queer
Leave a comment

Χαίρε, ω χαίρε, λευτεριά

Στη βαμβακοφυτεία του Collin O’Hara ζούσαν οι πιο τυχεροί νέγροι. Όχι μόνο τους έδιναν διπλή μερίδα γαλοπούλα την ημέρα των Ευχαριστιών αλλά τους άφηναν να επιστρέφουν στα καταλύματά τους μία ολόκληρη ώρα πριν από τη δύση του ήλιου. Σπάνια έπεφτε βούρδουλας και η γυναίκα του Collin O’Hara πάντα έπλενε και καθάριζε τα τραύματα με οξυζενέ και ιώδιο. Στη βαμβακοφυτεία του Collin O’Hara ήτανε σκλάβος ένα πολύ όμορφο και πολύ έξυπνο αγόρι. Οι O’Hara καλούσαν τον Tommy στις γιορτές τους, έτρωγε από τα πλούσια αποφάγια τους και ήταν ο μόνος μαύρος στη φυτεία που μπορούσε να περηφανευτεί ότι ήξερε και να διαβάζει και να γράφει. Μια μέρα θα γινόταν επιστάτης. Του το είχαν πει.

Το βράδυ των 17ων γενεθλίων του, της ενηλικίωσής του, όταν πια έσβησε η μεγάλη εορταστική φωτιά στα καταλύματα των νέγρων, ο Tommy πήρε τον φίλο του τον Luther, πήρε και δύο μεγάλα οδοντωτά μαχαίρια και μπήκε στο άσπρο, ήρεμο, γεμάτο βιβλία μέγαρο των O’Hara. Πρώτα σφάξανε στον ύπνο του τον μονάκριβο γιο τους, ένα αγοράκι 7 ετών. Μετά κόψανε αθόρυβα και αποτελεσματικά το λαιμό της κυρίας O’Hara αλλά εμπρός στον Κύριο Collin σταματήσανε.

Ο Tommy τον έσπρωξε αρκετά δυνατά για να ξυπνήσει. Ήθελε να βλέπει ποιος θα του πάρει τη ζωή. Τα μάτια του Κύριου Collin ήταν γουρλωμένα από τον τρόμο και την έκπληξη όταν ο Tommy με μια επιδέξια κίνηση της φαλσέττας του έκοψε αριστοτεχνικά και ακαριαία την καρωτίδα και, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, το μισό λαιμό – κοιτώντας τον με το βλέμμα καρφωμένο στα μάτια.

They hit the North. Σκλάβοι φυγάδες, περάσανε βδομάδες κρυμμένοι σε δάση και έλη, προσπαθώντας να φτάσουν σε μέρη όπως “Βοστώνη”, “Νέα Υόρκη”, “Ουάσιγκτον”, μέρη όπου λέγανε ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς δεν είναι πια σκλάβοι. Και κάποτε φτάσανε.

Περιπλανήθηκαν λιγάκι στην άγνωστη πόλη, ελέγχοντας συνεχώς αν κουβαλούσαν πάνω τους ακόμα τις αλυσίδες με τα σκαλισμένα γράμματα “ιδιοκτησία του ….” Ο Luther βρήκε σύντομα δουλειά σε ένα ξυλουργείο, ήταν φιλότιμος, εργατικός, βρήκε ένα καλό μαύρο κορίτσι, φτιάξαν μια παράγκα όπως μπορούσαν να μοιάζει με σπιτικό και περήφανος περνούσε τα απογεύματά του στην πλακόστρωτη εσωτερική αυλή καπνίζοντας τομπάκο – περήφανος για τη δουλειά, τη γυναίκα, τα δύο παιδιά, το σπίτι και την ελευθερία του.

Ο Tommy είχε χαθεί. Ο κόσμος μιλούσε για έναν μέθυσο νέγρο που είχε βρει καταφύγιο στα μισοτελειωμένα κτίρια δίπλα στο ποτάμι, έναν μέθυσο νέγρο που έπινε όπιο και έλεγε ασυνάρτητες ιστορίες, έναν νέγρο που καλά θα έκανες να μην τον πλησιάσεις αν δεν ήθελες μπελάδες.

Νωρίς ένα βραδάκι, εμπρός στο έντιμο σπίτι του Luther έγινε μεγάλη φασαρία. Κόσμος είχε μαζευτεί τριγύρω, ένας μαύρος ήταν πεταμένος χάμω στο πεζοδρόμιο και τρεις άλλοι του έριχναν κλωτσιές. Ο Luther κλείδωσε την εξώπορτα κι έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Βρήκε τον χαμένο φίλο του κατάχαμα, ντυμένο στις βρομιές, με αίματα και το μάτι πρησμένο. “Tommy”, του είπε τρυφερά καθώς έπιανε το χεράκι του, “Tommy, παιδικέ φίλε μου, δεν ήταν αυτός ο λόγος που ήρθαμε στο Βορρά”. Εισέπραξε ένα μεθυσμένο βλέμμα. “Tommy, το φιλαράκι σου ο Luther είμαι, γιατί το έκανες αυτό; Πού έχεις μπλέξει;”

Luther…” απάντησε ξέπνοα ο Tommy. “Luther… Luther, άκου… Άκου με…”

“Ήμουν σκλάβος τόσα πολλά χρόνια, ήμουν σκλάβος τόσα πολλά χρόνια που δεν μπορώ να καταλάβω με τι μοιάζει η ελευθερία…”

(… πονάω πολύ…)

Leave a Reply