art, queer
Leave a comment

Το κλαμπ των αποτυχημένων

“Ενα πράγμα δεν θα σταματήσω να περιφρονώ σε αυτόν τον κόσμο: τους αποτυχημένους”. – Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ

Από τη φεμινιστική σκοπιά, συχνά είναι καλύτερο να ποντάρεις στην αποτυχία παρά στην επιτυχία. Εκεί που η θηλυκή επιτυχία αξιολογείται πάντοτε με βάση τα ανδρικά πρότυπα, η αποτυχία στο κοινωνικό φύλο συχνά σημαίνει ότι απαλλάσσεσαι από την πίεση να αποδειχθείς αντάξια των πατριαρχικών ιδανικών. Η αποτυχία ως γυναίκα μπορεί να προσφέρει απρόσμενες ηδονές.

Και μιας και μιλάμε για αποτυχία, μου έρχεται κατά νου μια δημοφιλής εκδοχή της γυναικείας αποτυχίας, η οποία αποδεικνύεται τόσο διασκεδαστική όσο και υποδειγματική. Στην ταινία Little Miss Sunshine (2006) η Abigail Breslin υποδύεται την Olive Hoover, ένα μικρό κορίτσι που σκέφτεται μόνο ένα πράγμα: να κερδίσει τα καλλιστεία Little Miss Sunshine. Το οδικό ταξίδι της Olive και της προβληματικής οικογένειάς της, από την επαρχία στη νότια Καλιφόρνια, είναι η κομψότερη δήλωση πάνω στην επιτυχία και την αποτυχία που έχω κατά νου.

Ένας πωρωμένος με το πορνό παππούς-junkie που οργανώνει την χορογραφία για την παρουσίασή της στα καλλιστεία και ένας ουλαμός από cheerleaders που αποτελείται από έναν αυτοκτονικό γκέι θείο, έναν μουγκό αδερφό που διαβάζει μόνο Νίτσε, ο go-for-it πατέρας και μια φουρκισμένη «κάτσε σπίτι σου» μάνα, προδιαγράφει το ριζικό της Olive.

Θα αποτύχει, και θα αποτύχει θεαματικά.

Αλλά ενώ η αποτυχία της θα μπορούσε να είναι η πηγή της κακομοιριάς και του εξευτελισμού, και αυτό ακριβώς συμβαίνει, οδηγεί επίσης και σε σε μια εκστατική αποκάλυψη των αντιφάσεων μιας κοινωνίας που έχει εμμονή με κάθε είδους διαγωνισμούς χωρίς νόημα. Και κατ’ επέκταση των επισφαλών προτύπων της επιτυχίας με τα οποία ζει και πεθαίνει η αμερικάνικη οικογένεια.

Ο Micharl Arndt, που κέρδισε το Όσκαρ για το σενάριο της ταινίας, είπε ότι εμπνεύστηκε όταν άκουσε τον Εξολοθρευτή και κυβερνήτη της Καλιφόρνια Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ να δηλώνει: «Υπάρχει ένα πράγμα που δεν θα σταματήσω να περιφρονώ σε αυτόν τον κόσμο: τους αποτυχημένους».Το Little Miss Sunshine είναι η ανάποδη ματιά στην αμυδρά φασιστική κοσμοθεωρία για νικητές και ηττημένους που προωθεί ο Σβαρτζενέγκερ, είναι η οπτική του αποτυχημένου σε έναν κόσμο που ενδιαφέρεται μόνο για νικητές. Ενώ η αποτυχία της Olive ως διαγωνιζομένης καλλιστείων ξεδιπλώνεται επί σκηνής υπό τους ήχους του «Superfreak» – σε ένα ανιαρό ξενοδοχείο, σε μια αίθουσα γεμάτη υπερ-μαμάδες και τις ομοιοπαθείς κόρες τους – αυτή η αποτυχία, με εξωφρενική εκτέλεση, δηκτικό νόημα, και συναρπαστικές συνέπειες, είναι τόσο πολύ καλύτερη, τόσο πιο απελευθερωτική όσο οποιαδήποτε δυνατή επιτυχία στα πλαίσια ενός εφηβικού διαγωνισμού ομορφιάς.

Περιστρεφόμενη και κάνοντας στιπτήζ στους ήχους ενός πρόστυχου τραγουδιού, βαμμένη ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, κι ενώ νεαρές χωριατοπούλες και πριγκίπισσες με φτιαγμένο μαλλί είναι σε αναμονή για τη δική τους ευκαιρία να λικνιστούν ενάρετα στο φως του προβολέα, η Olive αποκαλύπτει το πραγματικό κίνητρο για τον προεφηβικό διαγωνισμό: τη σεξουαλικότητα. Χωρίς να καταφεύγει σε πουριτανική επίθεση ενάντια στην σεξουαλική απόλαυση ή σε κάποιο είδος ηθικής απαξίωσης, το Little Miss Sunshine παραιτείται από το δαρβινικό σύνθημα των νικητών, «ας νικήσει η καλύτερη!», και αποδομείται μέσα σε ένα νεο-αναρχικό κρεσέντο εκστατικής αποτυχίας: «Καμιά δεν θα μείνει πίσω!». Η μικρή δυσλειτουργική οικογένεια χοροπηδά μέσα κι έξω από το ταλαιπωρημένο κίτρινο Volkswagen της, παρά τα πλήγματα και τις ύβρεις που δέχεται κατά την πορεία. Και σε πείσμα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας – των απόπειρων αυτοκτονίας, της επικείμενης χρεωκοπίας, του θανάτου της κεφαλής της οικογένειας, και της τελικά μηδαμινής σημασίας του διαγωνισμού ομορφιάς, ένα νέο είδος αισιοδοξίας γεννιέται. Δεν είναι η αισιοδοξία που βασίζεται στη θετική σκέψη ως τον επεξηγηματικό μηχανισμό για την κοινωνική ευρρυθμία, ούτε η αισιοδοξία που επιμένει στην φωτεινή πλευρά με κάθε κόστος. Είναι μάλλον αυτή η μικρή ηλιαχτίδα που παράγει σκιά και φως δίχως προτιμήσεις και γνωρίζει ότι το νόημα του ενός πάντοτε βασίζεται στο νόημα του άλλου.


Βασισμένο στο βιβλίο της Judith Halberstam “The Queer Art of Failure”

Leave a Reply