psycho, queer
Leave a comment

Gay Pride: Η μισή ντροπή δική μου

«Το Gay Pride ποτέ δεν μπόρεσε να διαχωρίσει εντελώς τον εαυτό του από την ντροπή, ή να υπερβεί την ντροπή. Το Gay Pride δεν έχει καν νόημα δίχως κάποια αναφορά στην ντροπή του να είσαι γκέι και η ίδια η επιτυχία του (ή οι αποτυχίες του) επιβεβαιώνουν την ένταση του συνεχόμενου αγώνα του με την ντροπή» – David M. Halperin & Valerie Traub, «Gay Shame»

Λοιπόν την πρώτη φορά που ένιωσα ντροπή δεν τη θυμάμαι. Κι αυτό γιατί η πρωταρχική μορφή της αίσθησης της ντροπής (τα μάτια στραμμένα προς τα κάτω, το κεφάλι στραμμένο αλλού), αυτού του πανίσχυρου συναισθήματος, εμφανίζεται στα νήπια πολύ νωρίς, μεταξύ του τρίτου και έβδομου μήνα, όταν το νήπιο αρχίζει να αναγνωρίζει και να διακρίνει το πρόσωπο αυτού/ής που το φροντίζει – σε μια συγκεκριμένη στιγμή σε μια συγκεκριμένη αφήγηση. Είναι η στιγμή όπου το κύκλωμα της αντανάκλασης των εκφράσεων μεταξύ του προσώπου του παιδιού και του αναγνωρίσιμου προσώπου αυτού/ής που το φροντίζει παύει να λειτουργεί: είναι η στιγμή όπου το πρόσωπο του ενήλικα αποτυγχάνει ή αρνείται να παίξει το ρόλο του στη συνέχιση της αμοιβαία ενατένισης. Όταν, για οποιοδήποτε λόγο, αποτυγχάνει να είναι αναγνωρίσιμο από, ή να αναγνωρίσει το, νήπιο που κάνει γκριμάτσες βασισμένο στην πίστη της συνέχισης αυτού του κυκλώματος. Η προσαρμογή της συμπεριφοράς του νηπίου ουσιαστικά είναι απολύτως εξαρτώμενη από τη διατήρηση αποτελεσματικής επικοινωνίας με το εκτελεστικό και συντονιστικό μέρος του συστήματος νηπίου-μητέρας. Η αντίδραση ντροπή-ταπείνωση, όταν εμφανίζεται, αντιπροσωπεύει την αποτυχία ή την απουσία του χαμόγελου της επαφής, μια αντίδραση στην έλλειψη ανατροφοδότησης από άλλους, υποδεικνύοντας κοινωνική απομόνωση και την ανάγκη για ανακούφιση από αυτή την κατάσταση. Η πρωταρχική ντροπή λοιπόν δεν ορίζεται, επομένως, από κάποια απαγόρευση (ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας καταστολής). Ο κατακλυσμός της ντροπής εμφανίζεται ως μια στιγμή, μια αποδιοργανωτική στιγμή, σε ένα κύκλωμα αναγνωριστικής επικοινωνίας που συγκροτεί μια ταυτότητα. Πράγματι, όπως και το στίγμα, η ντροπή είναι η ίδια μια μορφή επικοινωνίας. Οικόσημα ντροπής, το «γερμένο πρόσωπο» με το βλέμμα προς τα κάτω και το κεφάλι σε αποστροφή – και, σε μικρότερο βαθμό, το κοκκίνισμα – είναι οι σημαφόροι της αναταραχής και ταυτόχρονα της επιθυμίας να ανασυσταθεί η διαπροσωπική γέφυρα.

Αλλά μπλοκάροντας την ταυτοποίηση, η ντροπή, και αυτή, κατασκευάζει μια ταυτότητα. Στην πραγματικότητα, ντροπή και ταυτότητα παραμένουν σε μια πολύ δυναμική σχέση μεταξύ τους, διαλυτική και συνάμα θεμελιακή, γιατί η ντροπή είναι τόσο ιδιαζόντως μεταδοτική όσο και ιδιαζόντως εξατομικεύουσα. Ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της ντροπής, αλλά ίσως αυτό που προσφέρει την πλέον εννοιολογική μόχλευση για πολιτικά προτάγματα, είναι ο τρόπος που η κακομεταχείριση κάποιου άλλου, η κακομεταχείριση από κάποιον άλλο, η αμηχανία, το στίγμα, η ανικανότητα, η άσχημη μυρωδιά, η παράξενη συμπεριφορά κάποιου άλλου, φαινομενικά δίχως καμία σχέση με μένα, μπορεί τόσο εύκολα να με πλημμυρίσει – υποθέτοντας ότι είμαι άτομο επιρρεπές στη ντροπή – με αυτή την αίσθηση της οποίας η ίδια η διάχυση δείχνει να οριοθετεί το ακριβές, ατομικό, περίγραμμα με τρόπο που επιφέρει την μεγαλύτερη δυνατή απομόνωση που είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς.

«Αφότου το Stonewall κατήργησε την ενοχή εν μία νυκτί εκεί που αιώνες φιλοσοφίας είχαν αποτύχει, το μόνο πράγμα για το οποίο πρέπει να νιώθεις ένοχος τώρα είναι η ίδια η αίσθηση της ενοχής». – Mark Simpson, «Gay dream believer»

Ας κάνουμε ένα νοερό πείραμα, ας φανταστούμε έναν άπλυτο, μισότρελο άντρα που περιφέρεται άσκοπα σε μια συγκέντρωση ατόμων, μια συνέλευση, μια αίθουσα διδασκαλίας, παραμιλώντας δυνατά, με τη φωνή του όλο και πιο κατηγορητικός, δίχως συνοχή, που κατουρά δημόσια μπροστά στο μπροστινό μέρος της αίθουσας, και μετά περιφέρεται ξανά προς την έξοδο. Σχημάτισα νοερά το βάσανο όλων των υπόλοιπων στην αίθουσα: καθένας να κοιτάζει προς τα κάτω, ευχόμενος να είναι οπουδήποτε αλλού κι όμως συναισθανόμενος την αδυσώπητη μοίρα να βρίσκεται ακριβώς εκεί, κάτω από το προσωπικό δέρμα του οποίου καθένας είχε επίπονη επίγνωση, αλλά ταυτόχρονα ανίκανος να σταματήσει την αιμορραγία της επώδυνης ταυτοποίησης με τον παρεκτρεπόμενο άντρα. Αυτή είναι η διπλή κίνηση που επιφέρει η ντροπή: προς την επώδυνη εξατομίκευση, προς την εκτός ελέγχου σχέσιακότητα.

Ο συμβατικός τρόπος διάκρισης μεταξύ ντροπής και ενοχής είναι πως η ντροπή προσκολλάται και οξύνει την αίσθηση του τι είναι κάποιος, ενώ η ενοχή προσκολλάται σε αυτό που κάνει κάποιος. Η επίπτωση είναι ότι είσαι κάτι όταν αισθάνεσαι ντροπή, αν και μπορεί να έχεις ή να μην έχεις ασφαλείς υποθέσεις για τον λόγο που συμβαίνει αυτό. Στην αναπτυξιακή διαδικασία, η ντροπή θεωρείται πλέον ότι είναι το συναίσθημα που ορίζει στον μεγαλύτερο βαθμό το χώρο μέσα στον οποίο θα αναπτυχθεί η αίσθηση του εαυτού. Πράγμα που κάθε άλλο εκλαμβάνω να σημαίνει ότι η ντροπή είναι το μέρος όπου η ταυτότητα επικολλάται με τον πιο ασφαλή τρόπο στην ουσία, αλλά μάλλον ότι είναι το μέρος όπου το ερώτημα της ταυτότητας προκύπτει με τον πιο πηγαίο και τον πιο σχεσιακό τρόπο.

Την ίδια στιγμή, η ντροπή προκύπτει από την κοινωνικότητα τόσο όσο στοχεύει προς αυτή. Η αντίδραση ντροπής-ταπείνωσης στη νηπιακή ηλικία με το κρέμασμα του κεφαλιού και την αποστροφή του βλέμματος δεν σημαίνει ότι το παιδί έχει συναίσθηση της απόρριψης, αλλά υποδεικνύει ότι έχει διαρρηχθεί η ουσιαστική επαφή με κάποιο άλλο άτομο. Επομένως, η ντροπή-ταπείνωση σε όλη τη διάρκεια του βίου μπορεί να θεωρηθεί ως ανικανότητα να διεγείρεις αποτελεσματικά θετικές αντιδράσεις από το άλλο άτομο στις δικές σου επικοινωνίες. Η ντροπή σβήνει τον εαυτό της. Η ντροπή καταδεικνύει και προβάλλει. Η ντροπή φέρνει τα μέσα έξω. Ντροπή και περηφάνια, ντροπή και αξιοπρέπεια, ντροπή και αυτο-έκθεση, ντροπή και επιδειξιομανία. Όλα είναι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ντροπή, μπορεί τελικά να ειπωθεί, είναι παράσταση. Εννοώ θεατρική παράσταση. Η παράσταση καθιστά την ντροπή ως κάτι περισσότερο από το αποτέλεσμά της ή έναν τρόπο για να αποκρουστεί, αν και έχει σημασία ότι είναι αυτά τα πράγματα. Η ντροπή είναι το συναίσθημα που καλύπτει το κατώφλι μεταξύ εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, μεταξύ ενδοσκόπησης και θεατρικότητας, μεταξύ επιτελεστικότητας και – επιτελεστικότητας.

Υπάρχει μια εντυπωσιακή μεταφορά που δίνει ζωή στη σημερινή λαϊκή φιλολογία του «κρυμμένου παιδιού»: μια μεταφορά που παρουσιάζει τη συσχέτιση του παρόντος προσώπου με το διακριτό πρόσωπο του παρελθόντος του ως μια σχέση που διατρέχει τα δύο υποκείμενα αλλά και τις δύο γενιές. Μια σχέση, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κανείς, εξ ορισμού ομοερωτική για τους περισσότερους ανθρώπους. Δεν είναι αναγκαίο να έχεις τοποποθετηθεί σε μια κανονιστική, υγιεινή τελεολογία θεραπείας αυτής της σχέσης, με μια αηδή υπερεκτίμηση της πρόσβασης του «παιδιού» στο ρόλο της αφηγηματικής αυθεντίας, ή σε μια ολοκληρωτική φιλοδοξία να καταφέρει κανείς να συγχωνεύσεις οριστικά τους δύο εαυτούς σε έναν, για να ανακαλύψεις ότι αυτό το πλάσιμο ανοίγει ένα πλούσιο πεδίο εξερεύνησης του πού βρισκόμαστε στις κοινωνικές δομές συνολικά και ποιοι θεσμοί επιδρούν στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο – ιδιαίτερα γύρω από τα ζητήματα της ντροπής.

Τι θα σήμαινε αν, αντί να προσπαθούμε να συνενωθούμε με τους δυνητικά ντροπιαστικούς ή ντροπιασμένους σχηματισμούς του νεαρότερου εαυτού μας, των νεαρότερων μύθων, των νεαρότερων ηρώων, αποπειρόμαστε να τις αγαπήσουμε; Αν η αγάπη αυτή αποδεικνύονταν ότι υπάρχει τόσο σε πείσμα της ντροπής όσο και, πιο αξιοσημείωτα, μέσα από αυτή;

Τι θα σήμαινε αν προτείναμε ότι η θεώρηση της επιτελεστικότητας με όρους καθ’ έξην ντροπής, και των μετασχηματισμών της, ανοίγει πολλές νέες διόδους στον προβληματισμό πάνω στις πολιτικές ταυτότητας; Αν η ντροπή δεν ήταν μια διακριτή ψυχική δομή, αλλά ένα είδος ελεύθερου πνεύματος που προσκολλάται και ενισχύει μόνιμα ή τροποποιεί το νόημα σχεδόν των πάντων; Μιας περιοχής του σώματος, ενός αισθητηριακού συστήματος, μιας απαγορευμένης ή, πράγματι, επιτρεπτής συμπεριφοράς, ενός άλλου συναισθήματος όπως ο θυμός ή η διέγερση, μιας κατονομασμένης ταυτότητας, ενός σεναρίου ερμηνείας της συμπεριφοράς των άλλων απέναντί μας; Αν προτείναμε, τελικά, ότι ένα από τα πράγματα που είναι ο χαρακτήρας ή προσωπικότητα κάποιου, είναι το αρχείο των άκρως ατομικών ιστοριών με τις οποίες το φευγαλέο συναίσθημα της ντροπής έχει εγκαθιδρύσει πολύ πιο ανθεκτικές, δομικές αλλαγές στις σχεσιακές και ερμηνευτικές στρατηγικές απέναντι στον εαυτό σου και στους άλλους.

Αυτό θα σήμαινε, μεταξύ άλλων, ότι θεραπευτικές ή πολιτικές στρατηγικές που στοχεύουν άμεσα στο να ξεφορτωθούμε την ατομική ή συλλογική ντροπή, να την επιλύσουν, έχουν κάτι παράλογο μέσα τους: μπορεί να «δουλεύουν» – σαφώς έχουν έντονες επιδράσεις – αλλά δεν «δουλεύουν» με τον τρόπο που ισχυρίζονται. Εδώ σκέφτομαι διάφορα κινήματα που ασχολούνται με την ντροπή, με τη μορφή, φερ’ ειπείν, της κοινής αξιοπρέπειας του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, την εξατομικεύουσα περηφάνεια του συνθήματος «Black is beautiful» και του gay pride. Διάφορες μορφές «ενδοφυλετικής» εχθρότητας προς αυτά που θεωρεί κανείς το αίτιο της απογοήτευσής του, η απειλητικά επιδεικνυόμενη κατάντια των σκίνχεντ, τα πρώιμα φεμινιστικά πειράματα με την ονοματοδοσία και το πρόταγμα της οργής ως αντίδραση στη ντροπή, και φυσικά πάρα πολλά άλλα. Οι μορφές που παίρνει η ντροπή δεν είναι διακριτά «τοξικά» μέρη μιας ομαδικής ή ατομικής ταυτότητα που μπορούν να αποκοπούν. Είναι εγγενείς και υπολειμματικές στις διαδικασίες κατά τις οποίες σχηματίζεται η ταυτότητα. Είναι διαθέσιμες για το έργο της μεταμόρφωσης, του επαναπροσδιορισμού, της συναισθηματικής και συμβολικής φόρτωσης και παραμόρφωσης, αλλά ίσως υπερβολικά ισχυρές για το έργο της κάθαρσης και της δεοντολογικού τέλους της συζήτησης.

Εάν η δόμηση της ντροπής διαφέρει δραματικά μεταξύ πολιτισμών, περιόδων και μορφών πολιτικής, διαφέρει όμως και μεταξύ προσώπων εντός μιας δεδομένης κουλτούρας και χρόνου. Μερικά από τα νήπια, παιδιά και ενήλικες στα οποία η ντροπή παραμένει ως ο πλέον διαθέσιμος μεσολαβητής προς την ταυτότητα, είναι αυτά που αποκαλούνται «ντροπαλά». Το queer, θα πρότεινα, θα μπορούσε να θεωρηθεί με έναν χρήσιμο τρόπο πρωτίστως ως αναφορά σε αυτή την ομάδα ή σε αλληλοεπικαλυπτόμενη ομάδα από νήπια και παιδιά, εκείνων που η αίσθηση της ταυτότητάς τους είναι, για κάποιο λόγο, συντονισμένη, διαχρονικά, στη νότα της ντροπής. Ο οριοθετημένος από την ντροπή χώρος της ταυτότητας δεν καθορίζει τη συνέχεια ή το νόημα αυτής της ταυτότητας, και η φυλή, το φύλο, η τάξη, η σεξουαλικότητα και η σωματική ικανότητα είναι μόνο μερικές από τις καθοριστικές κοινωνικές κατασκευές οι οποίες θα αποκρυσταλλωθούν εκεί, αναπτύσσοντας από την πηγή αυτού του αρχικού συναισθήματος τις ιδιαίτερες τους δομές της έκφρασης, της δημιουργικότητας, της ηδονής και του αγώνα. (…)

Η ντροπή με ενδιαφέρει πολιτικά γιατί παράγει και νομιμοποιεί ως τόπο της ταυτότητας – το ερώτημα της ταυτότητας – την πηγή της παρόρμησης προς της επιτελεστικότητα, κάνοντάς το όμως δίχως να δίνει σε αυτό τον ταυτοτικό χώρο τη θέση μιας ουσίας. Η ντροπή και η ντροπή/επιτελεστικότητα καθιστούν δυνατή την κατανόηση αντιφάσεων και δυσκολιών εντός των πολιτικών ταυτότητας (δίχως να πλήττουν την ισχύ και την ανάγκη της έννοιας της «ταυτότητας»). Η πολιτική της ενοχής, της αλληλεγγύης, της συνταύτισης, ίσως και του χιούμορ ή της έλλειψής του γίνονται περισσότερο κατανοητά αν τα θεωρήσουμε σε σχέση με τη ολισθηρή δυναμική της ντροπής. Θα μπορούσαμε να κατανοησουμε καλύτερα το σύμπλεγμα των φαινόμενων που είναι ευρύτερα γνωστά ως «camp», από ό,τι αν παραμέναμε απλά στην έννοια της παρωδίας ή στην αντίθεση μεταξύ «βάθους» και «επιφάνειας».

Θέλω να πω ότι, τουλάχιστον για ορισμένους «queer» ανθρώπους, η ντροπή είναι το πρώτο, και παραμένει ως μόνιμο, δομικό γεγονός της ταυτότητας: ένα γεγονός που έχει τις δικές του έντονα παραγωγικές και έντονα κοινωνικά ανασχηματίζουσες δυνατότητες.


Το κείμενο είναι περιληπτικό απόσπασμα από το άρθρο «Shame, Theatricality and Queer Performativity – Henry James’s The Art of Novel» της Eve Kosofsky Sedwick. Μου κόστισε δύο πεταμένες ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, οπότε είπα να μοιραστώ την ντροπή μου μαζί σας.

Leave a Reply