα πλαίσια μιας λογοκεντρικής εθνογραφικής μελέτης της οργάνωσης (group) του internet “The Queer Skinhead Brotherhood”, ο Haines διαπιστώνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της Αδελφότητας θέτει για τον εαυτό της τα ίδια κριτήρια skin αυθεντικότητας με αυτά που αναγνωρίζουν οι στρεήτ skins, τον κώδικα αρρενωπότητας των οποίων φιλοδοξούν να ακολουθήσουν. Σε πείσμα της Queer θεωρίας, τα περισσότερα μέλη της Αδελφότητας δεν δείχνουν διατεθειμένα να αμφισβητήσουν αυτή την ιδιαίτερη αρρενωπότητα, αλλά, αντιθέτως, είναι υπερβολικά ευτυχή να τη διεκδικούν ως δική τους: είτε γιατί πρόκειται για μια ποιότητα που έφεραν μαζί τους στην Αδερφότητα είτε γιατί είναι η ποιότητα που οι νεοσύλλεκτοι φιλοδοξούν να αποκτήσουν. Κατά την άποψη του Haines, όχι μόνον δεν προκύπτει το ευτυχές γεγονός του «queering the skinhead», αλλά το τσίρκο των skinhead σημαινόντων στην ανδρική γκέι υποκουλτούρα λειτουργεί για ένα πλήθος γκέι ανδρικών υποκειμένων ως τόπος αποταυτοποίησης με τις “λοιπές αδερφές”. Με άλλα λόγια, αυτό που προκύπτει είναι το “skinning the queer”, μια συγκεκριμένη προσπάθεια του γκέι αντρικού υποκειμένου να αποστασιοποιηθεί από μια ιστορία θεσμοθετημένης θηλυπρέπειας. Ενώ η πανσπερμία skinhead σημαινόντων στη σύγχρονη γκέι κουλτούρα είναι απόδειξη της ικανότητας του skin να λειτουργεί ως κατηγορία μόδας, πιο ενδιαφέρουσα είναι η γκέι ανδρική υποκειμενικότητα που έχει να κάνει με την ταυτοποίηση με την (ετεροσεξιστική) αρρενωπότητα του skin και, φυσικά, με τον πόθο για “πραγματικούς” άντρες.

Από το Fault Lines – Queer Skinheads and Male Subjectivity inf the Film Praxis of Bruce LaBruce του Jose Da Silva

 Ένα παράδειγμα της προβληματικής αναφορικά με την queer οικειοποίηση του skinhead, βρίσκεται στους κώδικες του κειμένου μιας αφίσας του 2001 που διαφημίζει την παρέλαση Gay Pride στο Βερολίνο. Η αφίσα δείχνει σε προφίλ δύο άντρες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση, με τις εκφράσεις του προσώπου τους και την εγγύτητά τους να υποννοούν ότι είναι έτοιμοι για αναμέτρηση. Η αριστερή φιγούρα μπορεί να ταυτοποιηθεί ως skinhead μέσα από τα σημαίνοντα του ξυρισμένου κεφαλιού και από το μπλουζάκι με γιακά που φέρει τις trademark ρίγες της, δημοφιλούς στη μόδα των skinhead, μάρκας Fred Perry. Η φιγούρα απέναντι είναι εκ διαμέτρου διαφορετική, εμφανιζόμενη λιγότερο επιθετική και έτοιμη για αναμέτρηση, σχεδόν «κανονική» σε σύγκριση με την άλλη. Το σύνθημα της αφίσας λέει «QU(E)R gegen RECHTS» συνοψίζοντας το βασικό σύνθημα των εκδηλώσεων του 2001 «Berlin Stellt Sich Que(e)r Gegen Rechts!» (Βερολίνο, αντιστάσου στη Δεξιά!). Σε αυτό το πλαίσιο η αφίσα μπορεί να αναγνωστεί όχι μόνο ως άμεσο κάλεσμα για αντίσταση στον Φασισμό, αλλά επίσης ως ενάντια σε εικόνες/αναπαραστάσεις που υπονοούν σε σημειωτικό επίπεδο φασιστικές τάσεις.

 

 

Leave a Reply